ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Αντονέν Αρτώ – Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

Αντονέν Αρτώ – Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας

 Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας
Και τι σημαίνει αυθεντικός τρελός;
Είναι ο άνθρωπος που προτίμησε να γίνει τρελός, με την
έννοια που η κοινωνία δίνει στον τρελό, απ’ το να
παραβεί μια κάποια ανώτερη ιδέα της ανθρώπινης τιμής.
Μ’ αυτό τον τρόπο, η κοινωνία καταχώνιασε μέσα στ’ άσυλά της,
όλους όσους ήθελε να ξεφορτωθεί ή απ’ όσους ήθελε να φυλαχθεί,
επειδή αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοί της σε μερικές “υψηλές” αισχρότητες.
Γιατί ο τρελός είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που η κοινωνία
δε θέλησε ν’ ακούσει και που τον εμπόδισε να διατυπώσει αβάσταχτες αλήθειες.
Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, ο εγκλεισμός στο φρενοκομείο δεν
αποτελεί το μοναδικό όπλο της κοινωνίας, το οργανωμένο σύνολο των
ανθρώπων έχει κι άλλα μέσα για να εξοντώσει και να
συντρίψει την ανθρώπινη θέληση.
Πέρα απ’ τα κοινά μάγια, που ξέρουμε απ’ τις μάγισσες
της υπαίθρου, υπάρχουν και οι μεγάλες μαζικές σαγηνεύσεις στις οποίες
συμμετέχουν κατά καιρούς όλα τα συνειδητοποιημένα κεφάλια.
Στην περίπτωση ενός πολέμου, επανάστασης, εκκολαπτόμενης κοινωνικής αναστάτωσης,
η συλλογική συνείδηση ερωτάται και αναρωτιέται,
διατυπώνοντας έτσι τις απόψεις της.
Η συλλογική συνείδηση μπορεί ακόμη να αναμοχλευθεί
και να εξωτερικευθεί
στην περίπτωση μερικών χαρακτηριστικών περιπτώσεων ατόμων.
Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι συλλογικές λατρείες για τον Μποντλέρ, τον
Έντγκαρ Πόε, τον Ζεράρ ντε Νερβάλ, τον Νίτσε, τον Κίρκεγκαρντ,
τον Χέλντερλιν, τον Κόουλριτζ, όπως και για τον Βαν Γκογκ.
Τέτοιο πράγμα μπορεί να συμβεί την ημέρα, αλλά κατά κανόνα
συμβαίνει τη νύχτα.
Κάπως έτσι, παράξενες δυνάμεις ανασηκώθηκαν και οδηγήθηκαν, πέρα
απ’ την ανθρώπινη ανάσα, στον αστρικό θόλο, αυτό το είδος
σκοτεινού τρούλου, που αποτελεί η φαρμακερή επιθετικότητα της
κακιάς ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων.
Και κάπως έτσι, οι μερικές σπάνιες, διαυγείς και καλές προθέσεις,
που χρειάστηκε ν’ αγωνιστούν στη γη, βρίσκονται να είναι,
ορισμένες ώρες της μέρας ή της νύχτας, μέσα σε μια
κατάσταση πραγματικού και αντιληπτού εφιάλτη,
ζωσμένες από μια τρομερή απομύζηση,
μια τρομερά πλοκαμιαστή καταδυνάστευση ενός είδους
αστικής μαγείας, που θα τη δούμε σύντομα να εμφανίζεται στα,
χωρίς ενδοιασμούς, ήθη και έθιμα.
Απέναντι σ’ αυτή τη συλλογική κακοήθεια, που απ’ τη μια μεριά
έχει το σεξ και απ’ την άλλη, άλλωστε, την εκκλησιαστική λειτουργία
ή άλλες τέτοιες ψυχικής φύσης ιεροτελεστίες, ως βάση ή στήριγμα,
δεν υπάρχει αυτή η υστερία να περιπλανιέσαι το βράδυ μ’ ένα καπέλο,
που έχει δώδεκα κεριά, ψάχνοντας να ζωγραφίσεις κάποιο υποψήφιο τοπίο,
γιατί τι θα ‘κανε στο κάτω-κάτω ο καημένος ο Βαν Γκογκ
για να βλέπει, όπως παρατήρησε πολύ σωστά τις προάλλες ο φίλος μας,
ο ηθοποιός Ροζέ Μπλεν.
Όσο για το φαγωμένο χέρι, είναι απλός και καθαρός ηρωισμός,
όσο για το κομμένο αυτί, είναι κάτι που βγαίνει απ’ την άμεση
λογική και το επαναλαμβάνω,
ένας κόσμος που μέρα-νύχτα τρώει όλο και περισσότερο αυτά
που δεν τρώγονται, για να φέρει εις πέρας την κακιά
του πρόθεση, δεν έχει παρά να το βουλώσει.
Αντονέν Αρτώ
Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας ,
Εκδόσεις: Αιγόκερος, 2001 ,
Μετάφραση: Δέσποινα Ψάλλη

***

«Απάνω σου βλέπω τα σημάδια από ένα αρρωστιάρικο κορμί,
που ύστερα από 30 ή 50 χρόνια θα διαλυθεί στο ανυπόμονο κύλισμα του χείμαρρου,
για να βουλιάξει σ’ έναν άπατο βυθό.
Κι εγώ, μ’ όλη μου τη βλάβη, δε θα κοιμηθώ χειρότερα το βράδυ.
Γιατί ξέρω το δρόμο μου και το γέλιο μου και τον πόνο μου».
Δ. Λιαντίνης

***

 αυτός που στάζει δρόμο 
 γέλιο, πόνο, 
σιωπά βουβός

 αυτός που ξεχειλίζει 
 γκρεμούς, ζόφο,
  δηλητήριο
φωνάζει δυνατά
με κάθε μέσο
προς κάθε κατεύθυνση

 το βράδυ θέλει σιγαλιά να κοιμηθείς
όχι φασαρία

κι εγώ θα κοιμηθώ
με το αυτί στο φεγγάρι

Ιω

https://www.youtube.com/watch?v=4bqWLgjMvjk

Σημ.: Φωτ.1  Φωτογράφηση από τον Raymond Depardon 
          των φρενοκομείων (manicomio) της Ιταλίας (από το διαδίκτυο)
          Φωτ.2  Ποίημα Βαν Γκογκ του Χρίστου Λάσκαρη (από το διαδίκτυο)
 

2 σχόλια:

  1. […..]
    Κι όμως εγώ σας το ‘χα πει: ούτε έργα, ούτε γλώσσα, ούτε λέξη, ούτε πνεύμα, τίποτα.
    Τίποτα, ει μη μια ωραία Ζυγαριά των Νεύρων.
    Ένα είδος ακατανόητης στάσης που τραβάει κατευθείαν στο μέσον του όλου εντός του πνεύματος.
    Και μην περιμένετε τώρα να σας ονοματίσω αυτό το όλον, σε πόσα μέρη χωρίζεται, να σας πω το βάρος του, ν’ αρχίσω να περπατάω, να συζητώ περί τούτου του όλου, και συζητώντας ν’ αρχίσω σιγά-σιγά να χάνω τον εαυτό μου και ν’ αρχινήσω έτσι δίχως να το καταλάβω να ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ, – μην περιμένετε να αποσαφηνιστεί, να πάρει σάρκα και οστά, να στολιστεί σα κοκότα με μια πλειάδα λέξεων, ψωριάρικες όλες τους, χωρίς νόημα, όλες διαφορετικές, και ικανές να φέρουν στο φως όλες τις στάσεις, όλες τις αποχρώσεις μιας ιδιαζόντως αισθαντικής και διεισδυτικής σκέψης.
    Αυτές οι καταστάσεις που δεν τις ονομάζουμε ποτέ, αυτές οι οριακές καταστάσεις της ψυχής, αυτά τα ενδιάμεσα διαστήματα του πνεύματος, αυτές οι μικροσκοπικές αποτυχίες που είναι ο άρτος ο επιούσιος, αυτό το πλήθος των δεδομένων που μυρμηγκιάζει, – είναι οι ίδιες λέξεις που με χρησιμοποιούν κι αν δεν δίνω την εντύπωση πως κινούμαι άνετα μέσα στη σκέψη μου σε κάθε περίπτωση κινούμαι περισσότερο απ’ ότι εσείς στην πραγματικότητα, γαϊδαροκωλότριχες, γουρουναριό, μετρ του κίβδηλου λόγου, παραχαράκτες, επιφυλλιδογράφοι, θυρωροί, βοτανολόγοι, εντομολόγοι, μάστιγα της γλώσσας μου.
    Σας το είπα, δεν έχω πια τη γλώσσα μου, δεν είναι λόγος αυτός για να επιμένετε, για να εμμένετε στη γλώσσα.
    Χάιντε, θα γίνω αντιληπτός σε δέκα χρόνια από τους τύπους εκείνους που θα κάνουν ότι κάνετε εσείς σήμερα. Θα διαγνώσουν τους θερμοπίδακες μου, τους παγετώνες μου, θα έχουνε μάθει να εξουδετερώνουν τα δηλητήρια μου, θα αποκαλύψουν τα παίγνια της ψυχής μου.
    […..]
    (Antonin Artaud,»Εξέγερση και Ουτοπία»)

    …….

    Για να υπάρξεις είναι αρκετό να αφεθείς να είσαι,
    αλλά για να ζήσεις πρέπει να είσαι κάποιος,
    πρέπει να έχεις ένα ΚΟΚΑΛΟ,
    να μη φοβάσαι να δείξεις το κόκκαλο,
    και να διακινδυνεύσεις να χάσεις τη σάρκα.

    Ο άνθρωπος από πάντα αγαπούσε περισσότερο τη σάρκα από τη γη των οστών.
    Και τότε δεν υπήρχε παρά γη και ξυλεία από κόκαλα,
    και αναγκάστηκε να κερδίσει τη σάρκα του,
    δεν υπήρχε παρά σίδερο και φωτιά
    κι από σκατά ούτε ίχνος,
    κι ο άνθρωπος φοβήθηκε μήπως χάσει τα σκατά
    ή μάλλον πεθύμησε τα σκατά
    και γι’ αυτά θυσίασε το αίμα.

    Για να έχει τα σκατά, τη σάρκα με λίγα λόγια,
    και σιδερικά από κόκαλα
    και όπου δεν είχε να κερδίσει το είναι
    αλλά είχε μόνο να χάσει τη ζωή.
    […..]
    (τού ιδίου, «Τα σκατά»,απόσπασμα).

    …….

    […..]
    Άμποτε λίγο να δυνόμουν
    για μια στιγμή να τρελαινόμουν,
    ο σαλεμένος νους
    και τα κλεισμένα τσίνορα
    να μην ξαμώνουν σύνορα
    και χώριους ουρανούς!
    Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα
    τον αδερφό μου ξένο
    και τον οχτρόν αδέρφι μου
    αδικοσκοτωμένο.
    (Βάρναλης, «Ο τρελός», απόσπασμα).

    …….

    «Αφού με ανακάλυψες, δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο να με βρεις: το δύσκολο, τώρα, είναι να με χάσεις…»

    («Ο Εσταυρωμένος», Περί Τρέλας, Φρήντριχ Νίτσε).

    …….

    …….πλίνθοι και κέραμοι, ατάκτως ερριμένοι…..
    Λέξεις και ήχοι, εικόνες συνειρμικές….
    Εξαιρετική (το σύνηθες), ανάρτηση.
    Φχαριστώ.

    Αντίνοος.

    Εξαιρετικά (το σύνηθες), τα σχόλια

    Σας ευχαριστώ τόσο..

    κέρασμα από έναν αγαπημένο «τρελό»..

    Χ

    Και πάντα να ψυχορραγής τέσσερις το πρωί σκληρά χαράματα κοντά,
    σε μιαν ολάδεια σάλα ψυχιατρείου˙

    μ’ έναν φραπέ σε πλαστικό ποτήρι σύντροφό σου και παρηγοριά,
    με φώτα πετρωμένα ηλεκτρικά να σε ρυθμίζουν˙

    με την ρωγμή στο πρόσωπο και βουρκωμένα μάτια˙

    και μήτε κάποιας το κορμί, και μήτε κάποιας τ’ όνομα˙

    μόνον τα ηλίθια παράθυρα, άψυχα και απαθή, να σε παρατηρούνε,
    χωρίς κουβέντα και φιλία, με δίχως καν εχθρότητα˙

    ξάφνω, σώμα φωτός δειλή σκιά κρυφοπερνώντας,
    χάραξε το αμετάβατο σκοτάδι —πια καταδικό μου.

    Ηλίας Λάγιος
    από την ενότητα: «Ο τελικός κύκλος»
    στο βιβλίο «Φεβρουάριος 2001»
    Εκδόσεις Ερατώ

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Θεού πληρότης. Ο καφές μου, το τσιγάρο,
    η κλινική που κάθε βράδυ με σταυρώνει
    σ’ ενός τα χέρια, που κοιμάται στο τιμόνι.
    Το μάννα εξ ουρανού που αρνήθηκαν να πάρω.

    Ο τρόμος. Ο στρεβλός εφιάλτης. Ο ιδρώτας.
    Μια ρίμα που σφυρίζει, βρίζει κι επιμένει
    να’ ρθη γραφή μου, για να βγη ολικώς σβησμένη.
    Ο έσω Καιάδας που τον δρόσιζ’ ο Ευρώτας

    Σ’ ένα παράθυρο ανοιχτό, τ’ ανάστημά μου
    αθώο, φυλλομετριέται μ’ ύφος ακακίας.
    Θα εμψυχωθή στον κερασφόρο της κακίας
    να σκούξουν τίποτε, επί εκτάσεως άσπρης άμμου.

    Η ώρα κυλάς. Διαβάζω μιαν εφημερίδα˙
    με δίχως τίτλους, γράμματα, μαντάτα, ελπίδα.

    Ηλίας Λάγιος
    από το βιβλίο: «Πράξη Υποταγής»
    Εκδόσεις Ερατώ

    (συλλογή Έρημη Γη)
    .
    Βγήκα απ’ το αμφιθέατρο.
    Ξυπνώντας,πίσω μπρος και πλάι μου τα πλήθη.
    Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.
    Λύκε,λύκε είσαι εδώ;
    Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι,ηυθέμεθλον.
    Άνδρ’ αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον.
    Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων.
    Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα,εν αυτοίς σάρκα
    ανέδειξα και ψυχήν.
    .
    Επανάσταση.Έρως.Ελευθερία.
    Θάνατος. Θάνατος.
    Αθάνατος.
    Σύντροφοι.
    .
    Ηλίας Λάγιος,συγκεντρωτικός τόμος Ποιήματα,εκδόσεις Ίκαρος,2009.

    καληνυχτιά
    τα σέβη μου

     

    https://taxidemoi.blogspot.com/2020/05/blog-post_7.html

2 σκέψεις σχετικά με το “Αντονέν Αρτώ – Βαν Γκογκ, ο αυτόχειρας της κοινωνίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s