ιστορία, storia

Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σαράντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση του 1977 φαίνεται να καίγεται με μια κρύα φωτιά, ξεπερασμένη. H κυκλική επέτειος επιβάλλει μια κουρασμένη μνήμη που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, σηματοδοτεί την απόσταση με εκείνα τα γεγονότα και εκείνα τα πάθη. Έχοντας στείλει στη σοφίτα τόσο τον μυθολογικό βετερανισμό όσο και την μετα-μοντέρνα επίπληξη, φαίνεται να ήρθε ο χρόνος, η ώρα της ανεξάρτητης ιστοριογραφίας, ειδομένης από απόσταση. Ωστόσο, ακόμη και αυτή δεν βρίσκει μεταφορικό μέσο την ώρα που ερμηνεύει το αίνιγμα εκείνου του κινήματος. Σαράντα χρόνια αργότερα, γύρω από την δεκαετία του Εβδομήντα εξακολουθεί να παραμένει ένα πέπλο μυστηρίου. Μια ξεκάθαρη ένδειξη της σχέσης μεταξύ ιστορίας και πολιτικής: η έλλειψη ενδιαφέροντος της μιας αποστειρώνει την δυναμικότητα της άλλης. Ωστόσο, η φαινομενική έλλειψη επικαιρότητας του ’77 – όπως και της άλλης μεγάλης επετείου αυτού του 2017, της ρωσικής Επανάστασης – θα μπορούσε να απελευθερώσει αυθεντικά σκεπτικά, original, τα οποία να μην κάμπτονται πλέον από την αναγκαιότητα νομιμοποίησης αυτής ή εκείνης της πολιτικής λειτουργίας. Το ’77 δεν είναι πια η γη της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων της επαναστατικής πολιτικής. Είναι μια ανάμνηση ειρηνευμένη, καταδικασμένη από τους μεν, μυθοποιημένη από τους άλλους, τυλιγμένη στο πέπλο μυστηρίου έλλειψης κατανόησης τόσο στους μεν όσο και στους δε. Αξίζει λοιπόν να επιστρέψουμε να σκεφτόμαστε το ’77. Γιατί, είναι η θέση μας, εάν τίποτα δεν φαίνεται τόσο μακρινό από αυτό το έτος, πολλές από τις σημερινές δυσκολίες στο να προταθεί μια αξιόπιστη πολιτική τοποθετούν τις ρίζες τους στο εν λόγω κίνημα, ή μάλλον: στις μεταθανάτιες ερμηνείες αυτού του κινήματος. Ας προχωρήσουμε με τάξη.

Από τη δεκαετία του Εβδομήντα, και ιδίως του ’77 υπενθυμίζεται, συμπτωματικά με μιαν επιχείρηση λοξή , η επανάσταση των ηθών, των λεξιλογίων, των συμπεριφορών, των υπαρξιακών οριζόντων, των πολιτισμικών αναφορών, των σεξουαλικών ελευθεριών. Μια ομίχλη που τροφοδοτείται από την ανάγκη να διαχωριστεί το «κοινωνικό» από την πολιτική, το καλό της αντικουλτούρας από το κακό της ισορροπίας δυνάμεων, τα «όνειρα» και οι «επιθυμίες» της γενεών από την απρόσωπη βία της πολιτικής πάλης. Μια ομίχλη πλάγια, λοξή, που ενώνει το κόμμα της Repubblica με τα πολιτικά συμφέροντα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς πλέον ιστορικό ρόλο. Ωστόσο το να κλειδώσουμε εκείνο το κίνημα μέσα στην περίφραξη της αντικουλτούρας της νεολαίας σημαίνει πως τροφοδοτούμε το μυστήριο και την παρανόηση. Το 1977 δεν μπορεί να εξηγηθεί αν εκείνοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μας δίνουν πίσω μια εξαντλητική ερμηνεία, εάν δεν συγκριθούν, αν δεν αντιμετωπιστούν με την Πολιτική. Για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα προχωρούσε στενεύοντας τους χώρους δημόσιας ένταξης, προοδευτικής επέκτασης του κοινωνικού Κράτους, αυξανόμενων εγγυήσεων για μια μάζα εργαζόμενων που δεν γοητεύονταν πλέον από την προοπτική της ρεφορμιστικής χειραφέτησης. Η «πολιτική των θυσιών», η οποία εγκαινιάστηκε από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1974, φάνηκε να δένει (και όντως έδεσε) το Κκι στο μέτωπο της μισθολογικής μετριοπάθειας, της μισθολογικής επιβράδυνσης. Η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού», η οποία ξεκίνησε το 1973 και συγκεκριμενοποιήθηκε το 1976 με την εξωτερική στήριξη του κομμουνιστικού Κόμματος στην κυβέρνηση Andreotti, επικύρωνε το κλείσιμο κάθε πολιτικού χώρου: μέσα στον φράκτη της «εθνικής αλληλεγγύης» τα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα – κομμουνιστικό Κόμμα και Χριστιανοδημοκρατία – που συμπεριλάμβαναν την μεγάλη πλειοψηφίας του ιταλικού λαού, έξω από εκεί δεν παραμένει άλλο από μια μπλοκαρισμένη εναλλακτική πολιτική, στην οποίαν, όμως, αντιστοιχεί μια κοινωνική παρουσία κάθε άλλο παρά αμελητέα, καθόλου ασήμαντη .
Το ’77 γεννήθηκε λοιπόν ως ένα κίνημα χωρίς κάποια πιθανή πολιτική ακτή, εχθρός τόσο των συμφερόντων του Κεφαλαίου όσο και εκείνων μιας εργατικής τάξης που επιτέλους βρίσκονταν στον προθάλαμο της «κυβέρνησης». Ακόμη και οι προσπάθειες ενός «ενιαίου μετώπου από τα κάτω» – στρατηγική που συμμερίζονταν τόσο το Manifesto όσο και η Avanguardia Operaia και η Lotta Continua – συγκρούονται με την εν λόγω κυβέρνηση ιστορικού συμβιβασμού που κλείνει κάθε στρατηγική προοπτική «λαϊκής υποστήριξης». Χωρίς ανάχωμα, ούτε νομιμοποίηση στην πολιτική, εκείνο το κίνημα μορφοποιεί την ταυτότητά του και την αυτο-εκπροσώπηση του επάνω στην απόρριψη, στην άρνηση, την απόρριψη της εργασίας, της λιτότητας, της ειρήνευσης, οποιασδήποτε εθνικής αλληλεγγύης, αλλά πάνω απ ‘όλα στην απόρριψη της πολιτικής, κατανοητής μόνο ως μέρος της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού. Εδώ γεννιούνται μερικά από τα προβλήματα των οποίων εξακολουθεί να είναι θύμα ακόμη και σήμερα κάποια πολιτική κινηματίστικη.

Αντικειμενικά ο πολιτικός χαρακτήρας του κινήματος συγκρούεται μετωπικά με το Κράτος και τις οικονομικές και κατασταλτικές διαρθρώσεις του, έτσι το ’77 αναλαμβάνει την χροιά, την έννοια κινήματος ξένου προς την Πολιτική. Απορρίπτει μια ενωτική στρατηγική, ενιαία, μια λογική συμβιβασμών και διαλεκτικής διαμεσολάβησης, μια καθορισμένη οργανωτική μορφή. Ακριβώς γι αυτό, το ότι είναι μειοψηφία δεν βιώνεται ως περιορισμός, ως όριο, αλλά ως πόρος, ως δυναμική, ως δυνατότητα. Ο «παράξενος φοιτητής» που κινεί το ’77 και ταρακουνά τις καταστάσεις, αναζητώντας την σωστή δόση καινοτομίας και ανανέωσης με μια κληρονομιά εργατικών αγώνων συσσωρευμένων στην τάξη, αλλά που έχει οστεοποιηθεί αυτή η κληρονομιά,  έχει γίνει άκαμπτη και αρτηριοσκληρωτική από τα κομουνιστικά χαλινάρια στη φάση της εθνικής αλληλεγγύης, χάνει στο δρόμο τη σχέση με την παράδοση αυτών των αγώνων , μειώνοντας τις πιθανότητές του για διάλογο με μιαν εργατική τάξη παρ ‘όλα αυτά (παρά την ισχυρά οργανική σχέση με την κομμουνιστική παράδοση) διαθέσιμη στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση. Μια σειρά από παραδοσιακά χαρακτηριστικά ήρθαν να συγκρουστούν: η εργασία, από πρωταρχική αξία για όλο το ταξικό κίνημα, γίνονταν μια αρνητική αξία. Η πειθαρχία «θλιβερή», για έναν αιώνα στη βάση της εργατικής οργάνωσης, έδινε τη θέση της στην έπαινο της απειθαρχίας, ή τουλάχιστον στη δημιουργική απελευθέρωση συνδεδεμένη με σχέση «όχι στερεότυπη». Tον πολιτικό ρεαλισμό μακιαβελικής και λενινιστικής παράδοσης, αντικαθιστούσε μια ανάγκη ελευθεριακού ιδεαλισμού ανυποχώρητου στην διαμεσολάβηση, τόσο πολιτική όσο και κοινωνική.

Αυτή η ρήξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση. Όχι μόνο σήμερα: μέσα στον κύκλο των τελευταίων τριάντα χρόνων αυτές οι δυσκολίες έχουν σκάψει μέσα στα κινήματα, παίρνοντας τη θέση του «κλισέ, της κοινοτοπίας» η οποία ποτέ δεν προβλημάτισε πραγματικά. Ακόμα και σήμερα, μέσα στην ανταγωνιστική αριστερά, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της σχέσης με την πλειοψηφία των κατώτερων, των εξαρτώμενων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς επίσης, μέσα στην πολύμορφη αποσύνθεση η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει φτάσει στο σημείο να λαμβάνει, καλύπτει την ταυτότητα των κοινωνικών υποκειμένων, απουσιάζει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για το ξεπέρασμα αυτού του κατακερματισμού. Αντιμέτωποι με ένα κοινωνικό σενάριο σε διαρκή υποχώρηση, σε μια γενικευμένη φτωχοποίηση ακόμη και κοινωνικά εγκάρσια, η οποία περιλαμβάνει προοδευτικά και αφορά όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, από την δεκαετία του Ενενήντα τα κινήματα συνεχίζουν να περιορίζονται σε μια ένταση που διεκδικείται και φιλοδοξίες πλειοψηφικές αλλά ανίκανες να συμβαδίσουν με τις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς προς τους οποίους προχωρά για να τους συναντήσει ο Καπιταλισμός, με τον προφανή κίνδυνο να βρεθούν παγιδευμένα σε μια κοινωνική μειοψηφία ανίκανη να επεκτείνει τις σχέσεις της και τον πολιτισμό της πέρα από τον ολοένα και στενότερο κύκλο των αγωνιστών.

Σήμερα που η πολιτική, η επίσημη, συνεχίζει και προχωρά μέσα στη στεγανότητα της απέναντι στις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων, η μόνη αξιόπιστη πολιτική επιλογή θα ήταν να προταθεί ξανά εκείνη η απόρριψη που το ’77 μπόρεσε να οργανώσει και να ζήσει μέσα σε μεγάλες ζώνες της κοινωνίας. Αλλά μερικά από τα διακριτικά χαρακτηριστικά εκείνου του κινήματος στην αναζήτηση της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην ανανέωση και την κομμουνιστική παράδοση, εξακολουθούν να εμποδίζουν τον στόχο εκείνης της λαϊκής συναίνεσης γύρω από ιδέες και πρακτικές πραγματικά επαναστατικές. Αυτό είναι για το οποίο πρέπει να επιστρέψουμε να συζητούμε σήμερα. Και είναι από αυτή την άποψη που εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που ταράζει τα όνειρα των κομμουνιστών: πως θα ανοικοδομηθεί ένα επαναστατικό κίνημα ικανό να ξεπεράσει προς τα εμπρός το τελευταίο πραγματικό και μεγάλο επαναστατικό κίνημα της χώρας μας, το κίνημα του ’77;

1916 letture totali 36 letture oggi
Advertisements

One thought on “Το αίνιγμα των χρόνων Εβδομήντα – L’enigma degli anni Settanta: dibattito pubblico alla Sapienza, δημόσια συζήτηση στο πανεπιστήμιο La Sapienza

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s