αυτονομία, autonomia

Η εργατική αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene. Του Donato Tagliapietra

Lorenzo Bortoli (1952-1979), La fabbrica, Το εργοστάσιο, λάδι σε καμβά, 50×60, 1967.
Το εργοστάσιο είναι η πρώτη γνωστή ζωγραφιά του Lorenzo. Το γεγονός ότι ένα 15χρονο αγόρι ζωγραφίζει αυτό το θέμα μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάρος του εργοστασίου που έχει στην πόλη του Marano Vicentino. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει είναι εκείνο που βλέπει στο εργοστάσιο, γιατί αυτό είναι που βλέπουμε όλοι: ένα θλιβερό μέρος, χωρίς φως και ζωή, ένα σκοτεινό κτίριο που συνθλίβεται από ένα μολυβένιο ουρανό με μια ενιαία ζωντανή παρουσία, το σπίτι σε πρώτο πλάνο [το σπίτι του;) όπου, λόγω του φωτός που φιλτράρεται μέσα από τα παράθυρα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ανθρωπιά.Όχι τόσο στο εργοστάσιο, νεκρό μέρος για την σκέψη και τα όνειρα και, πάνω απ ‘όλα, για την ευαισθησία ενός δεκαπεντάχρονου που εμφανίζεται στον κόσμο. Είναι μια αποκαλυπτική ζωγραφιά.”

Ο Lorenzo Bortoli, αφέθηκε (μετά από δύο απόπειρες) να αυτοκτονήσει στη φυλακή της Βερόνα λίγους μήνες μετά τη σύλληψη στο πλαίσιο της έρευνας για τις Πολιτικές Κολεκτίβες του Βένετο που συνδέονταν με την έκρηξη όπου πεθαίνουν η συντρόφισσα Maria Antonietta Berna, ο εργάτης Angelo Dal Santo και ο φοιτητής Alberto Graziani. Οι τρεις σύντροφοι έφτιαχναν έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ μια βιογραφία / ανάμνηση του,  Qui una sua biografia/ricordo από την οποία λαμβάνεται ο τελευταίος αποχαιρετισμός του Bortoli.

Φύλλο αίτησης, Φυλακή της Verona 18-6-79
Στον κύριο διευθυντή του σωφρονιστικού ιδρύματος της Verona.
Θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν μπορούσατε να στείλετε το ακόλουθο τηλεγράφημα στην οικογένειά μου: «Έφτασα στην Antonia. Παρακαλώ να θαφτώ μαζί της. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά έτσι. Μια αγκαλιά. Πείτε στη Vanna να μην κλαίει, αλλά να θυμάται πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν όπως τώρα που είμαστε και πάλι μαζί. Lorenzo»
Σας παρακαλώ να στείλετε και την ομάδα φωτογραφιών, υπολογίζοντας τα έξοδα από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Σας ευχαριστώ πολύ.


Δημοσιεύουμε την εισαγωγή της Elisabetta Michielin στον πέμπτο τόμο που ο εκδοτικός οίκος Derive Approdi αφιέρωσε στην ανακατασκευή της ιστορίας της ιταλικής εργατικής Αυτονομίας. Ειδικότερα, το βιβλίο του Donato Tagliapietra, ανασυγκροτεί την ιστορία των πολιτικών Κολεκτίβων vicentini μέσω πολιτικών εγγράφων, φυλλαδίων και μαρτυριών εκείνων που ήταν πρωταγωνιστές αυτών των γεγονότων και της περιοχής εκείνης.

Τι όμορφο βιβλίο έγραψε ο Donato ο «κόκκινος». Κόκκινος στα μαλλιά και στην πλευρά που διάλεξε! Το λέμε αμέσως. Ένα απαραίτητο βιβλίο γιατί ανασυνθέτει με πλούτο και πάθος μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία των επαναστατικών προσπαθειών της χώρας μας και της βορειοανατολικής επικράτειας. Μια άσκηση γραφής και προβληματισμού που τραβά μια διαγραμμένη μνήμη έξω από το σκοτάδι, που παραδόθηκε στις αίθουσες της δικαιοσύνης ή στη μνήμη εκείνων που την ξανακτίζουν μόνο για να την δυσφημίσουν ή να αποτρέψουν την πιθανή επαναπρόταση της.

Ο Donato ανασυνθέτει την περίοδο που τον είδε μεταξύ των πρωταγωνιστών των βενετικών πολιτικών κολεκτίβων στην περιοχή του άνω vicentino χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα έγγραφα που παρήγαγε η ίδια η οργάνωση και τις συνεντεύξεις με τους αγωνιστές εκείνης της εποχής.

Μια ιστορία που ποτέ δεν καταφεύγει στον μεμονωμένο βιογραφισμό και στις ναρκισσιστικές του αποκλίσεις επειδή είναι πάντα αγκυροβολημένη σε ένα κίνημα που έχει συμπεριλάβει δεκάδες και δεκάδες αγωνιστές και που διατηρεί πάντα μαζί την υποκειμενικότητα και την περιοχή όπου γεννήθηκε αυτή η υποκειμενικότητα, αναπτύχθηκε, απέκτησε νόημα και επηρέασε με συγκεκριμένο τρόπο τις σχέσεις εξουσίας και τις ταξικές σχέσεις, ακόμη και στο ζωντανό σώμα των εργατικών οργανώσεων.

Στον Donato αναγνωρίζουμε την αξία της επιτυχίας στο να την περιγράφει με απλότητα, χωρίς έμφαση. Σε σελίδες από τις πιο ζωντανές και εθιστικές του βιβλίου, την βλέπουμε στο έργο επάνω σε συγκεκριμένες διαμάχες σχετικά με το ωράριο εργασίας και την επιβολή της επαναπρόσληψης απολυμένων εργατών, στις εκστρατείες «εργασία για όλους λιγότερη εργασία» με τις περιπολίες και τις πικετοφορίες ενάντια στην μαύρη εργασία και τη χρήση υπερωριών ή σε εκείνες που αφορούν το δικαίωμα στέγασης και την επιβολή πολιτικών τιμών για τα αγαθά βασικών αναγκών.

Νάτοι λοιπόν οι αυτόνομοι στο έργο, πολύ νεαρά κορίτσια και αγόρια που χωρίς καμία αίσθηση κατωτερότητας ή υποταγής, αρχίζουν να ανοίγουν τις πρώτες ρωγμές στις άκαμπτες δομές του συνδικάτου, που από όλη αυτή την ιστορία βγαίνει με σπασμένα τα κόκαλα. Η CISL ειδικότερα, με τα αλαζονικά και αξιολύπητα στελέχη της. Αλλά είναι με τις περιπολίες, τις πικετοφορίες και τις συνελεύσεις που αρπάζονται με μια άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αφεντικό και το συνδικάτο που το βλέμμα του Donato γίνεται πιο προσεκτικό και άγρυπνο. Είναι μέσα στα ατομικά γεγονότα, αλλά και στο περιθώριο, σκόπιμα, και το αποτέλεσμα για τον αναγνώστη είναι απορίας: μα αυτά τα πράγματα συνέβαιναν πραγματικά; Ναι, συνέβαιναν χάρη σε αυτούς τους τύπους που εκτός από το ψωμί απαιτούσαν τριαντάφυλλα: να μπαίνουν δωρεάν στις συναυλίες, να τρώνε δωρεάν στα φοιτητικά εστιατόρια και τα εστιατόρια, καταλαμβάνουν χώρους για κοινωνικοποίηση, πολεμούν την ηρωίνη που κάθε τόσο σαρώνει την χώρα. Παιδιά που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά και να ικανοποιήσουν άμεσα τις ανάγκες και την επιθυμία για μια νέα κοινωνικότητα, άλλη, διαφορετική.

Μια πλούσια ιστορία αλλά και αντιφατική και με ένα ίχνος τραγωδιών όπως ο θάνατος των Antonietta, Angelo, Alberto, Lorenzo, αλλά μόνο το μεταθανάτιο μάτι του νικητή είναι που του επιτρέπει να δημιουργήσει τους δικούς του καθαρισμένους μύθους ενώ βλέπει τις ιστορίες να διακόπτονται ως μια απλή σειρά εγκληματικών και βίαιων συμπεριφορών.

Μπορούμε λοιπόν να εισέλθουμε στο πολιτικό εργαστήρι της Συλλογικότητας η οποία υπήρξε επίσης τόπος βαθιάς φιλίας, βλέποντας τη δημιουργία αυτής της οργάνωσης, τη διαμόρφωσή της μέσω κειμένων, φυλλαδίων, πολιτικών εγγράφων, τους προβληματισμούς εκείνης της πλευράς χωρίς την πρόσβαση, αν όχι οριακή, σε άλλες πηγές: δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές, του ΚΚΙ-PCI ή ποινικές.Εάν η επιλογή αυτή μπορεί να φανεί περιοριστική από ιστορική άποψη – γιατί πιστεύουμε ότι η ιστορία πρέπει να ανακατασκευαστεί συνθέτοντας και φωτίζοντας την εξεταζόμενη περίοδο μέσα από την αναμέτρηση και αντιπαραβολή διαφορετικών απόψεων – σε αυτό το βιβλίο αντιθέτως είμαστε περήφανα αγκυροβολημένοι στο να διαλέγουμε πλευρά, στην ιδέα ότι μια ουδέτερη ή ειρηνοποιημένη ιστορία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει, δεδομένου ότι, ακόμη και με άλλες μορφές, εξακολουθούμε να ήμαστε βυθισμένοι σε εκείνη την κοινωνική σχέση και σε εκείνο το δίλημμα που δεν καταφέραμε να μηδενίσουμε. Απ’ τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινωνική και εξουσιαστική σχέση, η αλήθεια μπορεί να θεωρηθεί μόνο από την οπτική γωνία του εκμεταλλευόμενου που μπορεί να της επιτεθεί από τη θέση του, προσπαθώντας να την διαρρήξει επιλύοντας προς όφελός του. «Σκεπτόμενοι με τα χέρια» θα έπρεπε να είναι ο τίτλος του βιβλίου.

Αλλά γιατί ο Donato, αντίθετα από άλλους μάρτυρες και αγωνιστές της εποχής, μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να σταματήσει, σε απόσταση 40 ετών, σε αυτή τη «γωνία» χωρίς να μοιάζει ή να είναι ένας νοσταλγικός; Νομίζουμε ότι μπορεί να το κάνει γιατί η εμπειρία των Πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο έχει πολλά να διδάξει και να παραδώσει στην εποχή μας. Πρόκειται για μια ιστορία που από πολλές απόψεις έχει προκαταλάβει τη δική μας. Σκεφτείτε την επικράτεια. Οι Collettivi Politici Veneti σκέφτηκαν το έδαφος-την επικράτεια όχι μόνο ως τόπο όπου δημιουργείται και ενισχύεται το κεφάλαιο – και αυτό συμβαίνει σήμερα – αλλά το έχουν επινοήσει κυριολεκτικά ως τόπο της σύγκρουσης και της παραγωγής ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας. Και όντως μόνο επειδή συνδέονταν με την επικράτεια αυτά τα αυτόνομα άτομα μπορούσαν να ασκήσουν ένα στυλ αγωνιστικότητας-μαχητικότητας που περιελάμβανε μια μέση χρήση της βίας: δεν την απέκλειες εκ των προτέρων, αλλά δεν έκανες αυτής ούτε ένα φετίχ εξυψώνοντας την ως το υψηλότερο επίπεδο της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Το πρόγραμμα παρέμβασης στην επικράτεια την εξέταζε μέσα στην εμπειρία της μαζικής παρανομίας και μέσα σε μια πραγματική άσκηση αντιεξουσίας, με λίγα λόγια, έπρεπε να έχει ρίζες μέσα στις δομές που κατάφερνες να δημιουργήσεις σε απελευθερωμένους χώρους όπου δημιουργούσες πραγματική αυτοαξιοποίηση και ενίσχυση.

Ένα καλό παράδειγμα ιστορικής ανασυγκρότησης, λέγαμε. Είναι αλήθεια, επειδή η άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της εργασίας είναι ότι, περισσότερο από μια άσκηση μετά προβληματισμού – είτε πρόκειται για κριτική είτε για αξίωση – έχει αντιθέτως την φρεσκάδα της ιστορίας που χτίζεται στιγμή προς στιγμή. Στην ουσία η παλιά παροιμία «πρώτα οι αγώνες, μετά η θεωρία» ισχύει και στην περίπτωση του Collettivo vicentino. Με την ανάγνωση αυτών των εγγράφων και αυτής της ανασυγκρότησης βυθιζόμαστε στο συγκεκριμένο των αποφάσεων και των συμπεριφορών που δίδονταν στιγμή προς στιγμή τόσο σε σχέση με τον τόπο όπου ζούσες και με την παρέμβαση που μέρα με την μέρα έκαμες, όσο σε σχέση με αυτό που συνέβαινε στην Ιταλία εκείνη την εποχή, δηλαδή τα τρέχοντα κινήματα αναδιάρθρωσης, τις προσπάθειες να τραβηχτείς έξω από την καπιταλιστική κυριαρχία και το έργο μεγάλων τμημάτων του προλεταριάτου, τη σκληρή και έγκαιρη αντιπαράθεση με τις άλλες οργανώσεις τόσο από την πλευρά του ένοπλου αγώνα όσο και από εκείνη των άλλων οργανώσεων της Autonomia operaia.

Ξαφνικά, μας λέει ο Ντονάτο, αυτά τα παιδιά – μερικά από αυτά νεότατα – δεν στέκονται πλέον στην πειθαρχία. Έτσι οι δύο μεγάλοι οργανισμοί ομαλοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής, το σχολείο και το εργοστάσιο, αρχίζουν να αδειάζουν και να ανατρέπονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι πλέον διαθέσιμα να μπουν στο εργοστάσιο όπως οι πατεράδες τους που είχαν αγωνιστεί μέσα στο εργοστάσιο και εναντίον του εργοστασίου, παρά την ύπαρξη σχέσης με τους πατεράδες τους. Ο Donato ανοικοδομεί πολύ καλά την ιστορία που προηγήθηκε της γέννησης των Collettivi, την παρουσία της Lotta Continua, την μεγάλη αγκαλιά των συνδικάτων, επιστρέφοντας πίσω μέχρι τις κληρονομιές της Αντίστασης.

Έτσι, χάρη στους «αυτόνομους», η περιοχή του alto vicentino παύει να είναι ο κοιτώνας στη σκιά των εκκλησιών του παραδοσιακού Βένετο.Ο τόπος αλλάζει εικόνα και γίνεται ένας χώρος όπου γεννιούνται επιθυμίες και ασκείται μια διαφορετική πρακτική-ζωή, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούνται δεσμοί αλληλεγγύης που θα αντισταθούν στη συνέχεια και σε μια σκληρή καταστολή.

Εδώ γεννιούνται οι «κοινωνικές Ομάδες», όπου η στράτευση είναι φιλία και η φιλία είναι μαχητικότητα-στράτευση. Δεν γίνεται να δουλεύεις οκτώ ώρες στο εργοστάσιο, να κοιμάσαι για άλλες οκτώ και για το χρόνο που σου απομένει να μένεις με την οικογένειά σου ή να κάνεις τον αγωνιστή. Για όλες τις 24 ώρες της ημέρας σου είσαι ένας αγωνιστής, και όχι από καθήκον, αντίθετα, επειδή καμιά στιγμή στη ζωή σου δεν μπορεί να είναι δίχως νόημα, διότι σε ολόκληρη τη ζωή σου χτίζεις νέες και κομμουνιστικές σχέσεις. Υπάρχει πολλή θυμωμένη χαρά ή πολλή χαρούμενη οργή στη ζωή αυτών των νεαρών παιδιών, σε αυτές τις περιφέρειες που αντί να είναι ο τόπος της αναπαραγωγής μιας ζωής πουλημένης στο εργοστάσιο, έχουν γίνει τόποι επανα-γνωριμίας, όπου παίρνουν εκείνο που θέλουν, για να έχουν μια ζωή που αξίζει να την ζουν. Είναι η πρώτη γενιά που επέλεξε όλα τα μέσα για να αποφύγει την δουλειά στο εργοστάσιο στην οποία είχαν αλυσοδεθεί οι πατεράδες τους, η πρώτη που έδειξε ότι ήταν κομμουνίστρια χωρίς να περάσει από το εργοστάσιο.

Ο Tinto Brass, ο σκηνοθέτης που στη συνέχεια θα οικοδομήσει την καριέρα του σε ερωτικές ταινίες – την πιο αναλώσιμη μορφή της επιθυμίας – γυρνά μια νόστιμη ταινία το 1963 – Αυτός που εργάζεται είναι χαμένος – που καταγράφει πλήρως την αύρα του καιρού εκείνου. Ο Bonifacio, ο νεαρός πρωταγωνιστής, πρόκειται να προσληφθεί στο εργοστάσιο, περιπλανιέται με την φαντασία του στη Βενετία επειδή δεν έχει καμία όρεξη να ξεκινήσει. Δεν είναι όπως οι φίλοι του στο PCI που πιστεύουν περισσότερο στις θαυματουργικές αρετές της εργασίας, γι αυτόν το να δουλεύει είναι απλώς μια εναλλακτική λύση στη φυλακή ή σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα: μια δουλειά όχι για την δουλειά αλλά για πενταροδεκάρες. Αξίζει περισσότερο να «ληστεύει τις τράπεζες, τουλάχιστον αυτά είναι χρήματα για τα χρήματα». Από την άλλη πλευρά και στην πύλη του Άουσβιτς ήταν γραμμένο πως η εργασία καθιστά ελεύθερους!

Τα ίδια πράγματα θα πει και ο Felice Maniero στον οποίο πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ειλικρίνεια της αυτο-αφήγησης: γιατί έγινες ένας ληστής; Επειδή πήγα στην τρίτη των μεσαίων τάξεων και δεν ήθελα να κάνω 40 χρόνια στο εργοστάσιο.

Αυτοί οι χαλαροί νεαροί και γεμάτοι επιθυμία, όπως χιλιάδες και χιλιάδες άλλοι νέοι σε όλη την Ιταλία, αρνήθηκαν συλλογικά την εργοστασιακή εργασία. Καλύτερα να πιάσουν το τουφέκι, σκεπτόμενοι και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνουν πραγματική την απόσπαση τους από την εργασία. Κατά βάθος το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ακριβώς αυτό. Αλλά υπάρχει μια άλλη πτυχή της που αξίζει προσοχή, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την κεντρική θέση που ανέλαβε η περιοχή-il territorio στην πολιτική πρακτική του vicentino τμήματος των Collettivi veneti: καμία μιλιταριστική απόκλιση και καμία μάστιγα μετάνοιας-μεταμέλειας.

Επειδή τα σύνορα της «στενής πόρτας» της πολιτικής δολοφονίας δεν τα πέρασαν, αλλά κυρίως επειδή το ρίζωμα στο χώρο- στην περιοχή, οι φιλικές σχέσεις, μια στράτευση- μαχητικότητα που διαμορφώθηκε μέσα στη βαθιά γνώση των τόπων του αγώνα επέτρεψαν μια νοημοσύνη και εξυπνάδα της πολιτικής δράσης – μοναδική περίπτωση – η οποία στη συνέχεια κατάφερε να διασχίσει τον αιώνα φέρνοντας μαζί της την επιθυμία να συνεχίσει να αγωνίζεται παρά ένας μηχανισμός ελέγχου και πραγματικής πρόβλεψης του βενετσιάνικου μοντέλου που έχει γεμίσει τόσο πολύ τα πολιτικά και βιομηχανικά χρονικά.

Το ότι είδαν σωστά, έχοντας εξετάσει το έδαφος-την περιοχή ωστόσο δημιουργεί ένα πρόβλημα. Πώς μπόρεσε να συμβεί το ίδιο έδαφος, η ίδια περιοχή, η ίδια άρνηση της εργασίας, οδήγησαν σε μια απρόσμενη αλλαγή σημείου στον ριζοσπαστισμό της; Με λίγα λόγια, πώς και γιατί παρήχθη ο άνθρωπος της λίγκας; Αυτοί οι τύποι που, αντί να μπαίνουν στο εργοστάσιο αποφάσισαν να πάρουν τα όπλα, πώς έγιναν οι εκμεταλλευτές των εαυτών τους στις μυριάδες των μικρών βιοτεχνιών που έκαναν το θαύμα στα βορειοανατολικά στα τέλη του περασμένου αιώνα; Πώς υπήρξε δυνατό τα ίδια εδάφη που διασχίστηκαν από τις περιπολίες νέων ανθρώπων που δεν ήταν διαθέσιμοι και ήταν ενοχλητικοί, έγιναν οι τόποι της ταυτότητας της λίγκας; Και ακόμη: πως εκείνη η παραγωγή της υποκειμενικότητας, ένας πολλαπλασιαστής της ελευθερίας και της επινόησης, έχει γεννήσει το τέρας της αυτοαναφορικότητας και του αποκλεισμού, με μια λέξη την απόλυτη εχθρότητα απέναντι στον άλλο και την πλήρη ταυτοποίηση με την εργασία;

Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι αυτή που θα μπορούσε να προτείνει το τέλος της παρτίδας, έστω και αθόρυβα. Είναι αλήθεια, τα παιδιά μας την είδαν άσχημα μετά την 11η απριλίου 1979. Ο Ντονάτο μας μιλά για την αστυνομική και δικαστική καταστολή που συντονίστηκε από τον στρατηγό του καραμπινιέρων Dalla Chiesa και από τον εισαγγελέα Rende. Μια διήγηση, και εδώ, χωρίς μουτζούρες. Σαν να λέμε: είμαστε σε πόλεμο και είναι λογικό να απαντήσει ο εχθρός. Οι έρευνες στο σπίτι, τα σημεία ελέγχου, οι αυθαίρετες κρατήσεις, οι συλλήψεις και οι καταδίκες ήταν μέρος του παιχνιδιού και εμείς το λάβαμε υπόψη και με αυτή τη λογική και ο μικρός ανθρωπάκος που κατουρά, ο Calogero, αποκτά μια δική του αξιοπρέπεια, ένα νόημα.

Αλλά τότε φτάνουν οι νεκροί, με τον πιο απροσδόκητο και σκληρό τρόπο και ούτε καν από τα χέρια του Κράτους, τουλάχιστον άμεσα. Αλλά σε αυτό το σημείο η διήγηση τελειώνει. Ο Ντονάτο καταθέτει το ρόλο του ιστορικού για να φορέσει εκείνο του συντρόφου και του τραυματισμένου φίλου στα βαθύτερα συναισθήματα. Μας υπενθύμισε το πρόσωπο του ελληνικού χορού που συχνά έκρυβε ένα μυστικό στην καρδιά του. Η αποκάλυψή του, καθιστούσε δυνατή τη λύση της τραγωδίας. Υπό το πρίσμα εκείνων των θανάτων, η ιστορία του Collettivo vicentino μας φαίνεται επίσης τραγική: ένα είδος διαδρομής από την αθωότητα στην ενοχή «στην οποία η τραγωδία εμφανίζεται ως η ενοχή του δικαίου [και] η κωμωδία ως η δικαίωση του ενόχου[1]. Ναι, η κωμωδία. Ακριβώς αυτή που ξεκίνησε στην Ιταλία από τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, προάγγελος η 7η απριλίου του Calogero και η 8η σεπτεμβρίου του Cesare Romiti. Μέσα εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας. Αλλά αυτή είναι αληθινά μια άλλη ιστορία.

[1] G. Agamben, Categorie italiane. Studi di poetica, Marsilio, Venezia 1996, p. 12.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Donato Tagliapietra
Gli autonomi
L’autonomia operaia vicentina.
Dalla rivolta di Valdagno alla repressione

pp 256
2019
€ 19,00
Derive Approdi

 

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

DONATO TAGLIAPIETRA

(1954) εμπορεύεται αντίκες. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 ήταν μέλος των Πολιτικών Συλλογικοτήτων του Βένετο. Το 1980, μετά από ένα χρόνο και μισό στην παρανομία, [φυγόδικος] συνελήφθη και εξέτισε τρία χρόνια φυλάκισης. Το 2007 συνέβαλε στο χτίσιμο του κινήματος «No Dal Molin», ενάντια στη νέα αμερικανική στρατιωτική βάση. Στα επόμενα χρόνια συνθέτει εκ νέου το αρχείο των στρατευμένων υλικών που είχαν διασπαρεί από την καταστολή και εργάζεται για την γραφή αυτού του βιβλίου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s