αθλητισμός, sport

Δυο αθλητικές ιστορίες: ο Arturo Merzario και ο Lupo

Δημοσιεύτηκε στις   

[Στο τεύχος σεπτεμβρίου του περιοδικού GQ (ιταλική έκδοση) αναφερόμαστε με τον δικό μας τρόπο σε μια διάσημη ιστορία, αυτή της «φωτιάς του ring», Nürburgring 1976. Μια μέρα στη ζωή δύο ανδρών: ο ένας ονομάζεται Niki Lauda, ο άλλος Arturo Merzario . Μας ενδιαφέρει κυρίως ο δεύτερος.
Κερδίζουμε το ριμπάουντ, και με την μπάλα στα χέρια σας προσφέρουμε επίσης ένα ακόμη κείμενο. Αυτό γράφτηκε από έναν από τους πιο εκτιμημένους σχολιαστές εδώ στο Giap και στο Lipperatura, δηλαδή τον Luka, τον άνθρωπο που συνηθίσαμε να γνωρίζουμε ως Wu Ming 3, the man formerly known as Wu Ming 3. Μιλά για έναν ποδοσφαιριστή. Κάποιον που αποτραβήχτηκε έξω από το μεγαλύτερο θέαμα-γεγονός στον κόσμο. Που είναι και ένας άλλος τρόπος να ριχτείς μέσα στις φλόγες για να σώσεις κάτι, κάποιον.]
.

1 αυγούστου 1976. Η άσφαλτος τρέχει στη μέση της βλάστησης, από τη μία πλευρά της πίστας το έδαφος κλίνει προς την πεδιάδα, από την άλλη ανεβαίνει προς το λόφο, που καλύπτεται από το δάσος. Κάπου εκεί πάνω πρέπει να υπάρχει και ένα κάστρο. Φαίνεται να είναι ένας οποιοσδήποτε επαρχιακός δρόμος, αν δεν ήταν για το μονοθέσιο που βγαίνει από την στροφή με ταχύτητα: κόκκινο με μια λευκή ζώνη, τον αριθμό 1 σφραγισμένο στη μούρη. Ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και το αυτοκίνητο γέρνει προς τα αριστερά, στη συνέχεια ταλαντεύεται προς τα δεξιά, ο πιλότος κάνει αντίθετο τιμόνι αλλά χάνει τον έλεγχο, το αυτοκίνητο κόβει διαγώνια την πίστα σε όλη την τροχιά και γλιστρά γρήγορα προς το προστατευτικό δίχτυ , το διασπάει, συντρίβεται στην πλευρά του λόφου, αναπηδά σε ένα κατακλυσμό από συντρίμμια, αναφλέγεται, συνεχίζει να περιστρέφεται μέσα στις φλόγες μέχρι να σταματήσει.
Ο άνδρας που φυλακίστηκε εκεί μέσα ονομάζεται Andreas Nikolaus Lauda, για όλους Niki. Είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ferrari εκείνη την στιγμή, είναι 27 ετών και καίγεται ζωντανός σε εκείνο που θα περάσει στην ιστορία της F1 ως το »Rogo del Ring», »το πυρ του ring».
Η εικόνα σταματά.
Αν η δεοντολογία, η ηθική είναι η αναζήτηση για κάτι καλό, η αναζήτηση να κάνουμε το καλό, ακόμα και μέσα στην πιο δύσκολη κατάσταση, τότε αυτό που συνέβη στο σιρκουί, στην πίστα Nürburgring πριν από τριάντα τέσσερα χρόνια είναι μια πρακτική άσκηση στην ηθική φιλοσοφία, δηλαδή η άσκηση μιας επιλογής από τέσσερις άνδρες που υπαγορευόταν από τη συνείδησή τους.
Προχωράμε.
Το πρώτο αυτοκίνητο που φτάνει μετά το ατύχημα οδηγείται από τον Guy Edwards, ο οποίος καταφέρνει να αποφύγει την σύγκρουση και να περάσει ανάμεσα στο καμένο ναυάγιο και το προστατευτικό. Αλλά αυτό είναι μόνο επιδεξιότητα, η επιλογή έρχεται αργότερα. Βρισκόμαστε στο ενδέκατο χιλιόμετρο ενός μεγάλου σιρκουί μακρύ 23. Πόσο χρόνο θα χρειαστούν οι διασώστες να φτάσουν εκεί; Δέκα λεπτά; Περισσότερα; Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μόνος; Ο Edwards επιβραδύνει, σταματάει.
Το δεύτερο αυτοκίνητο που φτάνει οδηγείται από τον Brett Lunger, ο οποίος δεν είναι σε θέση να στρίψει και κεντράρει την καμένη Ferrari, σπρώχνοντας την στην άκρη της πίστας. Τα δύο αυτοκίνητα που ακολουθούν σε αυτό το σημείο θα έχουν το χώρο να περάσουν, αλλά σταματούν και αυτά. Είναι εκείνα του Harald Ertl και του Arturo Merzario.
Τέσσερις άνδρες που παραιτούνται από τον αγώνα. Πιλότοι της F1, άνθρωποι συνηθισμένοι να διακινδυνεύουν, αλλά το να λαμβάνουν υπόψη την υπόθεση του δικού τους θανάτου δεν είναι να ατενίζουν με θαυμασμό ή αδράνεια το θάνατο των άλλων σε ένα βήμα απόσταση από αυτούς, και τον πιο φρικτό μάλιστα. Προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά με τους πυροσβεστήρες που έχουν στα αυτοκίνητα, αλλά οι φλόγες είναι κακές, δύσκολες να δαμαστούν.
Stop.
Νάμαστε στο βάθος του συλλογισμού. Εάν η επιλογή βασίζεται στην ηθική, για να επιλέξεις χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται η αποφασιστικότητα να δράσουμε δίκαια, όχι πλέον χωρίς φόβο, αλλά παρά τον ίδιο τον φόβο. Και το κάνουμε όταν η χειρονομία είναι απαραίτητη, όχι πριν ή μετά (μιας και λόγω εκ των υστέρων αποφάσεων είναι γεμάτοι οι λάκκοι). Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μονάχος;
Ο Arturo Merzario το ξέρει, στην πραγματικότητα το κάνει: ρίχνεται στις φλόγες και σέρνει τον Lauda έξω από το πιλοτήριο.
Όταν φθάνει η βοήθεια, ο Λάουντα είναι ζωντανός, κινείται, αλλά έχει δηλητηριαστεί από τον καπνό και έχει το κρανίο και το μισό πρόσωπο τελείως καμμένα. Στο νοσοκομείο πέφτει σε κώμα, του δίνουν την ακραία θεραπεία, αλλά ο θάνατος τον στέλνει πίσω, η μοίρα αποφάσισε να του προσφέρει μια ακόμη ευκαιρία, η οποία θα μετατραπεί σε μια μακρά και ευημερούσα ζωή. Προφανώς, ο Lauda δεν μπορεί να το ξέρει, ενώ βρίσκεται καθηλωμένος στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Όταν ξυπνά, πρέπει να βρει τη δύναμη να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και – ακόμη πιο τρομερό – να καθρεφτιστεί στα μάτια της νεαρής συζύγου του. Είναι εντελώς παραμορφωμένος και θα πρέπει να υποβληθεί σε βαριά πλαστική χειρουργική του προσώπου. Ο Λάουντα δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε τον τρόπο να ευχαριστήσει όπως πρέπει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τη ζωή του. Πρέπει να ξεπεράσει το σοκ και να πείσει τον εαυτό του ότι είναι δυνατό να συνεχίσει να ζει, ακόμα και να επιστρέψει να τρέχει, κάτι που θα κάνει μόλις 40 ημέρες μετά το ατύχημα, με εντυπωσιακό στωικισμό για τους συνηθισμένους θνητούς. Στον Arturo Merzario χαρίζει ένα χρυσό ρολόι. Μια χειρονομία άκομψη, σχεδόν χυδαία, που δεν ευνοεί την προσέγγιση των δύο πιλότων που βγαίνουν από το δράμα. Επιπλέον, των δυο τους είναι οι παράλληλες ζωές ανδρών που δεν μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί.

Ακριβώς ο Lauda είναι ο οδηγός που ο Enzo Ferrari προτίμησε από τον Merzario στα τέλη του 1973. Ο Merzario είχε προσγειωθεί στην scuderia του Maranello το προηγούμενο έτος, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως έναν πολύ μαχητικό οδηγό, αλλά χωρίς να έχει καλά αποτελέσματα. Όταν απέδωσε την πενιχρή προσφορά του στην έλλειψη αξιοπιστίας της Ferrari, ο πατέρας αφεντικό του Maranello αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τη νέα αυστριακή υπόσχεση. Τον Niki Lauda, τρεις φορές παγκόσμιο πρωταθλητή,

το παραμορφωμένο πρόσωπο έγινε μια εικόνα της F1, μετά επιχειρηματίας, ιδρυτής δύο αεροπορικών εταιρειών, αθλητικός σχολιαστής. Ο Merzario χρόνιο outsider, γενναιόδωρος, άτυχος. Μια ζωή ως μεσαίος, θα τραγουδούσε ο Ligabue. Μετά τη Ferrari, πέρασε από τέσσερις άλλες ομάδες χωρίς να κατακτήσει ποτέ ένα βάθρο. Οι επιτυχίες έρχονταν πάντα μόνο στην αντοχή, στην καρτερία. Η τελευταία πρόκληση στη F1 είναι στα τέλη της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν προσπάθησε την καριέρα του κατασκευαστή, πλέον πέρα από τον μέγιστο χρόνο. Ο καιρός των ομάδων με χειρονάκτες τεχνικούς βρίσκονταν πλέον στη δύση του, το πεισματάρικο του ατόμου δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτα μπροστά στα μονοπώλια των μεγάλων εμπορικών σημάτων, με τους ώμους να καλύπτονται από την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο Merzario προσπάθησε πεισματικά να κάνει τα αυτοκίνητά του ανταγωνιστικά μέχρι το 1980, πριν εγκαταλείψει. Είναι όμως σαφές ότι γι ‘αυτόν οι κινητήρες και οι κούρσες είναι ένα πάθος που αγνοεί τα αποτελέσματα. Αφήνοντας την F1, δεν θα σταματήσει να αγωνίζεται μέχρι τις μέρες μας. Η τελευταία επιτυχία του χρονολογείται από το 2009 στο Lotus Cup Italy, στην ηλικία των 66 ετών.
Τον περασμένο χρόνο, με την ευκαιρία των εξήντα γενεθλίων του, ο Lauda επανέλαβε τις ευχαριστίες στον άνθρωπο που έσωσε τη ζωή του: «Ποτέ δεν θα είμαι αρκετά ευγνώμων για τον Arturo. Και στον Θεό «.
«Μια ωραία χειρονομία», – σχολίασε ο Merzario. – «Δεν μπορούσαμε να ανεχθούμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο χρόνος έχει μαλακώσει τη σχέση». Όταν του επισημαίνουν ότι τα λόγια του Lauda έρχονται λίγο αργά, ο παλιός πιλότος σηκώνει τους ώμους: «Είμαστε και οι δύο τυχεροί, αφού είμαστε ακόμα ζωντανοί».
Αυτό μετράει: η ζωή, περισσότερο από τη δόξα. Το παρόν, περισσότερο από το παρελθόν. Ένα μάθημα που είναι ζευγάρι με εκείνο των τριάντα τεσσάρων ετών πριν, όταν ο Arturo Merzario μας δίδαξε ότι να είσαι ήρωας δεν σημαίνει απαραίτητα να είσαι νικητής.

***

Πρέπει να κάνουμε μια κουβεντούλα, Lobo, το έχω ανάγκη. Έχω πολλά ερωτήματα να κάνω.Θα ερχόμουν να σε ψάχνω, δεν κάνεις δηλώσεις, δεν παραχωρείς συνεντεύξεις. Θα έπρεπε να είναι μια περιστασιακή συνάντηση, μπροστά σε μια cerveza, μια μπύρα, τι ξέρω εγώ, ή ένα μάτε, χωρίς σημειωματάρια, ούτε μαγνητόφωνα. Σαν γέροι που μπορούν να είναι φίλοι ακόμη και αν δεν γνωρίζονται, για ένα μόνο απόγευμα, στο τραπέζι ενός μπαρ. Η πολιτική, το ποδόσφαιρο, η ζωή, η ουσία κάθε μπαρ. Κάθε γέρου.
Είσαι ένας από τους ήρωες μου, Lobo. Ατελής Ήρωας. Όχι μαχόμενος. Κατέχεις τα μυστικά που ψάχνω, είμαι σίγουρος, στις ρωγμές των τοίχων ή κατά μήκος της οροφής. Αυτό το παρελθόν μιλά σε μένα, με κλέβει, με αρπάζει, με προσελκύει, θα ήθελα να παίζει μουσική, να το ανακαλύπτω από τη φωνή σου που φαντάζομαι βραχνή, αναμεμειγμένη με καπνό και σιωπή.
Ναι, η σιωπή. Πώς θα διασχίσεις τη σιωπή, Αρχηγέ; Είναι ένας ωκεανός, η σιωπή; Και ποια βάρκα είναι κατάλληλη;
Ο βρόντος που εισβάλλει στην cancha, στο γήπεδο, στον αγωνιστικό χώρο, ο βρυχηθμός απ’ τα κιγκλιδώματα της κόλασης των κερκίδων που τα σπάνε, και σε μεθούν, μπορεί ξαφνικά να σιγήσει; Και για πάντα;
Μπορεί ο Τυφώνας να σταματήσει να φυσάει ορμητικά, ακάθεκτος, ξαφνικά;
Πρέπει να υπήρξε μια στιγμή, ίσως, στην οποία οι στολές να σου φάνηκαν ίδιες, εκείνες οι άκαμπτες, γεμάτες αλαζονεία του στρατού και οι δικές σας, κοντά μανίκια και παντελονάκια, δυσδιάκριτες. Πρέπει να είχες παραισθήσεις, οράματα φρίκης χωρίς απόδραση, διαφυγή: εσύ να πυροβολείς με το δεξί, έξω από την περιοχή, και ο τερματοφύλακας να πεθαίνει διάτρητος απ’ τα χτυπήματα, εσύ που πανηγυρίζεις μετά από ένα γκολ, και οι σύντροφοι στραγγαλισμένοι απ’ το αγκάλιασμα, από τη λαβή, άψυχοι. Ένας σταυρός μπηγμένος στο έδαφος, για να σημάνει τη γωνία. Φτάνει λοιπόν, αρκετά, επέλεξες τη λήθη, την ανωνυμία.
Πόσο κοστίζει η λήθη, Χόρχε; η ανωνυμία; Είναι ένα καπνογόνο, η λήθη; Kαι η ομίχλη που τυλίγει το γήπεδο και εμποδίζει το παιχνίδι, διακόπτεται το παιχνίδι; Είχες έναν πυρσό, έχεις;
Ποιος ξέρει αν μίλησες Lobo, με τους συντρόφους σου, και πριν και μετά, και με ποιον. Ποιος ξέρει αν συζήτησες με τον Alberto και Osvaldo και Mario και τον Leopoldo, και τι σου είπαν και τι νόμιζαν, τι σκέφτονταν, φοβόσασταν ή ήσουν απλώς ένας τρελός, ένας που ρίχνεται μακριά, που τραβιέται πίσω, που δεν έχει αρχίδια. Ή και γι αυτούς ήσουν ο ήρωας. Ατελής.
Με τον Cesar el Flaco μίλησες σίγουρα, οπωσδήποτε, αυτός ο Τεχνικός εσύ ο Αρχηγός, οπωσδήποτε. Και σίγουρα επρόκειτο για λίγες λέξεις, μακρές ματιές, και κατάλαβε, φυσικά και κατάλαβε. Είμαι σίγουρος ότι άναψε ένα τσιγάρο και σου πρόσφερε ένα άλλο, ίσως γελάσατε, και είστε ακόμα φίλοι.
Πώς γίνεται Jorge, να ζεις χωρίς ομάδα; Να επιστρέφεις μπάντες, αριθμό, φανέλα, που τα είχες από πάντα, πριν τις αναμνήσεις, πριν από το χρόνο και το επάγγελμα; Πώς γίνεται, που πας, χωρίς κάποιον να δώσεις την μπάλα, και να ζητήσεις να σου την επιστρέψει, κατά μήκος της πλευράς του γηπέδου στην οποίαν αγωνίζεσαι, και στη συνέχεια να την βάζεις στη μέση, και περιμένεις, και κοιτάς, αν ο προωθημένος ξεμαρκάρεται, και γαμώτο, και να την ρίχνει μέσα; Μπορούμε να την ρίξουμε πάνω στον τοίχο, μόνοι, και να περιμένουμε να επιστρέψει; Εντάξει, είναι ζωή και έτσι; Είχες σκεφτεί τον χρόνο, είχες δει το μέλλον;
Αν έχαναν, θα ήσουν ένας ιππότης δίχως λεκέδες. Κέρδισαν και είσαι μοναχά ένας αρχίδης. Κι όμως, χάρηκες για εκείνη τη νίκη, είμαι βέβαιος, για το κύπελλο εκείνο, για τους συντρόφους σου, και για όλους, για εκείνο το μικρό κομμάτι ευτυχίας, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι. Δεν ήταν τίποτα το αξέχαστο που έπρεπε να κάνεις, το αξιομνημόνευτο. Απλά έπρεπε.
Είσαι ένας από τους ήρωες μου, Lobo.
Αναρωτιέμαι: και μετά, όταν όλα έχουν τελειώσει; Όταν εκείνες οι σκατόφατσες έφυγαν, όταν το αίμα, με δυσκολία, πλύθηκε; Γιατί ο Οσβάλντο δεν σου αφιέρωσε ένα ποίημα, γιατί ο Carlos δεν έκανε μια ταινία; Δεν είναι αρκετά επική η απόρριψη σου, είναι τα μυστικά σου πολύτιμα μόνο για μένα; Τι συνέβη, πόσο διαρκούν τριάντα χρόνια; Η δυνατή αγάπη, η ανυπόφορη, της οποίας η αδυναμία μας εμποδίζει να ζούμε, να ενεργούμε, είναι ένα μυστήριο, μια εμμονή, μια τρικυμία μέσα στην οποία είναι πολύ οδυνηρό να κοιτάζουμε. Είναι το βλέμμα που έχει κάτι από αλάτι, και τρομάζει.
Προσπάθησε να μας συγχωρέσεις Lobo, είμαστε ανθρώπινοι, φτιαγμένοι σχεδόν μόνο από αυτό τον φόβο.
Είσαι ένας από τους ήρωές μου, Jorge Carrascosa. El Lobo.

Jorge ‘el Lobo’ Carrascosa, γεννημένος στη Valentin Alsina στις 15 Αυγούστου 1948. Ακραίος αριστερός αμυντικός και αρχηγός της Huracan και της Εθνικής ομάδας της Αργεντινής μέχρι το 1977. Την περίοδο των επικείμενων προκαταρκτικών κλήσεων για το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου που θα διεξάγονταν στην έδρα τους το επόμενο καλοκαίρι , ανακοίνωσε ξαφνικά την απόρριψη του να πάρει μέρος στην Albicileste, την εθνική ομάδα. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε η τελική αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο. Κέρδισε δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, με την Rosario Central και την Huracan. Έπαιξε 30 παιχνίδια με την Εθνική ομάδα (συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου πρωταθλήματος του ’74), σημειώνοντας ένα γκολ. Οι δηλώσεις του σχετικά με το παρελθόν είναι πολύ λίγες, και φτωχές. Μία: «Γνωρίζαμε τότε σχεδόν τίποτα. Αλλά έβλεπα πράγματα που δεν μου άρεσαν. Ήταν μια προσωπική επιλογή. «

 

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Δυο αθλητικές ιστορίες: ο Arturo Merzario και ο Lupo

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s