αυτονομία, autonomia

Να σκέφτεσαι με τα χέρια σου

on .

Ανασκόπηση του Gigi Roggero στο Gli autonomi. Storia dei Collettivi politici veneti per il potere operaio – Οι αυτόνομοι. Ιστορία των βενετικών πολιτικών Κολεκτίβων για την εργατική εξουσία των Giacomo και Piero Despali, σε επιμέλεια του Mimmo Sersante (DeriveApprodi, ιανουάριος 2020)

Υπάρχουν λίγα βιβλία που περίμεναν από καιρό να γραφτούν. Η ιστορία των πολιτικών κολεκτίβων του βένετο για την εργατική εξουσία (Cpv) είναι ένα από αυτά. Με τη φροντίδα του Mimmo Sersante, χτίζεται μέσα από έναν μακρύ και διαρθρωμένο διάλογο μεταξύ των αδελφών Giacomo και Piero Despali, δαλματών από τη γέννηση και παντοβάνων με υιοθεσία, οι οποίοι των κολεκτίβων υπήρξαν κορυφαία στελέχη. Το κείμενο εμπλουτίζεται από συνεντεύξεις με πρώην στρατευμένους από το Pordenone, το Rovigo, τη Βενετία και το Κέντρο κομμουνιστικής επικοινωνίας του βένετο, καταδεικνύοντας την επέκταση και το ρίζωμα των Cpv, και από ορισμένα πολιτικά έγγραφα, κυρίως από το περιοδικό «Autonomia». Δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο, είναι ο έκτος τόμος της σειράς Οι αυτόνομοι, τώρα πλέον ιστορική εκδοτική πρωτοβουλία του οίκου DeriveApprodi. Όντως, της οργανωμένης Εργατικής αυτονομίας, οι Cpv, ήταν ένας ακρογωνιαίος λίθος.

Η αφήγηση ξεκινά από τις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, το συνέδριο της Rosolina του 1973 είναι προφανώς μια περιοδική καμπή επάνω στην οποία πρέπει να στοχαστούμε. Ο Piero, τότε σε μια ομάδα πρώην και νυν μαθητών από τους οποίους θα γεννηθούν οι Συλλογικότητες, δεν κατάλαβε τους πραγματικούς πολιτικούς λόγους για τη διάλυση της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio: «η πρόταση να δοθεί κεντρική θέση στις αυτόνομες συνελεύσεις μεγάλων εργοστασίων μπορούσε μόνο να σημαίνει να πηγαίνουμε όλοι στη Marghera και να κάνουμε εξωτερική δουλειά. και όμως αυτό δεν είχε καμία σχέση με την δική μας εδαφική εμπειρία». Με την συγκεκριμένη αναγκαιότητα χρήσης μιας εθνικής οργανωτικής δομής, οι παντοβάνοι αποφάσισαν επομένως να παραμείνουν στην εργατική Εξουσία ακόμη και μετά τη Rosolina. Το επόμενο έτος, το 1974, επιβεβαίωσαν την εξάντληση εκείνης της ιστορίας: το ακτίφ του Po μετατρέπεται έτσι στο πρώτο ακτίφ των Κολεκτίβων.

Εξάλλου, όπως επισημαίνει ο Giacomo, οι σπουδαστές – ιδίως εκείνοι των τεχνικών ινστιτούτων – προεικόνιζαν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα εκείνη που, κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας, θα εμφανιζόταν ως η νέα ταξική σύνθεση, στο κέντρο της οποίας βρίσκονταν η περίπλοκη πολιτική φιγούρα του κοινωνικού εργάτη, του οποίου η υποκειμενική ουσία είναι η άρνηση της εργασίας (μισθωτής, επισημαίνει ο Giacomo · sans phrase, ήτοι ειδικότερα καπιταλιστικής, αντιλέγει ο Piero). Από εδώ η απώθηση να κλειστούν στο οχυρό του εργοστασίου όπως εννοούνταν παραδοσιακά, για να χτίσουν την οργανωτική διαδικασία μέσα και ενάντια στο «διάχυτο εργοστάσιο», όπως προβλέπονταν από την παραγωγική διαμόρφωση του Βένετο. «Είμαι πεπεισμένος – υποστηρίζει ο Piero – ότι μόνο αργότερα ο Negri θα αρχίσει να αξιολογεί την κεντρικότητα αυτής της νέας ταξικής σύνθεσης. Από την πλευρά μας, μπορούμε να πούμε ότι το προβλέψαμε ακριβώς στον τομέα της πρακτικής πολιτικής. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο θα επιστρέψουμε για να τον γνωρίσουμε, αργότερα».

Ο αγώνας των εργοστασιακών Συμβουλίων έπρεπε επομένως να ενοποιηθεί με την εδαφική πρωτοβουλία ενάντια στην αύξηση των τιμών και τη μείωση της ποιότητας ζωής. Έτσι γεννήθηκαν νέοι οργανισμοί, όπως οι συντονισμοί των εργατών, «ένα μείγμα εργάτη μάζα και κοινωνικού εργάτη», ή οι κοινωνικές Ομάδες, κέντρα συνάντησης-συγκέντρωσης που συνδέονται με τις ενορίες, τα οποία καταλαμβάνονται και μεταμορφώνονται από την πολιτική παρουσία των συντρόφων. Είναι σε αυτήν την προσπάθεια ανασύνθεσης, βασισμένης στα εδάφη-στο χώρο, που γεννήθηκε το σύνθημα: «Χτίζουμε εργατική και προλεταριακή δύναμη-εξουσία στις περιοχές μας».

Από το 1976 οι CPV μιλούν, μέσα στην καθημερινότητα της πολιτικής παρέμβασης, για αντιεξουσία. Είναι πράγματι εκείνο το έτος που ξεκινά μια νέα πρακτική αγώνα: την προηγούμενη μέρα από ένα ανακοινωμένο συλλαλητήριο του Almirante, οι Κολεκτίβες ξαφνιάζουν όλους – αστυνομία και φασίστες, PCI και αντιφασιστικές τελετουργίες. Μερικές εκατοντάδες ένοπλοι σύντροφοι, μεταξύ των οποίων κάποιοι και από τη Venezia-Mestre και τη Vicenza, μπλοκάρουν τους δρόμους πρόσβασης στην συνοικία Arcella της Padova, καταστρέφοντας τα γραφεία του MSI, χτυπώντας σπίτια και χώρους συνάντησης των φασιστών. Πρέπει να ειπωθεί ότι μια τέτοια πρωτοβουλία, καθώς και γενικότερα οι άλλες ενέργειες εναντίον των τοπικών τραμπούκων, δεν ακολουθούν καθόλου την κλασική αντιστασιακή ρητορική, χαρακτηριστικό άλλων επαναστατικών ομάδων και των μαχόμενων σχηματισμών: είναι μια οργανική πρακτική χρήσιμη για την οικοδόμηση ενός συνεκτικού μαχητικού σώματος, που ενισχύσει τις πολιτικές σχέσεις, που ρυθμίζει την άσκηση της δύναμης. Εξάλλου, η λεγόμενη «νύχτα με τις φωτιές» της Arcella ξεπερνά κατά πολύ τον αντιφασισμό: μαζί με τις περιπολίες και επεκτεινόμενη σε άλλα μέρη στην περιοχή του Βένετο, σύντομα θα γίνει μοντέλο εδαφικού ελέγχου και, ταυτόχρονα, αυτόνομης απόφασης των χρόνων, των τόπων και της έντασης της άσκησης της δύναμης. Έτσι, με το 1976, οι Cpv ενοποιούν και σταθεροποιούν πλήρως τις περιφερειακές τους μορφές οργάνωσης, με ένα πολιτικό εκτελεστικό αποτελούμενο από τους υπεύθυνους των μεμονωμένων συλλογικοτήτων.

Με μεγάλη σαφήνεια, όπως είχε ήδη κάνει ο Donato Tagliapietra στον προηγούμενο τόμο για την εργατική αυτονομία της Vicenza, οι Piero και Giacomo απεικονίζουν τις βαθιές διαφορές σε σχέση με την combattentista πρόταση, ιδίως των Br, αγκυροβολημένων στην κεντρικότητα του μεγάλου εργοστασίου, στον πανικό για ένα επικείμενο στρατιωτικό πραξικόπημα, σε μια σύλληψη της μορφής-Κράτους οριστικά ξεπερασμένης. Από ορισμένες απόψεις, είναι οι εΤ ένα είδος εξτρεμιστικού PCI, που ερμηνεύει την αυτονομία της πολιτικής ως αυτονομία του ένοπλου αγώνα, αναπαράγοντας μια ξεχωριστή δομή σε σχέση με την ταξική σύνθεση. Προσοχή, επισημαίνει ο Πιέρο, ισχυριζόμενος-διεκδικώντας την «ενότητα των κομμουνιστών»: ο ένοπλος αγώνας δεν αποκλείεται σε καμία περίπτωση από την αυτόνομη προοπτική, αλλά είναι πάντα εσωτερικός στη διαδικασία ανάπτυξης της μαζικής παρανομίας και οικοδόμησης της αντιεξουσίας, που δεν εκπροσωπείται ποτέ ξεχωριστά από ένα ένοπλο παράνομο κόμμα.

Ο εδαφικός έλεγχος ασκείται επίσης για την οργάνωση απαλλοτριώσεων, ξεφεύγοντας από τον διπλό κίνδυνο εδώ: από τη μία πλευρά τον πειρασμό να εξυψωθούν συμπεριφορές απλού ατομικού εξεγερτισμού, από την άλλη να αναπαράγουν τη λογική της υπηρεσίας ή της φιλανθρωπίας, στη διαίρεση μεταξύ παρόχων και χρηστών. Οι δράσεις απαλλοτρίωσης και μείωσης των τιμών ζουν μέσα στη σχέση μεταξύ των κοινωνικών αναγκών και του επαναστατικού πολιτικού σχεδίου, αποφεύγοντας την αμοιβαία αυτονομικοποίηση και διαχωρισμό. Καθίστανται, πράγματι, μια άσκηση αντιεξουσίας. Αν κοιτάξουμε στο σήμερα, όπως μερικές φορές ρητά και ακόμη πιο εμμέσως αυτός ο τόμος μας καλεί να κάνουμε, βλέπουμε πώς η ιστορία επαναλαμβάνεται: η συζήτηση του λεγόμενου «κινήματος» στην πραγματικότητα παγιδεύεται μεταξύ της ιδεολογικής κατανάλωσης των εξεγέρσεων των άλλων και των καλών σαμαρειτών που βοηθούν τα θύματα – ανάμεσα στην ανόητη φωτιά της επαναστατικής αισθητικής και το ιερό νερό της αηδιαστικής ανθρωπιστικής ρητορικής.

Κεντρικό, ωστόσο, είναι το ζήτημα των μισθών, εννοούμενο στη νομισματική και πραγματική του διπροσωπία, στο παραδοσιακό εργοστάσιο και στο κοινωνικό εργοστάσιο. Το υποκείμενο του αγώνα, ο κοινωνικός εργάτης, είναι μια πολύπλευρη φιγούρα. Τον βρίσκουμε στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, «το δικό μας Mirafiori», όπου οι σύντροφοι συναντούν τον φοιτητή μάζα, μέσα στις διαδικασίες εγκατάλειψης του εργοστασίου, της επέκτασης της άρνησης της εργασίας, προλεταριακής αυτοαξιολόγησης, εκβιομηχάνισης της κατάρτισης. Βρίσκεται στις συγκρουσιακές συμπεριφορές των γυναικών, ωστόσο – σημαντική υπογράμμιση – όχι ως ξεχωριστή ή ανεξάρτητη φιγούρα από την ταξική σύνθεση: «δεν ήμασταν οπαδοί του φεμινισμού […] μας ήταν δύσκολο να θεωρήσουμε το σπίτι αποκλειστικό τόπο πάλης», εάν για τόπο αγώνα εννοούμε ουσιαστικά τον προσδιορισμό μιας αντίπαλου πλευράς και μιας πρακτικής οργάνωσης. Αντίθετα, οι συγκρουσιακές συμπεριφορές των γυναικών είναι εκείνες με τις οποίες οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες των Cpv σχετίζονται εντός και εκτός του παραδοσιακού εργοστασίου, αποτελώντας έναν σημαντικό υποκειμενικό φορέα της νέας ταξικής σύνθεσης. Και εδώ βρίσκουμε ενδείξεις και προβληματισμούς που θα πρέπει να εκτιμηθούν στις σημερινές συζητήσεις, οι οποίες πολύ συχνά αναπαράγουν ιδεολογικά λόγια για ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πλέον, χωρίς καν αυτή την ανατρεπτική φόρτιση που είχαν τότε.

Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το στάδιο, υποστηρίζει ο Piero, λαμβάνει χώρα η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, κάτι που μας επιτρέπει να προβλέψουμε το ’77. Ξεκινώντας από αυτήν τη συγκεκριμένη εδαφική παρέμβαση που επικεντρώνεται στη νέα ταξική σύνθεση οι Cpv προσεγγίζουν το «Rosso»: Αυτό τους επιτρέπει, τουλάχιστον στην αναλυτική αναδρομή τους, να επικρίνουν το «χτύπημα στον επιταχυντή» εκείνων που φαντάστηκαν ότι η τάση είχε ήδη πραγματοποιηθεί, επομένως δεν απαιτούσε μια πολιτική διαδικασία. Η επιτάχυνση, στην πραγματικότητα, δεν είναι ένα άλμα προς τα εμπρός σε ρήξη με την τάση του κεφαλαίου, αντίθετα στηρίζεται σε αυτή, πιστεύοντας ότι μπορεί να την κατευθύνει. Σε κάθε περίπτωση παραμένει ένας άλυτος κόμβος, ένας από τους κεντρικούς. Ο Giacomo και ο Piero δεν απομακρύνονται από το πρόβλημα, δεν προσπαθούν να κρυφτούν ή να καταφύγουν σε μυθοποιητικές ανακατασκευές. Αντιμετωπίζουν το θέμα στα ίσα, άμεσα, επισημαίνουν τα κριτικά σημεία, επανεξετάζουν τι έχει γίνει και τι δεν έχει γίνει. Η ίδια η εδαφικότητα-territorialità, μας λένε, «ήταν το πολύτιμο στοιχείο της οργάνωσης μας, ακόμη κι αν, μακροπρόθεσμα, αποδείχθηκε ένα όριο». Με το τέλος του ’78, η εθνική υπόθεση εξαντλείται: έτσι τον οκτώβριο βγαίνει το τεύχος νούμερο μηδέν της «Αυτονομίας», «στις προθέσεις ενός κινηματικού εβδομαδιαίου συνδεδεμένου με την περιοχή και το έδαφος αγώνα», το οποίο θα συνεχίσει τις δημοσιεύσεις του μέχρι τις αρχές των χρόνων ’90, που συνοδεύει τη μετάβαση από τις Cpv σε αυτό που θα ακολουθήσει.

Ακόμη και η συνήθης βαρβαρότητα της καταστολής δεν μπορεί να είναι ένα άλλοθι πίσω από το οποίο να κρυφτούν, λες και οι επαναστάτες μπορούν να περιμένουν κάτι διαφορετικό από τον εχθρό. Μάλιστα, μας λένε, ήταν ένα λάθος να υπερεκτιμά κάποιος το Κράτος δικαίου, να δίνει για καλές τις ρητορικές με τις οποίες οι φιλελεύθεροι μιλούν για τη δημοκρατία τους. Σε αυτές τις σελίδες, εκτός από το ότι δεν υπάρχει καμία προσπάθεια δικαιολόγησης, δεν υπάρχει καν ίχνος θυματοποίησης, αντίθετα: «Είμαι περήφανος – λέει ο Πιέρο – να λέω ότι ποτέ δεν μετατράπηκα σε έναν εξόριστο. Αντίθετα στη μακρά φυγοδικία μου το δίκτυο αλληλεγγύης που βρήκα ήταν σημαντικό ως δείκτης αυτού που υπήρξαμε».

Στη συνέχεια θα έρχονταν η δεκαετία του ’80, η καπιταλιστική αντεπανάσταση και ο leghismo, η λέγκα του βορρά. Ανοίγει μια άλλη ιστορία, αλλά δεν πρέπει να διαβαστεί ξεχωριστά, με αποσπασματικό τρόπο: είναι κάπως η απάντηση σε αυτήν την ιστορία, εκείνη της Αυτονομίας. Η απόδραση από το εργοστάσιο που γίνεται αυτοεπιχειρηματικότητα, ο περιβάλλον χώρος τον οποίον οι Cpv δεν μπόρεσαν να μεταμορφώσουν μέχρι τέλους, η αυτόνομη αντιεξουσία η οποία μετατρέπεται σε αποσχιστικές τάσεις και τάσεις ιδιοκτησίας: να, λέει ο Giacomo, που και πως γεννιέται ο άνθρωπος-ο χαρακτήρας της Λίγκας, η οποίοα ξέρει να ερμηνεύει και να λυγίζει τις αλλαγές στην κοινωνική σύνθεση του Βένετο προς τους δικούς της σκοπούς. Γενικά, μέσα στη δεκαετία του ογδόντα και του ενενήντα κάνει εκείνο που – με το αντίθετο σημάδι – οι Cpv είχαν κάνει την προηγούμενη δεκαετία. «Ίσως – ο Πιέρο σκέφτεται δυνατά – δεν υπήρξαμε αρκετά ριζοσπαστικοί, με την έννοια με την οποία ο Μαρξ χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη: να πάμε στη ρίζα των πραγμάτων. Δεν ξέρω αν αυτό έγινε λόγω του χρόνου που χάσαμε, λόγω δικών μας λαθών αξιολόγησης – μήπως υπερεκτιμήσαμε τους εαυτούς μας και υποτιμήσαμε τους άλλους – ή, αλλά αυτό το λέω με τη σκέψη του σήμερα, γιατί δεν καταλάβαμε εγκαίρως αυτό που πραγματικά παίζονταν». Εξίσου σημαντικός είναι και ο συλλογισμός του Giacomo για την υποκειμενικότητα, ένα κρίσιμο ερώτημα που συχνά και στην δική μας πολιτική παράδοση πνίγηκε από έναν αναγωγισμό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως μηχανιστικό: η πολιτική σύνθεση, όπως σωστά λέει, είναι πράγματι ένα μείγμα πολλαπλών και μερικές φορές αντιφατικών πραγμάτων, όχι μόνο της ταξινόμησης στη διαστρωμάτωση του εργατικού δυναμικού.

Τέλος, με σαφήνεια, αναλύεται η πολιτική συμπεριφορά στη φυλακή και το ζήτημα του διαχωρισμού: «Εμείς – ο Giacomo εξηγεί – είχαμε πάντα δώσει μάχη στους συντρόφους των Br καταδικάζοντας τους εκφυλισμούς τους την ώρα που λάμβαναν χώρα, αλλά η δική μας ήταν μια πολιτική μάχη ενώ αυτή του διαχωρισμού από πολιτικό δεν είχε τίποτα επειδή το παιχνίδι διευθύνονταν από το Κράτος, εκείνο το Κράτος που οι σύντροφοι, οι οποίοι είχαν προωθήσει τον διαχωρισμό, έλεγαν πως είχαν πολεμήσει. Εμείς τη δικαστική μάχη την δώσαμε στοχεύοντας πάντα στους αγώνες έξω από τη φυλακή. Αυτοί οι σύντροφοι είχαν προτιμήσει την αυτοαναφορά αναλαμβάνοντας το ρόλο μιας ξεχωριστής πολιτικής τάξης, με το «μανιφέστο»-“il manifesto” ως μεγάφωνο και τον διάλογο με τα θεσμικά όργανα ως πρωταρχική δέσμευσή τους». Μετά την επιτάχυνση σε ένα ξεχωριστό εμπρός, να και η επιτάχυνση σε μια ξεχωριστή ανάκρουση. Το πρόβλημα είναι πως, όταν κάποιος δεν σκέφτεται με τα χέρια, όπως όταν δεν ενεργεί με το μυαλό, το κεφάλι αποσπάται από το σώμα, το άτομο από το συλλογικό, ο χρόνος του εαυτού μας από τη χρονικότητα της οργανωτικής διαδικασίας και από τη διευρυμένη παραγωγή της υποκειμενικότητας: είναι ακριβώς το μονοπάτι μιας αυτάρεσκης ή βιαστικής «αυτοαναφοράς».

Ο διάλογος με τον επιμελητή τελειώνει επάνω σε αυτό. Ένας διάλογος που θέτει συνεχώς τον αγωνιστή-αναγνώστη αντιμέτωπο με τους άλυτους κόμπους-γρίφους του παρελθόντος και επομένως με τα προβλήματα του σήμερα, μιας ιδιαίτερης ιστορίας που τελείωσε και μιας επαναστατικής ιστορίας που ξεκινά πάντα από την αρχή. Μερικές φορές φαίνεται ότι λείπει ίσως μια εμβάθυνση στο επίπεδο μελέτης της συγκεκριμένης και καθημερινής διαδικασίας οργάνωσης, της οποίας ο Giacomo και ο Piero δεν ήταν μόνο συμμετέχοντες αλλά και πρωταγωνιστές. Πιστεύουμε ότι δεν είναι μια απροσεξία, αλλά η επιλογή να συνεχίσουμε, να διατηρηθούμε επάνω σε ένα πιο περιεκτικό επίπεδο ανάλυσης. Αυτή η επιλογή κάνει χρήση της συμφωνημένης ολοκλήρωσης του τόμου με δύο άλλα θεμελιώδη κομμάτια, τα οποία ταιριάζουν μεταξύ τους: την προαναφερθείσα εργατική Αυτονομία vicentina από τον Tagliapietra και τον νεογέννητο ιστότοπο για την ιστορία των Cpv (www.collettivipoliticiveneti.it).

Πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι το βιβλίο δεν είναι μόνο θεμελιώδες, αλλά και όμορφο – όπως ελπίζει ο επιμελητής. Όχι αυτής της ομορφιάς που παρέχεται από μια κενή εισήγηση, από λέξεις που πετούν μακριά αμέσως μετά την προφορά ή την ανάγνωσή τους, από μια εφήμερη χρονικότητα: εν συντομία, δεν είναι μια ομορφιά που ανταποκρίνεται στους κώδικες της μεταμοντέρνας αισθητικής. Αντίθετα, αυτή η ιστορία έχει μια ομορφιά ριζωμένη στη γη, για να την συλλέξουμε με το κεφάλι – επαναλαμβάνουμε, για να σκεφτούμε με τα χέρια. Για να διαβάσουμε ένα τέτοιο βιβλίο, ο Νίτσε προειδοποιούσε, ένα πράγμα πάνω απ ‘όλα είναι απαραίτητο «για το οποίο πρέπει να είμαστε σχεδόν αγελάδες και σε κάθε περίπτωση όχι» σύγχρονοι άνθρωποι: »να μηρυκάζουμε«. Μηρυκάζοντας, λοιπόν, συνεχίζουμε και ανοίγουμε ξανά τη συζήτηση: όχι επάνω στο παρελθόν, αλλά αμέσως στο παρόν. Γνωρίζοντας ότι η αυτονομία δεν δίνεται ποτέ μια φορά για πάντα, για όλες: κατακτάται και επανεπινοείται συνεχώς, σε ρήξη με το υπάρχον και με αυτό που είμαστε, ή που γίναμε.

 

http://www.commonware.org/index.php/gallery/923-pensare-con-le-mani

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s