τα βιβλία του μιχάλη, i libri di michele

Κ. εκενώστε τους δρόμους από τα όνειρα – 9

φωτογραφίες μιας εποχής

 

Εγώ δεν είμαι ποιητής – Νίκος Παπάζογλου  – Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμαι στιχάκι είμαι στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι Με τραγουδάνε οι τρελοί και οι αλήτες καταραμένη είμαι φυλή με μιαν εξόριστη ψυχή σ’ άλλους πλανήτες Εγώ δεν είμαι ποιητής, είμ’ ο λυγμός του είμαι ένας δείπνος μυστικός δίπλα ο Ιούδας κλαίει σκυφτός κι είμ’ αδερφός του—

Το πρώτο βράδυ της κατάληψης στρώνουμε τους υπνόσακους επάνω στο βάθρο του καθηγητή, στην αίθουσα, μήπως και γλιτώσουμε λίγο από την παγωνιά. Είναι μαλακότερο το ξύλο. Όλη τη νύχτα, δυο κορίτσια κι εγώ αγκαλιασμένοι σφιχτά μπας και ζεσταθούμε. Δεν με διεκδίκησε για την πάρτη της καμία, δεν έκανα κίνηση να χωρίσω τις δυο φιλενάδες. Ούτε δευτερόλεπτο. Φτάνει που είμαστε μαζί.
Το καλοκαίρι, στο Ακρωτήρι, κάνουμε έρωτα το μεσημέρι με τον Άντζελο και την κοπελιά άλλου φίλου που έμεινε πίσω στην πατρίδα. Δεν νιώθουμε ούτε στιγμή πως ‘κλέβουμε’ κάτι από τον δικό μας. Ούτε εκείνη ότι ‘προδίδει’. Ζούμε πλέον τη νέα κατάσταση.
Πειραματιζόμαστε. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Γιατί δεν είναι συνθήκη η ζωή. Είναι ανακάλυψη. Αποκάλυψη.
Γιαυτό και αργότερα, σε άλλη σκηνή και άλλο τόπο, δεν θέλω, δεν μπορώ να χωρίσω τις δυο φιλενάδες από την Γερμανία, στα Σύβοτα.

Είμαι, Είμαστε μαζί. Φυσικός είμαι, έτσι αισθάνομαι. Σίγουρα το ένα κορίτσι είναι ωραιότερο. Αλλά είναι εκεί, τόσες ώρες μαζί και το άλλο. Πως το διώχνεις; Πως το αποκόπτεις έτσι ξαφνικά από την όλη φάση; Να σπρώξουμε δηλαδή την άλλη κοπέλα στο περιθώριο; Το αξίζει ;
Όχι φυσικά!
Επαναλαμβάνω πως ίσως αυτά να μας φαίνονται σήμερα ακαταλαβίστικα. Γυρίσαμε πολλά χρόνια πίσω, φοβόμαστε το ρίσκο και το άγνωστο. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται αλαμπουρνέζικα.
Όταν όμως εμείς λέμε πως την ουτοπία την ζήσαμε, την ζούμε καθημερινά μέχρι να μας εξαφανίσουν από προσώπου γης, δεν λέμε τρίχες.

Δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα της αλλαγής [άλλη παρεξηγημένη λέξη], είναι πολιτιστικό και πολιτισμικό. Αγκαλιάζει κάθε πτυχή του είναι, του είμαστε, της καθημερινής ζωής. Το προσωπικό είναι πολιτικό!
Για νέες ταυτότητες μιλάμε.
Εάν δεν αλλάξει και εσωτερικά ο άνθρωπος, επανάσταση δεν νοείταιΗ επανάσταση της καθημερινής ζωής. Το πέταγμα του αετού. Αυτό το φως μέσα μας.
Δεν λέω να γίνουνε αυτό, εκείνο ή το άλλο. Δεν λέω τι πρέπει να κάνουμε. Δεν λέω από μονογαμικοί να γίνουμε πολυγαμικοί ή να παρατήσουμε αυτόν ή την άλλη. Λέω μόνο πως ότι πιστεύουμε, ότι ακολουθούμε, ότι μας προτρέπει ο αρχηγός, ο πολιτικός, ο παπάς ή ο στρατηγός είναι προϊόντα χιλιάδων εκατονταετηρίδων καταπίεσης του ανθρώπινου και ζωικού γένους γενικότερα, του περιβάλλοντος και της φύσης. Πως χρειαζόμαστε απελευθέρωση.
Να ακούσουμε και να πειραματιστούμε.

Ότι κουβαλάμε μέσα μας, αυτό το βαρύ φορτίο από ανησυχίες, πολέμους, μίσος, εκμετάλλευση, άγχη, στεναχώριες, διαχωρισμούς, έχει καθίσει επάνω μας σαν βδέλλα, μας ρουφά το αίμα, μας έχει σκάσει. Πλαντάζουμε. Το θέλουν, μας το επέβαλε ο ‘πολιτισμός’ τους, συναινέσαμε.
Ώρα για ελευθερία, να αποβάλλουμε τον ζυγό. Εσωτερικά και εξωτερικά. Μέσα μας και στην κοινωνία. Να τινάξουμε τον βράχο από πάνω μας.
Τα θέλει ο κώλος μας

San Michele aveva un gallo, Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

  • ‘ερώτηση : τι θέλετε να κάνουμε εμείς οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο’ ;
    Κρισναμούρτι : ‘‘δεν θέλω τίποτα. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο : ζήστε, ζήστε σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος είναι τόσο θαυμάσια ωραίος. Είναι ο κόσμος μας, η γη μας για να ζήσουμε πάνω της, αλλά δεν ζούμε, είμαστε στενόμυαλοι, χωρισμένοι, αγχώδεις, φοβόμαστε τ’ ανθρώπινα όντα, κι επομένως δεν ζούμε, δεν έχουμε σχέσεις, είμαστε απομονωμένοι, απ’ τ’ ανθρώπινα όντα. Δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει να ζει κανείς μ’ αυτή την εκστατική, αξιοζήλευτη έννοια.
    Λέω πώς μπορεί να ζει κανείς μ’ αυτό τον τρόπο μόνο όταν ξέρει πώς να ελευθερωθεί απ’ όλες τις βλακείες της ζωής του. Το να ελευθερωθεί απ’ αυτές είναι δυνατό μόνο όταν συνειδητοποιήσει τις σχέσεις του, όχι μόνο με τα ανθρώπινα όντα, αλλά με τις ιδέες, με τη φύση, με τα πάντα.’
    ‘φως για σας τους ίδιους. Αυτό το φως δεν μπορεί να δοθεί από κάποιον άλλο, ούτε μπορείτε να το ανάψετε απ’ το κερί ενός άλλου, είναι μόνο ένα κερί και μπορεί να σβήσει.’’

Αυτά. Δεν είναι μόνο η φωτιά, ο δυναμίτης, το Walter P38, για το οποίο τραγουδούμε στις πορείες. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που μπαίνει σε αμφισβήτηση, σχέσεις καινούριες που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.

Θυμάσαι, μου λέει, Μιχάλη, εκείνο το απόγευμα, παρακολουθούμε ποδόσφαιρο Μουντιαλικό από την Αργεντινή, στην τηλεόραση. Στο ημίχρονο, στις ειδήσεις ανακοινώνουν πως έγινε σεισμός στην Θεσσαλονίκη και έγινε αισθητός σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα. Ανησύχησες και κάλεσες στο τηλέφωνο τον πατέρα σου για να μάθεις νέα αυτού και της αδελφής σου, που κατοικεί ακριβώς στη Θεσσαλονίκη.
Ησύχασες, όλα καλά. Τέλειωσε ο αγώνας, καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα. Αποφασίζουμε εκδρομή. Πηδάμε στο πεντακοσαράκι οι τέσσερις που βρισκόμασταν εκεί, στριμωχτήκαμε με τα τσιμπράγκαλα μας , ξεκινήσαμε για το γνωστό μας άγνωστο.
Κάνουμε διαδρομή που γνωρίζουμε καλά, προς την θάλασσα, από τον επαρχιακό. Η πορεία θα δείξει που θα καταλήξουμε. Μοιραζόμαστε τα έξοδα όπως πάντα, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες. Άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερα.

Φύγαμε άρον άρον, ούτε υπνόσακους κουβαλάμε πάνω στην τρέλα της απόδρασης. Όταν φτάνουμε παραλία, τραβάμε αρκετά χιλιόμετρα παράλληλα και ανηφορίζουμε προς το ύψωμα. Βρισκόμαστε σε περιοχή θέρετρο, στη χερσόνησο του Argentario, με όμορφες βίλες περιτριγυρισμένες από φυτά που σκαρφαλώνουν ψηλά δημιουργώντας φυσικούς φράχτες. Κρύβουν την θέα από τα αδιάκριτα βλέμματα. Μέρος καταπράσινο, ψηλός γκρεμός πάνω από τα νερά, σκαλάκια χτισμένα με χάρη οδηγούν προς τα βράχια ανάμεσα στα οποία αναπαύονται μικρές παραλιούλες με ξανθιά αμμουδιά. Οι πλούσιοι ξέρουν να διαλέγουν τα καλύτερα!

Οι λεφτάδες ιδιωτικοποιούνται τη γη, εμείς την ξαναπαίρνουμε πίσω.
Παραβιάζουμε την πόρτα ενός από τα σπίτια που είναι ακατοίκητο, μιας και οι ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν για τις διακοπές τους, προφανώς κατοικούν μόνιμα κάπου αλλού.
Δεν κάνουμε φασαρία, αν και η απόσταση που χωρίζει τα διάφορα κτίσματα είναι μεγάλη, οι αυλές είναι τεράστιες, με κιόσκια και λοιπά. Ποιος να μας πάρει χαμπάρι;
Κάνει ψύχρα, κρύο θα έλεγα, δεν βρίσκουμε ησυχία εκεί έξω, κάτω από το κτισμένο κιόσκι. Προσπαθούμε να χαλαρώσουμε, κόπος άδικος, δεν τα καταφέρνουμε.
Παραβιάζουμε και του σπιτιού την πόρτα και μοιραζόμαστε τα κρεβάτια που είναι μπόλικα. Ανάβουμε και το τζάκι για να φτιάξουμε ζεστούλα. Τώρα χαλαρώνουμε επιτέλους και πέφτουμε σε βαθύ, ευχάριστο ύπνο, όλοι μαζί, χαρούμενοι, στους καναπέδες όπου στρώσαμε, απέναντι στη φωτιά. Δεν πειράξαμε τίποτα άλλο. Μόνο καφεδάκι φτιάξαμε το επόμενο πρωινό, συγυρίσαμε και φύγαμε ήσυχα όπως ήρθαμε.

Αγόρια και κορίτσια αγκαλιασμένοι.
Δεν μπαίνουν σύνορα στην αγάπη. Ανοίγει τους φράκτες η αγάπη.
Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.
Το πρωί, στην αμμουδιά, παρατηρούμε τις ακτίνες του ήλιου να κτυπούν το γαλήνιο νερό, εκατομμύρια λιλιπούτειες εκρήξεις στην επιφάνεια πλατσουρίζουν αστράφτοντας.
Πανέμορφα.
Την άλλη φορά, στην Ποπουλόνια, σε πείραξε κάτι στο στομάχι, και βογγάς στα βράχια θέλοντας να χαλαρώσεις. Σε χαϊδεύει με τις ώρες η Τζιοβάνα με τη Ρέα μέχρι να ηρεμήσεις, ωσότου επιστρέψει ξανά το ωραίο σου χαμόγελο. Θυμάσαι;
Φυσικά και θυμάσαι. Τυχερούλη!

Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι
βγάλε από την πόρτα το κλειδί
το παιδί ξανάρχισε να παίζει
το κανάρι πάλι κελαηδεί
βάλε κι άλλη αγάπη στο τραπέζι
Κάποιος πονεμένος θα βρεθεί
το παιδί ξανάρχισε να παίζει
το κανάρι πάλι κελαηδεί
Άνοιξε στο φως το παραθύρι
δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά
βάλε το λουλούδι στο ποτήρι
να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά

Σταύρος Ξαρχάκος

Η Ποπουλόνια είναι ανακάλυψη του Νίνο. Ένα φανταστικό αρχαίο ετρούσκικο χωριό με σαράντα σπίτια, μερικά μισογκρεμισμένα, τα υπόλοιπα αναπαλαιωμένα. Περιτριγυρισμένο από τείχος, κατοικείται μοναχά από τρεις οικογένειες, του παντοπώλη είναι η μια. Στην κορυφή υψηλού βράχου πάνω από τη θάλασσα. Φτάνεις εκεί ακολουθώντας δρόμο γεμάτο στροφές στην ανηφόρα.
Η άλλη πλευρά εξίσου απότομη, κατηφοριά προς τα βράχια, από μονοπάτι που ανοίγει η βροχή, μέσα από φυσική ζούγκλα, τόσο πυκνή είναι η βλάστηση!
Φτάνεις στα βράχια, μαλακά βράχια, άνετα να καθίσεις και να ξαπλώσεις. Μαζεύεται όλος ο αφρός της αμφισβήτησης κι όχι μόνο εδώ πέρα. Είναι βέβαια κομμάτι δύσκολο το κατέβασμα, να μη πούμε για τον γυρισμό, όλη μέρα στον ήλιο και στις τσαλαβούτες άντε να ανηφορίσεις. Όντας ήδη εξουθενωμένος.
Πάνω από ώρα δρόμος. Τόσο τουλάχιστον μας φαίνεται, δεν κουβαλάμε και ρολόγια.

Ψωνίζουμε τις προμήθειες απ’ τον μπακάλη, που κάθε άνοιξη και καλοκαίρι ιδίως κάνει χρυσές δουλειές, και βουρ στη θάλασσα. Επιστρέφουμε με τη δύση του ήλιου, η ανάβαση βλέπεις…….
Πρέπει να βρίσκεται μετά την Τσέτσινα, προς Ρώμη, θα συμβουλευτώ ένα χάρτη, δεν έχουμε τώρα εδώ μαζί μας.                                                                                                           Ίσως στον κόλπο του Πιομπίνο.
Τι σημασία έχει ;
Ευχαριστιόμαστε τρελά τον έρημο επαρχιακό νυχτερινό δρόμο, κάθε φορά που εκδράμουμε. Όταν ταξιδεύουμε νύχτα με φεγγάρι, σβήνουμε τα φώτα του αυτοκινήτου, είναι μαγεία το ταξίδι μες τη λάμψη της σελήνης!

Ανακαλύπτουμε στην ενδοχώρα, ψάχνοντας μια μέρα φαγητό, ρωτώντας για ταβέρνα, στην τύχη, ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, χωριό που στην άκρη του, σε ένα μικρό ύψωμα, υπάρχουν τρεχούμενα γλυκά καυτά ιαματικά νερά. Με λιμνούλες και καταρράκτες!
Στήνουμε τις σκηνές, μας πιάνει και βροχούλα παγωμένη. Ξεβρακωνόμαστε καταχείμωνο και γουστάρουμε του θανάτου ζεστό μπάνιο θεραπευτικό. Είμαστε ολομόναχοι, μες την ερημιά της νύχτας. Τέτοιες τοποθεσίες ο κόσμος τις επισκέπτεται τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες. Και μέρα υποθέτω.
Θα φαντάζεσαι τον ύπνο που ρίξαμε αργότερα μέσα στους σάκους μας. Τους χρησιμοποιούμε ανοιχτούς για να είναι φαρδύτεροι και να ξαπλώνουμε παρέα, αγκαλιά.

Κάτω από τα καταρρακτάκια έγινε ένας χαμός, να πλακωνόμαστε ποιος θα βάλει πλάτη τον άλλο, να μας χτυπά το νερό με γλυκιά μανία, γιατρευτική. Να τινάξει απ το κορμί την ένταση και το σφίξιμο. Και μόλις χαλαρώνουμε για τα καλά, τρεχάτοι στις σκηνές για ξάπλες, δύο σκηνές, επτά άνθρωποι.
Το ύψος του μεγάλου καταρράκτη γύρω στα πέντε μέτρα τουλάχιστον. Είναι βαθιές και οι λιμνούλες, χωράμε ολόκληροι κανονικά μες στο νερό, μπορούμε να κάνουμε και κάποιες απλωτές. Από χαμηλά και βουτιές με το κεφάλι. Από τα πιο αγαπημένα μας μέρη καθιερώθηκε για εξορμήσεις.
‘Σατούρνια’ πρέπει να ονομάζεται η περιοχή, τώρα που θυμάμαι καλύτερα.

Τραβάμε συχνά και βορειότερα, προς τις Cinque Terre, πανέμορφα χωριουδάκια πάνω στην θάλασσα, όχι επίπεδα αλλά πάνω σε ύψωμα, με κατηφοριές και στενά δρομάκια που καταλήγουν στο λιμανάκι, στο δρόμο προς Γένοβα αυτή τη φορά. Λίγο νωρίτερα το πανέμορφο Lerici, που θυμίζει κάτι από Μαριές της Θάσου.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, που προτιμούμε περισσότερο, γι αδιευκρίνιστους λόγους, είναι ο παραλιακός επαρχιακός δρόμος προς Civitavecchia και Ρώμη. Το Porto Santo Stefano είναι προς τα κει.
Και οι δύο διαδρομές γεμάτες πανέμορφες τοποθεσίες. Πίνουμε όλων των ειδών τα καλά και δεν καταλαβαίνουμε πως γίνεται να περνά τόσο γρήγορα η ώρα διασχίζοντας ατέλειωτα χιλιόμετρα!

Θα σου πω τώρα για τα συμβάντα ενός απίθανου τριήμερου.
Έχουν οργανώσει στο Μοντάλτο ντι Κάστρο, μια τοποθεσία αρκετά έξω από την Ρώμη, οι φεμινιστικές ομάδες μια εκδήλωση πάνω σε διάφορα θέματα, δεν θυμάμαι να σου αναφέρω τίποτα περισσότερο. Αργότερα, στο ίδιο αυτό μέρος το κράτος θα προσπαθήσει να στήσει σταθμό παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, προκαλώντας μεγάλες διαμαρτυρίες, φασαρίες, συγκρούσεις, τα γνωστά Ίσως λοιπόν μέσα στα θέματα, αν όχι το σπουδαιότερο, να είναι και η οργάνωση προσπάθειας αποτροπής αυτού του ενδεχόμενου. Το βρίσκω βέβαια όχι και τόσο πιθανό μιας και η περίπτωση αφορά όλους. Μάλλον πάνω σε γυναικείες καθαρά υποθέσεις πρέπει να περιστρέφεται η εκδήλωση.
Τέλος πάντων, ας συνεχίσουμε.

Έχει φύγει λοιπόν η Ρέα με τις φιλενάδες της από Παρασκευή, για την οργάνωση των εκδηλώσεων που ξεκινούν την επομένη το πρωί.
Το απόγευμα λοιπόν του Σαββάτου συναντιέμαι με τον Ανδρέα που έχουμε γίνει κολλητοί. Με κερνάει τριπάκι, είναι η πρώτη από τις λίγες φορές που έχω δοκιμάσει, αξέχαστη εμπειρία, όλο χρώματα και παραισθήσεις, μεγέθυνση, μεγάλη προσοχή και πολύ ενέργεια.
Κάποια στιγμή, στη βραδινή παράσταση, καταλήγουμε στον κινηματογράφο να δούμε ‘Ντερζού Ουτζαλά‘, μια πανέμορφη σοβιετική ταινία. Μιλά για έναν ιθαγενή συμπαθέστατο τυπάκο που προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να συμβιβαστεί στην νέα πραγματικότητα, με την εισβολή του ‘πολιτισμού’ στις συνήθειες και τα έθιμα μιας σχεδόν νομαδικής, και άκρως φυσικής πραγματικότητας που τείνει να εξαφανιστεί.

Παρουσιάζονται αρχέγονες καταστάσεις μέσα στη ρωσική ζούγκλα και στέπα, η αδυναμία του συγκεκριμένου να παρακολουθήσει και να αποδεχθεί την καταστροφική επέμβαση και μανία του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.
Έργο βουτηγμένο σε χιλιάδες χρώματα, η ένταση και η αίσθηση πολλαπλασιάζονται στο μάξιμουμ λόγω και της δικής μας κατάστασης, έχουμε απογειωθεί. Με το τέλος τριγυρίζουμε στην πόλη ενθουσιασμένοι και …..αποφασίζουμε να φύγουμε κι εμείς για Μοντάλτο, να συναντήσουμε τα κορίτσια μας.
Γυρίζουμε σπίτι μου, ζω εκείνο το διάστημα στο διαμέρισμα που σου έλεγα νωρίτερα, εκείνο το στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο ορόφους, με την πορτούλα που σκύβεις για να περάσεις.

Ξεκουραζόμαστε λιγάκι, για ύπνο δεν το συζητώ, η υπερένταση είναι μεγάλη μιας και η επίδραση του ‘ταξιδιού’ είναι ακόμη δυνατή.
Κάνουμε ντουζάκι και με το που σκάει μύτη ο πρώτος ήλιος της μέρας καβαλάμε τη βέσπα μου και ξεκινάμε. Και μιας και μιλάμε για ήλιο, να πω πως πραγματικά έχει ανατείλει, αλλά δεν φαίνεται. Φώτισε, μα είναι πνιγμένος στα σύννεφα. Πάει για βροχή, πράγμα που εμάς δεν μας πτοεί. Θα κάνουμε ένα κομμάτι της γνωστής διαδρομής προς την Τοσκάνικη παραλία, σε κάποιο σημείο όμως θα κόψουμε αριστερά προς νότο, μέσα στα υψώματα. Ανηφορίζει και κατηφορίζει ο δρόμος, δεν χορταίνεται.

Όντως, μετά το πρώτο μισάωρο έξω από την πόλη ξεσπά η μπόρα.
Αναγκαστικά μπαίνουμε στο πρώτο χωριό που συναντάμε και αφήνουμε τη βέσπα κάτω από ένα υπόστεγο. Βγαίνουμε στο δρόμο και ξεκινάμε το auto stop. Δεν έχει περάσει τέταρτο και σταματά ένα αυτοκίνητο να μας φορτώσει. Μπαίνουμε μέσα και προς μεγάλη μας έκπληξη βλέπουμε στο τιμόνι το παλικάρι που την προηγούμενη μας πούλησε τα τριπάκια! Και όχι μόνο αυτό, πηγαίνει με τη φιλενάδα του στο ίδιο μέρος με εμάς! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!
Έχουμε προετοιμαστεί για δεν ξέρω κι εγώ πόσες στάσεις, από χωριό σε χωριό διαφορετικό αυτοκίνητο, καταλαβαίνεις, επαρχιακός ο δρόμος, αυτοί που ταξιδεύουν το πολύ να πηγαίνουν στην απέναντι περιοχή, άντε λίγο παραπέρα. Κι εμείς πέφτουμε επάνω σε κάποιον που θα μας πάει εκατό χωριά απόσταση, διακόσια και χιλιόμετρα μακριά με την μία! Η καλύτερη μας!
Και μας κερνάει αβέρτα του κόσμου τα καλά!
Πες μου, ξαναγίνονται τέτοια πράγματα;

Βρέχει, σταματάει. Ξαναρχίζει η βροχή και σε λίγο πάλι σταματά. Όλη μέρα αυτό το πράγμα. Κι εμείς να ταξιδεύουμε γελώντας μες την καλή χαρά.
Γύρω στις δυο ώρες διαρκεί το ταξίδι, δρόμοι όλο στροφές, στενοί. Φτάνουμε επιτέλους. Είναι νωρίς απογευματάκι, όλα μούσκεμα. Πώς θα βρούμε τώρα τα κορίτσια; Ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά χιλιάδες γυναίκες που μαζεύτηκαν εκεί απ’ όλη την χώρα;
Τόσες τις υπολογίζουν χονδρικά οι διοργανωτές. Σε μια σκηνή συζητάνε, σε δυο ακόμη βαράνε τα όργανα, συναυλίες, ξέρεις, μουσικές και χοροί. Πανικός. Μας πιάνει απελπισία.
Χανόμαστε και μεταξύ μας μες τη φασαρία, φωνές, πανζουρλισμός. Κοντοστέκομαι τρομοκρατημένος και με πιάνει δυσφορία συνειδητοποιώντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχω περιέλθει, όχι ότι έγινε δηλαδή κάτι, απλά για άλλο λόγο ήρθα και τώρα βρίσκομαι αντιμέτωπος με το αδιέξοδο. Δεν θα πάθω τίποτα, αλλά……

Κι έτσι, στη μέση του τσίρκου, πέφτει επάνω μου η Ρέα. Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά που θα πνιγούμε. Δεν χορταίνω τα φιλιά της. Δεν ξεκολλάμε με τίποτα.
Απομακρυνόμαστε μες τον χαμό, σχεδόν τρέχοντας. Πιάνουμε ένα δωμάτιο στο μοναδικό πανδοχείο του κοντινότερου χωριού που είναι ένα λιμανάκι πάνω στα βράχια, λίγα χιλιόμετρα απόσταση. Με πανοραμική θέα και νόστιμα σπαγγέτι. Πίνουμε μπρούσκο κόκκινο κρασάκι και πέφτουμε ξεραμένοι για ύπνο. Είμαστε πραγματικά διαλυμένοι. Θα τα πούμε αύριο, στο δρόμο της επιστροφής.
Έχει όμορφη μέρα, γυρίζουμε με το τραίνο, δεν αντέχεται ο δρόμος. Αρκετά.
Όταν λοιπόν θυμάμαι όλα αυτά, κάποιες στιγμές είναι τόσο καθαρές λες και συνέβησαν χθες, όταν λοιπόν επιστρέφουν στη θύμηση δεν μπορώ παρά να σιγουρευτώ πως το αστέρι είναι εκεί, και παρακολουθεί και οδηγεί τα βήματα, πραγματικά. Είναι αλήθεια.

Piece of my heart, Janis Joplin.

Κατεβαίνω στην Καλαβρία με τον Ανδρέα και γυρίζουμε, πάντα ωτοστόπ. Με φιλοξενεί σπίτι του σε ένα χαριτωμένο παραλιακό χωριουδάκι για κάποιες μέρες.
Διασχίζω την Ιταλία δύο φορές, την μία από Αδριατική, την άλλη από Τιρένο.
Φλωρεντία Μπολόνια μας φορτώνει ο Τζιόρτζιο Αρμάνι, όχι τόσο γνωστός ακόμη. Ρωτά για το κίνημα, θέλει να μάθει. Όλοι ασχολούνται με τους αυτόνομους, είναι στο στόμα του καθένα. Η παρουσία τους στα πράγματα είναι αισθητή και ελπιδοφόρα. Έρχονται κατευθείαν από το μέλλον.

Σοσιαλιστής βουλευτής κατηφορίζει προς Τάραντο, σταματά με το που αφήνουμε το αυτοκίνητο του μόδιστρου και απλώνουμε το χέρι στο δρόμο. Έχουμε εξασφαλίσει όλο μας το ταξίδι με το παραπάνω, μιας και το Μπρίντιζι, από όπου θα πάρουμε το καράβι για Ελλάδα βρίσκεται στον δρόμο του.
Πρώτη φορά μπαίνω σε αυτοκίνητο με κλιματισμό. Mercedes του κουτιού. Σε όλη τη διαδρομή μας βάζει να του λέμε ιστορίες από τον δρόμο, για το κίνημα, για τις προοπτικές, για τα πάντα.
Μας κάνει το τραπέζι στην πόλη του μιας και δεν βιαζόμαστε, αργά το μεσημέρι της αύριο αναχωρεί το καράβι, είμαστε πλέον πολύ κοντά, κάπου εκατό χιλιόμετρα. Θα τα διασχίσουμε την επομένη το πρωί, μόλις ξυπνήσουμε.

Στο δρόμο προς Μπρίντιζι μας αφήνει έξω από ένα τεράστιο εργοστάσιο, μεγάλο σαν πολιτεία.
Κοιμόμαστε κάτω από μια ελιά, ακούμε όλη νύχτα τις μηχανές να βουίζουν. ‘Η εργατική τάξη πηγαίνει στον Παράδεισο’.
Θέλει να μας φιλοξενήσει σπίτι του αλλά μας έχουνε μπει κάτι ιδέες στο μυαλό από την υπερβολική ευγένεια και προτιμούμε την ανεξαρτησία μας. Πολύ φροντίδα βρε αδελφέ!
Όλη νύχτα μουγκρίζουν οι τεράστιες μηχανές. Σιδηρουργία νομίζω. Ακούγονται σαν νανούρισμα από κάποια στιγμή και μετά. Η κούραση βαραίνει τα βλέφαρα.

Την άλλη φορά, μετά τη Νάπολι, εκεί που ο δρόμος στρίβει προς τα μέσα και πρέπει να διασχίσεις την ενδοχώρα για να φτάσεις προς Τιρένο, στην παραλία απέναντι από τις Γιουγκοσλαβικές ακτές, κοιμηθήκαμε στο γρασίδι, ανάμεσα στις διακλαδώσεις του μεγάλου εθνικού δρόμου που συνδέει τον βορά με τον νότο,κάτω από ένα πευκάκι.    Είναι πολύ αργά, ο τελευταίος οδηγός που μας μεταφέρει έφτασε στον προορισμό του και η κίνηση έχει σχεδόν σταματήσει..
Το πρωί βλέπουμε απέναντί μας μποστάνια με δέντρα και λαχανικά. Πηδάμε μέσα, πλενόμαστε με το ποτιστικό νερό, τρώμε φρούτα που κόβουμε από τα δέντρα, πιπεριές, ντομάτες και τέτοια επίσης, παίρνουμε προμήθειες μαζί μας για το ταξίδι και συνεχίζουμε το δρόμο προς το βαπόρι. Το απόγευμα έχουμε φτάσει στον προορισμό μας, πάντοτε Μπρίντιζι. Το καράβι αναχωρεί με τη δύση του ήλιου.
Τεράστια πλεούμενα. Πάντοτε κατάστρωμα. Νωρίς το πρωί είμαστε Ελλάδα. Γνωρίζεις κόσμο εκεί πάνω, αναπτύσσεται αλληλεγγύη, ανταλλάσσουμε εφόδια. Προσφέρεις και παίρνεις. Πάνω απ’ όλα φροντίδα, παρέα, ένα τσιγάρο, μια γουλιά μπύρα, ένα καφεδάκι, ένα φιλί.

Η καλύτερή μας το ταξίδι στη γέφυρα. Να βρεις το κατάλληλο μέρος για να στήσεις το σάκο τη νύχτα, απάνεμα. Να βρεθείς κοντά σε καλή παρέα είναι τύχη. Πίτα στον κόσμο.
Λιάζεσαι τη μέρα, κολυμπάς στην πισίνα εάν πηγαίνεις πέρα από Ηγουμενίτσα. Το μπάνιο είναι δροσερό και ανακούφιση. Αξέχαστα μου έχουν μείνει εκείνα τα ταξίδια.
Και ο γυρισμός το ίδιο. Το μεγάλο ταξίδι κρατάει μέρα, και παραπάνω εάν κάνεις Πάτρα Ανκόνα. Εάν κατέβεις εκεί είσαι πολύ κοντά στην Φλωρεντία, συγκριτικά πάντα με τον νότο.
Το Ηγουμενίτσα Μπρίντιζι είναι το συντομότερο, λιγότερο από μισή μέρα.

Θυμάμαι μια φορά, χαλά η μια μηχανή του σκάφους αργούμε δώδεκα ώρες να φτάσουμε Ανκόνα. Δεν μας νοιάζει καθόλου, δεν μας κυνηγά κανείς. Δεν έχουμε ραντεβού.
Είναι η χρονιά της μεγάλης μάζωξης στην Μπολόνια. Η αυτονομία στα δυνατά της. Οι διάφορες οργανωμένες της μορφές ψάχνουν τη σύγκλιση που δεν έρχεται ποτέ! Στο κλειστό γήπεδο γίνονται οι συζητήσεις. Στις πλατείες και τους δρόμους οι διάφορες εκδηλώσεις. Μουσικές, θεατρικές, εικαστικές. Μέρα νύχτα διάφορα δρώμενα. Εκατό χιλιάδες νέοι από την Ιταλία έχουν κατακλύσει την πόλη.
Βλέπω ζωντανά, αυτό το θυμάμαι, ένα απόγευμα σε μια τεράστια πλατεία την Φράνκα Ράμε και τον Ντάριο Φο με τον θίασό τους στην παράσταση ‘ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού’. Ίσως σε παγκόσμια πρώτη. Μπροστά σε τόσο τεράστιο κοινό σίγουρα.

Είναι εκεί Ιταλοί και Γάλλοι διανοούμενοι. Ο Negri, ο Piperno, ο Bifo, o Scalzone, o Guattari Felix, o Deleuze Gilleς, o Michel Foucault και άλλοι.

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

Στη στιγμή κατά την οποίαν, για δεύτερη φορά, η διάσκεψη Ανατολής-Δύσης πραγματοποιείται στο Βελιγράδι, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν την παρούσα στιγμή στην Ιταλία και, ειδικότερα, στην καταστολή που επιπίπτει στους στρατευμένους εργάτες και διανοούμενους σε αγώνα ενάντια στον ιστορικό συμβιβασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι σημαίνει σήμερα, στην Ιταλία, «ιστορικός συμβιβασμός»; Ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» αποκάλυψε την πραγματική του όψη τους τελευταίους μήνες: από την μια πλευρά ανάπτυξη ενός συστήματος καταπιεστικού-κατασταλτικού ελέγχου σε μια εργατική τάξη και ένα νεανικό προλεταριάτο που αρνούνται να πληρώσουν το τίμημα της κρίσης, από την άλλη σχεδιασμός κατανομής του κράτους με την DC (τράπεζες και στρατό στην Χ. Δ., αστυνομία, κοινωνικός και εδαφικός έλεγχος στο Κ.Κ.Ι.) μέσω ενός πραγματικού «μοναδικού» κόμματος, είναι ενάντια σε αυτή την ντε φάκτο κατάσταση που εξεγέρθηκαν οι νεαροί προλετάριοι και οι διαφωνούντες διανοούμενοι τους τελευταίους μήνες.

Πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση; Τι συνέβη ακριβώς; Από τον μήνα φεβρουάριο η Ιταλία κλονίζεται από την εξέγερση των νέων προλετάριων, των ανέργων και των φοιτητών, των ξεχασμένων από τον ιστορικό συμβιβασμό και από το θεσμικό παιχνίδι. Στην πολιτική λιτότητας και θυσιών αυτοί απάντησαν με την κατάληψη των πανεπιστημίων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τον αγώνα ενάντια στη μαύρη δουλειά, τις άγριες απεργίες, το σαμποτάζ και την απουσία στα εργοστάσια, χρησιμοποιώντας όλη την άγρια ειρωνεία και την δημιουργικότητα εκείνων που, αποκλεισμένοι από την εξουσία, δεν έχουν τίποτα περισσότερο να χάσουν: «Θυσίες! Θυσίες!» «Lama,μαστίγωσε μας«, «Οι χριστιανοδημοκράτες κλέφτες είναι αθώοι, οι αληθινοί εγκληματίες ήμαστε εμείς!«, «Περισσότερες εκκλησίες, λιγότερα σπίτια!». Η απάντηση της αστυνομίας, της D.C. και του P.C.I. υπήρξε χωρίς σκιά αμφισημίας: απαγόρευση οποιασδήποτε διαδήλωσης στη Ρώμη, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας στη Μπολόνια με τεθωρακισμένα στους δρόμους, πυροβολισμούς στο πλήθος. Και είναι εναντίον αυτής της μόνιμης πρόκλησης-προβοκάτσιας που το κίνημα έπρεπε να αμυνθεί. Σε εκείνους που τους κατηγορούν πως χρηματοδοτούνται από την Cia και από την K.G.B., οι αποκλεισμένοι από τον ιστορικό συμβιβασμό απαντούν: «Η συνωμοσία μας είναι η νοημοσύνη, η εξυπνάδα μας, η δική σας είναι αυτή που χρειάζεστε για να χρησιμοποιήσετε το εξεγερσιακό κίνημά μας για να ξεκινήσετε την κλιμάκωση του τρόμου».

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως: – Τρεις εκατοντάδες αγωνιστές, μεταξύ των οποίων πολλοί εργάτες, βρίσκονται αυτή την στιγμή στη φυλακή στην Ιταλία. – Οι υπερασπιστές τους συστηματικά διώκονται: σύλληψη των δικηγόρων Cappelli, Senese, Spazzali και εννέα άλλων αγωνιστών της κόκκινης Βοήθειας, της Red Relief, Soccorso rosso, μορφές καταστολής αυτές που εμπνέονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία. – Ποινικοποίηση των καθηγητών και φοιτητών του Ινστιτούτου πολιτικών επιστημών στην Πάντοβα, εκ των οποίων δώδεκα κατηγορούνται για «ανατρεπτική ένωση»:  Guido Bianchini,  Luciano Ferrari Bravo,  Antonio Negri κ.λπ. – Έρευνες σε εκδοτικούς οίκους: Area, Erba Voglio, Bertani, με τη σύλληψη αυτού του τελευταίου εκδότη. Γεγονός χωρίς προηγούμενο: η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων προέρχεται από ένα βιβλίο για το κίνημα της Μπολόνια. Έρευνες στα σπίτια των συγγραφέων Nanni Balestrini και Elvio Fachinelli.Σύλληψη του Angelo Pasquini, συντάκτη του λογοτεχνικού περιοδικού «Zut». – Κλείσιμο του σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια και κατάσχεση του υλικού, σύλληψη δώδεκα συντακτών του Radio Alice. – Εκστρατεία του τύπου με στόχο: ταύτιση της πάλης του κινήματος και των πολιτιστικών εκφράσεών του με μια συνωμοσία, υποκίνηση του κράτους να οργανώσει ένα πραγματικό «κυνήγι μαγισσών».

Οι υπογράφοντες ζητούν την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων αγωνιστών, το τέλος της δίωξης και της εκστρατείας δυσφήμισης ενάντια στο κίνημα και την πολιτιστική του δραστηριότητα, διακηρύσσοντας την αλληλεγγύη τους με όλους τους αντιφρονούντες που βρίσκονται υπό διερεύνηση.J.P. Sartre, M. Foucault, F. Guattari, G. Deleuze, R. Barthes, F.Vahl, P. Sollers, D. Roche, P. Gavi, M. A. Macciocchi, C. Guillerme e altri.

– Στην διαδρομή προς Φλωρεντία, με την επιστροφή μας, σταματάμε για λίγες μέρες στην Ραβένα, μας φιλοξενούν φίλοι. Πανέμορφη πόλη. Όλη μας η χώρα είναι υπέροχη.
Πλημμυρίζουμε λοιπόν την Μπολόνια για τρεις μέρες, στο τέλος του Σεπτέμβρη του ’77, συζητάμε για την καταστολή που υφίσταται το κίνημα, παρακολουθούμε τα δρώμενα, αναστατώνουμε τους κατοίκους, τους εμπλέκουμε στη κουβέντα, αφορά τους πάντες, αναμιγνύεται κοινωνία και τα προωθημένα της κομμάτια.

Έχει προηγηθεί ένας πολεμικός χειμώνας. Τριήμερες μάχες κατά τη διάρκεια του Μαρτίου ανάμεσα στο ανατρεπτικό υποκείμενο και τις δυνάμεις καταστολής στην περιοχή του Πανεπιστημίου. Τόσες χρειάζεται η αστυνομία για να ανακαταλάβει την περιοχή γύρω από τις σχολές από τους εξεγερμένους νεολαίους που καθοδηγούνται από τον ερασιτεχνικό αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό ‘ράδιο Αλίκη’, και αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις επιθέσεις των αστυνομικών που καταλήγουν στη δολοφονία του φοιτητή. Έχουν γραφεί τραγούδια για τα γεγονότα που πυροδοτούν την ατμόσφαιρα, οι κοινότητεςσε αναβρασμό και ο νεκρός φοιτητής

ένα αγόρι του ’77

Ο Ζαν Πωλ Σάρτρ εκδίδει μανιφέστο, προχωρά σε καταγγελία της αριστερής κυβέρνησης της πόλης που όμως δεν αποτρέπει την αγριότητα της αστυνομίας σε μια περιοχή που κυβερνά από ανέκαθεν το ΚΚ. Την υπογράφουν και οι προαναφερθέντες φιλόσοφοι.

Radio Ga Ga, The Queen.

Είναι τότε που πολλοί νιώθουν πως το κίνημα έχει φτάσει στα όριά του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά ένας μεγάλος αριθμός συντρόφων αισθάνεται πως ο αγώνας πρέπει να αναβαθμιστεί. Πως χρειάζεται μια άλλη πρακτική, ουσιαστικότερη. Να πονέσει περισσότερο. Ας μη κρυβόμαστε. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι ακριβώς τότε που ένα μεγάλο κομμάτι του κινήματος κάνει το άλμα προς τα μπρος. Νιώθοντας πως η πίεση σε επίπεδο μαζικών αγώνων δεν αποδίδει. Τα προκαθορισμένα ραντεβού έχουν όρια. Ναι. Έτσι ακριβώς όπως σου τα λέω Μιχάλη.
Τότε είναι που νιώθουμε έντονα την ανάγκη να δώσουμε πειστικότερες απαντήσεις. Θα πάρουμε την πρωτοβουλία εμείς, στα χέρια μας. Μέχρι εκείνες τις μέρες μάλλον ακολουθούσαμε, τώρα θα ξεφύγουμε μπροστά!

Illegal, Mano Negra.

  • Ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα. Θα σας μεταφέρω κάτι πολύ ενδιαφέρον. Άμεσα, έχει απόλυτη σχέση με ότι συζητάμε.
    Πληκτρολογώ τα απομαγνητοφωνημένα αυτά κείμενα αρχές Φλεβάρη του ‘13. Πριν λίγες μέρες συνέβησαν τα γεγονότα του Βελβεντού Κοζάνης και Βέροιας. Το πρώτο σχόλιο που μου δόθηκε αυθόρμητα στην πόλη, δίχως να το ζητήσω, σας μεταφέρω, και είναι επί λέξη : ‘να που έχουμε και κάτι να αισθανόμαστε περήφανοι! Μπράβο στα παιδιά!’

Δείτε και αυτό :
‘για να ερευνήσει κανείς βαθιά μέσα στην αλήθεια, θα πρέπει να επιστρατεύσει όλη του την ενέργεια. Θα πρέπει να έχει την ικανότητα να είναι εργατικός έτσι ώστε να μη δρα σύμφωνα με ένα έτοιμο μοντέλο, αλλά να παρατηρεί τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, τους ανταγωνισμούς του, τους φόβους του και να πηγαίνει πέρα απ’ όλα αυτά, έτσι ώστε ο νους του να είναι εντελώς ελεύθερος. Για να ερευνήσει κανείς σε βάθος εκείνο που είναι ύψιστα άγιο, ανείπωτο, άχρονο, δεν πρέπει προφανώς ν’ ανήκει σε καμία ομάδα, σε καμία θρησκεία, σε καμία πίστη, δεν πρέπει να έχει κάποιο πιστεύω, γιατί οι πίστεις και τα πιστεύω δέχονται για αληθινό κάτι που μπορεί και να μην υπάρχει. Είναι μέσα στη φύση της πίστης να αποδέχεται κανείς κάτι σαν αληθινό χωρίς να το ανακαλύπτει ύστερα από δική του έρευνα, με τη δική του ζωντάνια, με τη δική του ενέργεια. Πιστεύεις επειδή στην πίστη υπάρχει μια μορφή ασφάλειας, παρηγοριάς, αλλά ένα πρόσωπο που αναζητά μια απλή ψυχολογική παρηγοριά, δεν θα φτάσει ποτέ σ’ αυτό που είναι πέρα από τον χρόνο. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ολοκληρωτική ελευθερία. Είναι δυνατό να είμαστε ελεύθεροι απ’ όλη την ψυχολογική μας διαμόρφωση; Η βιολογική διαμόρφωση είναι φυσική, ενώ η ψυχολογική διαμόρφωση- τα μίση, οι ανταγωνισμοί, η έπαρση, όλα όσα προκαλούν σύγχυση- είναι η φύση ακριβώς του εγώ, που είναι σκέψη.

Για να ανακαλύψουμε πρέπει να υπάρχει προσοχή- όχι συγκέντρωση. Είναι πραγματικά σημαντικό να διαλογίζεται κανείς, γιατί ένας νους που δουλεύει μόνο μηχανικά, όπως η σκέψη, δεν μπορεί ποτέ να πλησιάσει εκείνο που είναι ολοκληρωτική, υπέρτατη τάξη κι επομένως ολοκληρωτική ελευθερία. Το σύμπαν βρίσκεται σε ολοκληρωτική τάξη.

Ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αταξία και πρέπει κανείς να έχει έναν εξαιρετικό νου, ένα νου που να έχει κατανοήσει την αταξία και να είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις, μιμήσεις, και υποταγές. Ένας τέτοιος νους είναι ένας προσεκτικός νους. Είναι ολοκληρωτικά προσεκτικός σε ότι κάνει, σε όλες του τις πράξεις μέσα στις σχέσεις. Η προσοχή δεν είναι συγκέντρωση. Η συγκέντρωση έχει όρια, είναι μειωμένης δυνατότητας, περιορισμένη, ενώ η προσοχή είναι απεριόριστη. Στην προσοχή υπάρχει η ποιότητα της σιωπής- όχι της σιωπής που έχει επινοήσει η σκέψη, όχι η σιωπή που εμφανίζεται μετά από φασαρία, όχι η σιωπή της αναμονής μιας σκέψης από μια άλλη σκέψη. Θα πρέπει να υπάρχει εκείνη η σιωπή που δεν έχει κατασκευαστεί από επιθυμία, από θέληση, από σκέψη. Και σε έναν τέτοιο διαλογισμό δεν υπάρχει κέντρο που ελέγχει. Σε όλα τα συστήματα που έχουν επινοηθεί κατά καιρούς, υπάρχει πάντα προσπάθεια, έλεγχος, πειθαρχία. Αλλά πειθαρχία σημαίνει να μαθαίνεις- όχι να υποτάσσεσαι, αλλά να μαθαίνεις- έτσι ώστε ο νους σου να γίνεται όλο και πιο οξυδερκής. Η μάθηση είναι μια διαρκής κίνηση, δεν βασίζεται στην γνώση ο διαλογισμός είναι η απελευθέρωση από το γνωστό, που σημαίνει μέτρηση. Και σε αυτόν τον διαλογισμό υπάρχει απόλυτη σιωπή.
Τότε, μονάχα μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, υπάρχει εκείνο που δεν έχει όνομα.’

‘υπάρχει τίποτα ιερό στην ζωή που να μην είναι επινοημένο από την σκέψη ; Υπάρχει κάτι πέρα απ’ όλη τη σύγχυση, την αθλιότητα, το σκοτάδι, τις ψευδαισθήσεις, κάτι πέρα από τα κατεστημένα και τις μεταρρυθμίσεις ; Από την αρχαιότητα, ανάμεσα σε αυτόν που αναζητά και σ’ εκείνο που ελπίζει ο αναζητητής να βρει, έχει παρεμβληθεί ο ιερέας. Ο ιερέας ερμηνεύει, γίνεται αυτός που ξέρει- ή νομίζει ότι ξέρει- κι έτσι ο αναζητητής βγαίνει από τον δρόμο του, αλλάζει πορεία, χάνεται. Ότι και να κάνει η σκέψη δεν είναι ιερή. Η σκέψη είναι που έχει χωρίσει τους ανθρώπους σε θρησκείες και εθνικότητες. Τη σκέψη την γεννάει η γνώση και η γνώση δεν είναι ποτέ πλήρης για οτιδήποτε, οπότε η σκέψη είναι πάντα περιορισμένη και διαιρετική. Όπου υπάρχει διαιρετική δράση, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.

Τίποτα απ’ όσα έχει συναρμολογήσει η σκέψη, είτε είναι μέσα σε βιβλία ή σε εκκλησίες ή σε ναούς ή σε τζαμιά, δεν είναι ιερό. Κανένα σύμβολο δεν είναι ιερό, δεν είναι θρησκεία. Είναι απλώς ένα σχήμα της σκέψης, μια επιφανειακή αντίδραση σ’ αυτό που ονομάζεται ιερό’
Τζίντου Κρισναμούρτι.

DSC02235

Paolo και Daddo, η αρχή της μεγάλης εξέγερσης

 

Η ΑΔΥΝΑΤΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ( ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 3 / ΣΕΙΡΑ )
Περιγράφοντας τις περιστάσεις που τον οδήγησαν να συμμετάσχει στη συμμορία που πιάστηκε το 1967, μετά από μια αιματηρή ανταλλαγή πυροβολισμών, και που στη συνέχεια, μετά την ισόβια καταδίκη του, τον έσπρωξαν να δουλέψει για την δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος στις φυλακές, ο Νοταρνικόλα μας προσφέρει ένα πολύτιμο κλειδί ανάγνωσης για πολλά άλλα γεγονότα: την κρίση της «γκεριγιερίστηκης» ιδεολογίας, τη μετανάστευση από το Νότο, το ρόλο των κρατικών θεσμών στην πολιτική ένταξη. Όπως εξηγεί ο Πίο Μπαλυτέλλι στον πρόλογο, «οι ατομικές περιπέτειες του πρωταγωνιστή αυτής της ιδιαίτερης, ιταλικής ιστορίας, ντοκουμεντάρουν μια σειρά από περιστάσεις της σύγχρονης ταξικής σύγκρουσης, μέσα στην οποία η τύχη του επιμέρους ταυτίζεται με την τύχη των εκατομμυρίων άλλων ατόμων». Ο Νοταρνικόλα από τη μια πλευρά ωριμάζει την πολιτική επανεξέταση μιας εξέγερσης δίχως διέξοδο, ενώ από την άλλη δίνει μια συγκεκριμένη περιγραφή του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και θα γεννιέται η εξέγερση: «Το Τορίνο είναι μια προλεταριακή πόλη αλλά αυτό συνεπάγεται και κάτι άλλο: είναι η πόλη των αφεντικών, η πόλη της ΦΙΑΤ και των εκατοντάδων και εκατοντάδων εργοστασίων και βιοτεχνιών όπου όλοι δουλεύουν, δουλεύουν ασταμάτητα και το αφεντικό κάνει κομπόδεμα, ταξιδεύει πρώτη θέση, έχει βίλλα, στέλνει το γιο του στο πανεπιστήμιο και στον εργάτη που ‘ρχεται απ’ το χωριό, απ’ τον Νότο, δίνει τα λεφτά λίγα λίγα, ίσα για να ζει, να δουλεύει, να κάνει παιδιά, και να την βγάζει όπως-όπως, στις τρώγλες της παλιάς πόλης των περιφερειακών συνοικιών». (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

 

 

Το 1979 ανοίγει με δύο ένοπλες ενέργειες που έχουν ισχυρό αντίκτυπο μέσα στο επαναστατικό Κίνημα. Στη Γένοβα στις 24 ιανουαρίου, σκοτώνεται από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες ο Guido Rossa, εκπρόσωπος της Cgil, μέλος της ομάδας περιφρούρησης του PCI-ΚΚΙ, ο οποίος επιτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά διείσδυσης και κατασκοπίας στο εργοστάσιο, που τον οδήγησε να είναι «μοναδικός μάρτυρας» στη δίκη ενάντια στον εργάτη της italsider Francesco Berardi, ο οποίος μοίραζε φυλλάδια προπαγάνδας για τις Βr. Στο Μιλάνο, στις 29 η Prima Linea σκοτώνει τον δικαστή Emilio Alessandrini ο οποίος την διερευνά.

29 febbraio 1979 : Sulla linea di combattimento

Οι Collettivi Politici Veneti παίρνουν το λόγο μιλώντας στο τεύχος 7 της «Αυτονομίας-Autonomia» με το editorial «Σχετικά με τη γραμμή μάχης». Στο έγγραφο επισημαίνεται το πως οι Cpv εννοούν τη σχέση μεταξύ της ένοπλης υποκειμενικής πρωτοβουλίας και της αντιεξουσίας. Υπάρχει μια ακριβής κριτική στην παρανομία και τον υποκειμενισμό των μαχητών. Ας ακούσουμε:

»Λέμε πως το να παίρνουμε θέση και να την αποσαφηνίζουμε σε ορισμένες χρονικές στιγμές είναι κατάλληλο και χρήσιμο.

Λοιπόν, αυτή είναι μια από τις συγκεκριμένες στιγμές. Το ζήτημα που μας απασχολεί, περιορίζεται στους χώρους και τα όρια μιας εφημερίδας, είναι η εξέλιξη και οι αντιφάσεις του κομμουνιστικού ένοπλου αγώνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία μας δίνεται από τα γεγονότα της Γένοβα και του Μιλάνο, ή μάλλον από τoν θάνατο ενός «ειδικευμένου» εργαζόμενου του PCI και ενός «δίκαιου» διαχειριστή της καπιταλιστικής δικαιοσύνης, δηλαδή εξ αιτίας δύο επιχειρήσεων μάχης ενάντια σε εκφραστές του εργατικού ρεβιζιονισμού των ημερών μας.
Σε εμάς αυτές οι δύο ενέργειες δεν αρέσουν. Όχι τόσο για το τέλος των δύο εργαζομένων της κοινωνικής μηχανής αντιπρολεταριακού ελέγχου, όσο, ακριβώς, για το μέγεθος, την κατάσταση της υγείας αυτής της μηχανής και τις διαρθρώσεις της μέσα στην κοινωνία των πολιτών. Επομένως, μας ενδιαφέρει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις πολιτικές θέσεις των συντρόφων του «μαχόμενου κόμματος».

ΠΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Αν για εμάς, όπως και για αυτούς τους συντρόφους, το βασικό στοιχείο για την κατάρρευση του οπορτουνισμού και για την έξοδο από τις ρεβιζιονιστικές πολιτικές γραμμές, οι οποίες εδώ και δεκαετίες, για την ακρίβεια από πάντα, είναι παρούσες και κυρίαρχες μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως και για μια πιθανή υπόθεση επαναστατικής εργατικής εξουσίας, αυτό το στοιχείο έγκειται στην επιλογή του πεδίου του ένοπλου αγώνα. άλλο τόσο, έπεται λόγω αυτής της θεωρητικής και πρακτικής μη αναστρέψιμης για εμάς γνώσης το πρόβλημα του πώς θα καταφέρουμε να οργανώσουμε τον ένοπλο αγώνα μέσα σε μια ιστορική προοπτική απελευθέρωσης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Πράγματι, αν ο ταξικός εχθρός αποκομίζει την εξουσία του, την κοινωνική δικτατορία του ασκώντας την διοίκηση- την εξουσία επί της εργασίας, αυτή η εντολή, αυτή η διοίκηση-εξουσία δεν τροφοδοτείται μόνο από στρατιωτική δύναμη, αλλά και από μια κοινωνική και μαζική ποιότητα αυτής της δύναμης.
Η τεράστια τερατουργικότητα του γραφειοκρατικού-στρατιωτικού μηχανισμού του Πολυεθνικού Καπιταλιστικού Κράτους συνοδεύεται από την πολυπλοκότητα των ταξικών σχέσεων, μεταξύ των τάξεων, σε μια χώρα με καθυστερημένο καπιταλισμό, με την επέκταση, διαρθρωμένη και ριζωμένη ανάμεσα στα προλεταριακά στρώματα, της παρουσίας του ρεβιζιονισμού με λειτουργίες ελέγχου της προλεταριακής συναίνεσης στην κυριαρχία της αστικής νομιμότητας.
Ο αναθεωρητισμός-ρεβιζιονισμός ο οποίος, αν και αρνητικό προϊόν των ταξικών αγώνων, είναι ακόμα εσωτερικός στην τάξη.
Ο ένοπλος αγώνας, λοιπόν, αποκτά χαρακτηριστικά καθολικότητας μόνο εάν εισάγεται μέσα σε ένα πολιτικό και οργανωτικό μονοπάτι που συνδέεται με μια στρατηγική και μια τακτική φάσης εμφυτευμένες στην επίλυση όλων των πτυχών που εκφράστηκαν παραπάνω.
Πιστεύουμε, όντως, μαζί με τον Λένιν, ότι «το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει τον παρτιζάνικο πόλεμο ως το μοναδικό και ούτε ακόμη το κύριο μέσο αγώνα» και «ότι αυτό το μέσο πρέπει να υπαχθεί σε άλλα» και ότι «χωρίς αυτή την τελευταία προϋπόθεση, όλα, απολύτως όλα τα μέσα αγώνα στην αστική κοινωνία … παραμορφώνονται, εκπορνεύονται“.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ – Η ήττα της «μπερλινγκουερικής κλίκας» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει, κατά την άποψή μας, για να είναι μια προλεταριακή νίκη, την ιδεολογικο-πολιτικο-ανθρώπινη και οργανωτική κρίση του ιστορικού εργατικού κινήματος, δηλαδή, μιας επιθυμητής διάρρηξης του.
Ο αναθεωρητισμός στη δομή του, στο στήσιμο του, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε θέση υποταγμένη στον «καπιταλιστικό κόσμο». Επομένως, να τον αλλάξουμε σημαίνει να τον διαρρήξουμε.
Να τον σπάσουμε σίγουρα όχι πηδώντας, άνευ διαμεσολαβήσεων στην πολεμική γραμμή, από ένα επίπεδο ιδεολογικής κριτικής σε ένα επίπεδο συνοπτικής δικαιοσύνης.
Αν και γουρούνια, πληροφοριοδότες, ρουφιάνοι του αφεντικού και κουράδες συμβιβασμένοι με το καπιταλιστικό καθεστώς, οι ρεβιζιονιστές εξακολουθούν να παρουσιάζουν κοινωνικά, μαζικά χαρακτηριστικά, να διαχειρίζονται πλειοψηφικά στρώματα του προλεταριάτου και επομένως, αμέσως και σε αυτό το στάδιο, να προκαλούν σύγχυση, αμηχανία, παραμόρφωση, αντι-κομμουνιστική υστερία και πάνω απ’όλα μια επικίνδυνη αντιστροφή μέσα στην τάξη της δίκαιης αντιπαράθεσης των εργατών και των προλετάριων με τις προτάσεις και τις υποθέσεις του κομμουνιστικού σχεδίου μάχης και απελευθέρωσης κατά και από την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Σε ένα πρόγραμμα οργάνωσης, ταυτοποίησης, αποκάλυψης-ξεμασκαρέματος και κατάλληλης αγωνιστικής απάντησης των συμβιβασμένων ρεβιζιονιστών, είναι απαραίτητο παράλληλα να ασκείται με προτεραιότητα η πολιτική, πρακτική και δημόσια κριτική της πολιτικής τους στο επίπεδο των πραγματικών ταξικών αντιφάσεων, επάνω στην πραγματική ισορροπία δυνάμεων σε αυτή τη φάση μεταξύ του προλεταριάτου και του καπιταλισμού, στα εργοστάσια, όπως στους τομείς της κοινωνικής παραγωγής όπως και στην επικράτεια, στις γειτονιές, στην κοινωνία.
Αναγκάζοντας τον ρεβιζιονισμό να αντιπαρατεθεί στο επίπεδο που η μάχη, ο αγώνας σου θέλει να ασκήσει:

ΤΡΙΤΟ ΣΗΜΕΙΟ – Για να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για μια γενιά επαναστατών των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να εντοπιστούν απλά στην «παράνομη διάσταση».
Δηλαδή, σε μια προσέγγιση στράτευσης που να είναι χρήσιμη για την ανάπτυξη καλά καθορισμένων καθηκόντων μιας ώριμης κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία όμως ακόμη πρέπει να κατακτηθεί, αλλά ανεπαρκής και αποκλίνουσα αν δεν βυθιστεί σε μια πολύ ευρύτερη οργανωτική διάρθρωση. Δεν συμφωνούμε πλέον όταν μια πιθανή ποιότητα της οργάνωσης έρχεται να αναλάβει, όπως υπενθύμισε ο Λένιν νωρίτερα, έναν χαρακτήρα καθολικότητας σε λύσεις στα ερωτήματα και τις οργανωτικές ανάγκες.
Να διαλεχτούμε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα τις αντιφάσεις μεταξύ παράνομης και μη παράνομης στράτευσης υπήρξε χρήσιμο τα τελευταία χρόνια. Μέσα σε ένα εξαιρετικό εργαστήριο που είναι η αληθινή πραγματικότητα και η συνεχής κίνηση των πραγμάτων, όλες οι ενέργειες, οι υποθέσεις, οι εμπειρίες των κομμουνιστών έχουν αναπτυχθεί μαζί με τα όριά τους κατά τη διάρκεια μιας μακράς φάσης μέσα στην οποία δεν ήταν δεδομένες οι συνθήκες για να επιστρέψουν όλοι σε μια πειθαρχία και ομοιογένεια ενιαίας πορείας οργάνωσης και προγράμματος. Όλοι εμείς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο ένοπλος αγώνας στη χώρα μας, με τις διάφορες μορφές που έχουν αναληφθεί και με τους διαφορετικούς τρόπους μάχης που υιοθετήθηκαν, είναι ένα αντικειμενικό και υποκειμενικό αποτέλεσμα ετών και χρόνων αγώνων των εργατών και εξαιρετικής αντίστασης στο καπιταλιστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης των σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής μεταξύ των τάξεων.
Καλώς, σήμερα, το να αναγνωρίζουμε όλα αυτά δεν είναι πλέον αρκετό.
Το κομμουνιστικό υποκείμενο πρέπει να είναι πειθαρχημένο μέσα σε ένα κεντρικό σχέδιο οργάνωσης ικανό να «το οπλίζει» για να αποδιοργανώσει ολόκληρο το οπλοστάσιο ελέγχου διοίκησης εξουσίας του καπιταλιστικού κράτους. Το κίνημα πρέπει να εμπλουτιστεί με την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, είναι απαραίτητο να εργαστούμε έτσι ώστε να μπορέσει να ενισχυθεί και να μπορέσει να υποστηρίξει και να δεχθεί την καπιταλιστική πρόκληση σε όλα τα εδάφη όπου συσχετίζονται οι ταξικές συγκρούσεις. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφερόμαστε να οικοδομήσουμε ένα πλαίσιο μάχης μόνο στη συνεχή επαλήθευση των δυνατοτήτων να σακατέψουμε και να εκτελέσουμε έναν ταξικό εχθρό, αν δεν δουλέψουμε ή αν εργαστούμε ενάντια σε μια διαφορετική συνολική ποιότητα του συλλογικού κομμουνιστικού υποκειμένου, της διαφορετικότητας, εάν επιτρέπετε, από την συνολική ποιότητα του μεταρρυθμιστικού-ρεφορμιστικού υποκειμένου.
Ως εκ τούτου, μια γραμμή μάχης στο πλαίσιο της πρακτικής του προλεταριακού προγράμματος σε εδαφικό επίπεδο, μέσα στην εμπειρία μαζικής παρανομίας και ανάπτυξης του οργανωμένου κομμουνιστικού κινήματος. Κινήματος ως υποκειμενικό δίκτυο μιας προλεταριακής εξουσίας που αναπτύσσεται επάνω στη χρήση της δύναμης, σταδιακά ανάλογης με τα πιθανά άλματα και τον εξαναγκασμό της και μέσα σε ολόκληρη την προλεταριακή υποκειμενικότητα. Συνεπώς μια διαρθρωμένη και σύνθετη πρακτική του ένοπλου αγώνα. Δεν μπορούμε, σύντροφοι, δεν μπορούμε να γκετοποιήσουμε, πάνω απ’όλα, τις μελλοντικές προλεταριακές δυνατότητες μόνο σε έναν από τους τρόπους διεξαγωγής του αγώνα, της μάχης.
Το στυλ εργασίας των κομμουνιστών πρέπει να είναι από εδώ και στο εξής, όσον αφορά τα θεμελιώδη κριτήρια και τους θεμελιώδεις νόμους του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος, ένα εσωτερικό ερώτημα-ζήτημα για τους κομμουνιστές και το έργο τους. Επιβάλλεται-απαιτείται η εγκατάλειψη, σε σύντομο χρονικό διάστημα, όλων εκείνων των θέσεων που μπλοκάρουν και / ή εμποδίζουν μια διαδικασία ενοποίησης όλων των προλεταριακών πρωτοποριών στην χώρα μας.
Αν ορισμένοι σύντροφοι συνεχίσουν, δυστυχώς, να σπρώχνουν τον επιταχυντή για μια δραστική ευθυγράμμιση θέσεων, μεταξύ των συνιστωσών του κομμουνιστικού κινήματος, επάνω στους διαφορετικούς τρόπους μάχης, σε μια παραπλανητική και όλο και πιο πλαστή και τεχνητή αντίθεση-αντιπαράθεση, τότε από την πλευρά μας θα αποστασιοποιηθούμε όλο και περισσότερο με μια σκληρή πολιτική μάχη κατά των θέσεων αυτών. Πράγματι, η περαιτέρω πρόοδος του έργου των κομμουνιστών των διαφόρων επαναστατικών οργανώσεων θα είναι θετική αν αναλάβει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που τους αναλογούν μιας νέας φάσης, αυτή τη φορά πιο πολύπλοκης και ώριμης.
Δεν μας αρέσει εάν διασπαστεί μια σωστή ισορροπία των αναλογιών μεταξύ των δύο κύριων συνιστωσών, γραμμών του επαναστατικού κινήματος, δηλαδή μεταξύ των κομμουνιστών στην παρανομία και των κομμουνιστών της εργατικής αυτονομίας. Πρόκειται για κάτι πολύ άσχημο με πολύ κακές προοπτικές, αν η μια μεταβλητή, η παράνομη, σταματήσει να σχετίζεται με κάποιον τρόπο με τη γενική δυναμική του κομμουνιστικού κινήματος. Η οργανωμένη εργατική αυτονομία δεν λογαριάζεται μόνο με την επιτάχυνση της στρατιωτικής πίεσης του κράτους επάνω στην οργάνωση, αλλά και με τα προβλήματα και τις δυσκολίες που συνδέονται με την επανέναρξη-επανάληψη της προλεταριακής πρωτοποριακής και μαζικής πρωτοβουλίας. Ενδιαφερόμαστε για ένα συλλογικό κομμουνιστικό υποκείμενο «πολιτικά αναγνωρίσιμο» από τους προλετάριους, και όχι μόνο μέσα από τα χρονικά των εφημερίδων, χωρίς άμφια και μεταμφιέσεις που συγχέουν την ουσία αυτού που έχεις να πεις (στην προκειμένη περίπτωση με μεταμφίεση δεν εννοούμε όλους τους κανόνες ασφαλείας και άλλα παρόμοια θέματα).
Είναι απαραίτητο να πειθαρχήσουμε μέσα σε μια ενιαία, δύσκολη και πολύπλοκη προσπάθεια για την οικοδόμηση της οργάνωσης και του προγράμματος.
Η ομοιογένεια, σύντροφοι, πρέπει να αναζητηθεί και να επιδιώκεται πεισματικά. Αλλά με σαφήνεια. Το να χτυπήσουμε κάποιον στα πόδια πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του αποκλεισμού του εργοστασιακού τμήματος, της ικανότητας του κομμουνιστικού κινήματος να αποδιαρθρώσει την επικράτεια, περιοχή ανά περιοχή, με την άσκηση της επαναστατικής αντιεξουσίας. Και αντίστροφα».

συνεχίζεται

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s