σκόρπιες σκέψεις...

οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Αποτέλεσμα εικόνας

δεν είμαι πια κομουνιστής, μάλλον δεν είμαι πλέον τίποτα για την ακρίβεια, δηλαδή δεν ξέρω τι είμαι γιατί απλούστατα ξέρω τι δεν είμαι

αλλά δεν βρίσκομαι εδώ γι αυτό

βρίσκομαι εδώ για να σας μιλήσω για τότες που εγνώρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου τους κομουνιστές, παλιούς και νέους. Παλιοί ήταν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, στην συντριπτικοί τους πλειοψηφία εγγεγραμμένοι στο κομουνιστικό κόμμα, εργάτες επίσης πάρα μα πάρα πολλοί, όλοι πρώην παρτιζάνοι είχαν κάνει την αντίσταση και είχαν κρύψει τα όπλα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη, πολλοί μικροαστοί επίσης, διανοούμενοι και άλλοι τέτοιοι πολλοί.

Οι καινούργιοι κομουνιστές ήταν όλοι νεαροί. Δεν είχαν ζήσει την αντίσταση, δεν είχαν υποστεί την πλύση εγκεφάλου της κομματικής προπαγάνδας, ήταν τέκνα της εσωτερικής μετανάστευσης που είχε επιβληθεί από την φτώχεια που επικρατούσε στον Ιταλικό νότο [ξέχασα να σας πω πως πολιτικοποιήθηκα στην Ιταλία όπου και βρέθηκα το μακρινό ’73 για να σπουδάσω] και βρέθηκαν να εργάζονται στις φάμπρικες του ιταλικού βορά ως ανειδίκευτο προσωπικό.

Σας τα λέω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ για να μην σας ζαλίσω το έρωτα με τα πολλά λόγια. Μέχρι τώρα λοιπόν έχουμε ήδη αντιληφθεί τον πρώτο διαχωρισμό. Νέοι ανειδίκευτοι εναντίον μεγαλύτερων στην ηλικία ειδικευμένων. Χάσμα γενεών συν χάσμα στις απολαβές. Έχουμε ένα 2-0 καθαρό από τα αποδυτήρια. Προχωράμε.

Εμείς ήμασταν φοιτητές. Κάναμε παρέα με τους πάντες. Πολλοί ανάμεσα μας ήταν παιδιά που αναγκάζονταν να εργάζονται περιστασιακά, ότι μπορείς να φανταστείς έκαναν, και στα εργοστάσια παρτ τάιμ  για να συμπληρώνουν το πενιχρό έμβασμα που έρχονταν απ’ τους γονείς τους. Το πρώτο που μας έλεγαν λοιπόν για την εργατική τους εμπειρία σε σχέση με τους παλαιότερους ήταν το εξοργιστικό εκείνο πως: »αυτοί αγαπούσαν το εργοστάσιο όπου δούλευαν και τις μηχανές που τους καταπίεζαν διαρκώς με τα χρονοδιαγράμματα, ενώ εμείς τα φτύναμε όλη μέρα αυτά τα παλιομηχανήματα που μας πίνανε το αίμα»! Όταν λοιπόν άρχισαν τα πρώτα σαμποτάζ, οι άγριες απεργίες, η αμφισβήτηση των επίσημων συνδικαλιστικών οργανώσεων και η αυτοοργάνωση  των εργατών, οι εσωτερικές πορείες στα εργοστάσια, παλιοί και νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι. Γιατί οι μεν συνέχιζαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας ενώ οι δε ήταν πλέον ενάντια στην ίδια την συνθήκη της εργασίας, αμφισβητούσαν την ίδια την εργασία υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του εργάτη από το αφεντικό του, υπό την διαρκή επιτήρηση του επιστάτη.

Και να ήταν μονάχα αυτό. Δεν έφτανε που οι παλιοί κομουνιστές είχαν αποδεχτεί την οικονομική συνθήκη της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης ικανότητας και αξίας από τους καπιταλιστές, τώρα ήθελαν να συνεργαστούν και στην κυβέρνηση με τους αστούς, αυτούς τους μπουρζουάδες που ήταν υπεύθυνοι χιλιάδων εγκλημάτων ενάντια στον κόσμο της εργασίας και όχι μόνο. Και δεν χρειάζονταν να πάμε πολλά χρόνια πίσω, παρά μόνο δυο τρία, στο όχι μακρινό ’69, τότε που οι μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τους φασίστες, σε αυτήν που ονομάστηκε περίοδος της στρατηγικής της έντασης δολοφονούσαν δεκάδες σε Ρώμη και Μιλάνο την ώρα που οι μπάτσοι εκπαραθυρώνουν αναρχικούς. Τι κομουνιστές τέλος πάντων ήταν αυτοί βρε παιδιά;

Αριστοκράτες στη δουλειά, συνεργάτες με τους επιστάτες στα εργοστάσια, λίγο αργότερα καταδότες στην αστυνομία των αγωνιστών και των μαχητών στα εργοστάσια και στις πλατείες, στα δικαστήρια και στις δημόσιες υπηρεσίες. Κανονικοί χαφιέδες. Απίστευτοι! Στην κρατική πολιτική γενικότερα, στην αρχή δειλά δειλά κάνουν πλάτες στην δεξιά, ολοένα και περισσότερο, μέχρι που με την ανοχή τους δεξιές κυβερνήσεις δένουν και ράβουν και ξηλώνουν  και κάνουν ότι θέλουν και καταδικάζουν σε θάνατο έναν άνθρωπο, σίγουρα όχι αθώα περιστέρα, με το έτσι θέλω απλά για να κάνουν το κέφι των ψευτο κομουνιστών της πλάκας που σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά τους έχει καταδικάσει με όλες τις μπάντες η ίδια η ιστορία. Δεν λέω ότι εμείς φερθήκαμε έξυπνα. Στρατιωτικοποιήσαμε υπερβολικά τα πράγματα, [όχι πως δεν χρειάζονταν, όχι τόσο στο υψηλό επίπεδο- εκεί έφτανε και περίσσευε, σε χαμηλό έπρεπε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο  το αντάρτικο στις πόλεις ] , στην πορεία χάσαμε την μπάλα.

Και μας έπνιξε η  ιστορία μέσα στα μπουντρούμια της »δημοκρατίας» ή μας εξαφάνισε στις εξορίες . Λέω απλά πως αν αυτοί έσκυβαν για λίγο επάνω μας ν’ ακούσουν κάτι τις, και ν’ αφουγκραστούν το καινούργιο που άφριζε από μέσα μας  και έρχονταν με δύναμη απ’ την ανατολή με τα νοήματα του, τις ανατροπές που επιζητούσε, τις βουτιές προς το μέλλον, και την ορμή, την ζωντάνια του νεαρού της ηλικίας μας, τότε ναι, σήμερα τα πράγματα, ίσως, μάλλον, θα ήταν πολύ καλύτερα, σήμερα,

κι έτσι λοιπόν στο όνομα της συνεργασίας των τάξεων, [ που με απλά λόγια σημαίνει: εσείς δουλεύετε εμείς να κερδίζουμε, κι όλο γρηγορότερα]

και ανεμίζοντας τις μπαντιέρες της συνεργασίας όλων των δυνάμεων του »δημοκρατικού» τόξου,  [που σημαίνει στα πόστα κλειδιά εμείς, εσείς στην βιτρίνα], φασιστών συμπεριλαμβανομένων, ‘σοσιαλιστές’ και ‘κομουνιστές’ όλων των αποχρώσεων, σε όλη την Ευρώπη, ακολουθώντας τα διδάγματα του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, με προεξάρχοντα τον Φρανσουά Μιτεράν και κάτι άλλα γερόντια με περίεργα ονόματα όπως Παπανδρέου, Σοάρες,  Καρίγιο κλπ έπνιξαν ότι ωραιότερο ελεύθερο και αυθεντικά αυτόνομο εξέφραζαν κινήματα νεανικά που ποθούσαν μια κοινωνία διαφορετική όπου ο άνθρωπος δεν θα καταπατούσε άνθρωπο περιβάλλον φύση ζωντανά, και το κέρδος θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, για να εξαλειφθεί σιγά σιγά. Ο καταναλωτισμός θα υποχωρούσε και στο κέντρο της ύπαρξης θα έρχονταν επιτέλους η ζωντανή αφιλοκερδής δημιουργία για την δημιουργία. Γιατί την ζωή φανταζόμασταν σαν δημιουργία και όχι σαν αυτό που σήμερα μοιάζει με κάτι εξωπραγματικό, ένας αγώνας ταχύτητας για ένα βραβείο που κατά βάθος δεν θέλει κανένας, μοιάζει κατάρα, μόνον κάποιοι ελάχιστοι που ζουν εις βάρος των απείρως περισσοτέρων, ζέχνει δηλητήριο.

Αφού κατάφεραν λοιπόν να απαλλαγούν λίγο νωρίτερα στην Πορτογαλία από εκείνο το υπέροχο κίνημα των γαρυφάλλων  που με αρχηγό τον ταγματάρχη Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο έριξε τον δικτάτορα Σαλαζάρ, απαλλάχθηκαν και στην Ιταλία από ένα εξίσου πανέμορφο κίνημα που εδώ κράτησε δέκα με δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, ξεκίνησε με το θερμό φθινόπωρο του ’69 και τους μαζικούς εργατικούς αγώνες και συνέχισε με τον παρατεταμένο μάη που έφερε η θερμή άνοιξη της εργατικής αυτονομίας και του ανταρτοπόλεμου που τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα

εγώ τότε ήμουν νέος, σήμερα είμαι παλιός, περιμένω ένας νέος κάτι να μου γράψει, κάτι να μου πει, θα έχει κάτι να μου πει, κάτι να ψιθυρίσει στο αυτί μου αν θέλει

 

Advertisements

2 thoughts on “οι νέοι και οι παλιοί κομουνιστές

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s