σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Stampa

 

10

Per una “vita degna di essere vissuta”

Μεταφέρουμε την εισαγωγή της Silvia Federici στο “Reincantare il mondo, να αποπλανήσουμε ξανά τον κόσμο” που δημοσιεύτηκε από το CommonwareCommonware.

 

Ο ήχος ορισμένων φωνών από το πιο μακρινό αμερικανικό παρελθόν έρχεται από το μέλλον. Αρχαίες φωνές. Συνεχίζουν να μας λένε, για παράδειγμα, ότι εμείς είμαστε παιδιά της γης, και ότι η μητέρα δεν πωλείται ούτε παραδίδεται προς ενοικίαση. Ενώ στην Πόλη του Μεξικού πέφτει μια βροχή από νεκρά πουλιά, και τα ποτάμια μετατρέπονται σε υπονόμους και οι θάλασσες σε σκουπιδότοπους και τα δάση σε έρημο, αυτές οι φωνές πεισματικά ζωντανές μας αναγγέλλουν έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον δηλητηριαστή των υδάτων, του εδάφους, του αέρα. Και της ψυχής. Και έναν άλλο κόσμο μας ανακοινώνουν δυνατό οι αρχαίες φωνές που μιλάνε για την κοινότητα. Η κοινότητα, ο κοινοτικός τρόπος παραγωγής και ζωής, είναι η πιο απομακρυσμένη παράδοση της Αμερικής, η πιο αμερικανική όλων των παραδόσεων: ανήκει στις ρίζες των καιρών και των λαών, αλλά και των επόμενων καιρών, είναι ο προάγγελος ενός Νέου Κόσμου.

Eduardo Galeano,  Il libro degli abbracci το βιβλίο των εναγκαλισμών

Η δημοσίευση ενός βιβλίου που αφιερώνεται στην πολιτική των κοινών, commons, σήμερα μπορεί να φαίνεται μια πράξη μεγάλης αθωότητας, αφέλειας, καθώς ήμαστε περιτριγυρισμένοι από τη συνεχή απειλή των πολέμων και οικονομικών και οικολογικών κρίσεων που μαστίζουν ολόκληρες περιοχές. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διαρκής απειλή καθιστά αναγκαίο να επιβεβαιώσουμε ότι παρά τα εμπόδια ένας άλλος κόσμος αναδύεται, σαν το χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα στις ρωγμές τους αστικού τσιμέντου, φθείροντας την ηγεμονία του ιδιωτικού και του Κράτους, γιατί μέσα σε ένα πλαίσιο και μια συγκυρία όπου ανάπτυξη σημαίνει βία και η θεσμική πολιτική είναι όλο και πιο ασήμαντη και αμελητέα για την πλειοψηφία του πληθυσμού, το να αναγνωρίζουμε την δική μας ουσιαστική αλληλεξάρτηση και να ενισχύσoυμε την ικανότητά μας για συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση. Αυτή είναι η δύναμη που εκφράζεται από τους πολλούς αγώνες που, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, αντιτίθενται στην επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, για την υπεράσπιση του κοινού συμφέροντος και των κοινών καλών και για να οικοδομήσουμε κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλεγγύη και την κοινή χρήση των φυσικών και παραγόμενων πλούτων.

Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτών των αγώνων που αναπτύχθηκε από τη δεκαετία του ’90 μια τεράστια βιβλιογραφία, που συμπεριλαμβάνει θεωρητικές αναλύσεις, ιστορικές ανακατασκευές, καθώς και αναφορές σχετικά με τον πειραματισμό που διεξάγεται σε διάφορες χώρες αφιερωμένες στα κοινά. Στο προσάρτημα αυτού του τόμου υπέδειξα τα σημαντικότερα έργα, ειδικά στον φεμινιστικό τομέα, για την εργασία μου. Εδώ θέλω μόνο να υπογραμμίσω ότι τα δοκίμια που συλλέχθηκαν σε αυτόν τον τόμο είναι χρεωμένα σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, της οποίας μοιράζομαι τις βασικές διατριβές και θέσεις και την πολιτική προοπτική που την διαμορφώνει, που της δίδει μορφή. Αυτό που η έννοια των κοινών, αν και μπορούμε να την αποκαλέσουμε με διάφορους τρόπους – commons, commoning, el común, comunalidad -, είναι σήμερα η γλώσσα στην οποία εκφράζεται η εναλλακτική προς τη λογική του καπιταλισμού, και αναφέρεται σε μία περίπλοκη πραγματικότητα στην οποία τα υλικά αγαθά που έχουμε να μοιραστούμε, οι κοινωνικές σχέσεις και οι κανονισμοί που αφορούν τη χρήση και τη φροντίδα του φυσικού ή παραγόμενου πλούτου σχηματίζουν ένα σύνολο που είναι αδιαίρετο τόσο θεωρητικά όσο και στην πρακτική. Αυτό σημαίνει πως, όπως υποστηρίζει ο Massimo de Angelis στο Omnia Sunt Communia[1][1],  με την λέξη commons εννοούμε ένα κοινωνικό σύστημα, έναν τρόπο παραγωγής, με μια λογική ενιαία και την ικανότητα να αυτο-αναπαράγεται2][2]. Ταυτόχρονα, το «κοινό» υπάρχει ήδη, σε εμβρυϊκή μορφή, σε μια μεγάλη ποικιλία σχεδιασμών και πρωτοβουλιών – από τους αστικούς κήπους στις καταλήψεις στα ανακτηθέντα εργοστάσια, από το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού μέχρι τους comedores populares – με τους οποίους αναζητούνται λύσεις στα προβλήματα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιλύσει”[3][3].

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση που προτείνω επεκτείνει την θεματική των κοινών σε έναν τομέα που δεν έχει διερευνηθεί μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στη βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινά που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για το σύνολο των δραστηριοτήτων που προβλέπουν στην αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής και της εργατικής- δύναμης, οι οποίες εξακολουθούν να εκτελούνται κυρίως από τις γυναίκες. Όπως παρατήρησε η Dolores Hayden, στο κλασικό έργο της The Grand Domestic Revolution, η επιθυμία να κοινωνικοποιηθεί αυτό το έργο έχει μακρά ιστορία[4][4]. Ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, φεμινίστριες σοσιαλίστριες (fourieriane, oweniste) και μεταρρυθμίστριες έδωσαν ζωή σε σημαντικά πειράματα, τείνοντας να σπάσουν την απομόνωση στην οποία η οργάνωση της οικιακής εργασίας καταδίκαζε τις γυναίκες, συνδέοντας το σπίτι με την γειτονιά και οικοδομώντας συλλογικές μορφές αναπαραγωγής, όπως οι συλλογικές κουζίνες[5][5].

Σήμερα, αυτά που στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα παρέμεναν πειράματα περιορισμένα σε ομάδες και δίκτυα φεμινιστριών ή γυναικών που ήταν στρατευμένες σε θεσμικό επίπεδο σε σχέδια σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, επανεμφανίζονται αλλά πραγματοποιούμενα σε μεγάλη κλίμακα, υπαγορευμένα όχι από πολιτικές ιδεολογίες αλλά από την ανάγκη να επινοηθούν συλλογικά νέες μορφές επιβίωσης.

Αυτή η πτυχή της κοινής πολιτικής των commons βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μου εδώ και χρόνια, διότι είμαι πεπεισμένη ότι η οικοδόμηση πιο συνεργάσιμων μορφών αναπαραγωγής είναι η προϋπόθεση όχι μόνο μιας «ζωής που να αξίζει κάποιος να την ζήσει» – η σημερινή αξίωση διαφόρων φεμινιστικών και μη κινημάτων – αλλά και της αντίστασης στην προώθηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της δημιουργίας μιας κοινωνίας που δεν υποτάσσεται στη λογική του κέρδους και της αγοράς.

Διάφορα άρθρα που συγκεντρώθηκαν εδώ («Φεμινισμός και πολιτική των κοινών, Femminismo e la politica dei commons», «Η κοινότητα της πόλης, “Il comune della città”», «Από την κρίση στα κοινά, “Dalla crisi ai commons”» και «Μαρξ, φεμινισμός και ανασυγκρότηση των κοινών, “Marx, il femminismo e la ricostruzione dei commons”») είναι αφιερωμένα σε αυτό το θέμα, το οποίο είναι σε μεγάλο μέρος εμπνευσμένο από τους αγώνες των γυναικών στη Λατινική Αμερική, όπως οι αγώνες των mujeres villeras του Μπουένος Άιρες, που συναντήθηκαν στη Villa Retiro Bis[6][6]. Όμως το βιβλίο αντιμετωπίζει και άλλες θεματικές.

Αναπόφευκτα, το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στις νέες μορφές enclosure [περιφράξεων] που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης και είναι εν μέρει το κίνητρο, o λόγος για την εμφάνιση μιας πολιτικής των κοινών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησα δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στις “Midnight Notes” της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από μια περίοδο διδασκαλίας στη Νιγηρία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορέσαμε να δούμε άμεσα την εμφάνιση μιας νέας φάσης ανάπτυξης και επαναποικιοποίησης, που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο όνομα της κρίσης του χρέους, με στόχο την αποκοπή από τις ρίζες από την αφρικανική ήπειρο, όπου εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες, κάθε μορφή κοινοτικοποίησης, κομουναλισμού, ειδικά όσον αφορά την ιδιοκτησία της γης. Ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ αυτών είναι το δοκίμιο The New Enclosures[7][7] (εδώ αναδημοσιεύθηκε ως «Οι Νέοι Φράχτες», “Le nuove recinzioni” ), ένα από τα πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες που διάβασε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία «πρωταρχικής συσσώρευσης». Η θεωρητική γραμμή που προτείνει αυτό το δοκίμιο εκφράζεται στη συνέχεια σε δύο δοκίμια αφιερωμένα στις συνέπειες της διαρθρωτικής προσαρμογής στην Αφρική και της μετάβασης στον καπιταλισμό στην Κίνα, στόχος του οποίου είναι να υπογραμμίσει ότι παρά την ποικιλομορφία των τρόπων και στις πολιτικές και γεωγραφικές σφαίρες-πεδία δράσης, η καταστροφή των κοινοτικών καθεστώτων και της πρόσβασης στα μέσα της (ανα) παραγωγής, παραμένει η πρωταρχική προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και είναι ο λόγος της βίας που την συνοδεύει, αυτή την στιγμή.

Παραδείγματα αυτής της βίας εξετάζονται σε δύο δοκίμια του πρώτου Μέρους («Κυνήγι μαγισσών, παγκοσμιοποίηση και φεμινιστική αλληλεγγύη» και «Βία κατά των γυναικών και νέες μορφές συσσώρευσης»). Το πρώτο αφορά το νέο κυνήγι μαγισσών, το οποίο βήμα προς βήμα με την ιδιωτικοποίηση της γης και τη μετάβαση σε καθεστώτα ατομικών τίτλων έχει εξαπολυθεί σε διάφορες περιοχές της Αφρικής, της Ινδίας, του Νεπάλ και άλλων περιοχών, κυρίως σε περιοχές που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις. Το δεύτερο εξετάζει, σε μια γενικότερη μορφή, το ποσοτικό και ποιοτικό άλμα που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως στη βία κατά των γυναικών, η οποία σήμερα παίρνει μορφές που υπενθυμίζουν το κυνήγι μαγισσών του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο που, όχι τυχαία, χτυπά τη γυναίκα ως υποκείμενο που είναι πιο άμεσα υπεύθυνο για την αναπαραγωγή της κοινότητας και για τη διατήρηση της συλλογικής της μνήμης και της συνοχής της. Το να υπογραμμίζεται αυτή η σχέση μεταξύ της ιδιωτικοποίησης και των νέων μορφών βίας κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που, στο όνομα του «Ni una menos»[8][8], ένα νέο φεμινιστικό κίνημα αναπτύσσεται σχεδόν σε κάθε μέρος του κόσμου για να καταγγείλει αυτή τη βία και να αποκαλύψει τους ενόχους και τα αίτια.

Ενώ το πρώτο μέρος ανασυνθέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ωριμάσει η πολιτική των κοινών, το δεύτερο προσπαθεί να καθορίσει τη σημασία των κοινών τόσο ως πραγματικότητα που ασκείται στο παρόν όσο και ως προβλεπόμενη προοπτική σε εμβρυϊκό επίπεδο ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό.

Όπως ανέφερα ήδη εν συντομία, τα πιο προτεινόμενα-δημιουργικά μέρη αυτής της ανάλυσης είναι εκείνα που εμπνέονται από τα κινήματα των γυναικών που ασχολούνται με τον λεγόμενο «λαϊκό φεμινισμό» στη Λατινική Αμερική, που βλέπουν την προστασία των φυσικών αγαθών, τη δημιουργία συνεργατικών μορφών αναπαραγωγής και τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία ως ουσιαστικά στοιχεία μιας ενιαίας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Σήμερα, μέρος αυτού του αγώνα κατευθύνεται επίσης κατά των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις εξουσίας σε διάφορα κοινοτικά καθεστώτα στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική και που, ξεκινώντας από την Διάσκεψη του Πεκίνου (1995), έχουν αξιοποιηθεί έξυπνα από την Παγκόσμια Τράπεζα για να προωθήσουν την ιδιωτικοποίηση και την ατομική τιτλοποίηση, οι οποίες αμφότερες παρουσιάζονται ως μια υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών να έχουν πρόσβαση στη γη. Το μάθημα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύει η Gladys Tzul Tzul, σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα κοινοτικά καθεστώτα του οροπεδίου του Totonicapan (Guatemala)[9][9] είναι ότι η αναγνώριση της εξουσίας λήψης αποφάσεων των γυναικών είναι, εκτός από μια αρχή-συστατικό δικαιοσύνης, μια εγγύηση ζωής για τα κοινά, που διαφορετικά θα ήταν αλλοιωμένα από εσωτερικές διαιρέσεις που θα τα εξέθεταν ευκολότερα σε απαλλοτρίωση.

Πώς λοιπόν να ξεχωρίσουμε κοινοτικά καθεστώτα ή πειράματα ικανά να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη λογική της εκμετάλλευσης από μορφές κομμουναλισμού που λειτουργούν, αντιθέτως, ως βαλβίδες ασφαλείας, με τις οποίες ένα καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση προσπαθεί να ελαφρύνει τις εντάσεις που η ώθηση στην ιδιωτικοποίηση κάθε αγαθού και κοινωνικής σχέσης αναπόφευκτα δημιουργεί; Στην Omnia sunt Communia, ο Massimo de Angelis μας προειδοποιεί σωστά να μην προσπαθήσουμε να εξαναγκάσουμε την αναγκαστικά ρευστή πραγματικότητα, πειραματική, κάθε μορφής communalidad μέσα στα στενά ιδεολογικών μοντέλων καθορισμένων a priori, εκ των προτέρων. Ωστόσο, είναι αδύνατο να μην αναρωτηθούμε από την άποψη αυτή, πολιορκημένοι όπως είμαστε από τον πολλαπλασιασμό των κοινών που, ναι, ενώνονται (με βάση τις εθνοτικές, ταξικές, θρησκευτικές ταυτότητες) αλλά μόνο για να αποκλείσουν, για να προστατεύσουν προνόμια και πλεονεκτήματα ή, όπως αναφέρθηκε , για να εκτρέψουν την αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση.

Είναι με αυτόν τον στόχο που, στο «Commons Against and beyond Capitalism», “Commons contro e oltre il capitalismo”, που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Καφεντζή, George Caffentzis, έχει διευκρινιστεί ότι η πολιτική των κοινών δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά μια πραγματικότητα που μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μέσα από αγώνες, και επίσης ότι τα κοινά δεν μπορούν να διαλυθούν στο «δημόσιο», ότι η ύπαρξή τους εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινότητας και αυτή, με τη σειρά της, βασίζεται στη συνεργασία, στη συλλογική εργασία, στην αμοιβαία φροντίδα μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ αυτών και το περιβάλλον.

Με τον ίδιο στόχο εξέτασα επίσης τη σχέση μεταξύ κοινοτισμού και κομμουνισμού στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον σε εκείνο το μέρος του έργου του που ο Μαρξ αποφάσισε να δημοσιεύσει και που επηρέασε πιο άμεσα το σοσιαλιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο. Η ανάλυση μου σχετικά είναι μόνο μερική, καθώς περιορίζεται στην καταγραφή των πιο εμφανών διαφορών μεταξύ της εικόνας των κοινών που προβάλλονται από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα και, αφενός, της μαρξιάνας κριτικής στον «ουτοπικό σοσιαλισμό» και αφετέρου, στο όραμα του Μαρξ για τον κομμουνισμό όπως μπορεί να συναχθεί από τις διάφορες αναφορές του στον ρόλο του Κράτους, στη δικτατορία του προλεταριάτου, στην ενοποιητική λειτουργία της επέκτασης των παγκόσμιων καπιταλιστικών σχέσεων και ούτω καθεξής[10][10]. Αυτό που λείπει σε αυτή την ανάλυση είναι η ανακατασκευή του περάσματος – κατά προσέγγιση ανιχνεύσιμου στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα – από μια ιστορική-πολιτική στιγμή στην οποία η ιδέα της κοινoχρησίας των αγαθών – που ταυτίζεται με την κοινοχρησία της γης – που εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό ισχυρισμό, την πρωταρχική διεκδίκηση των επαναστατών στην Ευρώπη (από τον Winstanley στον Babeuf), σε μια στιγμή κατά την οποίαν επιβάλλεται ο «κομμουνισμός», που προσδιορίζεται με τη απαλλοτρίωση και την από κοινού διαχείριση, των μέσων παραγωγής, από ελεύθερες ενώσεις παραγωγών. Ωστόσο, δύο στοιχεία διακρίνονται, ακόμα και σήμερα, να διαχωρίζουν τους θεωρητικούς των κοινών που κινούνται σε φεμινιστικούς, οικολογικούς, αναρχικούς και μαρξιστικούς φεμινιστικούς τομείς και χώρους από τους θεωρητικούς desarrollisti – developmentalists – a] ή επιταχυντές – accelerazionisti, οι οποίοι (όπως συχνά ο Μαρξ) βλέπουν την καταστροφή των υφιστάμενων commons ως αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά είναι η απόδοση στο Κράτος του καθήκοντος της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών και της εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – σε σχέση με το χτίσιμο, ξεκινώντας από το παρόν, μορφών έστω και περιορισμένων αυτοκυβέρνησης – και η ώθηση προς την καθολίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων ως ενοποιητικό στοιχείο του προλεταριάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά της επιβεβαίωσης της ανάγκης για πολλαπλές μορφές  κομουναλισμού, σε αντιστοιχία με τις διαφορές στις ιστορικές και πολιτιστικές τροχιές και τις διαφορετικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.Oι σημερινοί commoners  δεν πιστεύουν στο Κράτος και διεκδικούν την ικανότητα να αποφασίζουν για τη δική τους ζωή, να ανακτήσουν τον έλεγχο των πιο ουσιωδών συνθηκών αναπαραγωγής τους, καθώς θεωρούν καταπιεστική την επιβολή ενιαίου μοντέλου κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο αυτό. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευση του Κεφαλαίου μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι η τεχνολογική ανάπτυξη στην οποία ο Μαρξ ανέθετε την κατασκευή των υλικών βάσεων του κομμουνισμού καταστρέφει όχι μόνο τα κοινοτικά καθεστώτα που υπάρχουν ακόμη, αλλά τις δυνατότητες αναπαραγωγής και ζωής για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών στον πλανήτη μας.

Είναι σε όσες και όσους αγωνίζονται, με μεγάλους κινδύνους για τη ζωή τους, εναντίον αυτής της καταστροφής, που αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο..

 

a] [desarrollismo, σημαίνει ιδεολογία που υποστηρίζει την καθαρά οικονομική ανάπτυξη ως στόχο προτεραιότητας.]

[1][1] Massimo de Angelis, Omnia Sunt Communia. On the Commons and the Transformation to Postcapitalism, Zed Books, Londra 2017.

[2][2] Ivi, pp. 240 ss. “Omnia sunt Communia” – “tutto deve essere in comune, όλα πρέπει να είναι κοινά” – είναι τα τελευταία λόγια, λέγεται, που πρόφερε ο Thomas Müntzer, ο leader του πολέμου των χωρικών στη Γερμανία, που συνελήφθη μετά την μάχη του Frankenhausen στα 1525, πριν πεθάνει από βασανιστήρια.

[3][3] Ivi, p. 270.

[4][4] Dolores Hayden, The Grand Domestic Revolution, MiT Press, Cambridge MA 1985.

[5][5] Γράφει η Hayden: “Μεταξύ του τέλους του εμφυλίου πολέμου και της έναρξης της Μεγάλης ύφεσης, τρεις γενεές υλιστών φεμινιστριών εξέτασαν, αξιολόγησαν θεμελιωδώς τη λεγόμενη «γυναικεία σφαίρα» και «εργασία των γυναικών». […] Για να ξεπεράσουν ένα μοντέλο αστικού και οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε την οικιακή εργασία αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιάς, όπως οι συνεταιρισμοί των νοικοκυρών, τα νηπιαγωγεία, οι δημόσιες κουζίνες και οι λέσχες – εστιατόρια της κοινότητας. Φαντάστηκαν επίσης ιδανικές φεμινιστικές πόλεις. Επαναπροσδιορίζοντας την οικιακή εργασία και τις ανάγκες των γυναικών και των οικογενειών τους σχετικά με το σπίτι, αυτές έσπρωξαν τους αστικούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές να επανεξετάσουν τις επιπτώσεις της αρχιτεκτονικής στην οικογενειακή ζωή.” (ivi, p. 1).

[6][6] “Villa” είναι το όνομα που δίνεται στην Αργεντινή στις λαϊκές γειτονιές που χτίστηκαν χωρίς άδεια, είναι το ισοδύναμο της favela στη Βραζιλία. Η Villa 31 Retiro Bis είναι μια «villa μιζέρια», δηλαδή ένας από τους πολλούς ανεπίσημους οικισμούς που βρίσκονται στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Ιδρύθηκε το 1932, με το όνομα της Villa ανεργία, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών προσπαθειών από τις αρχές να την καταστρέψουν, που όμως ποτέ δεν ήταν επιτυχείς. Σχετικά με την Villa Retiro Bis σε σχέση με την πολιτική των κοινών, δείτε Raúl Zibechi, Descolonizar el pensamiento crítico y la práticas emancipatorias, Ediciones desde abajo, Bogotà 2015, σελ. 99-100.

[7][7] Midnight Notes #10, The New Enclosures, Jamaica Plain MA, φθινόπωρο 1990.

[8][8] Αυτό είναι το σύνθημα με το οποίο, τον οκτώβριο του 2016, οι φεμινίστριες της Αργεντινής, που συγκεντρώθηκαν για την ετήσια συνάντησή τους στην πόλη του Ροζάριο, εξαπέλυσαν μια έκκληση ώστε η 8η μαρτίου του 2017 να αφιερωθεί στον αγώνα εναντίον της βίας κατά των γυναικών. Αυτό αφού τις ίδιες μέρες της συνάντησης μια άλλη νεαρή γυναίκα σκοτώθηκε με βαρβαρότητα στην πόλη Mar de la Plata.

[9][9] Gladys Tzul Tzul, Sistemas de Gobierno Comunal Indígena. Mujeres y tramas de parentesco en Chuimeq’ena’, Editorial Maya Wuj, Guatemala 2016.

[10][10] Δείτε Gerrard Winstanley, La nuova legge di giustizia (1649), Ο νέος νόμος για την δικαιοσύνη, in Atonino recupero (a cura di), La terra a chi la lavora!, H γη σε αυτόν που την δουλεύει, Guaraldi, Firenze 1974. Δείτε επίσης Maurice Dommanget, Babeuf e la congiura degli uguali, και η συνωμοσία των ίσων, Edizioni- Εκδόσεις immanenza, Napoli 2015.

https://www.infoaut.org/segnalazioni/per-una-vita-degna-di-essere-vissuta

Advertisements

2 thoughts on “Για μια «ζωή που ν’ αξίζει κάποιος να την ζει»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s