αυτονομία, autonomia

Πέρα από τον εργατισμό και τον λεγόμενο μετα-εργατισμό

on .

Συνέντευξη του Davide Gallo Lassere στον Gigi Roggero (η γαλλική έκδοση δημοσιεύεται στο Période)

Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, κατά του μαρξισμού. Μπορείτε να εξηγήσετε με ποια έννοια;

Αυτή του εργατισμού είναι μια μακιαβελική επιστροφή στις αρχές: είναι ακριβώς μια επιστροφή στον Μαρξ ενάντια στον μαρξισμό, δηλαδή εναντίον του ντετερμινισμού, του ιστορικισμού και του αντικειμενισμού αυτής της παράδοσης. Ο εργατισμός δεν είναι αίρεση μέσα στην οικογένεια του μαρξισμού, είναι μια ρήξη με εκείνη την οικογένεια. Tόσο ώστε οι εργατιστές να ορίζουν τους εαυτούς τους ως marxiani, μαρξιάνοι και όχι μαρξιστές, κάπως σαν κι αυτό που λέγεται πως ο Μαρξ προς το τέλος της ζωής του δήλωνε «je ne suis pas marxiste», »δεν είμαι μαρξιστής». Να είναι σαφές, ωστόσο, ότι εκείνη η επιστροφή στις αρχές δεν ήθελε να οικοδομήσει μια νέα ορθοδοξία βασισμένη στην ορθή ανάγνωση του ρήματος του προφήτη, όπως αντιθέτως έκαναν οι διάφορες αιρέσεις (για παράδειγμα εκείνες των τροτσκιστών ή οι μπορντιγγιστές, «εξευγενισμένοι» από τις σταλινικές διώξεις, που όμως παραδόξως συχνά κατέληγαν να επιτίθενται στον Στάλιν ως έχοντα στάσεις παρέκκλισης από τη γραμμή της γραμμικής ιστορικής εξέλιξης που υποτίθεται ότι είχε σχεδιαστεί μια για πάντα από τον Μαρξ). Η επανεξέταση από πλευράς εργατιστών του Μαρξ ήταν επομένως όχι μόνο κατά του μαρξισμού, αλλά και σε κάποιο βαθμό επικριτική σε σχέση με τα όρια και τα τυφλά σοκάκια του Moro του Treviri, [Marx], με στόχο να κάνει να εκραγούν οι αντιφάσεις του, τείνει να τον τραβήξει από τα μαλλιά, να ανακαλύψει μιαν αποθήκη με εκρηκτικά για να επιτεθεί στην κοινωνία-εργοστάσιο του ώριμου καπιταλισμού.

Σε αντίθεση με άλλους προηγούμενους εργατισμούς (όπως η συμβουλιακή ιδεολογία) ή σύγχρονους (όπως της χριστιανικής ή λαϊκιστικής προέλευσης), ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός δεν αγαπούσε τους εργάτες και τους προλετάριους: στοιχημάτιζε την πιθανότητα εκεί να υπάρχει μια δύναμη ενάντια στον εαυτό της, όχι για να επεκτείνει αλλά για να εξαλείψει την κατάστασή της. Ήταν επομένως ένας εργατισμός εναντίον της εργασίας, για την απόρριψη ενός υποκειμενικού χαρακτήρα, μιας υποκειμενικής φύσης επιβεβλημένης από τη σχέση του κεφαλαίου. Υπήρξε ένας εργατισμός βασισμένος στην μη αναστρέψιμη μεροληψία της άποψης, μιας αυτόνομης πλευράς που θα χτιστεί. Προσοχή, όχι των εκμεταλλευόμενων, αλλά αυτών που αγωνίζονται ενάντια στην εργασία για να ζήσουν με ελεύθερο τρόπο. Όχι εκείνων που ζουν από την εργασία τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται κατά της εργασίας για να ζήσουν ελεύθερα. Όχι των φτωχών και των καταραμένων-των κολασμένων της γης, αλλά της εργατικής τάξης που αγωνίζεται για την κατάργησή της (και πως η εργατική τάξη είναι ζήτημα ποιοτικής πρωτοποριακής δύναμης και όχι χεριών με κάλους και φόρμες λερωμένες με λάδια, με γράσο, πρέπει να σπαταλήσουμε κι άλλο χρόνο για να το προσδιορίσουμε;).

Μέσα σε αυτή τη ρήξη της παγκοσμιότητας, του μαρξισμού και εν μέρει του ιδίου Μαρξ, οι εργατιστές τοποθέτησαν στο κέντρο το ζήτημα της υποκειμενικότητας, ή καλύτερα – για να το πούμε μαζί με τον Alquati – της αντιυποκειμενικότητας. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την χρήση του όρου υποκειμενικότητα που κατέστη τρέχουσα: τις τελευταίες δεκαετίες (την εποχή του «μετά-post») υπήρξε μια πολύ αδύναμη απόκλιση, η οποία συνδέθηκε κυρίως με τον foucaultismo και τον μετα-στρουκτουραλισμό, [Η κατεύθυνση των σπουδών που βασίζεται στη δομική ψυχολογία ή τη δομική γλωσσολογία], (εν μέρει δεν έχουν ευθύνες γι αυτό οι Foucault και οι μετα-στρουκτουραλιστές, εν μέρει ναι). Η «ανακάλυψη» της υποκειμενικότητας υπήρξε η ανακάλυψη κάτι καλού, το οποίο έθετε στην άκρη το ζήτημα της τάξης, του συλλογικού μέρους, του υποκειμένου με ανασυνθετική έννοια. Ήταν η εκ νέου «ανακάλυψη» της κεντρικότητας του ατόμου, δηλαδή της παράδοσης απέναντι στη τάξη του φιλελεύθερου λόγου, παλαιού- ή νέου- κι αν είναι. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε δεν είναι καν αναφερόμενη στη συνείδηση, τουλάχιστον για αυτό που σήμαινε στη μαρξιστική παράδοση, δηλαδή το στοιχείο της ιδεαλιστικής διαμεσολάβησης της ιστορικής προόδου. Η υποκειμενικότητα για την οποία μιλάμε, στο κέντρο του εργατισμού και του ορισμού της ταξικής σύνθεσης (στην οποία θα επιστρέψουμε σύντομα), είναι κάτι ριζικά διαφορετικό. Η υποκειμενικότητα δεν είναι καλή: είναι ένα πεδίο μάχης. Η παραγωγή της υποκειμενικότητας στον καπιταλισμό είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση της παραγωγής και της εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα, το διακύβευμα μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας και σχηματισμού, δηλαδή της σύγκρουσης, βίας, αναπαραγωγής, συναίνεσης, μετασχηματισμού. Όταν σήμερα, σε ένα πλαίσιο σχέσεων δύναμης, [ισορροπίας δυνάμεων] υπέρ του κεφαλαίου, μιλάμε για «προλεταριακή υποκειμενικότητα» (ή της επισφάλειας ή της ζωντανής εργασίας ή αυτό που προτιμάτε για να υποδείξετε τις φιγούρες της δυνητικά δικής μας πλευράς), μιλάμε για μια υποκειμενικότητα σφυρηλατημένη, πλασμένη κυρίως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Το να μιλάμε για αντι-υποκειμενικότητα σημαίνει λοιπόν να μιλάμε για μια υποκειμενικότητα όχι μόνο εναντίον του κεφαλαίου, αλλά και κατά του κεφαλαίου που μεταφέρουμε μέσα μας. Ναι, διότι εμείς στο μέτρο στο οποίο μισούμε τα αφεντικά πρέπει να φθάσουμε να μισούμε τον εαυτό μας, εκείνο τον καρκίνο που κάθε μέρα μας τρώει και μας θέτει στην υπηρεσία εκείνων που μας εκμεταλλεύονται.

Υπό το φως αυτής της αναντικατάστατης, αμείωτης μεροληψίας της άποψης είναι τότε δυνατόν να κατανοηθεί η ανατροπή του εργατισμού: πρώτα η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Με άλλα λόγια δεν είναι το κεφάλαιο το υποκείμενο της Ιστορίας, που κάνει και ξεκάνει, που καθορίζει την εξέλιξη και τις συνθήκες για την υπέρβασή του. Στο κέντρο υπάρχει η ταξική πάλη, στην δύναμη της απόρριψης που έχει, στην αυτονομία της.

Από αυτή την άποψη, ο Mario Tronti διαδραμάτισε δίχως άλλο έναν πρωτεύοντα ρόλο…

Με το Tronti η τάξη παύει να είναι μια απλή κοινωνιολογική ή περιγραφική έννοια, για να γίνει μια εντελώς πολιτική έννοια. Η τάξη δεν υπάρχει στη φύση, ή μάλλον υπάρχει στη φύση του κεφαλαίου ως ταξινόμηση κοινωνικών τμημάτων τοποθετημένων στην αγορά εργασίας. Μπορούν να υπάρχουν προλετάριοι χωρίς προλεταριάτο, εργάτες χωρίς εργατική τάξη. Επομένως, η τάξη δεν είναι ένα θέμα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης. Είναι πάντα ο αγώνας που παράγει την τάξη ωσάν συλλογικό μακροοικονομικό μέρος. Τάξη σημαίνει ταξικός ανταγωνισμός. Με τον Tronti ακριβώς: δεν υπάρχει τάξη χωρίς ταξική πάλη.

Και σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ πρέπει να χρησιμοποιηθεί και να τραβηχτεί από τα μαλλιά. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο Μαρξ των ιστορικών έργων, εκείνος που μας δείχνει ότι οι προλετάριοι έγιναν τάξη στα οδοφράγματα του 1848. Αλλά και εκείνος ο (αμφίσημος) του Κεφαλαίου. Εκείνος που στο πρώτο Βιβλίο δείχνει πώς οι αγώνες καθόρισαν τη μείωση της εργάσιμης ημέρας, όχι η αστική νομοθεσία ή κάποιος φωτισμένος καπιταλιστής (είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ίδια χρόνια, σε μαθήματα που πραγματοποιήθηκαν στο Μόντρεαλ μεταξύ των ετών ’66 και ’67 και που τώρα συλλέγονται στον τόμο You Don’t Play With Revolution, Δεν Παίζεις Με Την Επανάσταση, ο CLR James φτάνει στα ίδια συμπεράσματα): αν τα αφεντικά μπορούσαν να μας κάνουν να δουλεύουμε όλη την ημέρα, χωρίς αντίσταση ή συγκρούσεις, θα το έκαναν. Είναι ένα μάθημα που θα έπρεπε να υπενθυμίζεται σε εκείνους που κλαίνε σήμερα για δωρεάν εργασία, που επικαλούνται την ανακατανομή του πλούτου ή που πιστεύουν ότι το εισόδημα της ιθαγένειας είναι θέμα παραγωγικής ορθολογικότητας: μόνο ο αγώνας μπορεί να αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώσουν ακριβά, ο ίδιος ο μισθός είναι πάντα μια πολεμική λεία, λάφυρο πολέμου μεταξύ δύο εχθρικών πλευρών. Αν κάποια από τις δυο πλευρές δεν αγωνιστεί, η άλλη δεν θα πάρει αιχμάλωτους – με καλή ειρήνη της αριστεράς.

Υπάρχει επίσης μια χρήση του Μαρξ του τρίτου Βιβλίου, που όπως είναι γνωστό διακόπτεται με το ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για τις τάξεις. Κατά ειρωνεία στο Εργάτες και κεφάλαιο ο Τρόντι σημείωνε ότι «από τον Renner μέχρι τον Dahrendorf, κάθε τόσο κάποιος απολαμβάνει να ολοκληρώνει αυτό που παρέμεινε ημιτελές: έρχεται προς τα έξω μια δυσφήμηση του Μαρξ, η οποία θα ασκούνταν τουλάχιστον με σωματική βία». Ήδη στο πεντηκοστό κεφάλαιο, «Η εμφάνιση του ανταγωνισμού», γράφει ο Μαρξ: η τιμή της εργασίας δεν ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό, αλλά είναι η τιμή της εργασίας που ρυθμίζει τον ανταγωνισμό. Οι εργατιστές θα πουν: είναι οι αγώνες που καθορίζουν την εξέλιξη, την ανάπτυξη, πρώτα έρχεται η τάξη μετά το κεφάλαιο. Να ερμηνευθεί το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή. Όταν σήμερα λέμε «είναι οι αγορές που το θέλουν», βρισκόμαστε μέσα σε αυτή την προβολή. Στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο με το οποίο τελειώνει το τρίτο Βιβλίο, ο Μαρξ σημειώνει λίγα αλλά αρκετά σημαντικά πράγματα. Μας λέει ότι να συνιστούν μια τάξη δεν είναι μόνο τα εισοδήματα, ούτε απλά η τοποθέτηση μέσα στις σχέσεις παραγωγής, αν και βεβαίως αυτές καθορίζουν την υλική βάση πάνω στην οποία βασίζεται το ζήτημα της τάξης. Να οικοδομεί την τάξη είναι ακριβώς ο αγώνας που σπάει την αφηρημένη δημοκρατική ενότητα του λαού: όταν «ο αδιαίρετος λαός» χωρίζεται σε «εχθρικά στρατόπεδα», όταν – γράφει ο Τρόντι – «η εργατική τάξη αρνείται πολιτικά να γίνει λαός«, λοιπόν σε αυτό το σημείο «δεν κλείνει, ανοίγει τον πιο άμεσο δρόμο για την σοσιαλιστική επανάσταση». Το ένα σπάει σε δύο, η αδυνατότητα σύνθεσης για το κεφάλαιο γίνεται δυνατότητα ανασύνθεσης για την τάξη. Η τάξη εξαφανίζεται ως σύνολο απλά κοινωνικό και γίνεται υποκείμενο ανταγωνιστικό που δεν υποκύπτει στην ενότητα του γενικού συμφέροντος, δηλαδή στο συμφέρον του κεφαλαίου. Είναι αυτή η παραδοχή της εργατικής μεροληψίας που αναγκάζει τους καπιταλιστές να συγκεντρωθούν πολιτικά, να ξεπεράσουν τις δικές τους αντιφάσεις, να αποκαλυφθούν ως κοινωνική δύναμη, χρησιμοποιώντας συνεπώς συλλογικά τη δύναμη του εχθρού τους για να αναπτυχθούν και να πηδήξουν προς τα εμπρός. Εδώ οι ψευδαισθήσεις μιας ειρηνικής εξέλιξης εξαφανίζονται, για τους ρεφορμιστές της μιας ή της άλλης πλευράς. Εδώ πέφτει η μάσκα της δημοκρατίας και επιτέλους αποκαλύπτεται το πρόσωπο της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ δύο συγκρουόμενων δυνάμεων: όχι πλέον εργασία και κεφάλαιο, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές, τάξη εναντίον τάξης, δύναμη ενάντια σε δύναμη.

Επομένως αυτή του εργατισμού είναι μια σκέψη της σύγκρουσης, της ανταγωνιστικής έρευνας των κεντρικών αντιφάσεων, της αντιπαράθεσης, του φίλου-εχθρού ως μορφή της πολιτικής και στρατευμένης δράσης. Στο τελευταίο του βιβλίο, Dello spirito liberoΠερί του ελεύθερου πνεύματος, ο Tronti έγραψε: “Η πολιτική φιλία είναι αυτό που έχουν κοινό, αυτό που ενώνει, εκείνους που είναι ενάντια. Και η δράση του είναι να είναι εναντίον καθαγιάζει τις μεγάλες φιλίες”. είναι πάνω απ’ όλα το contro, το εναντίον που μας ενώνει, που καθιστά δυνατό το per, το για. Ο εργατισμός είναι μια σκέψη απόρριψης και του αρνητικού ως θεμέλιο του κομμουνισμού. Είναι καλό αυτό που εμβαθύνει τις αντιφάσεις του εχθρού, είναι κακό αυτό που τις επιλύει.Ωστόσο, η αντίφαση δεν μπορεί να επιλυθεί μέσα στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή μέσα στη σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και σταθερού κεφαλαίου, αλλά πρέπει να πυροδοτηθεί μέσα στη σύγκρουση μεταξύ της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της ταξικής σύνθεσης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ διάρθρωσης του εργατικού δυναμικού και παραγωγής υποκειμενικότητας. Η εργατιστική ανάγνωση του Μαρξ ξεκινά από εδώ, για να πάει προς μια ξένη κατεύθυνση και αντίθετη στον μαρξισμό.

Έκανες αναφορά στην ταξική σύνθεση. Μπορείς να διευκρινίσεις με ποιο τρόπο ο εργατισμός εργάστηκε πολιτικά με την ταξική σύνθεση του ιταλικού καπιταλισμού της εποχής μέσω της πρακτικής της έρευνας;

Τα τελευταία χρόνια ειπώθηκαν πολλά για τη διερεύνηση, την έρευνα και την conricerca, ίσως ακόμη και πάρα πολύ, με την έννοια ότι θα ήταν καλύτερο να μιλάμε λιγότερο και να κάνουμε περισσότερα. Για να απαντήσω λεπτομερέστερα στην ερώτησή σου και να αποφύγω να επαναλάβω πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί, παραπέμπω σε μια παρέμβαση που έγινε κατά την παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης της Η χρυσή ορδή, L’orda d’oro που οργανώθηκε τον ιούνιο του 2017 από την ομάδα συντροφισσών και συντρόφων γάλλων που έκαναν αυτή την εξαιρετική δουλειά, και που δημοσιεύτηκε και από το  καινούργιο blog “Plateforme d’enquêtes militantes”. Ο τίτλος της ομιλίας, «η conricerca, η συνέρευνα ως στυλ της στράτευσης», νομίζω ότι συνοψίζει καλά την ουσία αυτού για το οποίο μιλάμε. Συχνά ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει μια ιδέα της έρευνας ως εξειδίκευση, ή ως ρητορική, ή ως επιβεβαίωση των πράξεων που κάνουμε (αφού είμαστε επισφαλείς, αν κάνουμε μια αυτο-έρευνα η άποψή μας είναι η άποψη της επισφάλειας!). Τίποτα πιο άχρηστο. Η συνέρευνα είναι μια αυτόνομη πολιτική διαδικασία ταυτόχρονα παραγωγής αντι-γνώσης, αντι-υποκειμενικότητας και αντι-οργάνωσης, στην οποία ακόμη και η αντι-χρήση των καπιταλιστικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δεξιοτήτων) σημαίνει τη μετατροπή, την μεταμόρφωση, τον μετασχηματισμό τους. Είναι ένα συνολικό στυλ στράτευσης επειδή ο αγωνιστής, ο στρατευμένος πάντα ψάχνει, ερευνά κάτι που δεν καταλαβαίνει, μια πιθανή δύναμη για να ανατινάξει τις αντιφάσεις, αυτού που υπάρχει αλλά δεν μπορεί να δει. Ο στρατευμένος είναι πάντα ανήσυχος,αλλιώς δεν είναι στρατευμένος, δεν είναι αγωνιστής.

Στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν ο Alquati και άλλοι σύντροφοι ξεκίνησαν τις συνερευνητικές τους πορείες, τα εργοστάσια και οι εργάτες είχαν εγκαταλειφθεί πολιτικά. Σε ένα είδος ασυνείδητου fancofortismo, το κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε την εργατική τάξη να είναι πλέον αμετάκλητα ενσωματωμένη στην καπιταλιστική μηχανή. Έτσι σχηματίστηκε ένας φαύλος κύκλος: το PCI – που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τις μεσαίες τάξεις και τον ιταλικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό (ένας δρόμος χωρίς επαναστατική ταξική πάλη) – ρωτούσε τους αγωνιστές στα εργοστάσια τι κινούνταν εκεί, αυτοί απαντούσαν ότι μεταξύ των εργατών πράγματι δεν υπήρχε δυνατότητα επαναστατικής ταξικής πάλης, η γραμμή της κορυφής επιβεβαιώνονταν με αυτό τον τρόπο και όλοι ένιωθαν ανακουφισμένοι. Οι εργάτες μετανάστες από τη Νότια Ιταλία και εντάχθηκαν στη γραμμή συναρμολόγησης, αυτοί που κάποιο χρόνο αργότερα θα είχαν γίνει εργάτης- μάζα, παρουσιάζονταν από τους αγωνιστές του PCI και του συνδικάτου ως οπορτουνιστές, παθητικοί, αλλοτριωμένοι. Οι εργατιστές αγωνιστές, συζητώντας με τις νεαρές «νέες δυνάμεις», έσκαβαν μέσα στις αμφισημίες ή τις πραγματικές ασάφειες αυτών των συμπεριφορών: κατανοούσαν ότι ναι ήταν αλήθεια, συχνά ακόμη και ψήφιζαν για τις κίτρινες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επειδή δεν αισθανόταν ότι εκπροσωπούνταν από κανέναν, δεν συμμετείχαν στις απεργίες, επειδή τις θεωρούσαν άχρηστες, ακόμα και η παθητικότητα ήταν μια δυνητικά πιο αποτελεσματική μορφή αγώνα, και σύντομα η αποξένωση από την εργασία έγινε απόρριψη και ανυποταξία. Επιπλέον, ο εργάτης μάζα, κυρίως νέοι νότιοι μετανάστες στις βιομηχανικές μητροπόλεις του Βορρά, δεν αντιστοιχούσε με τίποτα στην εικόνα του θύματος με τις βαλίτσες από χαρτόνι, που παραδίδονταν από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο της αριστεράς, πρόθυμο για δάκρυα και συμπόνια, αντίθετα ήταν μια δυνητική δύναμη, που μετέφερε νέες συμπεριφορές και κουλτούρες της σύγκρουσης ξένες με την παράδοση των θεσμών του Εργατικού Κινήματος που πλέον είναι συν-διαχειριστές των διαδικασιών εκμετάλλευσης μέσα στο εργοστάσιο. Φτάνει με τα κλάματα, αρκετά με την επιθυμία για θυματοποίηση, αρκετά με την κουλτούρα της αριστεράς: ο επαναστάτης αγωνιστής επιδιώκει τη δύναμη, όχι την αδυναμία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ο εργατισμός είναι μια κομμουνιστική εμπειρία σε ρήξη με το κομμουνιστικό κόμμα και ξένη προς την κουλτούρα της αριστεράς.

Όμως αυτή η αναζήτηση δύναμης, ισχύος, δεν βασίζεται ποτέ επάνω στην ιδεολογία ή στην ικανοποίηση της δικής της ταυτότητας, αλλά είναι πάντα ριζωμένη μέσα στην ταξική σύνθεση, και σε ένα πολιτικό στοίχημα στο εσωτερικό μιας ιστορικά καθορισμένης ταξικής σύνθεσης. Και εδώ ανοίγεται μια αποφασιστική ερώτηση, ένα ζήτημα αποφασιστικό, διότι αυτή η έννοια είναι κεντρική στη μέθοδο των εργατιστών.

Η αντιμετώπιση της σύνθεσης της τάξης προϋποθέτει το υποκειμενικό πρόβλημα της πολιτικής ανασύνθεσης. Πώς πρέπει να κατανοήσουμε το ζήτημα της ανασύνθεσης; Έχει περισσότερο να κάνει με τη σύνθεση ή με τη ρήξη;

Για να συνεχίσουμε τη συζήτηση, θα μπορούσαμε τώρα να πούμε ότι δεν υπάρχει ταξικός αγώνας χωρίς ταξική ανασύνθεση. Πρώτον, όμως, πρέπει να κατανοηθούμε, να συμφωνήσουμε σχετικά με την έννοια της ταξικής σύνθεσης, και τη σχέση μεταξύ τεχνικής σύνθεσης και πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής διάρθρωσης της εργατικής δύναμης στη σχέση της με τις μηχανές και τον σχηματισμό της τάξης ως ανεξάρτητου υποκείμενου. Η τεχνική σύνθεση και η πολιτική σύνθεση δεν μας επιστρέφουν φωτογραφίες στατικών στοιχείων, δηλαδή της εργατικής δύναμης απόλυτα εξαρτημένης-υποκείμενης στο κεφάλαιο αφενός και της τάξης εντελώς αυτόνομης από την άλλη: αυτές είναι διεργασίες που διασχίζονται αμφότερες από τη διαμάχη, από τη σύγκρουση, από την δυνατότητα της ρήξης και της ανατροπής, διότι και οι δύο βρίσκονται μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου ως ανταγωνιστική σχέση. Μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών δεν υπάρχει μια συμφιλιωτική διαλεκτική, ακριβώς όπως δεν υπάρχει σύνθεση και ανακλαστικό στοιχείο. Το κεντρικό ή πιο εξελιγμένο-προωθημένο υποκείμενο για την καπιταλιστική συσσώρευση δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό ή πιο προηγμένο υποκείμενο των αγώνων, όπως πίστευε η κοινωνικο-κομμουνιστική παράδοση, και όπως συχνά επανήλθαν κατά συνέπεια να σκέπτονται στις εκπονήσεις επάνω στον λεγόμενο «μετα-φορντισμό». Δεν είναι επομένως ζήτημα αναβίωσης της μαρξιστικής σχέσης μεταξύ της τάξης ως κατηγορία και της τάξης για τον εαυτό της, με τη μεσολάβηση μιας ιδεαλιστικής ταξικής συνείδησης που πρέπει απλά να αποκαλυφθεί. Όπως έχουμε ήδη δει, πράγματι, η υποκειμενικότητα – βάση και διακύβευμα της ταξικής σύνθεσης – δεν είναι η συνείδηση: δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να παραχθεί. Το κεφάλαιο την παράγει, μπορούν να της προκαλέσουν, να την παράξουν οι αγώνες.

Η πολιτική σύνθεση προϋποθέτει πάντα μια διπλή διαδικασία: την ανασύνθεση για τους δικούς της αυτόνομους σκοπούς, και την αποσύνθεση των σκοπών του εχθρού. Ανασύσταση δεν σημαίνει αθροιστικά στοιχεία έτσι όπως είναι, αλλά τον μετασχηματισμό τους σε μια διαδικασία ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο και χτισίματος ενός νέου πλαισίου. Δεν είναι λοιπόν η επανένωση μιας υποτιθέμενης αρχικής ενότητας κατακερματισμένης από τη δράση του καπιταλισμού ή την επιστροφή σε ό, τι υπήρχε πριν: η ανασύνθεση της τάξης είναι η δημιουργία ενός νέου και αυτόνομου υποκειμένου. Είναι η δράση της τάξης εναντίον του δικού της εχθρού είναι επίσης η δράση της τάξης εναντίον της ίδιας, για να καταστρέψει τη σχέση του κεφαλαίου που ενσωματώνεται, ενσαρκώνεται μέσα στο προλεταριάτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανασύνθεση είναι η επιστροφή στην αυτονομία που δεν υπάρχει. Η επιστροφή, δηλαδή σε στοιχεία που τα σπάνε με το δεδομένο πλαίσιο, συστήνονται με τρόπο ριζικά διαφορετικό, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Και ανασυνθέτοντας τον εαυτό τους μέσα στη ρήξη, αυτά τα στοιχεία υπονομεύονται, αλλάζουν μέσα στην ουσία τους, αντιστρέφονται-ανατρέπονται σε σχέση με την αρχική τους λειτουργία, την αρχική τους πρόθεση.

Και το κεφάλαιο εξ άλλου αποσυνθέτει, συνθέτει και ανασυνθέτει συνεχώς, δηλαδή, καταστρέφει και μετασχηματίζει: το ονομάζει εκσυγχρονισμόςανανέωση, καινοτομία. Στα επαναστατικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, το κεφάλαιο απάντησε πρώτα όχι με την καταστολή, αλλά με την καινοτομία. Η καινοτομία, ο εκσυγχρονισμός είναι μια επανάσταση στο αντίθετο, με στόχο μια βαθιά αλλαγή στα μεσαία και χαμηλά επίπεδα της πραγματικότητας σε θέση να ενισχύσουν την αναπαραγωγή των υψηλών επιπέδων, δηλαδή τη συσσώρευση κυριαρχίας και κεφαλαίου. Αυτή η αλλαγή φέρει μέσα της το σημάδι της πλευράς του ανταγωνιστή της, στερημένου της δυνατότητας ρήξης, ανταγωνιστή που έχει επαναφερθεί και έχει καμφθεί προς συστημικούς σκοπούς και στόχους. Για παράδειγμα, το κεφάλαιο απάντησε με την επισφάλεια στον αγώνα κατά της μισθωτής εργασίας και της αυτόνομης εργατικής και προλεταριακής ευελιξίας. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, μέσα σε πλήρη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη, υπάρχουν από την μια πλευρά εκείνοι που ξέχασαν το σημάδι της πλευράς τους, και κατέληξαν να ζητούν-να διεκδικούν την επιστροφή σε αυτό που εργάτες και προλετάριοι είχαν απορρίψει και πολεμήσει, δηλαδή τις αλυσίδες εργασίας επ ‘αόριστον · από την άλλη, όσοι έχουν ανταλλάξει τον εκσυγχρονισμό για την επανάσταση, ζωγραφίζοντας με ευφάνταστο τρόπο μια κοινωνική συνεργασία πλέον εντελώς ελεύθερη και αυτόνομη, και ένα κεφάλαιο ως καθαρά παρασιτικό περιτύλιγμα. Και οι δύο δεν βλέπουν τη συνέχεια και την πιθανότητα του ανταγωνισμού, και συνεπώς αναλαμβάνουν έναν ήδη υπάρχοντα διαχωρισμό μεταξύ των δύο τάξεων-πλευρών: για τους μεν αυτό σημαίνει την αδυναμία της απελευθέρωσης, για τους άλλους η απελευθέρωση έχει ήδη συμβεί. Και οι δύο είναι ιδεολογικές θέσεις, και οι δυο αδύναμες, και οι δύο δείχνουν την απομάκρυνση του προβλήματος της επαναστατικής ρήξης. Και οι δύο δεν βλέπουν το κεντρικό ερώτημα της ταξικής σύνθεσης ως διαδικασία που διασχίζεται συνεχώς από την σύγκρουση, την διαμάχη.

Θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι, με μια φόρμουλα: το αντίθετο του εκσυγχρονισμού δεν είναι συντήρηση, αλλά επανάσταση. Αν στη συνέχεια αντικαταστήσουμε στον εκσυγχρονισμό και την συντήρηση τις έννοιες της αριστεράς και δεξιάς, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει, είναι συνώνυμα: το αντίθετο της δεξιάς δεν είναι αριστερά, αλλά επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ορίσουμε τον εαυτό μας στην αριστερά: όχι επειδή η αριστερά έχει γίνει αυτό, αλλά επειδή η αριστερά υπήρξε πάντα αυτό. Η αριστερά είναι από τις απαρχές της διαφωτιστική, προοδευτική, εκσυγχρονιστική. Είναι η σκέψη της θυματοποίησης και της ήττας, εμπιστεύεται τον εαυτό της στην Ιστορία, εχθρεύεται εκείνους που αγωνίζονται ενάντια στους καιρούς τους, είναι αυτή της συμβατότητας με την ισχύ του κεφαλαίου και του παρανοϊκού αποκλεισμού της ανταγωνιστικής ισχύος – γι ‘αυτό μόλις οι προλεταριακές συμπεριφορές κάνουν του κεφαλιού τους, ξεσπά η συνωμοσιολογία, η διετρολογία [1], και η κατηγορία ότι είναι προβοκατόρικες. Η αριστερά απεικονίζει νεκρές φύσεις στην ακτή της λίμνης, εμείς που θέλουμε να οργανώσουμε τους εαυτούς μας μέσα στις δίνες, ακόμη και μέσα στην επικίνδυνη ακαθαρσία και ασάφεια τους, πρέπει να αποφύγουμε όχι αυτή ή την άλλη αριστερά, αλλά την αριστερά sans phrase.

Από αυτή την άποψη, ο Romano Alquati – μια αποφασιστική φιγούρα του εργατισμού, αν και δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στην Ιταλία και σχεδόν άγνωστος στο εξωτερικό – μιλούσε για «οργανωμένο αυθορμητισμό». Τι εννοούσε;

Αυτό τον καθορισμό, τον σχεδιασμό αυτό της ταξικής σύνθεσης και της ανασύνθεσης τον χρωστάμε πρώτα απ’ όλα στον Alquati. Εάν θέλουμε να το πούμε με ένα αστείο, δεν υπάρχει εργατισμός δίχως Alquati, αν και ο Alquati δεν μπορεί να μειωθεί αποκλειστικά στην εμπειρία του εργατισμού. Συχνά θεωρήθηκε ως ο «εφευρέτης της conricerca-συνέρευνας», ένας ισχυρισμός στον οποίο απαντούσε ότι οι αγωνιστές,οι στρατευμένοι πάντα έκαναν συνέρευνα και απλά αυτός, που ήταν αγωνιστής, έκανε συνέρευνα, είναι σαν να υποστηρίζουμε – μας προειδοποιούσε – ότι αν είναι να διασχίσω έναν δρόμο γεμάτο πέτρες φορώ τα παπούτσια, τότε σημαίνει ότι έχω εφεύρει τα παπούτσια.Υπήρχε προφανώς μια παράδοξη υπερβολή σε αυτό, επειδή η συνέρευνα- conricerca για το πώς μιλάμε γι ‘αυτήν σήμερα ή που προσπαθούμε να ξανα- ανακαλύψουμε βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή του Alquati και των συλλογικών πραγματικοτήτων που έχτισε αυτός για να την εφαρμόσει. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι το να τον ορίσουμε απλά ως εφευρέτη της συνέρευνας κατέληξε να περιορίζει την πορεία του στη δεκαετία του ’60, στα έτσι κι αλλιώς αποφασιστικά κείμενα για την Fiat ή την Olivetti. Ο Alquati αντίθετα είναι πολύ άλλος και πολύ περισσότερα. Οι ερευνητικές του πορείες μέσα και κατά του «πανεπιστημίου της μεσαίας τάξης» της δεκαετίας του ’70 εξακολουθούν να είναι θεμελιώδεις ακόμη σήμερα, στις οποίες προέβλεπε την εμφάνιση του κοινωνικού εργάτη και του πνευματικού προλεταριάτου. Μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 επεξεργάζεται ένα γενικό μοντέλο, συνολικό (καλούμενο από αυτόν «modellone») για τη λειτουργία του καπιταλισμού, με στόχο τον επαναστατικό μακροπρόθεσμο στόχο της ρήξης και της εξόδου από τον καπιταλιστικό πολιτισμό. Σε αυτή την φάση ο Alquati παράγει εξαιρετικές προβλέψεις για θέματα, ερωτηματικά, προβλήματα και ζητήματα (από την υπερ-εκβιομηχάνιση έως την κεντρική θέση της αναπαραγωγής) που σήμερα παρουσιάζονται απολύτως αποφασιστικά.

Ο ορισμός του «οργανωμένου αυθορμητισμού» προκύπτει από τις διαδικασίες της conricerca-συνέρευνας στη ζωντανή σάρκα των εργατικών αγώνων της δεκαετίας του ’60. Στην παράδοση του εργατικού κινήματος υπάρχει μια διάκριση μεταξύ της λατρείας του αυθορμητισμού και του φετίχ της οργάνωσης, ή μια διαλεκτική της για τα στάδια της ανάπτυξης: πρώτα υπάρχει ο αυθορμητισμός, μετά υπάρχει η οργάνωση. Ο Alquati διαρρηγνύει οριστικά αυτή τη διαλεκτική και προτείνει εκείνο το φαινομενικό οξύμωρο: στη Fiat δεν είναι μια εξωτερική οργάνωση που παράγει τη σύγκρουση, δεν είναι ο απλός αυθορμητισμός που την ωθεί προς τα εμπρός. Δημιουργήθηκε ένα είδος «αόρατης οργάνωσης» μέσω της οποίας οι εργάτες επικοινωνούν, προετοιμάζουν τους αγώνες, ανιχνεύουν τους χρόνους, μπλοκάρουν το εργοστάσιο. Είναι αυτή η αόρατη οργάνωση που τίθεται ως πρωτοπορία των ανασυντεθιμένων διαδικασιών, ενώ οι αγωνιστές του κόμματος ακολουθούν διστακτικοί, χαμένοι και συχνά δρουν σαν καπάκι. Η μορφή αγώνα της «αγριόγατας», a “gatto selvaggio”, η οποία τρέφεται ακριβώς από την αόρατη οργάνωση, είναι απρόβλεπτη, επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί από μια μεταρρυθμιστική, ρεφορμιστική διαμεσολάβηση.Εφαρμόζεται μέσα από μια συνεχή εναλλαγή των τακτικών, των μεθόδων, των χρόνων και των τόπων και, «δεν διεκδικεί τίποτα».Είναι το πιο προωθημένο επίπεδο της εργατικής «μη συνεργασίας», αν και σίγουρα δεν είναι η μόνη μορφή πάλης, εναλλασσόμενη με τη μαζική απεργία ή τη σύγκρουση στους δρόμους, στην πλατεία. Το πρόβλημα είναι να τις συνδυάσουμε και να τις επαναδρομολογήσουμε, ενισχύοντας τες αμοιβαίως. Ο Alquati γράφει σχετικά με αυτό: «Το καθήκον μιας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι να σχεδιάσει την αγριόγατα με έναν προκαθορισμένο τρόπο, διότι θα διακινδυνεύσει ακριβώς να την καταστήσει απορροφήσιμη στον κύριο-στο αφεντικό με την εξημέρωσή της: ενώ να την οργανώσει και να την εξαπλώσει αρκεί και η εργατική »αόρατη οργάνωση», της οποίας η απεργία ‘αγριόγατας’ καθίσταται ένα μόνιμο γεγονός».

Πηγαίνοντας πέρα από την ιδιαιτερότητα αυτών των αγώνων, το ζήτημα του οργανωμένου αυθορμητισμού μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη σχέση με πολιτικά ορθούς όρους, να ξεχωρίσουμε αποφασιστικά την αμεσότητα, την αυθεντικότητα από τον αυθορμητισμό, που αποτελεί την ιδεολογία του, καθώς και να ξεχωρίσουμε την οργάνωση από την απλή διαχείριση. Συνεπώς, οι δύο όροι της σχέσης δεν πρέπει ποτέ να διαχωριστούν και να αντιταχθούν: η οργάνωση πρέπει να τρέφεται με αυθορμητισμό και η οργάνωση πρέπει να οδηγείται μέσα στην αμεσότητα και την αυθεντικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η οργάνωση που αντικατοπτρίζει επάνω στην δική της αμεσότητα, είναι η αυθεντικότητα που αντανακλά επάνω στη δική της οργάνωση. Και μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα (με τρόπο ριζικά διαφορετικό από την τρέχουσα χρήση και ιδέα) είναι το υποκείμενο που ανασυντάσει συνεχώς τη σχέση ανάμεσα στην αμεσότητα και την οργάνωση, ανάμεσα στην άρνηση και τους μακρο-στόχους.

Πολύ συχνά, κι εσύ αναφέρεσαι στη «μέθοδο της τάσης», στα γραπτά σου: σε τι ακριβώς συνίσταται;

Είναι μια κεντρική οπτική και, όπως και ίσως περισσότερο από άλλες, αποτελεί προάγγελο πολλών παρανοήσεων. Από κάποιες φιγούρες που προέρχονται από τον εργατισμό η τάση έχει ερμηνευτεί με όλο και πιο μηχανιστικούς όρους, σαν να μας έχει παραδώσει άμεσα η γραμμή της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα υποκείμενα της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική σύνθεση έχει γίνει ο καρπός της τεχνικής σύνθεσης, και όχι πλέον η διάρρηξη της. Αυτός ο μηχανισμός έχει πάρει το όνομα της οντολογίας, πραγματοποιώντας μια απλή πνευματική ανατροπή της διαδικασίας. Δηλαδή: τα υποκείμενα που παράγει η καπιταλιστική ανάπτυξη θεωρούνται οντολογικά τα επαναστατικά υποκείμενα. Για να βρεθούν οι άκρες, για να τακτοποιηθούν οι λογαριασμοί, απομακρύνθηκε επομένως ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, των ισορροπιών δυνάμεως, των διαδικασιών αγώνα μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα διαμορφώνει την αυτονομία της, σπάζοντας τα με τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενικοποίησης.

Αντίθετα, από την επαναστατική οπτική τάση δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και γραμμικότητα του ιστορικού μονοπατιού, και δεν έχει καμία σχέση με την πρόβλεψη του μέλλοντος. Πρέπει να αφήσουμε τους μετεωρολόγους να προβλέψουν τις βροχές, ως αγωνιστές πρέπει να στρατευθούμε για τη δημιουργία καταιγίδων. Και φυσικά τάση δεν σημαίνει μη αναστρεψιμότητα των διαδικασιών, δηλαδή το δόγμα στη βάση της εκσυγχρονιστικής θρησκείας και επιταχυντικής : αντίθετα, από τη στιγμή που θεμελιώνονται και διαμορφώνονται από τις ισορροπίες δυνάμεων, οι διαδικασίες μπορούν να διακόπτονται συνεχώς, να εκτρέπονται, να ανατρέπονται. Ως εκ τούτου τάση σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πιθανότητα μιας ανάπτυξης αντιπαράθεσης και ριζικής διαφορετικότητας στη σύνθεση των στοιχείων του παρόντος. Η τάση είναι σαν την προφητεία: σημαίνει να βλέπεις και να επιβεβαιώνεις με διαφορετικό τρόπο εκείνο που ήδη υπάρχει εικονικά στο παρόν.

Με λίγα λόγια, τάση σημαίνει στην πραγματικότητα να είσαι μπροστά, είναι η ικανότητα να κατανοήσουμε το έδαφος της ανταγωνιστικής δυνατότητας μέσα στις αμφιβολίες και τις αμφισημίες της σύνθεσης, της υποκειμενικότητας και των υπαρχουσών συμπεριφορών. Τάση σημαίνει προσδοκία, προκαταβολή, πολιτικό στοίχημα. Το στοίχημα δεν είναι μια ζαριά, ούτε είναι επιστημονική πρόβλεψη.Είναι μια επιλογή διαδρομής, η αναγνώριση μιας γραμμής τάσης που δεν υπάρχει εκεί αλλά θα μπορούσε να είναι εκεί. Είναι ένα υλιστικό στοίχημα, δηλαδή εντός και κατά το υπάρχοντος πεδίου δυνάμεων. Χωρίς πολιτικό στοίχημα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολιτική με επαναστατική έννοια, αλλά μόνο διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή τεχνική της θεσμικής πολιτικής.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μιλώντας για την ουσία της εκπαίδευσης και του πανεπιστημίου, ο Alquati έγραφε ότι η conricerca-συνέρευνα χρησιμεύει για να επιτύχει να έχει ένα ρόλο το κίνημα που να μην είναι απλά της ουράς των πραγμάτων : «η έρευνα στόχευε στο να προβλέψει, να προκαταβάλει, όχι να εξορθολογίσει ιδεολογικά εκείνο που έχει ήδη συμβεί καθώς «αυθόρμητα» συμβαίνει όταν το μαζικό κίνημα ακριβώς ‘κινείται’. Το πρόβλημα είναι γενικό: της στρατηγικής που χρησιμεύει στην καθοδήγηση και την πολιτική ηγεσία που επιτυγχάνει να προβλέψει σύμφωνα με μια στρατηγική. Το να φθάσεις αργότερα δεν χρησιμεύει σε τίποτα «. Ο αγωνιστής πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο. Το σημαντικό είναι να ενεργήσει εντός και κατά της χυδαιότητας της υφιστάμενης κατάστασης και όχι – όπως συμβαίνει πολύ συχνά στον λεγόμενο «μετα-εργατισμό» – μέσα στη φαντασία του ατόμου και ενάντια στις συλλογικές δυνατότητες.

Στα δύο πιο γνωστά ονόματα σε διεθνές επίπεδο – Mario Tronti και Toni Negri – είναι παραπέμψιμες δύο παραλλαγές του εργατισμού που αναφέρατε, μια «katechontica-κατεχοντική» και η άλλη «accelerationist-επιταχυντική». Μέσα από μορφές όπως ο Romano Alquati ή ο Sergio Bologna, ωστόσο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα τρίτο θεωρητικό και πολιτικό παράδειγμα μέσα στον εργατισμό, το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «composizionista-συνθετιστικό». Γιατί μπορεί να είναι σημαντικό να εμβαθύνουμε αυτή τη γραμμή, αυτό το ρεύμα έρευνας;

Είναι διαμέσου αυτού του παραδείγματος (που ορίζεται ως συνθετιστικό για να καταλαβαινόμαστε, αν θέλετε να βρείτε έναν άλλο όρο, αυτό που έχει σημασία είναι η ουσία), ο εργατισμός μπόρεσε να σπάσει το μερικώς κλειστό σύστημα μαρξικής λογικής, εκείνης που κινδυνεύει να παραμείνει παγιδευμένη στην εξήγηση του πώς παράγεται και αναπαράγεται το χαλύβδινο κλουβί, εισάγοντας το καθοριστικό στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αυτή δεν διαμορφώνεται με τρόπο ντετερμινιστικό από την υλική διαμονή-τοποθέτηση, ούτε σχηματίζεται ανεξάρτητα από αυτήν: όπως έχουμε ήδη δει, η υποκειμενικότητα συνδέεται με τον αγώνα, δηλαδή με τη ισχύ σχηματισμού του κεφαλαίου και με τη δυνατότητα συμπεριφορών και δυνάμεων που σχηματίζονται εναντίον του κεφαλαίου. Το να εξετάζουμε τη σύνθεση της τάξης, να συνερευνούμε και να δρούμε μέσα σε αυτήν για να την λυγίσουμε και να την κάμψουμε σε μια ανταγωνιστική κατεύθυνση, σημαίνει να εστιάζουμε συνεχώς την πολιτική πρωτοβουλία στη σχέση μεταξύ διαδικασίας και υποκειμένου. Για να το πούμε απλά: σε μια διαδικασία με σχέσεις ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, το υποκείμενο που σχηματίζεται πρώτα απ’ όλα πλάθεται από αυτό, σε μια διαδικασία με διαφορετικές ισορροπίες δυνάμεων, σχηματίζεται ένα διαφορετικό υποκείμενο. Το να λέμε ότι το υποκείμενο είναι διαμορφωμένο από το κεφάλαιο, όπως συμβαίνει στη σημερινή φάση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες σύγκρουσης ή αυτονομίας, όχι, καθόλου. Ο Alquati μίλησε για ένα «άλυτο κατάλοιπο» και που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, αυτό που αποκαλούσε ανθρώπινη ενεργητική ικανότητα, της οποίας το κεφάλαιο πρέπει να τροφοδοτείται συνεχώς για να κάνει να λειτουργεί το σύστημά του. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι υπάρχει μια διαρθρωτική δυνητική ασυμμετρία μεταξύ των δύο τάξεων: ενώ το κεφάλαιο χρειάζεται το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, και τελικά ούτε τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν αυτής της κοινωνικής σχέσης. Αυτή είναι η αντίφαση που δεν επιλύεται για το κεφάλαιο, απ’ όπου προέρχεται η διαρκής δυνατότητα του ανταγωνισμού, η οποία αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές και εκφράσεις, ή από καιρό σε καιρό ή σε ορισμένες φάσεις δεν λαμβάνει ρητές μορφές και εκφράσεις.

Ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να αναμένεται μεσσιανικά, ούτε να τον φανταζόμαστε ξεκινώντας από αυτό που θα θέλαμε και θα μας άρεσε – με αποτέλεσμα όταν οι προλετάριοι δεν συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε, ασκούμε ατομικές και πνευματικές αποδράσεις προς τα εμπρός. Οι αγωνιστές πρέπει να σκάψουν μέσα στις αμφιβολίες, τις αμφισημίες και τις ασάφειες, μέσα στην «ακαθαρσία» των πραγματικών συμπεριφορών: όχι για να τις εκθειάζουμε λαϊκιστικά, αλλά για να αναζητήσουμε μέσα τους μια πολιτική φύση στο επίπεδο των εγγενών μορφών και εκφράσεών της, όταν υπάρχει μια virtualness, εικονική πραγματικότητα που δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε δράση συλλογική. Για παράδειγμα, πριν γίνει ρητή και συλλογική μορφή αντιπαράθεσης και άρνησης, η απόρριψη της εργασίας ενσαρκώνονταν σε κατακερματισμένες συμπεριφορές προσποίησης στο ατομικό επίπεδο. Από την εγγενή πολιτική φύση προς τη ρητή πολιτική φύση δεν υπάρχει ένα απαραίτητο πέρασμα σταδίων ανάπτυξης. Υπάρχει αντ ‘αυτού η κατασκευή μιας οργανωτικής διαδικασίας, υπάρχει η πορεία της συνέρευνας, υπάρχει όλη η δύναμη του μαχητικού στοιχήματος, του στρατευμένου στοιχήματος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιδίωξη της εγγενούς πολιτικής φύσης είναι η αναζήτηση του χώρου μεταξύ της αφηρημένης δυναμικής του ανταγωνισμού και της διοχετευμένης μορφής έκφρασής του, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο οι συμπεριφορές μπορούν να πάρουν διαφορετικές ή και αντίθετες κατευθύνσεις, είναι ο χώρος στον οποίο η διαδικασία μπορεί πράγματι να αποκλίνει, να καμπυλώνεται, να διακόπτεται, να ανατρέπεται. Επομένως, είναι ο χώρος που αρμόζει στην μαχητική, στρατευμένη παρέμβαση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι τόσο το «επιταχυντικό»,“accelerazionista” πρότυπο όσο και το «κατεχοντικό», “katechontico” παράδειγμα καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη χρονικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και να προκαλούν την ταξική σύνθεση και τις επαναστατικές δυνατότητές της να κατεβούν από αυτήν. Για το πρώτο παράδειγμα πρέπει απλά να επιταχύνουμε την ανάπτυξη της νέας τεχνικής σύνθεσης για να την μετατρέψουμε σε πολιτική σύνθεση, για δεύτερο πρέπει να διατηρήσουμε τη δύναμη της παλιάς πολιτικής σύνθεσης για να καταπολεμήσουμε την τεχνική σύνθεση. Και τα δύο κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χάνει την επαφή με τη μεσαία δέσμη, δηλαδή με το επίπεδο στο οποίο δίδονται οι συγκεκριμένες δυνατότητες της ρήξης και της ανατροπής. Η μέθοδος της τάσης που μας ενδιαφέρει, αντιθέτως, δεν είναι ο προσδιορισμός μιας «αντικειμενικής» ανάπτυξης, σημαίνει να θέσουμε το πρόβλημα της διακοπής και της απόκλισης, δηλαδή της συσσώρευσης δύναμης για το χτίσιμο ανασυντεθιμένων διαδικασιών. Αυτή η δύναμη συσσωρεύεται τόσο στην επιτάχυνση όσο και στη συγκράτηση, περισσότερο ή λιγότερο στη μία ή την άλλη, ανάλογα με τις φάσεις και πάνω απ ‘όλα τους αγώνες που δημιουργούν αντίσταση ή σπρώχνουν προς τα εμπρός. Επειδή η οπτική από την οποία αξιολογείται η επιτάχυνση και η συγκράτηση είναι αυτή της ταξικής σύνθεσης, της δυνητικής αυτονομίας της και των δυνατοτήτων της για επαναστατική μεταμόρφωση.

Στην περίπτωση του επιταχυντισμού του Negri, αντίθετα, η τάση γίνεται τελεολογία, η διαδικασία της οργάνωσης, σύγκρουσης και ρήξης εσωτερικό της σχέσης μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης, πολιτική και ανασύνθεση δίνουν τη θέση σε μια ιδέα απόρριψης οποιασδήποτε μορφής μεσολάβησης της ανατροπής. Ο Negri καταλήγει δηλαδή να μην βλέπει τη διαδικασία και να ταυτοποιεί αμέσως το υποκείμενο ως οντολογικώς ελεύθερο και αυτόνομο. Δεν συνειδητοποιεί ότι εκείνο το υποκείμενο δεν είναι καθόλου ελεύθερο και αυτόνομο, αλλά βαθιά σημαδεμένο από την καπιταλιστική υποκειμενοποίηση,subjectivisation. Μόνο με την κατανόηση της αμφισημίας και την κάμψη της σε ανταγωνιστική έννοια μπορεί να φθάσει να αντιταχθεί στον εαυτό του. Μόνο μέσα από τη διαδικασία του αγώνα το υποκείμενο κατακτά ελευθερία και αυτονομία. Υπάρχει επίσης σε αυτό ένα πνευματικό βίτσιο, εκείνου που δεν μετρά πλέον τις κατηγορίες του με βάση τη μαχητικότητα-την στράτευση μέσα και κατά της πραγματικότητας, αλλά μετρά την πραγματικότητα στη βάση των δικών του κατηγοριών. Στην αυτονομία του πολιτικού ακολουθεί εδώ η αυτονομία της πολιτικής φιλοσοφίας. Και είναι, ίσως, θλιβερά παράδοξο το γεγονός ότι ένας από εκείνους που μίλησαν για την ηγεμονία της «γενικής διάνοιας», τερματίζει την πορεία του μέσα στην αλαζονική μοναξιά της ατομικής διάνοιας.

Συχνά ο εργατισμός κατηγορήθηκε για sviluppismo, αναπτυξιολαγνεία…

Εν μέρει, υπάρχει λόγος, κυρίως λόγω εκείνης της εξέλιξης στην οποία η τάση γίνεται τελεολογία. Πιστεύω όμως ότι το ίδιο προβληματική, ή ακόμη περισσότερο, είναι η ρητορική εναντίον της ανάπτυξης που έκανε το δρόμο της τις τελευταίες δεκαετίες, διότι συχνά υιοθετεί ηθικίστικα και κατά βάθος ταξικά χαρακτηριστικά, στην περίπτωση αυτή της άλλης τάξης. Είναι μάλλον πολύ εύκολο να είμαστε για την degrowing, αποανάπτυξη ενώ πίνουμε κονιάκ από το άνετο γραφείο της Σορβόννης μας …Δεν είναι όλες οι θέσεις ενάντια στην ανάπτυξη αναγώγιμες στην αποανάπτυξη, αλλά ακόμη και οι καλύτερες και οι πιο ενδιαφέρουσες για τους αγώνες κινδυνεύουν να είναι ισοδύναμες στο πολεμικό τους αντικείμενο. Στην πραγματικότητα, τόσο η αναπτυξιολαγνεία όσο και η αντι-αναπτυξιολαγνεία δεν έχουν καμία σχέση με τον στόχο και καταλήγουν να είναι μάλλον ιδεολογικές: η μια φαντάζεται τα επαναστατικά υποκείμενα σε όλα όσα παράγονται από την ανάπτυξη του κεφαλαίου, η άλλη τα φαντάζεται σε όλα αυτά που προηγούνται ή απατηλά θεωρούνται «έξω» από εκείνη την ανάπτυξη. Μια επιλογή είναι τόσο μέσα που ξεχνιέται πως είναι αντίθετη, και έτσι απορροφάται μέσα στα σαγόνια ενός αδύνατου ρεφορμισμού, η άλλη επικαλείται μια επίθεση στο φρούριο από τα έξω, στηριζόμενη σε έναν μη ρεαλιστικό αυθορμητισμό. Ο υλισμός χωρίς την επαναστατική θέληση ρέει στον ντετερμινισμό, η επαναστατική θέληση στερημένη του υλισμού ρέει στον ιδεαλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπώς, είμαστε εν τούτοις ακόμα μέσα στην ανάπτυξη και στις χαοτικές αντιφάσεις της, δεν μπορούμε λοιπόν να έχουμε μια αμφίθυμη συγκρουσιακή ματιά: πρέπει να κατανοούμε δηλαδή αυτή την αντιυποκειμενικότητα- controsoggettività και πόσες ανταγωνιστικές δυνατότητες δημιουργούνται και καταστρέφονται μέσα στην εξέλιξη-ανάπτυξη, πόσες δημιουργούνται και καταστρέφονται στην αντίσταση ή όταν πιέζουμε τις διαδικασίες προς τα εμπρός. Αντι-χρήση των διαδικασιών σημαίνει όχι μόνο τη χρήση των μέσων που παράγονται από την ανάπτυξη για έναν άλλο σκοπό, αλλά κάνοντας αυτό να τα λυγίζουμε, να τα μεταμορφώνουμε, να δημιουργούμε άλλα. Διότι τότε το να είσαι μέσα δεν είναι ένα ζήτημα ατομικών επιθυμιών ή υπαρξιακών εμπειριών αλλά σκληρής ουσιαστικότητας-υλικότητας της κοινωνικής σχέσης που μαχόμαστε, το σημείο είναι σαν να είμαστε εναντίον.

Εν ολίγοις, η διαλεκτική μεταξύ αναπτυξιολαγνείας και αντι αναπτυξιολαγνείας, επιτάχυνσης και αποανάπτυξης, νεωτερικότητας και αντι-νεωτερικότητας, είναι εξ ολοκλήρου εσωτερική στην οπτική του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελείται από επιτάχυνση και κράτηση, καταστρέφει τη σύνθεση του ανταγωνιστή του και ανασυνθέτει τα θραύσματα που παράγονται σύμφωνα με τις αναπτυξιακές του ανάγκες.Τότε το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να σχεδιάσει την εξέλιξη-την ανάπτυξη από την οπτική γωνία της μακρο-δικής μας πλευράς, πραγματικής ή δυνητικής, για να περιορίσει τα στοιχεία που εμποδίζουν την καταστροφική επιτάχυνση της καπιταλιστικής καινοτομίας, δηλαδή αυτά που μας φτωχαίνουν, και επιταχύνοντας τα στοιχεία που παράγουν ρήξη στον αντίπαλο, εμπλουτισμό της υποκειμενικότητας και και αυτονομία στην πλευρά μας.

Για να καταλάβουμε το τι πρέπει να κάνει οαγωνιστής-ο στρατευμένος μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, συγχωρέστε την αγριότητα, την αλληγορία του καρκίνου. Στο σώμα μας πρέπει να περιορίσουμε τη δύναμη του κακού, που αναπτύσσει τον καρκίνο, στο κορμί του εχθρού μας πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταστάσεις που παράγονται από την ταξική πάλη. Μεταξύ των δύο κινήσεων υπάρχει μια σχέση, αλλά ποτέ δεν είναι συμμετρική, χρονικά γραμμική, τελεολογική. Επομένως, η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργεί ως καρκίνος προς τον αντίπαλο και ως εμβόλιο μέσα μας, δηλαδή ελεγχόμενος εμβολιασμός δηλητηρίου για να ενισχύσουμε τον οργανισμό. Σε εμάς το αντίθετο συμβαίνει συχνά: η σύγκρουση γίνεται καρκίνος μέσα μας, δηλαδή πηγή συχνά άχρηστων διαχωρισμών, και εμβόλιο για τον αντίπαλο, επομένως καπιταλιστική καινοτομία, ανανέωση.

Ας έρθουμε λοιπόν στη φιγούρα του αγωνιστή, του στρατευμένου, στον οποίο έχεις πρόσφατα αφιερώσει ένα δοκίμιο. Ποιος είναι ο αγωνιστής; Ποιος είναι ο ρόλος και η σημασία του;

Από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα έχουν ανακύψει ήδη διάφορα κομμάτια απάντησης, επειδή η μαχητικότητα-η αγωνιστικότητα-η στράτευση δεν είναι μια συγκεκριμένη πτυχή: είναι η άποψή μας, είναι η μορφή της ζωής μας, είναι αυτό που είμαστε, αυτό που λέμε, αυτό που πιστεύουμε. Ο μαχητής-αγωνιστής-στρατευμένος είναι εξ ορισμού αυτός που θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο, ολοκληρωτικά. Αυτή η αλήθεια παίρνει διάφορες μορφές σε σχέση με την ιστορική φάση, με την ταξική σύνθεση, με τις οργανωτικές διαδικασίες. Όταν στο σημείο καμπής της χιλιετίας άρχισαν να τον αποκαλούν ακτιβιστή, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική και αμερικανική επικρατούσα μόδα, δεν επρόκειτο απλά για μια γλωσσική παραχώρηση, αλλά για μια δομική αποτυχία, υποχώρηση, καθίζηση. Χάθηκε έτσι η incommensurabilità του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. [ incommensurabilità: η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ενός κοινού μέτρου ή μιας περιόδου αναφοράς, με σκοπό έναν βολικό ποσοτικό ορισμό.] Φιγούρες του γενικού ενδιαφέροντος, συνεπώς της αναπαραγωγής του υπάρχοντος. Αντίθετα ο αγωνιστής είναι ένα διαχωριστικό υποκείμενο, παράγει συνεχώς το «εμείς» και «αυτοί», παίρνει θέση και αναγκάζει να πάρουμε θέση, να τοποθετηθούμε. Ξεχωρίζει για να ανασυνθέσει το μέρος του, την πλευρά του. Είναι πρωτίστως μια φιγούρα της άρνησης, επειδή απορρίπτει το υπάρχον και αγωνίζεται για να το καταστρέψει. Ξεκινώντας από την άρνηση, παράγει συλλογικούς μακρο-στόχους και νέες μορφές ζωής.

Πολύ συχνά, ειδικά σε δύσκολες φάσεις όπως αυτή, ακούμε πολλούς συντρόφους να διαμαρτύρονται για την απουσία αγώνων ή να χαίρονται με εκείνους άλλων. Κατάθλιψη και ευφορία μιμούνται εκείνες των χρηματοπιστωτικών αγορών, φούσκες και voyeurismo-ηδονοβλεψία ταξιδεύουν και εξαφανίζονται με την ταχύτητα ενός tweet. Και όμως, οι ιστορικές φάσεις δεν είναι όμορφες ή άσχημες: είναι χώροι μέσα και εναντίον των οποίων τοποθετούμαστε όσον αφορά τον σχεδιασμό. Δεν πρέπει να κριθούν στη βάση των επιθυμιών μας, αλλά πολεμούνται στη βάση των καθηκόντων μας. Η ποινή είναι να βυθιζόμαστε στο κυκλοθυμικό χρονικό των αγώνων και της απουσία τους, κυματίζοντας μεταξύ της ευφορίας του οπαδού και την κατάθλιψη του θεατή, ανάμεσα σε μια δίχως λόγο αίσθηση ήττας και αδικαιολόγητες διακηρύξεις νίκης. Να ελευθερωθούμε από αυτές, αν θέλουμε να ζήσουμε στο ύψος των περιστάσεων. Πράγματι, πρέπει να καταλάβουμε ότι η πιο σημαντική φάση για τον επαναστάτη αγωνιστή είναι ακριβώς εκείνη στην οποία δεν υπάρχουν αγώνες. Στην πραγματικότητα, όταν υπάρχουν, ο στρατευμένος επαναστάτης φτάνει πολύ αργά. Πρέπει να προβλέψουμε, να προλάβουμε για να οργανώνουμε και να κατευθύνουμε, να μην παρατηρούμε για να διηγούμαστε και να περιγράφουμε. Και πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι όταν οι αγώνες υπάρχουν, συχνά οι αγωνιστές – μιλάω στην περίπτωση αυτή για την ιταλική συγκυρία – δεν ξέρουν πώς να τους αντιληφθούν γιατί ξεφεύγουν από τα σχήματα τους, ή δρουν σαν πώμα, σαν αναστολέας στην ανάπτυξή τους. Ας μην μας πιάνει κατάθλιψη λοιπόν από ένα επίπεδο τοπίο ή να μην γοητευτούμε από τα κύματα της θυελλώδους θάλασσας, να προσπαθήσουμε αντιθέτως να πιάσουμε τα αόρατα στροβιλίσματα που αναταράσσονται κάτω από την φαινομενική ηρεμία του ποταμού. Αυτό είναι το καθήκον του σήμερα, αυτό είναι το τι να κάνουμε που πρέπει να χτίσουμε.

Ας έρθουμε τώρα στις κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον «μετα-εργατισμό», οι οποίες, όπως παρατήρησες, κινδυνεύουν μερικές φορές να οδηγήσουν σε μια ψεύτικη αμεσότητα της μετάφρασης της τεχνικής σύνθεσης στην πολιτική σύνθεση …

Πρέπει οριστικά να απαλλαγούμε από την ιδεολογία του μετά, του post, η οποία για πολύ καιρό από τη δεκαετία του ’80 και τη δεκαετία του ’90 μας έχει κρατήσει παγιδευμένους στην μέγκενη ενός εκβιασμού: την επιλογή μεταξύ εκείνων που λένε πως τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και αυτών που λένε ότι όλα θα είναι πάντα όπως πριν. Και οι δύο έχουν λάθος. Για να ξαναπάρουμε και πάλι τα εννοιολογικά εργαλεία του αλκουατιανού μοντέλου- modellone, μπορούμε να πούμε ότι στα επίπεδα των υψηλών πραγματικοτήτων (όπως είδαμε, εκείνα της συσσώρευσης κυριαρχίας και κεφαλαίου) τίποτα δεν άλλαξε, στα επίπεδα των ενδιάμεσων πραγματικών πραγματικοτήτων υπήρξαν σημαντικές μεταλλάξεις-αλλαγές, στο τα επίπεδα χαμηλής πραγματικότητας τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα. Για να κατανοήσουμε τις μονιμότητες και τις αλλαγές, χρειαζόμαστε έρευνα, να καταλάβουμε πού τα πράγματα διαφέρουν και γιατί, και ποιοι χώροι ανταγωνιστικής δυνατότητας ανοίγουν. Η ιδεολογία του post έχει, αντιθέτως, αξιώσει να μας λέει για έναν καινούργιο κόσμο, πάντα καινούργιο, είναι ο κόσμος για τον οποίον μας έχει μιλήσει η ρητορική της καινοτομίας, της ανανέωσης, η οποία είναι η πραγματική ρητορική του σύγχρονου καπιταλισμού. Μια ρητορική που οργανώνει μια συγκεκριμένη υλικότητα, εκείνη όπως έχουμε δει της καπιταλιστικής αντεπανάστασης.

Αναλαμβάνοντας την ιδεολογία του μετά, ένα μέρος εκείνων που έχουν διεκδικήσει την κληρονομιά του εργατισμού έχει φανταστεί την τάξη (όρος που καταργήθηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα με διάταγμα) ως αντικειμενικά επακόλουθο των πραγματικών ή υποτιθέμενων μετασχηματισμών του κεφαλαίου. Δηλαδή, ο κόμπος της ταξικής σύνθεσης, της πολιτικής διαδικασίας της αντιυποκειμενοποίησης και της μεταμόρφωσής της έχει αφαιρεθεί. Ο κόμβος της ρήξης, με το κεφάλαιο και εσωτερικό στην ταξική σύνθεση, έχει αφαιρεθεί, καταργήθηκε. Όχι πλέον η τάξη εναντίον της, αλλά μια τάξη που ως δια μαγείας γίνεται αυτόνομη και πρέπει μόνο να αναγνωρίζεται μέσα σε αυτήν την αυτονομία της. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να τα σπάσει με το κεφάλαιο, αλλά απλώς να απομακρυνθεί από αυτό (παραδόξως, ακόμη και θέσεις που χαρακτηρίζονται έντονα από κριτική και αντίθεση προς τον Negri, καταλήγουν μερικές φορές να φθάνουν σε παρόμοια συμπεράσματα). Παρόλο που γεννήθηκαν από την άρνηση της εργασίας, ορισμένες αιχμές του λεγόμενου «μετα-εργατισμού» κατέληξαν παράδοξα στο να δώσουν ζωή σε ένα είδος άυλου και γνωστικού lavorismo, εκεί όπου έχασαν από την ματιά τους την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των καπιταλιστικών δεξιοτήτων και των γνώσεων της δικής τους πλευράς, μεταξύ της αναπροσαρμογής της αξίας και της αυτο-αναπροσαρμογής της αξίας, μεταξύ του πλούτου της συσσώρευσης και του πλούτου των αγώνων. Το πρόβλημα, ακριβώς, απορρέει από την ιδέα μιας ήδη ελεύθερης συνεργασίας σε σχέση με την οποία το κεφάλαιο είναι παρασιτικός παράγοντας, ενώ η εργασία θα είχε γίνει κοινή – κάτι που μπορεί να είναι αληθινό, υπό την προϋπόθεση να προστεθεί ότι εκείνη είναι η κοινότητα της εκμετάλλευσης και της αφηρημένης εργασίας που διοικείται από το κεφάλαιο.

Ο ίδιος ο ορισμός του «μετα-εργατισμού» επινοήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, ως μια προσπάθεια να συλλάβει τη δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσει και να τον αφαιρέσει από τη σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσει, δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της γνώσης, δηλαδή όχι πλέον καλό για τους αγώνες. Μετά έγινε «ιταλική θεωρία», “Italian Theory”, η οποία διαφοροποιείται από την «ιταλική σκέψη», “Italian Thought”,και στη συνέχεια θα υπάρξει η « επικριτική ιταλική θεωρία», “Critical Italian Theory”, η «επικριτική ιταλική σκέψη», “Critical Italian Thought” και ούτω καθεξής προς το κακό τους άπειρο, σε μια θεωρία αποσπασμένη από τη ταξική σύνθεση και από την ταξική πάλη, για να συνδεθεί σταθερά στην αναπροσαρμογή της αξίας και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, καθώς και σε συνέδρια και πανεπιστημιακές έδρες

Εκείνο το σύνολο θεωρημάτων και αναλύσεων που συλλέχθηκαν αργότερα στον ακαδημαϊκό ορισμό του «μετα-εργατισμού» αναπτύχθηκε μεταξύ των δεκαετιών του ’80 και του ’90 σε μια προσπάθεια να ανατρέψει τις μηδενιστικές εικόνες – συμμετρικές μεταξύ τους, η μια συμπληρώνει την άλλη – του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο πολεμικός στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η πρακτική εξέλιξη δεν είναι πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Ορισμένες από αυτές τις εννοιολογικές προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, για τους λόγους που αναφέραμε σχηματικά, πρώτα απ ‘όλα την ιδέα ότι η πολιτική σύνθεση προέρχεται αυτόματα από την τεχνική σύνθεση, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν να παραμείνουν ακόμη, όμως μέχρις ότου επανεξεταστούν μέσα στις αλλαγές που έλαβαν χώρα μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός γενικού μοντέλου. Σε αυτή την περίπτωση, το να μην ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή δεν σημαίνει πραγματικά πως πηγαίνουμε προς τα πίσω. Με άλλα λόγια, σημαίνει να διατρέξουμε τον κίνδυνο της οστεοποίησης των κατηγοριών, της μετατροπής τους σε δόγματα, να καταστήσουμε τον εργατισμό αυτό που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι μια κίνηση σκέψης, ένα κίνημα σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικά, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές επιχειρήσεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό σύστημα. Πρόκειται βέβαια για ασήμαντες επιχειρήσεις, σίγουρα, αλλά κινδυνεύουν να μετατοπίσουν τη συζήτηση στην υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Επομένως, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση. Σε ένα πρόσφατο πολιτικό σεμινάριο ένας σύντροφος δικαίως παρατήρησε ότι ένα αγόρι δεν φεύγει από το σπίτι όταν οι γονείς του το διώχνουν, αλλά όταν δεν βρίσκεται πλέον εκεί μέσα. Να, δίχως φόβο λέμε ότι ένα συγκεκριμένο σπίτι είναι σήμερα αντιπαραγωγικό για τα επαναστατικά μας καθήκοντα και προσπαθούμε να κάνουμε εκείνη την πρωτότυπη κίνηση που ήταν πραγματικά του εργατισμού συγκριτικά με τον Μαρξ: τη μακιαβελική επιστροφή στις αρχές, δηλαδή στον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, ίσως όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με αυτό που από τον «μετα-εργατισμό» δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ. Αν το κάνουμε, είμαστε στη θέση να μην πετάξουμε ό, τι είναι χρήσιμο για εμάς, και να ξανασκεφτούμε στις ρίζα τους τα υπόλοιπα.

Για παράδειγμα, ο γνωστικός καπιταλισμός, μπροστά στις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και εκβιομηχάνισης της εργασίας, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη κατηγορία;

Πάντα προτιμούσαμε να μιλάμε για τη γνωσιακή συμπεριφορά της εργασίας, αφενός για να τη διαφοροποιήσουμε με αποφασιστικό τρόπο από την δυσνόητη κατηγορία του άυλου εργαζόμενου, αφετέρου για να επιμείνουμε στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και παγκόσμιας ιεραρχειοποίησης των μορφών της παραγωγής και της εκμετάλλευσης σε μια φάση στην οποία οι γνώσεις γίνονται ολοένα και πιο κεντρικές στη συσσώρευση του κεφαλαίου, αποφεύγοντας έτσι να γλιστρήσουμε στην ταύτιση μεταξύ της γνωστικής εργασίας και των υποκειμένων που ορίζονται με τομεακή έννοια, δηλαδή στην αντιπαράθεση μεταξύ των χειρωνακτών εργατών και των εργατών της σκέψης, ή και πάλι στο να φανταζόμαστε το υποτιθέμενο πιο προηγμένο σύμβολο στην τεχνική σύνθεση (τους εργαζόμενους της γνώσης, i knowledge worker) ως πιο προηγμένη αιχμή των αγώνων. Επομένως, πρέπει να καταπολεμηθεί οποιαδήποτε ιδέα μιας προοδευτικής γραμμικότητας: cognitivization της εργασίας σημαίνει και γνωσιοποίηση της εκμετάλλευσης και της μέτρησης, γνωσιοποίηση των ιεραρχιών, γνωσιοποίηση των καθηκόντων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση επιτάχυνε επιπλέον, όπως ήδη παρατηρήσατε, τις διαδικασίες διαστρωμάτωσης και διαφοροποίησης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, σε αντιφατικές μορφές και με διαφορετικές εντάσεις ανάλογα με τους παγκόσμιους τομείς και χώρους. Ακολουθώντας τα αλκουατιάνα ίχνη ο Salvatore Cominu μιλάει σχετικά για την εκβιομηχάνιση του γνωστικού έργου από την άποψη αυτή: δεξιότητες, λειτουργίες και επαγγελματισμός που μέχρι στιγμής θεωρούνται αδιάσπαστες από τον άνθρωπο που τις μεταφέρει και από την κοινωνική συνεργασία με την οποία συνδέονται, υποβάλλονται τώρα σε διαδικασίες πραγματικής υπαγωγής – στην παραγωγή αγαθών και περιεχομένων, υπηρεσιών, κατά τον χρόνο της κατανάλωσης, αναπαραγωγής κλπ. Ταυτόχρονα, είναι απαλλοτρίωση γνώσεων και ενίσχυση της συνδυασμένης μορφής τους, όπως πάντα κάνει το βιομηχανικό σύστημα: αλλά είναι μια ενδυνάμωση για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που με διφορούμενο τρόπο διευρύνει την κοινωνική συνεργασία και τρώει ανθρώπινη ικανότητα, ενσωματώνοντάς την στο μαρξιακό αυτόματο σύστημα μηχανών. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της γνωσιοποίησης της εργασίας, ο homo faber έγινε sapiens και ο homo sapiens έγινε faber. Γνωσιοποίηση και η ευτελισμός προχωρούν, τουλάχιστον εν μέρει, από κοινού.

Σε αυτές τις βάσεις, αναπτύσσοντας τις έρευνες επάνω στο πανεπιστήμιο που πραγματοποίησε ο Alquati στη δεκαετία του ’70, μιλήσαμε για ζωντανή γνώση για να καθορίσουμε με έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο τη νέα ποιότητα της ζωντανής εργασίας, δηλαδή την τάση ενσωμάτωσης της κοινωνικής γνώσης σε αυτήν.Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς να τονιστεί ο κεντρικός ρόλος που έχει αναλάβει η γνώση και η επιστήμη στις μορφές της σύγχρονης παραγωγής και συσσώρευσης, αλλά να επικεντρωθούμε ακριβώς στην κοινωνικοποίησή τους και στην ενσάρκωση τους μέσα στη ζωντανή εργασία. Αυτή η κοινωνικοποίηση, στη δεκαετία του ’70, πραγματοποιούνταν επάνω στην ώθηση των αγώνων, της άρνησης της εργασίας, της επανοικειοποίησης, της εργατικής αυτονομίας. Αυτός ήταν ο κοινωνικός εργάτης: μια πολιτική φιγούρα, όχι τεχνική. Σήμερα, σαράντα χρόνια αργότερα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστράφηκε: η κοινωνικοποίηση λαμβάνει χώρα πρώτα και κύρια με υποχρεωτικό τρόπο, αναγκαστικό, αρχίζοντας από τις ανάγκες του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, η γνώση δεν είναι από μόνη της καλή ή ουδέτερη, όπως πιστεύουν πολλοί αριστεροί: είναι ο καρπός μιας σχέσης παραγωγής, επομένως μιας σχέσης σύγκρουσης και ισχύος. Από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Με αυτό τον τρόπο ο κοινωνικός εργάτης μετασχηματίζεται σε παράγοντα της καινοτομίας και της επισφάλειας: συνέχισε να είναι κοινωνικός, έπαψε να είναι εργάτης.

Από εδώ πρέπει να αρχίσουμε και πάλι, μέσα και ενάντια στο παρόν. Η υπόθεσή μας, θέλοντας να εντατικοποιήσουμε και να απλοποιήσουμε, είναι ότι σήμερα μέσα στην κρίση η ανασύνθεση ανάμεσα στην αποδομημένη μεσαία τάξη και το ιεραρχοποιημένο προλεταριάτο στις διαδικασίες της «γνωστικοποίησης», “cognitivizzazione” και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ενεργητικής ικανότητας θα μπορούσε να είναι το λειτουργικό ισοδύναμο της συμμαχίας μεταξύ εργατών και αγροτών στην προ αιώνος κρίση. Λέμε θα μπορούσε, φυσικά, επειδή το γεγονός ότι είναι ή όχι εξαρτάται από εμάς, από έναν δυνητικό εμάς, από ένα εμάς που δεν μπορεί να κλεισθεί μέσα σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Αν δεν έχουμε αυτή την ικανότητα, αυτές οι φιγούρες θα είναι το καύσιμο αντιδραστικών επιλογών, ή σε κάθε περίπτωση θα αναπαραχθούν ως κομμάτια παραγμένα από την κυβέρνηση της κρίσης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε πώς να κινηθούμε με μια μονομερή άποψη μέσα από την ασάφεια, την στρεβλότητα των διαδικασιών, με εξαιρετική τακτική ευελιξία και σκληρή στρατηγική ακαμψία: πολύ καλύτερη η βρωμιά του πραγματικού παρά η καθαρότητα της ιδεολογίας, πολύ καλύτερο να αγωνιστούμε, να υποστηρίξουμε τα κοινωνικά εδάφη απέναντι στην συγκρουσιακή υλιστική δεξιά ενάντια στην ιδεαλιστική άνανδρη αριστερά, πολύ καλύτερα δηλαδή τα προβλήματα της αγωνιστικής conricerca-συνέρευνας απ’ ότι η άχρηστη ασφάλεια των selfie των ακτιβιστών. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ποιητή, εκεί όπου υπάρχει ο κίνδυνος, μεγαλώνει κι εκείνο που διασώζει.

Ακριβώς σχετικά με αυτό, μια διπλή ερώτηση: μόλις έχουμε πέσει μέσα στην εκατονταετηρίδα της Επανάστασης … Θα σε ρωτούσα, λοιπόν πώς ο εργατισμός οικειοποιήθηκε τον Λένιν στη δεκαετία του εβδομήντα και με ποιο τρόπο το να στοχαζόμαστε σχετικά με την λενινιστική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χρήσιμο σήμερα;

Η απάντηση θα χρειάζονταν πολύ χρόνο και χώρο, γι αυτό σας παραπέμπω σε ένα πρόσφατο pamphlet που έγραψα για τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi, Il treno contro la Storia. Considerazioni inattuali sui ’17, Το τρένο ενάντια στην Ιστορία. Άκαιρες εκτιμήσεις για το ’17.  Κι έτσι εδώ θα είμαι σύντομος.

Ένας απελπισμένος Winston Churchill παρατήρησε: “Ήταν με ένα αίσθημα δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο τρομερό των όπλων εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν ένα βάκιλο της πανώλης». Ας αφήσουμε κατά μέρος την εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν ένας υπολογισμός της Γερμανίας εκείνος να επιτρέψει την επιστροφή του ηγέτη των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη.Ας επικεντρωθούμε αντιθέτως στο ποιος τίναξε την μπάνκα στον αέρα, όποια κι αν ήταν αυτή. Ο Τσόρτσιλ μας δίνει ακούσια έναν εξαιρετικό ορισμό του τι είναι ο επαναστάτης αγωνιστής: ένας βάκιλος της πανούκλας. Και πώς να οργανώσει το βάκιλο της πανώλης είναι από την αρχή η ανησυχία του Λένιν. Ο Μαρξ μας έχει παραδώσει τον μηχανισμό λειτουργίας της καπιταλιστικής μηχανής, το πρόβλημα – το οποίο θα επιστρέψει με τον εργατισμό, και το οποίο πρέπει πάντα να έχουμε παρόν στην αγωνιστική πρακτική – είναι να μην παραμείνουμε παγιδευμένοι σε αυτόν τον μηχανισμό, να σπάσουμε αυτόν τον κλειστό κύκλωμα. Πού να χτυπήσουμε, πώς να εξαπλώσουμε την πανούκλα, με ποιον τρόπο και σε ποια σημεία να καταστρέψουμε τον εχθρό. Ξεκινώντας όχι από τους νόμους της κίνησης του κεφαλαίου, αλλά από τους νόμους της κίνησης της εργατικής τάξης μέσα και κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας: αυτή είναι ταυτόχρονα η συνέχεια και η λενινιστική ανατροπή του Μαρξ.

Ο Λένιν που μας παραδόθηκε από τον λενινισμό, ιστορικιστής και αντικειμενιστής, πιστός στα στάδια της ανάπτυξης, είναι ένα καθαρό ψέμα και πρέπει εντελώς να ξεχαστεί. Καθ ‘όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Λένιν προσπαθεί συνεχώς να πιέζει, να διακόπτει και να ανατρέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου, ή να επιβάλλει την επαναστατική βούληση μέσα εναντίον της Ιστορίας. Στους καιρούς της πολεμικής με τους ρώσουν λαϊκιστές, ο Λένιν δεν λέει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι απαραίτητη και επιθυμητή, λέει απλά ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία είναι ένα γεγονός. Η μάχη που οδηγήθηκε από τους ναροδνικούς, narodniki επαναστάτες χάθηκε, ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί. Ξεκινώντας από εδώ είναι απαραίτητο να αναζητηθούν οι νέες μορφές έκφρασης της επαναστατικής υποκειμενικότητας και να οικοδομηθούν κατάλληλες μορφές οργάνωσης. Να το στοίχημα του Λένιν: το βιομηχανικό προλεταριάτο που φαίνεται σαν μια «γωνίτσα» στους λαϊκιστές σύγχρονους σε αυτόν (ξεθωριασμένοι συγγενείς που πρόδωσαν την κληρονομιά του επαναστατικού λαϊκισμού), έχει την τάση να είναι η πρώτη γραμμή, «η εμπροσθοφυλακή ολόκληρης της μάζας των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων «. Αυτή η τάση προορίζεται να πραγματοποιηθεί λόγω των αναπόφευκτων νόμων της κίνησης του κεφαλαίου; Δεν κάνουμε ούτε αστεία. Μόνο ο αγώνας θα αποφασίσει για το πεπρωμένο. Οι άλλοι ας παραμείνουν φυλακισμένοι στη διαχείριση των πλασματικών βεβαιοτήτων του παρόντος. Πρέπει να επιλέξουμε, πρέπει να ποντάρουμε, πρέπει να τολμήσουμε: «Όποιος θέλει να αντιπροσωπεύει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο ζωντανό στην ανάπτυξή του πρέπει αναπόφευκτα και αναγκαστικά να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε προηγείται των καιρών, είτε παραμένει πίσω». Δεν υπάρχει μέση οδός, εκδίδει απόφαση. Κι έτσι, το 1905 και στη συνέχεια τον φεβρουάριο του ’17, λέει πως τρέχουν πίσω από τα γεγονότα εάν πιστεύουν πως πρόκειται για αστικές επαναστάσεις και οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους, δηλαδή να πρέπει να περιμένουν την ιστορική εξέλιξη να παραδώσει τον σοσιαλισμό στα χέρια τους και στη συνέχεια τον κομμουνισμό και όχι οι αγώνες: με τίποτα! Είναι απαραίτητο να βρίσκεται κανείς μέσα στο επαναστατικό κίνημα, να διασπά τη γραμμικότητά του, να το κατευθύνει προς άλλους σκοπούς. Πρέπει να πηδάμε πάνω από τα στάδια της ανάπτυξης, να ανατρέπουμε τη ισχύ του πιθανού ενάντια στη μιζέρια της αντικειμενικότητας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η επανάσταση, να κάνουμε την επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου, σπάζοντας τον φαύλο κύκλο του Μαρξ.

Διότι οι επαναστάτες – αυτή είναι η μεγάλη λενινιστική διδασκαλία – πρέπει πάντα να είναι προετοιμασμένοι για την περίσταση, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτή θα πέσει από τον ουρανό και ότι ξεπερνά την ουσιαστικότητα της ιστορικής δυναμικής, της οργανωτικής συνέχειας και του υπομονετικού χτισίματος των σχέσεων ισχύος, της ισορροπίας δυνάμεων. Το θέμα είναι να δημιουργούν με μεθοδικότητα τις προϋποθέσεις της δυνατότητας να κατακτήσουν την ευκαιρία, την περίσταση, να την αρπάξουν. Είναι επομένως θέμα σκέψης της σχέσης μεταξύ διεργασίας και γεγονότος, δηλαδή της διάρκειας και του άλματος, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, υποθέτοντας ότι η απλή συνέχεια της διαδικασίας χωρίς την ασυνέχεια του γεγονότος οδηγεί στον αντικειμενισμό, ενώ η καθαρή ασυνέχεια του γεγονότος χωρίς τη συνέχεια της διαδικασίας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης έθεσε τη βούληση που είχε κληρονομήσει από τους επαναστάτες λαϊκιστές στα πόδια του ιστορικού υλισμού, και αφαίρεσε τον ιστορικό υλισμό του Μαρξ από το κλουβί του αντικειμενισμού.

Αν πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των λενινιστών, έτσι πρέπει να ξεχάσουμε τον Λένιν των αντιλενινιστών, που τελικά είναι ο ίδιος. Επειδή και οι δύο μειώνουν τον μπολσεβίκικο ηγέτη σε αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή, μια γκρίζα λειτουργία της οργάνωσης. Ξεχνώντας ότι στην οργάνωση του ο Λένιν θα είναι σχεδόν πάντα στη μειονότητα, επειδή κατά βάθος ένας επαναστάτης είναι πάντα φορέας μιας μειοψηφικής γραμμής, μιας μειοψηφίας μη μειοψηφικής, δηλαδή ιδεολογικής και μαρτυρίας μιας περιθωριακής ταυτότητας, μιας μειοψηφίας με ηγεμονική αποστολή, προδιάθεση. Πρέπει να ονειρευόμαστε;, ρωτά περιφρονητικά μπροστά στην κεντρική επιτροπή του κόμματος, και απαντάει: ναι, πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί όταν υπάρχει αντίθεση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όταν ενεργούμε υλιστικά με επιμονή και με πυγμή για να υλοποιήσουμε το όνειρό μας, όταν υπάρχει επαφή μεταξύ του ονείρου και της ζωής, όλα πάνε προς το καλύτερο. Από όνειρα αυτού του είδους, καταλήγει, δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγα στο κίνημα μας. Έτσι, χθες όπως σήμερα, πρέπει να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να ονειρευόμαστε και να δίνουμε οργανωμένη μορφή στο όνειρο, αυτό είναι πάνω απ ‘όλα το Τι να κάνουμε; του Λένιν. Με όλο τον σεβασμό προς τους λενινιστές εξελικτές και τους αντι-λενινιστές desideranti, της επιθυμίας. Και αυτός είναι ο Λένιν που – σε ένα είδος «αλκουατισμού», “alquatismo” πριν από την εποχή του, ante-litteram – συνεχώς επικρίνει τόσο τη λατρεία της αμεσότητας όσο και το φετίχ της οργάνωσης. Ο αυθορμητισμός δεν είναι πάντα καλός και δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν στιγμές που είναι προχωρημένες και στιγμές που πρέπει να περιμένει, είναι οπισθοδρομικός. Στις φάσεις του αγώνα ή της εξέγερσης, συχνά είναι ο αυθορμητισμός που επιβάλλει ένα επιθετικό έδαφος ενώ η οργάνωση στέκεται πίσω, είναι οπισθοδρομική και πρέπει να την ξανασκεφτούμε σε αυτό το ύψος, μέσα σε αυτό το έδαφος. Σε άλλες φάσεις ο αυθορμητισμός αναδιπλώνεται ή διαμορφώνεται από την τάξη του εχθρικού λόγου: η οργάνωση πρέπει να ξανανοίξει το δρόμο προς την ανταγωνιστική του ανάπτυξη.

Αυτός είναι περίπου ο Λένιν, ο οποίος, με διάφορες μορφές, αναδύθηκε από τα καλύτερα σημεία του εργατισμού (τα 33 μαθήματα, 33 lezioni του Toni Negri είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία αναφοράς). Ο περιορισμός είναι ότι αυτή η σημαντική προσπάθεια να οδηγηθεί η μέθοδος του Λένιν πέρα από τον Λένιν δεν συνδυάστηκε με ένα επαρκές οργανωτικό σχέδιο επανεπινόησης. Έτσι συχνά καταλήξαμε να επαναλαμβάνουμε αυτό που δεν επαναλαμβάνονταν, δηλαδή τις συγκεκριμένες λύσεις που δόθηκαν από τον Λένιν. Και αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αποτυχία τους, μετακινήσαμε και απομακρύναμε τα πάντα επίκαιρα προβλήματα που τέθηκαν από τον Λένιν στην μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση και τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης.

Μια τελευταία ερώτηση: πώς, σήμερα, να μελετήσουμε το παρελθόν για να τροποποιήσουμε το παρόν ή, για να το πούμε διαφορετικά, να παράγουμε θεωρία με σκοπό να οργανώσουμε τους αγώνες;

Συμπερασματικά, συνεχίζοντας αυτό που έλεγα, θα ήθελα να διευκρινιστεί επί πλέον κάτι. Το παρελθόν ποτέ δεν μας δίνει το τι να κάνουμε με το παρόν. Αντίθετα μας παραδίδει τα λάθη που δεν πρέπει να επαναληφθούν, τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν, τα πλούτη που πρέπει να επανεπινοηθούν. Μας παραδίδει ερωτήματα, όχι απαντήσεις. Και μας παραδίδει αυτό για το οποίο πρέπει να εκδικηθούμε. Αλλά το πώς, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας και των διαδρομών κάθε αγωνιστικής γενιάς. Επομένως, αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε μια πολιτική κληρονομιά, δεν πρέπει να την γιορτάζουμε μετατρέποντάς την σε άδεια ταυτότητα που να αφορά την διαθήκη: πρέπει να την αναφλέξουμε, μετατρέποντας της σε όπλο ενάντια στο παρόν. Αλλιώς είναι άχρηστη. Ο εργατισμός, και ο Μαρξ ή ο Λένιν, είναι για εμάς ένα στυλ και μια πολιτική μέθοδο της δικής μας πλευράς, δεν είναι εκείνοι της ακαδημαϊκής φιλολογίας ή του κατηχητικού μετα-εργατισμού, μαρξιστής και λενινιστής, εκείνους μπορούμε να τους πετάξουμε στη θάλασσα χωρίς δάκρυα. Εν ολίγοις, το πρόβλημα για τον αγωνιστή είναι να οικειοποιείται την παράδοση χωρίς λατρευτικές τελετές, χωρίς λατρείες και χωρίς να την υποστασιοποιεί: επανεξεξετάζοντας τον πλούτο, ασκώντας κριτική στα όρια, υπερβαίνοντας όσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Έτσι έκανε ο Λένιν με τον Μαρξ (αλλά και με τους επαναστάτες λαϊκιστές), έτσι έκαναν οι εργατιστές με τον Μαρξ και τον Λένιν, έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς. Και επίσης οικειοποιούμενοι αυτά που είναι χρήσιμα από τη σκέψη των εχθρών: για να το πούμε με τον Τρόντι, όντως, ένας μεγάλος αντιδραστικός είναι καλύτερος από έναν μικρό επαναστάτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ένα πρόβλημα το ότι σε διεθνές επίπεδο ο εργατισμός περιορίζεται στον μετα-εργατισμό, και πάνω απ ‘όλα στο Negri της Αυτοκρατορίας. Όχι, δεν είναι ζήτημα πνευματικής ιδιοκτησίας ή brand: τις διαμάχες επί της συμβολαιογραφικής κληρονομιάς τις αφήνουμε στους συγγενείς των νεκρών, σε εμάς ενδιαφέρει η πολιτική χρησιμότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η μείωση που στερεί πολλούς αγωνιστές από τη δυνατότητα να εξερευνήσουν τη βυθισμένη Ατλαντίδα από φιγούρες όπως ο Alquati, να χρησιμοποιήσουν δηλαδή όπλα που είναι σήμερα καταραμένα απαραίτητα.

Συνολικά, αυτή η επαναστατική μέθοδος μας διδάσκει ότι πρέπει να μελετήσουμε αυτό που θέλουμε να καταστρέψουμε: τον καπιταλισμό, και το κεφάλαιο που ενσαρκώνεται σε μας. Εκείνοι που ερωτεύονται το αντικείμενο της ανάλυσης τους, προκειμένου να αναπαραγάγουν τους ρόλους που απέκτησαν σε αυτήν την κοινωνία, εγκαταλείπουν την στράτευση και κινούνται στο εχθρικό στρατόπεδο. Δεν αξίζει ούτε καν να αναφερθούμε σε προδοσία, είναι απλώς η αδυναμία να σπάσουν το διαχωρισμό της κατάστασης τους. Επιλέγει τον μοναχικό-ατομικό δρόμο, θα πεθάνει μόνος του. Αυτό που διακρίνει τον αγωνιστή είναι το μίσος γι αυτό που μελετά. Στον μαχητή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει λεπτομερώς, σε βάθος αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι πάνω απ ‘όλα επιστήμη της καταστροφής. Ως εκ τούτου, η πολιτική πρακτική είναι έγκυος θεωρίας, ή δεν είναι. Πρέπει να μελετήσουμε για να δράσουμε, πρέπει να δράσουμε για να μελετήσουμε. Να κάνουμε και τα δύο πράγματα μαζί. Τώρα περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Και είναι αναγκαία η κατάρτιση στη μέθοδο: είναι εδώ η που υποκειμενικότητα χτίζεται με σκληρό και μη εφήμερο τρόπο, αποκτώντας έναν μη τυποποιημένο τρόπο σκέψης και συλλογισμού, ικανό συνεπώς να κατασκευάσει αυτόνομα κατάλληλες απαντήσεις σε διαφορετικές καταστάσεις, ικανές να τροποποιήσουν με ευελιξία τις υποθέσεις και τις συμπεριφορές. ξεκινώντας από την ακαμψία των συλλογικών σκοπών.Μέθοδος κοινής συλλογιστικής, αλλαγής και αμφισβήτησης των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσω των οποίων εκφράζεται αυτή η μέθοδος: αυτό είναι το πρόβλημα της αυτόνομης εκπαίδευσης, η οποία δεν μπορεί να ανατεθεί μόνο στα άτομα, αλλά πρέπει να οργανωθεί συλλογικά.

Εκπαίδευση για τι πράγμα; Για να ξανακερδίσουμε την ικανότητα να στοιχηματίζουμε. Ναι, ποντάρουμε, στοιχηματίζουμε. Ένα υλιστικό στοίχημα, ένα επαναστατικό στοίχημα. Να στοιχηματίζουμε επάνω στη δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής κρίσης σε επαναστατική κρίση, και ακόμη και νωρίτερα, να μετατρέπουμε την κρίση της υποκειμενικότητας στο επείγον ενός άλματος προς τα εμπρός. Δεν πιθηκίζουμε εκείνο που υπήρξε, θα ήταν γκροτέσκο: το μελετάμε, για να το λυγίσουμε στα προβλήματά μας. Η αυτονομία είναι πράγματι η διαρκής διαθεσιμότητα να υπονομεύουμε αυτό που υπάρχει για να καταστρέφουμε και να ανατρέπουμε το υπάρχον. Είναι η κατασκευή μιας συλλογικής προοπτικής ισχύος και δυνατότητας ξεκινώντας από την απελευθέρωση και τη ριζική μεταμόρφωση των στοιχείων του παρόντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αυτονομία ζει μέσα την επαναστατική μέθοδο, όχι με τα λογότυπα του ανταγωνιστικού merchandising. Να τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε λοιπόν, να τολμήσουμε να δράσουμε, να τολμήσουμε να κάνουμε την επανάσταση. Μήπως αυτός δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε;

 

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s