ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Το μεγάλο επειδή – Il grande perché

του Sandro Moiso

Marina Premoli, Questa è già la mia vita, Αυτή είναι η ζωή μου, Quodlibet, Macerata 2018, pp.240, € 18,00

“Ogni attimo avrà il suo bivio, κάθε στιγμή θα έχει το σταυροδρόμι της” (Louis-Auguste Blanqui)

Για τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, έχουν δημιουργηθεί, μέχρι στιγμής, πολλές αφηγήσεις και αναπαραγωγές, οι οποίες συχνά διεξήχθησαν στο νήμα της ατομικής μνήμης, των οποίων οι συγγραφείς ανήκαν στις γραμμές της εργατικής τάξης, στους φοιτητές τέκνα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης ή στα πιο πολιτικοποιημένα στρώματα του υποπρολεταριάτου. Η Marina Premoli προσθέτει σε όλες εκείνες, που εδώ βιαστικά αναφέρθηκαν σαν μεγάλες κατηγορίες, μια άλλη φωνή: εκείνη αυτής που προέρχονταν από ένα αριστοκρατικό και φιλελεύθερο-αστικό περιβάλλον. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, στο κείμενο η συγγραφέας θα φθάσει να ορίσει τον εαυτό της ως μια «κοινωνική αναρριχήτρια προς την αντίθετη πλευρά”.

Γεννημένη στη Γένοβα κατά τα πρώτα χρόνια του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Μαρίνα αναπαράγει σχολαστικά τα γεγονότα της ζωής της και της οικογένειάς της σε ένα είδος προυστικής αναζήτησης για χαμένο χρόνο, όπου όμως η αποκαλυπτική γεύση της κλασικής madeleine αντικαθίσταται μερικές φορές από την ξινή του αλκοόλ, πράγμα που συχνά δεν μπορεί παρά να φέρει στο μυαλό σκληρές, δυσάρεστες και οδυνηρές αναμνήσεις.

Μια αναζήτηση του «μεγάλου επειδή» μιας επιλογής που, πέρα από κάθε ιδεολογική και πολιτική εξήγηση και χωρίς να ξεχνά καθόλου το κοινωνικό και συλλογικό πλαίσιο, την συγκυρία, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε, παρέμενε ακόμη ένα προσωπικό και άλλοτε περιστασιακό γεγονός. Μια συνέπεια των βημάτων που ακολουθήθηκαν αναπόφευκτα το ένα μετά το άλλο σε χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων, σαν τις πέτρες που κατρακυλούσαν στο τραγούδι του Ντύλαν, σχεδόν όλοι όσοι ξεκίνησαν εκείνη την περιπέτεια και εκείνη την ιστορία της αναμφισβήτητης ήττας παρασύρθηκαν από γεγονότα, μεγάλα και μικρά, στην διάρκεια των οποίων η βούληση των ατόμων κατέληξε να προορίζεται συχνά να είναι μόνο μία από τις πολλές πιθανές μεταβλητές και να μετρά αποφασιστικά λιγότερο από ό, τι αργότερα αφηγήθηκε.

Είναι θαρραλέα, μερικές φορές αδίστακτη, η αυτοβιογραφία της Marina Premoli, στην οποία δεν αναζητούνται a priori αιτιολογήσεις ή δικαιολογίες για μια διαδρομή που πληρώθηκε στη συνέχεια πολύ σκληρά. Χωρίς εκείνη τη ρητορική και εκείνη την υπερβολική έμφαση, που πολλές φορές ακόμη ζωντανεύουν την αφήγηση των ηττημένων, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ιδιωτικό σύμπαν, το οποίο καταφέρνει να είναι και συλλογικό, στο οποίο, τουλάχιστον για μία φορά, οι μακρές και πεισματικές πολεμικές ανάμεσα στους δύο κύριους και μεγαλύτερους σχηματισμούς της εποχής, Brigate Rosse και Prima Linea, παραμένουν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκλεισμένες.

Μια παγίδα απ’ την οποίαν το βιβλίο δραπετεύει με εξαιρετική αξιοπρέπεια, ανοίγοντας αντιθέτως κάθε δωμάτιο σε ένα σπίτι, ίσως ένα μέγαρο αν σκεφτεί κανείς πως έζησε σε ένα αγρόκτημα ή το οικογενειακό κάστρο, όπου τίποτα δεν πρέπει να παραμείνει κρυμμένο, εκτός από τα πραγματικά ονόματα χαρακτήρων μερικές φορές πάρα πολύ γνωστών και εδώ, όλα, αντικαταστάθηκαν σαφώς από άλλα.

Παππούδες, γιαγιάδες, φίλοι, φίλες, αισθήματα, ευτυχισμένοι έρωτες, αγάπες που απογοήτευσαν, οι πρώτοι κραδασμοί της νεανικής διαμαρτυρίας, οι προδοσίες και τα αποδεικτικά της πιστότητας συνοδεύουν την αναζήτηση της Μαρίνα. Ταξίδια, παραμονές στο εξωτερικό σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της προ-εφηβίας συνοδεύουν το χρονικό της ζωής ενός ζευγαριού, αυτού των δύο γονέων, πολύπλοκης που θα αφήσει στην ψυχή της νεαρής μια παραμορφωμένη αίσθηση της αγάπης. Αν και, στη συνέχεια, διαβάζοντας, μας έρχεται να αναρωτηθούμε αν δεν είναι πραγματικά η έννοια της «αγάπης του ζευγαριού» από μόνη της που συνιστά κάτι παραμορφωμένο σε σχέση με την ανθρώπινη φύση.

Μια μητέρα με αναρχικό χαρακτήρα, λάτρης της περιπέτειας, και ένας πατέρας που αργότερα εξελέγη εκπρόσωπος του Φιλελεύθερου Κόμματος, προερχόμενοι και οι δυο από ευγενείς οικογένειες, πολύ εύπορες, κατέχουν κεντρική θέση στις αναμνήσεις που ανακτά η συγγραφέας, μέσα από ένα ταξίδι φτιαγμένο από όνειρα, ακριβείς αναμνήσεις και στενές επαφές με το υψηλό και το χαμηλό της ιταλικής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 50 και στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Ένα πνευματικό και φυσικό ταξίδι ταυτόχρονα, στο οποίο παραμένει η νοσταλγία ορισμένων χαμένων φιλιών (που στη συνέχεια ευτυχώς ξαναβρέθηκαν), ξέγνοιαστα καλοκαίρια στη θάλασσα και στα βουνά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και στιγμές συλλογικής και εντελώς κοινής ζωής όπως αυτή που δημιουργήθηκε γύρω από και μέσα στην κομούνα των αγωνιστών της Αυτόνομης Συνέλευσης της Alfa Romeo στην οποία και με την οποία η Μαρίνα θα μοιραζόταν μια σημαντική στιγμή της ζωής τους. Ένα ευτυχές πείραμα, όπως το ορίζει η ίδια, μαρτυρία για «έναν ανταγωνισμό που δεν θέλει να είναι μόνο ενάντιος, αλλά που προσπαθεί να είναι εναλλακτικός, να έχει πρόταση, να είναι παραγωγικός από πολλές απόψεις ».

Και η συγκεκριμένη μνήμη της «ένοπλης» περιόδου είναι ακριβής και λεπτομερής: οι συζητήσεις, οι αβεβαιότητες, οι πράξεις, οι αυτοχρηματοδοτικές ληστείες, τα παραποιημένα έγγραφα, οι τολμηρές αποδράσεις, η μοναξιά του φυγόδικου, τα βασανιστήρια, οι ομολογίες των μετανιωμένων, οι δεύτερες σκέψεις, οι στιγμιαίοι έρωτες, τα περιστασιακά θύματα, το τέλος του εθισμού στο αλκοόλ και η φυλάκιση.
Όλα περιγραφόμενα και αφηγημένα με μια γραφή που, το καταλαβαίνουμε πολύ νωρίς στην πορεία της ανάγνωσης, είναι την ίδια στιγμή οδυνηρή και απελευθερωτική.

Η αντιπαράθεση, η σύγκριση μεταξύ των δύο κοινωνιών, εκείνης της αστικής από την οποία η συγγραφέας σταδιακά απομακρύνεται και εκείνης της ανταγωνιστικής και προλεταριακής που προσεγγίζει και στην οποίο ενώνεται χωρίς να εξαρτάται από αυτήν, φαίνεται να μην έχει νικητές, αν και η πρώτη φαίνεται να διατηρεί μια πιο υψηλή διανοητική ικανότητα σε σύγκριση με τη δεύτερη.
Αλλά, προφανώς, αυτή η διανοητική υπεροχή δεν μπορούσε να είναι αρκετή για τη σωματικότητα της πρωταγωνίστριας. Σωματικότητα της αναζήτησης για μια πλήρη και ποτέ πλήρως ικανοποιούμενη ζωή, που κληρονόμησε από τη μητέρα που τόσο θαύμαζε όσο διφορούμενα αγαπούσε, η οποία συνοδεύεται από αναζήτηση ηθικής και κοινωνικής δέσμευσης-στράτευσης που όμως, από όταν ήταν ακόμη νεαρή, η συγγραφέας δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει πλήρως ούτε στην φιγούρα του πατέρα, που αγαπούσε με τη σειρά του, αλλά θεωρούσε θύμα μεγάλο στις ιδιοτροπίες της συζύγου, ούτε στους παλαιότερους εραστές (στους οποίους φαίνεται να αναζητά έμμεσα μια υποκατάστατη πατρική φιγούρα ) και ακόμη λιγότερο στην πολιτική και μαχόμενη οργάνωση στην οποία βρίσκεται στρατευμένη.

Ένα ταξίδι στην αμφιβολία στο οποίο η μόνη αλήθεια, έτοιμη να εκραγεί στις τελευταίες σελίδες, είναι εκείνη πως «αυτή είναι ήδη η ζωή [μου]» και ότι δεν θα υπάρχει πλέον ο χρόνος ούτε η ευκαιρία να διορθωθούν οι επιλογές, οι δρόμοι και τα προηγούμενα σφάλματα.
Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας, αντί να απομακρυνθεί από τους αναγνώστες της, καταλήγει να πλησιάζει σε καθέναν από αυτούς, καταφέρνοντας να κάνει αυτό να είναι ένα από τα πιο εγκάρδια και ειλικρινή βιβλία επάνω σε μια εποχή που, όπως η συγγραφέας συνεχίζει να επιβεβαιώνει σχετικά με το δικό της παρελθόν, θα χρειαζόταν αργά ή γρήγορα να ξεπεραστεί χωρίς αναγκαστικά να καταργείται εντελώς. Προκειμένου να μπορέσουμε επιτέλους να στρέψουμε το βλέμμα γεμάτο ακόμη προσδοκίες για το αβέβαιο μέλλον που έτσι κι αλλιώς μας περιμένει.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/10/il-grande-perche/

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το μεγάλο επειδή – Il grande perché

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s