αυτονομία, autonomia

Κεφάλαιο 12. ΕΜΠΡΟΣ ΠΩΣ; ΕΜΠΡΟΣ ΠΟΥ;

Paolo Virno: DO YOU REMEMBER COUNTERREVOLUTION?

Τι σημαίνει η λέξη «αντεπανάσταση»; Με αυτή, δεν πρέπει να εννοήσουμε μοναχά μια βίαιη καταστολή (ακόμα και αν, φυσικά, αυτή δεν λείπει ποτέ). Δεν είναι ούτε μια απλή επαναφορά του «παλαιού καθεστώτος», dell'»ancien régime»,δηλαδή η αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης που είχε φθαρεί από συγκρούσεις και εξεγέρσεις.Η «αντεπανάσταση» είναι, κυριολεκτικά, μια «επανάσταση αντίθετη»: Να πούμε: μια ορμητική καινοτομία-ανανέωση των τρόπων παραγωγής, των μορφών ζωής, των κοινωνικών σχέσεων που, εντούτοις, ενισχύει και επανεκκινεί την καπιταλιστική διοίκηση.Η «αντεπανάσταση», ακριβώς όπως και το συμμετρικό της αντίθετο, δεν αφήνει τίποτα αμετάβλητο. Καθιερώνει μια μακρά «κατάσταση εξαίρεσης», στην οποία η σάρωση των γεγονότων φαίνεται να επιταχύνεται. Οικοδομεί ενεργά μια δική της ιδιόμορφη «νέα τάξη». Σφυρηλατεί νοοτροπία, πολιτιστικές συνήθειες, ήθη και έθιμα, γούστα, εν συντομία μια νέα «κοινή λογική», «common sense».Πηγαίνει στη ρίζα των πραγμάτων, και εργάζεται με μέθοδο. Αλλά υπάρχουν και άλλα: η «αντεπανάσταση» επωφελείται των ιδίων προϋποθέσεων και των ιδίων τάσεων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών) επάνω στις οποίες η «επανάσταση» θα μπορούσε να εμπλέκεται, καταλαμβάνει και αποικίζει το έδαφος του αντιπάλου, δίνει άλλες απαντήσεις στις «ίδιες» ερωτήσεις. Επανερμηνεύει με τον δικό της τρόπο (και αυτό το ερμηνευτικό έργο διευκολύνεται, συχνά, από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας) το σύνολο των υλικών συνθηκών που θα καταστήσουν την κατάργηση της μισθωτής εργασίας απλά ρεαλιστική: τις μειώνει, τις περιορίζει σε κερδοφόρες «παραγωγικές δυνάμεις».Επιπλέον, η «αντεπανάσταση» αναστρέφει σε αποπολιτικοποιημένη παθητικότητα ή σε ομόφωνη συγκατάθεση εκείνες τις ίδιες μαζικές συμπεριφορές που έμοιαζαν να υποδηλώνουν την υποβάθμιση της κρατικής εξουσίας και την επικαιρότητα μιας ριζοσπαστικής αυτοκυβέρνησης.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια κριτική ιστοριογραφία, απρόθυμη να εξιδανικεύει την εξουσία των «τετελεσμένων γεγονότων», πρέπει να προσπαθήσει να αναγνωρίσει, σε κάθε στάδιο και σε κάθε πτυχή της «αντεπανάστασης», τη σιλουέτα, τα περιεχόμενα, την ποιότητα της επανάστασης που είναι δυνατή. Η ιταλική «αντεπανάσταση» αρχίζει στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα και διαρκεί μέχρι σήμερα.Παρουσιάζει πολυάριθμες στρωματοποιήσεις. Όπως ένας χαμαιλέοντας, αλλάζει αρκετές φορές πρόσωπο: «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ D.C. και P.C., θριαμβευτικός craxismo, μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος μετά την κατάρρευση των Ανατολικών καθεστώτων.Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τα «Leitmotiv-κεντρικά μοτίβα» που συμβαίνουν σε όλες τις φάσεις της.Ο ενωτικός πυρήνας της ιταλικής «αντεπανάστασης» της δεκαετίας του ’80 και της δεκαετίας του ’90 συνίσταται: α) στην πλήρη επιβεβαίωση του μεταφορντικού τρόπου παραγωγής (ηλεκτρονικές τεχνολογίες, αποκέντρωση και ευελιξία των διαδικασιών εργασίας, γνώση και επικοινωνία ως κύριος οικονομικός πόρος κ.λπ.) b) στην καπιταλιστική διαχείριση της στεγνής μείωσης του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας (μερική απασχόληση, πρόωρη συνταξιοδότηση, διαρθρωτική ανεργία, μακροπρόθεσμη επισφάλεια κ.λπ.) · στη δραστική κρίση, και από πολλές απόψεις αμετάκλητη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.Η Δεύτερη δημοκρατία έχει τις ρίζες της σε αυτή την υλική βάση. Είναι η προσπάθεια να προσαρμοστεί η μορφή και οι διαδικασίες κυβέρνησης στις μεταβολές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στους τόπους παραγωγής και στην αγορά εργασίας.Με τη Δεύτερη δημοκρατία, η μεταφορντική «αντεπανάσταση» εξοπλίζεται τελικά με ένα δικό της σύνταγμα και, επομένως, ολοκληρώνεται. Οι ιστορικο-πολιτικές θέσεις που τώρα θα ακολουθήσουν προτείνονται να συνάγουν ορισμένες σημαντικές πτυχές των ιταλικών συμβάντων των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων. Για την ακρίβεια εκείνων των πτυχών που προσφέρουν ένα άμεσο εμπειρικό υπόβαθρο στη θεωρητική συζήτηση.Όταν μια συγκεκριμένη εκδήλωση δείχνει ότι έχει μια «υποδειγματική-παραδειγματική» αξία (δηλαδή όταν διακηρύττει μια «επιστημολογική ρήξη» και μια εννοιολογική καινοτομία-ανανέωση), θα το εμβαθύνει μέσα από μια «excursus-παρέκβαση», του οποίου η λειτουργία είναι παρόμοια με ένα κινηματογραφικό «κοντινό» πλάνο.

1.

Ο μετα-φορντισμός στην Ιταλία βαπτίζεται από το αποκαλούμενο «κίνημα του 77», δηλαδή από τους πολύ σκληρούς κοινωνικούς αγώνες μιας εργατικής δύναμης μορφωμένης, επισφαλούς, σε κίνηση, η οποία μισεί την «ηθική της εργασίας», αντιτίθεται μετωπικά στην παράδοση και στην κουλτούρα της ιστορικής αριστεράς, σηματοδοτεί μια σαφή ασυνέχεια σε σχέση με τον εργάτη της γραμμής συναρμολόγησης.Ο μεταφορντισμός εγκαινιάζεται από ταραχές. Το αριστούργημα της ιταλικής «αντεπανάστασης» έγκειται στο ότι μετέτρεψε σε επαγγελματικές ανάγκες, συστατικά της παραγωγής υπεραξίας, ζύμη του νέου κύκλου καπιταλιστικής ανάπτυξης, τις συλλογικές ροπές που, μέσα στο «κίνημα του ’77», είχαν αντιθέτως εκδηλωθεί ως αδιάλλακτος ανταγωνισμός.Ο ιταλικός νεοφιλελευθερισμός της δεκαετίας του ογδόντα είναι ένα είδος ’77 αντεστραμμένο. Και αντίστροφα: εκείνη η αρχαία εποχή συγκρούσεων εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει, ακόμα και σήμερα, την άλλη πλευρά του μετά-φορντιστικού μεταλλίου, το αντάρτικο πρόσωπο. Το κίνημα του ’77 αποτελεί, για να χρησιμοποιήσουμε μια όμορφη έκφραση της Hannah Arendt, ένα «μέλλον στις πλάτες», την ανάμνηση εκείνων που θα μπορούσαν να είναι οι ταξικοί αγώνες «των επόμενων εγχειρημάτων». Πρώτη excursus-παρέκβαση.Εργασία και μη-εργασία: η έξοδος του ’77.Όπως κάθε τι αυθεντικά καινούργιο, καινοτόμο, το κίνημα του ’77 υπέστη την ταπείνωση, την υποβάθμιση του να το μπερδέψουν για ένα φαινόμενο »περιθωριοποίησης». Όπως και την κατηγορία, περισσότερο συμπληρωματική από αντιφατική, για «παρασιτισμό».Αυτές οι έννοιες αντιστρέφουν την πραγματικότητα με έναν τόσο ολοκληρωμένο και ακριβή τρόπο ώστε να είναι πολύ ενδεικτικές:Όντως, το να θεωρούν περιθωριακούς ή παρασιτικούς τους «ξυπόλυτους διανοούμενους» του ’77, τους φοιτητές-εργάτες και τους εργαζόμενους-φοιτητές, τους επισφαλείς κάθε είδους, ήταν εκείνοι που θεωρούσαν «κεντρικής σημασίας» και «παραγωγική» μόνο την σταθερή θέση εργασίας στα εργοστάσια των ανθεκτικών καταναλωτικών αγαθών.Επομένως, εκείνοι που κοιτούσαν τα υποκείμενα εκείνα από την προοπτική γωνία του φθίνοντα αναπτυξιακού κύκλου. Που όμως είναι μια προοπτική γωνία, αυτή ναι, με κίνδυνο περιθωριοποίησης και παρασιτισμού επίσης.Από την άλλη πλευρά,αν λάβουμε υπόψη τη μεγάλη μεταμόρφωση των παραγωγικών διαδικασιών και της κοινωνικής εργασίας που ξεκίνησε εκείνη τη εποχή, δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε στους πρωταγωνιστές εκείνων των αγώνων στους δρόμους κάποια σχέση, έναν δεσμό με την ίδια την καρδιά των παραγωγικών δυνάμεων.Το κίνημα κίνηση του ’77 δίνει φωνή «για μια στιγμή» στην αλλαγμένη ταξική σύνθεση, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται μετά την πετρελαϊκή κρίση και τις απολύσεις στα μεγάλα εργοστάσια, στην αρχή της βιομηχανικής μετατροπής-αναδιάρθρωσης.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι η πρώτη φορά που μια ριζοσπαστική επανάσταση στον τρόπο παραγωγής συνοδεύεται από την πρόωρη σύγκρουση των στρωμάτων της εργατικής δύναμης που πρόκειται να γίνει η ραχοκοκαλιά της νέας οργάνωσης, του νέου καθεστώτος.Απλά σκεφτείτε τον κοινωνικό κίνδυνο που, τον 18ο αιώνα, διέκρινε τους άγγλους περιπλανώμενους, «ήδη» εκτοπισμένους από τα χωράφια και που βρίσκονταν «στο σημείο» να μπουν στα πρώτα εργοστάσια.Ή τους αγώνες των ανειδίκευτων αμερικανών, στα δέκα χρόνια αυτού του αιώνα, αγώνες που προηγήθηκαν της φορντιστικής και τεϊλοριστικής στροφής, βασισμένης ακριβώς στη συστηματική υποβάθμιση της εργασίας. Κάθε απότομη μεταμόρφωση της παραγωγικής οργάνωσης, όπως γνωρίζουμε, αποσκοπεί κατ ‘αρχήν να υπενθυμίσει τις ανησυχίες της «αρχικής συσσώρευσης», χρειάζοντας να μετατρέψει από την αρχή μια σχέση μεταξύ «πραγμάτων» (νέες τεχνολογίες, διαφορετική κατανομή των επενδύσεων, εργατική-δύναμη εξοπλισμένη με συγκεκριμένες προδιαγραφές) σε μια κοινωνική σχέση. Αλλά ακριβώς σε αυτό το απόσπασμα εμφανίζεται ενίοτε η εκδήλωση της «υποκειμενικής συνέπειας» αυτού που στη συνέχεια γίνεται αδιαμφισβήτητη συγκεκριμένη πορεία, εξέλιξη. Οι αγώνες του ’77 λαμβάνουν μέσα τους τη ρευστοποίηση της αγοράς εργασίας, καθιστώντας την έδαφος συνάθροισης και σημείο δύναμης. Η κινητικότητα μεταξύ διαφορετικών εργαζομένων και μεταξύ εργασίας και μη εργασίας, αντί να κονιορτοποιήσει, καθορίζει ομοιογενείς συμπεριφορές και κοινές συνήθειες, εμποτίζεται υποκειμενικότητας και σύγκρουσης.Στο βάθος αρχίζει να ξεχωρίζει η τάση που, τα επόμενα χρόνια θα αναλυθεί από τους Dahrendorf και Gorz και πολλούς άλλους: συρρίκνωση των παραδοσιακών χειρωνακτικών εργασιών, αύξηση της μαζικής πνευματικής εργασίας, ανεργία εξ αιτίας επενδύσεων (που προκαλείται δηλαδή από την οικονομική ανάπτυξη, όχι από τις δυσκολίες της). Αυτής της τάσης, το κίνημα έδωσε στη συνέχεια μια «αναπαράσταση της δικής του πλευράς», την κατέστησε ορατή για πρώτη φορά, κατά κάποιο τρόπο την βάπτισε, αλλά συστρέφοντας την φυσιογνωμία της σε ανταγωνιστική έννοια, τρόπο. Ήταν τότε αποφασιστική η σύλληψη μιας δυνατότητας: εκείνης του να αντιλαμβάνεται τη μισθωτή εργασία ως το «επεισόδιο» μιας βιογραφίας, παρά ως μια «ισόβια κάθειρξη». Και η επακόλουθη αναστροφή των προσδοκιών: παραίτηση, άρνηση να πιέσει για να εισέλθει στο εργοστάσιο και να παραμείνει εκεί, αναζήτηση κάθε δυνατού τρόπου για να το αποφύγει και να απομακρυνθεί από αυτό. Η κινητικότητα, από επιβαλλόμενη κατάσταση, γίνεται ένας θετικός κανόνας και η κύρια φιλοδοξία, η σταθερή θέση εργασίας, από πρωταρχικός στόχος, μετατρέπεται σε εξαίρεση ή παρένθεση.
Είναι εξ αιτίας αυτών των τάσεων, πολύ περισσότερο από ό, τι για τη βία, που οι νέοι του ’77 απλώς καθίστανται ανεξιχνίαστοι για την παράδοση του εργατικού κινήματος. Αυτοί αντιστρέφουν την ανάπτυξη του χώρου της μη εργασίας και της επισφάλειας σε μια συλλογική διαδρομή , σε μια «συνειδητή μετανάστευση από την δουλειά στο εργοστάσιο». Αντί να αντισταθούν μέχρι τέλους στην αναδιάρθρωση της παραγωγής, παραβιάζουν όρια και κατευθύνσεις, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν ευνοϊκές συνέπειες για τους εαυτούς τους επωφελούμενοι από καταστάσεις κακές γι αυτούς, ακατάλληλες. Αντί να κλειστούν μέσα σε ένα πολιορκημένο φρούριο, ορκισμένοι σε μια παθιασμένη ήττα, δοκιμάζουν τις δυνατότητες να πιέσουν τον αντίπαλο να επιτεθεί σε κενά οχυρά, εγκαταλειμμένα από καιρό. Η αποδοχή της κινητικότητας συνδυάζεται με το αίτημα για εγγυημένο εισόδημα, καθώς και στην ιδέα μιας παραγωγής πιο κοντά στην ανάγκη αυτοπροσδιορισμού και αυτοπραγμάτωσης. Αυτό που φθείρεται είναι η σύνδεση μεταξύ εργασίας και κοινωνικοποίησης. Οι στιγμές της κοινοτικής συσχέτισης πειραματίζονται, δοκιμάζονται εκτός και κατά της άμεσης παραγωγής. Εκτός από το ότι στη συνέχεια αυτή η ανεξάρτητη κοινωνικότητα βεβαιώνεται, ως ανυπακοή, ακόμη και στο χώρο εργασίας. Η επιλογή για την «αδιάκοπη εκπαίδευση», δηλαδή τη συνέχιση της επιμόρφωσης ακόμη και μετά την εξεύρεση απασχόλησης, αναλαμβάνει αποφασιστική βαρύτητα: αυτό τροφοδοτεί τη λεγόμενη ακαμψία στην προσφορά εργασίας, αλλά κυρίως δίνει τη δυνατότητα στους επισφαλείς και στη μαύρη εργασία να έχουν για πρωταγωνιστές υποκείμενα, των οποίων το δίκτυο γνώσεων και πληροφοριών είναι πάντα υπέρογκο σε σχέση με τα διάφορα και μεταβαλλόμενα καθήκοντα.Πρόκειται για έναν πλεονασμό του οποίου δεν μπορεί να στερηθεί η κατοχή, μη ανιχνεύσιμο στη δεδομένη εργασιακή συνεργασία: η επένδυσή του ή η κατάχρηση του συνδέονται έτσι κι αλλιώς με τη δυνατότητα σταθερούς κατοίκησης μιας περιοχής που βρίσκεται πέρα από την αμειβόμενη απόδοση. Αυτό το σύνολο συμπεριφορών είναι »φυσικά» αμφίσημο.Μπορούμε να το διαβάσουμε, όντως, ως pavloviana απάντηση στην κρίση του κράτους πρόνοιας. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι παλιοί και οι νέοι βοηθούμενοι κατεβαίνουν στον αγωνιστικό χώρο για να υπερασπιστούν τους «θύλακες» τους, «enclaves», που ανασκάπτονται με διάφορους τρόπους μέσα στην δημόσια δαπάνη. Ενσαρκώνουν δηλαδή εκείνα τα πλασματικά έξοδα, που η νεοφιλελεύθερη ώθηση και antiwelfare προτίθενται να καταργήσει, ή τουλάχιστον να συμπιέσει, να περιορίσει.
H αριστερά μπορεί και να υπερασπιστεί αυτά τα φάλσα παιδιά, αλλά με κάποια αμηχανία, και σε κάθε περίπτωση καταδικάζοντας τον «παρασιτισμό» τους. Αλλά ίσως είναι ακριβώς το ’77 να φωτίζει την κρίση του welfarestate με ένα εντελώς διαφορετικό φως, επαναπροσδιορίζοντας ριζικά τη σχέση μεταξύ εργασίας και αρωγής , μεταξύ πραγματικών δαπανών και «ψευδών δαπανών», μεταξύ παραγωγικότητας και παρασιτισμού.Η έξοδος από το εργοστάσιο, η οποία εν μέρει προκαταβάλει και εν μέρει αποτυπώνει ένα άλλο σημάδι στην αρχόμενη δομική ανεργία, προτείνει προκλητικά πως στην απαρχή της διατάραξης προς το χειρότερο του κράτους πρόνοιας υπήρξε, αν μη τι άλλο, η ασφυκτική ανάπτυξη, ανεσταλμένη, λιγότερο από μέτρια, του χώρου της μη εργασίας.Σαν να λέμε: «από μη εργασία δεν υπάρχει και πολλή, αλλά πολύ λίγη.» Μια κρίση, συνεπώς, που οφείλεται όχι από το μέγεθος που ανέλαβε η βοήθεια, η πρόνοια, αλλά από το γεγονός ότι η πρόνοια παρέχεται, ως επί το πλείστον, με τη μορφή της μισθωτής εργασίας. Και, αντιστρόφως, από το γεγονός ότι η μισθωτή εργασία παρουσιάζεται, από ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά, ως βοήθεια, ως φροντίδα.Εξάλλου, οι πολιτικές πλήρους απασχόλησης δεν είχαν εμφανιστεί, κατά τη δεκαετία του ’30, ακριβώς στο όνομα του χρυσού ρητού «σκάβε τρύπες και στη συνέχεια γέμισε τες»; Το κεντρικό σημείο – το οποίο εκδηλώθηκε το 1977 σε συγκρουσιακές μορφές, και στη συνέχεια, κατά τη δεκαετία του ογδόντα, ως οικονομικό παράδοξο της καπιταλιστικής ανάπτυξης – είναι το εξής: η χειρωνακτική εργασία, κατακερματισμένη και επαναλαμβανόμενη, λόγω του διογκωμένου και άκαμπτου κόστους, παρουσιάζει έναν χαρακτήρα μη ανταγωνιστικό σε σχέση με την αυτοματοποίηση και, γενικότερα, με μια νέα ακολουθία εφαρμογών της επιστήμης της παραγωγής.Δείχνει το πρόσωπο «υπερβολικού κοινωνικού κόστους», έμμεσης βοήθειας, μασκαρεμένης και ipermediata [1]. Αλλά το γεγονός ότι η σωματική κόπωση κατέστη ριζικά «αντιοικονομική» είναι το έκτακτο αποτέλεσμα δεκαετιών εργατικών αγώνων: πραγματικά δεν υπάρχει κάτι να ντρεπόμαστε γι ‘αυτό. Επαναλαμβάνουμε ότι αυτό το αποτέλεσμα, οικειοποιείται για μια στιγμή το κίνημα του ’77, σηματοδοτώντας με τον δικό του τρόπο τον «κοινωνικά παρασιτικό χαρακτήρα της εργασίας κάτω από αφεντικό». Πρόκειται για ένα κίνημα με πολλούς τρόπους και για πολλούς λόγους στο ύψος με το νεοφιλελεύθερο νέο κύμα, new wave neoliberista, καθώς αναζητά μια άλλη λύση για τα ίδια προβλήματα με τα οποία αυτό θα έρθει σε αντιπαράθεση. Ψάχνει και δεν βρίσκει, εκρήγνυται γρήγορα. Αλλά παρότι παραμένει σε κατάσταση συμπτώματος, εκείνο το κίνημα αντιπροσώπευσε τη μοναδική διεκδίκηση για έναν εναλλακτικό τρόπο διαχείρισης του τέλους της «πλήρους απασχόλησης».
[1]:  Ipermedia ή η ipermedialità είναι ένας γενικός όρος, που προέρχεται από υπερκείμενο, ο οποίος ενσωματώνει μια συλλογή ετερογενών πληροφοριών, όπως γραφικά, ήχο, βίντεο και κείμενο, που συνδέονται μεταξύ τους με έναν μη διαδοχικό τρόπο. Ο όρος είναι μια εξέλιξη του όρου πολυμέσα ή πολυμεσικότητα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s