σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Πόλεις για τουρίστες – Città per turisti

του Alessandro Barile

Sarah Gainsforth, Airbnb città merce, Airbnb πόλις εμπόρευμα, DeriveApprodi, 2019, pp. 191, € 18,00

Θα ήταν απαραίτητο να προβληματιστούμε για την καθυστέρηση που η Ιταλία – και ειδικότερα η Ρώμη – εκτίει σε σχέση με τα ζητήματα της gentrification-αστικού εξευγενισμού-αναβάθμισης και ανανέωσης, της «τουριστικοποίησης» των αστικών κέντρων, των ανακατατάξεων που αυτές τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ανατρέψει τη μορφολογία των κυριότερων πόλεων τέχνης της. Μια χώρα πρωτοπόρος του αστικού σχεδιασμού βρέθηκε ξαφνικά απροετοίμαστη στις βασανιστικές προκλήσεις που διακρίνουν-ξεχωρίζουν το πρόσωπο της πόλης και της μητρόπολης της εποχής μας. Για να πούμε την αλήθεια, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει μια αναπόφευκτη ανάκαμψη: ο μετασχηματισμός της πόλης έχει επιβληθεί ως λόγος για την ανάλυση ενός νέου μοντέλου εξορυκτικού, παράλληλα παραγωγικού, οικονομικού και παρασιτικού. Το βιβλίο της Sarah Gainsforth ταιριάζει ακριβώς σε αυτό το κίνημα πολιτικο-πολιτιστικού ακτιβισμού: ανάκτηση του χαμένου χρόνου, επικαιροποίηση των θολών ερμηνειών, που δεν είναι πλέον ικανές να κατανοήσουν τα κοινωνικά φαινόμενα που επηρεάζουν το αστικό περιβάλλον. Όπως κάθε έργο αυτού του τύπου, παρουσιάζεται αμέσως ενδιαφέρον και αναπόφευκτα μερικό. Ενδιαφέρον γιατί η συγγραφέας καταγράφει τον αποφασιστικό λόγο: να αποκαλύψει τη ρητορική του παρασιτικού καπιταλισμού που σαρώνει τα αστικά κέντρα και τα μετατρέπει σε κάτι άλλο (αλλά τι άλλο; Αυτό παραμένει το ερώτημα από το οποίο δεν μπορούμε να αποδράσουμε). μερικό, διότι, ακριβώς, πρωτοποριακό – τουλάχιστον, όπως αναφέρθηκε, στη χώρα μας – και που συνεπώς δεν μπορεί να κάνει χρήση μιας αξιοπρεπούς και κοινόχρηστης μάζας σχετικών επί του θέματος ιταλικών μελετών. Ως εκ τούτου, παρουσιάζεται ως έργο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε, και είναι αναμφισβήτητη η σημασία του.

Ας προσπαθήσουμε να χτυπήσουμε το θέμα αμέσως, ελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις κοινωνιολογικές ή πολεοδομικές αγκύλες που μπερδεύουν το πρόβλημα μέσα σε πολύ στενές οπτικές γωνίες για να αποκαλύψουμε πλήρως την πολυπλοκότητα της ιστορίας: η σημερινή πόλη είναι το προϊόν της οικονομικής κρίσης. Μία μακροχρόνια οικονομική κρίση, η οποία προκαλείται πανηγυρικά με τη φούσκα των subprime υποθηκών-υψηλού κινδύνου του 2008, αλλά που χαρακτηρίζει το δυτικό καπιταλιστικό μοντέλο τουλάχιστον από το τέλος των μυθοποιημένων «ένδοξων τριάντα». Θα ήταν πραγματικά πολύ εξεζητημένο-απαιτητικό να δοκιμάσουμε σε λίγα λόγια τα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης, που παρουσιάζεται – σε τελευταία ανάλυση – ως κρίση αξιοποίησης-βελτιστοποίησης των ιδιωτικών κεφαλαίων. Η καμπύλη ανάπτυξης αυτών των κεφαλαίων – ειδωμένων ως σύνολο – σε μια συγκεκριμένη στιγμή επιβραδύνεται μέχρι να σταματήσει, δημιουργώντας παράλληλα τον γεωμετρικό πολλαπλασιασμό του ιδιωτικού χρέους για να υποστηρίξει μια βελτιστοποίηση που, για να διαιωνιστεί, δεν μπορεί παρά να είναι συνεχώς ντοπαρισμένη: η κατανάλωση αντέχει, αλλά το κάνει αποσυνδεόμενη πιο έντονα από το πραγματικό επίπεδο των εισοδημάτων που δημιουργούνται μέσα στη σχέση μεταξύ διαθέσιμης εργασίας και οικονομικής παραγωγής.

Αυτή η κρίση μπορεί να εκτιμηθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όλες σημαντικές. Όσον αφορά αυτό που μας απασχολεί εδώ, εκείνο που την πληρώνει είναι η αστική διάσταση, η οποία ποδοπατήθηκε μετωπικά από τις στρεβλώσεις ενός καπιταλισμού που εξαφανίζει την «μικτή» φάση του – που υποστηρίζεται κατά τρόπο αντιφατικό από ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια εξίσου-σε ίσο βαθμό, και σταδιακά αποσυναρμολογεί τη σειρά των δεσμών που υποστήριζαν τη σχέση μεταξύ του Κράτους (που θεωρείται ως πολιτική περίφραξη ) και της οικονομικής ανάπτυξης. Πάντα περιοριζόμενοι στην αστική-περίπτωση, ο David Harvey – σε ένα γνωστό του άρθρο του 1989 – χαρακτήρισε αυτή τη μετάβαση από τη διευθυντική πόλη στην επιχειρηματική πόλη. Ποια είναι η σημασία αυτού του (ιστορικού) περάσματος; Ουσιαστικά οι πόλεις – όλες οι πόλεις, αλλά κυρίως οι μητροπόλεις που έχουν γίνει «παγκόσμιες» – πολιτικά δομημένες για τη διαχείριση των πόρων που τους μεταβίβαζε το Κράτος από τη γενική φορολογία, έχουν εκτοξευθεί βίαια στην επιχειρηματική διάσταση, έπρεπε να γίνουν – για να υποστηρίξουν το σύνολο των υπηρεσιών που κατέχουν – αστικές επιχειρήσεις, γεννώντας από μόνες τους εκείνους τους οικονομικούς πόρους που δεν τους μεταφέρονται πλέον από το κεντρικό Κράτος.

Πάντα μιλώντας κατά προσέγγιση και με έναν απερίφραστα συνοπτικό τρόπο, η τουριστικοποίηση των αστικών κέντρων τοποθετείται μέσα σε αυτό το σχήμα, ανταποκρινόμενη στην ίδια ανάγκη που οδήγησε τις πόλεις να ιδιωτικοποιήσουν την οικονομία τους, «απελευθερώνοντας» τις υπηρεσίες, «τιτλοποιώντας» την δημοτική-κοινοτική ακίνητη περιουσία, ξεπουλώντας ολοένα αυξανόμενα τμήματα δημόσιας περιουσίας, διακόπτοντας ολοένα και περισσότερες δραστηριότητες που εμφανίζονταν ως πρόσθετο κόστος ενός προϋπολογισμού που συνέχιζε να μην ‘βγαίνει’, που δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει στην μοιραία ισορροπία. Η επιχειρηματική πόλη είναι το αποτέλεσμα της (φορολογικά) αποτυχημένης πόλης. Συνοπτικά: από την πόλη ήταν απαραίτητο να εξαχθεί εισόδημα για να καλυφθούν οι πόροι που δεν μεταφέρονται πλέον από το Κράτος. Αυτή η ανάγκη συναντήθηκε με τη δυσκολία των ιδιωτικών κεφαλαίων – όπως αναφέρθηκε προηγουμένως – να αξιοποιηθούν, να ενισχυθούν, να αναπτυχθούν σταθερά, εμπλέκοντας το ναρκωτικό του ιδιωτικού χρέους. Και ποια καλύτερη επένδυση από την επιστροφή στα έσοδα; Η οικονομική κρίση δεν προκάλεσε στην πραγματικότητα μείωση των κεφαλαίων σε κυκλοφορία, αντίθετα: στον κόσμο δεν υπήρξε ποτέ τόσο μεγάλη αχρησιμοποίητη μάζα ιδιωτικού κεφαλαίου, χρηματιστικοποιημένου αλλά όχι βελτιστοποιημένου, διότι έχει σπάσει η θεμελιώδης αλυσίδα που δημιουργούσε αξία για αυτά τα κεφάλαια: η εσωτερική κατανάλωση των πλούσιων οικονομιών της Δύσης. Αυτή η κυριολεκτικά ατέλειωτη διάσταση του πλασματικού κεφαλαίου – πολλαπλασιασμένου οικονομικά και φτάνοντας σε
αρκετά πολλαπλάσια που δεν μπορούν πλέον να μετρηθούν για το παγκόσμιο ΑΕΠ – αναγκάζεται να βρει συγκεκριμένες απαντήσεις στις οποίες να αγκυροβοληθεί. Τα έσοδα από ακίνητα είναι το κυριότερο αγκυροβόλιο. Ως εκ τούτου, μεταξύ άλλων, η τουριστικοποίηση.

Όπως διδάσκεται στο πρώτο έτος της πολιτικής οικονομίας, δεν είναι η ζήτηση που γεννά την προσφορά, αλλά το αντίθετο: είναι η προσφορά που δημιουργεί τις ανάγκες που υποκινούνται. Αφήνοντας στην άκρη τις βασικές ανάγκες (που στοχεύουν ουσιαστικά στην αναπαραγωγή του ανθρώπου), το σύμπαν των δευτερογενών αναγκών προκαλείται από την οικονομική προσφορά. Από αυτή την οπτική γωνία, θα πρέπει να αναποδογυρίσει ολόκληρη η ρητορική για τον τουρισμό: δεν είναι αυτός που προσβάλει τις χώρες της Δύσης, αναγκάζοντάς τες να αλλάξουν παραγωγικά και να τον μετατρέψουν σε τουριστική δεκτικότητα. είναι οι δυτικές χώρες (και όχι μόνο αυτές, φυσικά) που προσελκύουν τις παγκόσμιες τουριστικές ροές επενδύοντας επάνω σε μια επαγόμενη ζήτηση, η οποία – κατά κάποιο τρόπο – αναγκάζει στην ανάγκη τουρισμού (δηλαδή στην ανάγκη εξωτερικών εισόδων-εσόδων στο αστικό ή εθνικό σύστημα). Οι ροές κατασκευάζονται και τροφοδοτούνται από τις χώρες εκείνες που λένε ότι είναι αντικείμενα αυτών «ενάντια στη θέλησή τους». Με την (εν μέρει) υποχώρηση της δύναμης οικονομικής κατεύθυνσης από πλευράς του Κράτους, με την μεταμόρφωση της πόλης σε επιχειρηματική οντότητα, είναι οι ίδιες οι πόλεις που πλάθονται στην υπηρεσία του παγκόσμιου τουρισμού-με προορισμό αυτόν. Παραμορφώνοντας – κυριολεκτικά – την μορφολογία τους, τόσο την αστική όσο και την (κι ακόμη περισσότερο) την κοινωνική, δηλαδή τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του πληθυσμού.

Η Sarah Gainsforth απεικονίζει αυτή τη μακροσκοπική ιστορία μέσα από ένα synecdoche-μια συνεκδοχή, η οποία, όμως, αγγίζει-βρίσκει πραγματικά το στόχο: τη μελέτη και την αποκάλυψη ενός κομματιού αυτής της οικονομίας του τουρισμού – Airbnb – για να περιγράψει την πολυπλοκότητά της, επιστρέφοντας μια συνολική δυστοπική εικόνα που εξακολουθεί σήμερα να δυσκολεύεται να επικρατήσει έξω από τα πιο πολιτικά χειραφετημένα κυκλώματα. Υπάρχουν επίπεδα που τέμνονται-διασταυρώνονται σε ένα έργο αυτού του τύπου, και είναι ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε το νόημά του. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η δύσκολη αναμέτρηση με τα νούμερα και τα δεδομένα της πραγματικότητας που διακρίνουν τη διαδικασία τουριστικοποίησης. Μέσω της εστιασμένης εστίασης ορισμένων αστικών περιπτώσεων που επέλεξε η συντάκτης, μας χτυπά αμέσως η δύναμη των αριθμών. Μερικά παραδείγματα: Η Λισαβόνα έχει περίπου 500 χιλιάδες κατοίκους, αλλά υποφέρει κάθε χρόνο 14 εκατομμύρια τουριστών. Μετά τη «διάσωση» των πορτογαλικών δημόσιων λογαριασμών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μία από τις ρήτρες αγχόνες του μνημονίου «προσκαλούσε στην τόνωση της αγοράς ακινήτων με παρεμβάσεις αστικής αναγέννησης και μια μαζική απελευθέρωση των ενοικίων». Το αποτέλεσμα, πέρα από το τέλος της δίκαιης αμοιβής και του πολλαπλασιασμού των εξώσεων, ήταν η παράδοση στο Airbnb ενός σημαντικού τμήματος ολόκληρης της αγοράς ενοικίασης: 22.000 καταλύματα διαχειρίζεται η Airbnb μόνο στο κέντρο της πόλης. μοναχά στη συνοικία της Santa Maria Maior – 1,5 τ.χλμ. – 3 χιλιάδες σπίτια ενοικιάζονται στο Airbnb.

Και πάλι: ύστερα (προσοχή: μετά) από την κρίση του 2008, οι τιμές των κατοικιών του Σαν Φρανσίσκο – καρδιά της πολυεθνικής Airbnb – πολλαπλασιάστηκαν απεριόριστα: «σήμερα περισσότερα από τα μισά σπίτια στο Σαν Φρανσίσκο κοστίζουν πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια. Στη γειτονιά του Westwood Park, τα 1 εκατομμυρίου σπίτια ήταν 3% το 2012. το 2016 ήταν το 96%. Σε 14 συνοικίες της Bay Area, ως επί το πλείστον συγκεντρωμένες γύρω από το Palo Alto, το 100% των σπιτιών κοστίζει περισσότερο από αυτή την αξία». Και, προσοχή, σε μια πόλη που αντιμετωπίζει μια τεράστια-ιστορική στεγαστική κρίση, και όπου είναι η «μεσαία τάξη», όχι τα πιο λαϊκά στρώματα, που πρέπει να μετακινηθεί αλλού, όλο και μακρύτερα από μια πόλη όπου ωστόσο εξακολουθεί να συχνάζει-γυρνά-εξαρτάται λόγω εργασιακών υποχρεώσεων. Τα υψηλά ενοίκια επηρεάζουν τις οικογένειες με 100 χιλιάδες δολάρια εισοδήματος ετησίως. Και ακόμη: «Το Τορόντο βρίσκεται στη μέση μιας έκρηξης ακινήτων και, ταυτόχρονα μιας άνευ προηγουμένου στεγαστικής κρίσης. […] Το 2016 τα σπίτια που αφαιρέθηκαν από τη συνηθισμένη αγορά του Τορόντο ήταν περίπου 3000, το 2017 είχαν γίνει 45.000 και ένα χρόνο αργότερα, το 2018 ήταν 65.000». Και πάλι, στη τύχη μεταξύ των στοιχείων που παραθέτονται με έμφαση αλλά δικαίως από την συγγραφέα: «Στην αστική περιοχή του ιστορικού κέντρου της Ρώμης το 19% των διαμερισμάτων ενοικιάζονται από την Airbnb. […] Στην Βενετία το 12% των σπιτιών στην ιστορική πόλη, […] νοικιάζεται στους τουρίστες όλο τον χρόνοè. […] Η Φλωρεντία είναι η πόλη με την υψηλότερη συγκέντρωση κατοικιών στην Airbnb στο ιστορικό κέντρο, το 18% ». Είναι σημαντικό: δεν μιλάμε για ξενοδοχεία, b & b ή άλλες «επίσημες» εγκαταστάσεις διαμονής. Μιλάμε για ιδιωτικά διαμερίσματα που προστίθενται στην ήδη γιγάντια προσφορά τουριστικών καταλυμάτων. Εξοργιστικά ποσοστά – κοντά λοιπόν στο 50% του συνολικού κατοικήσιμου αποθέματος μιας πόλης, ή τουλάχιστον του ιστορικού της κέντρου – μετατρέπονται σε τουρισμό. Με ποια αποτελέσματα είναι εύκολο να φανταστεί κανείς: «Στη Ρώμη, ολόκληρη η αγορά ενοικίασης υπολογίζεται από την Istat σε 210.000 σπίτια. Ο πρώτος διαχειριστής στέγασης είναι η Ater Roma, με 48.000. […] Ο δεύτερος είναι ο Δήμος, ο οποίος διαθέτει 28.000 δημόσιες κατοικίες. Ο τρίτος, επειδή στην πραγματικότητα είναι ένας διαχειριστής ακινήτων, είναι η Airbnb, με σχεδόν 19.000 ολόκληρα σπίτια, αλλά αν μετρήσουμε και τα μεμονωμένα δωμάτια φθάνουμε τα 30.000 ». Το αποτέλεσμα-η συνέπεια, για να λέμε την αλήθεια, έχει επίσης υπολογιστεί: «Στη Βοστώνη, μια έρευνα του τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου διαπίστωσε όχι μόνο μια συσχέτιση αλλά μια αιτιώδη σχέση μεταξύ της διάδοσης των Airbnb και των τιμών των κατοικιών: σε κάθε 12 ανακοινώσεις σχετικά με την Airbnb για κάθε ζώνη απογραφής αντιστοιχεί μια απώλεια κατοικιών στη συνήθη αγορά κατά 5,9%, μια αύξηση των ενοικίων κατά 0,4% και αύξηση των τιμών των ακινήτων κατά 0,76% «. Κάθε δώδεκα ανακοινώσεις. Αντιμετωπίζουμε έναν σεισμό που κατακλύζει άμεσα τις πόλεις, την φυσιογνωμία τους και, πάνω απ ‘όλα, τους κατοίκους.

Θα ειπωθεί, και πράγματι λέγεται, ότι όλα αυτά ανταποκρίνονται σε μοριακές δυναμικές, οικείες διαδικασίες του ιδιωτικού καπιταλισμού, σε μεμονωμένες επιλογές-ατομικές, όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση ενός σπιτιού ή ενός δωματίου προς ενοικίαση σε ένα σάιτ, «αποδιαμεσολαβώντας» την κανονική δεκτική προσφορά, διαμονής, κάμπτοντας αναπόφευκτα τις πόλεις σε ασταμάτητες ροές που μπορούν μόνο να «κυβερνηθούν» αλλά όχι να περιοριστούν.Και φτάνουμε στο δεύτερο επίκεντρο-focus του βιβλίου της Gainsforth, δηλαδή στον ιδεολογικό χαρακτήρα αυτού του φαινομένου: «ήταν σαφές σχεδόν αμέσως ότι μόλις το 10% των host Airbnb ήταν μισθωτές που έβγαζαν το κάτι παραπάνω, στο 90% των περιπτώσεων επρόκειτο για ιδιοκτήτες που ενοικίαζαν όλο τον χρόνο. […] Πολλά από ολόκληρα τα κτίρια όπου οι ένοικοι είχαν εκδιωχθεί με τη χρήση του Ellis Act ήταν τα ίδια όπου τα διαμερίσματα εμφανίζονταν στις αγγελίες για Airbnb και VRBO ». Και πάλι: » τα host με περισσότερα από ένα ενοικιαζόμενο σπίτι […] διαχειρίζονται το 56,2% όλων των ενοικιαζόμενων κατοικιών του Airbnb στη Ρώμη: 10.583 είναι τα διαμερίσματα των χρηστών με περισσότερες από μία αγγελίες». Με άλλα λόγια, ο θρύλος, ο μύθος – διότι περί αυτού πρόκειται – ότι η Airbnb είναι μέρος της «διαδικασίας αποδιαμεσολάβησης» της οικονομίας, απελευθερώνοντας τις ενέργειες του μικρού ιδιωτικού καπιταλισμού, είναι μια φάρσα: η Airbnb είναι ένας διαχειριστής, ένας από τους μεγαλύτερους, περιουσίας ακινήτων, η οποία κατανέμει σε τουριστικά καταλύματα συμβάλλοντας στον πολλαπλασιασμό τους. Δεν ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη (περισσότερα δωμάτια ή διαμερίσματα για τουρίστες), αλλά την δημιουργεί. Δεν είναι η Airbnb που απαντά σε μια ζήτηση τουρισμού: είναι η Airbnb που δημιουργεί τη ζήτηση όλο και περισσότερο τουρισμού. «Το Airbnb είναι μέχρι στιγμής η κύρια ιστορία επιτυχίας-το success story του καπιταλισμού των προγραμμάτων και της νεοφιλελεύθερης και startupper ιδεολογίας, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι επιχειρηματίες του εαυτού τους. […] Οι πλατφόρμες έχουν βρει τον τρόπο να εμπορευματοποιούν πάντα νέους πόρους, επεκτείνοντας τη σφαίρα αυτού που μπορεί να γίνει κερδοφόρο – το σπίτι, τον χρόνο, τις πόλεις. […] Ο τουρισμός […] είναι ένα εργαλείο παραγωγής θερέτρων για την απόσπαση αξίας από την πόλη-εμπόρευμα». Και ακόμη, πιο μπροστά και με αποφασιστικό τρόπο: «ο τουρισμός είναι σήμερα το κύριο εργαλείο ανάπλασης και marketing των πόλεων, που έχουν γίνει την ίδια στιγμή επιχειρηματίες και καταναλωτικά αγαθά, ο πόρος και το τελικό προϊόν, που πωλούνται στην παγκόσμια αγορά».

Ωστόσο αν η δυναμικές είναι παγκόσμιες, δηλαδή απαντούν στις στρατηγικές λίγων τεράστιων ιδιωτικών και μη τοπικών πολυεθνικών, διαμορφώνοντας ξεκάθαρα το αστικό ιστό στο σύνολό του, οι συνέπειες παραμένουν τοπικές. Η ιδεολογία της αποδιαμεσολάβησης, των νεοεμφανιζόμενων επιχειρήσεων-startup και της οικονομίας που μοιράζεται-sharing economy χρησιμεύει στην κατεδάφιση των αστικών ρυθμιστικών καθεστώτων, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την επίθεση στα κρατικά ρυθμιστικά καθεστώτα που διεξάγεται από την ευρύτερη διεργασία παγκοσμιοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας. Παραμένοντας στην πόλη, η αντικατάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι αυτή του κατοίκου πληθυσμού με έναν προσωρινό, διερχόμενο, «χρήστη» της πόλης, πράγματι: της πόλης, γενικά, χωρίς να κατοικεί εκεί, σύμφωνα με την (πλέον) κλασική διαίσθηση του Martinotti που αναφέρεται στους μητροπολιτικούς επιχειρηματίες-metropolitan businessperson. Κι όμως ένας κάτοικος πληθυσμός θα συνεχίσει αναπόφευκτα να υπάρχει. Αλλά θα μετακινηθεί όλο και πιο μακριά, όλο και περισσότερο έξω από τα αστικά σύνορα, και παρόλα αυτά αναγκασμένος – για λόγους εργασίας – να γυρνά εκεί γύρω, συχνά-συνήθως γύρω από εκείνο το κέντρο της πόλης το οποίο στο μεταξύ έχει γίνει τόπος διέλευσης των ροών του τουρισμού και της παγκόσμιας οικονομίας.

Για να ολοκληρώσουμε, λοιπόν, η πόλη που έχει μετατραπεί σε μητρόπολη εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως δυαδικότητα: ένα μικρό νευραλγικό κέντρο – όχι πάντα ή κατ ανάγκη υπερκείμενο στο γεωγραφικό κέντρο – που περιβάλλεται από μια τεράστια περιφέρεια που εκτείνεται πολύ πέρα από την επαρχία και συμπίπτει με την περιοχή αναφοράς, δίχως λύση συνέχειας. Αλλά δεν είναι παιχνίδι με μηδενικό άθροισμα: στην αποαστικοποιημένη περιφέρεια που πλέον δεν είναι δημοτική αυτά που ανατρέπονται είναι πια εκείνα τα δικαιώματα κατοίκησης επάνω στα οποία βασίζεται η ίδια η έννοια της πόλης. Για εκείνους που μπορούν ακόμα να τα αντέξουν οικονομικά, δηλαδή να τα αγοράσουν, θα παραμείνουν. Για όλους τους άλλους, δηλαδή για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ανοίγεται μια νέα φάση κοινωνικών σχέσεων (που έχει ήδη ανοίξει).

 

Città per turisti

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s