τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

ΑΑ. χόρεψες πάνω στο φτερό του καρχαρία – 3

Η γνώση καθιστά έναν άνθρωπο ακατάλληλο στη δουλεία
ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ
Ατίθασος πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας είναι ο νεαρός εργάτης-μάζα: ο προλετάριος του Νότου που πάνω στη δική του εργασία στηρίχτηκε η ιταλική και ευρωπαϊκή βιομηχανική ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.
Είναι ο «εργάτης για όλες τις δουλειές». Ανειδίκευτος και με τεράστια κινητικότητα, διαδοχικά εργάτης γης, οικοδόμος, άνεργος και τελικά μετανάστης, που αφηγείται με τη δική του κοφτή γλώσσα και από τη δική του ταξική σκοπιά πως έμαθε μέσα στις πελώριες αυτοκινητοβιομηχανίες του Βορρά να οργανώνει το δικό του δυναμικό εξέγερσης ενάντια στην εκμετάλλευση.
Ύστερα από μια σειρά άτυχων προσπαθειών να δουλέψει στο Νότο, ρίχνεται στην υποχρεωτική περιπέτεια της μετανάστευσης. Στο Μιλάνο, όπου δέχεται να κάνει τις πιο διαφορετικές δουλειές, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται βουτηγμένος μέσα σε μια κοινωνία παράλογη, βασισμένη στην εξοντωτική σε ωράρια και ρυθμούς δουλειά και την κατανάλωση.
Τότε είναι που ξεκινάει έναν πρώτο, δικό του αγώνα ενάντια στην κατάσταση αυτή, έναν αγώνα αντιφατικό, γεμάτο πονηριά και αλαζονεία, για να ικανοποιήσει τις δικές του ατομικές ανάγκες και να ξεφύγει από τους αδυσώπητους νόμους της παραγωγής. Μέχρις ότου, στις αρχές του ’69, προσλαμβάνεται στη Φίατ.
Από δω και πέρα η πορεία του ήρωά μας θα είναι διαφορετική, θα είναι δεμένη με τις συνελεύσεις, τις λεπτομέρειες και τα χρονικά που ξαναζωντανεύουν μέρα τη μέρα τις φάσεις των μεγάλων ταξικών αγώνων που πέρασαν στην ιστορία του παγκόσμιου κινήματος σαν ιταλικό θερμό φθινόπωρο.
Το βιβλίο αυτό του Νάννι Μπαλεστρίνι δεν είναι απλά ένα καλό μυθιστόρημα που άντεξε στον χρόνο. Είναι κάτι παραπάνω, στον βαθμό που τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως τίτλος, υιοθετήθηκε όχι μόνον από εκείνους που διεξήγαγαν τους κοινωνικούς αγώνες στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά και από αυτούς που τους συνεχίζουν και στον 21ο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Από το «Τα Θέλουμε Όλα» στους «Αόρατους» και οι πρακτικές συνέπειες μιας συνειδητής επιλογής. Συνέντευξη του Νάννι Μπαλεστρίνι στον Δημήτρη Δεληολάνη

 

O Mιχάλης αλλάζει ύφος. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια λέει, τρελαίνομαι να κόβω βόλτες στη γειτονιά και να παρατηρώ τις ανθισμένες την άνοιξη αυλές. Τις ποικιλίες που σκορπίζουν ευωδιές. Προχθές στο Μάο με τον Νικόλα πίναμε καφεδάκι και απολαμβάναμε τα σπαρμένα στα παρτέρια άνθη, στον πεζόδρομο. Μέσα στην πολυχρωμία έκανε μπαμ κι ένας απρόσμενος επισκέπτης, χαλούσε όλη την εικόνα η πεταμένη μες την ομορφιά νυχτερινή γόπα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση μας με την ομορφιά και την αρμονία, σκεφτήκαμε ταυτόχρονα;

Λέει πως προτιμά την άνοιξη γιατί σε σχέση με το καλοκαίρι δεν κάνει τόσο ζέστη, τα χρώματα είναι περισσότερο φωτεινά και η ατμόσφαιρα πιο ζωηρή. Φυσά συχνότερα. Ρίχνει και βροχούλες, δροσίζει, καθαρίζει. Κάνει συχνά πορείες μικρές, μιας και οι μεγάλες τον κουράζουν, στα μονοπάτια προς Παλιά Καβάλα ή προς τον Γκολέ. Εκεί να δείτε ομορφιά! Βέβαια η μουτζούρα δεν λείπει πουθενά, μπάζα πεταμένα από δω κι από κει. Παρατημένη ασχήμια με τόση ελαφρότητα.

Ξαναγυρίζουν οι θύμησες, αλλάζει ξανά κουβέντα.

  • Οι οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς ήταν γέννημα του ’68, μικρογραφίες κομμάτων αυτοδιαλύθηκαν αρχές με μέσα του ’70 και διαχύθηκαν οι σύντροφοι σε αυτό το φουσκωμένο ποτάμι που ήταν η αυτονομία που παραλίγο να παρασύρει στο πέρασμά της τα πάντα.
    Επιτροπές, κολεκτίβες και συνελεύσεις όπου ανέπνεε ο άνθρωπος, μακριά από συμβάσεις, έξω και σε απόσταση από αρχηγικά πρότυπα με τα οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η παγκόσμια αριστερά. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο βρίσκονταν εκεί και σήκωνε στις πλάτες του πλέον το βάρος των αποφάσεων. ΑυτόνομαΑπό τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη.

Οι χώροι είχαν τις ιδιαιτερότητές τους, κάθε περιοχή την δική της. Οι επιτροπές τα ίδια, οι ομάδες, τα μέσα, κλπ. Η αλληλεγγύη- solidarietà, δεδομένη. Τα κινήματα αυτομείωσης πέτυχαν στόχο πολλές φορές. Άλλες όχι, μιας και το σαμποτάζ εκ μέρους των συνδικάτων ήταν δεδομένο. Παγκόσμιο φαινόμενο η φαγούρα που πιάνει κάθε συστημικό όταν τα γεγονότα τον ξεπερνούν. Εκεί προτιμά την πεπατημένη, την συνδιαλλαγή με την κυβέρνηση και τα αφεντικά, το φρένο στις κινητοποιήσεις. Ο λαός με την αυτομείωση έπαιρνε πίσω πλούτο που είχε παράξει και που κατέληγε στο μεγάλο κεφάλαιο.
Όταν το ένα στα εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το πενήντα επτά του παγκόσμιου πλούτου πως είναι δυνατό να παραχθεί δημοκρατία.

Όταν κάθε 3 δευτερόλεπτα στον πλανήτη πεθαίνει ένα παιδί.
Το πάνω χέρι χρόνια τώρα το έχει το μεγάλο κεφάλαιο. Έχει δημιουργήσει τα παπαγαλάκια του, τους λακέδες του, που μέσα από ωραία λόγια προπαγανδίζουν το μοντέλο που τους συμφέρει, παγκοσμιοποίηση και ελεύθερη οικονομία. Μέσα πάντα από ‘δημοκρατικές διαδικασίες’. Διότι όταν κατέχεις χρήμα κατέχεις και τη δυνατότητα να δημιουργείς καταστάσεις, συνειδήσεις, συναίνεση. Κι έχεις και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς για τότε που τα πράγματα σκουραίνουν, εισαγγελείς, αστυνομία, στρατό, σώματα τάξης, ταξικά σώματα.
Επαναλαμβάνουμε πως αποκαλούν δημοκρατία την δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι σύντροφοι λοιπόν οπλίζονται, αμύνονται στις επιθέσεις αστυνομίας και φασιστών πιασμένων από το χεράκι, γνωστό και στα μέρη μας φαινόμενο, παγκόσμιο θα έλεγα. Φρούρησαν τις διαδηλώσεις τους, τις καταλήψεις. Οργάνωσαν δολιοφθορές, εμπόδισαν την παραγωγή και τη μεταφορά πλούτου και εμπορευμάτων. Φίατ στο Τορίνο, Άλφα στο Μιλάνο, τεράστιες αυτοκινητοβιομηχανίες, Πόρτο Μαργκέρα στη Βενετία, μεταλλουργοί αγωνιστές πανίσχυροι, Ρώμη υπηρεσίες, στις σχολές, στις φτωχογειτονιές της σύγχρονης μητρόπολης, ο σχιζοπρολετάριος, [όπως πολύ εύστοχα τον αποκάλεσε ο Ρενάτο Κούρτσιο], είχε την πρωτοβουλία. Αντέταξε την αντιεξουσία του, contropotere proletario.

Διέλυσε η αντεπανάσταση την αλυσίδα, αποκέντρωσε την παραγωγή, την διασκόρπισε στο terittorio, δημιούργησε τον κοινωνικό εργάτη.
Φωτιές σε λουσάτες εκθέσεις αυτοκινήτων, οι οποίες αντανακλούσαν τεράστια αντίθεση ανάμεσα στο συμπιεσμένο λαϊκό εισόδημα και τα υπερπολυτελή αυτοκίνητα που απευθύνονταν σε λίγους, αυτούς τους οποίους οι κρίσεις του συστήματος δεν άγγιζαν ποτέ.
Και τόσες άλλες στιγμές σε ένα πόλεμο που βλέποντάς τον τώρα από μακριά με πιο ψύχραιμο μάτι, στον οποίο πιθανώς, από ένα σημείο και μετά συρθήκαμε. Στον οποίο οι περισσότεροι δεν κιότεψαν και τον άντεξαν μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια. Φωτεινότατο παράδειγμα ο ΣΈΤΖΙΟ, ο ΚΟΎΡΤΣΙΟ, και τόσοι άλλοι.

ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΜΕ ΜΆΤΙΑ ΠΟΥ ΛΆΜΠΟΥΝ, Πως μόνο αυτός που έχει ζήσει σε αυτές τις συνθήκες γνωρίζει την ευφορία που γεμίζει την ψυχή, που αναστατώνει τον άνθρωπο, που αντανακλάται στα πρόσωπα αυτών που διαβάζουν στις εφημερίδες τα ‘πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας’.

Σε όσους όλα αυτά φαίνονται ακραία έχει να αντιτάξει πως δίπλα στην ιδεολογία της πολυθρόνας υπάρχει και η ανάγκη πολλών να ονειρευτούν το αδύνατο, να ερωτευτούν την ‘ουτοπία’ και να πράξουν την αντίσταση στις καθημερινές συμβάσεις, να ζήσουν αυτόνομα.
Η ιστορία πρέπει να λέγεται, να μαθαίνεται, να διδάσκεται, ολόκληρη η ιστορία και όχι μόνο η πλευρά που συμφέρει τους νικητές και τους κρατούντες όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε την συγκυρία. Εκείνα τα χρόνια είχαν καταπνίξει με βάρβαρο τρόπο, στη Λατινική Αμερική αντάρτικα εγχειρήματα αλλά και προσπάθειες ειρηνικής απεξάρτησης από το κεφάλαιο και την βόρειο αμερικάνικη οικονομική πολιτική διείσδυση, με σκληρότατες χούντες στρατιωτικές και κυριολεκτικά χιλιάδες ‘εξαφανισμένους’ από προσώπου γης πολίτες.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ΠΕΘΑΝΕ ΜΕ ΤΟ ΌΠΛΟ ΣΤΟ ΧΈΡΙ ΣΤΟ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΌ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ από τις δυνάμεις του μετέπειτα δικτάτορα Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος είχε τοποθετήσει αρχηγό του στρατού.
Εδώ σε εμάς ο Γιωργάκης τραυματίζεται πέφτοντας από ποδήλατο και ο Κωστάκης κλωτσώντας ένα τόπι. Άσε που ο τελευταίος φτιάχνει ειδικό νόμο για μία μόνο περιοχή της επικράτειας για να βάλει τον ξάδερφό του στη βουλή. Ανόμοια μεγέθη, ανόμοιες προσωπικότητες.

  • Επιστρέφοντας στα Ιταλικά χρόνια να προσθέσουμε εδώ πως οι αντάρτικες οργανώσεις είναι μέρος του κινήματος, έχουν ακολουθήσει τις διαδρομές του, απλά κάποια στιγμή θέτουν το ζήτημα της αναβάθμισης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτονόμησης της οργάνωσης από τις μαζικές διαδικασίες για λόγους ασφάλειας, αναβάθμισης επιχειρησιακής και στόχων, σήκωσαν ψηλότερα τον πήχη για να το πούμε απλούστερα. Οι στόχοι πάντως επιλέγονταν από την καθημερινή ‘επαφή’ με το κίνημα, οι σύντροφοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να παίρνουν μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες του κόσμου, πολλοί από αυτούς, οι περισσότεροι δηλαδή, αφουγκράζονταν από πρώτο χέρι ανάγκες και καημούς.

Επιθέσεις σε πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία, τέτοιους και παρόμοιους δικαστικούς θεσμούς – όπου προλετάριοι δικάζονταν, με τη θέμιδα να γέρνει σταθερά προς τη πλευρά των δυνατών, περιουσίες να αλλάζουν χέρια υπέρ αυτών ή μεγάλων εταιριών – είναι κάποια παραδείγματα για το δρόμο που είχε χαραχθεί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε και η καταστροφή των αρχείων ξεσήκωνε πανηγύρια στις λαϊκές γειτονιές, με τον κοσμάκη να παίρνει ανάσες για καιρό πολύ.

Οι σπαρτιάτες ήταν ενάντιοι στη συσσώρευση πλούτου, είχαν στάση ζωής ηρωική. Η ασπίδα στον πόλεμο προστάτευε πάντα τον διπλανό όμοιο. Όμοιοι σε όλα. Πώς να πολεμήσεις με αυταπάρνηση προστατεύοντας τον διπλανό σου όταν ξέρεις ότι έχει περισσότερα από σένα. Και στο κάτω- κάτω χωρίς να υπάρχει λόγος να κατέχει περισσότερα!.
Η αξία των ανθρώπων βρίσκεται στις πράξεις τους και όχι στο τι κατέχουν. Αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί.

»τι άλλο θέλεις σύντροφε για να καταλάβεις πως σήμανε η ώρα του τουφεκιού ;»

Τους πιο μεγάλους σταυρούς τους κάνουν οι πλουσιότεροι και οι απατεώνες. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν δώστε είπε ο Κύριος. Βλέπεις λοιπόν μεγαλογιατρούς μεγαλοδικηγόρους κι ένα σωρό άλλους ‘μεγάλους’ πρώτη γραμμή πίστα, μετά τα μπουζούκια στην εκκλησία. Διότι και τον Χριστό ταξικό τους όργανο τον έκαναν. Έχουν ευλογήσει ένα σωρό χούντες. Για τους στοιβαγμένους στα λαθρεμπορικά καίκια, στις υπερπλήρεις φυλακές έχετε ακούσει άχνα; μούγκα! Ή για απεργούς και καταληψίες που τρώνε άγριο ξύλο.
Και στο κάτω- κάτω γιατί να τρώνε μια ζωή ξύλο οι απεργοί; και οι φοιτητές από τις ζαρντινιέρες;

Οι ανατροπείς και οι εξεγερμένοι οργανώνονται. Αυτόνομα. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά.                                                                                                                                                Δεν το φωνάζουν, δεν το διατυμπανίζουν, Οπλίζονται. Γιατί οι μεν έχουν δίκιο, αγωνίζονται. Οι άλλοι είναι εκεί προστατεύοντας τα ξένα χρήματα. Για πενταροδεκάρες.

Απαγωγές προσώπων μπλεγμένων σε σκάνδαλα, δικαστικών και άλλων τέτοιων φρούτων. Διευθυντών εργοστασίων, επιστατών. Δίκες λαϊκές,
αληθινές. Λάμψη της αλήθειας, δημοσιοποίηση στον τύπο, απελευθέρωση με τρόπο θεαματικό, σικάτο. Πάντα αξύριστος, χτύπημα στο image, με μια πινακίδα στο λαιμό να μιλά για τον αγώνα, το χάραμα, σε δημόσιο χώρο. Τεράστια στιγμή για το κίνημα, χρησιμοποιούσαν όλα τους τα όπλα με τον καινούριο δικό τους τρόπο.
Επίθεση με μολότοφ και φωτιά με χρονική απόσταση, δυναμίτης, σε ξένες εταιρίες και θεσμούς, όταν το ζητά ο διεθνισμός, το κίνημα είναι παγκόσμιο και αλληλο υποστηρίζεται.
Ωραία χρόνια, ζουν όπως ακριβώς θέλουν και τους ευχαριστεί. Αυτό είναι το μυστικό, να ζεις αυτό που θέλεις όταν το θέλεις. Να αποφασίζεις ο ίδιος για τη ζωή σου και να εκτελείς ο ίδιος τις αποφάσεις. Όχι όπως επιβάλλεται.
Δεν θέλανε να γίνουνε χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.
Ήταν ευχαριστημένοι γιατί ήτανε μαζί. Ζούσαν ήδη την συνθήκη τους. Αυτόνομα. Δεν την οραματίζονταν για αργότερα, ‘ώριμες συνθήκες’ και τα λοιπά. Την πραγματοποιούν, κύτταρα του νεαρού κορμιού λούζονταν στα νερά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας φτιαγμένης από χιλιάδες ατομικότητες ενεργές, νεωτεριστικές, μες την κοινότητα. Ο επαναστατικός στρατός σε δημιουργία, κύτταρα της κόκκινης κοινωνίας.
Ζώντας το καινούριο γκρεμίζονταν το παλαιό. Στη δουλειά στο σπίτι στο σχολείο οι σχέσεις είναι πια διαφορετικές. Ίσως όχι παντού, είπαμε, εκεί που το επέτρεπαν οι συσχετισμοί. Εκεί που ήταν δυνατοί.
Η έννοια ‘ανώτερος’ , εξαφανίζονταν.

  • ‘Ήμασταν χαρούμενοι που ήμασταν μαζί, και ήμασταν πάρα πολλοί’ λέει. Πως να βαρεθείς;
    Πολλές απόψεις, πολλά αρώματα.
    ‘Να μη σου πω’, γνέφει, ‘πως κάποια στιγμή νιώσαμε άτρωτοι. Ίσως αυτή να ήταν η ύβρις, που έστειλε τη νέμεση’.
    Σήμερα έχουμε πισωγυρίσει πολύ, η δουλειά κατάντησε ξανά μπελάς, τι ζωή είναι αυτή; οι σπουδές καταπιεστικές, οι σχέσεις το ίδιο. Μοναξιά

‘Από παιδί με συγκινούσαν οι διαφορετικοί, αυτοί που επιστρέφουν πίσω τις συμβάσεις,’ θυμάται.
ΑΠΟΡΕΊ, πως είναι δυνατό χρόνια τώρα οι πολλοί να ευνοούν τους λίγους. Γιατί να τρομάζει τόσο πολύ το διαφορετικό. Και θυμάται ακόμη το πρώτο σύνθημα που διάβασε γραμμένο στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας στη Firenze, ‘όλα ακριβαίνουν, ακόμη και η μιζέρια’

Σαν να μη πέρασε μια μέρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά η ίδια κατάσταση. Οι αδύνατοι αδυνατίζουν παραπάνω και οι δυνατοί δυναμώνουν περισσότερο.

«Των αθανάτων το κρασί

το ‘βρετε σεις και πίνετε

ζωή για σας ο θάνατος

κι αθάνατοι θα μείνετε»

στίχοι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

«Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσει ένας αέρας

στουν τον τόπον πο `ν καμένος

τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν

Για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζιήνης της μέρας

πο `ν να φέρει στον καθ’ έναν

τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»

στίχοι Δημήτρης Λιπέρτης, μουσική Δημήτρης Λάγιος

  • Δηλαδή το μόνο ιδανικό που έχουμε μουρμουρίζει είναι να βάλουμε το παιδί μας στο δημόσιο ή να κρύψουμε ένα αυθαίρετο. Γι αυτό και μόνο γίνεται όλη η δουλειά; Αυτή είναι φτώχεια ακόμα μεγαλύτερη. Σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης, όχι αγαπητικές σχέσεις.
    Είμαστε μία χώρα που δεν αγαπά τον εαυτό της. Εάν δεν αγαπάς τον διπλανό σου, τη δουλειά σου, εάν κατά βάθος δεν αγαπάς τον εαυτό σου, απλά τον ανέχεσαι, πως περιμένεις ότι ο άλλος θα κάνει κάτι για σένα.

Οι πόλεις μας είναι για αυτοκίνητα και τσιμέντο. Για τις τράπεζες, για τίποτα άλλο. Όλοι ονειρεύονται ένα λουξ αυτοκίνητο και ένα λουξ σπίτι. Άλλος καλύπτει τα κενά του τα εσωτερικά με την πολιτική, άλλος με το ποδόσφαιρο, άλλος με την επίφαση ψευτο χλιδής. Άλλος με το κυνήγι του χρήματος, της εξουσίας, άλλος με την θρησκεία, άλλος κάνει οικογένεια και πολλά παιδιά. Όλα αυτά υποκατάστατα των εσωτερικών κενών είναι. Κι εγώ έτσι έκανα, μορφάζει, έπεσα με τα μούτρα στα σπορ, προσπάθησα διάφορες δουλειές, έκανα οικογένειες και παιδιά. Η ψυχή μου όμως πάντα ανήσυχη, ένα κενό εκεί μέσα περιμένει να γεμίσει, άσε που την ήττα δεν τη ξέχασα ποτές. Την ομορφιά του να ζεις με εκείνο τον τρόπο, χωρίς επιβολή και εξουσιοδότηση.
Πας σε μια υπηρεσία και σου μιλούν λες και τους χρωστάς. Σου μιλούν απαξιωτικά γιατί δεν αγαπάνε αυτό που κάνουν. Είναι δυστυχισμένοι οι υπάλληλοι σήμερα, και οι έμποροι επίσης, τους νοιάζει μόνο το κέρδος.

Ζούμε σε σπίτια κλουβιά, κι έχουμε κλούβια ιδανικά…
Ακούω τις θάλασσες

και τα ποτάμια σου
Ακούω το γέλιο
ακούω το κλάμα σου
Τις μελωδίες που γεννιούνται στα σπλάχνα σου
Τις πολιτείες και τους ανθρώπους
που ταξιδεύουν κάτω απ’ το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι’ ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
και δεν ακούω τις σκέψεις μου
Ακούω τους ήλιους
και τους πλανήτες σου
Ακούω τις χαρές σου
ακούω τις λύπες σου
Τις αρμονίες που γεμίζουν τις νύχτες σου
Τους εραστές και τους τρελούς
που ξενυχτάν κάτω απ’ το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι’ ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη            Τρύπες

 

  • η απαγωγή, τον Μάρτη του ’78, και αργότερα η εκτέλεση του Άλντο Μόρο αποτέλεσε κομβικό σημείο, καθοριστικό στην αναμέτρηση του κινήματος με το κράτος. Μια επιχείρηση που έμοιαζε απλησίαστη για τις δυνάμεις μας, μακρινή, ασύλληπτη, άπιαστη, ανέβασε τον πήχη της σύγκρουσης στα ουράνια. Όσο ο γραμματέας ήταν φυλακισμένος και ανακρίνονταν η παρουσία της αστυνομίας και των καραμπινιέρων άρχισε να γίνεται στις πόλεις ολοένα και πιο αποπνικτική. Οι έλεγχοι συνεχείς, κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτό άρχισε να προκαλεί δυσφορία. Για ψύλλου πήδημα βρισκόσουν μέσα για έλεγχο, η μικρο παραβατικότητα, τόσο διαδεδομένη στη χώρα, τα έφτυσε. Κινδύνεψε άμεσα και διερράγη η συμμαχία του κινήματος με τους ποινικούς, στις φυλακές και στις προλεταριακές συνοικίες των μητροπόλεων. Η οργανωμένη μεγαλο μαφία ήταν έτσι και αλλιώς εναντίον, τώρα πήρε τα ηνία της ρουφιανιάς στα χέρια της. Καταφέρονταν ανοικτά εναντίον των συντρόφων μαζεύοντας και παραδίδοντας στις αρχές οποιαδήποτε πληροφορία έρχονταν εις γνώσιν τους.

Η χαφιεδολογία του ΚΚΙ ΞΕΠΈΡΑΣΕ ΚΆΘΕ ΌΡΙΟ, κάθε προσδοκία. Ότι γνώριζαν, υπέθεταν, αφουγκράζονταν, κατασκεύαζαν εναντίον συντρόφων αναγνωρίσιμων για την πρωτοπορία τους σε αγώνες κατέληγε στα αρχεία της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών [εισαγγελικών].
Έτσι ξεκίνησε ένα πογκρόμ εναντίον όλων των οργανωμένων πρωτοποριών του κινήματος.

Οι εργασιακές σχέσεις σκλήρυναν απότομα, μιας και τα ανακουφισμένα από την ολοένα αυξανόμενη καταστολή αφεντικά έσφιξαν τα λουριά. Στα Πανεπιστήμια το ίδιο, και στα σχολεία επίσης επέστρεψαν οι καταπιεστικές σχέσεις ενώ στις γειτονιές δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι από τους μόνιμα πλέον στρατοπεδευμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Μετά την εκτέλεση του Μόρο η χώρα πάγωσε. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν. Το κύμα χαφιεδισμού αυξήθηκε, βασανιστήρια και εκβιασμοί, άρχισαν να σπάνε και κάποιοι σύντροφοι μιας και η πιθανότητα αμέτρητων χρόνων φυλάκισης για μια υπόθεση που έμοιαζε ολοένα περισσότερο χαμένη ήταν γεγονός, δεν άντεξαν το βάρος των υποχρεώσεων τους, κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν ήδη απομακρυνθεί νωρίτερα από τις ομάδες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση σοβάρευε επικίνδυνα, την είχαν ήδη σκαπουλάρει που λέμε, γνώριζαν όμως πράγματα.

Το αυτόνομο κίνημα αποτέλεσε εκείνη τη δεξαμενή την τεράστια από όπου οι αντάρτικες οργανώσεις άντλησαν μαχητές. Από το λόγο του καθένα μπορούσες στο περίπου ν’ αντιληφθείς το προς το πού έκλεινε. Ειδικά στο ξεκίνημα αυτό ήταν ευκολότερο. Στη συνέχεια και όσο η κατάσταση γίνονταν πολυπλοκότερη τα πράγματα περιπλέκονταν. Τα στόματα έκλειναν ερμητικά.

Έτσι λοιπόν και οι ‘μετανιωμένοι’ που συνεργάστηκαν, στις καταθέσεις τους παρουσίαζαν ένα σωρό αερολογίες, υποθέσεις, αντιφάσεις. Είχαν ‘χάσει και ένα σωρό επεισόδια’, και αυτό βοήθησε αρκετούς συντρόφους να πέσουν στα μαλακά, μιας και η καταδίκη σε μία σοβαρή δίκη δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί, [έτσι έγινε και στη περίπτωση του φίλου μας που διηγείται].

Αυτοί οι ‘μετανιωμένοι’, διόγκωναν συχνά καταστάσεις για να δείξουν πόσο σοβαρά συνεργάζονταν,για να τη γλιτώσουν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Ήταν κάτι που σίγουρα σκόρπισε μεγάλη απογοήτευση στη τεράστια πλειοψηφία των αγωνιστών που διακινδύνεψαν την ακεραιότητά τους για ιδανικά που τσαλαπατήθηκαν από καταδότες, ελαφριά τη καρδία, έτσι, ασύστολα.

  • Η παρουσία των ομάδων στους φυσικούς χώρους ήταν καθημερινή με τον λόγο τους. Τα φυλλάδια τα έβρισκες παντού και τα ανακοινωθέντα τους, σε όλους τους χώρους, απίστευτα παντού. Γιατί ήταν χιλιάδες οι αγωνιστές και οι συμπαθούντες. Και συνθήματα γραμμένα στους τοίχους, με τα σύμβολά τους.

Με λίγα λόγια, και πέρα από κάθε παρεξήγηση, η επαναστατική πρακτική στη χώρα, από κάποια στιγμή και μετά είχε καταστεί λαϊκή απαίτηση και αμέτρητοι αποφασισμένοι άνθρωποι το πραγματοποίησαν.

Την καταστολή δεν την ένοιαξε η ηθική. Η ηθική στην πολιτική δεν υφίσταται, το τονίζει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Γνώριζε η καταστολή πως χρειάζονταν ομήρους στα μπουντρούμια της, με αληθινά ή χαλκευμένα στοιχεία για να δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στις επαναστατικές δυνάμεις. Τα επόμενα θα έρχονταν από την πίεση που θα δημιουργούνταν στην κοινωνία και τους συντρόφους. Τον εκβιασμό. Γνώριζαν πως την πίεση που δημιουργεί ο παρατεταμένος βαρύς εγκλεισμός κάποιοι δεν θα την άντεχαν. Σε αυτό υπολόγισαν και τους βγήκε. Χρησιμοποίησαν και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν το τελειωτικό κτύπημα, το κίνημα δεν άντεξε, ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΠΙΣΩ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν χρειάζεται να κατηγορηθεί κανένας, ο άνθρωπος δεν είναι υπεράνθρωπος, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, τις ίδιες αντοχές, την ίδια υπομονή. Στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες.

Άσε, μου λέει, πως ήδη υπήρχε η γκρίνια για την απόφαση της θανάτωσης του ομήρου, όπως αν θυμάμαι καλά έχουμε ξαναπεί, συμπληρώνει, ήδη πριν αυτή εκτελεστεί ακόμη. Αυτό από μόνο του είχε αποδυναμώσει την κατάσταση, είχε αποπροσανατολίσει πολλούς. Δεν θέλει να επεκταθεί άλλο, ‘είπαμε ήδη πολλά’, μουρμουρίζει, το πιάσαμε το θέμα διεξοδικά, το πιάσαμε το νόημα, κι αν κάτι μας ξέφυγε, σίγουρα δευτερεύον. Το μόνο σίγουρο είναι πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει, ήταν γεγονός, το ένιωθες στον αέρα, το ζούσαν όλοι, φαίνονταν στη γλώσσα του σώματος, στις συμπεριφορές και στη νευρικότητα που διακατείχε πλέον τους περισσότερους. Η σκυθρωπάδα είχε αντικαταστήσει τη γαλήνη,  σφιγμένα χείλη στη θέση του χαμόγελου και συχνά ο εκνευρισμός στη θέση της σιγουριάς και της ηρεμίας που χρειάζεται ένας αγωνιστής, ο μαχητής, ο στρατευμένος.

Σε γενικές γραμμές αυτά! Φαντάζεσαι μου λέει την απογοήτευση που κατέλαβε τις ψυχές των συντρόφων που είχαν φτιάξει μια σχέση με τον αυτόνομο αγώνα ερωτική, με σκέψη πρωτότυπη, χωρίς σκοπιμότητες. Γκρεμίζονταν τα πάντα. Πολλοί εξαφανίστηκαν στο εξωτερικό, στη Γαλλία κυρίως, ο Μιτεράν δίδαξε πολιτισμό, η πατρίδα του άνοιξε και τότε την αγκαλιά της όπως χρόνια πριν στους Έλληνες τους οποίους δέχτηκε μετά τον εμφύλιο. Οι άλλοι κλείστηκαν στους εαυτούς τους. Κι αυτοί που παρέμειναν στις φυλακές, χιλιάδες, οπλίστηκαν με κουράγιο και υπομονή.

Ένα μεγάλο κομμάτι δήλωσε μετά από κάποια χρόνια πως μια ιστορική πολιτική σελίδα έκλεισε, πως η ένοπλη πάλη αποτελούσε παρελθόν, λάθος πολιτικό. Δεν χαφιέδισαν. Αποδέχτηκαν την πολιτική ευθύνη των πράξεων τους δίχως να φορτώσουν τις ευθύνες σε άλλους, χωρίς να καταδώσουν συνεργάτες. Διέσπασαν το μέτωπο των αιχμαλώτων, λάθος τραγικό, αρνούμενοι την ίδια την ταυτότητα τους.
Κάποιοι άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ένας των ιστορικών ηγετών του Ιταλικού αντάρτικου, ο Renato Curcio, έμειναν, προς τιμή τους και αυτών, αμετακίνητοι στις θέσεις που τόσα χρόνια είχαν αναπτύξει, δηλώνοντας βέβαια κι αυτοί πως η ένοπλη εμπειρία είχε λήξει οριστικά. Και παραμένουν ακόμη φυλακισμένοι ή σε καθεστώς πλέον ημιελευθερίας. ΑΞΙΟΙ.

Μάρα Καγκόλ

Σκεπτόμενος συνεχίζει, γυρνώντας το μυαλό και τις εικόνες πίσω, το έργο της ζωής, προσπαθώντας να αντιληφθώ τι ήταν εκείνο που μας κινούσε, που μας έδινε τόσο ενθουσιασμό και ενέργεια, τόση σιγουριά, κάθε μέρα για τόσο μεγάλο διάστημα ήταν ότι ήμασταν μαζί με εκείνο τον αυθεντικό, ανατρεπτικό τρόπο, την ποιότητα στη ζωή και στις σχέσεις που ανακαλύπταμε και πραγματώναμε καθημερινά μαζί, με τους άλλους και προσωπικά. Αποφύγαμε τους διαχωρισμούς και τις ιεραρχίες. Δεν ξεχωρίζαμε τους ανθρώπους από το τι κατέχουν, μοιράζαμε και μοιραζόμασταν όσο το δυνατόν περισσότερο, οπωσδήποτε δεν υπήρχαν τάξεις και κατηγορίες ανάμεσά μας. Σγουροί, σχιστομάτιδες μελαχρινοί ή ανοιχτόχρωμοι, όλοι χωρούσαν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Δεν υπήρχαν αυθεντίες, κι ας ξεχώριζαν πολλοί και σε πολλά. Το σύμπαν γνωρίζει πώς και πού μοιράζει τα χαρίσματα. Τα αποδέχεσαι και τέρμα, το αποδέχεσαι, τέρμα! Ο καθένας δίνει αυτό που έχει, πλαντάζει με το παρά πάνω. Κρατάει τα απαραίτητα. Δέχεται αυτό που του χρειάζεται και αρκείται.
Με λίγα λόγια λοιπόν το γεγονός είναι πως κάναμε την ουτοπία πραγματικότητα. Πραγματοποιήσαμε την ουτοπία.

ΕΝΙΩΘΕΣ ΓΕΜΑΤΟΣ,ΗΣΟΥΝ ΓΕΜΑΤΟΣ.

  • Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί η ζωή είναι ευλογία, όχι εργασία. Εργάζεται ένα μικρό κομμάτι της ημέρας για να δημιουργήσει τα απαραίτητα, ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός.
    Είναι εξαιρετικά βίαιο και απεχθές να ξοδεύουμε τόσο χρόνο για να παράξουμε τόσα πράγματα που θα αποθηκεύσουμε για να καταναλωθούν, κι αν, και να μην έχουμε χρόνο να χαρούμε τα αυτονόητα, να απολαύσουμε το δώρο της ζωής, την καθημερινότητα.
    Μουντρούχοι και κατσουφιασμένοι τρέχουμε σαν τον Βέγγο όλη μέρα μες το άγχος, σε μίζερες πόλεις που καταντούν όλο και περισσότερο φυλακές , να αλληλοσκοτωνόμαστε σε ένα ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, και κάποιοι να κερδίζουν από όλο αυτό μυθικά ποσά. Να αλληλοσκοτωνόμαστε σε πολέμους, στο δρόμο, από μολύνσεις και ναρκωτικά, από έλλειψη νερού ή τροφής, πάντα για συμφέροντα πολύ λίγων. Πιτσιρικάδες να δολοφονούν σε σχολεία για ψύλλου πήδημα.

Σε πολέμους κατακτητικούς με ‘έξυπνα όπλα’ που δολοφονούν αδιάκριτα, με ‘παράπλευρες απώλειες’ πολύ εξοντωτικές. Κάποτε ήταν για το ψωμί και το αλάτι, τώρα για τους δρόμους της ενέργειας και το ‘μαύρο χρυσό’. Αύριο για το νερό.

 

-»Πυρήνας του βιβλίου: Πώς και με ποιους όρους γράφεται η Ιστορία; Και από ποιες πηγές; Ποια ντοκουμέντα; Και η οπτική γωνία; Πότε και πώς βλέπεις κάτι, πότε και πώς δεν το βλέπεις; Και η δική σου όχθη στο μεγάλο ποτάμι; Απ’ όποια θέση κι αν βρίσκεσαι, σου αρκούν τα πολιτικά «φιλαράκια» σου, οι μαρτυρίες, οι αναμνήσεις και τα λογής χρονικά τους; Και η μισαλλοδοξία; Η παραχάραξη; Οι ιδεοληψίες; Οι αποσιωπήσεις;

Αγωνία του βιβλίου: Ποια είναι η θέση μας στον κόσμο και ποιες οι επιπτώσεις των γεγονότων στη ζωή μας; Πώς το φανταστικό διαπλέκεται με το πραγματικό, το επινοημένο με τις ποικίλες εκδοχές του, το απλό με το πολύπλοκο, το σημαντικό με το ασήμαντο, το ατομικό με το συλλογικό, το σήμερα με το χθες; Οι Γερμανοί, οι Βρετανοί. Οι συνεργάτες, οι συναγωνιστές, οι αντίπαλοι. Ποιοι οι κακοί; Ποιοι οι καλοί; Ποιοι οι εχθροί, ποιοι οι φίλοι; Ο δολοφονημένος λοχαγός Μανώλης Πιμπλής, ο εκτελεσμένος κομμουνιστής Βαγγέλης Κτιστάκης. Τα οράματα που θα στραπατσαριστούν. Οι σκοπιμότητες, τα συμφέροντα. Η υποκρισία, η ιδιοτέλεια, το ψέμα. Ερωτες, φιλίες, ηρωισμοί. Προδοσίες, κακίες, μικρότητες. Σε μια ρημαγμένη, πεινασμένη πόλη. Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας.

Και μια τελευταία διευκρίνιση: Το μυθιστόρημα Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας, αν και αυτοτελές, θα μπορούσε να θεωρηθεί, μιας και μπήκα σχεδόν ερήμην μου στον χορό, το δεύτερο βιβλίο μιας τριλογίας εν εξελίξει με πρώτο βιβλίο το μυθιστόρημα Αθώοι και φταίχτες.

 

1981 Delenda est Δήμος Μούτσης Κώστας Τριπολίτης
‘Θα σου πάρω βιολιά και ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν, Ερηνούλα μου.                  Μεταξύ μας όπως βλέπεις τα περιθώρια στενεύουν. Τις καμμένες πόλεις, τα νεκρά παιδιά θυμάμαι και το αίμα, και η δικιά μου η ζωή, δίχως νόημα δίχως φωνή και μ’ άδειο βλέμμα, Ερηνούλα μου.
Πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν και
‘χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε’ θα σου πουν, αυτά που λες,
‘et preterea censeo, Carthago delenda est’.
Με τρομάζεις σαν των γηπέδων τις φωνές και τις σημαίες, Ερηνούλα μου.
Φοβισμένος σε κοιτάζω διπλωμένες κρατώντας τις κεραίες.
Ξεκινάς να με βρεις κι όλο πέφτεις θαρρείς σ’ ένα τοίχο, κι ερωτεύεσαι εκεί, δίχως χρώμα δίχως οσμή και δίχως μύθο, Ερηνούλα μου.
Αλλά εγώ θα σου πάρω βιολιά κι ένα ντέφι γλυκό να σου παίζουν Ερηνούλα μου.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για alberto juantorena

 

-«Σήμερα είναι μια όμορφη μέρα για την Κούβα, αλλά αύριο είναι η επέτειος μιας θλιβερής μέρας για το λαό μας, η επέτειος της αποτυχημένης επίθεσης του Κάστρο και των συντρόφων του στο στρατόπεδο της Μονκάδα». Στις 25 Ιουλίου του 1976 στο Μόντρεαλ, λίγη ώρα αφού ο Αλμπέρτο Χουαντορένα κέρδιζε το πρώτο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο της Κούβας στο στίβο, αφήνοντας έκθαμβους τους φιλάθλους σ’ όλο τον κόσμο, εντυπωσίαζε τους δημοσιογράφους με τις δηλώσεις του, που συνέδεαν την αθλητική του επιτυχία με την πολιτική πραγματικότητα της χώρας του. Γνήσιο δημιούργημα της κουβανικής επανάστασης ο Αλμπέρτο Χουαντορένα δεν αποποιήθηκε ποτέ το ρόλο του σαν πρεσβευτή του κουβανέζικου αθλητισμού, αλλά και του λαού του.

Οκτώβριο του ’71 ο Χουαντορένα εντάσσεται στην Εθνική Ομάδα της Κούβας. Τον επόμενο χρόνο είχε καταφέρει ήδη να μπει στον ημιτελικό των 400μ στους Ολυμπιακούς του Μονάχου του 1972. Για την επιτυχία του δόθηκε το βραβείο του «ταλέντου της χρονιάς», που του απονεμήθηκε μάλιστα από την Αντζελα Ντέιβις. Ηδη είχε γίνει γνωστός στους διεθνείς στίβους με το παρατσούκλι «το άλογο» για τον εντυπωσιακό διασκελισμό που είχε στο τρέξιμό του. Ενα διασκελισμό που έφτανε στα 2,5 μ.!

Η εποποιία του Μόντρεαλ

Ομως εκτός από το φυσικό ταλέντο, ο Χουαντορένα είχε τη φλόγα του μαχητή και του νικητή. Μετά την Ολυμπιάδα του Μονάχου μπροστά του βρέθηκε μια νέα πρόκληση. Ο Πολωνός προπονητής Ζίγκμουντ Ζαμπιερζόφσκι του πρότεινε να ασχοληθεί και με τα 800 μ. Τρία χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ ξεκίνησε σιγά σιγά την προπόνηση και για τα 800 μ. Ο Πολωνός προπονητής πίστευε ότι ο Χουαντορένα μπορούσε να φτάσει στη διπλή ολυμπιακή νίκη στα 400μ. και στα 800μ. κάτι που δεν είχε πετύχει κανένας αθλητής σε Ολυμπιακούς Αγώνες (υπήρχε μόνο ο Αμερικανός Πολ Πίλγκριμ που είχε κερδίσει στη Μεσοολυμπιάδα του 1906 στην Αθήνα τα 400μ. και 800μ.). Την ίδια περίοδο ο Χουαντορένα εξακολουθούσε να κυριαρχεί στα 400μ. Το 1973 και το 1974 ήταν ανίκητος στην απόσταση. Το 1975 όμως υποβλήθηκε σε δύο εγχειρήσεις στο πόδι. Το 1976 όμως ήταν αρκετά υγιής για να δικαιώσει τις προσδοκίες του Ζαμπιερζόφσκι στο Μόντρεαλ. Για να φτάσει όμως στο διπλό θρίαμβο χρειάστηκε να κάνει εφτά κούρσες στα 400 και 800μ. μέσα σε έξι μέρες, ενώ έτρεξε και σε δύο κούρσες στις σκυταλοδρομίες.

Το ξεκίνημα έγινε με τα 800μ., όπου ο Χουαντορένα έφτασε εύκολα στον τελικό. Στις 25 Ιουλίου του 1976 δοξάστηκε για πρώτη φορά, κερδίζοντας το χρυσό μετάλλιο, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα παγκόσμιο ρεκόρ με 1.43.50.

«Το άλογο» όμως δε σταμάτησε εκεί. Μετά από τέσσερις κούρσες, έκοβε πρώτος το νήμα στον τελικό των 400μ. με 44.26, που ήταν ο καλύτερος χρόνος που είχε επιτευχθεί στο επίπεδο της θάλασσας. Μετά ακολούθησαν δύο κούρσες στη σκυταλοδρομία για να ολοκληρωθεί μια παρουσία ιστορική και επική για την Κούβα και τον Χουαντορένα. Η εποποιία αυτή αφιερώθηκε από τον Αλμπέρτο στην Κουβανέζικη Επανάσταση και στον ηγέτη της Φιντέλ Κάστρο. Εκτός όμως από τις αθλητικές του επιτυχίες ο Χουαντορένα πρόσφερε στην Κούβα και την εργασία του στο μάζεμα του ζαχαροκάλαμου, κάθε φορά που επέστρεφε στην πατρίδα του από τις ευρωπαϊκές του τουρνέ-.

Γιάννης ΤΖΟΥΣΤΑΣ

 

Μανού Τσάο στο Παρίσι, 2008

και στην φωτογραφία εδώ κάτω με τον Θόδωρα τον Θεοδωρίδη στο λεωφορείο ξεκινάμε την μεγάλη εκδρομή στην Κρήτη, στο τέλος της χρονιάς, στην έκτη τάξη του γυμνασίου, πάμε στην Κρήτη λοιπόν, έχουμε πλέον τελειώσει το γυμνάσιο, και πριν ξεκινήσουν οι εξετάσεις, αν θυμάμαι καλά, και αποφοιτήσουμε, εκδράμουμε για να χαλαρώσουμε,

με τα γυαλιά, ο καθηγητής των αρχαίων, δεν θυμούμαι το όνομα του, καλός άνθρωπος

Saltarello, Dead Can Dance

μιχαλης 282

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s