αθλητισμός, sport

Γραμμές διαφυγής. Τα ίχνη από θειάφι του μεγαλειώδους Éric Cantona

τοτ Gioacchino Toni

Je so’ pazzo je so’ pazzo / e vogl’essere chi vogl’io / ascite fora d’a casa mia / je so’ pazzo je so’ pazzo / c’ho il popolo che mi aspetta / e scusate vado di fretta / non mi date sempre ragione / io lo so che sono un errore / nella vita voglio vivere / almeno un giorno da leone / e lo Stato questa volta / non mi deve condannare / pecché so’ pazzo / je so’ pazzo / e oggi voglio parlare (Pino Daniele)

Στις 11 μαΐου 1997 είδαμε για τελευταία φορά στον αγωνιστικό χώρο την φανέλα με τον αριθμό 7 της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να φέρει στην πλάτη το όνομα του Cantona. Εκείνη τη μέρα ένας κόμπος στο λαιμό εξαπλώθηκε όχι μόνο στις κερκίδες του Old Trafford αλλά και σε πολλούς λάτρεις του ποδοσφαίρου που, ανεξάρτητα από τη φανέλα που υποστήριζαν, ήταν αρκετά τυχεροί να έχουν παρακολουθήσει τα κατορθώματα του Éric Daniel Pierre Cantona και δεν είχε σημασία εάν ήταν αντίπαλος . Εάν τα παπούτσια του γάλλου στο τέλος του παιχνιδιού που έπαιξε εναντίον της West Ham εκείνη την ημέρα του μαίου σταμάτησαν να δίνουν παράσταση, η αύρα του Καντονά έχει επιβιώσει και αν οι υποστηρικτές, οι supporters της United, που έχουν δει να φορούν την κόκκινη φανέλα θρύλοι του ποδοσφαίρου όπως ο Best, ο Law και ο Charlton, τον έχουν εκλέξει ως «ποδοσφαιριστή του αιώνα», πρέπει να υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο σε αυτόν τον ευερέθιστο ποδοσφαιριστή που γεννήθηκε το 1966 στο Les Caillols, ένα προάστιο της Μασσαλίας, από μητέρα καταλανή και πατέρα σάρδο.

Κατά κάποιον τρόπο, ο Cantona υπήρξε μια από τις τελευταίες μεγάλες φιγούρες ενός ποδοσφαίρου που έχει πλέον μεταμορφωθεί από ένα δημοφιλές άθλημα πνιγμένο ανάμεσα στις κόκκινες πέτρες των σπιτιών και των παμπ στη γειτονιά του Trafford, στην Greater Manchester, σε τηλεοπτική παράσταση που διαχέεται από αλληγορίες, από μύθους σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο γάλλος δημοσιογράφος Philippe Auclair αφιερώνει το μνημειώδες βιβλίο Cantona. Ο αντάρτης που θέλησε να γίνει βασιλιάς, σε αυτόν τον καλλιτέχνη του ποδοσφαίρου που δεν απαξιώνει να δοκιμαστεί με την ζωγραφική και τον κινηματογράφο, και δημοσιεύθηκε το 2017 στα ιταλικά από τον εκδότη Le Milieu.

Ο Éric Cantona είναι κάτι περισσότερο από ένας απλός ποδοσφαιριστής: είναι μια ανήσυχη ψυχή που ζει το ποδόσφαιρο ως μια τέχνη μεταξύ των άλλων, ως ένα εργαλείο με το οποίο εκφράζεται η ευαισθησία και η τρέλα που είναι μέρος του ανθρώπου και που δεν πρέπει ποτέ να ασφυκτιούν, να πνίγονται. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Cantona εκφράζει τον εαυτό του σε μια συνέντευξη με το περιοδικό «France Football» το φθινόπωρο του 1987: «Χρειάζομαι, έχω ανάγκη τρελών αντιδράσεων για να είμαι ευτυχής – και επίσης για να σταθώ στο γήπεδο, να αποδώσω. Πρέπει να έχεις τη δύναμη να είσαι τρελός. Όχι στη στιγμή, όταν η ειλικρίνεια είναι θεμελιώδης, αλλά αργότερα, για να διεκδικήσεις την αυθεντικότητα σου. Το ποδόσφαιρο δεν δέχεται τις διαφορές, και αυτή είναι η πτυχή που με απογοητεύει περισσότερο. Οι παίκτες είναι πάρα πολύ μπανάλ, ασήμαντοι, κοινότυποι. Είναι μηχανήματα κατασκευασμένα για να παίζουν, δεν έχουν το δικαίωμα να σκέφτονται με το δικό τους κεφάλι. […] Είμαι πολύ απογοητευμένος από το περιβάλλον του ποδοσφαίρου. Οι άνθρωποι που έρχονται για να παρακολουθήσουν τα παιχνίδια δεν έχουν καμία ευαισθησία, καμιά τρέλα, καμία ικανότητα να σκέφτονται. Είναι ένα πλαίσιο και μια συγκυρία στο οποίο δεν ζω τη ζωή που θα ήθελα να ζήσω. Απλά, μοναχά πλησιάζω σε μιαν άλλη ζωή, μιαν άλλη ζωή που περιμένω […] Το ποδόσφαιρο είναι μια μικρότερη τέχνη. Εμένα ενδιαφέρει η μεγάλη τέχνη […] όλοι ξέρουν ότι ζωγραφίζω. Αλλά έχω άλλα πάθη. Θέλω να ζήσω μέσα στην τρέλα του καλλιτέχνη δημιουργού «(σελ. 74-75). «Υπάρχει ένα λεπτό σύνορο ανάμεσα στην ελευθερία και το χάος. Με κάποιους τρόπους, αγκαλιάζω την ιδέα της αναρχίας. Αυτό που πραγματικά αναζητώ είναι μια αναρχία σκέψης, μια απελευθέρωση του νου από όλες τις συμβάσεις »(σελ.267).

Είναι σίγουρα ασυνήθιστο να βρεθεί ένας ποδοσφαιριστής που ισχυρίζεται ότι προσελκύεται από φιγούρες ληστών που ταρακούνησαν τη δεκαετία του ’70 την Γαλλίας. «Τα ονόματα του Mesrine και του Spaggiari για τους γάλλους έχουν βαθιά και ζοφερή απήχηση. Ήταν και οι δύο διάσημοι ληστές της δεκαετίας του εβδομήντα, οι οποίοι έγιναν ήρωες για ορισμένους τομείς της κοινωνίας επειδή είχαν επιτεθεί με θαρραλέο τρόπο στα σύμβολα του αστικού establishment […]. Για αυτούς, ή τουλάχιστον αυτά έλεγαν, το έγκλημα αποτελούσε και μια πράξη εξέγερσης, έναν ηθικό και πολιτικό λόγο, ο οποίος, με κάποιους τρόπους, τους οδηγούσε πέρα από τα όρια που δημιουργήθηκαν μεταξύ του καλού και του κακού. Ο Spaggiari είχε κάποια δικαιολογία για να το δηλώνει. Ήταν ο δράστης μιας από τις πιο εκπληκτικές ληστείες όλων των εποχών, την κλοπή πενήντα εκατομμυρίων φράγκων από την Société Générale της Νίκαιας το 1976, αφήνοντας το σύνθημα «Sans armes, ni haine, ni violenc» (χωρίς όπλα, ούτε μίσος, ούτε βία) ) επάνω σε ένα χρηματοκιβώτιο. O Mesrine, ο οποίος στην επιτυχημένη αυτοβιογραφία του, γραμμένη στη φυλακή (Tο ένστικτο του θανάτου) υπερηφανευόταν ότι είχε κάνει όχι λιγότερες από τριάντα εννέα δολοφονίες, ενσαρκώνει ένα είδος Ρομπέν των Δασών της σύγχρονης εποχής, αμφισβητήσιμο. Μετά από μια απίθανη απόδραση από ένα δωμάτιο ανάκρισης, ο Spaggiari πέρασε στην παρανομία τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του, πριν πεθάνει στην Ιταλία από έναν όγκο στο λαιμό. Ο Mesrine, ένας εγκληματίας με μεγάλο χάρισμα ο οποίος, με ένα πούρο ανάμεσα στα χείλη του, προσέφερε σαμπάνια στον αστυνομικό που τον είχε ανακαλύψει στο κρησφύγετο του, πέθανε διάτρητος από ένα χαλάζι σφαίρες το 1979, με χειροβομβίδες στα χέρια του και αυτόματα όπλα στα πόδια του . Θα ήταν εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι η αναφορά του Cantona σε εκείνους τους διάσημους εγκληματίες ήταν συνδεδεμένη με τις συμβάσεις στη γαλλική κοινωνία – θυμάμαι τα ονόματα των Spaggiari και Mesrine να αναφέρονται με ένα συγκεκριμένο θαυμασμό στη διάρκεια δείπνου στην οικογένειά μου τον καιρό των δράσεων τους – αλλά, εκτός από το ότι προδίδουν μια ταυτοποίηση με τον αντικαθεστωτικό τυχοδιωκτισμό, το γεγονός αποκαλύπτει επίσης έναν πολιτικό μηδενισμό που για περισσότερο από έναν αιώνα υπήρξε ένας συνεχής πειρασμός για τους ατομικιστές. Η πολιτική υπόκλιση του Éric δεν μπορεί να οριστεί σύμφωνα με την κλασική διχοτόμηση δεξιά-αριστερά. […] Αυτό που ένωνε τους Mesrine και Spaggiari – και που πρέπει να είχε αποπλανήσει τον Cantona – ήταν η απόρριψη των αρχών, της εξουσίας, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Éric ποτέ δεν συντάχθηκε με οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, αλλά ήταν μάλλον πολύ ευτυχής να σηκώνεται όρθιος και να ανταποκρίνεται, να απαντά όταν του ζητούσαν να πάρει θέση (από τους φίλους ή τις περιστάσεις) να εκφράζεται ενάντια στους πολιτικούς ή στις ιδέες που μισούσε. Το «σύστημα». Τον ρατσισμό. Τα δικαστική λάθη (κάποια στιγμή εξέφρασε την υποστήριξή του προς τον κορσικανό πάστορα Yvan Colonna, που καταδικάστηκε για τη δολοφονία του νομάρχη Érignac). Είναι εκείνος […] που είχει δηλώσει ζωντανά στην τηλεόραση: «Πρέπει να επαινέσουμε τον Ναπολέοντα, αν και έχει αποκαταστήσει τη δουλεία. Ένας γίγαντας, ενώ αντιθέτως ήταν ένας νάνος που αντικαταστάθηκε σήμερα από ένα Le Pen που φοράει μια μάσκα: τον Σαρκοζί «. Διαβάζοντας ξανά μερικά αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Mesrine, έπεσα επάνω σε αυτή την πρόταση: «Αν ζείτε στις σκιές, ποτέ δεν θα πλησιάσετε τον ήλιο.» Και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είναι του Καντονά. Το θράσος, η τόλμη αυτής της δήλωσης, χωρίς απάνθισμα, μου θύμισε πολλά από εκείνα τα ωραία που είπε στους δημοσιογράφους όταν ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός στην Auxerre: δείχνοντας θεατρικά την κλίση του για την αλήθεια και αποκαλύπτοντας όμως μιαν επιθυμία και μια ανάγκη να τον δουν σαν έναν révolté, έναν αντάρτη, έναν εξεγερμένο, μια λέξη της οποίας δεν μπορώ να βρω μιαν αντίστοιχη της στα αγγλικά. Ίσως ένας «επαναστάτης», του οποίου όμως η εξέγερση προέρχεται από μια έμφυτη δίψα για δικαιοσύνη, την οποία ξέρει ότι δεν μπορεί να καταπνίξει »(σελ. 265).

Ο Philippe Auclair ανακατασκευάζει τη ζωή του «βασιλιά Éric», όπως ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζεται από τους υποστηρικτές των κόκκινων διαβόλων, επισκεπτόμενος τους χώρους όπου έζησε και παίρνοντας συνεντεύξεις από περισσότερους από διακόσιους μάρτυρες των πράξεών του μέσα και έξω από το πράσινο ορθογώνιο, από τους πρώτους προπονητές μέχρι τους συντρόφους στις ομάδες. Δυσανεκτικός με την εξουσία και τις αρχές, εκτός και εντός γηπέδου, ιδιόμορφος και απρόβλεπτος, ο Cantona καίει γρήγορα τις φάσεις και τις αποστάσεις ποδοπατώντας τα γαλλικά γήπεδα της Auxerre, της Μασσαλίας, του Bordeaux, του Montpellier και της Nîmes και στη συνέχεια διασχίζει το κανάλι και πηγαίνει στο Leeds μέχρι να προσγειωθεί, απόλυτος πρωταγωνιστής, στη σκηνή του Old Trafford στο Μάντσεστερ.

Το βιβλίο, το οποίο ανοίγει με μια τοιχογραφία της μητρικής μπάσταρδης περιφέρειας της Μασσαλίας, δεν παραλείπει να τονίσει τις πτυχές του Καντονά που ο κόσμος της μπάλας θεωρεί απλώς υπερβολικά βίτσια αυτού που σκοπεύει να είναι πρωτότυπος, αυθεντικός με κάθε κόστος, όπως στην περίπτωση του πάθους για την ζωγραφική του Éric, πάθος που του προκαλεί κάτι παραπάνω από λίγα κοροϊδευτικά σχόλια στο τραχύ ποδοσφαιρικό περιβάλλον. «Ένας ποδοσφαιριστής που ζωγραφίζει; Τι γέλιο, ένας παραλογισμός. Στο αρσενικό σύμπαν του ποδοσφαίρου, και ιδιαίτερα του αγγλικού, μεταξύ των λόγων του οστρακισμού, μια καλλιτεχνική κλίση, ειδικά αν μια αγνή κλίση όπως αυτή του Καντονά, ταξινομείται αμέσως μετά την ομοφυλοφιλία. Για τους εχθρούς του, το ενδιαφέρον του για την τέχνη δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ακόμη απόδειξη της ανυπόφορης αλαζονείας του.   Το «Ζωγραφίζω» σήμαινε: «Είμαι καλύτερος από εσάς». Το οποίο ήθελε να πει πως πραγματικά γνωρίζουμε πολύ λίγο τον άνθρωπο (κάτι που θα συνέβαινε συχνά). Η ματαιοδοξία δεν είχε καμία σχέση με εκείνη την ανάγκη για ενδοσκόπηση «(σελ. 29-30). «Η ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για μένα δεν με ενδιαφέρει. Όταν βρίσκομαι στην πασαρέλα του Paco Rabanne, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να πάμε να ψάξουμε έναν άλλο λόγο, δίνω μοναχά ευχαρίστηση στο σώμα μου. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να αισθανόμαστε άνετα με το σώμα μας, χωρίς εξαπάτηση. Ποζάροντας για έναν μεγάλο φωτογράφο είναι μια εγωιστική ευχαρίστηση – αλλά στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα αθώο. «Tout est égoïsme» » (σελ. 223).

Το πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιο o Cantona τo υπογράφει με την Auxerre και τα καλά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν σύντομα τον οδηγούν στο Stade Vélodrome της δικής του Olympique Marsiglia όπου όμως, και λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του, δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και καταλήγει να ντυθεί σε εναλλασσόμενες φάσεις με τις φανέλες της Μπορντό, της Μονπελιέ και της Nîmes. Καυγάδες και μανιώδεις διαμάχες με τους συμπαίκτες και τους διαιτητές, έντονη κριτική εναντίον του προπονητή της γαλλικής Εθνικής καταλήγουν να του δημιουργήσουν διάφορους πονοκεφάλους στους οποίους αντιδρά με τη συνήθη αλαζονική συμπεριφορά.
Στις 7 δεκεμβρίου του 1991, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού της Nimes εναντίον της Σεντ Ετιέν, μετά τη νιοστή φορά που δέχεται φάουλ το οποίο δεν σφυρίχτηκε, ο Cantona θέτει στη σκηνή μια από τις αξιομνημόνευτες, αξέχαστες coup de théâtre: σουτάρει την μπάλα επάνω στον διαιτητή και πηγαίνει απευθείας στα αποδυτήρια χωρίς να στραφεί προς τον ατυχή που ανεμίζει αδέξια μια κόκκινη κάρτα προς την κατεύθυνση του. Στην πειθαρχική επιτροπή ο Cantona δηλώνει ότι είναι έτοιμος να πληρώσει το λογαριασμό από την άποψη του αποκλεισμού αλλά ζητά να αντιμετωπιστεί όπως οποιοσδήποτε άλλος παίκτης. Αλλά ο Καντονά δεν είναι ένας παίκτης όπως οποιοσδήποτε άλλος, προς θεού! «Δεν μπορούμε να σας κρίνουμε σαν οποιονδήποτε άλλο παίκτη. Όταν περνάτε, αφήνετε πάντα πίσω σας ίχνη από θειάφι. Από ανθρώπους σαν εσάς μπορούμε να περιμένουμε τα πάντα «(σελ. 128). Έτσι εκφράζεται ο πρόεδρος του πειθαρχικού. Η αντίδραση του Καντονά; Εξετάζει ένα προς ένα τα μέλη της επιτροπής, επαναλαμβάνοντας ένα στεγνό και κατηγορηματικό όρο: «Idiot», κερδίζοντας έτσι άλλους δυο μήνες αποκλεισμού, εκτός από την τιμωρία τεσσάρων αγώνων αποκλεισμού που μόλις είχε δεχτεί. Μια αυτοκτονία, ποδοσφαιρικά μιλώντας. Πράγματι, μια πρώτη ποδοσφαιρική αυτοκτονία, διότι ο δικός μας θα αυτοκτονήσει, πάντα μιλώντας ποδοσφαιρικά, μια δεύτερη φορά.

Το κλίμα στη Γαλλία έγινε βαρύ γι ‘αυτόν, οπότε καταλαβαίνει ότι ίσως είναι καλύτερο να αλλάξει αέρα και αποφασίζει να μετακομίσει στο West Yorkshire, στο θρυλικό Elland Road της Leeds United, το στάδιο που έχει υποδείξει ο Alex Ferguson ως το πιο εκφοβιστικό που έχει ποτέ παίξει ή προπονήσει. Στην αναπαράσταση της κατάστασης του αγγλικού ποδοσφαίρου την στιγμή που ο νεαρός μαρσεγιέζος πατά το πόδι του στο Λιντς, ο δημοσιογράφος Philippe Auclair γράφει: «Η απαγόρευση από τους ευρωπαϊκούς αγώνες μετά την εποχή Heysel είχε ωθήσει το ποδόσφαιρο να ζαρώσει προς την χειρότερη πλευρά του, ένα στρεβλωμένο μείγμα φόβου – των άλλων, των ξένων, των εκκεντρικών – και δοξασίας προς τις »ανδρικές» αρετές, στις οποίες ένας αμερόληπτος παρατηρητής θα μπορούσε να δει μόνο τραχύτητα και αγριότητα. Το θέαμα στον αγωνιστικό χώρο αντανακλούσε αυτό που συνέβαινε στις κερκίδες. Το ποδόσφαιρο στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 προσέφερε ένα θαμπό και μερικές φορές βίαιο θέαμα.. Υπήρχε αφθονία κεντρώων ποδοσφαιριστών με ένα μόνο πόδι που έτρεχαν από την μια περιοχή του γηπέδου στην άλλη, ικανών μονάχα στο σκληρό παιχνίδι, να εξουδετερώνουν τον αντίπαλο και να κάνουν μακρινές μπαλιές. Σχεδόν όλες οι ομάδες είχαν τον λεγόμενο «τυπικό» ή «παλιομοδίτικο» επιθετικό, σέντερ φορ, όλο κεφαλιές και αγκωνιές. Μερικοί ήταν καλοί επαγγελματίες […]. Αλλά πολλοί άλλοι ήταν μόνο νταήδες, φόβητρα, που θα είχαν εκδιωχθεί με τα δύο πόδια στην Ήπειρο. Οι κεντρικοί αμυντικοί πετούσαν μακριά από την επικίνδυνη ζώνη τις μπάλες με την ευλογία των προπονητών τους. Όλοι έτρεχαν με εκατό την ώρα, βαπτίζοντας τις φανέλες τους με έναν έντιμο ιδρώτα, κλωτσώντας, αρπάζοντας κλωτσιές, θυσιάζοντας το ενδεχόμενο ταλέντο τους στην αδιάκοπη αναζήτηση για νίκη […] Κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών που έτρεξαν μεταξύ του μακελειού του Heysel και του πρώτου τίτλου της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από το 1967, το αγγλικό ποδόσφαιρο έδινε την εντύπωση ότι έπαιζε μέσα στην καρδιά του χειμώνα, στους ανεμοδαρμένους και λασπώδεις από τη βροχή αγωνιστικούς χώρους. Θα μπορούσε να έχει ακόμα μια γοητεία για τους habitué του σαββάτου, αλλά ήταν όλο και λιγότεροι, παρά τις δημοφιλείς τιμές των εισιτηρίων, και όχι μόνο επειδή οι αποκαλούμενοι κανονικοί οπαδοί ήθελαν να αποφύγουν τα προβλήματα. Ο χουλιγκανισμός ήταν το σύμπτωμα, και όχι απαραίτητα μια αιτία, εκείνης της θλιβερής παρακμής «(σελ. 164-165).

Από ορισμένες απόψεις, υποστηρίζει ο Auclair, η τύχη του Cantona είναι πως φτάνει στην Αγγλία σε μια εποχή όπου το τοπικό ποδόσφαιρο είναι το αντίθετο του δικού του παιχνιδιού «beau geste»: σε περίπτωση αποτυχίας, θα μπορούσε εύκολα η ενοχή να αποδοθεί στην ασυμβατότητα μεταξύ των δύο φιλοσοφιών του ποδοσφαίρου, σε περίπτωση επιτυχίας, ωστόσο, η πίστωση θα πήγαινε στον παίκτη ικανό να επιβληθεί ενάντια σε όλα και σε όλους. Οι διαφορές μεταξύ των δύο τρόπων αντιμετώπισης να ζει κάποιος το ποδόσφαιρο εξηγούνται καλά από τον συντάκτη του βιβλίου που ξεκινά από μερικές γαλλικές εκφράσεις ποδοσφαιρικές που δεν έχουν άμεσο αντίστοιχο αγγλικό. «Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν η αναζήτηση του ισοδύναμου του l’amour du geste, μιας έκφρασης που o Éric πάντα αγαπούσε να χρησιμοποιεί. Το «Geste» δεν έχει ισοδύναμο στην αγγλική γλώσσα, εκτός αν κάποιος αποφασίσει να πάρει για καλή την «τεχνική χειρονομία», στην οποία όμως λείπει η ευγένεια (ίσως υπερβολική) του γαλλικού ουσιαστικού, του οποίου η σημασιολογική ιστορία περιέχει τόσο την μυθοπλασία όσο και τη λογοτεχνία της ιπποσύνης (την οποία στη Γαλλία ονομάζουμε chanson de geste – ο Cantona στο ρόλο του Lancelot, εδώ είναι μια καλή ιδέα για μια ταινία). Οι Βρετανοί είχαν «μοσχοκάρυδο» για την pétit pont (μικρή σήραγγα, μια έκφραση που δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση) αλλά τίποτα για το grand pont, το οποίο στη Γαλλία χρησιμοποιούμε όταν ένας παίκτης παρακάμπτει τον αντίπαλο αγγίζοντας τη μπάλα από τη μια πλευρά και ρίχνοντας τον εαυτό του από την άλλη για να την ανακτήσει αφού ξεπεράσει τον αντίπαλο. Όλα τα άλλα τα ονόμαζαν άγγιγμα. Ποτέ δεν βρήκα τίποτα που να έμοιαζε με το «aile de pigeon» (φτερό περιστεριού, φυσικά), μια θαυμάσια σημασιολογική συντόμευση για ένα από τα πιο κομψά «gestes» στο ποδόσφαιρο: το ιπτάμενο τακουνάκι, με το οποίο φέρνουμε μπροστά τη μπάλα , αφού μας ήρθε πολύ πίσω ή δίνουμε πάσα σε ένα σύντροφο. Εμείς έχουμε επίσης το «madjer», από τον μαροκινό παίκτη Rabah Madjer, για να περιγράψουμε μια παρόμοια κίνηση που χρησιμοποιείται για να σκοράρουμε ένα γκολ. Και το «coup du sombrero», μια ειδικότητα του Patrick Vieira, με την οποία η μπάλα, συνήθως αμέσως μετά το σταμάτημα, περνάει πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου για να ανακτηθεί στη συνέχεια. Για να βρείτε ένα σωστό παράδειγμα, κοιτάξτε το αριστούργημα του Cantona με τη φανέλα της Leeds εναντίον της Chelsea προς το τέλος της σεζόν 1991-1992, όταν ο ατυχής Paul Elliot υπέστη – δύο φορές στη σειρά – ένα τέλειο κρέμασμα. Ο Paul Gascoigne που χλευάζει τον Colin Hendry πριν σκοράρει ένα από τα ωραιότερα γκολ του με την εθνική στο Wembley. Υπάρχουν πολλές άλλες λέξεις αυτού του είδους, μεταξύ των οποίων η «feuille morte» – το νεκρό φύλλο, που είναι ένα σουτ, συνήθως σε φάουλ, που χτυπιέται με ελάχιστη δύναμη και το οποίο, χάρη στην ακρίβειά του και στη συνέπεια της έκπληξης, καταλήγει αργά κάτω από τη γωνιά των δοκαριών εξαπατώντας τον τερματοφύλακα – και η » coup du foulard» – το χτύπημα rabona – είναι μόνο δύο από τα πιο γνωστά στη χώρα μου. Ακόμη και για μια στοιχειώδη χειρονομία σαν μια «απόκρουση,“déviation”» στην Αγγλία, ο όρος «άγγιγμα» χρησιμοποιείται πάντοτε. Αυτό που με εκπλήσσει περισσότερο είναι ότι αυτά τα «κομάτια δεξιότητας» δεν προέρχονται από έναν πλανήτη άγνωστο στους βρετανούς παίκτες. Όλα ήταν μέρος του ρεπερτορίου των George Best, Robin Friday και Chris Waddle. […] Το εκπληκτικό γεγονός είναι ότι οι Βρετανοί δεν δημιούργησαν ποτέ ένα λεξιλόγιο που θα τους επέτρεπε να αναφερθούν (στην προπόνηση, στις αναφορές για τους αγώνες ή σε δημόσιο λόγο, στις pub) σε μερικές από τις πιο αρμονικές και μερικές φορές πιο αποτελεσματικές εκδηλώσεις του ταλέντου ενός ποδοσφαιριστή σε έναν αγωνιστικό χώρο. Ίσως επειδή αυτές οι φανταστικές πινελιές-αγγίγματα ήταν και εξακολουθούν να θεωρούνται αθέμιτες, ανέντιμες; Ή επειδή ήταν υπερβολικά αλαζονικές και πήγαιναν ενάντια στο αληθινό πνεύμα του παιχνιδιού; »(Σελ. 220-221).

Επιστρέφοντας στην παρουσία τoυ Cantona στην Λιντς, αν και σύντομη είναι αρκετή για να τον δούμε να ετοιμάζει τις βαλίτσες αφού ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών της εποχής της νίκης του τίτλου του 1992 και έχοντας κάνει ένα ιστορικό hat-trick στο Λίβερπουλ στην με 4 – 3 νίκη στην Charity Shield. Στα νέα του αποχαιρετισμού στην ομάδα, ο τηλεφωνικός πίνακας της «Post» του Leeds βυθίστηκε από 1337 τηλεφωνήματα οπαδών και 1065 από αυτούς είναι εξοργισμένοι για την παραχώρηση του, αισθάνονται προδομένοι από την αναχώρησή του προς ένα μισητό club αλλά διάφορες προσωπικότητες χαρακτήρες που αιωρούνται γύρω από τη λέσχη της πόλεως του Δυτικού Γιορκσάιρ, αναπνέουν ένα αναστεναγμό ανακούφισης, έχοντας απαλλαγεί από έναν χαρακτήρα δύσκολο, που τους έφερνε σε δύσκολη θέση, αλαζονικό χαρακτήρα και, επιπλέον, γάλλο. Η προδοσία είναι ένα κακό τέρας στο ποδόσφαιρο και σε μια στιγμή οι πανηγυρικοί των κερκίδων του Elland Road για τον Καντόνα μετατρέπονται σε μίσος. Εν τω μεταξύ, σε γαλλικό εθνικό επίπεδο, οι ευρωπαϊκοί του 1992, που στη συνέχεια κέρδισε η Δανία, είναι καταστροφικοί: παρά την ποιότητα των παικτών, η Γαλλία βγαίνει κακήν κακώς από την διοργάνωση και η συμβολή του Καντονά αποδεικνύεται υποθετική. Οι τσάντες που έχουν κλείσει στο Λιντς ξανανοίγονται στην πόλη του Μάντσεστερ όπου ο παίκτης φθάνει στην United του Alex Ferguson United και είναι εκεί όπου ο παίκτης καθαγιάζεται ως θρύλος. «Αν ένας τέλειος παίκτης για την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υπήρξε ποτέ στη γη, αυτός ήταν ο Καντονά. Νομίζω ότι είχε ψάξει κάποιον που θα τον κοίταζε και θα τον έκανε να νιώθει σαν στο σπίτι σε όλη του τη ζωή. Είχε ταξιδέψει πολύ: ορισμένοι άνθρωποι έχουν κάποια τάση να είναι νομάδες. Αλλά όταν έφτασε εδώ, το κατάλαβε αμέσως: αυτό είναι το σπίτι μου » Alex Ferguson (σελ. 200).

Τα κλιπ που βρίσκονται στο διαδίκτυο και που έχουν την απαίτηση μέσα σε λίγα λεπτά να δείξουν l’ amour du geste που έριχνε στη σκηνή ο Cantona με το μπλουζάκι της Manchester United, προσφέρουν μόνο μια χλωμή ιδέα εκείνου που ζούσαν οι οπαδοί ζωντανά στις κερκίδες και που ad libitum έχουν ειπωθεί μεταξύ μιας μπύρας και της άλλης στις παμπ. Στις 25 Ιανουαρίου του 1995, ο βασιλιάς Éric, ποδοσφαιρικά μιλώντας, αυτοκτονεί για δεύτερη φορά: έχοντας αποβληθεί, εγκαταλείποντας τον αγωνιστικό χώρο, εξαπέλυσε ένα δολοφονικό κτύπημα kung-fu σε έναν οπαδό της Crystal Palace σε ανταπόδοση των προσβολών που δέχονταν.   Αυτή η τρέλα κοστίζει στον παίκτη εννέα μήνες αποκλεισμού. Στη συνέντευξη Τύπου, κάτω από τα μάτια δεκάδων φωτογραφικών μηχανών και τηλεοπτικών μηχανών, ο Cantona δεν βρίσκει τίποτα καλύτερο από το να αντιμετωπίσει αυτό που συνέβη βγαίνοντας με μια φράση που προορίζεται να παραμείνει στην ιστορία: «Όταν οι γλάροι [μια γουλιά νερό] ακολουθούν ένα αλιευτικό σκάφος [ ένα σχεδόν ανεπαίσθητο »ο», τεντώνεται προς τα πίσω, χαμογελώντας και σταματώντας και πάλι], είναι επειδή σκέφτονται [μια ακόμη παύση] πως οι σαρδέλες πρόκειται να πεταχτούν [μικρός δισταγμός] στη θάλασσα (ένα χαμόγελο και ένα νεύμα με το κεφάλι). Σας ευχαριστώ, πραγματικά «(σελ. 309). Οι ερμηνείες του αθλητικού τύπου σπαταλούνται, μάταια. «Ο δικηγόρος μου και οι διοικούντες ήθελαν να μιλήσω. Έτσι έκανα. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο αυτό που είπα, δεν είχε κάποια κρυφή σημασία. Θα μπορούσα να είχα πει: «Οι κουρτίνες είναι ροζ, αλλά μου αρέσουν εξ ίσου» »(σελ. 309). Την 1η οκτωβρίου 1995 ο Cantona επιστρέφει στο γήπεδο στον αγώνα ενάντια στη Λίβερπουλ και μέχρι τις 11 μαΐου 1997 εξακολουθεί να προσφέρει απολαύσεις στους οπαδούς με l’amour du geste.

Στη συνέχεια η ιστορία γίνεται διαφορετική, ή ίσως όχι. Ανάμεσα σε χίλιες αντιφάσεις η ανησυχία του Καντονά συνεχίζει να κατακτά τη σκηνή, ανάμεσα σε εκστρατείες για την εξουδετέρωση- την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, κερδοφόρες διαφημίσεις για πολυεθνικές και κινηματογραφικές συμμετοχές. Μεταξύ όλων αυτών, πρέπει να θυμηθούμε τουλάχιστον την κυκλοφορία το 2009 της ταινίας Looking for Eric (My friend Eric) σε σκηνοθεσία Ken Loach, με βάση μια ιδέα του ίδιου του Cantona με σενάριο του Paul Laverty.

Share

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s