αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Aa. Vv.

Daddo e Paolo

«Μια φωτογραφία “risolta”, που αφήνει σε αυτόν που την κοιτά ένα χώρο για την σκέψη».

Antonello Frongia
Την 1η φεβρουαρίου 1977 μια ομάδα νεοφασιστών εισβάλει στο πανεπιστήμιο της Ρώμης, πυροβολώντας. Ένας φοιτητής παραμένει σοβαρά τραυματισμένος. Το πανεπιστήμιο καταλαμβάνεται. Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια μιας πορείας, η έδρα των νεαρών νεοφασιστών της οδού Sommacampagna πυρπολείται. Λίγο μετά, στην piazza Indipendenza, οι ειδικές αστυνομικές ομάδες παρεμβαίνουν και διασκορπίζουν την πορεία με ριπές αυτομάτων. Ο Paolo Tommasini και ο Leonardo (Daddo) Fortuna πέφτουν τραυματίες στο έδαφος, οι οποίοι, οπλισμένοι, είχαν απαντήσει στο πυρ θεωρώντας ότι επρόκειτο για νεοφασίστες. Ο πρώτος που πέφτει, χτυπημένος στα πόδια, είναι ο Paolo. Ο Daddo γυρνά πίσω και προσπαθεί να τον βοηθήσει απομακρύνοντας τον αλλά τραυματίζεται κι αυτός.

Αυτό το δραματικό γεγονός – το οποίο σηματοδότησε την έναρξη της μεγάλης εξέγερσης του Κινήματος του 77 – αποθανατίστηκε από τον φωτογράφο Tano D’Amico ο οποίος τις φύλαξε για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Αυτά τα πλάνα (ένα ιδιαίτερα) απεικονίζουν μια χειρονομία εξαιρετικής γενναιοδωρίας, την ίδια που διέσχισε και τροφοδότησε τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές όλων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτό το Κίνημα. Εκ των πραγμάτων, η εικόνα εκείνη αντιπροσωπεύει το ακριβές αντίστροφο αυτής που τραβήχτηκε με την ευκαιρία μιας άλλης ανταλλαγής πυρών μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας: εκείνη της Via De Amicis στο Μιλάνο, στις 14 μαΐου του ίδιου έτους. Μια εικόνα στο κέντρο ενός άλλου βιβλίου που εκδόθηκε από τον εκδοτικό μας οίκο (Ιστορία μιας φωτογραφίας. Η κατασκευή της εικόνας αναπαράστασης των χρόνων του μολυβιού – Storia di una foto. La costruzione dell’immagine icona degli anni di piombo).
Και αυτό το βιβλίο περιέχει επίσης μια πλούσια εικονογραφική τεκμηρίωση πολλών συγγραφέων, κείμενα που προέρχονται από δικαστικά έγγραφα, πολιτικά ντοκουμέντα της εποχής, δοκίμια από επιστήμονες της επικοινωνίας, μαρτυρίες ορισμένων πρωταγωνιστών.
Ο Leonardo Fortuna (Daddo), που έφυγε την περασμένη άνοιξη, εργάστηκε πολλά χρόνια για την εφημερίδα «il manifesto» και υπήρξε μεταξύ των πρωταγωνιστών του εκδοτικού σπιτιού μας.

Un assaggio…Μια  γεύση

Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης κατά της φασιστικής επίθεσης της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο κατά την οποίαν τραυματίστηκε ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην Piazza Indipendenza λαμβάνει χώρα μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αγωνιστές της αριστεράς, πέφτουν στη γη, τραυματισμένοι – ο Leonardo (Daddo) Fortuna και ο Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti. Κανείς δεν είδε ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς συνέβησαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση. Υπάρχουν κάποιες εικόνες από τις στιγμές πριν από την μάχη, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και παραδόθηκε στη φωτιά σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχαν πολλοί αγωνιστές, και υπάρχουν εικόνες των στιγμών μετά τη μάχη – οι δυο στρατευμένοι, έχοντας τις αισθήσεις τους, που χάνουν αίμα, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, χτυπημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και σχεδόν αμέσως γίνεται λόγος γι αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως φαινόταν σαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη διαδήλωση για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιλάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Αντιθέτως, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας κατά της Κρατικής μηχανής ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα το να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι πράγμα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις ανέμους, δεν το κάνουν τη γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ όψιν σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα του Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα. […]

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.

RASSEGNA STAMPA

«Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» από Sololibri.net

Ανασκόπηση του Mario Bonanno στο «Daddo και Paolo. Η έναρξη της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από Sololibri.net, 31 μαρτίου 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Paolo Virno επάνω στα χρόνια Εβδομήντα και για το «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video πήγαινε στο βίντεο


Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στο «Daddo e Paolo»

Video παρέμβαση του Lanfranco Caminiti στα χρόνια Εβδομήντα και στο «Daddo e Paolo. Η αρχή της μεγάλης εξέγερσης. L’inizio della grande rivolta» – από το Youtube, 28 μαρτίου 2012

Vai al video Πήγαινε στο βίντεο

Militant

λαμβάνουμε από τους συντρόφους του DeriveApprodi ένα κομμάτι του Lanfranco Caminiti στη μνήμη του Daddo .. το δημοσιεύουμε με χαρά, έστω και με μερικές μέρες καθυστέρησης..

Στον Daddo

Lanfranco Caminiti

Ένας μονομάχος έπεσε. Vale. Αντίο.
Το δυνατό του σώμα, οι πλατιοί ώμοι του, το φαρδύ στήθος του, βρίσκονται τώρα στη σκόνη.
Αγωνίστηκε, έχασε. Το θηρίο ήταν πολύ άγριο. Ή αυτός ήταν πολύ κουρασμένος.
«Δεν μου πάει να ζήσω σαν άρρωστος για να πεθάνω σαν υγιής». Μου μίλησε έτσι, ο Daddo, λέγοντας μου για τον καρκίνο που του είχε επιτεθεί και για τις φροντίδες, σχολαστικές, ηττοπαθείς και γεμάτες θυσίες, στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθεί για μιαν ελπίδα να βαστήξει λίγο ακόμη. Για θεραπεία, πιστεύω, ποτέ δεν έγινε λόγος πραγματικά, αφότου το θηρίο παρουσιάστηκε με όλη του την αγριότητα.
Ήθελε να τα βάλει μαζί του, να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, τον καρκίνο, να τον διώξει και να τον πολεμήσει στην αρένα, να τον δαγκώσει αν αυτό χρειάζονταν. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν υποχωρούσε ένα χιλιοστό. Έτσι πολεμούσε, ο Daddo, απoφασισμένος. Ήξερε τι έκανε. Έπαιρνε τα μέτρα του. Ήξερε τα μέσα του, γνώριζε τον εχθρό. Οργανώνονταν. Ήταν διαυγής, πάντα.
Μπορούσες να προσπαθήσεις να εξηγήσεις, να αιτιολογήσεις, να βρεις κάποια γραμμή διαμεσολάβησης. Δεν ήταν έτσι, δεν ήταν ο δρόμος του Daddo, ο τρόπος του. Ο εχθρός ήταν άνανδρος. Η μάχη ύπουλη, αλλά αυτός θα την τιμούσε με τον τρόπο του. Διαυγής και ριψοκίνδυνος.
Θα πεθάνεις όπως έζησες, με τις πέτρες και τις σκέψεις στην τσέπη, ή αφηρημένος, πονηρός, μαλακισμένα, δίχως σοβαρότητα, φοβισμένος, ψευτοφιλοσοφώντας, μες την ποίηση ή τις μάχες. Έτσι πάει.                                                                                                        Τον Daddo τον γνώρισα δίχως να τον γνωρίζω. 1977, το τρομερό έτος – annus terribilis. Οι αυτόνομοι. «εργατική Αυτονομία, οργάνωση, ένοπλος αγώνας για την επανάσταση», αυτά τα πράγματα. P38, κουκούλα, αυτά τα πράγματα. Τον συνάντησα όταν ήμασταν σε ένα σπίτι στο Trastevere – και ίσως εκείνη την στιγμή δεν ήταν το μόνο μέσα στο οποίο συζητούσαν γι αυτά τα πράγματα – μου μίλησαν για το πώς θα μπορούσαμε να τον τραβήξουμε έξω από τη φυλακή, από την Regina Coeli, όπου νοσηλεύονταν στο αναρρωτήριο λόγω των τραυμάτων μετά τους πυροβολισμούς της piazza Indipendenza.
Μια απόδραση. Τα φρεάτια για να μπούμε στους υπονόμους, οι αυλές να σκαρφαλώσουμε, το ιατρείο να καταλάβουμε, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά το σχέδιο ήταν εκεί, υπήρχε. Ή σε μας φαινόταν σαν ένα σχέδιο. Τότε, έτσι σκεφτόμασταν τα πράγματα, δίχως να δίνουμε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες. Ποιος θα μπορούσε να μας σταματήσει;

Ήταν αυτός που αντιτάχθηκε. Που έκανε πίσω.                                                          Ευχαριστώ, όχι. Διαυγής. Με την απόδραση, θα είχε καταδικαστεί από μόνος του σε μια παράνομη ζωή. Και αυτός ήταν ένας μονομάχος, όχι ένας παράνομος.
Και το κίνημα ήταν δυνατό, ισχυρό όπως ποτέ δεν ήταν, όπως δεν υπήρξε ποτέ πλέον.  Και φόβισε όπως ποτέ προηγουμένως.
«Paolo και Daddo λεύτεροι», φώναξε και αξίωσε. Για μήνες. Γράφτηκε στους τοίχους της Ρώμης: πριν από κάποιον χρόνο, το υπενθύμιζε μια επιγραφή ξεθωριασμένη στα μέρη της Piazza Navona. Ένα γκράφιτι γδαρμένο απ’ τον καιρό, ένα αρχαιολογικό εύρημα πλέον, σχεδόν ένα αυτοκρατορικό ανάγλυφο ή ένα τραπεζάκι απ’τα χρόνια τα παλιά, ρεπουμπλικάνικης εποχής. Ή εκείνες οι μικρές λαξευμένες επιτύμβιες πλάκες του δέκατου όγδοου αιώνα οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στρωμένες εδώ και εκεί και προσκαλούν να μην λερώνουμε τους δρόμους, ανήκουστες για αιώνες. Επειδή τα Εβδομήντα επτά είναι χρόνια που υπήρξαν, είναι ιστορία. Ανήκουστη.
Η επανάσταση που έρχεται, τιτλοφορήσαμε στον DeriveApprodi το πρώτο βιβλίο για τα Εβδομήντα επτά, είκοσι χρόνια αργότερα. Μετά γράφτηκαν βιβλία από άλλους, ξεθωριασμενα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η φώτο του Tano D’Amico με τον Daddo και τον Paolo. Και τι άλλο θα μπορούσε να υπάρξει; Και τι άλλο θα πρέπει να βρισκόταν εκεί; Ένα εύρημα αρχαιολογικό, σίγουρα. Αλλά εμείς οι ίδιοι ήμαστε πλέον αρχαιολογικά ευρήματα, σύγχρονη τέχνη για συλλέκτες, τι μπορείτε να κάνετε; Όμως, να, το βιβλίο μιλούσε για εκείνο το υπέροχο κίνημα που είχε θέσει όλα τα ερωτήματα που παρέμειναν, για πάντα: οι μεταμορφώσεις της εργασίας μετά το φορντικό εργοστάσιο, η κρίση της δημοκρατίας, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζονταν το ζήτημα της εξουσίας που έθεταν νέα μη αντιπροσωπευόμενα κοινωνικά υποκείμενα , η συνταγματική δύναμη ενός κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας, η αναγκαιότητα για νέους θεσμούς. Τα ερωτήματα που είναι ακόμα εδώ και τώρα, επίκαιρα. Ίσως εκείνο το κίνημα εντυπωσίασε με την έπαρση και την υπεροψία των χειρονομιών του – συχνά παρεξηγημένων – αλλά είναι βέβαιο ότι μπορεί ακόμα να εντυπωσιάσει με την ακρίβεια της συλλογικής νοημοσύνης του. Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι από πολλές απόψεις οι θεωρητικές διαισθήσεις που υπογράμμιζε το κίνημα ήταν πληθωρικές σε σχέση με τις χειρονομίες, τις απλοποιήσεις του. Όλα μπλεγμένα, ένα μπλέξιμο από πράγματα. Ω, να τα πάρουμε από την αρχή. Σε εκείνο το μπλέξιμο πραγμάτων βρίσκονταν αυτή η εικόνα. Υπήρχε ο Daddo ο οποίος έτρεχε οπλισμένος στην piazza Indipendenza προσπαθώντας να σηκώσει τον Paolo από το έδαφος.
Όμως η δύναμη βρισκόταν σε αυτό, στο να διεκδικεί στον εαυτό του εκείνους τους τραυματισμένους συντρόφους. Εκείνους τους οπλισμένους συντρόφους στην πλατεία. Στο να τους νιώθει μέρος ενός ταξιδιού, μιας διαδρομής, ενός δικού του μονοπατιού. Στη συνέχεια ήρθε η κατάληψη της La Sapienza, η αποπομπή του Λάμα, η 12η μαρτίου – σχεδόν μια εξέγερση -, η Giorgiana Masi και όλα τα υπόλοιπα. Να γλιστρά. Να λυγίζει. Να πέφτει.

Στην αρχή έγιναν αυτά: την πρώτη του φεβρουαρίου οι φασίστες είχαν πυροβολήσει μέσα στο πανεπιστήμιο, τραυματίζοντας έναν φοιτητή στο κεφάλι, και την επομένη η διαδήλωση στην piazza Indipendenza, oι προκλήσεις, oι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια, οι δικοί μας που απαντούν, ο Paolo τραυματίζεται, ο Daddo προσπαθώντας να τον πάρει μακριά μαζεύοντας τα όπλα, τραυματίζεται και αυτός. Απερίσκεπτος. Αλλά τους τραυματίες συντρόφους δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω. Όπως οι πεζοναύτες. Μια σύγκρουση. Με πυρά.
Μετά έγιναν όλα τα υπόλοιπα. Που ήταν εκεί.
Είναι δικοί μας, είπε. Χωρίς εάν, αλλά, και ίσως. Χωρίς υποκρισίες: η χρήση των όπλων και της βίας ήταν μέσα στο κίνημα και ταυτόχρονα δεν ήταν ο πρωταρχικός χαρακτήρας του, αντιθέτως προκαλούσε συνεχείς υπεκφυγές, συνεχείς κατηγορίες, συνεχή επανένωση. Είναι σίγουρα ένα τεράστιο δεδομένο, αλλά είναι τεράστιο μόνο και μόνο επειδή φαινόταν φυσιολογικό. Είναι τεράστιο λόγω της εξαιρετικής κανονικότητάς του. Η χρήση όπλων ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του κινήματος αλλά όχι το διακριτικό του. Και δεν ήταν ο λόγος για την ήττα του. Η ήττα ήταν όλη μέσα στο μπέρδεμα στο οποίο είχαμε εμπλακεί. Ήταν όλη μέσα στη σύγκρουση με τους κομμουνιστές του Berlinguer. Εκείνους του ιστορικού συμβιβασμού, της λιτότητας, των δύο κοινωνιών, της παρελθοντολογίας που έπρεπε να εξαλειφθεί. Αυτά τα πράγματα. Μια ανοησία, ξαναδιαβάζοντας τα σήμερα. Αλλά είχαν εξουσία και την χρησιμοποίησαν ολόκληρη για να καταστείλουν, για να μας βγάλουν έξω απ’ το παιχνίδι.
Αυτή είναι η ιστορία. Αυτά ήταν τα πράγματα. Ο κόσμος έχει αλλάξει, ο κόσμος αλλάζει πάντα. Οι εξεγέρσεις, οι ταραχές έχουν αλλάξει, οι εξεγέρσεις και οι ταραχές πάντα αλλάζουν. Δεν μας αρέσει, και δεν θα κλάψουμε. Πληρώσαμε για το εισιτήριο. Είμαστε ένα εύρημα. Ο Daddo δεν ευχαριστήθηκε ποτέ. Ποτέ δεν έκλαψε επάνω σε αυτό.
Ο Daddo εκπλήσσονταν πάντα με τα θαύματα που τύχαινε να διαβάσει, εδώ και εκεί, ή όταν ανακάλυπτε, ευτυχής, εκείνη την εξαιρετική έξυπνη μηχανή, για να καταλάβει, για να σκεφτεί ότι ήταν αυτός ο ίδιος, ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι, ότι είναι το πιο βιολογικό μας χαρακτηριστικό που μας κάνει να επιθυμούμε τα πράγματα, το πιο ανθρώπινο μας χαρακτηριστικό.
Μαζί με τον Sergio και την Ilaria και άλλους επινοήσαμε τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi στη δεκαετία του 1990. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Nα εκτυπώνει βιβλία. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό που έκανε – να τακτοποιεί τους λογαριασμούς του στο «manifesto» – πάντα είχε μείνει προσκολλημένο μέσα του ένα νήμα βιογραφίας, ευαισθησίας.
Μετά, με αυτόν και με τον Giancarlo και τον Giorgio και τον Giorgio επινοήσαμε το περιοδικό «accattone – cronache romane» στη δεκαετία του 2000. Ο Daddo ήταν εκεί από την αρχή, ορμητικά, διακριτικά. Να επεξεργάζεται ένα περιοδικό. Από περιέργεια, επειδή αισθάνονταν στενά αυτό έκανε – φέρνοντας τα βόλτα σε μια γραφική εταιρεία όπου δούλευε – και πάντα ήταν προσκολλημένος σε ένα νήμα βιογραφίας, και ευαισθησίας.
Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι συγγραφείς, αυτός διάλεξε όλα τα βιβλία τους που έβρισκε, της Elena, του Emanuele, του Christian, του Nicola. Τους ξεψάχνιζε. Κάποιο του Carola, το διάβαζε και στη Νίνα, την κόρη του.
Επειδή έτσι είναι οι μονομάχοι. Στον χρόνο που τους μένει ελεύθερος, μεταξύ ενός αγώνα και ενός άλλου, διαβάζουν ή τα φτιάχνουν τα βιβλία.
Νανουρίζουν τα παιδιά τους.
Μοιάζουν σαν όλους εμάς.
Αγαπούν τις γυναίκες τους χωρίς επιφύλαξη.
Για τη Francesca, την σύζυγο του, μου εξηγούσε – με μεγάλη λεπτομέρεια – πόσο υπέροχη είναι η Σικελία. Πόσο πρέπει να την αγαπάμε. Γεμάτος θαυμασμό για να με εκπλήσσει. Για να με πείθει, πάνω απ ‘όλα. Εμένα, Σικελό. Ένα πράγμα – είναι αυτονόητο – δίχως νόημα.
Vale Daddo. Addio.

Roma, 18 φεβρουαρίου 2011


«Il fotografo non è un educatore-» από Alfabeta2 »Ο φωτογράφος δεν είναι ένας εκπαιδευτής»

Ανασκόπηση του Antonello Frongia στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Alfabeta2, μάϊος 2012

Vai all’articolo Πήγαινε στο άρθρο


«Due fotogrammi sospesi nel tempo» »Δυο καρέ σταματημένα στο χρόνο»από το Manifesto

Ανασκόπηση του Marco Guarella στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από το Manifesto, 19 απριλίου  2012

Vai all’articolo πήγαινε στο άρθρο


Libri & Conflitti. Recensione a «Daddo e Paolo»

Ανασκόπηση της Isabella Borghese στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από Controlacrisi.org, 16 ιουνίου 2012

Vai all’articolo εδώ το άρθρο


«Le pistole e il 77″ »τα πιστόλια και το ’77»

Ανασκόπηση της Maria Simonetti στο «Daddo e Paolo. L’inizio della grande rivolta» – από  L’Espresso Online, 22 ιουνίου 2012

Vai all’articolo το άρθρο εδώ


Μια σκέψη σχετικά μέ το “Daddo και Paolo Το ξεκίνημα της μεγάλης εξέγερσης. Ρώμη, piazza Indipendenza, 2 φεβρουαρίου 1977

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s