αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 11. Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.            Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα το αρχιπέλαγος της ανταγωνιστικής επικοινωνίας είναι ένα τεράστιο, αντιφατικό και διακλαδισμένο έδαφος σε κάθε γωνιά της χώρας. Βεβαίως μεταξύ 1975 και 1977 η παραγωγή αυτοδιαχειριζόμενης, ανατρεπτικής επικοινωνίας (περιθωριακής, ριζοσπαστικής, μαχητικής, στρατευμένης, άμεσης, κατευθυνόμενης, ανταγωνιστικής, εναλλακτικής, δημοκρατικής, εγκάρσιας, παράνομης, επαναστατικής και πολλών άλλων χαρακτηρισμών που έχουν δοθεί σε αυτήν) φτάνει στο σημείο της μέγιστης ανάπτυξης της. Κατά καιρούς διαθέτει δικές της τεχνικές δομές (τυπογραφία, περισσότερο ή λιγότερο σταθερές έδρες κλπ.), κανάλια στρατευμένης διανομής καθώς και δικές της δομές διανομής, εκτός των μεγάλων και μικρών εμπορικών κυκλωμάτων, διοργανώνει εθνικά συνέδρια για την οικοδόμηση συνεργατικών δικτύων, χρηματοδοτείται άμεσα τόσο από τους παραγωγούς όσο και από τους αναγνώστες της. Η πνευματική εργασία είναι σχεδόν εντελώς δωρεάν και εθελοντική. Το να περιγράψουμε μια «γεωγραφία της συνωμοσίας» σε ένα τόσο τεράστιο και ποικίλο τοπίο θα ήταν καθήκον αδύνατο και, σε κάθε περίπτωση, σχηματικό και σεχταριστικό. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να ακολουθηθεί η πορεία των αμοιβαίων διεθνών επιρροών, των πολιτικο-πολιτιστικών «δικτύων» που διασταυρώθηκαν στις τέσσερις ηπείρους, των ιστορικών ιδεολογικών πτυχών που αποτελούν το υπόβαθρο πολλών επεξεργασιών.

Αποτέλεσμα εικόνας για quaderni piacentini

«Η ανάγκη να χτιστούν ξανά οι πολιτικές γεωμετρίες του «πολιτικού», τα λαβυρίνθια μονοπάτια της συνωμοσίας, οι κατακερματισμένες αλληλεπιδράσεις των ιδεολογιών, να ξεσκεπαστούν οι ‘χαμένες ψυχές’ της εξέγερσης είναι παλιά όσο η ιδέα της επανάστασης. Σπάνιoι, παρά το γεγονός αυτό, είναι εκείνοι που προσπάθησαν να στοχαστούν επάνω σε αυτή την «ανάγκη». Αντιθέτως άφθονη, δύστροπη και συχνά επιβλαβής είναι η γεωγραφία της καταγγελίας, η ώθηση κοινωνιολόγων, δημοσιογράφων, δικαστών να σχεδιάσουν χάρτες, να σκιαγραφήσουν ελέγχους, να δέσουν και να υποδείξουν πολιτικές και υλικές συνέργειες» (1). Στην πραγματικότητα, πίσω από τις χιλιάδες σελίδες βιβλίων, πίσω από τα πρωτοσέλιδα των εκατοντάδων περιοδικών υπάρχουν μυριάδες νοημοσύνες που έχουν κάνει συνειδητή επιλογή τους την »απόρριψη του ρόλου», ένα πρόγραμμα της ύπαρξης, που κατέστησαν πρακτική συμπεριφορά την ευτυχισμένη μαρξιακή έκφραση των » Grundrisse «:» ο τεχνικός, ο επιστήμονας, ο διανοούμενος ως μηχανισμός, δηλαδή επιστήμη – οποιαδήποτε επιστήμη ως «εχθρική δύναμη» στην τάξη, διανοούμενος εργαζόμενος ως παραγωγικός εργαζόμενος εισηγμένος στον κύκλο της κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου ή μέσα στον μηχανισμό του χειρισμού, της κυριαρχίας.Εργαζόμενος που πρέπει να απελευθερωθεί πρώτα «από τον εαυτό του» πριν πάει να αναζητήσει συμμαχίες με το προλεταριάτο. Εργαζόμενος χωρίς συμμάχους ικανός να ασκήσει με αυτονομία μια απόρριψη των επιβαλλόμενων ρόλων, ικανός να αναπτύξει συνεπώς – ήδη μέσα στη μορφή της αφηρημένης πνευματικής εργασίας – μια αυτόνομη δύναμη πρωτοβουλίας, συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης, απόρριψης, μαζικής οργάνωσης. Συμπερασματικά, επιστήμη και τεχνολογία ως ένα ενιαίο πράγμα, υλοποιημένο σε μηχανισμό «εχθρική δύναμη» στην τάξη, αντικείμενο και οι δυο μιας παράλληλης διαδικασίας απελευθέρωσης, από πλευράς της τάξης και της πνευματικής εργασίας, συγκεκριμένη και δυνητική. Μόλις η τάξη και η διανοητική εργασία κινούνται με έναν ανταγωνιστικό τρόπο, τεράστιες και ισχυρές γνωστικές διαδικασίες ενεργοποιούνται στο εσωτερικό της σύγκρουσης, ως προϊόν της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης, μια λανθάνουσα δύναμη επινόηση απελευθερώνεται και μεταφράζεται σε ειδικές γνώσεις, συγκεκριμένες, νέες τεχνικές και νέες ‘επιστήμες‘.» (2).
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Primo Maggio
Σε αυτή την παραδειγματική σύνθεση του Sergio Bologna, νομίζουμε πως περιέχεται η ουσιώδης πορεία της επαναστατικής πολιτιστικής παραγωγής της δεκαετίας του ’70. Ο εξοντωμένος πλούτος του «άλλου πνευματικού έργου» έχει περιβάλει όλα τα πεδία της γνώσης: από την ιστορία στην ψυχανάλυση, από την ψυχιατρική στην τεχνολογία: από την οικονομία στη φιλοσοφία, από τη σεξουαλικότητα έως τον πολεοδομικό σχεδιασμό, από τη διατροφή στην ιατρική μέχρι το δίκαιο και την εγκληματολογία. Τα αποτελέσματα υπήρξαν μεταβαλλόμενα, αβέβαια αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τον ενταφιασμό που έκαναν στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα δικαστές, εκδότες, «journalist-policiers» κλπ. η επαναστατική κουλτούρα της δεκαετίας του εβδομήντα έθεσε προβλήματα και ανέδειξε δρόμους που δύσκολα μπορούν να παρακαμφθούν εφεξής. Ότι η διαδικασία της παράλληλης απελευθέρωσης της τάξης και του διανοούμενου εργάτη αντιπροσώπευε μια ασυμβίβαστη αντίφαση με την καπιταλιστική ανάπτυξη είναι προφανές και αδιαμφισβήτητο, αλλά ίσως στους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτής της πολιτιστικής επανάστασης από κάτω δεν υπήρξε απόλυτα αντιληπτή μέσα στην σημαντικότητα της και στις ανησυχίες που προκαλούσε στις καπιταλιστικές ελίτ, έως ότου να τις θέσει αργότερα σε μια τεράστια κατασταλτική επίθεση. Εν αναμονή λεπτομερέστερων μελετών μπορούμε όμως να αναφέρουμε αυτό που σκέφτονταν η τριμερής Επιτροπή για το πρόβλημα αυτό το 1975. Η Trilateral Commission δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 από τις χώρες που ανήκουν στις τρεις πιο βιομηχανικές περιοχές του πλανήτη (Ιαπωνία, ΗΠΑ, Ευρώπη). Στις προθέσεις των προαγωγών της αυτή αποτελούσε ένα είδος «υπερεθνικού παγκόσμιου κυβερνήτη» και συγκέντρωνε μέσα της τόσο στελέχη των διαφόρων κυβερνήσεων όσο βιομηχάνους, στρατηγούς, κοινωνιολόγους, γνωστούς δημοσιογράφους, οικονομολόγους, πολιτικούς, επιστήμονες και ούτω καθεξής: τους «καλύτερους», στις προθέσεις των αντιπροσώπων και των συνεργατών του συστήματος. H «Trilateral» συναντιόνταν μία φορά το χρόνο σε διαφορετικές πρωτεύουσες με στόχο το συντονισμό της διεθνούς πολιτικής κυριαρχίας σε διεθνές επίπεδο. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να εξεταστεί η σημασία αυτού του οργανισμού, αλλά και η υπερεκτίμηση που έγινε αυτού (για παράδειγμα, για τις B.R. ήταν η απόδειξη της ύπαρξης του SIM: ιμπεριαλιστικού Κράτος των πολυεθνικών), αλλά για να επαληθεύσει τη σημασία που απέδιδαν οι καπιταλιστικές νοημοσύνες στις κοινωνικές διαδικασίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Λένε λοιπόν οι «τριμερείς» στις συναντήσεις του 1975: «Σήμερα, μια σημαντική απειλή προέρχεται από τους διανοούμενους και συναφείς ομάδες που ισχυρίζονται και υποστηρίζουν την αποστροφή τους στη διαφθορά, τον υλισμό και την αναποτελεσματικότητα της δημοκρατίας, καθώς και στην υποταγή του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης στον ‘μονοπωλιακό καπιταλισμό’. Η ανάπτυξη μεταξύ των διανοουμένων μιας ‘ανταγωνιστικής κουλτούρας’ έχει επηρεάσει σπουδαστές, μελετητές και μέσα ενημέρωσης […]. Οι προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες δημιούργησαν ένα στρώμα διανοούμενων με προσανατολισμό από τις αξίες, οι οποίοι συχνά ψηφίζουν για να δυσφημίσουν την ηγεσία-leadership, να αμφισβητήσουν την εξουσία και τις αρχές και να ξεσκεπάσουν και να αρνηθούν νομιμοποίηση των καθιερωμένων δυνάμεων και εξουσιών εφαρμόζοντας μια συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με αυτή της ομάδας των τεχνοκρατών διανοουμένων και προσανατολισμένων από την πολιτική.  […] αυτή η εξέλιξη αντιπροσωπεύει για το δημοκρατικό σύστημα μια εξίσου σοβαρή απειλή, τουλάχιστον δυνητικά, με εκείνες που υπήρχαν στο παρελθόν από αριστοκρατικές ομάδες, φασιστικά κινήματα και από τα κομμουνιστικά κόμματα» (3)
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista l'Erba Voglio anni 70
Αφήνοντας κατά μέρος την αναφορά στα «φασιστικά κινήματα» που αναφέρονται εδώ για να εξορκίσουν εκλεπτυσμένα »ένα πτώμα στο ντουλάπι» και να δώσουν δύναμη στην πολιτική των αντίθετων εξτρεμισμών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν την ανησυχία των ελίτ της εξουσίας απέναντι σε εκείνους τους «διανοούμενους που ως κοινωνική ομάδα ωθούνται στην πρωτοπορία των κοινωνικοπολιτικών αγώνων» (4]  οι σχέσεις του πνευματικού κόσμου με την κοινωνία αλλάζουν ριζικά, σε έναν κόσμο όπου «Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η σύγχρονη πολιτιστική επανάσταση θα είναι πιο ειρηνική από τις βιομηχανικές επαναστάσεις του παρελθόντος» και όπου »η έλλειψη ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης όχι μόνο εμποδίζει τις διαπραγματεύσεις και την άμεση συμφωνία […], αλλά είναι επίσης η αιτία της γενικής απροθυμίας των νέων να δεχθούν γενικής χρήσης χειρωνακτικές θέσεις εργασίας, υπό αμειβόμενες» (5). Η εισήγηση του 1975 συνεχίζει με την ελπίδα μιας δημοκρατίας »δυνατότερης» και μια νέα πολιτική κουλτούρα  «δυνατότητας διακυβέρνησης». Η «Berufverbot» (6) στη Γερμανία και η «νομοθεσία έκτακτης ανάγκης» στην Ιταλία, θα είναι η θεσμική μετάφραση αυτών των προβληματισμών που θα πραγματοποιηθεί τα επόμενα δύο χρόνια. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι τα πάντα μπορούν να αναχθούν σε μια «συνωμοσία» από τα επάνω, στην ύπαρξη ενός σκοτεινού και αήττητου εγκεφάλου της καπιταλιστικής εντολής που όλα τα προβλέπει και σχεδιάζει, αλλά, αντίθετα και ακριβώς για τον λόγο αυτό, μπροστά στην ανάγκη να έχουμε κατά νου ότι η δυναμική του «σχεδίου και του αντισχεδίου», η σύγκρουση μεταξύ του ανταγωνιστικού σχεδιασμού, μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε όλες τις μορφές και εκφάνσεις της, καθορίζει έναν αμοιβαίο εμπλουτισμό των αντιτιθέμενων δυνάμεων και νοημοσυνών και ότι σε αυτή τη σύγκρουση η επαναστατική διαδικασία παίζει, καθορίζει τις δικές της τύχες. Κατά τη διάρκεια των «δέκα χρόνων που συγκλόνισαν τον κόσμο» – από την Κίνα στις ΗΠΑ, από την Αγγλία στη Γερμανία. από την Ιαπωνία στη Γαλλία. από την Λατινική Αμερική στην Αφρική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή – είναι δύσκολο να εξηγηθεί ο ρόλος της επικοινωνίας ως απαίτηση- έκφραση των μαζικών αγώνων.
Σχετική εικόνα
Μπορούμε να διακινδυνεύσουμε να δώσουμε νομιμοποίηση στις σχηματικές προβλέψεις του McLuhan που από την εποχή της T.V. και της μαζικής επικοινωνίας αντλεί τη θεωρία του πλανήτη ως «παγκόσμιο χωριό», δηλαδή να υπερβάλλουμε, να γιγαντώσουμε τη σημασία που αποδίδουν οι ανταγωνιστές στην επιτευχθείσα «ανασύνθεση» του προλεταριάτου σε διεθνές επίπεδο, αυτό που είναι βέβαιο πως μπορούμε να επαληθεύσουμε στα ίδια τα προϊόντα της «ανταγωνιστικής επικοινωνίας», όπου ίσως να εκπλήσσει το γεγονός πως στο off-set φύλλο της Tradate ή στο μικρό περιοδικό του Corsano (Lecce) υπάρχουν αναλύσεις τόσο προσεκτικές και «ενημερωμένες» για τους αγώνες του Ντιτρόιτ, ή του SanBenedetto del Tronto, τηw σχέσης μεταξύ του Ισλάμ και του μαρξισμού ή της σύνδεσης μεταξύ της επιστήμης του κεφαλαίου και του χημικού πολέμου στο Βιετνάμ. Από το 1968 και την προηγούμενη δεκαετία είχε κληρονομηθεί. και με μια συνειδητή «ανατροπή» ένας κόσμος «πιο ενωμένος, πιο αλληλοεξαρτώμενος, πιο οδυνηρά συνειδητοποιημένος του κοινού πεπρωμένου του, απ΄όσο υπήρξε προηγουμένως». Χωρίς αυτή την κληρονομιά που καθορίζεται από την κυκλοφορία της επικοινωνίας και των αγώνων, ο αυθορμητισμός, όπως λέμε η «φυσικότητα» και ο πλούτος των ιδίων θα ήταν ακατανόητοι, θα ήταν ακατανόητο το γεγονός ότι για το κίνημα, παντού ο κόσμος ήταν το πραγματικό σενάριο κάθε μάχης, το αληθινό ακροατήριο κάθε χειρονομίας
Σχετική εικόνα
Με την αργή αποσύνθεση των ομάδων που ξεκίνησε το 1974-75, τεράστιες ποσότητες νοημοσύνης που σχηματίστηκαν μέσα στη στράτευση «απελευθερώνονται». Ο ίδιος ο χώρος της αυτονομίας θέτει το πρόβλημα της μη διασποράς αυτής της κληρονομιάς αγωνιστών, και ήδη το 1973 είχε δημοσιεύσει ένα έγγραφο με τίτλο «Να ανακτήσουμε τις υποκειμενικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τις ομάδες». Αλλά είναι από τον αυθορμητισμό-αναγκαιότητα της κοινωνικής επικοινωνίας που δημιουργούνται συναντήσεις και διασταυρώσεις μεταξύ των παλαιών αγωνιστών και των νέων νοημοσυνών. Το κοινό έδαφος επάνω στο οποίο συναντώνται δεν σχηματίστηκε μονάχα «από την ανάγκη να τεθεί ξανά υπό αμφισβήτηση ένας ορισμένος ιστορικός-θεωρητικός μηχανισμός και να ενημερωθεί, να επικαιροποιηθεί, αλλά ουσιαστικά αποτελούνταν από τις αγωνιστικές δομές του πολιτισμού που σχηματίστηκαν, ενάντια σε κάθε υποθήκη ομάδας και κάθε κομματικό ‘νονό’, από το 1974-75 και μετά. Αυτοδιαχειριζόμενες δομές, βασισμένες μόνο στη νοημοσύνη, στο δικό τους εργατικό δυναμικό και στην τέχνη να τα βγάζουν πέρα, οι οποίες όχι μόνο επέτρεψαν τη διάδοση της νέας πολιτικής και κοινωνικής επικοινωνίας, αλλά ευνόησαν τη γέννηση μιας διαφορετικής γλώσσας και μιας οργανωτικής δομής διαφορετικής, κυτταρικής, τοπικής, άτυπης, μερικές φορές μη δηλωμένα πολιτικής, που επέτρεψε να ανακυκλωθούν σύντροφοι απογοητευμένοι και που κατέληξαν στο σημείο να χτίσουν μια ενδοχώρα, έναν ιστό στον οποίο όλοι στη συνέχεια κατέφυγαν ως δομή να υπηρετήσουν» (7).
Και ακριβώς είναι στην έννοια των «ενδιάμεσων δομών λειτουργίας στο κίνημα» που γεννιούνται κατά τη διάρκεια της διετούς περιόδου 1974-75 δεκάδες και δεκάδες βιβλιοπωλεία, κέντρα δεδομένων, αρχείων, συλλογής εγγράφων, αυτοδιαχειριζόμενα κυκλώματα διανομής, μικρές αυθεντικές και δημιουργικές εκδοτικές εταιρείες. Τα περιοδικά που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ακουμπούν, υποστηρίζονται ή γεννιούνται σχεδόν όλα μέσα σε εκείνο το άτυπο κύκλωμα παραγωγής. Ο Elvio Fachinelli, που παρεμβαίνει σε μια πολεμική σχετική με τις πολιτιστικές αξίες που εκφράστηκαν από το κίνημα έχει διευκρινίσει: «Κάθε βαθιά αλλαγή δεν μπορεί παρά να προέλθει από μια εξτραπολιτιστική σφαίρα, ούσα πρώτα μια αλλαγή της ζωής. Είναι μετά εκεί, σε ένα ορισμένο σημείο, που οι κόμβοι, τα πολιτιστικά δίκτυα, ξαναχτίζονται. Επομένως, είναι προφανές ότι το ’68 παρήγαγε τα φυλλάδια. Όποιος λέει ότι δεν έχει παραγάγει τίποτα είναι διότι σκέφτεται με το μυαλό κάποιου που βρίσκεται ήδη μέσα σε μια συγκεκριμένη εδραιωμένη κουλτούρα, κατεστημένη, που χρειάζεται μόνο να διαιωνίσει. Αλλά δίπλα στο φυλλάδιο υπήρξε η μορφή γραφής σε στενή σχέση με αυτό, εκείνη των περιοδικών«: «Quaderni Piacentini», «Primo Maggio»,«Aut Aut», «Sapere», «Ombre Rosse», «l’Erba Voglio», «A/traverso», για να αναφέρουμε τα γνωστότερα. Σε αυτό το έδαφος δύσκολα κάποιος μπορεί να δώσει σημεία. Τα πιο ζωντανά περιοδικά υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι αυτά της νέας αριστεράς. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς, τους πιο ζωντανούς τομείς του πολιτισμού, όπου τα εργαστήρια ιδεών, συχνά ανθρώπων που ζουν και μαζί, παράγουν συζητήσεις που μεταδίδονται σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μια τεράστια περιοχή, επιτυγχάνοντας έτσι να τονωθούν και να προωθηθούν νέες συμπεριφορές ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη επαρχία. Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα του περιοδικού υπήρξε, εκτός από κάποιες περιπτώσεις που μπορούν να μετρηθούν στις άκρες των δακτύλων, πάντα υψηλότερο από εκείνο του βιβλίου.
Αποτέλεσμα εικόνας για rivista Aut Aut, anni 70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s