θεωρία, teoria

η Rosa Luxemburg και η μη εφικτή επανάσταση – e la rivoluzione impossibile

του Fabio Ciabatti

Σε μια εποχή όπως η παρούσα στην οποία είναι ευκολότερο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου από το τέλος του καπιταλισμού μπορεί να είναι χρήσιμο να υιοθετήσουμε τα λόγια της Ρόζα Λούξεμπουργκ για την επανάσταση:

“δεν υπάρχει τίποτα πιο μακρινό, απίθανο, πιο αδύνατο, πιο φανταστικό από μια επανάσταση μια ώρα πριν ξεσπάσει. Δεν υπάρχει τίποτα απλούστερο, πιο φυσικό και πιο προφανές από μια επανάσταση την στιγμή κατά την οποία έχει εξαπολύσει την πρώτη της επίθεση και κατακτά την πρώτη νίκη της”.

Ξεκινώντας από αυτές τις γραμμές αφιερωμένες στα ρωσικά γεγονότα του 1917 1 θα μπορούσε να λεχθεί, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που δεν ανήκει στην Λούξεμπουργκ, πως η επανάσταση εμφανίζεται ως γεγονός. Τι είναι ένα γεγονός; Ακολουθούμε τον Badiou. Πρόκειται για μια εμμενή ανατροπή των νόμων του εμφανίζεσθαι που έχει ως συνέπεια να υπάρχει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ένας όρος, μια κατάσταση ανύπαρκτη προηγουμένως. Με άλλα λόγια, μιλάμε για την απρόβλεπτη έναρξη μιας ρήξης που επιβάλλεται επάνω σε όλα τα στοιχεία που συμβάλλουν στη δημιουργία της ύπαρξής της. 2 Να το πούμε με άλλο τρόπο, ένα γεγονός είναι αυτό που φέρνει στο φως νέες δυνατότητες που ήταν προηγουμένως αόρατες και μάλιστα αδιανόητες. Δεν είναι από μόνη της η δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας, αλλά μόνο η δημιουργία μιας απροσδόκητης πιθανότητας, δημιουργώντας-βάζοντας στη θέση τους νέες υποκειμενικότητες και δίδοντας ζωή σε μια σειρά γεγονότων που ανοίγουν μια νέα ιστορική ακολουθία. 3

Όπως είναι γνωστό η σκέψη της Luxemburg συχνά κατηγορήθηκε για αυθορμητισμό. Ωστόσο, αν η κατηγορία του γεγονότος μπορεί να εφαρμοστεί στο έργο της, τουλάχιστον εν μέρει, τότε η συζήτηση περί αυθορμητισμού δεν είναι το καταλληλότερο πράγμα. Φυσικά η συγγραφέας συχνά αντιπαραθέτει την αυθόρμητη δραστηριότητα των μαζών και την ικανότητά τους να καινοτομούν-να ανανεώνουν την πολιτική πράξη, στην αδράνεια και τη λειτουργία φρεναρίσματος του κόμματος και του συνδικάτου. Αλλά αν θέλαμε να μιλήσουμε στην κυριολεξία περί αυθορμητισμού θα έπρεπε να υποθέσουμε ένα είδος συμπεριφοράς που ανήκει σε ένα υποκείμενο ως το απαραίτητο χαρακτηριστικό του. Θέτοντας σε εφαρμογή αυτό τον τρόπο δράσης το υποκείμενο θα έπρεπε να παραμείνει πανομοιότυπο. Αυτό που εμφανίζεται στη μαζική απεργία και στην επανάσταση διαμορφώνεται, αντιθέτως, στο πνεύμα της Λούξεμπουργκ, ως πραγματικός «νέος όρος». Το προλετάριο υποκείμενο μετασχηματίζεται βαθιά κατά τη διάρκεια της επαναστατικής εκδήλωσης-του επαναστατικού συμβάντος, αρνούμενο εκείνη την αδυναμία αυτοκυβέρνησης των μαζών που υποστηρίζουν τόσο ο σοσιαλδημοκράτης Κάουτσκυ όσο και ο μπολσεβίκος Λένιν, οι οποίοι συμφωνούν να επιβεβαιώσουν ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να οδηγηθεί στην εργατική τάξη από τα έξω. Προσέξτε όμως. Για την Λούξεμπουργκ με το ξέσπασμα της επανάστασης δεν εμφανίζεται αμέσως ένα όμορφο και έτοιμο υποκείμενο για να καταλάβει την εξουσία και να εγκαθιδρύσει τον σοσιαλισμό. Η επανάσταση καθιστά ορατή αυτή την δυνατότητα «εξαλείφοντας από τις ρίζες … το δουλικό πνεύμα» που είναι ίδιον της πειθαρχίας» ενσταλαγμένης από το καπιταλιστικό Κράτος». 4 Συνοπτικά, η επανάσταση αποτελεί μέρος της σύστασης του υποκειμένου.

Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ένα υποκείμενο που στην προ-επαναστατική του διαμόρφωση-διάπλαση να είναι σε θέση να ενεργοποιήσει και να πραγματοποιήσει μια επαναστατική δράση. Δηλαδή, δεν υπάρχει, κάποιος όρος-κάποια έννοια-ένας στόχος-μια προϋπόθεση που, παραμένοντας ταυτόσημη με τον εαυτό της, να μπορεί να αποτελέσει τη διαμεσολάβηση μεταξύ του πριν και του μετά. Και αυτό ισχύει τόσο για το κοινωνικό υποκείμενο, το προλεταριάτο, όσο και για το πολιτικό υποκείμενο, το κόμμα. Για το λόγο αυτό δεν είναι αναπαραστάσιμη μια πρακτική-άσκηση / διαδικασία η οποία με απλή συσσώρευση, να μπορεί να αποτελέσει τη μετάβαση από μια «κανονική» περίοδο σε μια επαναστατική.
Μια παρόμοια θεματική βρίσκεται σε συνέχεια με όσα υποστήριξε ο Μαρξ: «η επανάσταση δεν είναι απαραίτητη μονάχα επειδή η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να γκρεμιστεί με κανένα άλλο τρόπο, αλλά και επειδή η τάξη που την ανατρέπει μπορεί μόνο σε μια επανάσταση να ξεφορτωθεί από πάνω της όλη την παλιά βρωμιά και να μπορέσει να θεμελιώσει πάνω σε νέες βάσεις την κοινωνία”. 5

Ας επιστρέψουμε στη Rosa Luxemburg. «Η πρακτική του σοσιαλισμού απαιτεί μια ολική μεταμόρφωση του πνεύματος των μαζών που ευτελίστηκε από την κυριαρχία της μπουρζουαζίας μέσα στους αιώνες». Αυτό που συμβαίνει στην καταιγίδα της επαναστατικής περιόδου είναι ακριβώς το γεγονός ότι ο προλετάριος μετατρέπεται «από έναν συνετό πατέρα της οικογένειας» σε έναν «ρομαντικό της επανάστασης”. 6  Συνοπτικά, σύμφωνα με την πολωνή επαναστάτρια, το προλετάριο υποκείμενο πριν από την επαναστατική έκρηξη εμφανίζεται υποβαθμισμένο, κονιορτοποιημένο, θρυμματισμένο, κυριαρχούμενο, εγωιστικό, συνετό, παθητικό. μετά, ξυπνά ξαφνικά από ένα είδος ηλεκτρικού σοκ, μετατρέπεται σε ένα ενιαίο, ενεργό, υποστηρικτικό, αλληλέγγυο, ιδεαλιστικό υποκείμενο, που δεν υποφέρει τις αλυσίδες του. Μέσω της ενότητας και της τέλειας αμοιβαιότητας των οικονομικών αγώνων και των πολιτικών αγώνων, μέσω της πολιτικοποίησης των άμεσων αναγκών της καθημερινής ζωής, το προλεταριάτο καθίσταται ικανό να «νιώσει αμέσως ως γενικό ζήτημα, ως ταξική υπόθεση κάθε θέμα οποιασδήποτε μικρής ομάδας εργατών και να αντιδρά ενστικτωδώς σαν ένα σύνολο”. 7
Εάν αυτή η μετατόπιση ισχύει για το προλεταριάτο, μπορούμε αντιθέτως να επικαλεστούμε την ύπαρξη της πολιτικής οργάνωσης ως στοιχείου διαμεσολάβησης που παραμένει ίδιο με τον εαυτό του πριν και μετά την περίοδο της καταιγίδας; Σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ η λειτουργία του κόμματος στις επαναστατικές περιόδους υπόκειται εγγενώς σε ισχυρούς περιορισμούς. Το κόμμα δεν μπορεί να αποφασίσει την αρχή της επανάστασης: οι παράγοντες που οδηγούν από μία και μόνη σύγκρουση σε μια γενικευμένη έκρηξη είναι περίπλοκοι. Αλλά υπάρχουν περισσότερα. Το κόμμα δεν μπορεί, με τη στενή έννοια, να κατευθύνει μια επανάσταση επειδή ένα πρόγραμμα, ακόμα και το καλύτερο, μπορεί να περιέχει μόνο γενικές ενδείξεις ουσιαστικά αρνητικού χαρακτήρα και όχι τις μυριάδες θετικών μέτρων για να εισαχθούν στοιχεία σοσιαλισμού στις κοινωνικές σχέσεις. Είμαστε πολύ μακριά από την πεποίθηση του Λένιν σύμφωνα με τον οποίο «Το δόγμα του Μαρξ είναι παντοδύναμο επειδή είναι σωστό”.8
Είναι αλήθεια ότι η σχέση μεταξύ μαζών κόμματος που ξεκίνησε στα διάφορα γραπτά υφίσταται διακυμάνσεις. Η Λούξεμπουργκ υποστηρίζει επανειλημμένα ότι η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να αναλάβει την πολιτική ηγεσία κατά τη διάρκεια μιας επαναστατικής περιόδου. Σε άλλα αποσπάσματα δίνεται αντιθέτως έμφαση στην ικανότητα του μαζικού κινήματος να δημιουργήσει τη δική του οργάνωση κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει «η πρωτοβουλία και η κατεύθυνση δεν συνίστανται στην ψυχρή διοίκηση, αλλά στην πιο πειστική δυνατή προσαρμογή στην κατάσταση και στην στενότερη δυνατή επαφή με τις διαθέσεις, τις εμπνεύσεις της μάζας”.9
Ένα πράγμα, ωστόσο, είναι βέβαιο: οι οργανώσεις της εργατικής τάξης υπόκεινται σε μια αναγκαία διαλεκτική που βλέπει τη συνεχή ένταση μεταξύ ενός μαζικού ρεφορμισμού και μιας θρησκευτικής ορθοδοξίας. Οι καιροσκοπικές αποκλίσεις, στην πραγματικότητα, «δεν προκύπτουν από το μυαλό των ανθρώπων αλλά από τις κοινωνικές συνθήκες”, 10 και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να αποφευχθούν αλλά μόνο να ξεπεραστούν. Ο σοσιαλισμός «δεν επιτυγχάνεται αυτόματα σε κάθε περίσταση του καθημερινού αγώνα της εργατικής τάξης”. 11 Οι οργανώσεις της εργατικής τάξης σχεδιάζονται με βάση τη συνήθη δραστηριότητα και καταλήγουν να αποκτούν ένα συντηρητικό ρόλο που εκφράζεται στη συνεχή αναδιατύπωση των ήδη αποκτηθεισών πλατφορμών. Η οργάνωση από μέσο γίνεται τέλος-σκοπός ο οποίος, για να αυτοσυντηρηθεί, ευνοεί την τυφλή υπακοή των μαζών και την καθοδήγηση μιας τάξης επαγγελματιών, ενώ τίθεται σε κίνδυνο από την επαναστατική κινητοποίηση των μαζών.
Παρόμοια συμπεράσματα θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν εάν μια συνεχής αλυσίδα μεταρρυθμίσεων που οδηγεί στον σοσιαλισμό θα μπορούσε να υποτεθεί. Πράγμα που η Λούξεμπουργκ αρνείται κατηγορηματικά. Εάν είναι αλήθεια ότι η αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας περιέχει εμβρυακά στοιχεία σοσιαλισμού, είναι εξίσου αληθές ότι αυτά τα στοιχεία εκδηλώνονται μέσα από την όξυνση των ταξικών ανταγωνισμών και την επιδείνωση του ταξικού χαρακτήρα των νομικο-πολιτικών σχέσεων. Η μπουρζουαζία, υποστηρίζει η συγγραφέας, αρνείται τη δημοκρατία αμέσως μόλις καθίσταται διαπερατή στις λαϊκές απαιτήσεις.
Αντίθετα, η δημοκρατία αποτελεί ζωτικό στοιχείο για το προλεταριάτο που έχει ανέβει στην εξουσία. «Η σοσιαλιστική δημοκρατία δεν ξεκινάει μόνο στην Γη της επαγγελίας, αφού δημιουργηθεί η υποδομή της σοσιαλιστικής οικονομίας, δεν είναι ένα όμορφο και έτοιμο χριστουγεννιάτικο δώρο για τον καλό λαό που εν τω μεταξύ θα έχει υποστηρίξει πιστά μια χούφτα σοσιαλιστών δικτατόρων. Η σοσιαλιστική δημοκρατία … αρχίζει την στιγμή που το σοσιαλιστικό κόμμα αναλαμβάνει την εξουσία”. 12 Αλλά αν αυτό που έχουμε πει μέχρι στιγμής είναι αληθές, ούτε οι μάζες ούτε το κόμμα μπορούν να είναι έτοιμοι για την επανάσταση πριν από την επανάσταση. Αυτή λοιπόν, όταν εκραγεί, είναι πάντα «ανώριμη». Κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης πρέπει πάντα να σπρώχνουμε τους εαυτούς μας προς τα εμπρός, να μην παραμένουμε στα μισά του δρόμου, αλλιώς θα παραδοθούμε στην αντίδραση. Προκειμένου αυτό να είναι δυνατό είναι απαραίτητο να διατηρηθεί εκείνη η ελευθερία η οποία είναι πάντα η ελευθερία αυτών που σκέπτονται διαφορετικά. Δεν μιλάμε για «φανατισμό της δικαιοσύνης’”, 13 αλλά για την πεποίθηση ότι η δημιουργική πτυχή-ματιά-όψη, ειδικά κατά τη διάρκεια μιας επαναστατικής περιόδου, είναι προνόμιο-αποκλειστικό δικαίωμα των μαζών. Η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να προχωρήσει μόνο μέσα από πειράματα, λάθη, ήττες.

Η επιμονή της Λούξεμπουργκ στην ικανότητα προόδου μέσα από τις ήττες τονίζει ένα στοιχείο συνέχειας που ενσωματώνει τον evenemenziale* χαρακτήρα της επανάστασης. Υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των διαφορετικών επαναστατικών εκρήξεων ακόμη και αν διαχωρίζονται από περιόδους φαινομενικής ηρεμίας ή αντίδρασης. Με μια παρατήρηση που θυμίζει Μπένγιαμιν η πολωνή επαναστάτρια δηλώνει: «Όλα τα ατέλειωτα βάσανα του σύγχρονου προλεταριάτου ανακαλούν στη μνήμη τις παλιές πληγές που αιμορραγούν”. 14 Εδώ ανακαλείται στη μνήμη μια συλλογική εμπειρία των εκμεταλλευόμενων, μια λανθάνουσα μνήμη των καταπιεσμένων, ένα κοινό υπόστρωμα από το οποίο μπορούν να ξεκινήσουν από κοινού πορείες υποκειμενικού μετασχηματισμού. Όλα αυτά θα ήταν αδιανόητα αν δεν προϋποθέτουμε μια ακαμψία των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής τέτοια ώστε να καταστεί δυνατό ένα αίσθημα, κι ας είναι ασαφές, ενός κοινού πεπρωμένου, μια κοινή αντίληψη για την αδυναμία διαφυγής από τις σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης.Είναι αυτή η ίδια ακαμψία των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής που δικαιολογεί και την ανάγκη για επανάσταση. Αλλά αναγκαιότητα δεν σημαίνει αναπόφευκτο. Η επανάσταση είναι απαραίτητη μόνο στο βαθμό, στο μέτρο που θέλουμε να αποφύγουμε την πτώση στην άβυσσο στην οποίαν μας οδηγεί η καπιταλιστική ανάπτυξη. Ο καπιταλισμός, στην πραγματικότητα, τείνει να καταρρεύσει μόλις απορροφηθούν οι μη καπιταλιστικοί χώροι. Η οικονομική κατάρρευση είναι όμως μόνο ένα λογικό σημείο άφιξης, έρχεται πρώτα η βαρβαρότητα του ιμπεριαλισμού και του πολέμου, εργαλεία που απαραιτήτως χρησιμοποιεί η αστική τάξη για να καθυστερήσει την διακοπή της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Με άλλα λόγια, η μόνη βεβαιότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η εναλλακτική ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τη βαρβαρότητα.

Kαταλήγοντας ερχόμαστε στις μέρες μας για να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι η προαναφερθείσα αδυναμία σκέψης για το τέλος του καπιταλισμού δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί με τέτοια δύναμη αν δεν συνοδευόταν από τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση σχετικά με την ανικανότητα του αυτο-μετασχηματισμού των δυνητικά ενδιαφερομένων για το σκοπό αυτό υποκειμένων. Το πολύ, σε μια λαϊκιστική λογική, καταφέρνουμε να σκεφτόμαστε μια σύνοψη ισχυρισμών-διεκδικήσεων που μεταφέρονται από κοινωνικές ομάδες που παραμένουν ουσιαστικά ξεχωριστές, κλεισμένες στην ιδιαιτερότητα των αντίστοιχων ταυτοτήτων τους. Ας σκεφτούμε ένα σύνθημα όπως «πρώτα οι ιταλοί”. Χάνεις το σπίτι σου ή δεν έχεις καν σπίτι, είσαι άνεργος, σε εκμεταλλεύονται στη δουλειά: ο καθένας μπορεί να ερμηνεύσει αυτό το σύνθημα σκεπτόμενος την ιδιαίτερη κατάστασή του ακριβώς επειδή είναι ένας άδειο σύνθημα. Ο προσδιορισμός μιας φανταστικής αιτίας, πλασματικής, των κοινωνικών προβλημάτων μας επιτρέπει να διαμορφώσουμε αλλαγές για τις οποίες δεν είναι απαραίτητο να αλλάξουμε την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, να διεκδικήσουμε οποιαδήποτε αλλαγή στην κατανομή του πλούτου μεταξύ των τάξεων, να επικαλεστούμε οποιαδήποτε νέα κατεύθυνση οικονομικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, η ενότητα που χτίστηκε μέσω αυτού του άδειου ηγεμονικού σημαίνοντος δεν απαιτεί καμία αποτελεσματική, πραγματική κινητοποίηση, πολύ λιγότερο τη συγκεκριμένη-πραγματική αλληλεγγύη μεταξύ των ομάδων που φέρουν διαφορετικές αξιώσεις-διεκδικήσεις. Ένας χαρισματικός ηγέτης αρκεί.
Είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε αυτό το σχήμα παντρεύοντας το στην αριστερά, όπως θα ήθελαν δύο συγγραφείς όπως ο Laclau και ο Mouffe; Αυτή η δυνατότητα βασίζεται στην ιδέα ότι μια τέτοια αθροιστική συσχέτιση συμφερόντων μπορεί να αλλάξει τη θεμελιώδη ισορροπία δυνάμεων στην κοινωνία. Αλλά για να είναι αυτό δυνατό, οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής πρέπει να ερμηνεύονται ως εξαιρετικά ελαστικές. Από αυτή την άποψη, με τη στενή έννοια, δεν υπάρχουν δεσμευτικοί μηχανισμοί για τη λειτουργία του συστήματος. Θα υπήρχαν μόνο ενδεχόμενοι συνδυασμοί συμφερόντων των διαφορετικών πολιτικο-κοινωνικών ομάδων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξαιρετικά διαφοροποιημένες και τροποποιήσιμες μορφοποιήσεις. Μέσα σε αυτή την οπτική, η διάρθρωση των κοινωνικών ομάδων είναι από τη φύση της αποσπασματική, καθορίζεται από μια εντελώς πολιτική λογική. Συνεπώς δεν θα υπήρχε ένα σύστημα με την ακριβή έννοια που θα μπορούσε να διαμορφώσει μια αρχή συνέχειας μεταξύ των εξαρτώμενων κοινωνικών ομάδων, ένα σύστημα που θα μπορεί να υποχρεώσει τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους σε ένα ποιοτικό άλμα στην ικανότητά τους να έρχονται σε σύγκρουση με την υπάρχουσα τάξη λόγω των ορίων που είναι εγγενείς στις δυνατότητες εσωτερικής μεταμόρφωσης μέσα στο ίδιο το σύστημα.

Μόνο αν αναγνωριστεί μια κοινωνικά καθορισμένη αναγκαιότητα, οι νόμοι της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ένα γεγονός που ανοίγει νέες δυνατότητες καθίσταται εφικτό. Εάν η ανάγκη αυτή δεν αναγνωριστεί οι δυνατότητες φαίνονται να είναι όλες ανοιχτές, χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει τίποτα από την ουσία των καθημερινών κοινωνικών συμπεριφορών. Αλλά το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζεται δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαίο να διερευνηθεί, σε συνέχεια της Ρόζα Λούξεμπουργκ, πώς η συγκεκριμένη (η μεμονωμένη σύγκρουση) μπορεί να ανέλθει στο επίπεδο του καθολικού (γενική απεργία) μέσω μιας πρακτικής που μεταμορφώνει και ενώνει τα εμπλεκόμενα υποκείμενα, από το να ξεκινήσουμε αναζήτηση ενός παγκόσμιου (ηγεμονικού σημαίνοντος) που να μπορεί να χαμηλώσει στο επίπεδο του συγκεκριμένου-του ειδικότερου (η μεμονωμένη αξίωση-διεκδίκηση) μέσω μιας ιδεολογικής επιχείρησης που αφήνει τα εμπλεκόμενα υποκείμενα αμετάβλητα, χωριστά και παθητικά. Ο δεύτερος τρόπος-δρόμος μπορεί να φαίνεται πιο απλός, αλλά διαμορφώνει έτσι κι αλλιώς μια στρατηγική για την ανάληψη της εξουσίας από ψηλά. Η Rosa Luxemburg αντιθέτως προτείνει μια διαφορετική πορεία: «να κατακτήσουμε την πολιτική εξουσία όχι από ψηλά αλλά από κάτω”. 15 Σήμερα μπορεί να φανεί αδύνατο και φανταστικό, αύριο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτήν την πορεία-οδό ως κάτι απλό και φυσικό.

[Το άρθρο που δημοσιεύτηκε είναι η έκθεση που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της διάσκεψης «Rosa Luxemburg … το κόκκινο τριαντάφυλλο ήταν, είναι και θα είναι», που διοργανώθηκε στη Ρώμη στις 25 μαΐου από την ομάδα Devianze, που δραστηριοποιείται μέσα στους COBAS Lavoro Privato. Η ίδια ομάδα διοργανώνει ένα δεύτερο ραντεβού αφιερωμένο στην πολωνή επαναστάτρια για τον Οκτώβριο του 2019, πάντα στη Ρώμη. Αυτή τη στιγμή επιβεβαίωσαν τη συμμετοχή: η Chiara Giorgi (καθηγήτρια Ιστορίας των πολιτικών θεσμών) και η Maria Turchetto (καθηγήτρια Ιστορίας της πολιτικής σκέψης).]

evenemenziale* : Μια ιστοριογραφική τάση που μελετά τα μεμονωμένα γεγονότα και όχι τις γραμμές δύναμης και ανάπτυξης των ιστορικών διαδικασιών.

  1. Rosa Luxemburg, La rivoluzione russa, η ρωσική επανάσταση Prospettiva, Roma 1997, p. 18. 
  2. Σχετικά με αυτό το θέμα μπορούμε, για παράδειγμα, να δούμε, ανάμεσα στα πολλά κείμενα του Alain Badiou, L’ipotesi comunista, Η κομουνιστική υπόθεση Cronopio, Napoli 2011 και, ειδικότερα το  κεφάλαιο III, “La Comune di Parigi: una dichiarazione politica sulla politica Η Παρισινή Κομούνα: μια πολιτική δήλωση επάνω στην πολιτική ”. 
  3. Για μια σύνθεση επάνω στη σκέψη του Alain Badiou cfr. το βιβλίο συνέντευξη Philosophy and the Event, Polity Press 2013. 
  4. R. Luxemburg, “Problemi di organizzazione della socialdemocrazia russa Προβλήματα οργάνωσης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας”, in Scritti politici, στα πολιτικά Γραπτά Editori Riuniti, Roma 1967, p. 224. 
  5. Karl Marx, L’ideologia tedesca, Η γερμανική ιδεολογία Editori Riuniti, Roma 1991, p. 29. 
  6. R. Luxemburg, “Sciopero di massa, partito e sindacati Μαζική απεργία, κόμμα και συνδικάτα”, in Scritti politici, στα πολιτικά Γραπτά  cit. p. 335. 
  7. R. Luxemburg, “Sciopero di massa, partito e sindacati Μαζική απεργία, κόμμα και συνδικάτα”, ed cit., p. 346. 
  8. Lenin, “Τρεις πηγές και τρία θεμελιώδη μέρη του μαρξισμού”, in Marx, Engels e il marxismo, Μάρξ, Ένγκελς και ο μαρξισμός Newton Compton Editori, Roma 1973, p. 75. 
  9. R. Luxemburg, “Sciopero di massa, partito e sindacati Μαζική απεργία, κόμμα και συνδικάτα”, ed. cit., p. 334. 
  10. R. Luxemburg, “Problemi di organizzazione della socialdemocrazia russa Προβλήματα οργάνωσης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας”, ed. cit, p. 235. 
  11. R. Luxemburg, Riforma sociale o rivoluzione? κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση; Prospettiva, Roma 1996, pp. 45-46. 
  12. R. Luxemburg, La rivoluzione russa, Η ρωσική επανάσταση ed. cit, p. 68. 
  13. R. Luxemburg, La rivoluzione russa Η ρωσική επανάσταση, ed. cit, p. 68. 
  14. R. Luxemburg, “Sciopero di massa, partito e sindacati Μαζική απεργία, κόμμα και συνδικάτα”, ed cit., p. 315. 
  15. R. Luxemburg, “Discorso sul programma Ομιλία σχετικά με το πρόγραμμα”, in Scritti politici στα πολιτικά Γραπτά, ed. cit., p. 630. 
TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s