σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Σκέψεις στο περιθώριο μιας παρουσίασης – Riflessioni a margine di una presentazione

Η παρουσίαση του βιβλίου του Μichael Dickson – Bomber Renegade – που έγινε στο Sally Brown την παρασκευή, αξίζει κάποιες επιπλέον σκέψεις γι αυτά που έχουν ειπωθεί για την επισκόπηση που έγινε λίγο νωρίτερα εδώ κάτω. Εδώ και μια δεκαετία οργανώνουμε εν αφθονία παρουσιάσεις βιβλίων, είτε μυθιστορήματα ή δοκίμια, εγγενείς ωστόσο σε αυτό το φαντασιακό που μια ταξική αριστερά θα έπρεπε να προσπαθεί να ανακατασκευάσει ανεξάρτητα από τις εσωτερικές της διαφορές. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός μιας ορισμένης σχετικής «εμπειρίας» μας, την παρασκευή βρεθήκαμε μπροστά σε μια «μάζα» συντρόφων απρόβλεπτη. Μια εκατοστή άνθρωποι ήταν εκεί και άκουγαν (και υποστήριζαν) τα λόγια ενός μαχητού του IRA. Γιατί; Η δημοσίευση, η μαχητική υποστήριξη στο Achtung Banditen, η παρουσία του Dixie, μόνο εν μέρει εξηγούν τη μεγάλη επιτυχία της πρωτοβουλίας (συγκλονιστική, διότι στην Ιταλία, δίχως ένα όνομα που «τραβά», στις παρουσιάσεις βιβλίων η συμμετοχή κυμαίνεται συνήθως από 5 έως 7 άτομα, ανεξάρτητα από το θέμα και δημοσιότητα, την διαφήμιση της εκδήλωσης).

Υπάρχει και κάτι άλλο, και αυτό το άλλο πρέπει να το ψάξουμε στην πολιτική. Ο αγώνας για την απελευθέρωση της βόρειας Ιρλανδίας εξακολουθεί να είναι ένα θέμα που κεντρίζει το ενδιαφέρον, είναι σίγουρα αλήθεια. Αλλά ο κύριος λόγος, έτσι φαίνεται σε μας τουλάχιστον, είναι ότι ο Dixie ήταν ένας μαχητής μιας ένοπλης οργάνωσης και πολιτικός κρατούμενος. Όσο κι αν το έχουν κρύψει, όσο κι αν το έχουν αρνηθεί, όσο κι αν έχουν επιβάλλει την σιωπή, την «συνομωσιολογία», η ταξική πάλη στην στρατιωτική-πολιτική «φάση» της εξακολουθεί να είναι ένα θέμα που είναι σε θέση να ξυπνήσει φυσική ενσυναίσθηση, συμπάθεια σε αυτό που (ήταν) το ρωμαϊκό κίνημα. Με όλο το σεβασμό σε μερικές από τις αυθεντίες του εν λόγω κινήματος, στους συντρόφους εκείνη η πολιτική θυσία εμπνέει ακόμη σεβασμό. Είναι μέρος της ιστορίας μας, είναι στην πραγματικότητα μια από τις υψηλότερες και πιο τραγικές στιγμές της.

Φυσικά, η ιστορία του IRA είναι μια «ξεχωριστή» ιστορία. Είναι το ευρύτερο στρατιωτικό-πολιτικό κίνημα της δυτικής Ευρώπης, εκείνο με τη μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη, το μόνο – ίσως – το οποίο μπορεί να υπερηφανεύεται για τον χαρακτήρα του“λαϊκού πολέμου”κατά της καπιταλιστικής Δύσης. Το μόνο, ωστόσο, που υποχρέωσε τον βρετανικό ιμπεριαλισμό σε διαπραγματεύσεις, στην πολιτική αναγνώριση. Για να βρούμε ανάλογες συγκρίσεις θα πρέπει να μετακινηθούμε προς την Παλαιστίνη, αλλά θα ήμασταν έξω από τον κανόνα (και τα σύνορα) της δύσης. Μακριά από όλες τις προφανείς διαφορές, παραμένει το γεγονός ότι και εδώ στην Ιταλία είχαμε μια μακρά εμπειρία ένοπλου αγώνα. Το γεγονός αυτό σίγουρα δεν είναι άσχετο με την αντίληψη των συντρόφων, όταν κάποιος μιλάει για «ένοπλο αγώνα». Ωστόσο, στις διάφορες παρουσιάσεις που πραγματοποιούνται στη χώρα μας (και μάλιστα η παρασκευή το επιβεβαιώνει), η παράλληλος αυτή ποτέ δεν εμφανίστηκε. Σε αντίθεση με την Ιρλανδία και την Χώρα των Βάσκων, Euskal Herria, όπου η σχέση ανάμεσα στο λαϊκό κίνημα και τις ένοπλες οργανώσεις του, μετά την αφαίρεση των διαφορών και της όποιας κριτικής, αναγνωρίζεται ως εσωτερική σε αυτή την ίδια την συζήτηση, στην Ιταλία εδώ και χρόνια έγινε μια προσπάθεια να διακοπεί ξεκάθαρα αυτή η «εσωτερικότητα». Τέθηκε ένα σύνορο νομιμοποίησης, και αυτό το σύνορο τοποθετήθηκε μέσα από το κίνημα, και όχι μόνο από το εξωτερικό του κινήματος. Η ψυχική δυσκρασία που επικρατεί σήμερα οδηγεί στη συνέχεια στη σχιζοφρένεια να συμπαθούν κάποιοι έναν μαχητή του ιρλανδικού ένοπλου αγώνα (αλλά αυτό είναι επίσης αλήθεια και για τον αγώνα της Χώρας των Βάσκων) μην αναγνωρίζοντας αυτόν στην ίδια τους τη χώρα. Αρνούμενοι οποιονδήποτε πιθανό παραλληλισμό. Δεν καταφέρνουν ούτε καν να τον σκεφτούν, αυτό τον παραλληλισμό..

Θα πρέπει, ποτέ δεν ξέρεις, να προσδιορίσουμε όχι μόνο την προφανή ποικιλομορφία των διαφόρων αγώνων (ξεκινώντας από το εθνικό ζήτημα που τους διαφοροποιεί από το ιταλική πλαίσιο αναφοράς), αλλά πάνω απ ‘όλα ότι αυτή η συζήτηση δεν σημαίνει την έγκριση αυτής ή της άλλης πολιτικής επιλογής των ένοπλων οργανώσεων, αλλά να νομιμοποιήσουμε ιστορικά την άμεση σχέση που είχαν αυτές με την επαναστατική αριστερά στη δεκαετία του Εβδομήντα.

Στην αγωνιστική ζωή μας έχουμε γνωρίσει δεκάδες πρωταγωνιστές αυτής της εμπειρίας, στην Ιταλία και στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους. Σε όλους – όχι βέβαια στους βδελυρούς προδότες ή σε αυτούς που διαχώρισαν τη θέση τους – το ίδιο φως λάμπει στα μάτια, και σε όλους η ίδια πολιτική πεποίθηση πέρα από τα χίλια ρυάκια που εκείνοι οι σύντροφοι ακολούθησαν στην επόμενη ζωή τους. Όπως λέει ο Dixie, «κάποιος μπορεί να σκέφτεται ότι ήταν λάθος μέθοδος, πως ήταν βία κατά της βίας, αλλά νομίζω ότι ήταν η συγκυρία και οι συνθήκες που μας έφεραν σε αυτό τον δρόμο, δεν είχαμε άλλο τρόπο για να κάνουμε η φωνή μας να ακουστεί». Αυτή η αίσθηση του επείγοντος και της αναγκαιότητας δεν μπορεί να μετρηθεί, να αξιολογηθεί έξω από ένα κύκλο αγώνων ταξικών ή απελευθέρωσης. Επιπλέον, η «τρομοκρατία» – ως μια καθολική έννοια που σχετίζεται με τη βία – είναι μόνο μια ένοπλη πάλη που χάνει το πολιτικό παιχνίδι της. Αλλού αυτή η ίδια «τρομοκρατία» – σκεφτόμαστε το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την παρτιζάνικη αντίσταση, ή τη διαδικασία αποαποικιοποίησης των ετών Πενήντα και Εξήντα – βρίσκει την ιδεολογική νομιμοποίηση της, επειδή ιστορικά νικηφόρα, επειδή νίκησε. Ο αγώνας ενάντια στον κατακτητή μετατρέπεται σε «εμφύλιο πόλεμο», σε «πόλεμο της απελευθέρωσης», σε «αγώνα ενάντια στον τύραννο», και ούτω καθεξής. Να λοιπόν: και στην Ιταλία υπήρξε ένας εμφύλιος πόλεμος στη δεκαετία του Εβδομήντα, αλλά η πολιτική ήττα εκείνης της εμπειρίας συνεχίζει να του αρνείται τους χαρακτήρες της νομιμοποίησης. Οι ταξικοί αγώνες της δεκαετίας του Εβδομήντα είναι τα «χρόνια του μολυβιού». Αλλά κάθε ειλικρινής αγωνιστής αναγνωρίζει εκείνη την θυσία ή εκείνη την αναγκαιότητα, και μερικές φορές αυτή η αναγνώριση εκρήγνυται από τον μανδύα του πολιτικώς ορθού και επίσης εκδηλώνεται σε μια απλή παρουσίαση ενός βιβλίου, ενός απλού στρατιώτη που πέρασε από τον βρετανικό στρατό στον ιρλανδικό δημοκρατικός στρατό, πληρώνοντας στο πετσί του την τιμή εκείνης της επιλογής.

 

2116 letture totali 62 letture oggi
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s