σκόρπιες σκέψεις...

αναφορικά με το κίνημα της ιταλικής αυτονομίας και τη σύνδεσή του με τους επαναστατικούς ταξικούς αγώνες του παρόντος και του μέλλοντος.Α

καλησπέρα φίλοι και σύντροφοι                                                                                                          πριν μιλήσω για την πολιτική μου ιστορία θα ήθελα να σας διηγηθώ δυο τρία συμβάντα που χάραξαν βαθιά την προσωπικότητα μου σαν άνθρωπο, πιστεύω πως από εκεί ξεκίνησαν όλα:

Από πολύ μικρό ακόμη οι γονείς μου χάριζαν βιβλία που είχαν να κάνουν με την αρχαία μυθολογία και ιστορία. Εκείνοι οι ήρωες λοιπόν επηρέασαν αφάνταστα το φαντασιακό μου, μαζί με τις αξίες που κουβαλούσαν στις πλάτες τους, κλέος, ανδρεία, σεβασμός στον άξιο αντίπαλο και τον γηραιότερο, πίστη στο συλλογικό δίκιο και αυτοθυσία, πείσμα, κλπ. Έτσι, όταν αργότερα μεγάλωσα λιγάκι κι έμαθα για τον Γκεβάρα, απογειώθηκα!

Βιβλία λοιπόν και πολυμάθεια, γοητευμένος. Να μαθαίνω για τις περιπέτειες σπουδαίων ανδρών.

Πολύ μικρός, πεθαίνει από καρκίνο η μητέρα μου. Μη μπορώντας στην αρχή ο γιατρός πατέρας μου να αντεπεξέλθει, με στέλνει εσώκλειστο σε κολέγιο στις Σπέτσες. Είμαι εννιά χρονών, στρατιωτική πειθαρχία, μοναξιά, βλέπω τον πατέρα μου μοναχά στις γιορτές που έκλεινε το σχολείο, μοναξιά, στενοχώρια. Μαθαίνω όμως συγχρόνως να ζω και να παίρνω μόνος αποφάσεις, σκληραγωγούμαι, μαθαίνω και την πειθαρχία, που και αυτή θα χρειαστεί αργότερα. Και σε όποιον δεν κάθεται καλά η έννοια, να πω πως άλλο να πειθαρχείς στον Χαρδαλιά κι άλλο στον υποδιοικητή Μάρκος!

Μετά τις Σπέτσες, ανηφορίζω δυο χρόνια στην Αθήνα, έκτη δημοτικού και πρώτη γυμνασίου. Έχω την τύχη να βρεθώ με τα ξαδέλφια μου στη Λεωφόρο, να παρακολουθούμε εκστασιασμένοι, το ’67, την συναυλία των Stones, με όλα όσα συνέβησαν, μεγάλο αντιεξουσιαστικό μάθημα για μένα, κι όχι μόνο, μπορείτε εύκολα να καταλάβετε τους συνειρμούς. Αποκορύφωμα, το μαζικό γιουχάϊσμα στον Παπαδόπουλο, μέσα στο κατάμεστο από μαθητές Παναθηναϊκό Στάδιο, όχι πως καταλάβαινα ακριβώς τι συνέβαινε και ποια η σημασία εκείνου του αυθόρμητου ξεσπάσματος, χαράχτηκε όμως βαθιά στην ψυχή μου η απέχθεια στην βλακεία, όπως κι αν αυτή εμφανίζεται.

Επιστρέφω στην Καβάλα, όπου γεννήθηκα. Έχουμε ήδη χούντα όπως έχετε καταλάβει. Ολυμπιακός από τα γεννοφάσκια μου, μιας και η καταγωγή μας από το σόι του πατέρα μου είναι Πειραιώτικη, αρέσκομαι να φορώ συχνά κόκκινες μπλούζες. Φωνάζουν συχνά τη δεύτερη μητέρα μου στο σχολείο για παρατηρήσεις! απειλούν με αποβολές! για τα κόκκινα ρούχα! δένει σιγά σιγά το γλυκό.

Στην τετάρτη ή πέμπτη γυμνασίου, δεν είμαι σίγουρος, βρίσκομαι το καλοκαίρι στο Λονδίνο για κοντά δυο μήνες, με ένα φροντιστήριο που διοργάνωνε εκπαιδευτικές εκδρομές. Εκεί βλέπω στο σινεμά, σε παγκόσμια πρώτη, το Woodstock Festival, ο ψυχισμός μου σιγά σιγά έχει διαμορφωθεί ελευθεριακά όλα αυτά τα χρόνια, δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική χροιά, η μουσική ροκ και ο κινηματογράφος underground έχουν παίξει τον τεράστιο ρόλο που τους ανήκει, έρχεται λοιπόν και η τυπωμένη φιγούρα του μυθικού Τσε στα μπλουζάκια των λονδρέζων teenagers να δώσει το τελικό χτύπημα στην συντηρητική παιδεία που τόσα χρόνια προσπαθούσε, μα δεν κατάφερε να περάσει μέσα μου, το ελληνικό κατεστημένο.

 

Γράφω στις σημειώσεις μου: Μεγάλωσε με Κάλβο και Σολωμό, διάβασε Καβάφη, αγάπησε την Μπέλλου και τον Ξυλούρη. Τραγούδησαν το ‘πότε θα κάνει ξαστεριά’.

»Διάβασε για τον Σωκράτη τον Πλάτωνα και τον Αλέξανδρο, τον δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, έμαθε για τους όμοιους και τη λοξή φάλαγγα, για την αγάπη ανάμεσα στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα. Για τα τείχη της Τροίας και εκείνα της Πόλης και ότι τείχη της Σπάρτης ήταν τα στήθια των πολεμιστών της, για τα ξύλινα τείχη και τον Κύρο και τον Δαρείο, τον Εφιάλτη τον Ξενοφώντα και τους μύριους.
Για τον τελευταίο Παλαιολόγο και τους Ακρίτες. Σε τέτοιους ανθρώπους θέλησε να μοιάσει ο Μιχάλης.

 

»Την αγάπη στην μουσική την απέκτησα τα χρόνια της Αθήνας, μετά τις Σπέτσες. Τα ξαδέρφια μου άκουγαν πολύ, ραδιόφωνο Πετρίδης, Κογκαλίδης, Μαστοράκης, αργότερα Μηλάτος. Δίσκοι στο πικ-απ το βραδάκι που τελείωναν οι εκπομπές για τη νεολαία. Rolling Stones, Beatles, Animals και Who όπως και πολλοί άλλοι. Έγινα λάτρης της ροκ σκηνής, Santana, Hendrix, Traffic κ.λ.π, η απίστευτη εκείνη συναυλία-ταινία Γούντστοκ σημάδεψε και καθόρισε σημαντικά την ζωή μου, την είδα, το θυμάμαι ακόμη, οκτώ φορές, την πρώτη στο Λονδίνο, 16άρης. Γνώρισα σιγά σιγά μου λέει τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη και τον Σαββόπουλο που μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός’.

Είδε τότε στο γήπεδο της Λεωφόρου ζωντανά τη συναυλία των Stones λίγες μέρες μετά τη χούντα. Σημάδεψε τη ζωή του εκείνη η φοβερή εμπειρία, δώδεκα χρονών παιδί μέσα σε ένα γήπεδο γεμάτο νεολαίους που πάλλονταν από ενέργεια και ενθουσιασμό, σε μία διαδήλωση ενάντια στα ήθη της εποχής, το καινούριο μάχονταν την συντήρηση, το νέο την γερασμένη σύμβαση, η συνοδεία του συγκροτήματος πετούσε κόκκινα τριαντάφυλλα στον κόσμο, η αστυνομία τους ξυλοκοπούσε, ο Jagger ούρλιαζε και το πλήθος αποδοκίμαζε εν χορό τους μπάτσους. Ήταν η πρώτη επίσημη αποδοκιμασία του στρατιωτικού καθεστώτος.
Στην άτυπη διαμάχη που υπήρχε ανέκαθεν ανάμεσα στα σκαθάρια και τις πέτρες συντάχτηκε με τους τελευταίους μιας και οι πρώτοι ήταν αρκετά ‘λάιτ’. Πάντως διαχρονικά μεγάλη του αγάπη μέχρι σήμερα παραμένουν οι Pink Floyd. Και από τους Έλληνες Μαρκόπουλος και Μικρούτσικος.

‘Τελειώνοντας την τετάρτη τάξη καλοκαίρι του ’71 πηγαίνοντας στην πέμπτη, με το φροντιστήριο του Φαίδωνα του Σιδηρόπουλου πήγαμε για σαράντα μέρες’, συνεχίζει, ‘στο Λονδίνο. Ήταν τεράστια εμπειρία αυτή, εκείνα τα χρόνια που η παγκόσμια νεολαία πάσχιζε να τινάξει από πάνω της κώδικες ρόλους και ταμπού κάτω από τα οποία δεκαετίες ασφυκτιούσε, σε εκείνους θέλαμε να μοιάσουμε και εμείς τότε που ακόμη μας κούρευαν με την ψιλή, μας δίκαζαν με τον νόμο περί τεντι μποϊσμού, μας αποκαλούσαν ντιντίδες και δεν θυμάμαι πως αλλιώς, μας απαγόρευαν να φορέσουμε μάλτες, έτσι έλεγαν τα μπλου τζιν’.

Έφυγε λοιπόν να σπουδάσει στην Ιταλία και άλλαξε η ζωή του. Μόλις γνώρισε τον Μάρξ και τον Λένιν εντυπωσιάστηκε, με τον Γκεβάρα απογειώθηκε. Δέθηκε αμέσως στο καινούριο περιβάλλον και στους ανθρώπους, η Ελλάδα του φαινόταν πια πολύ μακρινή.
Άβυσσος χώριζε τις δυο πραγματικότητες.
Η μία οπισθοδρομική, σε στασιμότητα, βάλτος, η ελληνική επαρχία, συντηρητισμός και συμβάσεις.
Η άλλη σε κίνηση. Νέοι άνθρωποι σε μία πορεία αλλαγών και ανατροπής.
Γεννιόταν το νέο στα ερείπια του παλαιού.
Η νεολαία στην πρώτη γραμμή. Ο φίλος μας στην μέση.
Όταν γύριζε να επισκεφτεί τον πατέρα του οι μικρότητες του φάνταζαν βουνά, πνίγονταν.

Εκεί μια συντροφικότητα μυθική στα μάτια του, μια γενιά που έστηνε τις δικές της αξίες, που απαιτούσε από την συντήρηση να κάνει πέρα, άνοιγε τον δρόμο και θέσπιζε καινούρια νοήματα παλιά όσο ο άνθρωπος, έδινε νόημα σε νέες συμπεριφορές. Η αντιεξουσία στη θέση της γερασμένης. Η αυτονομία στη θέση της επανάληψης.
Ένας δάσκαλος του έμαθε να στοχεύει ψηλά. Έτσι θα κατακτούσε μακρύτερες κορφές. ‘Όταν στοχεύεις το εφικτό έλεγε θα καταφέρεις λιγότερα. Σημάδευε μακριά για να πετύχεις ψηλά, όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα’.
Και οι νέοι είχαν βάλει στόχο την κορυφή. Να πατήσουν τον κόσμο, να τον καβαλήσουν και να τον οδηγήσουν εκεί που ήθελαν. Σαν τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα, μαζί μέχρι το τέλος, μέχρι την άκρη της γης.
Έτσι κι αυτοί, μαζί, στη γη των ονείρων τους, για την κοινωνία χωρίς κανόνες απ’ τα πάνωαπελευθερωμένοι από τις στρεβλές συμβάσεις, του αυτόνομου ανθρώπου από τους γνωστούς έως τότε κανόνες της αστικής νομιμότητας.

Δεν είναι χλιαρός ο δικός μας, παθιάρης είναι, παθιάστηκε λοιπόν. Του ήταν φυσικό με τον χαρακτήρα που κουβαλούσε. Η εξέγερση ήταν καθημερινή βιοτή, η επανάσταση της καθημερινής ζωής, στις συμπεριφορές, στα αιτήματα, στους αγώνες, στον έρωτα, στις διεκδικήσεις, στις συνήθειες. Μου είπε πως σε ανύποπτο χρόνο διάβασε πολλές βλακείες από σχετικούς και άσχετους για το τι έλαβε χώρα εκείνα τα τρομερά χρόνια, μόνο ο Μπαλεστρίνι κατάφερε να μεταφέρει τον ‘αέρα’ εκείνης της δεκαπενταετίας.
Ήταν μια γιορτή με τις καλές και τις κακές στιγμές της, τα πάνω και τα κάτω. Πάντως μια γιορτή με τα όλα της. Το να ζεις στο δίκιο, ελεύθερα και ισότιμα είναι τρόπος ζωής φευγάτος, είναι αναγκαιότητα γι’ αυτούς.
Έζησαν στο μεταίχμιο δύο κόσμων, αναποδογύριζαν καθημερινά τα γνωστά και πειραματίζονταν το νέο, ταυτόχρονα. Στις σχολές, στο σπίτι, στις πλατείες τους δρόμους και τις γειτονιές, στη δουλειά.
Η χαρά ήταν όλη δική τους, ήταν για όλους ξανά η χαρά. Οικειοποιούνταν τις ζωές τους. Έκαναν πράξη το σύνθημα, τα ήθελαν όλα και τα έπαιρναν, subito, αμέσως. ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΟΛΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, αυτή ήθελαν στην εξουσία και το έκαναν πράξη, όχι το κέρδος, όχι τις αγορές που θα έλεγε κάποιος σύγχρονος.
Έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες για να ελευθερώσουν το σήμερα από το χθες, και να δείξουν στους υπόλοιπους το αύριο. Το καυχήθηκε ο δικός μου δεν το μετάνιωσε ποτές.

Πήραν τα όπλα, χιλιάδες ήταν, ενάντια σε όλους αυτούς που με όπλα φρουρούνται, και φρουρούν και επιβάλλουν με όπλα τη βία τους, την εξουσία τους, τη θέλησή τους. Αντέταξαν στη βία βία. Στην καθημερινότητα τους γλυκείς και τρυφεροί. Στον πόλεμο που υφίσταντο απάντησαν με πόλεμο.
»Ζωγράφισε έναν ήλιο στο ταβάνι
μίλησε με τ’ αγέρι της νυχτιάς
και χόρεψε μαζί με τη σκιά σου
στους ήχους μιας αδύναμης καρδιάς
πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου
ή ΒΓΕΣ ΞΑΝΑ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ».

 

ρώτα τον καθένα να σου πει τι ωραιότερο θυμάται στη ζωή του; Θα απαντήσει: τα φοιτητικά του χρόνια. Είναι τα χρόνια της μάθησης, τότε που ο νέος ξεδιψά την ψυχή του. Ερωτεύεται και παλεύει για τα ιδανικά του. Τουλάχιστον έτσι ήταν στα χρόνια τα δικά του. Οι κανόνες που τροχοπεδούν τη ζωή δεν τους αγγίζουν. Συζητά, ρωτά μαθαίνει, ανταλλάσσει απόψεις, αστράφτει και βροντά. Η αγωνία για τα κοινά τον συνεπαίρνει. Αυτή είναι η γενιά μου, λέει

 

Πολιτικοποιήθηκε αμέσως, άκουγε πρώτη φορά για ταξική πάλη, για συσχετισμούς δυνάμεων, για καταστολή και επανάσταση. Για την ανάγκη ανατροπής της γενιάς των ανέραστων. Τον άγγιξαν τα λόγια των Ρηγάδων, βρέθηκε αμέσως κοντά τους.  Κουκουέδες και μαοϊκοί μάλωναν διαρκώς για το ποιος θα οικοδομήσει καλύτερα τον σοσιαλισμό, εάν της Κίνας το μοντέλο ήταν ανώτερο αυτού της Σοβιετικής Ένωσης και άλλα τέτοια που του  έσπαγαν τα νεύρα. Στην Ευρώπη ο αέρας του Μάη φυσούσε δυνατά και μυρωμένα, Σεπτέμβρη του 73 βρίσκεται στη Φλωρεντία, λίγους μήνες πριν το Πολυτεχνείο. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα για να ξεστραβωθεί. Μάρξ, Ένγκελς, Λένιν, Λούξεμπουργκ, Γκεβάρα, Μάο, Βιετκόνγκ, Αλιέντε, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα, Αλγερία, Παλαιστίνη, αντάρτικα παντού.

 

Τον ξένισε που οι δικοί μας ζητούσαν ντε και καλά την νομιμοποίηση. Του έκανε εντύπωση η αναντιστοιχία ανάμεσα στο λόγο και την πράξη. Γιατί τόση πρεμούρα να παίξουν μπάλα εκτός έδρας οι Έλληνες κομμουνιστές. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν είναι πλέον στημένο; Δεν είμαστε άλλο κομμουνιστές λοιπόν, τι θέλουμε τελικά, ρεφορμιστές γίναμε, σοσιαλδημοκράτες, στο δρόμο χάθηκε η εξέγερση; Που πήγε η επαναστατικότητα; Πήγε να σκάσει, απομακρύνθηκε.

Πλησίασε τους Ιταλούς, άρχισε να καταλαβαίνει και τη γλώσσα, εδώ τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα. Του φάνηκαν πραγματιστές. Πίστευαν πως το χταπόδι της γραφειοκρατίας με τα χίλια πλοκάμια που αγκαλιάζουν σφιχτά κάθε γωνιά της καθημερινότητας για να ρουφήξουν υπεραξία και να πνίξουν κάθε απόπειρα χειραφέτησης του λαού, αυτό το χταπόδι λοιπόν έπρεπε να θανατωθεί, μιας και αυτοί που το δημιούργησαν θα αντιστέκονταν σκληρά. Χρειάζονταν αυτά τα πλοκάμια να κοπούν από τη ρίζα όπως ο Αλέξανδρος τσάκισε τον Γόρδιο δεσμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για να γίνει τούτο εφικτό. Μερίδιο στην τούρτα ζητάτε, έλεγε στους παλαιούς συντρόφους του, το παλαιωμένο ρούχο το πετάμε από πάνω μας, δεν το ξανά βάφουμε να μοιάσει καινούριο. »Δύο κόσμοι αντίθετοι μεταξύ τους, διάλεξα τον δεύτερο» μου λέει Επιθετική δράση ενάντια στις τρέχουσες αξίες σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, αυτή ήταν η πρακτική των νέων μου συντρόφων. Δεν φτάνει να καταγγέλεις και να φωνάζεις την αποστροφή σου στο υπάρχον. Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά;                                              Ζούσαν σχεδόν κοινοβιακά, μοιράζονταν τα πάντα, δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου, ο καθένας στον κορβανά ανάλογα με αυτά που είχε. Νέοι, κορίτσια στον αγώνα για την χειραφέτηση. Για την αυτονομία. Ενάντια στην εμπορευματοποίηση των σεξουαλικών σχέσεων, ενάντια στην πατριαρχία και τις ιεραρχίες, ο έρωτας κοινωνικό αγαθό, κόντρα στη μοναχικότητα. Ο φόβος της μοναξιάς κλείνει τον άνθρωπο στο καβούκι του, δημιουργεί ατομικότητες και εγωισμούς, εκεί πάνω σκοντάφτει η συλλογικότητα. Όταν αγωνίζεσαι ενάντια στην ιδιοκτησία σαν μέσο πλουτισμού ή αυτοπροβολής ή κατοχής εξουσίας δεν γίνεται να είσαι κτητικός στον έρωτα ή στο σπίτι γενικότερα, στις σχέσεις. Δεν κατέχεις κανέναν και τίποτα. Ούτε καν τον εαυτό σου, ίσως, ανήκεις στους φίλους, τους συντρόφους, τη συλλογικότητα, στην κοινωνία, την ίδια, τον Δήμο, στην κοινότητα . Αυτό προσπαθήσαμε να στήσουμε ξανά αγόρια και κορίτσια, την κοινότητα. Δεν υπάρχει εξουσία ανάμεσα σε όμοιους, ελεύθερους ανθρώπους, αυτόνομους, όπου η διαφορετικότητα είναι η ποικιλία, το αλάτι σε μια υπέροχη σαλάτα.

ΓΥΡΊΣΑΜΕ ΤΗ ΧΏΡΑ, λέει, επισκεφτήκαμε φίλους, ανταλλάξαμε απόψεις, κουράγιο. Ένα μπουκάλι κρασί λίγα χρήματα, ένας το κάρο κι ο άλλος τη βενζίνη. Πάντα υπήρχε κάποιο σπίτι με ανοιχτές τις πόρτες, σύντροφοι περίμεναν, η μακαρονάδα ήταν ζεστή, και στις εκδρομές γεμάτο υπνόσακους το αυτοκίνητο ή ωτοστόπ αν δεν υπήρχε. Έβρισκαν δε κι ένα άδειο σπίτι όταν ο καιρός δεν επέτρεπε ύπαιθρο, τα ξύλα και η τροφή είναι για όλους, δεν πείραξαν ποτέ τίποτα άλλο, πόρτες ανοιχτές, καρδιές ανοιχτές, η νέα κοινωνία είναι ήδη εδώ, στα σπάργανα, χρειάζονται ακόμα πολλά να γίνουν, πολλά να κατακτηθούν. Οπλίζονταν σιγά σιγά γιατί ο αντίπαλος πάνοπλος νιώθει τα κεκτημένα να γλιστρούν κάτω από τα πόδια, ο φόβος να ξεθωριάζει, απειλεί, σκοτώνει, ονειρεύεται πραξικόπημα, οργανώνει εντάσεις δημιουργεί συνθήκες αναμέτρησης. Σφάζει. Και οι επαναστάτες, οι σύντροφοι δεν κάνουν πίσω.

Κι έχουν για πάντα στην καρδιά τους χαραγμένα τα λόγια του Μάο: »Η πολιτική δύναμη πηγάζει από την κάνη του τουφεκιού».

 

…Η ζωή έχει καταντήσει σκέτη καταπίεση, μονοτονία, πλήξη. Όλα προκαθορισμένα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από τα πριν και από άλλους. Γεννιέσαι για να δουλεύεις και να απολαμβάνουν αυτοί. Πετώντας ξεροκόμματα. Στην δουλειά και τον πολιτισμό. Έχοντας προγραμματίσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της ημέρας. Δεν επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις. Να μη βρίσκεις χρόνο να σκεφτείς, τι σου αρέσει, και αν σου αρέσει!
Η καθημερινότητα της πλήξης.
Πολύ μιζέρια για το τίποτα! Και πολύ κουβέντα για τα ανώδυνα.
Αυτοί όμως διαλέγουν έναν άλλο δρόμο, με πολλά μονοπάτια.
Είναι αυτόνομοι.
‘εμείς όμως είμαστε αλλιώς, θέλουμε άλλα πράγματα, διαφορετικά, και τα θέλουμε τώρα’, λέει ο Μάριος.
‘Πρώτα- πρώτα, ξέρουμε πολύ καλά τι δεν μας αρέσει, και θέλουμε να το εξαφανίσουμε, να το διαλύσουμε’.
‘Και ζώντας, αναπνέοντας μαζί, δημιουργικά, θα φτιάξουμε σιγά σιγά, το καινούριο. Μυρίζει όμορφα εκεί έξω, περιμένει να χαρτογραφήσουμε τα καινούρια εδάφη. Θα το ανακαλύψουμε, θα το εξερευνήσουμε. Είναι αυτό που θέλει να ξεπηδήσει από μέσα μας και το στραγγαλίζει ο ασφυκτικός περίγυρος, η σήψη της Μητρόπολης, η πλήξη του καθωσπρεπισμού. Ασφυκτιά το μωρό μέσα μας και επιθυμεί να ξετιναχτεί σε περιβάλλον ελευθερίας. Πνίγεται από την επανάληψη.
Όχι λοιπόν στην επανάληψη μιας καθημερινότητας που πνίγει!’

Προχθές πήγαν στον κινηματογράφο και είδαν το ‘Μπούτς Κάσιντυ και Σάντανς Κίντ’. Με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κάθριν Ρος και Πωλ Νιούμαν. Ο κινηματογράφος ήταν ασφυκτικά γεμάτος με νέους που αποθεώνουν τους πρωταγωνιστές.
Ναι!! Έτσι θέλουν να ζήσουν και αυτοί! Ληστές. Φίλοι καρδιακοί. Χίλιες φορές καλύτερα στην παρανομία, αρπάζοντας το χρήμα από τις τράπεζες και τους λεφτάδες. Που έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνουν υπερβολικά μιας και έχουν άλλο τόσο και ακόμη περισσότερο. Που όσο κι αν δουλέψεις εσύ, κάνοντας το ίδιο και το ίδιο για ώρες, μέρες, χρόνια, λέγοντας τα ίδια λόγια μια ζωή, δεν θα γευτείς ποτές!
την ώρα που οι ληστές τρέχουν με το ποδήλατο μες τα λουλούδια, εκεί στο πράσινο, στην ομορφιά, στα χρώματα και τα αρώματα!                                                                                    είναι αλλιώς να απολαμβάνεις ελεύθερος, μακριά από την εκμετάλλευση. Τότε αντλείς ευχαρίστηση!

Το να παρακολουθήσεις την ταινία είναι επίτευγμα, γίνεται ένας χαμός, δύσκολο να συγκεντρωθείς. Τραγούδια ακολουθώντας τη μουσική της ταινίας, συνθήματα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο. Στη συνέλευση. Σχόλια, θέσεις, αντιπαραθέσεις, αποφάσεις.

Την άλλη φορά, στο τέλος της ταινίας ‘Μπόνυ και Κλάϊντ’, με τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Νταναγουέι , τα παιδιά βγαίνουνε από τον κινηματογράφο και ξεχύνονται στην πόλη σε πορεία, βραδινή, στο κέντρο. Και υπάρχει οργή ανάμικτη με ενθουσιασμό. Και αποφασιστικότητα. Γιατί το πλήθος νιώθει την δύναμή του. Και οι μπάτσοι μένουν μακριά. Γιατί κατάλαβαν ότι δεν τους παίρνει..
Είναι τέτοια η ορμή και η θέληση των παιδιών που τους έδωσαν να καταλάβουν πως σήμερα το βράδυ δεν θα έχουν τύχη, τους έπιασαν στα πράσα, δεν τους περίμεναν, δεν υπήρχε ραντεβού. Και πως αν προσπαθήσουν κάποια επιθετική κίνηση τα πράγματα θα πάρουν άσχημη τροπή.

Βλέπουμε εκείνες τις μέρες και την Κατάσταση Πολιορκίας, του Κώστα Γαβρά με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, και πρωταγωνιστή τον Ύβ Μοντάν,1972, ταινία που αναφέρεται στην κατάσταση της Ουρουγουάη, τις επεμβάσεις των Βορειοαμερικανών στις χώρες του Νότου, και το κίνημα των ανταρτών Τουπαμάρος. Έχω ξαναγράψει, δεν θα επεκταθώ.
Έχει προηγηθεί ‘Η Μάχη του Αλγερίου’, του Τζίλο Ποντεκόρβο.
Τους ερωτευόμαστε!

Η πόλη είναι γεμάτη νέους από κάθε γωνιά της γης. Κατοικούν διασκορπισμένοι στις γειτονιές της,τα σπίτια τους γίνονται στέκια μας. Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να γνωρίσουμε κάθε σπιθαμή του αστικού τοπίου με τις ομορφιές και τα μυστικά του. Έχουμε φίλους και γνωστούς παντού που μας καλούν καθημερινά. Κεράσματα, κουβεντούλα και γιορτούλες. Έχουμε φιλοξενηθεί, για ώρες ή για μέρες όπου μπορείς να φανταστείς, σε κάθε λογής σπιτικό, όπου το βάζει ο νους σου.

Γίνεται σιγά σιγά η Κάσμπα μας [βλέπε ‘Μάχη του Αλγερίου’, Τζίλο Ποντεκόρβο, 1966, ταινία που μιλά για τους αγώνες του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου στην ιστορική συνοικία -ακρόπολη των μουσουλμάνων στην πόλη του Αλγερίου για την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους το 1954. Αυτά για τους άβγαλτους].
Κάσμπα προς το παρόν φιλική η πόλη, με απελευθερωμένες ζώνες όπου φασίστες, άλλοι δεξιοί και μπάτσοι φυσικά αποφεύγουν να πλησιάσουν!

Αυτό ακριβώς είναι η «Μάχη του Αλγερίου», μια ταινία με άμεση τη σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής, ένα αριστουργηματικό αντιαποικιοκρατικό ασπρόμαυρο φιλμ (ιταλοαλγερινής παραγωγής) για την αλγερινή επανάσταση, του ιταλού κινηματογραφιστή Τζίλο Ποντεκόρβο και του φωτογράφου Μαρτσέλο Γκάτι.

Η ταινία είναι γυρισμένη στα πραγματικά πεδία των μαχών (στα σοκάκια και τις συγκοινωνούσες ταράτσες του Καζμπάχ) και βασισμένη στο βιβλίο του Σααντί Γιασίφ «Αναμνήσεις από τη Μάχη του Αλγερίου». Ο Γιασίφ είχε συλληφθεί το 1957 και καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Αμέσως μετά την απελευθέρωση (1962) έγινε μέλος της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης, η οποία και αποφάσισε να γυριστεί μια ταινία με το θέμα του βιβλίου. Ο Ποντεκόρβο βρήκε στήριξη και χρηματοδότηση από τον πρώτο πρόεδρο της ανεξάρτητης πια Αλγερίας, Μπεν Μπελά, ο οποίος όμως είχε αρχικά εκφράσει επιφυλάξεις: «Στην αρχή θεώρησα ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν σπατάλη, μιας και ήμασταν φτωχή χώρα. Ο Γιασίφ ωστόσο μού είπε ότι ο αγώνας μας δεν ανήκει μόνο στον αλγερίνικο λαό, ανήκει σε όλους τους καταπιεσμένους του κόσμου, και δεν μπορούσαμε να τους προδώσουμε. Έτσι, καταφέραμε και βρήκαμε τα λεφτά για την ταινία».

Η ταινία του Ποντεκόρβο δεν είναι μόνον η περιγραφή του πρώτου αντάρτικου των πόλεων. Είναι συγχρόνως και μια σοφή μαρξιστική μελέτη πάνω στο υποκείμενο της Ιστορίας, που είναι ταυτόχρονα και το αντικείμενο της: ο λαός φτιάχνει την Ιστορία για τον εαυτό του και όχι για τους αφεντάδες, τη φτιάχνει μόνος του και όχι διά εντολοδόχων. Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. Όμως, γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενο της;                                                                                                            Βασίλης Ραφαηλίδης

 

 

φορτίνο σαμάνο

Σε ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί την βία σε όλες τις δυνατές μορφές, που σου έχει καθίσει στο σβέρκο με το ζόρι, όπου η ψυχολογική, με το στανιό, καθημερινή πλύση εγκεφάλου δημιουργεί συναίνεση, όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ των μέσων που χρησιμοποιεί τα αόρατα εργαλεία του για να τσακίσει τον άνθρωπο, δεν μας επέτρεψε να παρατηρούμε αμέτοχοι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Στα γκλομπ αντιτάξαμε τα στάλιν, [τα παλούκια με τις σημαιούλες] και τα αγγλικά κλειδιά, και στα όπλα τους τα δικά μας. Η αναμέτρηση ήταν ανοικτή πλέον. Στο πυροβόλο που είναι εκεί, σε κάθε γωνία, έτοιμο να επιβάλει τη θέληση του κατόχου του, της εξουσίας, δεν αντιπαραβάλεις άλλο τα ωραία λόγια. Αρκετά πια. Χρειάζονται και αυτά μόνο που κάποιες στιγμές ξεπερνιούνται, πρέπει να απαντήσεις, να περάσεις εσύ στην επίθεση, οι συσχετισμοί αποφασίζουν το πότε και το πού. Το αυτόνομο κίνημα ένιωθε, και ήταν για κάμποσο καιρό, τεράστιο και δυνατό. Το παρακράτος αγωνιούσε, έσπερνε βόμβες και τσαμπουκά. Οπλίστηκαν και οι σύντροφοι. Πατήρ όλων ο πόλεμος είπε ο Ηράκλειτος. Σε εμπόλεμη κατάσταση είναι πλέον το παλαιό με το καινούριο, το νέο. Για χρόνια πολλά.

Σήμερα αυτά ακούγονται απίστευτα μακρινά. Όλα ετούτα. Δεν κουνιέται τίποτα. Δεν υπάρχει συλλογικότητα. Κάποιοι μοναχικοί αντάρτες, ή έτσι μου φαίνεται μονολογεί. Διάφορα στέκια διάσπαρτα στη χώρα, καταλήψεις, συλλογικότητες. Μετά το ’80 η συντήρηση κατάφερε και έκλεισε τον κόσμο στο σπίτι, τους νέους ανθρώπους που κινούν την ιστορία. Να ακούς την λέξη επανάσταση και να βάζεις τα γέλια, ‘ένα αστείο’. Αποδυνάμωσε μέσα στον καθένα τη διάθεση για ρήξη. Μοιάζει πανίσχυρη η συντήρηση, είναι;

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Γεια και χαρά σου Μαρξ, η σκέψη σου είναι νεότατη.

 

Μια μικρή παρένθεση: Οικονομική κρίση, κρίση, κρίση, χρόνια τώρα το ίδιο παραμύθι, όχι πως δεν υπάρχει, είναι όμως εγγενής του συστήματος, αυτή το τρέφει. Ήταν τότε, το μακρινό ’73 που άκουσε στην Ιταλία για την πετρελαϊκή κρίση που αναστάτωσε ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού συστήματος που μέχρι τότε είχε βασιστεί στην αέναη, συνεχή και δίχως όρια εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων του τρίτου κόσμου. Και η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε το πρώτο σαββατοκύριακο μετά την ψυχρολουσία να απαγορεύσει την κίνηση των οχημάτων στην επικράτεια. Κάτι πρωτόγνωρο, στις πόλεις δεν κουνιόταν φύλλο, απίστευτη ομορφιά την οποίαν όμως δεν κατάφερε να γευτεί πλήρως, ήταν πολύ νέος ακόμη για να αντιληφθεί πόσο γλυκιά ήταν η πόλη δίχως την κίνηση των ρυπογόνων οχημάτων!

 

Ας συνεχίσουμε όμως από εκεί που σταματήσαμε: Φάνηκε πως το κίνημα είχε το πάνω χέρι. Ένιωσε πλειοψηφικό μέσα στην κοινωνία. Στα εργοστάσια, στις σχολές, στις γειτονιές, στις υπηρεσίες ανέπνεες φρέσκο αέρα, αέρα λευτεριάς. Το θέμα της αντιεξουσίας βρίσκονταν χρόνια στην ατζέντα, το είχε ήδη διατυπώσει η εργατική αυτονομία με τις κολεκτίβες της. Σταθήκαμε ανυπόμονοι; Βιαστήκαμε; Μάλλον. Σηκώθηκε απότομα πολύ ψηλά ο πήχης της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κομμάτια της κοινωνίας που συγκρούονταν για το ποιο θα επικρατήσει. Με καταστροφικά αποτελέσματα για όλους.

Οι ‘δύο κοινωνίες’ δεν πρόλαβαν να γίνουν μία, τους πήρε όλους ο διάολος που λέμε. Οι σύντροφοι βρέθηκαν απομονωμένοι και εξοντώθηκαν. Αυτό ήταν, that’s it.

Και τώρα κάθονται σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα  σφίγγοντας μες’ το φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν από το αστροπελέκι’ 

»Αυτών των γερόντων εγγόνια και παιδιά είπαμε να γίνουμε κι εμείς φίλε μου» λέει ακούγοντας να τραγουδά η σπουδαία ερμηνεύτρια, »είπαμε να τους μοιάσουμε λιγάκι, αυτούς τους ήρωες που γέννησε η ζωή κι η ιστορία».

Η επίθεση στην καρδιά του κράτους απέτυχε, ο Μόρο εκτελέστηκε μιας και κανένας σύντροφος δεν ελευθερώθηκε, αμέτρητες διώξεις διέλυσαν τα πάντα. Αυτά με λίγα λόγια. Ζωντανός ο φυσικός ηγέτης του κατεστημένου στην Ιταλία θα ήταν κινούμενη ανασφάλιστη βόμβα στα θεμέλια του συστήματος, νεκρός δεν κόστισε τίποτα στην πολιτική σκακιέρα, διέλυσε ολοκληρωτικά ένα αυτόνομο κίνημα που στο κάτω-κάτω δεν ήταν αυτό που πήρε την απόφαση. Αντίθετα, με όλους τους δυνατούς τρόπους είχε εκφραστεί υπέρ της απελευθέρωσης του κρατουμένου. Σφάλμα και στα μάτια του φίλου μου η εκτέλεσή του. Ο σταλινισμός είχε επικρατήσει της ευαισθησίας στις γραμμές των Ταξιαρχιτών. Διέσπασε το κίνημα, διέλυσε και την αλληλεγγύη μεγάλων κομματιών της κοινωνίας προς τη ριζοσπαστική της πλευρά. Την αλληλεγγύη προς τις πρωτοποριακές πρακτικές της οργανωμένης αυτονομίας και των αντάρτικων οργανώσεων.

Προείπαμε πως η επανάσταση διαφέρει της συντήρησης στις αξίες. Είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή φερθεί η επαναστατημένη κοινωνία άψογα στον κρατούμενο που υπερασπίστηκε τον εαυτό του με τον καλύτερο τρόπο διαμορφώνοντας κλίμα συμπάθειας σε όλους τους χώρους. Η επανάσταση δεν συμπεριφέρεται εκδικητικά, η ζωή του κρατούμενου είναι ιερή. Η κοινωνία δεν άντεξε το νεκρό σώμα του γραμματέα. Ο αιχμάλωτος είναι όμηρος στα χέρια του εχθρού του, του λαού. Οι άνθρωποι του, τον έχουν παρατήσει εντελώς με αξιοθαύμαστη εξαίρεση την οικογένειά του που κρατά στάση αξιοπρεπέστατη. Οι πολιτικοί του φίλοι και σύντροφοι σε όλες τις λοβιτούρες τον έχουν εγκαταλείψει ξεκρέμαστο, μόνο και ανυπεράσπιστο δείχνοντας όλη την ασχήμια της εξουσίας, το αποκρουστικότερο της πρόσωπο. Εδώ οι σύντροφοι αυτό δεν κατάφεραν να το αναδείξουν, έχασαν κάθε πλεονέκτημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή την τόσο άτυχη είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν. Στην άρνηση διαπραγμάτευσης από την πλευρά των εξουσιαστών αντέτειναν την άρνηση της ζωής.

Και ηττηθήκαμε όλοι μαζί. Νομίζω, λέει, πως φαίνεσαι τεράστιος στα μάτια όλων, όταν σου αρνούνται και δεν εκδικείσαι – για μια τέτοια στιγμή τουλάχιστον μιλά και όχι γενικότερα περί εκδίκησης. Κακά το ψέματα, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν το διαφορετικό, στα όρια του εφικτού πάντα, ζώντας ασφυκτικά περικυκλωμένοι από την αντεπανάσταση με όλα τα εργαλεία οπλισμένα, για όλους αυτούς που ζούσαν στο καινούριο, το νεκρό σώμα του ανθρώπου ήταν ένα μεγάλο χαστούκι. Και επιμένει στο θέμα διότι ξέρει από πρώτο χέρι πως από εκείνη τη μέρα και μετά κανένας τους δεν ήταν πια ο ίδιος. Μπερδεύτηκε ο κόσμος, μαζεύτηκε. Η επανάσταση έβαλε τρικλοποδιά στον εαυτό της. Και όσο εύκολο είναι να δημαγωγείς εκ των υστέρων άλλο τόσο αλήθεια είναι πως όλα αυτά ειπώθηκαν πριν ακόμη ληφθεί η απόφαση. Θυμάται επίσης ο φίλος μου πως με την απαγωγή του Μόρο, τον Μάρτη  του ’78, ο κόσμος πανηγύριζε, υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η ικανοποίηση, »είμαστε κι εμείς εδώ» έλεγε και ένιωθε ο κόσμος, »οι μέρες της ατιμωρησίας σας τέλειωσαν», προς τους λακέδες της εξουσίας και τα τσιράκια της. Κι ας βομβαρδίζονταν ο τόπος από τις εικόνες της εξολοθρευμένης φρουράς του. Τεράστιο χαστούκι στο image, την αναλγησία της εξουσίας, στην αίσθηση παντοδυναμίας που ανέδιδε η συμπεριφορά της. Πενήντα μέρες μετά τον ενθουσιασμό αντικατέστησε η κατήφεια ο σκεπτικισμός και η ανησυχία.

Μαύροι σκυθρωποί όλοι προβληματισμένοι ένιωθαν την καταιγίδα να πλησιάζει. Η ζωή ξαφνικά είχε αγριέψει πολύ, τα χρόνια της ‘αθωότητας’ εξαφανισμένα, οι περισσότεροι δεν ήταν έτοιμοι, η παγίδα είχε στηθεί κι εμείς πιασμένοι στις δαγκάνες της. Έπεσε κι ο λαός στην παγίδα, γι’ αυτό, ή μάλλον, και γι’ αυτό η Ρώμη σήμερα [που γράφονταν αυτό το κείμενο] για πρώτη φορά στην ιστορία της έχει όχι ‘αριστερό’ ηγέτη αλλά φασίστα. Και για πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι, που όλοι γνωρίζουν πως μπλέχτηκε με την πολιτική για την βουλευτική ασυλία, για να πνίξει τα σκάνδαλα στα οποία είναι μπλεγμένος. Για τον ίδιο λόγο που οι Γάλλοι έχουν Σαρκοζί και εμείς εδώ Καραμανλή. Στο κάτω, κάτω αυτοί είναι τίμιοι με τον εαυτό τους, λένε αυτό που είναι, κάνουν αυτό που πιστεύουν. Σε μια κοινωνία που τους μοιάζει. Μιας κι εμείς δεν καταφέρνουμε να δείξουμε πόσο πραγματικά διαφορετικοί είμαστε. Κλεισμένοι στους μικρόκοσμους και τους εγωισμούς μας. Η αλήθεια είναι διάσπαρτη παντού, δεν είναι κτήμα κανενός. Μόνο ενωμένη η αντί εξουσία, ζώντας διαφορετικά και αναδεικνύοντας το στην καθημερινότητα, χίλιοι καθημερινοί αγώνες, χίλιες καθημερινές κατακτήσεις, θα πέσουμε, θα φάμε και πολλά χαστούκια, και απογοητεύσεις, δεν πειράζει, όρθιοι ξανά, εκεί, στις μικρές και μεγάλες επάλξεις,δίνουμε καθημερινές εξετάσεις. Για μας το κάνουμε στο κάτω κάτω. Κάτι θα γίνει τελικά. Ο ορίζοντας είναι γαλάζιος, είναι και μαύρο κόκκινος, γαλάζια η ομορφιά του ουρανού, κόκκινη και μαύρη η ομορφιά του καινούριου, της ανατροπής, της αυτονομίας.

 

Οι ομάδες μας, λέει, ήταν η κοινωνία σε κίνηση, οργανωμένη, στρατός και λαός μαζί, ένα, ζωντανός οργανισμός, αυτόνομος, γεμάτος κουράγιο, κύτταρο του νέου πολιτισμού. Χτυπούσε στόχους καθημερινούς, εύκολα κατανοητούς, αποδεχτούς σχεδόν από όλους. Εργατική αυτονομία, λαϊκή αυτονομία. Από αυτά που γνώριζε ο λαός μέχρι τότε, από αυτό που προ υπήρχε, και που επάνω του σκόνταφτε. Αυτοοργανωμένος ο κόσμος στη δουλειά, στη γειτονιά, στη σχολή. Παντού. Ήθελε, διεκδικούσε, κατακτούσε. Καθημερινά. Ζούσε και ανέπνεε μαζί, αλλιώς, διαφορετικά. Ο ένας για τον άλλο, για την άλλη. Μαζί. Αυτό το μαζί έκανε τη διαφορά. ΜΑΖΙ.

ΣΑΝ ΝΑ ΜΉΝ ΒΛΈΠΩ αυτό το ΜΑΖΊ ,ΜΟΥ ΛΈΕΙ, ΣΉΜΕΡΑ. Σαν να μην υπάρχει αυτό το ‘μαζί’, με εξαιρέσεις φυσικά κάποια στέκια και καταλήψεις. Ο καθείς χωριστά, χάνεται. Απογοητευμένος, τρομαγμένος, αδύναμος. Ευάλωτος αρκείται μια φορά κάθε τόσο να ψηφίζει εναντίον αυτού που κατά βάθος δεν γουστάρει καθόλου.

»εσείς που χρόνια δεν σηκώσατε κεφάλι και καλοσύνη δεν σας άγγιξε καμιά Ήρθε ο καιρός πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθε ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη».

Όλοι εμείς, συνεχίζει, που πήραμε μέρος τότε στον αγώνα για την ανατροπή, όλοι εμείς που βιώσαμε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε πως ένα μεγάλο κομμάτι της νόησης και της ευαισθησίας μας προέρχεται από το γεγονός πως βουτήξαμε αυτόνομα, χωρίς να μας κατευθύνουν σε αυτές τις σπάνιες στιγμές, τις οποίες θεωρώ ως ένα δώρο της ιστορίας. Σήμερα ο κόσμος είναι πιο σκληρός, πιο οξύς, κατ’ εικόνα του χρήματος που προσκυνά, του χρήματος που δεν γνωρίζει σύνορα και που έχει γίνει η πραγματική διεθνής αξία και πατρίδα, η μόνη πατρίδα, η ανατροπή δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια, εφευρετική, απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογία η οποία θα σκότωνε οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε αντιστασιακή δράση προς όφελος της εκάστοτε φατρίας. Είμαστε υπεύθυνοι για τους εαυτούς μας και ο καθένας οφείλει να διαφυλάξει το κομμάτι ζωής, ονείρου, παιδικότητας και επαναστατικότητας που τον καθιστά μοναδικό’.

ΕΊΜΑΣΤΕ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΕΣ. Έχουμε τα μάτια ανοιχτά και τη συνείδηση καθαρή ώστε να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα. Είμαστε με αυτούς που συνθλίβονται γιατί μας συνθλίβουν κι εμάς, οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά. Δεν είμαστε με αυτούς που πετούν τα τσιγάρα από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή κορνάρουν με το παραμικρό τα μεσημέρια. Δεν είμαστε με αυτούς που τρέχουν στα πρωϊνάδικα, που διαμορφώνουν άποψη από την τηλεόραση. Δεν είμαστε με τη Γιουροβίζιον και το life style σαν πολιτιστικό γεγονός. Δεν είμαστε από αυτούς που βάζουν το προσωπικό ή το παραταξιακό συμφέρον πάνω από το κοινό. Θέλουμε να ανατρέψουμε αυτό που δεν μας αρέσει σήμερα, αυτό που υπάρχει χρόνια. Βαρέθηκα φωνάζει, να βλέπω τις ίδιες φάτσες χρόνια τώρα να μου μασουλάν τις ίδιες αηδίες. Το καινούριο θα γεννηθεί μέσα από την αβεβαιότητα, την αταξία, την φασαρία. Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Τα χειρότερα ενσωματώθηκαν στο σύστημα γιατί δεν ήταν επαναστάτες στην ψυχή, καλή ώρα σαν τον Λαλιώτη και τη Δαμανάκη εδώ σε μας, τον Κον Μπεντίτ στη Γερμανία- τι απέγιναν οι δικοί του σύντροφοι δεν γνωρίζει. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε το σύστημα, λέει, να το καταστρέψουμε θέλουμε, δεν αλλάζει, αποδεδειγμένα. Και το καινούριο θα γεννηθεί από τα χαλάσματα, αυτός είναι ο νόμος της φύσης. Και αυτοί που διοικούν θα εργάζονται επίσης, ταυτόχρονα. Φτάνει πια με τους εργατοπατέρες, είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας. Μιλούν στο όνομα του λαού αυτοί που μαζί με το λαό δεν έχουν πιει ένα ποτήρι κρασί. Άνθρωποι που δεν έχουν νιώσει την αγωνία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, μιλούν στο όνομα αυτών που δεν ξέρουν τι τους επιφυλάσσει το αύριο. Και κυβερνούν στο όνομά μας άνθρωποι που δεν θα μας γνωρίσουν ποτέ, δεν νιώθουν το χτύπο της καρδιάς μας, το άρωμα της σκέψης μας. Μιλούν για ελευθερία άνθρωποι που δεν διακινδύνευσαν ποτέ στη ζωή τους. Άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ όχι σε ανώτερο διοικούν υπουργεία, στρατούς, θέσεις κλειδιά. Ποτέ δεν ρίσκαραν, δεν ριψοκινδύνεψαν ποτές. Η παραβατικότητα είναι πολύ γλυκιά θέλει αρετή και τόλμη όμως η ελευθερία, όπως έχουμε ξαναπεί. Θέλει κότσια να πας αντίθετα στο ρεύμα, στον συντηρητισμό. Αυτός ευθύνεται για τα δεινά της σημερινής ζωής μας σε μία κοινωνία άγρια, ψυχρή και υπολογιστική. Είμαστε αριστοκράτες λοιπόν. Δεν παρκάρουμε στα ήδη κατειλημμένα πεζοδρόμια από μπαρ και ταβέρνες. Δεν βρωμίζουμε τις θάλασσες και τις ακρογιαλιές.

Κομπιάζει λιγάκι. Αν δεν έχεις μπει ποτέ στη φυλακή δεν καταλαβαίνεις τη σημασία της ελευθερίας, και την έννοια αυτής. Κι αν δεν έχεις νοσηλευθεί για σοβαρή αιτία την αξία και την έννοια της υγείας. Ξέρεις πως τα έχω για τα καλά γνωρίσει και τα δύο, και με το παραπάνω. Ήμουν ‘τυχερός’ που τα έζησα, επαναλαμβάνει γιατί ξέρω από πρώτο χέρι. Τρεις φορές φυλακίστηκα, πολλές νοσηλεύτηκα, εγχειρίστηκα, εντατική, χημειοθεραπείες, όλα τα καλούδια.

Δεν είχαμε κανένα συμφέρον, συνεχίζει, να είμαστε με τους ‘εκτός νόμου’. Στη ζωή μας όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Είκοσι χρονών παιδιά στο άνθος της νιότης και της ενεργητικότητας ερωτευτήκαμε τους παράνομους, τους παραβατικούς, αυτούς που ρίσκαραν τα πάντα γιατί αγαπούσαν την ελευθερία και την αυτονομία, γιατί μίσησαν το ψέμα, την υποταγή, την διαφθορά, την απληστία, την ψευτοδημοκρατία στο κάτω κάτω. Εκλογές έκαναν και οι χουνταίοι, εκλογές και οι σημερινοί. Ποια όμως από τα κρίσιμα ζητήματα λύνονται στα κυνοβούλια, πραγματικά. Μόνο τα μικρο ζητήματα. Εκεί επικυρώνονται οι αποφάσεις που παίρνονται στα γραφεία των μεγάλων εταιριών που στηρίζουν τα κόμματα και χρηματοδοτούν τις καμπάνιες και τα μεγαλοστελέχη τους. Σήμερα για να θέλεις να πολιτευτείς σημαίνει πως θέλεις να οικονομήσεις χωρίς να κουραστείς, άσε που όσο και να ιδρώσεις τα λεφτά με τρόπο νόμιμο είναι περιορισμένα. Μόνο οι ανατρεπτικοί είναι ειλικρινείς. Κι αν δεν υπάρχουν μαζικά σήμερα θα υπάρξουν σίγουρα αύριο. Η ζωή και η ιστορία κύκλους κάνει. Υπομονή αδέλφια. Και αυτά που τόσο ανατρεπτικά ακούγονται σήμερα, αιρετικά, θα είναι πλειοψηφικά αύριο. Θα ακούγονται από στόματα πολύ περισσοτέρων.

Ας κρεμάσουν δέκα παλικάρια τον υπουργό στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, δεμένο, με μια πινακίδα στο λαιμό που θα μιλά για τα ‘κατορθώματά’ του, να κάτσει έτσι για μισή ωρίτσα μέχρι να τον κατεβάσουν, να νιώσει στη μούρη του την απέχθεια αυτών που δεν του μοιάζουν. Έτσι όπως έκαναν τότες οι ιταλιάνοι σύντροφοι! Να νιώσει τη βία που νιώθουμε κολλημένη σαν βδέλλα στο πετσί μας καθημερινά, όλοι μας όταν μασουλάμε το παραμύθι τους. Σας λέω πως εκατοντάδες χιλιάδες θα πανηγυρίσουν, βγείτε έξω και ρωτήστε, χωρίς κάμερες και χαφιεδισμούς, θα σας πουν την αλήθεια.

Έβαζαν οι σύντροφοι στόχο τα γραφεία των μεγάλων κατασκευαστικών που κρατούσαν ανοίκιαστα εκατοντάδες διαμερίσματα για να σηκώσουν τις τιμές. Όλοι έλεγαν: ‘καλά τους κάνετε’. Απέκλειαν τετράγωνα με μέσα τους πολυκαταστήματα και αλυσίδες καταναλωτισμού, εισέβαλαν και απαλλοτρίωναν τα αγαθά παρέα με τον κόσμο, που πανηγύριζε και έφευγε φορτωμένος, ή με αυτομείωση, κατέθεταν στα ταμεία συμβολική τιμή για τα προϊόντα που χρειάζονταν. Έκρηξη ενθουσιασμού και θαυμασμού στις γειτονιές. Στα ακριβά εστιατόρια το ίδιο, παντού λαϊκές τιμές, καταλήψεις για στέγαση και δημιουργία κέντρων συνάντησης και επιμόρφωσης, εισβολές στους κινηματογράφους και τα θέατρα για όσους αδυνατούσαν να καταβάλουν αντίτιμο, συμβολικές τιμές στα εισιτήρια για τους υπόλοιπους. Η αυτομείωση σε όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας είχε γίνει φαινόμενο μαζικό. Τηλέφωνα, μεταφορές, νερό, ρεύμα. Ο λαός απαιτούσε, οργανώνονταν αυτόνομα, έπαιρνε αυτό που ήταν δικό του. Μαζικά.

Βάζουμε στη ζωή μας πολύ ρίσκο, βάζουμε πάθος, ζήλο, η ομαλότητα μπορώ να πω πως είναι εχθρός μας. Ο νόμος φτιάχτηκε από άλλους και για άλλους. Εμείς όλοι έχουμε πολλά που μας χωρίζουν από την σύμβασηΣκεφτόμαστε αυτόνομα. Το κατεστημένο και την τάξη της πολεμάμε την καθεστηκυία. Δρούμε αυτόνομα. Η άποψη των μπουρζουάδων θα είναι αποτυπωμένη στις φυλλάδες. Θα παρουσιάζουν με τον τρόπο τους τα συμβάντα, όπως τους συμφέρει.
Ο πολύς λαός όμως ακόμη δεν μασάει.
Ποιος είναι ο λαός ;
Οι από κάτω, αυτοί που θέλουν να ζουν ελεύθερα, να σκέφτονται ελεύθερα, ανεξάρτητα, να δρουν ελεύθερα, αυτόνομα. Και είναι ακόμη πάρα πολλοί.

Αυτό τρομάζει! Δια τούτο οι φυλλάδες παρουσιάζουν τα γεγονότα, που συμβαίνουν καθημερινά πλέον, την επίθεση στους θεσμούς και την καταπίεση, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς. Προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν. Δείχνουν μία συναίνεση στις επιλογές του κεφαλαίου ψεύτικη, δεν υπάρχει τέτοια στα λαϊκά στρώματα. Στον κόσμο της εργασίας. Του κοινωνικού εργάτη, ο οποίος πήρε τη θέση του εργάτη μάζα της αλυσίδας παραγωγής, μέσα στο διάχυτο εργοστάσιο της καθημερινότητας, και στενάζει στις γειτονιές και τους δρόμους της Μητρόπολης.
Εμείς λοιπόν την μετατρέπουμε σε ζούγκλα την μητρόπολη. Είναι το δάσος μας, απελευθερωμένη ζώνη, είναι οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά, μέσα στους μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες, η κάσμπα.
‘Κρυβόμαστε’ εκεί μέσα και επιχειρούμε με σχέδιο. Έχουμε οργανώσει τις ομάδες μας, τον στρατό μας, ελευθερώνουμε ζώνες. Είμαστε παντού, στην καθημερινότητα του καθένα δίπλα. Φτιάχνουμε την αντιεξουσία μας. Εκεί, και όποτε μας παίρνει φυσικά. Στιγμές, ώρες, μέρες ελεύθερης ζωής. Χρόνια Για την ανατροπή του παρόντος κράτους πραγμάτων.

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη εμβρίθεια, ρίσκο και απρόοπτα. Σχεδιασμό και προετοιμασία.
Ζούμε το σήμερα, την στιγμή.
Σίγουρα μας νοιάζει και το αύριο. Να φέρουμε και άλλους κοντά μας.
Θέλουμε το αύριο δικαιότερο. Με ελευθερία και ισότητα για όλους. Ίσες ευκαιρίες, πραγματικά.
Περνάμε από το σφυροδρέπανο στο αστέρι. Είναι μια φυσιολογική κατάληξη. Μιας πορείας που έρχεται τρέχοντας από το ’68. Από την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πλήρη καταδίκη του. Στο ξεπέρασμα του Μαρξισμού και του Λενινισμού, στο ξεπέρασμα της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος. Στην ανάδειξη των συμβουλίων και των κοινοτήτων. Στην ανάγκη δημιουργίας του επαναστατικού λαϊκού απελευθερωτικού στρατού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, που πιστεύουν ακόμη στο κόμμα, το ένοπλο, που το προτείνουν και εργάζονται για να το δημιουργήσουν. Και είναι πολύ δυνατοί.
Εμείς θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τον λαό, την κοινωνία.
Δικός της είναι ο αγώνας και ο πόλεμος.
Δεν τον αναθέτει σε τρίτους, σε κανέναν, τον ιδιοποιείται.
Τον διεξάγει η ίδια.
Η ίδια διαλύει το κράτος, διαλύει το υπάρχον, τους θεσμούς τους κυρίαρχους, το αξιακό της σύστημα. Θα δημιουργήσει νέους, θα τους επινοήσει, τους γεύεται ήδη στις συναναστροφές της,  έχουν γεύση αλλιώτικη, sapore diverso.
Δεν θα της κάνει άλλος την δουλειά, δεν θα το κάνει άλλος γι αυτήν.
Η κοινωνία οργανώνει την αυτοάμυνα της, οργανώνει και τις επιθέσεις της. Αυτόνομα.
Διαλέγει τον χώρο και τον χρόνο, μετράει τις δυνάμεις της και δρα
Πράττει ήδη, ζει το καινούριο, ψήγματα αυτού έστω
Δεν περιμένει
Εξερευνά, ανακαλύπτει, χαρτογραφεί.

Φτιάχνουν τον στρατό τους, η καταστολή δεν τους τρομάζει, πολεμούν το κατεστημένο κάθε μέρα, όχι μόνο στα λόγια. Οι επαναστατημένοι.
Ελευθερώνουν τις περιοχές τους, πολεμούν τις συμβάσεις, ζούνε έξω από τα όρια, μακριά, γεννούν το έμβρυο το καινούριο.
Η ελευθερία είναι εδώ, στις καθημερινές μάχες. Η αυτονομία.
Χτυπάνε τα πλοκάμια του κατεστημένου, της εξουσίας, οι άλλοι την καρδιά του.
Μια μέρα θα νικήσουν.
Η αλλοτρίωση του ανθρώπου είναι στο στόχαστρο, η απαλλοτρίωση των ζωών τους ο στόχος.
Η απελευθέρωσή της ζωής το όραμα!

 

…Επιστρέφω πίσω στις φλωρεντινές αναμνήσεις: Φτάνω στη σχολή και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας μέχρι τους επάνω ορόφους όπου βρίσκονται οι αίθουσες. Ακόμη τα νέα δεν έχουν μαθευτεί, δεν γνωρίζει ουδείς για την επίθεση.
Είναι ότι πιο δυνατό έχουμε κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα στην πόλη.
Έτσι αναμιγνύομαι στις συζητήσεις που γίνονταν για τρέχοντα ζητήματα ακούγοντας με προσοχή τους διαλόγους.
Τα παιδιά συζητούν για το επαναστατικό υποκείμενο, το ρόλο του εργάτη μάζα σαν κεντρική φιγούρα στο δρόμο προς την επαναστατική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Λέγονταν πως στη σκηνή των αγώνων έχουν θορυβωδώς εισέλθει και άλλες φιγούρες που διεκδικούν το μερίδιό τους στα πράγματα και τις αποφάσεις που παίρνονται πάνω στα σημαντικά θέματα που αφορούν τη ζωή και τις σχέσεις τις κοινωνικοπολιτικές, τις σχέσεις τις καθημερινές. Φιγούρες που απαιτούν να πάρουν μέρος στις διαδικασίες από την εμπροσθοφυλακή, που θέλουν να παίξουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής πλατφόρμας. Που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελευθέρωσή του από τα δεσμά της εργασίας και του κέρδους. Που θα φρενάρει την εμπορευματοποίηση του ατόμου και των σχέσεων.
Φτάνει με την εκμετάλλευση λένε.
Άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι, γυναίκες.
Εργασία στο σπίτι.                                                                                                                                  Ο κοινωνικός εργάτης, διασκορπισμένος στο διάχυτο εργοστάσιο που έχει καταστεί η ιταλική επικράτεια της αποκεντρωμένης πλέον παραγωγής.

‘Εμείς οι φοιτητές’, φωνάζει κάποιος.
‘Οι εργασίες μας καταλήγουν σε επιχειρηματικά γραφεία και αξιοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά, που τις εντάσσουν στο σχεδιασμό και στα πλάνα τους.’
‘Δουλεύουμε δωρεάν για το κεφάλαιο το μεγάλο, που αντλεί κέρδη από τον κόπο μας’.
‘και στα σχολεία, στις μεγάλες τάξεις, το ίδιο δεν γίνεται;’
Άλλοι συμφωνούν, άλλοι όχι.
Από κάποιους κατηγορούνται οι φοιτητές για μικροαστισμό, τους φωνάζουν και αριστεριστές.
Εγώ απαντώ πως η επαναστατικότητα πλέον είναι θέμα συνείδησης και όχι απλά ταξικό. Ότι η κυριαρχία έχει εισέλθει σε όλες τις σχέσεις και τις στιγμές της καθημερινότητας. Βλέπε κτητικότητα στις διαπροσωπικές, στον έρωτα, στην οικογένεια.
Και πως αυτός που νιώθει, και θέλει, αγωνίζεται για την υπέρβαση, για την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, σχέσεις εκμετάλλευσης, σχέσεις πατριαρχίας. Αυτός που οραματίζεται λοιπόν και κινείται σε χνάρια καινούρια, και ψάχνει νέα μονοπάτια, αυτόνομα, και τα διαβαίνει.
Αυτός δικαιούται να ονομάζεται επαναστάτης και να χαρακτηρίζεται έτσι.

L’Homme révolté

Όταν η συζήτηση γυρνά στα μέσα που δικαιούται ο εξεγερμένος να επιστρατεύσει στον αγώνα του, οι τόνοι ανεβαίνουν. Κι εδώ οι απόψεις διίστανται.
Υπέρ και κατά της επαναστατικής βίας, της χρήσης των όπλων, στους δρόμους, στο εργοστάσιο, στις γειτονιές στις σχολές. Λίγες μέρες νωρίτερα έχουν πυρποληθεί τη νύχτα αυτοκίνητα καθηγητών πολύ αντιδραστικών, άλλης σχολής. Κάποιοι επικροτούν με επιχειρήματα, άλλοι όχι, καταδικάζουν. Πολλοί κρατούν ουδέτερη στάση, μερικοί μιλούν για σύγχρονους Ρομπέν των μοντέρνων καιρών, κάποιοι απλώς χαμογελούν.

Παλιότερα θα είχα και εγώ αναμειχθεί. Τον τελευταίο καιρό κρατώ στάση λιγάκι αποστασιοποιημένη. Είμαι περισσότερο προσεχτικός. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν τόσα άλλα παιδιά που μπορούν άριστα να υποστηρίξουν τις θέσεις της πράξης και του ανταρτοπόλεμου, πως οι συνθήκες δεν ωριμάζουν από μόνες τους, πως από τα σήμερα πρέπει να δημιουργηθούν μονάδες του δικού μας στρατού, να εκπαιδευτούν στις επιθέσεις επί του εχθρού που την βία την έχει ψωμοτύρι, που κάνει ντοκτορά επί καθημερινής βάσης στην καταστολή, στις πλάτες μας επάνω, που σπάζει κόκαλα, που επιτίθεται με αγριότητα σε όσους διεκδικούν, που χτυπά αγώνες.                                        Σύντροφοι που είναι ακόμη στην περιφέρεια της μάχης, που συμπαθούν τους μαχητές.
Πράξεις χρειάζονται, καλά και τα λόγια, χρειάζεται δράση. Όλες οι μορφές αγώνα πρέπει να μπουν στο παιχνίδι.
Θα ετοιμαστούν αρκετοί από αυτούς τους συντρόφους, σιγά σιγά. Προσεκτικά. Τη θέση τους θα πάρουν άλλοι. Βήμα βήμα. Υπάρχει μεγάλη συμπάθεια. Αναπτύσσεται σε όλους τους χώρους. Στις συνελεύσεις, στα πηγαδάκια, στις επιτροπές και τις κοινότητες. Άσε που τα φυλλάδια των αυτόνομων ομάδων και των αντάρτικων οργανώσεων εμφανίζονται ως δια μαγείας σε κάθε γωνιά. Αφίσες, αυτοκόλλητα, παντού. Υπάρχει ρεύμα.
Όλα είναι θεμιτά.

Θέλεις να ζήσεις ελεύθερος, αυτόνομα, και χρησιμοποιείς ότι όπλο χωρά στην φαρέτρα σου, κάποια από αυτά έστω. Λόγο, δολιοφθορά, ενέδρα, κινηματική διαδικασίαΑυτό που σου ταιριάζει. Όλα χρειάζονται, δεν αποκλείεται τίποτα, όλα είναι καλοδεχούμενα και ισάξια. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, καλύτερο ή χειρότερο, όλα είναι αναγκαία

 

‘Σήμερα οι νέοι σακατεύονται στο δρόμο, σκοτώνονται κυνηγώντας έναν εγωισμό, αδιαφορώντας πρακτικά για τον εαυτό τους και τους άλλους. Παραμυθιάζονται απ’ τους ‘δυνατούς’, παραδίνονται στο κυνήγι του χρηματικού πλούτου μέχρι θανάτου του διπλανού που τον βλέπουν μόνο σαν ανταγωνιστή. Ραγιάς, γιουσουφάκι, παραδίδεται σε κούφιες υποσχέσεις. Φωνάζει και εξανίσταται στον καναπέ και ξεχνά τα πάντα στο κατώφλι της εξόδου από το σπίτι για μια ‘εξυπηρέτηση’. Να επαναστατούμε διαρκώς, ναι, να κυνηγάμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Καθημερινά, αλλάζοντας τον εαυτό μας με έγνοια τον διπλανό. Δεν αλλάζει αυτός που δεν το επιθυμεί. Αυτοί που φώναζαν για αλλαγή βόλεμα ήθελαν‘.

‘Και το κτύπημα τιμωρία, και αυτό το μπορεί όποιος το επιθυμεί. Αυτοί που αντέχουν! Τιμωροί, εκδικητές, να ζήσουν τη δική τους λευτεριά. Κι επαναστάτες οι υπόλοιποι στην καθημερινότητά μας, όλοι μαζί. Απείθεια, ανυπακοή, πολλοί μικροί αγώνες. Μαζί μας και οι τιμωροί, οι μαχητές. Όλοι επαναστάτες ήμαστε! Όλοι χωράνε στο καλάθι. Άλλοι μιλούν, άλλοι φωνάζουν, άλλοι πράττουν. Για το ίδιο πράγμα αγωνιούμε, κάτω από τα ίδια ασφυκτιούμε, τον ίδιο αέρα χρειαζόμαστε ν’ αναπνεύσουμε, τα ίδια όνειρα κάνουμε.
Αν δεν φοβάσαι το κελί κυνήγησε την παρανομία, τιμώρησε τους ανάλγητους. Χτύπησε το σύστημα στην καρδιά του, ίσως να μη νικήσεις, σίγουρα όμως θα τους φοβίσεις, θα νιώθεις κι εσύ καλύτερα.
Αν φοβάσαι το κελί υπάρχουν κι άλλοι τρόποι: η πένα, η συνεχής καταγγελία, οι αγώνες στο πεζοδρόμιο τον δρόμο και τις πλατείες, οι φωτιές μ’ άλλους μαζί.
Η παρανομία θέλει υπομονή σιωπή και εγρήγορση. Θέλει κανόνες. Είναι σκληρή η διπλή ζωή, θέλει κότσια.

Αγάπα τη ζωή, τη φύση, Στην επαρχία, εδώ, μπορείς να τη ζήσεις πολύ εύκολα. Αγάπα το σύνολο και όχι μόνο τον εαυτό σου. Αν θέλεις να προστατεύσεις τον εαυτό σου πρέπει να αγωνιστείς να προστατεύσεις το σύνολο. Αγάπα και άκου. Άκου το μέσα σου, αληθινά, άκου και τους άλλους, πραγματικά. Άκου. Αν μάθεις ν’ ακούς υπάρχουν απαντήσεις σε όλα. Ίσως αυτός να είναι ο Θεός, εσύ οι άλλοι, το σύνολο, το Όλον!! Κάνε ησυχία και άκου. Ξεκουράσου, χαλάρωσε και άκου!’
‘Και χτύπα τους όπως μπορείς ! Εάν μπορείς μη το πεις σε κανένα. Όσο λιγότεροι ξέρουν τόσο καλύτερα. Ας οργανωθούν κι αυτοί, μπορούν. Στείλε μηνύματα. Δέξου μηνύματα. Όλοι ακούν, μπορούν ν’ ακούσουν, μπορούν να δεχτούν, αν θέλουν, κάποιοι. Αυτο οργάνωση χρειάζεται, αυτονομία από το παλιό, το κορεσμένο. Είναι ψεύτικο. Δεν αρκεί, δεν χρειάζεται. Μη λες τίποτα, κάνε, αρκεί. Λέγε την αλήθεια παντού, μη λες όμως τι κάνεις ούτε στον ύπνο σου.
Ξέρε πως αν αρχίσουν να γίνονται πράγματα θα ψάξουν εκεί που λέγονται πράγματα. Εδώ λοιπόν θέλει ισορροπίες. Εάν κάνεις, μη λες πολλά. Εάν λες πολλά κάνε λίγα. Θέλει προσοχή. Έχουν μηχανισμούς, ζωντανά αυτιά, κάμερες, τεχνολογία, ρουφιάνους. Πρόσεχε τριπλά.
Θέλει επιμονή για να φτάσεις στο στόχο σου. Εγωισμό, θέλει υπομονή στο δρόμο για να έρθει το αποτέλεσμα, πίστη σ’ αυτό, θα ‘ρθει οπωσδήποτε εάν την έχεις. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία θα το πούμε τόσες πολλές φορές στις κουβέντες μας!’

Μη κρατάς τίποτα για μια ειδική περίσταση, κάθε μέρα που ζεις είναι μια ειδική περίσταση!
Ακούστε αυτά τα λόγια με προσοχή, δεν είναι δικά μου, είναι όλων μας:

‘Περνώ περισσότερο χρόνο με την οικογένεια και τους φίλους μου. Δουλεύω λίγο. Συνειδητοποίησα πως η ζωή είναι το σύνολο των εμπειριών που σε γεμίζουν και όχι απλή επιβίωση. Δεν μαζεύω πια τίποτα. Χρησιμοποιώ τα ακριβά κρυστάλλινα ποτήρια κάθε μέρα. Δεν κρατώ το ακριβό κασμίρ κοστούμι μου για τις ειδικές περιστάσεις. Το φοράω το πρωί όταν πάω στη δουλειά
Η ρήση ‘μια μέρα’ εξαφανίστηκε από το λεξιλόγιό μου. Αν αξίζει να κάνεις κάτι, κάνε το τώρα !τώρα προσπαθώ να μην αναβάλλω οτιδήποτε που θα μπορούσε να μου προσφέρει γέλιο και χαρά για κάτι άλλο που είμαι υποχρεωμένος να κάνω. Κάθε μέρα λέω στον εαυτό μου: ‘αυτή η μέρα είναι ξεχωριστή’.

»Δίνε στους ανθρώπους περισσότερα από αυτά που περιμένουν από σένα και κάνε το με γούστο.
Όταν λες σ’ αγαπώ πες το σοβαρά. Όταν λες λυπάμαι κοίτα στα μάτια αυτόν στον οποίο απευθύνεσαι. Αγάπα βαθιά και με πάθος. Μπορεί να βγεις λαβωμένος από αυτή την αγάπη αλλά είναι ο μόνος τρόπος να ζήσεις ολοκληρωτικά την ζωή.
Σε περίπτωση διαφωνίας να είσαι δίκαιος. Μην προσβάλλεις και μη δικάζεις τους άλλους για τα λάθη των γονιών τους. Να μιλάς αργά, αλλά να σκέφτεσαι γρήγορα. Μην επιτρέψεις μία μικρή ανοησία να καταστρέψει μια μεγάλη φιλία. Αν διαπιστώσεις πως έκανες λάθος, επανόρθωσε το αμέσως. Παντρέψου άτομο που του αρέσει η συζήτηση.
Πέρνα λίγο καιρό μόνος, άνοιξε την αγκαλιά σου στην αλλαγή. Χωρίς να ξεχάσεις τις αρχές και τις αξίες σου. Θυμήσου πως η σιωπή πολλές φορές είναι η καλύτερη απάντηση. Κάνε ότι μπορείς για να δημιουργήσεις ένα περιβάλλον ήσυχο και αρμονικό.

Να σέβεσαι τον πλανήτη μας. Μην διακόπτεις ποτέ κάποιον τη στιγμή που σου δείχνει την αγάπη του. Μην εμπιστεύεσαι κάποιον που δεν κλείνει τα μάτια του όταν σε φιλάει. Μια φορά τον χρόνο πήγαινε κάπου που δεν έχεις πάει ποτέ. Κρίνε την κάθε επιτυχία σου με βάση όσα αναγκάστηκες να απαρνηθείς για να μπορέσεις να τα καταφέρεις. Αν κερδίσεις αρκετά χρήματα διέθεσε ένα μέρος για την βοήθεια των άλλων’’.

Άκουσε φίλε και κάποιους άλλους που φωνάζουν: η κραυγή της γης και ο Δαλάι Λάμα του Τροπικού Δάσους: »πρέπει να ακούσουμε την κραυγή της Γης που ζητάει βοήθεια. Δεν μπορείς να τιμολογήσεις την Γη. Η Γη δεν μπορεί να αγοραστεί, να πουληθεί ή να ανταλλαγεί. Λευκοί, μαύροι και ιθαγενείς πρέπει να πολεμήσουν μαζί για να σώσουν τη ζωή του δάσους και της Γης.’’

Ντάβι Κοπενάουα Γιανομάμι: ’αν δεν πολεμήσουμε μαζί, ποιο θα είναι το μέλλον μας; Τα παιδιά σας χρειάζονται την Γη και τη φύση ζωντανές. Εμείς οι Ινδιάνοι θέλουμε να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματά μας. Μπορείτε να διδαχτείτε από εμάς και τους σαμάνους μας. Αυτό είναι σημαντικό όχι μόνο για τους Γιανομάμι αλλά για το μέλλον ολόκληρου του κόσμου!’

Ομάρ Φαρούκ Τεμπιλέκ Τουρκο αιγύπτιος μουσικός:
‘’οι περισσότεροι έχουμε ρηχή αναπνοή. Ουσιαστικά δεν αναπνέουμε. Η βαθιά εισπνοή και εκπνοή,ο ρυθμός, η εσωτερική γαλήνη μπορούν να σε οδηγήσουν σε μια πιο βαθιά επαφή με τον εαυτό σου. Επιπλέον, έχεις μια έντονη αίσθηση του θείου, της αγάπης του Θεού προς όλα τα πλάσματα του. Γεμίζεις με αγάπη. Δεν είμαι θρήσκος, αλλά έχω μια πολύ έντονη αίσθηση του ιερού. Βλέπετε πιστεύω πολύ και στο σώμα, είναι ο ναός του Θεού κι εκεί κρύβεται το πνεύμα μας κρυμμένο. Έτσι, για μένα, η μουσική είναι μια μορφή προσευχής.’’

Ας βγούμε ξανά προς τα έξω ν’ ακούσουμε τον γεωγράφο Αλί Μπενσαάτ : ‘για μένα αυτή η χρονιά [2008] ήταν μια χρονιά σωτήριας αταξίας. Μια χρονιά που μου δίνει τη διάθεση να πλέξω το εγκώμιο της αταξίας. Πολλοί μπορούν να σκεφτούν πως μιλώ για το παγκόσμιο οικονομικό χάος, αυτό το γιγάντιο χρηματιστηριακό κραχ, αυτή την κρίση της παγκοσμιοποίησης, που αποσυνδέει την πραγματικότητα από τους ανθρώπους.’ Κι όμως ο Μπενσαάτ μιλάει για το χάος που προκαλούν τα ανεξέλεγκτα κύματα των λαθρομεταναστών, δημιουργώντας μια αταξία στην παγκόσμια ‘τάξη’ και που επιβάλουν την επιστροφή της ανθρώπινης διάστασης που παρέμεινε κρυμμένη. ‘Αυτοί οι μετανάστες είναι ο ταραχοποιός κόκκος της ερήμου που εισχωρεί στον παγκόσμιο θεσμικό μηχανισμό και ζητά μια παγκόσμια ανθρώπινη κυβέρνηση. Με την επιμονή τους, θα καταφέρουν να γίνουν αποδεκτοί με τον ίδιο τρόπο που έγιναν αποδεκτοί σήμερα στο οικονομικό επίπεδο. Ο Θουκυδίδης πριν από 25 αιώνες έλεγε πως ‘τα τείχη είναι λιγότερο ισχυρά από τη βούληση του ανθρώπου να τα υπερβεί ‘. Αυτή η ρήση δεν μας υπενθυμίζει απλά πως τα τείχη είναι άχρηστα, αλλά πως κυρίως είναι επικίνδυνα για εκείνους που προστατεύουν, γιατί η έγερση τειχών σηματοδοτεί την αρχή της κατάρρευσης ενός συστήματος, πάντα‘’.

Από την άλλη μεριά : η Μαρίνα Πετρέλλα, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, κατέφυγε στην Γαλλία το 1993, αξιοποιώντας το άτυπο άσυλο που είχε χορηγήσει ο Μιτεράν. Όμως το γαλλικό κράτος υπαναχώρησε, η Πετρέλλα βρέθηκε στη φυλακή και είναι υπό έκδοση στην Ιταλία. Πάσχει από βαριά κατάθλιψη και αργοπεθαίνει. Από την απομόνωση η Μαρίνα έστειλε στον σύντροφό της Αχμεντ Μερανσί, πατέρα της δεύτερης κόρης της μια φωτογραφία με θάλασσα και ήλιο. Από πίσω έγραψε: ‘θα μπορούσε να είναι η θάλασσα της Κρήτης, αλλά δεν θα τη δούμε ποτέ. Περάσαμε καλές και κακές στιγμές, αλλά δεν είναι ώρα για απολογισμούς, ας αρκεστούμε που τις ζήσαμε. Tώρα σου ζητώ να φροντίσεις να μεγαλώσει η Έμμα με υγεία, όχι υπάκουη ή επαναστάτρια, αλλά με υγεία και καλές αρχές. Όσο για μένα είσαι ο τελευταίος άνδρας που αγάπησα …όπως σου είχα υποσχεθεί.’’

Και λέμε λοιπόν: σε ένα κόσμο δίχως αξίες, όπου η μόνη αξία και αρχή που διαλαλείται από κάθε πλευρά είναι το κέρδος και ο πλουτισμός χωρίς αναστολές, ότι κι αν αυτό κοστίζει, η μόνη διέξοδος είναι να δώσουμε αρχές στα παιδιά μας, είναι η αντίσταση στο σύστημα. Και αυτό δεν μπορεί παρά να φέρει ανυπακοή και τελικά σύγκρουση. Δώσε αρχές στο παιδί σου φωνάζει η Petrella, δεν χρειάζεται να το καθοδηγήσεις. Αύριο θα συγκρουστεί από μόνο του ένα παιδί με αρχές ενάντια στην κατάπτωση. Μη καθοδηγείτε τα παιδιά σας, διδάξτε τους αξίες, αφήστε τα ελεύθερα, μη κρύβετε την αλήθεια, διδάξτε την τους. Η αλήθεια ελευθερώνει. Αγάπη Τζόνι, σεβασμός, αλληλεγγύη. Πάλη για το δίκαιο, ατομική, κοινωνική.

hasta siempre

Λέει ο Τζόνι Ρότεν:
‘’η ελευθερία είναι καταπληκτική, σκέψου ότι ήμασταν απαγορευμένοι στην Ανατολή και τη Δύση την ίδια ακριβώς εποχή. Μία τιμή που δεν απόκτησε καμία άλλη πολιτική δύναμη. Οι Sex Pistols δημιούργησαν περισσότερες απαγορεύσεις από όσες κατάργησαν, ήταν το αποτέλεσμα του ότι ανοίξαμε με τη βία όλες τις πόρτες. Έτσι όλες οι πολιτικές δυνάμεις απέδειξαν ότι είναι εχθροί της ελευθερίας’’ .

‘’Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο’’, Μαχάτμα Γκάντι.

‘’Αυτοί που περιμένουν ότι οι περίοδοι αλλαγής θα είναι χαλαρές και χωρίς συγκρούσεις δεν έχουν μελετήσει την ιστορία του’’. Τζόαν Γουάλατς Σκότ, καθηγήτρια Ιστορίας, Αμερικανίδα.

‘Καμία κοινωνική αλλαγή δεν επήλθε χωρίς μια επανάσταση- και επανάσταση δεν είναι παρά σκέψη που μεταφέρεται στην πράξη’
Έμα Γκόλντμαν, Λιθουαμερικανίδα μορφή του αναρχικού κινήματος.

Σέρζ Χαλιμί. Ο νέος διευθυντής της Μόντ Ντιπλοματίκ : ‘’απειλείται η ελευθερία της σκέψης. Όχι από κάποιο σύγχρονο δεσποτισμό αλλά από την συγκέντρωση των ΜΜΕ από ορισμένους βιομηχάνους. Αν πριν από 45 χρόνια ο πρόεδρος του ριζοσπαστικού κόμματος είχε πει ότι 200 οικογένειες που ελέγχουν την οικονομία ελέγχουν και την πολιτική, σήμερα από τους 13 πλουσιότερους Γάλλους, που έχουν περιουσία πολλών δις δολαρίων έκαστος, οι 7 δραστηριοποιούνται σε επιχειρήσεις Τύπου και ΜΜΕ.’’

Gli autonomi – volume III

Αυτονομία 3 «Είναι η κρίση – η κρίση ενός «κόσμου», εκείνου της απεριόριστης ανάπτυξης, της παραγωγής δίχως τέλος, της συνεχώς αυξανόμενης κατανάλωσης, μιας λογικής καμπύλης της ιστορίας – το πολιτιστικό παράδειγμα εκείνης της δεκαετίας, η πραγματική επιστημολογική ρήξη που διατρέχει την επιστημονική έρευνα, την επικοινωνία, την καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις, την πολιτική. Και αν κάποια σχέση μπορεί να βρεθεί με το τώρα, είναι ολόκληρη εδώ. Αντιμέτωπα με τις μεταμορφώσεις της παραγωγής, μπροστά στην «κρίση», συγκρούστηκαν έτσι δύο οράματα, δύο πολιτισμοί.
Το πρώτο, αυτό των ιταλών κομμουνιστών, του προγραμματισμού, του κρατισμού, της μείωσης της κατανάλωσης. Της «λιτότητας». Το άλλο, αυτό της εργατικής αυτονομίας, του πολλαπλασιασμού των αναγκών, της αύξησης των μισθών και των εισοδημάτων, της διεύρυνσης της παραγωγής, της άρνησης της εργασίας και της «απραξίας», της εντατικοποίησης της σύγκρουσης. Της «ανάπτυξης». Οι κομμουνιστές θέλουν να απορροφήσουν την κρίση, για να κινηθούν στο όνομα της συμβατότητας, ένα όλον συμπαγές με τον «ιστορικό συμβιβασμό»: αυτός είναι ο πολιτισμός τους.
Η εργατική αυτονομία, αντιθέτως, για την κρίση διαβάζει το πολιτικό χαρακτηριστικό,
της «κυριαρχίας», και θέλει να την ανατρέψει. Ένας νέος κόσμος μπορεί να εμφανιστεί, εμφανίζεται ήδη, ο παλιός κόσμος αντιστέκεται και τον συμπιέζει. Αυτή είναι η κουλτούρα μας. Και αν κάποια σχέση μπορεί να υπάρχει με το τώρα, είναι όλη εδώ. Χωρίς ενοχές, οι αυτόνομοι σαμποτάριζαν τα εργοστάσια και την διοίκηση της παραγωγής, την κυριαρχία της, έσπαζαν τις βιτρίνες των καταστημάτων και έκλεβαν τα ρούχα, εισέβαλαν στα σούπερ μάρκετ και γέμιζαν τα καρότσια με σολομούς και φουά γκρα, με σαμπάνια και ουίσκι, κατελάμβαναν τα σπίτια και τις γειτονιές και τις πλατείες, δεν πλήρωναν τους λογαριασμούς τους, διέκοπταν τα μαθήματα των κόκκινων βαρόνων και τους κορόιδευαν. Χωρίς ενοχές, αποτίναζαν από πάνω τους την κουλτούρα της κρίσης. Πιπιλίστε στην εσείς, την κρίση, εμείς έχουμε έναν κόσμο που πρέπει να αρπάξουμε. Με τις κουκούλες. Στην ανάγκη, με το P38. Ναι. Ήμασταν τραχείς; εμείς ήμασταν άκομψοι; Και πού ήταν η esprit de finesse, στα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα που τριγυρνούσαν μες τις πλατείες, στους καραμπινιέρους που πυροβολούσαν στο ύψος ανθρώπου, στα συνωμοσιολογικά ντελίρια, στη χυδαιότητα των κομμουνιστών;
Αυτή είναι η κρίσιμη μάχη εκείνων των ετών, αυτής της δεκαετίας, μια σύγκρουση όλη προς τα αριστερά. Η πολιτιστική μάχη είναι όλη «πολιτική». Η πολιτιστική μάχη είναι όλη «βία». Αλλά είναι στην καλύτερη παράδοση αυτής της χώρας: είναι όταν η πολιτιστική μάχη έχει γίνει πολιτική, δημόσιος χώρος, κοινωνικά κινήματα, που η Ιταλία βρέθηκε ξανά, ως γλώσσα, ως έδαφος, ως «έθνος». Το να μην διαβάζεται ακόμα εκείνη η πολιτική μάχη σαν πολιτιστική σύγκρουση, και σαν κρίσιμη σύγκρουση για εκείνο που έχει έρθει, είναι η διαιώνιση μιας άπονης, αναίσθητης άγνοιας».

Από την εισαγωγή των Lanfranco Caminiti και Sergio Bianchi

Gli autonomi – volume I

Αυτονομία 1 : ενώ στην Ιταλία η εργατική Αυτονομία καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, διασκορπίζεται, οι θεωρίες και οι πρακτικές της γίνονται προνομιακό έδαφος παρατήρησης και αναφοράς για τα κινήματα σε αγώνα στον κόσμο και για την κριτική σκέψη. Τα βιβλία της, οι ιστορίες του, οι συγγραφείς της μεταφράζονται πλέον σε όλες τις γλώσσες. Η Αυτονομία γίνεται ένα από τα λίγα ιταλικά «προϊόντα εξαγωγής», λίγο πολύ όπως η Vespa των χρόνων Πενήντα ή τα Armani της δεκαετίας του ’80. Για την Ιταλία της δεκαετίας του εβδομήντα δεν υπάρχουν πολλά άλλα για τα οποία κάποιος να μιλήσει.

Στη δεκαετία του ’60 και στη δεκαετία του ’70 την Ιταλία διέσχισε μια κοινωνική σύγκρουση διάρκειας και έντασης που δεν έχει παρόμοια- ίση στην πιο πρόσφατη ιστορία. Όλο το φαντασιακό της επανάστασης έχει κατακρημνιστεί εδώ: δεν υπάρχει μια λέξη που δεν έχει ειπωθεί, δεν υπήρξε χειρονομία- κίνηση που δεν έχει πραγματοποιηθεί. Δεν υπήρξε θεωρία που δεν θεωριτικοποιήθηκε. Δεν υπήρξε αγώνας στον κόσμο που να μην έχει ληφθεί υπόψη,τον οποίο χρεωθήκαμε και με τον οποίον δεν υπήρξαμε αδέλφια για τουλάχιστον μια μέρα. Όλα τα όνειρα και όλοι οι εφιάλτες των επαναστάσεων έγιναν σάρκα εδώ.
Αυτή είναι η ιταλική ανωμαλία.
Ότι όλα αυτά προκάλεσαν μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι πραγματικά δύσκολο να το αρνηθείς τώρα. Ότι όλα αυτά έχουν προκαλέσει πραγματικά μια βαθιά μεταμόρφωση της χώρας αυτής είναι δύσκολο να αναγνωριστεί τώρα.
Η τεράστια συνειδητοποίηση της εργασίας, η αυτονομία της τάξης, είναι ο καθοριστικός παράγοντας της ιταλικής ανωμαλίας της δεκαετίας του ’60 και της δεκαετίας του ’70, η παρουσία του «μεγαλύτερου δυτικού κομμουνιστικού Κόμματος» είναι ένας σχετικός παράγοντας. Και από κάποιο σημείο και μετά (η «κρίση» της δεκαετίας του ’70) γίνεται ένας αντίθετος και αντιτιθέμενος παράγοντας, στέκεται απέναντι. Η δεκαετία του εξήντα και η δεκαετία του ’70 μπορούν να διαβαστούν ουσιαστικά ως μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ της ταξικής αυτονομίας και των ιταλών κομμουνιστών. Μια σύγκρουση ολόκληρη «μέσα» στην εργασία. Οι αυτόνομοι «προσωποποιούνται – ενσαρκώνουν» αυτή τη σύγκρουση.

Το κλειδί ίσως βρίσκεται εδώ: οι αυτόνομοι είναι περισσότερο συναφείς, σχετίζονται περισσότερο με την ιταλική ανωμαλία παρά με την αυτονομία των εργαζομένων. Όταν ο μεγάλος κύκλος των εργοστασιακών αγώνων έχει τελειώσει, όταν αρχίζει να εξαντλείται η μαζική κινητοποίηση, όταν έχει χαθεί η επανάσταση, να, εμφανίζεται και πάλι η ιταλική ανωμαλία: οι αυτόνομοι. Όταν οι εμπειρίες, τα άτομα, οι ομάδες και τα κόμματα της επαναστατικής αριστεράς έχουν διαλυθεί, συγχωνευθεί, διασκορπιστεί, εδώ είναι οι αυτόνομοι, νάτοι.                                                                                                                                Το πραγματικό σκάνδαλο, η πραγματική ανωμαλία της εργατικής αυτονομίας είναι η βία.

Οι αυτόνομοι ήταν βίαιοι. Οι αυτόνομοι «ήταν» η πλατεία. Η πλατεία είναι ο χαρακτηριστικός τόπος, ο απόλυτος τόπος της πολιτικής εκείνης της εποχής, εκείνων των καιρών. Οι αυτόνομοι παίζουν την πολιτική τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, από την αντίθετη πλευρά, υπάρχουν τα θωρακισμένα αυτοκίνητα. Τα τεθωρακισμένα φυλάσσουν τις πλατείες.
Από τον πρόλογο του Lanfranco Caminiti

Gli autonomi – volume IV

Αυτονομία 4: «Όταν η έδρα της via dei Volsci άρχισε να αποτελεί σημείο αναφοράς, η ρωμαϊκή πολιτική κατάσταση κατέγραφε την παρουσία όλων των ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αν και η πολιτική εκπροσώπηση ήταν σταθερά στα χέρια του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μόνο σε ορισμένους τομείς των υπηρεσιών αμφισβητούνταν η ηγεμονία του κομμουνιστικού Κόμματος και των συνδικάτων. Οι σιδηροδρομικές επιτροπές βάσης Cub είχαν ασκήσει μορφές αγώνα πολύ σκληρές, παραλύοντας επανειλημμένα τον σιδηροδρομικό σταθμό Roma Termini, στην SIP ( τηλεφωνική υπηρεσία εθνικού χαρακτήρα) ενεργούσε ένας σημαντικός πυρήνας εργατών.

Στον τομέα της υγείας υπήρχε η αναφορά της Συλλογικότητας εργαζομένων και σπουδαστών του Γενικού Νοσοκομείου, Collettivo lavoratori e studenti del Policlinico και στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας η πολιτική επιτροπή της Enel, Comitato politico Enel.
Αυτοί οι οργανισμοί  αποτελούνταν αποκλειστικά από εργαζομένους: υπάλληλοι, τεχνικοί ή διοικητικοί, και εργάτες. Ακριβώς, εργάτες, είτε φορούσαν την μπλούζα σαν νοσηλευτές, την στολή των μεταφορέων ή την φόρμα της Enel, ήταν εργατική δύναμη που την εκμεταλλεύονταν όπως τους άλλους που βρίσκονταν στα εργοστάσια, ακόμη και αν τους έλειπαν τα «στίγματα» των ροζιασμένων χεριών. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Volsci να επιβάλουν στην προσοχή του κινήματος εκείνες τις φιγούρες που σνόμπαραν oi ερμηνευτές της εργατικής τάξης, σαν να ήταν αντιπαραγωγικές ή παρασιτικές, που εξακολουθούσαν να θεωρούνται αμελητέες, περιθωριακές σε σχέση με την ερμηνεία της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας.
Δεν υπήρχε άλλη πολιτική οργάνωση στη Ρώμη που να είχε αυτή την αγωνιστική και στρατευμένη σύνθεση σε σχέση με την οργανωτική δομή, και αυτός ήταν ένας άλλος παράγοντας που έκανε τη διαφορά με τις άλλες εμπειρίες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Αλλά δεν υπήρξε εύκολο να γίνει αποδεχτή εκείνη η πολυμορφία και διαφορετικότητα, η οποία ήταν επίσης διαφορετικότητα στην γλώσσα, στο λεξιλόγιο και στις συμπεριφορές »

Gli autonomi – volume II

Garbatella. Ανοιξιάτικο βραδάκι στη σκιά του Palladium. Ανταλλάσσοντας φράσεις και εικόνες, ρήματα που υποβάλλονται από τη μνήμη, εκφράσεις σημαδεμένες από τον χρόνο κι όμως συζευγμένες στο παρόν, ονόματα συντρόφων και χαμένες βιογραφίες. Στην πινακίδα του θεάτρου της γειτονιάς ξεχωρίζουν τώρα ραντεβού τρίτης πανεπιστημίου. Για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του εβδομήντα, στο «σινεμά του μπαρ Foschi» υπήρχε ένα ολόκληρο φεστιβάλ ελαφριών ταινιών με κόκκινα φώτα, γεμάτες από Καυτά καλοκαίρια της Fanny ή Μαύρες Εμανουέλλες, που κάθε τόσο εναλλάσσονταν με επεισόδια του Dario Fo που έδινε το Mistero Buffo ή με τον Victor Cavallo που ήδη ανακοίνωνε, αυτοσχεδιάζοντας τες στον πάγκο κάποιας ταβέρνας, τις αναρχοκαταστασιακές επιδρομές του Scarface που «είναι dibartolomei και αρσενικός», «ψηφίζει κομμουνιστές και κρύβει τον baader στα σοκάκια της Ρώμης», «είναι πούστης romanista και φέρνει λουλούδια βλεμμάτων στον τάφο του maccarelli στη λεωφόρο tormarancio».

Χρειάστηκαν είκοσι πέντε χρόνια για να επιστρέψει από την εξορία της Γαλλίας και το συναισθηματικό αντίκτυπο ενός τέτοιου τόπου τον συνεπαίρνει πλήρως. Ακολουθεί τις καμπύλες που σχεδιάστηκαν από τον Innocenzo Sabbatini, τα κενά και την πληρότητα της αρχιτεκτονικής του, το τύμπανο και τις καμάρες που κόβονται στον τοίχο, μια κοιλότητα από τούβλα και τις κολώνες της εισόδου που στοχεύουν προς τα πάνω την στοά με τα μεγάλα παράθυρα. Στο χαρτί γλιστρούν σκίτσα με μολύβι και το τύμπανο του κτιρίου σπάει στη μέση με γραμμές δρόμων που από εδώ διακλαδίζονται σαν αστέρι ενώ, ανάμεσα σε ματιές γύρω και λέξεις που ξαναβρέθηκαν, παίρνουν ζωή ιστορίες και γεγονότα μιας μακράς εποχής που ονομάζονταν αυτονομία.

“Σε μια τέτοια πλατεία την πρώτη φορά που έβαλα το πόδι μου ήμουν δεκαέξι χρόνων, την τελευταία μια δεκαριά περισσότερα. Από εδώ, κατά μήκος της Via Cravero, κατέβαιναν οι πορείες που από το γυμνάσιο μου στην Tormarancia πήγαιναν να χωθούν στο μετρό Β εδώ στο κάτω μέρος της Piazza Pantera. Ανεβαίναμε όλοι χωρίς να πληρώσουμε. Στα χρόνια του ’70 αυτό το μέρος το ανακάλυψα ως μαθητής στις μεσαίες τάξεις λόγω εκείνης την εξέγερσης του μαίου κατά του ΝΑΤΟ. Υπήρξε μια καταιγίδα ανθρώπων και εξακολουθώ να έχω στα μάτια μου τις κούρσες στα μονοπάτια των αγώνων, τις αντιστάσεις στους φρουρούς, τα πρώτα αέρια που εισπνεύσαμε. Η αίσθηση, ίσως υπερβολική, ήταν εκείνη μιας ολόκληρης γειτονιάς που αγωνίζονταν μαζί σου, που διαδήλωνε, που ρίσκαρε. Και που έστελνε επίσης κατά διαόλου εκείνους τους τέσσερις σπασαρχίδες του PCI-ΚΚΙ της Villetta που μέσα σε όλη εκείνη την φασαρία που υπήρχε ανησυχούσαν μόνο να πιάσουν απ’ τον γιακά τα μέλη τους, καλώντας τους να τα παρατήσουν, απειλώντας τους πως θα λογαριαστούν στα γραφεία αν δεν εγκατέλειπαν τις συγκρούσεις. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος αέρας γύρω από την Garbatella και για πολύ καιρό, από εκείνη την έκρηξη απελευθέρωσης, ίχνη της διατηρήθηκαν ακόμα και στα παιδικά παιχνίδια. Από τον Περιφερειακό μέσω της via Caffaro και της οδού Ferrati κροτάλιζε
κινούμενο το τραμ το οποίο έπαιρνε αυτή τη στροφή και ανέβαινε επάνω από την via Passino. Στο ύψος της αγοράς αναγκάζονταν πάντα να επιβραδύνει και, όταν μια αξέχαστη χιονόπτωση έπεσε στη Ρώμη τον χειμώνα, ακριβώς αυτό το σημείο μετατράπηκε σε ζώνη για ενέδρες. Τα παιδιά έχτιζαν πυρομαχικά με μπάλες χιονιού, στη συνέχεια πετάγονταν από τα σκαλάκια της αγοράς με τα κασκόλ να καλύπτουν τα πρόσωπά τους και εφορμούσαν επάνω του με την κραυγή Giap, Giap, Ho chi Minh. Βρε παιδιά γιατί φωνάζετε; Τους έλεγε κάποιος μεγαλύτερος από αυτά. Τι σε νοιάζει, έκαναν εκείνα, φωνάζω αυτό που γουστάρω και μ’ αρέσει, είναι μια κραυγή μάχης. Εκείνη τη χρονιά ορισμένα συνθήματα κατέληξαν και στο πέταλο στο γήπεδο και επάνω στο ρυθμό του ce nàest quàun dèbut χτυπούσαν τα χέρια με τα ονόματα των Amarildo, Ciccio Cordova, Scaratti και Del Sol στη θέση των Mao και Lin Piao.»

Η έδρα της Lotta continua, τότε, δεν ήταν ακόμα η έδρα της Lotta continua. Στην πόρτα υπήρχε ένα σύμβολο με ένα σφυρί και ένα δρεπάνι και ένας στυλιζαρισμένος χάρτης του κόσμου φτιαγμένος σε φέτες από παράλληλες και μεσημβρινές οι οποίες, στην πρόθεση του σχεδιαστή, έδιναν αμέσως την ιδέα μιας Διεθνούς νέου τύπου. Ωστόσο το κόμμα χωρίς σύνορα είχε δύσκολο ακρωνύμιο αν και ιστορικό, ονομαζόταν Psiup, και σύντομα θα διαλύονταν από ζητήματα απαρτίας και εκλογικής λογιστικής.

“Αυτή την έδρα στη via Passino την πήρε αμέσως η κομμουνιστική Ομάδα Garbatella και αργότερα θα γίνει η ρωμαϊκή έδρα της Ομάδας Gramsci. Η Gramsci με τη σειρά της θα τελειώσει, μετά από μερικά χρόνια, αποφασίζοντας την αυτοδιάλυση της μέσα στο κίνημα. Ήταν η κατάληψη του Mirafiori του ’73 που έδωσε μια επιτάχυνση εργατισμού σε όλο τον προβληματισμό τον σχετικό με την οργάνωση και εκείνη είναι λιγάκι η ημερομηνία έναρξης της αυτονομίας. Είδα, σε μια θεατρική ανακατασκευή της υπόθεσης Moro φτιαγμένη από τον Marco Baliani, μια εκδοχή εκείνης της επιλογής. Ο συγγραφέας μιλάει για το συμβάν λες και στη Garbatella να είχε τεθεί σε ψηφοφορία, ακόμη και με το σήκωμα χεριών, η είσοδος στην παρανομία και πως η διάλυση εκείνη ήταν η αρχή του τέλους. Όσο για μένα έχω άλλες αναμνήσεις, οι bierre-ερυθρές ταξιαρχίες δεν υπήρχαν τότε, ή τουλάχιστον εδώ δεν ήταν ένα πρόβλημα και κάποια περάσματα δεν τα θυμάμαι με τόση δραματικότητα . Ασφαλώς η επιλογή της αυτονομίας δεν ήταν κάτι για προσκόπους και σε μερικούς η στροφή έφερε ζάλη. Ο Vittorio τα παρατάει αμέσως, άλλοι την θεωρούν ως μιλανέζικη εφεύρεση και δεν την αποδέχονται, τότε ο Αldo δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα να έχει να κάνει με τους Volsci, του κάθονταν στ’ αρχίδια, και σιγά σιγά άρχισε να ξεγλιστράει, κάποιος, νομίζω οι Greg και Lanfranco πήραν το τρένο και πήγαν επάνω στο Μιλάνο στη Via Disciplini στην έδρα του Rosso για να καταλάβουν τι αέρα φυσούσε αλλά εκεί συνάντησαν τον Iacopo Fo που τους είπε ήσυχα ότι είχαν λίγα να καταλάβουν και πως αυτός προτιμούσε να πάει στον κινηματογράφο για να δει το Paper Moon. Εν ολίγοις μια ωραία σύγχυση αλλά, επιστρέφοντας στην Garbatella, πολλοί από εμάς, περισσότερο δεμένοι με τις καταστάσεις, με τις κολεκτίβες των σχολείων ή με κάποια εργατική επιτροπή και γειτονιάς, προχώρησαν και συνέχισαν να συχνάζουν για λίγο σ’ εκείνο το υπόγειο. Και όμως η άφιξη της Lc που βρήκε αυτό το μέρος δωρεάν μετατρέποντάς το σε γραφεία κόμματος δεν άλλαξε εκείνο το κλίμα συνοικιακής αδελφοσύνης που υπήρχε στον αέρα. Με λίγα λόγια εμείς οι αυτόνομοι της γειτονιάς ήμασταν πολύ ορατοί, συναντιόμασταν, είχαμε κοινά σημεία αναφοράς με άλλους επαναστάτες, ίσως υπήρχε ανταγωνισμός στη ριζοσπαστικότητα των πραγμάτων αλλά είναι ένας εξτρεμισμός για παλκοσένικο να λέμε ότι ενώ το Manifesto έβαζε υποψήφιο τον Valpreda ή ότι LC έφτιαχνε κόκκινα παζάρια εμείς σκεφτόμασταν μοναχά να εξαφανιστούμε από την κυκλοφορία.”

Στην διήγηση Σώμα Κράτους-Corpo di Stato εκείνη η συνέλευση του ’73 είναι ένα εμβληματικό γεγονός, γεμάτο από πάθος, ίσως ένα αφηγηματικό τέχνασμα για να γίνει λόγος για την κανονικότητα, το πόσο ήταν φυσικό, εκείνα τα χρόνια, να βρεθούμε στη θέση να κάνουμε κάποιες επιλογές. Και υπάρχει ένα αγόρι που περιγράφεται με αγάπη και πολύ ισχυρή συμπάθεια, με χαμογελαστά μάτια, ανακατεμένα και κυματιστά μαλλιά, ευγενικούς τρόπους και πάντα σημαδεμένους με εξαιρετική γενναιοδωρία. Ο συγγραφέας τον βλέπει στο κέντρο της σκηνής και τον σταματάει, με αμηχανία, καθώς σηκώνει το χέρι του στο σημάδι του p38 δίνοντας το όνομά του για μια στρατολόγηση στο ένοπλο κόμμα.

“Μια υπερβολή όπως λέγαμε. Ελπίζω μόνο να υπαγορεύεται από τις ανάγκες του θεάτρου και όχι από το συνηθισμένο παιχνίδι της μνήμης που παραμορφώνεται, σχεδόν αναγκαστικά, για να την καταστήσει συμβατή με τα γεγονότα που συνέβησαν αργότερα. Εκείνο το αγόρι είναι ο Claudio ούτως ή άλλως. Ο Claudio Pallone. Ένας σύντροφος της Garbatella μεταξύ των πιο γνωστών τότε. Μαζί με τον Giancarlo De Simoni ο οποίος ζούσε στα στραβά κτίρια του San Quintino πήγαιναν στο Borromini και ήταν οι πιο γνωστοί, την εποχή του Gramsci και ακόμη αργότερα στον χώρο του Rosso, μεταξύ των σπουδαστών και των νέων της περιοχής. Μου έρχεται να τους βάλω μαζί ακόμα κι αν οι ιστορίες τους είναι διαφορετικές. Ο Claudio σκοτώθηκε σε ένα σημείο ελέγχου των καραμπινιέρων μετά από μια ληστεία τραπέζης και στην ίδια ιστορία σκοτώθηκε και ο Arnaldo, μια εξαιρετική προσωπικότητα που ξεπήδησε ανάμεσα μας από έναν άλλο κόσμο και από μιαν άλλη εποχή και που θα άξιζε μια ιστορία από μόνος του. Και ο Giancarlo δεν υπάρχει πλέον, χτυπημένος από έναν όγκο αφού μετακόμισε στην Αυστραλία. Για την απώλεια του έμαθα στο Παρίσι σχεδόν τυχαία και δεν το περίμενα με τίποτα. Αυτή του Giancarlo ήταν μια εκρηκτική νοημοσύνη, σε επηρέαζε αφάνταστα, εύρους και μεγαλοφυίας νταντασουρεαλιστικής. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε στο στέκι ζήτησε να μιλήσει ως σύντροφος της Mani Tese. Αυτή ήταν μια οργάνωση χριστιανών βάσης και δεν τον προβλημάτισε διόλου να επιμένει, σαν σύντροφος της Mani Tese-Απλωμένα Χέρια ενώ τα πειράγματα και οι μορφασμοί έδιναν και έπαιρναν. Στη συνέχεια ακολούθησε την trasversalista τάση της αυτονομίας, εκείνη κοντά στοn Bifo και τους μπολονιέζους. Ο Claudio αντιθέτως ήταν καθαρή ενέργεια, άμεσο πάθος και επιθυμία για απευθείας κομμουνισμό. Τον αποκαλούσαμε Ερνέστο, το δεύτερο του όνομα, επειδή είχε μέσα του νοτιοαμερικανικές ρίζες και διαθέσεις, μια έντονη τρυφερότητα, μια ανησυχία να κάνει πράγματα σημαδεμένη από την ανίατη επιθυμία να παίξει μπουνιές με την αδικία. Η δική του ήταν μια αρχαία ενέργεια που ξεκινούσε από μακριά, τροφοδοτούμενη και από οικογενειακές ιστορίες, από περασμένες μάχες, από συγγενείς που υπήρξαν τολμηροί του λαού-arditi del popolo και που είχαν πολεμήσει στην Ισπανία, ή απλούστερα, από το γεγονός ότι η μητέρα του είχε κάνει πανεπιστήμιο στην Αργεντινή την εποχή του Τσε. Η αυτονομία του δεν υπέφερε τις συναντήσεις, ήταν πολύ της πλατείας και, όταν ήταν απαραίτητο, της ένοπλης δράσης, ατομική χειρονομία ή συλλογική επανοικειοποίηση. Από την επίθεση στο Consorti μέχρι τις πορείες του σαββάτου για δωρεάν κινηματογράφο δεν υπάρχει φάση προσέγγισης στο εβδομήντα επτά που δεν τον είδε παρόντα. Είχε τις εκρήξεις αυτοσχεδιασμού του και τον βλέπω ξανά εκείνη την πρώτη φορά στο δισκογραφικό κατάστημα, ενώ όλοι άρπαζαν στη τύχη, να στοχεύει ήρεμος τον blues και jazz θάλαμο, γεμίζοντας και μετά, μόλις βρέθηκε έξω, άρχισε να διανέμει τα 33άρια λες και ήταν φυλλάδια. Σε εμένα έλαχε ένας φρέσκος John Renbourn και τον πήρα μαζί μου στα χιλιάδες μέρη που επισκέφτηκα. Ο Giancarlo αντιθέτως ήταν άλλο πράγμα. Ήταν δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης της ανατρεπτικής δράσης, ακολουθούσαν διαφορετικά μονοπάτια και θάρρητα, παρόλο που ήξεραν πώς να βρεθούν μαζί σε πολλές περιπτώσεις. Υπάρχει μια φωτογραφία, αν θυμάμαι σωστά, που νομίζω ότι τους αποθανατίζει καλά κάτω στην πρυτανεία κατά την έφοδο στο καμιόνι του Λάμα. Ο Claudio πετά αντικείμενα. Ο Giancarlo φαίνεται σχεδόν ότι πυροβολεί το κόκκινο Dodge του συνδικάτου με βολίδες παραπομπών του Mayakovsky. Ο Claudio βρίσκεται στην πρώτη σειρά. Ο Giancarlo πιο πίσω αλλά δεν τα παρατά. Από την άλλη πλευρά, από τους ινδιάνους μητροπολιτάνους έως τους πιο οργανωμένους αγωνιστές, από την LC στις ομάδες που απέμειναν, στο Πανεπιστήμιο υπήρχε ένα σωρό κόσμος. Δεν ήταν μόνο οι αυτόνομοι σε αντιπαράθεση με την μαλακία που έδερνε εκείνο το pci-κκι και εκείνο το συνδικάτο.”

Lama, non Lama, non l`ama nessuno – Λάμα, όχι Λάμα, κανείς δεν τον αγαπά. Το slogan στον τοίχο της Φυσικής σχολής δεν παρουσιάζεται ακριβώς σαν ένα εισιτήριο της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου και εξάλλου ο μεγαγραμματέας της Cgil είναι πεπεισμένος ότι θα εκκενώσει το Πανεπιστήμιο ανήμερα την τσικνοπέμπτη. Ο επικεφαλής του συνδικάτου δεν καταλαβαίνει τα αστεία, κανείς δεν του εξηγεί, δεν καπνίζει μπάφους αλλά πίπα και, μάλλον, στη σκιά της Minerva σκέφτεται μόνο να μετατρέψει μια συνηθισμένη μέρα καθαγιάζοντας, έξω από το σπίτι, την κεντρική θέση της «καμπής του Eur». Από την πλευρά του το κόμμα που αυτοανακηρύχτηκε Κράτος ετοιμάζει το ραντεβού της 17ης φεβρουαρίου με μια «έντονη πολιτική κινητοποίηση“. Αυτά γράφει η Unità που εκθειάζει μια αποστολή εγγεγραμμένων της San Lorenzo οι οποίοι αφισσοκολούν, καταστρέφουν αφίσες, σβήνουν εχθρικά συνθήματα στους δρόμους γύρω και απομακρύνουν κάποιες πικετοφορίες στις πύλες της Sapienza. Πράγα 68, Ρώμη 77; Είναι η ερώτηση που τρέχει σε όλα τα φυλλάδια. Ωστόσο όσοι παρευρίσκονται στο συλλαλητήριο δεν επιθυμούν να συζητήσουν. “Μην τρέχετε πίσω από χίμαιρες»ο γραμματέας γερουσιαστής επιτίθεται αμέσως. «Αυτοί που σπάνε τζαμαρίες δεν βλάπτουν τον Malfatti αλλά τον εαυτό τους» κροταλίζει το μικρόφωνο. «Κάποιοι μας κατηγορούν ότι θέλουμε να ομαλοποιήσουμε. Ομαλοποιήσουμε; Ο λουδισμός είναι ..» Η φωνή τρεμοπαίζει, τα σφυρίγματα δυναμώνουν, και μπαλόνια νερού πετούν προς το ξεσκέπαστο φορτηγό. «Η βία δεν χτίζει τίποτα καλό» επιμένει ο Lama της via Emilia. Pagheremo caro, pagheremo tutto – Θα πληρώσουμε ακριβά, θα τα πληρώσουμε όλα απαντά το ασεβές κοινό. “ο αυτοκαταστροφικός νιχιλισμός παίζει το παιχνίδι του εχθρού“ υποστηρίζει ο leader. Sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci, 35 lire 50 mila ore è questo il contratto che vogliano avere- Θυ-σί-ες θυ-σι-ες, 35 λιρέτες 50 χιλιάδες ώρες αυτό είναι το συμβόλαιο που θέλουμε να έχουμε: εγκρίνει το εξεγερμένο κίνημα. Ζήτω ο σύντροφος bettinocraxi τρόμος των αφεντικών τρόμος των φασιστών που το σκάνε με ταξί, φωνάζουν με ρυθμό οι σκληροί μια ομάδας αναφερόμενοι στο νεο γραμματέα psi υποστηριζόμενοι εν χορώ από τους εξτρεμιστές του χάμστερ αγώνα.

“Έτσι κι αλλιώς, μια ωραία ημέρα εκείνη του Λάμα. Και χρόνια αργότερα ακόμη μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα, μη γελιόμαστε, μιλάω για τον εαυτό μου αλλά νομίζω ότι είναι έτσι για πολλούς πολλούς άλλους συντρόφους, σκοτώσαμε τον πατέρα. Ο Λάμα στο Πανεπιστήμιο ήρθε με όλη την ομάδα περιφρούρησης ανεπτυγμένη. Υπήρχαν οι οικοδόμοι με τα χοντρά χέρια τους και τα νύχια φαγωμένα από την δουλειά. Ήταν οι εργάτες με τις φόρμες της Tiburtina. Και μετά μια ολόκληρη σειρά αξιωματούχων με την ομπρέλα, μέλη του κόμματος όμορφοι παρατεταγμένοι, γραμματείς που κινητοποιήθηκαν εναντίον μας. Ήμασταν ένα πλήθος εμείς αλλά κατά τα άλλα άοπλοι, χωρίς τίποτα προ-οργανωμένο. Και επειδή ήταν σχεδόν αδύνατο να περάσουμε τα φίλτρα στις πύλες. Μόνο οι ινδιάνοι κάποια στιγμή είχαν σηκώσει ψηλά μια μαριονέτα που αόριστα έμοιαζε με τον Λάμα και χόρευαν γύρω της κοροϊδεύοντας εκείνους που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά. Έλεγαν βλακείες σαν sa-cri-fi-ci sa-cri-fi-ci ή, τραγουδώντας, έκαναν piccì piccì piccini picciò – piccì piccì piccini picciò. Οι άλλοι έβγαζαν καπνούς, τα είχαν πάρει στο κρανίο σκοτεινοί και μας απαντούσαν: φασίστες ψοφίμια επιστρέψτε στους υπονόμους. Αλλά, κατά βάθος, το πράγμα που μας είχε ενοχλήσει περισσότερο ήταν όλη η προσπάθεια να ξασπρίσουν τους τοίχους με τους καθαριστές του συνδικάτου. Ήθελαν να διαγράψουν κάθε ίχνος της κατάληψης. Είχαν έρθει να φέρουν πίσω την τάξη και η πρώτη ανησυχία ήταν ακριβώς να περάσουν ένα καλό χέρι άσπρης μπογιάς επάνω σε όλα τα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους. Το φορτηγό το είχαν βάλει στον ανοιχτό χώρο ανάμεσα στη Νομική και τη σκαλινάτα του πρυτανείου με την μούρη στραμμένη προς την σχολή των Γραμμάτων. Εμείς στεκόμασταν μεταξύ της Χημείας και των Γραμμάτων γύρω από το σιντριβάνι και εκείνο το έργο λογοκρισίας δεν μας κάθονταν καλά. Πράγματι είχε φτιαχτεί επιδεικτικά, με φαντασία. Υπήρχε ένα στόμα που σχεδιάστηκε στην Πρυτανεία με γραμμένη τη φράση Ερυθρά Γέλια-Risate Rosse και ήταν αυτό που τους ενοχλούσε. Το γεγονός είναι ότι με τον τρόπο αυτό σηκώθηκε μέσα μας μια ακατανίκητη οργή, μεγάλη, απεριόριστη. Μας ούρλιαζαν τα πάντα και στη συνέχεια σε κάποιο σημείο επιτέθηκαν στην πλευρά των ινδιάνων και κάποιος από αυτούς μας έδειξε ένα πυροσβεστήρα. Για αυτούς ήταν το τέλος. Αν και ήταν πιο οργανωμένοι και σφικτοί στις γραμμές τους δεν μπόρεσαν να μας αντέξουν. Ήταν αυτοί που ξεκίνησαν, προσπάθησαν να μας απομακρύνουν, πέρασαν στις μεταλλικές βέργες. Έχω ακόμα μια ουλή στο χέρι μου προσπαθώντας να αποφύγω ένα χτύπημα που κατευθύνονταν σε μια συντρόφισσα. Αλλά ήταν εκείνοι που σαρώθηκαν, εκδιώχθηκαν προς την έξοδο του Policlinico, πετάχτηκαν έξω από το Πανεπιστήμιο. Μια δύσκολη μέρα, σκληρή, σου το είπα, και όπως την ξαναβλέπω, πάντα νιώθω την ίδια παράξενη αίσθηση. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ταινία με τη ωμότητα αυτού που συνέβη, το γεγονός ότι βρήκα τον εαυτό μου να παίζει τουβλιές ενάντια στον γραμματέα των γραφείων όπου μεγάλωσα, να κυνηγάω έναν φίλο εγγεγραμμένο στην Cgil, να χτυπιέμαι με τον αδερφό μου που στέκονταν μπροστά μου και να του φωνάζω στα μούτρα pci μπόγια. Από την άλλη έχω ακόμα την αίσθηση του αναπόφευκτου εκείνης της ημέρας. Έτσι πήγε. Δεν χρειάζεται να το ταλαιπωρήσουμε περισσότερο. Πήγε έτσι και αμήν. Με το σημερινό κεφάλι δεν ξέρω αν θα το έκανα και πάλι αλλά, με όλο το δρόμο που έβαλα κάτω από τα παπούτσια μου, δεν αναρωτιέμαι πλέον γιατί έγινε αυτό το πράγμα με τον Λάμα αλλά πώς θα μπορούσε να μη συμβεί αυτό που συνέβη τότε.”

Στους τοίχους της Garbatella τριάντα χρόνια μετά το ’77 υπάρχουν εκείνοι που έχουν ξαναρχίσει να τους χρωματίζουν με φράσεις και συνθήματα εκείνης της εποχής. Μια Εργατική Απόλαυση-Godere Operaio που εμφανίστηκε στην SantàEurosia περνά από στόμα σε στόμα, λίγο πιο κάτω, σε μια Φτέρη και Μύρτιλο ενώ στον τοίχο της εκκλησίας κάποιος διεκδικεί το δικαίωμα να καταλάβει τον Παράδεισο. Καμιά απολογία της συντρόφισσας P38 αλλά, διαβάζοντας κάποια άρθρα σχετικά με το ρωμαϊκό χρονικό των εφημερίδων, για κάποιον το να γράφει Dite a Lama che L’amo – Πείτε στον Λάμα πως Τον αγαπώ είναι κάτι σκανδαλώδες και πρέπει να καταγγελθεί.

“Είναι προφανές ότι η δημιουργική πλευρά του ’77, όσο επιθετική ή άγρια κι αν ήταν, είναι πιο εύκολη στην ανάκτηση της σε σχέση με την κουβέντα περί βίας αλλά συχνά υπήρχαν εκείνοι που τα έπαιρναν στο κρανίο ακόμη και μπροστά στα χαζολογήματα μιας πορείας, μπροστά στο καρναβάλι που στήνονταν στους δρόμους. Η Maciocchi στο βιβλίο της Δύο Χιλιάδες Χρόνια Ευτυχίας-Duemila anni di felicità σε ένα συγκεκριμένο σημείο περιγράφει το γενικό επιτελείο των botteghe oscure [όπου βρίσκονταν η εθνική έδρα του κκι] που βλέπει αηδιασμένο μια εύθυμη πορεία να περνά κάτω από το μπαλκόνι της διεύθυνσης του pci . Τι έχουν και γελούν, ξεσπά ο Amendola, είναι προβοκάτορες και φασίστες, ενώ, με τη συγκατάθεση του απόλυτου γραμματέα τους Berlinguer, υπάρχει ο Pecchioli ο οποίος βγαίνει προς τα έξω με ένα στεγνό: θα τους κάνουμε να καταλήξουν όλοι στη φυλακή. Ιδού, ίσως και εκείνη της Maciocchi να είναι μια θεατρική υπερβολή, αλλά ανάμεσα στη Εξουσία και την ειρωνική βεβήλωση δεν υπήρξε ποτέ ένα μεγάλο feeling. Πάντως τα συνθήματα στη γειτονιά είχαν μια ιδιαίτερη γεύση. Κάποια στιγμή κάποιος άρχισε να αλλάζει την τοπωνυμία. Η Piazza Sauli έγινε Piazza una Bomba, το Largo Ansaldo ονομάστηκε Largo all’Autonomia, η Via Magnaghi βαφτίστηκε Via la Polizia. Υπήρχαν εκείνοι που προειδοποιούσαν την Κοινωνία και Απελευθέρωση-Comunione e Liberazione και αυτοί που επικαλούνταν τους Godzilla και Gamera ενάντια στη μαύρη διαπλοκή-contro la trama nera. Με την μπογιά επινοήθηκαν τα πιο απίθανα ραντεβού όπως το περίφημο Κυνήγι στον Αυτόνομο που ξεκίνησε από το απατηλό Raggruppamento Gallo Citrone-Ομάδα Κίτρινος Πετεινός. Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες dada που ο Giancarlo άρεσε πολύ όπου οι επιδρομές που επικαλέστηκαν οι αξιωματούχοι του κόμματος ή οι δαιμονισμένοι μπάτσοι πραγματοποιούνταν από τους ίδιους τους καταζητούμενους. Αυτό το πράγμα το επινόησε ο Enrichetto, ένας της Donna Olimpia, ο Giancarlo το είχε προετοιμάσει και ο Claudio βρέθηκε φυσικά ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτού του παιχνιδιού του παράλογου. Ήταν αυτός, ανάμεσα στο πλήθος με μια καρτέλα σε στυλ σάντουιτς με τις λέξεις Επικίνδυνος Αυτοαποκαλούμενος Αυτόνομος, το θήραμα που έπρεπε να επιπλήξει μια πλημμύρα αυτοσχέδιοι θηρευτές που τριγυρνούσαν μες τη γειτονιά. Ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έγινε όμως σύντομα είδηση. Ήταν η μέρα μετά τη δολοφονία της Giorgiana Masi και το κίνημα, για να ξεφύγει από τις απαγορεύσεις, είχε συγκαλέσει κάποιες αποκεντρωμένες διαδηλώσεις. Μια ξεκινούσε από το Testaccio και στόχευε προς την Garbatella. Ακριβώς εδώ στην Piazza Bartolomeo Romano μια ομάδα ξεκολλά και πετά μπουκάλια κατά του σταθμού των καραμπινιέρων. Από τους στρατώνες μερικοί στρατιωτικοί βγαίνουν με τα όπλα και πυροβολούν. Τίποτα δεν συμβαίνει όμως και η πορεία συνεχίζεται μέχρι την Piazza Sauli. Πρόκειται να διαλυθεί όταν καταφτάνει μια πολύ στοχευμένη έφοδος. Ο Claudio στέκονταν ήσυχος κοντά στη γωνία της εκκλησίας και διακωμωδεί την άοπλη κατάσταση του. Δεν είχε τίποτα επάνω του αλλά προφανώς είχε το πρόσωπό του, τα γνωστά χαρακτηριστικά του, τα στοιχεία ενός αυτόνομου και γνωστού προσώπου. Γεγονός είναι ότι ένα τζιπ τον σημαδεύει και κατεβάζει ένα είδος robocop που αρχίζει να τον κυνηγάει. Ο Claudio τρέχει γρήγορα στην οδό Comboni και πρόκειται να γλιστρήσει στην οικοδομική μονάδα 24, εκείνη των villini palladiani του De Renzi, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν αρπάξει ένα κορίτσι που γνωρίζει. Έχει μια στιγμή δισταγμού και το εκμεταλλεύεται o μπάτσος ρίχνοντας το γκλομπ ανάμεσα στα πόδια του σαν μπούμερανγκ. Την πάτησε. Με μια γκριμάτσα πέφτει στο έδαφος και αμέσως είναι πάνω του. Δεν τον έβλεπα πλέον και είπαν ότι περισσότερο από τον φυσικό πόνο ήταν η έκπληξη που τον τραυμάτισε μέσα του. Λένε επίσης ότι ενώ τον κουβαλούσαν μέσα χαμογελούσε στις προσβολές που έβρεχαν πάνω του και περισσότερο από τις μπουνιές τον πόνεσε το βλέμμα της Lucilla δεμένης με τις χειροπέδες κοντά του. Εκείνη πάντως ήταν η τελευταία έξοδος του εβδομήντα επτά στους δρόμους της Garbatella. Η γειτονιά απομόνωσε τους προβοκάτορες ταραξίες: έτσι έγραφε η Unità την επόμενη μέρα. Ούτε μια λέξη για το γεγονός ότι ήμασταν εκεί επειδή η αστυνομία του Cossiga είχε σκοτώσει τη Giorgiana Masi. Τίποτα. Ίσως, χρόνια αργότερα, θα εξακολουθούν να υπάρχουν αυτοί που σκέφτονται για τους λογαριασμούς που έμειναν ανοικτοί από την εξέγερση εκείνου του άλλου μαΐου, εκείνου του ’70 κατά του Νατο. Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση ξέρω μόνο ότι τότε πήρα χρώμα και βούρτσα, περπάτησα στους δρόμους αυτής της γειτονιάς και έστειλα σε εκείνο τον αργεντίνο κοκκινομάλλη έναν ανάλαφρο χαιρετισμό γραμμένο με κόκκινα γράμματα επάνω σε έναν ετοιμόρροπο τοίχο. Είναι ένας αιώνας που δεν περνάω από εκεί αλλά είμαι βέβαιος ότι αν ψάξω εκείνη την επιγραφή σου την βρίσκω ακόμα εκεί πέρα .”

«η ιστορία των χρόνων ’70»

«Αυτή είναι μια ιστορία των χρόνων του ’70.
Τότε υπήρχε ένα κίνημα από γυναίκες και άνδρες που πίστευαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο. Ριζικά. Με μια επανάσταση.
Εκείνες οι γυναίκες και οι άνδρες σκέφτονταν ότι να τον αλλάξουν μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Μάλλον ή ήταν διασκεδαστικό ή δεν άξιζε τον κόπο. Όλα και αμέσως. Δεν ήθελαν να αναβάλουν τίποτα για αργότερα.
Το πιο ριζοσπαστικό μέρος αυτού του κινήματος ήταν οι αυτόνομοι.
Στη συνέχεια εκείνο το κίνημα πιάστηκε σε μια τανάλια και συνεθλίβη. Πολλοί σταμάτησαν ή τους σταμάτησαν. Πολλοί από το κίνημα μετακινήθηκαν στους ένοπλους σχηματισμούς. Πολλοί σκέφτηκαν ότι η μόνη δικαιοσύνη ήταν η προλεταριακή. Κάποιοι, όχι λίγοι, μετάνιωσαν, μεταμελήθηκαν, δηλαδή έγιναν καταδότες.
Είναι λοιπόν και μια φοβερή ιστορία. Είναι μια ιστορία φτιαγμένη από ζωντανούς, νεκρούς και σκοτωμένους. Είναι μια οδυνηρή ιστορία για τον πόνο που προκάλεσε και υπέφερε.
Είναι μια ιστορία που μιλά για τους νέους. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που βαδίζει προς τα εξήντα. Αλλά βλέπω τον εαυτό μου νεαρό και σκέφτομαι: μας έκαναν να πληρώσουμε αλλά το διασκεδάσαμε πολύ.
Αυτή την ιστορία άρχισα να την γράφω στην ειδική φυλακή του Fossombrone το 1982. Τετράδιο και μολύβι.
Στη συνέχεια παίρνω μαζί μου το τετράδιο στην Rebibbia, όπου μεταφέρομαι.
Ο Francone μου δανείζει την Olivetti Lettera 22 του και ξεκινώ από την αρχή. Η συμφωνία είναι ξεκάθαρη: κάθε μέρα αυτός θέλει να διαβάζει και να δίνει την κρίση του: Hemingway, βατό, σκατά. Τα «σκατά» σκίζονται αμέσως μπροστά στη φάτσα του συγγραφέα.
Η εργασία επιβραδύνεται πολύ κατά τη διάρκεια των ακροάσεων της δίκης. Η γραφή μαραζώνει. Το καλοκαίρι του 1984 δίνω το τελευταίο χτύπημα. Αλλά με απελευθερώνουν και ο δεσμός με τον αδίστακτο κριτικό μου σταματά. Παίρνω μαζί μου το δακτυλογραφημένο στο Μιλάνο μέσα στις μαύρες σακούλες σκουπιδιών στις οποίες μαζεύω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Να το δημοσιεύσω; Και από ποιον;
Μετά βγαίνει και ο Francone. Ένα βράδυ πριν από δεκαπέντε χρόνια με φέρνει στο σπίτι ο Sergio, ο επονομαζόμενος Sergino επειδή κατά τα χρόνια της αυτονομίας ήταν σχεδόν μωρό. Ο Sergio λέει: Μου αρέσει πολύ, είμαστε ακριβώς εμείς
Σιγά σιγά αρχίζει να δημοσιεύει ξεχωριστά κεφάλαια της ιστορίας σε περιοδικά, βιβλία κ.λ.π. Μετά πέρυσι εμφανίζεται. Και μου λέει: να δημοσιεύουμε τα πάντα. Λέω ναι. Εδώ είναι, να το ».

Από την εισαγωγή του συγγραφέα

Parco Lambro
Χειμώνας ’76. Στο Μιλάνο η αυτομείωση των κινηματογραφικών, των συναυλιών και των θεατρικών εισιτηρίων εξαπλώνεται. Ομάδες νεαρών δίνουν ραντεβού έξω από τους κινηματογράφους και όταν είναι περίπου εκατό πάνε να διαπραγματευτούν με τους διαχειριστές. Συχνά καταλήγουν να συμφωνήσουν επάνω στην τιμή του εισιτηρίου, όταν αντίθετα η συζήτηση πηγαίνει πολύ μακριά απλά διασπούν και μπαίνουν.
Προς τον μάρτιο το φαινόμενο λαμβάνει μαζικές διαστάσεις, ειδικά τα απογεύματα της κυριακής και στις αργίες. Ακόμη και πορείες σχηματίζονται από νέους που γυρνούν από τον έναν κινηματογράφο στον άλλο, μπαίνουν στις αίθουσες διακόπτοντας τις προβολές για να προπαγανδίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν.
Από τα προάστια της ακραίας περιφέρειας νέοι που δεν τους είχε δει κανείς νωρίτερα εμφανίζονται από το πουθενά στις πλατείες του Μιλάνο, δεν τους γνωρίζουν ούτε τα παιδιά της αυτονομίας. Κύκλοι με ονόματα που αναφέρονται στους ινδιάνους ή απλά στους δρόμους όπου έχουν κατακτήσει χώρους: άδειες κατοικίες, καταστήματα, αποθήκες.
Ο μόνος που γνωρίζει λιγάκι τους νεαρούς των κύκλων είναι ο Matteo ο οποίος, μέσα από τα παιδιά του Baggio, ξεκίνησε συναντήσεις σε ένα παλιό σταθμό των καραμπινιέρων που εγκαταλείφθηκε και καταλήφθηκε από τα αγόρια της γειτονιάς.
Ο Matteo έγινε λίγο ο ειδικός στον χώρο του περιοδικού »Rosso» σχετικά με αυτό το κίνημα. Ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό στις συναντήσεις στη via Disciplini. Είναι μόλις είκοσι χρονών, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει ηλικία επειδή παρεμβαίνει στις συνελεύσεις στο Μιλάνο εδώ και τουλάχιστον έξι χρόνια. Με λίγα λόγια, έχει την ηλικία του κινήματος.
Πάντα περιβάλλεται, σαν να τον προστατεύουν, από ένα σμήνος παιδιών από τη γειτονιά του, ώστε έτσι να είναι δύσκολο να μιλήσεις μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Όπως είναι δύσκολο να τα ξεφορτωθείς στο τέλος όλων των συναντήσεων αν δεν τον συνοδεύσεις στο σπίτι. Όποιος το κάνει εκπλήσσεται.
Μένει στο τελευταίο σπίτι του Μιλάνο στο δρόμο προς Βαρέζε. Μετά το σπίτι του ξεκινά ένα λιβάδι.                                                                                                                                              Είναι παράλογο. Λίγα μέτρα μακριά μπορείς να δεις το πίσω μέρος μιας μεγάλης πινακίδας που γράφει «Μιλάνο». Το να τον συνοδεύεις τις χειμωνιάτικες νύχτες αγγίζεις την τραγωδία. Πράγματι το σπίτι του ξεπηδά ξαφνικά μες την ομίχλη, ανάμεσα στα δέντρα.
Σε εκείνο το σπίτι με κήπο, στην τελευταία συνοριακή γραμμή του Μιλάνου, ο Matteo ζει συντροφιά με μια μαϊμού και έναν αδελφό που δεν ενδιαφέρεται απολύτως για την πολιτική. Ο Matteo δεν είχε μιλήσει ποτέ σε κανέναν για την μαϊμού, οπότε μόλις μπήκα στο σπίτι του μια φορά και την είδα ξαφνιάστηκα πολύ.
Η μόνη δημόσια συγκοινωνία που φτάνει στην περιοχή του σπιτιού του είναι το 18 barrato που φεύγει από την Piazza Cairoli κάθε μισή ώρα και κάνει την τελευταία κούρσα τα μεσάνυχτα. Αν το πάρετε από τις δέκα το βράδυ και μετά μοιάζει να μπαίνετε μέσα σε ένα κόμικ τρόμου. Υπάρχει μόνο ο οδηγός που σταματά να διαβάζει την εφημερίδα κάθε μισή ώρα και φεύγει για εκείνο τον τόπο που έχει ξεχαστεί από τον θεό.Από τον Matteo κατάλαβα ότι το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών, της ηρωίνης, αφορά κυρίως τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους, όχι τους πλούσιους, όπως πίστευα εγώ. Στο κεφάλι μου ηρωίνη και κοκαΐνη πίστευα ότι αφορούσε μόνο ανθρώπους με πολλά χρήματα. Ο Matteo αντιθέτως με πήγε σε μερικούς δρόμους της γειτονιάς του όπου δεκάδες παιδιά τρυπιούνται, στους κήπους όπου πατάς επάνω σε σύριγγες βρώμικες από αίμα. Μου μιλάει για εκείνο τον φίλο του και για τον άλλον που πήγαιναν στο σχολείο μαζί του και τώρα τρυπιούνται τακτικά. Για εκείνους που πέθαναν από υπερβολική δόση και εκείνους που κατέληξαν στη φυλακή επειδή βρίσκονταν σε εθισμό και άρχισαν να κλέβουν στα διαμερίσματα ή να αρπάζουν απ’ τα παιδάκια χρυσές αλυσίδες.
Καταραμένες ιστορίες περιθωριοποίησης χωρίς βάση για κάποια απόπειρα λύτρωσης. Από αυτές τις θλιβερές και απελπισμένες ιστορίες που διηγείται η συνεχής πτώση αυτών των παιδιών στο τρύπημα με εντυπωσιάζει περισσότερο, έστω κι αν μερικές φορές προσπάθησαν να σταματήσουν.
– Είναι αυτοί οι καταραμένοι διακινητές, – λέει ο Matteo – τα εκβιάζουν και μόλις προσπαθήσουν να σταματήσουν πηγαίνουν σε αυτά με ότι χρειάζονται για να βαρέσουν και να πουλήσουν. Τους μεγάλους έμπορους ναρκωτικών πρέπει να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς έλεος.
Ο Matteo κατέληξε να στήσει με τους φίλους του από το Baggio μια περιπολία που κάνει αντιπληροφόρηση επάνω στα σκληρά ναρκωτικά και τους εμπόρους. Ένα βράδυ, όλος υπερηφάνεια, μου δείχνει την «Corriere d’Informazione» που αναδεικνύει την είδηση: «Τινάζεται στον αέρα ένα μπαρ, γνωστός τόπος διακίνησης στην περιοχή Baggio». Φυσικά ο Matteo και τα παιδιά της Baggio καπνίζουν μαλακά ναρκωτικά, όπως τα καπνίζω εγώ και πολλοί σύντροφοι στο Μιλάνο.
Στα τέλη της άνοιξης με την πρώτη ζεστασιά η αυτομείωση των συναυλιών εξαπλώνεται. Όλα αυτομειώνονται, ακόμα και σε συναυλίες που διοργανώνει ο «Re Nudo». Το γεγονός αυτό διεγείρει πολύ ζωηρές συζητήσεις σε όλες τις κολεκτίβες, επειδή εκείνοι του «γυμνού Βασιλιά» είναι σύντροφοι και ζητούν μόνο τα έξοδα, ή έτσι λένε τουλάχιστον.
Η κατάσταση είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και κανείς πλέον δεν ηγείται επί των εκατοντάδων συλλογικοτήτων στις γειτονιές, στα κατειλημμένα σπίτια, στα καταστήματα που μετατρέπονται σε κοινωνικά Κέντρα του νεανικού προλεταριάτου.
Στο Parco Lambro έγιναν πράγματα και θάματα και ο »γυμνός Βασιλιάς», λόγω του ταραχώδους κλίματος, βασίστηκε, για να διατηρήσει την τάξη επί των χιλιάδων και χιλιάδων παιδιών που αναμένονταν να φτάσουν από όλη την Ιταλία, στην ομάδα περιφρούρησης της Lotta continua.
Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο καταφθάνουν. Είναι ένα απίστευτο θέαμα: σκηνές, υπνόσακοι παντού, όμορφα και λιγότερο όμορφα κορίτσια, άνθρωποι που τριγυρνούν γυμνοί, παιδάκια που κυνηγιούνται μέσα στα λιβάδια. Το βράδυ μεγασυναυλίες της Premiata Forneria Marconi, του Banco del Mutuo Soccorso και πολλών άλλων λιγότερο διάσημων συγκροτημάτων.
Ένα πάρκο άνθρωποι όπου ο Andrea, ο Coz, ο Matteo, ο Puccio, τα παιδιά της Berchet, εκείνα της Baggio, του Drin-Drin γυρνούν από εδώ κι από εκεί σαν ψάρια στο νερό έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να σπρώξουν προς την απαλλοτρίωση
Ο Matteo με τα παιδιά του ξεκινούν από την πρώτη μέρα κυνηγώντας διακινητές ναρκωτικών. Πέφτει λιγάκι ξύλο και τα αγγλικά κλειδιά προσγειώνονται επάνω σε μερικά κεφάλια. Ήδη από την δεύτερη μέρα αυξάνεται η αγανάκτηση χιλιάδων νεαρών για τις τιμές των τροφίμων που πωλούνται στα περίπτερα των επαναστατικών οργανώσεων. Το μεσημέρι η κατάσταση καθίσταται αβάσταχτη και οι ομάδες αρχίζουν να εφορμούν στους πάγκους για να αρπάξουν φαγητό. Μικρές πορείες τριγυρίζουν το πάρκο με πλακάτ που υποδαυλίζουν την αυτομείωση. Στη συνέχεια, ξαφνικά, μια μεγάλη πορεία κατευθύνεται στο φορτηγό ψυγείο που ενοικιάζεται από τον «Re nudo» το οποίο περιέχει τα κοτόπουλα και το κρέας που μαγειρεύονται στο περίπτερο της Democrazia proletaria. Ένα αγόρι με διαβολεμένο πρόσωπο πηδά στο φορτηγό και ανοίγει την πόρτα. Βουτάει μέσα και αρχίζει να ρίχνει ωμά κοτόπουλα ανάμεσα στον κόσμο. Αμέσως άλλοι ανεβαίνουν στο φορτηγό και με ανοικτές τις πίσω πόρτες αρχίζουν να περνούν προς τα έξω κουτιά με Coca-Cola και διάφορα αναψυκτικά. Από την άλλη πλευρά σμήνη νεαρών καταλήγουν να αδειάσουν τα stand των ομάδων χωρίς καμία διάκριση. Μόνο το δικό μας της αυτονομίας δεν δέχεται επίθεση, από σεβασμό προς προηγούμενες παρεμβάσεις μας, σίγουρα όχι για τη συμπεριφορά μας εκείνες τις ημέρες, σε τίποτα ανόμοια σε οπορτουνισμό.
Το απόγευμα ο Giulio και ο Coz οδηγούν μια χιλιάδα ανθρώπους προς στο πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, αλλά με την είσοδο τους πρέπει να υποχωρήσουν γρήγορα επειδή εκφοβιστικοί πυροβολισμοί πέφτουν από ένα σώμα αστυνομικών. Η πομπή επιστρέφει μέσα στο πάρκο μετά από επιδρομή σε όλα τα κοντινά καταστήματα. Η κατάσταση το βράδυ γίνεται εντελώς ανεξέλεγκτη και μόνο η συναυλία και τα διάφορα ναρκωτικά καταφέρνουν να ηρεμήσουν λιγάκι τα πιο αναμμένα πνεύματα.
Ένας πολύ αδύνατος τραγουδιστής ανεβαίνει στη μεγάλη σκηνή και τραγουδά ένα πολύ ωραίο τραγούδι του οποίου θυμάμαι ακόμα τα λόγια:

»βρίσκεται στο όνειρο που πραγματοποιείται, βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στη χαρά και στο θυμό, στο να καταστρέφεις το κλουβί. Στο θάνατο του σχολείου, στην άρνηση της εργασίας. Στο έρημο εργοστάσιο, στο σπίτι δίχως πόρτα. Βρίσκεται στη φαντασία, στη μουσική πάνω στο χορτάρι, βρίσκεται στην προβοκάτσια, στη δουλειά του τυφλοπόντικα, στην ιστορία του μέλλοντος, στο παρόν δίχως ιστορία, στις στιγμές του μεθυσιού, στις στιγμές της μνήμης. Βρίσκεται στο μαύρο του δέρματος, στη συλλογική γιορτή, στο ν’ αρπάζουμε τα εμπορεύματα, στο να πιανόμαστε απ’ το χέρι, να πετάμε πέτρες, στην πυρκαγιά στο Μιλάνο, στις σιδερόβεργες στους φασίστες και στις πέτρες ενάντια στα τζιπ. Βρίσκεται στα όνειρα που κάνουν οι αλήτες και στα παιχνίδια των μωρών, στο να μαθαίνουμε το σώμα, στον οργασμό του μυαλού, στην πιο ολοκληρωτική επιθυμία, στη διάφανη κουβέντα. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου. Στην άκρη των χειλιών. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Βρίσκεται στο γυαλισμένο πολυβόλο. Στο τέλος του Κράτους. Υπάρχει, ναι, υπάρχει. Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Υπάρχει! υπάρχει!»

και:

Gli autonomi – volume V

Ο Gigi Roggero εξετάζει και αξιολογεί το βιβλίο Η εργατική Αυτονομία vicentina του Donato Tagliapietra

Η Thiene είναι ένα χωριό του vicentino, περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Schio, το μικρό Μάντσεστερ του βένετο. Στη δεκαετία του 70 έχει μια ευημερούσα εμπορική δραστηριότητα, φημισμένες βιοτεχνίες επίπλων και έναν εξειδικευμένο βιομηχανικό τομέα. Η περιοχή δεν κυριαρχείται από μεγάλα εργοστάσια, όπως στην κοντινή Schio, είναι αντιθέτως ένα παράδειγμα του διάχυτου εργοστασίου, μέσα στο οποίο σχηματίζεται μια νέα ταξική σύνθεση: νεαρή, μαχητική, έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην αλυσοδεθεί από την μισθωτή εργασία. Είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στη Thiene, όταν μια τρομερή έκρηξη διαλύει τις ζωές τριών νεαρών συντρόφων: Angelo, Alberto, Maria Antonietta, στους οποίους ο Lorenzo θα προστεθεί μερικούς μήνες αργότερα, αυτοκτόνησε στη φυλακή εξ αιτίας της εκδικητικότητας του Κράτους, που συμβολίζεται από την 7η απριλίου και από το pcista πρόσωπο του Calogero.

“Υπάρχει ένα πριν κι ένα μετά την 11η απριλίου 1979”, μας λέει ο Donato Tagliapietra στο βιβλίο του Η εργατική Αυτονομία vicentina. Από την εξέγερση του Valdagno στην καταστολή της Thiene (πρόσφατα τυπωμένο από τον DeriveApprodi, πέμπτο τόμο αφιερωμένο από τον εκδοτικό οίκο στους Αυτόνομους). Δεν υπάρχει ποτέ σε αυτές τις σελίδες, ακόμα και σε εκείνες που αγγίζουν πιο άμεσα τα ξεσκέπαστα νεύρα της υποκειμενικής εμπειρίας, κάποιος χώρος για την θυματοποίηση, ή για τη ρομαντική λατρεία των μαρτύρων. Στο βιβλίο του Donato πράγματι, όπως υπογραμμίζεται από την όμορφη εισαγωγή της Elisabetta Michielin, δικαίως δηλώνεται πόλεμος στον ναρκισσισμό που συχνά, πολύ συχνά, ακυρώνει τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών αυτής της εξαιρετικής φάσης αγώνα, με αποτέλεσμα μια κουραστική απομνημονευματολογία στραμμένη στο παρελθόν. 

 ….Στον τόμο αυτό, όπως πάντα πρέπει να κάνει ένας στρατευμένος, η ενέργεια επικεντρώνεται στην παροχή όπλων πολιτικού προβληματισμού για το παρόν. Αυτό που αναλύεται στο βιβλίο είναι μια εντελώς συλλογική ιστορία, στην οποία έλαβαν μέρος οι Donato, Angelo, Alberto, Maria Antonietta, Lorenzo και αρκετές δεκάδες χιλιάδες σύντροφοι στο Βένετο και σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακόμα και όταν μιλά για προσωπικές εμπειρίες, πάντα αναπνέουμε το αίσθημα του ανήκειν σε μια συλλογική, μαζική και οργανωμένη διαδικασία. Το άτομο εξαφανίζεται ή, ακόμα καλύτερα γίνεται ακριβώς κοινωνικό και πολιτικό στο βαθμό που τα σπάει με τον εαυτό του, δηλαδή με τη θέση και τον ρόλο που του παρέδωσε το κυρίαρχο σύστημα.

Η συλλογική ιστορία που αναλύεται από τον Donato είναι εκείνη των πολιτικών Κολεκτίβων του Βένετο και, μέσα σε αυτό, αλλά με την ιδιαιτερότητά της, της εδαφικής πραγματικότητας vicentina, ιδίως σε εκείνο το τμήμα του διάχυτου εργοστασίου ακριβώς μεταξύ Valdagno, Schio, Chiuppano, Marano και Thiene. Όχι, δεν πρόκειται για μικρές περιπέτειες της πικαρέσκο λογοτεχνίας νεαρών εξεγερμένων, αλλά για ένα σημαντικό πολιτικό εργαστήριο πειραματισμού των πρακτικών αγώνα και οργάνωσης του κοινωνικού εργάτη. Ο αριθμός αυτός ενσωματώνεται κάτω από τα μάτια του αναγνώστη στην υλικότητα των συμπεριφορών και μορφών αντιπαράθεσης, στη διαφυγή από το εργοστάσιο και σε εμπειρίες ζωής που – από τη μουσική στα ταξίδια στην καθημερινή κοινωνικοποίηση – ποτέ δεν καταναλώνονται ατομικά, αλλά αποτελούν μέρος των διαδρομών μιας ομογενοποιημένης μειοψηφίας, δηλαδή ισχυρής και μη μειοψηφικής. Επομένως γράφει ο Donato: “Το στυλ της στράτευσης έρχεται να αλλάξει υπό το φως των νέων υποκειμένων στον χώρο και της σύγκρουσής τους με τους νέους παραγωγικούς μηχανισμούς. Η μετάβαση πραγματοποιείται επάνω σε ένα κοινωνικό σώμα πολύ νεαρών ανθρώπων, που συμπεριλαμβάνονται σε μια ηλικιακή ομάδα από τα 17-18 έως 24-25 χρόνια, έντονα μορφωμένη, προορισμένη στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, αλλά που θα αποκαλύψει μια πολύ έντονη ένταση για την οικοδόμηση μιας κοινής καθημερινότητας μισώντας τον εξαναγκασμό στην υπό εντολή εργασία”. Να λοιπόν που, προχωρώντας στην ανάγνωση, μας περιγράφεται τι είναι και πώς σχηματίζεται ένας αγωνιστής, δηλαδή μια μορφή ζωής που επιλέγει να τα σπάσει με το δικό της πεπρωμένο: Εκείνο που ιστορικά είναι το σκαλάκι με τις μεγαλύτερες εντάσεις στη ζωή ενός ανθρώπου – την έναρξη της παραγωγής μέσα στην ζωντανή εργασία – υπερπηδάται, για πρώτη φορά, αντί να υποβληθεί σε αυτήν, μια γενιά οργανώνεται, ακόμη και με τα όπλα, για να την αποφύγει, σαμποτάροντάς την. Αποφασίζοντας ότι η απελευθέρωση από την εργασία ή είναι για όλους ή δεν μπορεί να είναι για κανέναν. Δεν τίθεται θέμα για το γεγονός ότι δεν θα ακολουθούσαμε τη μοίρα των πατέρων μας, αναγκασμένων σε οκτώ ώρες από την εξαιρετικά βίαιη ακαμψία εκείνης που ονομάζεται με φανφάρες μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Και αυτό ως «ευχαριστίες» επειδή μπόρεσαν να νικήσουν φασισμό και ναζισμό. Για εμάς αυτό που ήταν να δώσουν το έδωσαν οι πατεράδες μας! «. Η απόρριψη της εργασίας, συμπεριφορά μαζική και πρακτική γίνεται μορφή στράτευσης.

Αυτή η νέα υποκειμενική σύνθεση φέρνει όντως μαζί της, μαζί με συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, νέα ζητήματα πρακτικής και οργάνωσης. Είναι σύντομα προφανές ότι τα προηγούμενα σχήματα δεν λειτουργούν πλέον. Όχι μόνο εκείνα που συνδέονται πιο άμεσα με την κεντρική θέση του εργοστασίου και του εργάτη μάζα, τώρα πλέον σε μια φάση πολιτικής κάμψης (χωρίς να χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι το PCI-ΚΚΙ, αφού τον εξοστράκισε στην κορυφή των δυνατοτήτων του, όταν είναι πλέον πολιτικά νικημένος, τον κάνει μια άδεια εικόνα να χρησιμοποιηθεί κατά των αυτόνομων κινημάτων). Έχουν φθαρεί επίσης και τα σχήματα πλατείας, δεν βλάπτουν πλέον τον εχθρό, καταλήγουν μόνο να χαρίζουν στο άλλο μέρος συντρόφους που συλλαμβάνονται και, ακόμη περισσότερο, το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας. Από αυτή την συνειδητοποίηση γεννιέται η πρακτική του εδαφικού ελέγχου, για να παραβιάσει το τελετουργικό των προγραμματισμένων προθεσμιών και να υπαγορεύσει αυτόνομα χρόνους, τόπους και μεθόδους της χρήσης δύναμης. Το βάπτισμα του πυρός είναι η 9η Ιουνίου 1976: περίπου διακόσιοι ένοπλοι σύντροφοι από την Πάντοβα και το Βένετο καταλαμβάνουν μια συνοικία της πόλης, την Arcella, ενώ μια περιπολία ασκεί τους στόχους (από την απαλλοτρίωση των σούπερ μάρκετ μέχρι τον εμπρησμό των γραφείων των φασιστών).

Είναι μέσα σε αυτό το πέρασμα, από τον μαζικό εργάτη στον κοινωνικό εργάτη, από ένα οργανωτικό σχέδιο που επικεντρώνεται στο εργοστάσιο σε ένα που βασίζεται στο διάχυτο εργοστάσιο, που τοποθετείται η γέννηση των ενετικών πολιτικών Κολεκτίβων: «Η πρόταση υιοθετείται από όλες τις συμμετέχουσες πραγματικότητες: Rovigo, Vicenza Pordenone και Mestre / Βενετία. Και γίνεται διατηρώντας, μάλλον ενισχύοντας, δίδοντας μεγαλύτερη αξία στην δική τους εδαφική ιδιαιτερότητα, δεδομένου ότι η οργανωτική πρόταση προβλέπει μια πλήρη αυτονομία των επιμέρους επαρχιών. Στην πράξη μοιάζει πολύ με ένα ομοσπονδιακό σύμφωνο. Δεν μας λένε κομμουνιστικές πολιτικές Κολεκτίβες, ή επαναστατικές ή προλεταριακές. Όχι, ονομαζόμαστε πολιτικές βενετικές κολεκτίβες (Cpv). Είναι ένα μοναδικό παράδειγμα στο εθνικό πανόραμα «.

Η ιστορία των CPV καλύπτεται εδώ για πρώτη φορά, από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της Αυτονομίας vicentina. Ο πιεστικός ρυθμός της αφήγησης ανιχνεύει τον δίχως ανακωχή ρυθμό της κατασκευής μιας συλλογικής δύναμης, στην οποία οι περιπολίες έχουν ένα καθοριστικό βάρος. Περιπολίες ενάντια στις υπερωρίες, αλλά θα ήταν πιο σωστό να τις ονομάζουμε περιπολίες ενάντια στη δουλική εργασία, εργασία sans phrase. Για να το θέσω με τα λόγια του Ντονάτο, στην πραγματικότητα, «ήδη η συνηθισμένη δουλειά είναι αφόρητη, πόσο μάλλον πρέπει να είναι εκείνη η έκτακτη». Σε αυτή την ιστορία το Εβδομήντα επτά είναι προφανώς ένα σημαντικό πέρασμα, αλλά μόνο αν τοποθετηθεί μέσα σε μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της στο πριν και πηγαίνει πολύ πέρα. Πράγματι, σε αυτά τα εδάφη δεν είναι η κορυφή της σύγκρουσης. Η συνέχεια της οργανωτικής διαδικασίας είναι πιο σημαντική από την καταβύθιση στο γεγονός.

Παίρνουν μέρος σε αυτή την διαδικασία διάφορα υποκείμενα, τα οποία σχεδιάζουν συνολικά την φιγούρα του κοινωνικού εργάτη – ο οποίος, όπως επανειλημμένα τονίσαμε, δεν πρέπει ποτέ να περιοριστεί σε μια απλή επαγγελματική ή κοινωνιολογική τοποθέτηση, αλλά δείχνει τη δυνατότητα μιας ανασυνθετικής τάσης. Εργάτες, φοιτητές, άνεργοι και όσοι αργότερα θα ονομάζονταν επισφαλείς. Μια παράγραφος του βιβλίου είναι αφιερωμένη στον αγώνα για το σπίτι. Διαβάζοντας το, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες ενδείξεις και για το παρόν. Πράγματι, εκείνος ο αγώνας, παράγει μαχητική υποκειμενικότητα και εδαφική αντιεξουσία. Η σύγχρονη μεταμόρφωσή του σε μια λογική παροχής βοήθειας και παροχής υπηρεσιών, η οποία είναι κατά τα άλλα φτωχή και ατυχής, δεν εξαρτάται μόνο από την αντιστροφή που συνέβη στις ισορροπίες δυνάμεων υπέρ του εχθρού μας: περιγράφει την ανατροπή του αγωνιστή σε ακτιβιστή, της αναζήτησης της σύγκρουσης στην αναζήτηση της συναίνεσης, της αντιεξουσίας στην παραίτηση από την άσκηση της δύναμης.

Όταν μιλάμε για μια πληθώρα κοινωνικών υποκειμένων πρέπει να διευκρινίσουμε. Σήμερα νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι απλώς να προσθέσουμε μια πληθώρα τομέων και ταυτοτήτων, αυτή είναι με λίγα λόγια η αποκαλούμενη διατομεακότητα [ αλληλεπικάλυψη (ή «διασταύρωση») διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων] που από τις αμερικανικές ακαδημίες έχει διεισδύσει στις ακαδημίες του »κινήματος». Η αυτονομία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ το αλγεβρικό άθροισμα των αυτονομιών, διότι ανασύνθεση σημαίνει να αναλαμβάνεις εξ ολοκλήρου τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις εντός της τάξης, δηλαδή να θέτεις στον εαυτό σου το πρόβλημα της μη αποδοχής των υποκειμένων έτσι όπως είναι, όπως δίνονται δηλαδή στην καπιταλιστική ιεραρχία, αλλά προοδευτικά να τα μετατρέπεις, να τα ανατρέπεις, να τα υπονομεύεις. Δημιουργώντας ένα υποκείμενο που δεν υπάρχει ακόμη, που δεν μπορεί παρά να είναι ενάντιο σε αυτό που είμαστε σήμερα. Ο Donato το εξηγεί με ακρίβεια: «Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να ακολουθήσουμε τις χιλιάδες αυτονομίες, γυναίκες, σπουδαστές κλπ. όπως δεν μας ενδιαφέρει να οργανώσουμε έναν τομέα μετά τον άλλο, πιστεύουμε ότι η μόνη δυνατότητα να ζήσουμε τον κομμουνισμό στην καθημερινή ζωή είναι η ανασυνθετική δύναμη του προγράμματος που μπορεί μόνο να ενοποιήσει τα χίλια κοινωνικά στρώματα επάνω στις κοινές ανάγκες και πρακτικές ».Συνεπώς, μπορεί να καταλήξει υποστηρίζοντας ότι «η Αυτονομία δεν ήταν ποτέ ένας άκαμπτος και κλειστός οργανωτικός χώρος, αλλά μάλλον μια μέθοδος που επιτρέπει να διασχίσουμε με την ταξική σύγκρουση τις αντιφάσεις που φέρνει μαζί της η ανάπτυξη του κεφαλαίου καθημερινά”.

Το εύρωστο τελικό προσάρτημα του βιβλίου είναι πολύτιμο, διότι επιτρέπει την άμεση σύγκριση με κείμενα, έγγραφα και φυλλάδια που παράγονται στην εξαιρετική εμπειρία που αναλύει το βιβλίο. Εδώ, όπως και στον υπόλοιπο τόμο, μπορούμε να βρούμε τη θεμελιώδη διαφορά σε σχέση με τις ανακατασκευές της δεκαετίας του 1970 που έγιναν από τους αγωνιστές των μαχόμενων σχηματισμών, στους οποίους η εργατική και προλεταριακή υποκειμενικότητα τείνει να εξαφανίζεται, ή να γίνεται ένα ιδεολογικό φετίχ του οποίου τα νήματα τραβιούνται από τον ηρωισμό διαχωρισμένων πρωτοποριών. Προσοχή, το θέμα δεν είναι καθόλου το ζήτημα των όπλων ή της χρήσης της δύναμης (ο Donato υπενθυμίζει ότι «μεταξύ του 1976 και του 1980 περισσότερες από πεντακόσιες πράξεις «προσεγμένης χρήσης της δύναμης» καταγράφονται στο Βένετο»). Το θέμα είναι ότι, σε μια πλήρη ανατροπή των πρακτικών των Μαρξ και Λένιν, στον μαρξισμό-λενινισμό των παράνομων οργανώσεων ο ένοπλος αγώνας γίνεται η στρατηγική. Για τους αυτόνομους από την άλλη πλευρά, η χρήση της δύναμης, η οποία χαμηλώνει στο επίπεδο της μαζικής παρανομίας, είναι πάντα ένα εργαλείο για την κατασκευή και την άσκηση της αντιεξουσίας. Ο εργατισμός ενσωματώνεται εδώ στις συμπεριφορές του κοινωνικού εργάτη: η τακτική στο κόμμα, η στρατηγική στην τάξη. Η αυτονομία είναι πραγματικά, σε αυτές τις σελίδες και σε αυτήν την ιστορία, η οργάνωση που αντικατοπτρίζει στον δικό της αυθορμητισμό, και ο αυθορμητισμός που αντανακλά στην οργάνωσή του.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνη η εμπειρία δεν υπήρξε χωρίς όρια, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε εκείνη που μπορούμε να αποκαλέσουμε – με δύο προειδοποιήσεις – μια ήττα. Πρώτη προειδοποίηση: είναι κουραστικό να πιστεύουμε ότι τα πολιτικά σχέδια απλά ηττώνται με την καταστολή, όπως δυστυχώς συνηθίζεται να γίνεται στις ανοικοδομήσεις της πολιτικής αυτοδικαιολόγησης. Δεύτερη προειδοποίηση: ήττα σημαίνει πάντα, για τους αγωνιστές και γι αυτούς -όπως και ο Donato- που δεν έχουν περιορίσει την στράτευση σε μια νεανική φάση της ζωής τους, να κάνουν θησαυρό των ορίων στις μεμονωμένες μάχες για να επανενταχθούν μέσα στον πόλεμο. Η ήττα είναι μια τόσο σημαντική κληρονομιά που αποτελείται από τον πλούτο, τις προωθήσεις, τις μερικές νίκες. Για να μπορέσω να επιβεβαιώσω μαζί με τον Donato, χωρίς τις φαντασιώσεις του ουτοπικού και με την ήρεμη αδιαλλαξία του αγωνιστή: «Θα νικήσουμε».

και:

Gli autonomi – volume VI

Ανασκόπηση του Gigi Roggero στο Gli autonomi. Storia dei Collettivi politici veneti per il potere operaio – Οι αυτόνομοι. Ιστορία των βενετικών πολιτικών Κολεκτίβων για την εργατική εξουσία των Giacomo και Piero Despali, σε επιμέλεια του Mimmo Sersante (DeriveApprodi, ιανουάριος 2020)

Υπάρχουν λίγα βιβλία που περίμεναν από καιρό να γραφτούν. Η ιστορία των πολιτικών κολεκτίβων του βένετο για την εργατική εξουσία (Cpv) είναι ένα από αυτά. Με τη φροντίδα του Mimmo Sersante, χτίζεται μέσα από έναν μακρύ και διαρθρωμένο διάλογο μεταξύ των αδελφών Giacomo και Piero Despali, δαλματών από τη γέννηση και παντοβάνων με υιοθεσία, οι οποίοι των κολεκτίβων υπήρξαν κορυφαία στελέχη. Το κείμενο εμπλουτίζεται από συνεντεύξεις με πρώην στρατευμένους από το Pordenone, το Rovigo, τη Βενετία και το Κέντρο κομμουνιστικής επικοινωνίας του βένετο, καταδεικνύοντας την επέκταση και το ρίζωμα των Cpv, και από ορισμένα πολιτικά έγγραφα, κυρίως από το περιοδικό «Autonomia». Δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο, είναι ο έκτος τόμος της σειράς Οι αυτόνομοι, τώρα πλέον ιστορική εκδοτική πρωτοβουλία του οίκου DeriveApprodi. Όντως, της οργανωμένης Εργατικής αυτονομίας, οι Cpv, ήταν ένας ακρογωνιαίος λίθος.

Η αφήγηση ξεκινά από τις αρχές των χρόνων Εβδομήντα, το συνέδριο της Rosolina του 1973 είναι προφανώς μια περιοδική καμπή επάνω στην οποία πρέπει να στοχαστούμε. Ο Piero, τότε σε μια ομάδα πρώην και νυν μαθητών από τους οποίους θα γεννηθούν οι Συλλογικότητες, δεν κατάλαβε τους πραγματικούς πολιτικούς λόγους για τη διάλυση της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio: «η πρόταση να δοθεί κεντρική θέση στις αυτόνομες συνελεύσεις μεγάλων εργοστασίων μπορούσε μόνο να σημαίνει να πηγαίνουμε όλοι στη Marghera και να κάνουμε εξωτερική δουλειά. και όμως αυτό δεν είχε καμία σχέση με την δική μας εδαφική εμπειρία». Με την συγκεκριμένη αναγκαιότητα χρήσης μιας εθνικής οργανωτικής δομής, οι παντοβάνοι αποφάσισαν επομένως να παραμείνουν στην εργατική Εξουσία ακόμη και μετά τη Rosolina. Το επόμενο έτος, το 1974, επιβεβαίωσαν την εξάντληση εκείνης της ιστορίας: το ακτίφ του Po μετατρέπεται έτσι στο πρώτο ακτίφ των Κολεκτίβων.

Εξάλλου, όπως επισημαίνει ο Giacomo, οι σπουδαστές – ιδίως εκείνοι των τεχνικών ινστιτούτων – προεικόνιζαν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του Εξήντα εκείνη που, κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας, θα εμφανιζόταν ως η νέα ταξική σύνθεση, στο κέντρο της οποίας βρίσκονταν η περίπλοκη πολιτική φιγούρα του κοινωνικού εργάτη, του οποίου η υποκειμενική ουσία είναι η άρνηση της εργασίας (μισθωτής, επισημαίνει ο Giacomo · sans phrase, ήτοι ειδικότερα καπιταλιστικής, αντιλέγει ο Piero). Από εδώ η απώθηση να κλειστούν στο οχυρό του εργοστασίου όπως εννοούνταν παραδοσιακά, για να χτίσουν την οργανωτική διαδικασία μέσα και ενάντια στο «διάχυτο εργοστάσιο», όπως προβλέπονταν από την παραγωγική διαμόρφωση του Βένετο. «Είμαι πεπεισμένος – υποστηρίζει ο Piero – ότι μόνο αργότερα ο Negri θα αρχίσει να αξιολογεί την κεντρικότητα αυτής της νέας ταξικής σύνθεσης. Από την πλευρά μας, μπορούμε να πούμε ότι το προβλέψαμε ακριβώς στον τομέα της πρακτικής πολιτικής. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο θα επιστρέψουμε για να τον γνωρίσουμε, αργότερα».

Ο αγώνας των εργοστασιακών Συμβουλίων έπρεπε επομένως να ενοποιηθεί με την εδαφική πρωτοβουλία ενάντια στην αύξηση των τιμών και τη μείωση της ποιότητας ζωής. Έτσι γεννήθηκαν νέοι οργανισμοί, όπως οι συντονισμοί των εργατών, «ένα μείγμα εργάτη μάζα και κοινωνικού εργάτη», ή οι κοινωνικές Ομάδες, κέντρα συνάντησης-συγκέντρωσης που συνδέονται με τις ενορίες, τα οποία καταλαμβάνονται και μεταμορφώνονται από την πολιτική παρουσία των συντρόφων. Είναι σε αυτήν την προσπάθεια ανασύνθεσης, βασισμένης στα εδάφη-στο χώρο, που γεννήθηκε το σύνθημα: «Χτίζουμε εργατική και προλεταριακή δύναμη-εξουσία στις περιοχές μας».

Από το 1976 οι CPV μιλούν, μέσα στην καθημερινότητα της πολιτικής παρέμβασης, για αντιεξουσία. Είναι πράγματι εκείνο το έτος που ξεκινά μια νέα πρακτική αγώνα: την προηγούμενη μέρα από ένα ανακοινωμένο συλλαλητήριο του Almirante, οι Κολεκτίβες ξαφνιάζουν όλους – αστυνομία και φασίστες, PCI και αντιφασιστικές τελετουργίες. Μερικές εκατοντάδες ένοπλοι σύντροφοι, μεταξύ των οποίων κάποιοι και από τη Venezia-Mestre και τη Vicenza, μπλοκάρουν τους δρόμους πρόσβασης στην συνοικία Arcella της Padova, καταστρέφοντας τα γραφεία του MSI, χτυπώντας σπίτια και χώρους συνάντησης των φασιστών. Πρέπει να ειπωθεί ότι μια τέτοια πρωτοβουλία, καθώς και γενικότερα οι άλλες ενέργειες εναντίον των τοπικών τραμπούκων, δεν ακολουθούν καθόλου την κλασική αντιστασιακή ρητορική, χαρακτηριστικό άλλων επαναστατικών ομάδων και των μαχόμενων σχηματισμών: είναι μια οργανική πρακτική χρήσιμη για την οικοδόμηση ενός συνεκτικού μαχητικού σώματος, που ενισχύσει τις πολιτικές σχέσεις, που ρυθμίζει την άσκηση της δύναμης. Εξάλλου, η λεγόμενη «νύχτα με τις φωτιές» της Arcella ξεπερνά κατά πολύ τον αντιφασισμό: μαζί με τις περιπολίες και επεκτεινόμενη σε άλλα μέρη στην περιοχή του Βένετο, σύντομα θα γίνει μοντέλο εδαφικού ελέγχου και, ταυτόχρονα, αυτόνομης απόφασης των χρόνων, των τόπων και της έντασης της άσκησης της δύναμης. Έτσι, με το 1976, οι Cpv ενοποιούν και σταθεροποιούν πλήρως τις περιφερειακές τους μορφές οργάνωσης, με ένα πολιτικό εκτελεστικό αποτελούμενο από τους υπεύθυνους των μεμονωμένων συλλογικοτήτων.

Με μεγάλη σαφήνεια, όπως είχε ήδη κάνει ο Donato Tagliapietra στον προηγούμενο τόμο για την εργατική αυτονομία της Vicenza, οι Piero και Giacomo απεικονίζουν τις βαθιές διαφορές σε σχέση με την combattentista πρόταση, ιδίως των Br, αγκυροβολημένων στην κεντρικότητα του μεγάλου εργοστασίου, στον πανικό για ένα επικείμενο στρατιωτικό πραξικόπημα, σε μια σύλληψη της μορφής-Κράτους οριστικά ξεπερασμένης. Από ορισμένες απόψεις, είναι οι εΤ ένα είδος εξτρεμιστικού PCI, που ερμηνεύει την αυτονομία της πολιτικής ως αυτονομία του ένοπλου αγώνα, αναπαράγοντας μια ξεχωριστή δομή σε σχέση με την ταξική σύνθεση. Προσοχή, επισημαίνει ο Πιέρο, ισχυριζόμενος-διεκδικώντας την «ενότητα των κομμουνιστών»: ο ένοπλος αγώνας δεν αποκλείεται σε καμία περίπτωση από την αυτόνομη προοπτική, αλλά είναι πάντα εσωτερικός στη διαδικασία ανάπτυξης της μαζικής παρανομίας και οικοδόμησης της αντιεξουσίας, που δεν εκπροσωπείται ποτέ ξεχωριστά από ένα ένοπλο παράνομο κόμμα.

Ο εδαφικός έλεγχος ασκείται επίσης για την οργάνωση απαλλοτριώσεων, ξεφεύγοντας από τον διπλό κίνδυνο εδώ: από τη μία πλευρά τον πειρασμό να εξυψωθούν συμπεριφορές απλού ατομικού εξεγερτισμού, από την άλλη να αναπαράγουν τη λογική της υπηρεσίας ή της φιλανθρωπίας, στη διαίρεση μεταξύ παρόχων και χρηστών. Οι δράσεις απαλλοτρίωσης και μείωσης των τιμών ζουν μέσα στη σχέση μεταξύ των κοινωνικών αναγκών και του επαναστατικού πολιτικού σχεδίου, αποφεύγοντας την αμοιβαία αυτονομικοποίηση και διαχωρισμό. Καθίστανται, πράγματι, μια άσκηση αντιεξουσίας. Αν κοιτάξουμε στο σήμερα, όπως μερικές φορές ρητά και ακόμη πιο εμμέσως αυτός ο τόμος μας καλεί να κάνουμε, βλέπουμε πώς η ιστορία επαναλαμβάνεται: η συζήτηση του λεγόμενου «κινήματος» στην πραγματικότητα παγιδεύεται μεταξύ της ιδεολογικής κατανάλωσης των εξεγέρσεων των άλλων και των καλών σαμαρειτών που βοηθούν τα θύματα – ανάμεσα στην ανόητη φωτιά της επαναστατικής αισθητικής και το ιερό νερό της αηδιαστικής ανθρωπιστικής ρητορικής.

Κεντρικό, ωστόσο, είναι το ζήτημα των μισθών, εννοούμενο στη νομισματική και πραγματική του διπροσωπία, στο παραδοσιακό εργοστάσιο και στο κοινωνικό εργοστάσιο. Το υποκείμενο του αγώνα, ο κοινωνικός εργάτης, είναι μια πολύπλευρη φιγούρα. Τον βρίσκουμε στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, «το δικό μας Mirafiori», όπου οι σύντροφοι συναντούν τον φοιτητή μάζα, μέσα στις διαδικασίες εγκατάλειψης του εργοστασίου, της επέκτασης της άρνησης της εργασίας, προλεταριακής αυτοαξιολόγησης, εκβιομηχάνισης της κατάρτισης. Βρίσκεται στις συγκρουσιακές συμπεριφορές των γυναικών, ωστόσο – σημαντική υπογράμμιση – όχι ως ξεχωριστή ή ανεξάρτητη φιγούρα από την ταξική σύνθεση: «δεν ήμασταν οπαδοί του φεμινισμού […] μας ήταν δύσκολο να θεωρήσουμε το σπίτι αποκλειστικό τόπο πάλης», εάν για τόπο αγώνα εννοούμε ουσιαστικά τον προσδιορισμό μιας αντίπαλου πλευράς και μιας πρακτικής οργάνωσης. Αντίθετα, οι συγκρουσιακές συμπεριφορές των γυναικών είναι εκείνες με τις οποίες οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες των Cpv σχετίζονται εντός και εκτός του παραδοσιακού εργοστασίου, αποτελώντας έναν σημαντικό υποκειμενικό φορέα της νέας ταξικής σύνθεσης. Και εδώ βρίσκουμε ενδείξεις και προβληματισμούς που θα πρέπει να εκτιμηθούν στις σημερινές συζητήσεις, οι οποίες πολύ συχνά αναπαράγουν ιδεολογικά λόγια για ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πλέον, χωρίς καν αυτή την ανατρεπτική φόρτιση που είχαν τότε.

Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το στάδιο, υποστηρίζει ο Piero, λαμβάνει χώρα η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, κάτι που μας επιτρέπει να προβλέψουμε το ’77. Ξεκινώντας από αυτήν τη συγκεκριμένη εδαφική παρέμβαση που επικεντρώνεται στη νέα ταξική σύνθεση οι Cpv προσεγγίζουν το «Rosso»: Αυτό τους επιτρέπει, τουλάχιστον στην αναλυτική αναδρομή τους, να επικρίνουν το «χτύπημα στον επιταχυντή» εκείνων που φαντάστηκαν ότι η τάση είχε ήδη πραγματοποιηθεί, επομένως δεν απαιτούσε μια πολιτική διαδικασία. Η επιτάχυνση, στην πραγματικότητα, δεν είναι ένα άλμα προς τα εμπρός σε ρήξη με την τάση του κεφαλαίου, αντίθετα στηρίζεται σε αυτή, πιστεύοντας ότι μπορεί να την κατευθύνει. Σε κάθε περίπτωση παραμένει ένας άλυτος κόμβος, ένας από τους κεντρικούς. Ο Giacomo και ο Piero δεν απομακρύνονται από το πρόβλημα, δεν προσπαθούν να κρυφτούν ή να καταφύγουν σε μυθοποιητικές ανακατασκευές. Αντιμετωπίζουν το θέμα στα ίσα, άμεσα, επισημαίνουν τα κριτικά σημεία, επανεξετάζουν τι έχει γίνει και τι δεν έχει γίνει. Η ίδια η εδαφικότητα-territorialità, μας λένε, «ήταν το πολύτιμο στοιχείο της οργάνωσης μας, ακόμη κι αν, μακροπρόθεσμα, αποδείχθηκε ένα όριο». Με το τέλος του ’78, η εθνική υπόθεση εξαντλείται: έτσι τον οκτώβριο βγαίνει το τεύχος νούμερο μηδέν της «Αυτονομίας», «στις προθέσεις ενός κινηματικού εβδομαδιαίου συνδεδεμένου με την περιοχή και το έδαφος αγώνα», το οποίο θα συνεχίσει τις δημοσιεύσεις του μέχρι τις αρχές των χρόνων ’90, που συνοδεύει τη μετάβαση από τις Cpv σε αυτό που θα ακολουθήσει.

Ακόμη και η συνήθης βαρβαρότητα της καταστολής δεν μπορεί να είναι ένα άλλοθι πίσω από το οποίο να κρυφτούν, λες και οι επαναστάτες μπορούν να περιμένουν κάτι διαφορετικό από τον εχθρό. Μάλιστα, μας λένε, ήταν ένα λάθος να υπερεκτιμά κάποιος το Κράτος δικαίου, να δίνει για καλές τις ρητορικές με τις οποίες οι φιλελεύθεροι μιλούν για τη δημοκρατία τους. Σε αυτές τις σελίδες, εκτός από το ότι δεν υπάρχει καμία προσπάθεια δικαιολόγησης, δεν υπάρχει καν ίχνος θυματοποίησης, αντίθετα: «Είμαι περήφανος – λέει ο Πιέρο – να λέω ότι ποτέ δεν μετατράπηκα σε έναν εξόριστο. Αντίθετα στη μακρά φυγοδικία μου το δίκτυο αλληλεγγύης που βρήκα ήταν σημαντικό ως δείκτης αυτού που υπήρξαμε».

Στη συνέχεια θα έρχονταν η δεκαετία του ’80, η καπιταλιστική αντεπανάσταση και ο leghismo, η λέγκα του βορρά. Ανοίγει μια άλλη ιστορία, αλλά δεν πρέπει να διαβαστεί ξεχωριστά, με αποσπασματικό τρόπο: είναι κάπως η απάντηση σε αυτήν την ιστορία, εκείνη της Αυτονομίας. Η απόδραση από το εργοστάσιο που γίνεται αυτοεπιχειρηματικότητα, ο περιβάλλον χώρος τον οποίον οι Cpv δεν μπόρεσαν να μεταμορφώσουν μέχρι τέλους, η αυτόνομη αντιεξουσία η οποία μετατρέπεται σε αποσχιστικές τάσεις και τάσεις ιδιοκτησίας: να, λέει ο Giacomo, που και πως γεννιέται ο άνθρωπος-ο χαρακτήρας της Λίγκας, η οποίοα ξέρει να ερμηνεύει και να λυγίζει τις αλλαγές στην κοινωνική σύνθεση του Βένετο προς τους δικούς της σκοπούς. Γενικά, μέσα στη δεκαετία του ογδόντα και του ενενήντα κάνει εκείνο που – με το αντίθετο σημάδι – οι Cpv είχαν κάνει την προηγούμενη δεκαετία. «Ίσως – ο Πιέρο σκέφτεται δυνατά – δεν υπήρξαμε αρκετά ριζοσπαστικοί, με την έννοια με την οποία ο Μαρξ χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη: να πάμε στη ρίζα των πραγμάτων. Δεν ξέρω αν αυτό έγινε λόγω του χρόνου που χάσαμε, λόγω δικών μας λαθών αξιολόγησης – μήπως υπερεκτιμήσαμε τους εαυτούς μας και υποτιμήσαμε τους άλλους – ή, αλλά αυτό το λέω με τη σκέψη του σήμερα, γιατί δεν καταλάβαμε εγκαίρως αυτό που πραγματικά παίζονταν». Εξίσου σημαντικός είναι και ο συλλογισμός του Giacomo για την υποκειμενικότητα, ένα κρίσιμο ερώτημα που συχνά και στην δική μας πολιτική παράδοση πνίγηκε από έναν αναγωγισμό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως μηχανιστικό: η πολιτική σύνθεση, όπως σωστά λέει, είναι πράγματι ένα μείγμα πολλαπλών και μερικές φορές αντιφατικών πραγμάτων, όχι μόνο της ταξινόμησης στη διαστρωμάτωση του εργατικού δυναμικού.

Τέλος, με σαφήνεια, αναλύεται η πολιτική συμπεριφορά στη φυλακή και το ζήτημα του διαχωρισμού: «Εμείς – ο Giacomo εξηγεί – είχαμε πάντα δώσει μάχη στους συντρόφους των Br καταδικάζοντας τους εκφυλισμούς τους την ώρα που λάμβαναν χώρα, αλλά η δική μας ήταν μια πολιτική μάχη ενώ αυτή του διαχωρισμού από πολιτικό δεν είχε τίποτα επειδή το παιχνίδι διευθύνονταν από το Κράτος, εκείνο το Κράτος που οι σύντροφοι, οι οποίοι είχαν προωθήσει τον διαχωρισμό, έλεγαν πως είχαν πολεμήσει. Εμείς τη δικαστική μάχη την δώσαμε στοχεύοντας πάντα στους αγώνες έξω από τη φυλακή. Αυτοί οι σύντροφοι είχαν προτιμήσει την αυτοαναφορά αναλαμβάνοντας το ρόλο μιας ξεχωριστής πολιτικής τάξης, με το «μανιφέστο»-“il manifesto” ως μεγάφωνο και τον διάλογο με τα θεσμικά όργανα ως πρωταρχική δέσμευσή τους». Μετά την επιτάχυνση σε ένα ξεχωριστό εμπρός, να και η επιτάχυνση σε μια ξεχωριστή ανάκρουση. Το πρόβλημα είναι πως, όταν κάποιος δεν σκέφτεται με τα χέρια, όπως όταν δεν ενεργεί με το μυαλό, το κεφάλι αποσπάται από το σώμα, το άτομο από το συλλογικό, ο χρόνος του εαυτού μας από τη χρονικότητα της οργανωτικής διαδικασίας και από τη διευρυμένη παραγωγή της υποκειμενικότητας: είναι ακριβώς το μονοπάτι μιας αυτάρεσκης ή βιαστικής «αυτοαναφοράς».

Ο διάλογος με τον επιμελητή τελειώνει επάνω σε αυτό. Ένας διάλογος που θέτει συνεχώς τον αγωνιστή-αναγνώστη αντιμέτωπο με τους άλυτους κόμπους-γρίφους του παρελθόντος και επομένως με τα προβλήματα του σήμερα, μιας ιδιαίτερης ιστορίας που τελείωσε και μιας επαναστατικής ιστορίας που ξεκινά πάντα από την αρχή. Μερικές φορές φαίνεται ότι λείπει ίσως μια εμβάθυνση στο επίπεδο μελέτης της συγκεκριμένης και καθημερινής διαδικασίας οργάνωσης, της οποίας ο Giacomo και ο Piero δεν ήταν μόνο συμμετέχοντες αλλά και πρωταγωνιστές. Πιστεύουμε ότι δεν είναι μια απροσεξία, αλλά η επιλογή να συνεχίσουμε, να διατηρηθούμε επάνω σε ένα πιο περιεκτικό επίπεδο ανάλυσης. Αυτή η επιλογή κάνει χρήση της συμφωνημένης ολοκλήρωσης του τόμου με δύο άλλα θεμελιώδη κομμάτια, τα οποία ταιριάζουν μεταξύ τους: την προαναφερθείσα εργατική Αυτονομία vicentina από τον Tagliapietra και τον νεογέννητο ιστότοπο για την ιστορία των Cpv (www.collettivipoliticiveneti.it).

Πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι το βιβλίο δεν είναι μόνο θεμελιώδες, αλλά και όμορφο – όπως ελπίζει ο επιμελητής. Όχι αυτής της ομορφιάς που παρέχεται από μια κενή εισήγηση, από λέξεις που πετούν μακριά αμέσως μετά την προφορά ή την ανάγνωσή τους, από μια εφήμερη χρονικότητα: εν συντομία, δεν είναι μια ομορφιά που ανταποκρίνεται στους κώδικες της μεταμοντέρνας αισθητικής. Αντίθετα, αυτή η ιστορία έχει μια ομορφιά ριζωμένη στη γη, για να την συλλέξουμε με το κεφάλι – επαναλαμβάνουμε, για να σκεφτούμε με τα χέρια. Για να διαβάσουμε ένα τέτοιο βιβλίο, ο Νίτσε προειδοποιούσε, ένα πράγμα πάνω απ ‘όλα είναι απαραίτητο «για το οποίο πρέπει να είμαστε σχεδόν αγελάδες και σε κάθε περίπτωση όχι» σύγχρονοι άνθρωποι: »να μηρυκάζουμε«. Μηρυκάζοντας, λοιπόν, συνεχίζουμε και ανοίγουμε ξανά τη συζήτηση: όχι επάνω στο παρελθόν, αλλά αμέσως στο παρόν. Γνωρίζοντας ότι η αυτονομία δεν δίνεται ποτέ μια φορά για πάντα, για όλες: κατακτάται και επανεπινοείται συνεχώς, σε ρήξη με το υπάρχον και με αυτό που είμαστε, ή που γίναμε.

και:

METROPOLI

Η δίκη “Metropoli” ξεκινά στις 26 ιουνίου 1986, προετοιμασμένη από μιαν διερεύνηση του δικαστού Amato μεγάλη 1018 σελίδες που παρουσιάστηκε στις 31 μαρτίου 1981. Η δίκη ασχολείται ουσιαστικά με τις σχέσεις ανάμεσα στο σχέδιο του περιοδικού “Metropoli” και κάποιων από τους συντάκτες του, ειδικότερα των Pace και Piperno, με την οργάνωση Brigate Rosse, υποθέτοντας συνεπώς πως μεταξύ του Potere Operaio-Εργατικής Εξουσίας του οποίου οι δυο υπήρξαν ηγετικά στελέχη, της Εργατικής Αυτονομίας-Autonomia Operaia και των Ερυθρών Ταξιαρχιών-BR υπήρξε μια στενή σύνδεση, μια προσπάθεια  ένωσης μάλλον όλων των ένοπλων σχηματισμών.
Ο ρόλος που έπαιξαν οι Piperno και Pace στην διάρκεια της απαγωγής Moro, οι επαφές με τους σοσιαλιστές και με τον Morucci, η προσπάθεια να βρεθεί μια μεσολάβηση για την διαπραγμάτευση, ερμηνεύονταν,  αν και ήταν γνωστές οι διαφορές ανάμεσα τους, σαν μια συμφωνία και μια προσπάθεια να ανατραπεί το Κράτος. Οι ‘αποδείξεις ’ βρίσκονταν στα άρθρα που γράφτηκαν στο περιοδικό και σε δημοσιεύματα συνδεδεμένα με αυτό.
Στις 9 φεβρουαρίου 1984 ο δικαστής Imposimato είχε ολοκληρώσει μια δεύτερη έρευνα για την “υπόθεση Metropoli”. Μέσα από καταθέσεις μετανιωμένων ο δικαστής ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να αποδείξει πως οι Piperno και Pace ήταν μεταξύ των υποκινητών της απαγωγής Moro, που είχαν δράσει για να υποχρεώσουν το Κράτος να υποκύψει στον εκβιασμό των BR, και πως είχαν την πρόθεση να ηγεμονεύσουν επί όλων των ένοπλων οργανώσεων.
Η δίκη εισέρχεται στην ακροαματική διαδικασία μόνο το φθινόπωρο του 1986, πρόεδρος ο Severino Santiapichi. Οι μάρτυρες, Morucci, Franceschini, Azzolini, Bonisoli, Faranda, οι μετανιωμένοι Savasta και Fioroni, ο δημοσιογράφος Bocca, ακούστηκαν μέχρι την άνοιξη του 1987. Κάποιοι συνέχισαν να εξηγούν την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών και την σχέση που αυτές είχαν με τους “θεωρητικούς” του κινήματος, άλλοι μίλησαν για όσα γνώριζαν γύρω από τους Pace και Piperno και για τις προσπάθειες τους στην διάρκεια της απαγωγής.
Στις 21 ιουλίου 1987 η Έδρα εξέδωσε την απόφαση. Από την αρχική κατηγορία ποινικής ευθύνης για τον θάνατο της συνοδείας του Μόρο, φθάσαμε, με άσκηση κριτικής της διερεύνησης για ελλείψεις και υπερβολές, σε μιαν καταδίκη για ανατρεπτικές δραστηριότητες. Οι  ‘συγκεκριμένες πράξεις’ δεν επιδείκνυαν μια διασύνδεση μεταξύ του σχεδίου “Metropoli” και των Brigate Rosse.

02. Progetto “Metropoli” το Σχέδιο

Στην κατοικία του Piperno, στην via dei Coronari, n° 99 και στην έδρα του Συνεταιρισμού “Linea di Condotta”, εκδοτικού οίκου του περιοδικού “Metropoli”, και του “Pre-print” βρέθηκαν δυο φωτοαντίγραφα ενός “υπομνήματος για την συζήτηση επάνω στην εφημερίδα” με ημερομηνία 10 μαρτίου 1977, που περιείχε πολλές χειρόγραφες διορθώσεις.
Στο ντοκουμέντο υποστηρίζονταν η αναγκαιότητα μιας εξέτασης πέρα από την αυτονομία όπως επίσης και “σχεδιασμού πέρα από την εξουσία”, για την επιστροφή στην συνέχεια στην εργατική εξουσία σαν προσδιορισμού μιας “μεγάλης τακτικής” του γενικότερου στρατηγικού σχεδιασμού “κομουνιστικής απελευθέρωσης, liberazione comunista”, προσθέτοντας πως “η εφημερίδα πρέπει να είναι μέσα στο κίνημα, και γι αυτό είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί μια πολιτική συμφωνία μεταξύ του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού οργανισμών, τμημάτων και ομάδων που συνθέτουν την εργατική αυτονομία”.
Διακρίνεται η αυτονομία σε “οργανωμένη” και “διάχυτη”, προσφέρεται ένας ακριβής ορισμός “της οργανωμένης αυτονομίας” εννοούμενης ως “σύνολο κομουνιστικών επαναστατικών τμημάτων που τοποθετούνται στο εσωτερικό κάποιων βασικών διακρίσεων που έχουν μια πολλαπλότητα μορφών, από την επίσημη σύνθετη οργάνωση σε ένα δίκτυο συντονισμένο και ενοποιημένο επιτροπών, στην μαχόμενη ομάδα ”.
“Κοινό στοιχείο είναι η συμφωνία των τμημάτων με τα στρατηγικά περιεχόμενα της αυτονομίας της τάξης σαν θεμέλιο της κομουνιστικής προοπτικής του επαναστατικού σχεδιασμού”
Στην χρηματοδότηση της εφημερίδας θα είχαν φροντίσει οι συνιστώσες που αντιπροσωπεύονταν στην σύνταξη.
Η πολιτική συμφωνία ανάμεσα στο μεγαλύτερο δυνατό νούμερο οργανισμών, τμημάτων και οργανωμένων ομάδων έπρεπε να “υλοποιηθεί “σε μια μορφή αποτελεσματικής συνεργασίας , (συνεπώς, όχι μόνο αλληλεγγύης και υποστήριξης) στο πεδίο της αρχικής χρηματοδότησης του σχεδίου και της δέσμευσης των συντρόφων” (στην συντακτικής εργασία, και σε εκείνην “άνωθεν”, και “κάτωθεν ”, αυτής).
Η πρωτοβουλία υλοποιούνταν με την έξοδο του Περιοδικού Metropoli και του παραρτήματος του “Pre-print”.
Προσέφεραν το έργο τους σαν “συντάκτες”, οι Piperno, Pace, Scalzone, Zagato, Maesano, Virno, Castellano και De Feo.
Το περιεχόμενο και νόημα πολλών άρθρων (που εξυμνούσαν τον ένοπλο αγώνα, την χρήση της βίας για να κομματιαστεί το σύστημα και να “διευρυνθούν οι ρωγμές” που θα δημιουργούνταν “στην καρδιά του Κράτους”, ΄καθιστούσε εύλογο να θεωρηθεί πως “η κύρια λειτουργία τόσο του “Metropoli” όσο και του “Pre-print” ήταν εκείνη της “διάδοσης” του αντιθεσμικού προγράμματος, να υποστηρίζει, συνδέει, συγκεντρώνει τις διάφορες ένοπλες ομάδες και μη, που αποτελούσαν και τροφοδοτούσαν στην Ιταλία την εξέγερση, την πολιτική βία σε όλα τα επίπεδα, την τρομοκρατία.
Φτάνει να σταθούμε σε δυο από τα σημαντικότερα γραπτά.

Εκείνο με τίτλο “Από την τρομοκρατία στον ανταρτοπόλεμο” του Franco Piperno, στο οποίο μεταξύ άλλων, διαβάζουμε:
“Η περίπτωση Moro σημάδεψε, όντως, από πολλές  απόψεις, το υψηλότερο σημείο και, την ίδια στιγμή, τα όρια της τρομοκρατίας. Αυτή σήμερα είναι υποχρεωμένη να διαλέξει – ή σταθεροποιείται και, ίσως τελειοποιείται σαν διαχωρισμένη πρακτική λαϊκό-εκτελεστική, με μορφές, χρόνους και στόχους σχεδόν ιδιωτικούς, για παράδειγμα επιμένοντας στην έμμονη θεματική της απελευθέρωσης των φυλακισμένων.  Σε αυτή την περίπτωση, όπως ήδη έχει συμβεί σε άλλες χώρες, το  φαινόμενο της πολιτικής βίας θα φθάσει στο σημείο να τοποθετείται μέσα στην ποικίλη σοφιστική ηθικολογία της κοινωνικής δυσανεξίας του ύστερου καπιταλισμού – ένα από τα κοινωνικά κόστη που καθημερινά πληρώνει η κυριαρχία, ή ακόμη καλύτερα, επιβαρύνει με αυτό την κοινωνία για την επιβίωση της  – ή αυτή διατρυπά με μορφές ανταρτοπόλεμου στην κυριολεξία – ακολουθώντας συνειδητά το ρίζωμα της μέσα στον νέο αυθορμητισμό. Αυτό, όμως, συνεπάγεται μια βαθιά αναδιάρθρωση της στρατιωτικής οργάνωσης, της οποίας η ικανότητα να διαρκεί και να εξαπλώνεται ανατίθεται στις  “κοινωνικές συνενοχές” περισσότερο παρά στην αυτάρκεια της ίδιας της οργάνωσης.
Είναι αυτονόητο ότι μια επιτυχία σε αυτό το επίπεδο θα είχε ως αποτέλεσμα ένα άλμα στην επιθετική ικανότητα του ένοπλου αγώνα”. “Δεν μπορούμε, πράγματι, να ξεχάσουμε πως  “η απαλλοτρίωση του αγώνα” και της μαζικής πρωτοβουλίας παρεμβαίνει εκεί όπου το κίνημα συγκρούεται ενάντια σε εμπόδια που δεν καταφέρνει να μετακινήσει με δράσεις επαρκείς”, και, ανώφελα χορτασμένο του καλού του δικαιώματος, δεν εξοπλίζεται για να το επιβάλλει, έτσι ώστε η ένταση του καταναλώνεται σε έναν άδειο “καταναγκασμό επανάληψης”, που είναι μοναχά ο πρόλογος ανικανότητας και παθητικότητας.
Να λοιπόν το να παντρέψουμε την τρομερή ομορφιά εκείνης της 12ης μαρτίου 1977 στους δρόμους της Ρώμης με την γεωμετρική ισχύ που ξεδιπλώθηκε στην via Fani καθίσταται η στενή πύλη διαμέσου της οποίας μπορεί να μεγαλώσει ή να χαθεί η επαναστατική διαδικασία”.

Και εκείνο με τίτλο “Piazza Navona, ας ξεκινήσουμε να μιλάμε γι αυτήν” του Paolo Virno (n° 1 του “Metropoli”) στο οποίο μεταξύ άλλων ο συντάκτης, σημειώνοντας πως η επιχείρηση της Piazza Nicosia [κατάληψη των γραφείων του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος] είχε αποτελέσει “ένα σημείο καμπής” “σχετικά με όλη την πολιτικο-στρατιωτική εμπειρία των B.R., συμπεριλαμβανομένης και της via Fani”, με την έννοια  “του περάσματος, που επιδιώχθηκε συνειδητά, από ένα τρομοκρατικό επιχειρησιακό μοντέλο σε ένα μοντέλο ανταρτοπόλεμου” διατύπωνε επιφυλάξεις για την συνάφεια της βλαστάνουσας “μορφής-ανταρτοπόλεμου” σε σχέση με τους στόχους που έπρεπε να επιδιωχθούν.
” (…) αναφερόμενοι αυστηρότερα στις ποιότητες των εξεγερτικών συμπεριφορών της ζωντανής εργασίας, ενισχύοντας την επίδραση τους και διασφαλίζοντας τους “τις συμβατικές δυνάμεις”, η ένοπλη πρωτοβουλία προχωρά γραμμικά σε ένα έργο αποσταθεροποίησης του συστήματος των κομμάτων. Η ”αυτονομία του πολιτικού” είναι, να το πούμε έτσι, η πιο αληθινή της προϋπόθεση. Η χριστιανοδημοκρατία D.C. δεν χτυπήθηκε ωσάν διάρθρωση της σχέσης παραγωγής, από αυτήν ευρέως νομιμοποιημένη, μα σαν  “πλεονασμός της Εξουσίας, σαν αστικό Κόμμα, σαν εκλογική Μηχανή”.
Σε αυτό το σημείο, παρατηρούσε ο συντάκτης, πως μεγαλύτερη πολιτική αποτελεσματικότητα είχε “η εκτέλεση του αφεντικού της casa Schittini”, παρά το ότι είχε απαιτήσει αυτή η επιχείρηση “μια οργανωτική ανάληψη υποχρεώσεων πολύ μικρότερη από εκείνην της Piazza Nicosia”.
Σε αυτήν, είναι αλήθεια, είχε εισαχθεί ένα “κριτήριο μέτρου” της πολιτικής αποτελεσματικότητας της ένοπλης δράσης, “συνιστώσα μέτρησης που δόθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την ενδυνάμωση του κινήματος για κατάληψη σπιτιών” και, γενικότερα, από τα υλικά επιτεύγματα…οικονομικά, κανονιστικά, που κατακτήθηκαν από προλεταριακά στρώματα με την συνδρομή της αντάρτικης πρωτοβουλίας.

το “Metropoli”, συνεπώς, παρουσιάζονταν στον κόσμο της εξέγερσης, σαν μια ένοπλη οργάνωση σε εθνικό επίπεδο που είχε σαν ηγεσία τους Piperno, Scalzone, Pace (v. dich. int. Enzo Pasini Gatti).

Θα πει ο Marco Barbone (ακρόαση 14/X/80) πως το ενδιαφέρον που είχε προκληθεί σε αυτόν από ένα άρθρο που εμφανίστηκε στο περιοδικό “Pre-print” με υπογραφή του Oreste Scalzone επάνω στην “μαχόμενη μονοδιαστασιμότητα των οργανωμένων μικροτμημάτων”, όπου επισκιάζονταν η υπόθεση μιας  “πιθανής οργάνωσης, στην οποίαν θα συζούσαν διάφορα επίπεδα, μεταξύ των οποίων το κοινωνικό των δημόσιων διασκορπισμένων αγώνων και εκείνο το παράνομο… με σκοπό την αποδόμηση του Κράτους”, τον είχε σπρώξει να έρθει σε επαφή, “μέσω ενός στρατευμένου του Pio, κάποιον από το περιβάλλον του Metropoli”. Με αυτό τον τρόπο γνώρισε τον De Feo, από τον οποίον έμαθε στην πραγματικότητα πως το περιοδικό “Metropoli” ήταν η νόμιμη βιτρίνα της οργάνωσης, που χαρακτηρίζονταν, επίσης, από ένα παράνομο επίπεδο προσώπων που είχαν στόχο να πραγματοποιήσουν μια σειρά ένοπλων αναίμακτων δράσεων, όπως ληστείες για αυτοχρηματοδότηση ή πρωτοβουλίες  (…) που κατατάσσονταν σε ένα σχέδιο απελευθέρωσης κρατουμένων που έπρεπε να προωθήσουν.
Του είχε, επίσης, αναφέρει ο De Feo για μιαν διακίνηση όπλων.

Εδώ και κάποιον χρόνο, τον δεκέμβρη του ’79, έλαβε χώρα μια συνάντηση σε ένα ευαγγελικό Κέντρο στο Milano, όπου πήραν μέρος, μετά από πρόσκληση του De Feo, o Barbone και ο Daniele Laus, εκπροσωπώντας την “Guerriglia Rossa”, »Κόκκινο Ανταρτοπόλεμο», παρόντες άλλα τέσσερα στελέχη – σύμφωνα με τα λεγόμενα τους – “του πυρήνα συντονισμού του Metropoli”. Σε αυτήν προτάθηκε στον Barbone και στην ομάδα του να διαπράξουν κάποιες ληστείες για να χρηματοδοτήσουν το περιοδικό και να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές ανάγκες των κρατουμένων και, τελικά, να εισέλθουν στην οργάνωση τους.
ο Barbone και οι δικοί του άδραξαν την ευκαιρία για να θέσουν το ζήτημα της αναγκαιότητας να εμπλουτίσουν και να καλυτερεύσουν, τον εξοπλισμός τους και, για τον σκοπό αυτό, δεν είχαν διστάσει να ζητήσουν δανεικά (λαμβάνοντας τα) από “εκείνους του Metropoli” ένα αυτόματο AK 47 Kalashinskov, ένα πιστόλι διαμετρήματος 9 και ένα revolver διαμ. 38. Αυτά τα όπλα στην συνέχεια, από την “guerriglia rossa” χρησιμοποιήθηκαν για να τελέσουν ληστείες τραπέζης – (βλέπε καταθέσεις του Barbone, (ακρ., 15.X.80).

Συνέχιζε ο Barbone σχετικά με τις συζητήσεις που είχε με τον De Feo:
“Εγώ και ο Laus του λέγαμε πως μας φαίνονταν υπερβολική η τιμή που πληρώθηκε από το Metropoli για εκείνο το σχέδιο, αναφερόμενοι στις πολλές συλλήψεις που είχαν πραγματοποιηθεί στον χώρος της σύνταξης του περιοδικού, επειδή η Δικαστική Αρχή είχε εντοπίσει αυτήν σαν όργανο του ένοπλου Κόμματος”. “Εννοούσαμε τις συλλήψεις των Virno, Castellano, Scalzone, Maesano, Piperno και Pace”. “Η απάντηση του De Feo ήταν πως πράγματι το κόστος υπήρξε υψηλό μα πως εκείνη ήταν η ιστορική στιγμή που έπρεπε να προσπαθήσουν να πραγματοποιήσουν, εν τούτοις, το σχέδιο τους”.
Σχετικά με τις “διασπάσεις” της ρωμαϊκής φάλαγγας των B.R., με την έξοδο του Morucci και της Faranda, ο De Feo του είχε εκμυστηρευτεί πως από την πλευρά του “Metropoli” υπήρξε μια προσπάθεια μεσολάβησης μεταξύ των morucciani από την μια πλευρά και τις B.R. από την άλλη. Ένα στέλεχος του “Metropoli” είχε συναντηθεί σε ένα ρωμαϊκό bar με τους εκπροσώπους των ΕΤ και πως διαμέσου αυτού είχε γίνει προσπάθεια να επιστραφούν τα όπλα που ο Morucci είχε “εσφαλμένα” πάρει μαζί του.
Αυτός, έχοντας δείξει πως ταλαντεύεται, είχε απειληθεί από τον ταξιαρχίτη.
Από εκείνες τις συζητήσεις – συνέχιζε ο Barbone – “συμπεραίναμε πως η ομάδα του Metropoli, επωφελούμενη και εισερχόμενη μέσα σε διαδικασίες αποσύνθεσης ή ανασύνθεσης οργανωτικής που βρίσκονταν σε εξέλιξη τόσο στις B.R. όσο και στην Πρώτη Γραμμή P.L. είχε προσπαθήσει να θέσει τον εαυτό της σαν ηγεμονική ομάδα της μιας και της άλλης δομής, έστω και μόνο σε ιδεολογικό επίπεδο.
Μέχρι του σημείου που είχε καταστεί σαφές πως οι “Minervino, De Feo και οι άλλοι του “Metropoli” αποτελούσαν  “μόνο το μιλανέζικο παράρτημα (και πιθανότατα δεν το εξαντλούσαν) ενός εκτενέστερου σχεδίου του οποίου οι ίδιοι… είχαν μιλήσει και που προχωρούσε, και είχε προωθηθεί, από πρόσωπα σημαντικά όπως, ακριβώς, οι συλληφθέντες συντάκτες στην ρωμαϊκή έρευνα”

ο De Feo – επισήμαινε επί πλέον ο Barbone στην κατάθεση που έδωσε στον Δημόσιο Κατήγορο της Padova στις 19.5.1981 “μιλούσε για το περιοδικό “Metropoli” σαν ένα πολιτικό εργαστήρι καθορισμού των νέων γραμμών του εξεγερτικού και ανατρεπτικού προγράμματος.
…Επάνω στηνAutonomia και σαν σημείο αναφοράς μιας πλατιάς οργάνωσης που χτίζονταν, της οποίας η παράνομη δομή έπρεπε να είχε κυρίως καθήκοντα οργανωτικά υλικοτεχνικά σχετικά με την χρηματοδότηση. όμως, απορρίφθηκε από τον Barbone και τους δικούς του η πρόσκληση να εισέλθουν στην οργάνωση του Metropoli, μιας και αυτοί δεν αποκόμισαν μια θετική εντύπωση για τον De Feo κάτω από το προφίλ των ικανοτήτων πολιτικής διοίκησης και έχοντας αποκομίσει, επιπλέον, την εντύπωση πως τελικά το να καταταχθούν θα μπορούσε να έχει σαν σκοπό μοναχά την χρησιμοποίηση τους για την πραγματοποίηση ληστειών για την χρηματοδότηση της εφημερίδας.

Μα επιστρέφοντας στην διάσπαση που συνέβη σχετικά με τις Κομουνιστικές Επαναστατικές Επιτροπές  Co.Co.Ri. , θα εξηγήσει ο Costantini, στην ακροαματική διαδικασία της 27/X/80, τις αιτίες που την είχαν προκαλέσει. Στην διάρκεια της συζήτησης που διεξήχθη στους κόλπους αυτής της οργάνωσης στην συνέχεια της εκτέλεσης του αξιοτ. Moro, το φθινόπωρο του 1978, ήρθαν να διαφανούν διάφορες πολιτικές γραμμές.
ήδη το καλοκαίρι είχε αποφασιστεί σε επίπεδο Διοίκησης να “εξέλθουν” με ένα νέο περιοδικό, του οποίου το πρώτο νούμερο είχε ονομαστεί “Pre-print”.
Είχε συζητηθεί, σχετικά, εάν θα έπρεπε να αναπτυχθεί η κουβέντα γύρω από την συνηθισμένη δομή διαρθρωμένη σε δυο επίπεδα, ένα νόμιμο, το άλλο παράνομο, ή να “ενδυναμωθεί” ο τρέχον κεντρικός μηχανισμός. ο  Scalzone είχε εντοπίσει την δυνατότητα να δοθεί περισσότερο εύρος σε παρεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα. Η υπόθεση “Metropoli” ήταν εμπνευσμένη με σκοπό να συμπεριλάβει ένα τόξο δυνάμεων, μέσα στις αριστερές, όσο το δυνατόν πλατύτερο, ξεκινώντας από “καταστάσεις κινημάτων αγώνα”, για να αποφευχθούν “αποδράσεις προς τα εμπρός (οργανώσεων όπως οι B.R. και P.L.) και να φθάσει σε ένα είδος  “ομοσπονδίας,  “συγκεκριμένης δράσης” εισηγμένης σε “ένα μοναδικό πολιτικό σχεδιασμό”
Έπρεπε να είναι η εφημερίδα “μέσα σε έναν χώρο πολιτικής συζήτησης” ηγεμονευμένη από τις CO.CO.RI. για να επηρεάζει, έχοντας συγχρόνως πολιτικές δραστηριότητες, έναν διάλογο πιο ολοκληρωμένο ένοπλης πάλης στην Ιταλία”.
Μα πλέον οι άλλες οργανώσεις είχαν σχεδιάσει την πολιτική τους γραμμή (τροφοδοτώντας μια σταθερή κατάσταση επιθετικότητας ενάντια στο Κράτος), επιδεικνύοντας την δική τους “δύναμη πυρός”, την “εκρηκτική δύναμη αφανισμού” των ένοπλων πρωτοβουλιών τους.
Το νούμερο μηδέν του “Pre-print” είχε, με αυτό τον τρόπο, δημοσιευτεί με το χρήμα που προέρχονταν από ληστείες που πραγματοποιήθηκαν από τους ένοπλους μηχανισμούς των Co.Co.Ri., πριν φθάσουμε στην διάλυση τους. Της σύνταξης του εν τη γενέσει περιοδικού έπαιρναν μέρος αγωνιστές αυτής της δομής που είχαν πάρει μέρος σε ενέργειες χρηματοδότησης (Morelli, Farsi, Zagato). Προσδιόριζε ο Costantini πως εκείνο το πρώτο τεύχος της εφημερίδας είχε κοστίσει αρκετά εκατομμύρια επειδή, “παρά την ροή χρήματος που έφτανε στον Scalzone, αυτός είχε τρύπια χέρια” και έδιδε χρήματα σε όλους, “σε έναν για κάποιο φυλλάδιο”, “σε άλλον για μιαν αφίσα, σε άλλον “για κάτι άλλο… ”
Παρόλα αυτά αυτός συνέχιζε να τραβά το ενδιαφέρον των B.R. και P.L σε εκείνο το καινούργιο διάστημα, επάνω στο οποίο θα έπρεπε να ξαναρχίσει ο πολιτικός διάλογος σε διάφορα επίπεδα, νόμιμος και παράνομος.
Από εδώ η σημασία της απόκτησης όπλων που μπήκαν στην Ιταλία από τον Folini και ελήφθησαν από την οργάνωση το φθινόπωρο του 1978, αυτά θα χρησιμοποιούνταν για  “να αποκτήσει αξιοπιστία” και να δοθεί σε αυτήν“μια μεγαλύτερη βαρύτητα” μέσα στο ανατρεπτικό ιταλικό πανόραμα.
Άλλη σημαντική συνεισφορά στην ανακατασκευή της υπόθεσης “Metropoli” έρχονταν από τον Balducchi Ernesto, leader του στρατιωτικού πυρήνα, αποφασισμένου να αναλάβει εκ νέου, μετά την διάλυση των Co.Co.Ri., “μια συζήτηση πολιτικής παρέμβασης σε επίπεδων κολεκτίβων στην επικράτεια.
Από την περίοδο ακόμη του συνεδρίου της Bologna το 1977, θα πει ο Balducchi στην ακροαματική διαδικασία, στις 24.2.87, σε συναντήσεις συντονισμού του χώρου της Αυτονομίας, τονίζονταν η αντίληψη “χτισίματος ενός ενωτικού οργάνου, που θα εξέφραζε την τάση” την πιο ριζοσπαστική που το κίνημα ζούσε εκείνη την στιγμή”, ένα όργανο τύπου που θα συγκέντρωνε τις περιπτώσεις των διαφόρων ομάδων, που σε αυτό θα μπορούσαν να απευθύνονται, να παραπέμπονται σε αυτό”.
Στην διάρκεια της συζήτησης το θέμα ήρθε σε έντονη αντιδιαστολή από όσους θεωρούσαν πως δεν ήταν απαραίτητη “μια δομή που θα συνέθετε” το νέο επίπεδο της σύγκρουσης, μα πως αρκούσε ένα ενωτικό “επίπεδο συνείδησης”. Μια εκδοτική πρωτοβουλία ενωτική υποψήφια ενός ευρύτερου χώρου συναίνεσης θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από μόνη της. Το πολύ οι Co.Co.Ri. θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ένα “δικό τους” εκδοτικό όργανο ανοιχτό ίσως σε εξωτερικές συνεργασίες, εάν το είχαν θεωρήσει χρήσιμο και παραγωγικό με τους στόχους τους.
Επιβεβαίωνε ο Balducchi την πραγματοποιηθείσα απόκτηση όπλων από πλευράς της οργάνωσης, που είχαν εισέλθει στην χώρα από τον Folini από Χώρες της Μέσης Ανατολής.
Είχε θεωρηθεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά απαραίτητο να εξοπλιστούν με  “βαρύ οπλισμό” για να  “ανυψώσουν την δύναμη πυρός”. Είχε διατεθεί ένα σημαντικό ποσό (γύρω στα 60 εκατομμύρια) και από τον ίδιο τον Balducchi είχε διατυπωθεί επίσης ότι χρειάζονταν για την μεταφορά του stock των όπλων από το Otranto στο Fiumicino και από εκεί στο Milano, όπου είχαν παραμείνει φυλαγμένα στην κατοικία του Costantini.
Στην συνέχεια, μετά την διάσπαση που έλαβε χώρα στους κόλπους των CO.CO.RI., οι διάφορες ομάδες πήραν τα όπλα που τους αναλογούσαν, πηγαίνοντας να τα παραλάβουν απευθείας από την αποθήκη όπου φυλάσσονταν για δυο περίπου μήνες.
Προσέθετε ο  Balducchi πως εάν χρήματα που προέρχονταν από ληστείες, είχαν ξοδευτεί από τον πυρήνα του για την απόκτηση όπλων, σίγουρα δεν είχαν ξοδευτεί για να χρηματοδοτήσουν ένα περιοδικό, αλλά αν μη τι άλλο για την απόκτηση φυλλαδίων, εντύπων, κλπ.
Εξάλλου, από την στιγμή της διάλυσης των Co.Co.Ri. αυτός και οι δικοί του ούτε καν γνώριζαν πως βρίσκονταν ήδη σε δραστηριότητα η σύνταξη του “Metropoli”.
Προς επιβεβαίωση του διπλού επιπέδου στο οποίο κινούνταν η οργάνωση των Co.Co.Ri. ήρθαν να βοηθήσουν οι δηλώσεις του Costa, ο οποίος των Co.Co.Ri. υπήρξε ένας από τους ιδρυτές (ακρ. 27/X/86).
Στο Milano η οργάνωση εκτελούσε  “μια δημόσια πολιτική δραστηριότητα, συνδικαλιστικής αγκιτάτσιας, δημόσιας πολιτικής πρότασης” έστω κι αν ήταν εξτρεμιστικού τύπου, υποστηριζόμενη “από μια δομή στρατιωτικού τύπου.
Ενεργούσε σαν “ομόλογη” η ρωμαϊκή ομάδα, έχοντας μια διαφορετική διαμόρφωση, που έφτασε στο σημείο της διάλυσης μέσα στο 1978 συμπίπτοντας με τα γεγονότα της via FANI, καταβάλλοντας με ακανόνιστο τρόπο την συνεργασία της με τρόπο “υποστηρικτικό στην μιλανέζικη ομάδα, (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της εισαγωγής των όπλων από τον Λίβανο).
Στην στρατιωτική ομάδα έπαιρναν μέρος οι Costantini, Balducchi, Palmero, Farsi, Gasser και άλλοι.
Η Διοίκηση, σχηματισμένη μεταξύ άλλων από τους Scalzone, Del Giudice, Morelli, είχε καθήκον  “διαλόγου και πολιτικής κατεύθυνσης”. Ήταν “μια δομή συντεταγμένη”.
Αυτός, ο Costa, είχε στην διάθεση του το χρήμα, που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση όπλων, να χρηματοδοτηθούν οι “στρατιωτικές”επιχειρήσεις, να αμειφθούν τα έμμισθα στελέχη του στρατιωτικού πυρήνα.
Θύμιζε πως, από την στιγμή που συνέβη η πράξη διάσπασης των Co.co.Ri παραδόθηκε στον Scalzone “σαν αποζημίωση” το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων που προήλθε από ληστείες, που αυτός είχε ζητήσει για το περιοδικό.
Πάντως ανάμεσα στην ομάδα του Scalzone και εκείνη την αμιγώς στρατιωτική, είχε επέλθει μια σιωπηρή συμφωνία, οπότε αυτός δεν θα είχε προβάλει αντίθεση στην εισαγωγή των όπλων από τον Λίβανο, με την προϋπόθεση να μην του τοποθετούνταν εμπόδια για την έναρξη λειτουργίας του περιοδικού. Αυτός σκέφτονταν, μέσα από ένα εκδοτικό όργανο, να χτίσει, έναν νέο επαναστατικό κόμμα της αριστεράς”, το οποίο βασικά θα μπορούσε να έχει απορροφήσει όλα τα “οπλισμένα τμήματα” από τις ένοπλες ομάδες της τρομοκρατίας στα πιο εξτρεμιστικά νόμιμα τμήματα”.
Πάντως, με την πράξη της διάσπασης, εκτός από τα χρήματα που αναφέρθηκαν, η ομάδα του Scalzone πήρε μαζί της τρία αυτόματα τουφέκια, κάποια κοντά όπλα (περίστροφα, κλπ.), που ουσιαστικά αποσύρθηκαν από τους Farsi και Morelli.
Ένας άλλος μαχητής των Co.co.Ri, Gasser Alberto, μιλώντας για ληστείες και δράσεις αφοπλισμού που έπραξε με τους Palmero, Balducchi, και άλλα στελέχη που στην συνέχεια εισήλθαν στο “Metropoli”, στέκονταν λεπτομερώς στο θέμα της εισαγωγής των όπλων από την Μέση Ανατολή. Είχαν πάρει μέρος στην επιχείρηση οι Folini, Costa Maurizio, Balducchi Ernesto, Palmero Piergiorgio και άλλοι μιλανέζοι.
Τα όπλα είχαν φθάσει με την βάρκα του Folini στο Otranto και  από εδώ είχαν μεταφερθεί με την ίδια βάρκα, οδικώς, στο Fiumicino.
Σε αυτό τον τόπο αποσύρθηκαν από τον ίδιο, από κάποιον “Giovanni”, και από τους Balducchi, Palmero, “Ilario ” (Andrea Morelli) στρατιωτικό αρχηγό του »σχεδίου Metropoli” και δυο μαχητών από τις ρωμαϊκές φάλαγγες και μεταφέρθηκαν μέσα σε μεγάλες τσάντες στον σταθμό Termini, απ’ όπου όλα στην συνέχεια έφυγαν για το Milano. Τρεις ήταν οι επιχειρήσεις μεταφοράς, μεταξύ Roma, Ostia και Milano, των όπλων, που περιλάμβαναν: 15 αυτόματα Kalasnikov, ένα τουφέκι ακριβείας MI, col. 33 ένα Fal εκτοξευτήρα χειροβομβίδων, γύρω στις 90 χειροβομβίδες τύπου ananas, γύρω στις εβδομήντα χειροβομβίδες λείες, εκτοξευτήρα χειροβομβίδων “energe”, ένα bazooka, δυο πιστόλια Browing διαμ. 9, μια σημαντική ποσότητα πολεμοφοδίων, δυναμίτη και πυροκροτητή.
Τα όπλα στην συνέχεια διαχωρίστηκαν ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα που σχηματίστηκαν από τις διασπάσεις της Οργάνωσης: ένα μέρος συμπτύχθηκε γύρω από τον Scalzone “Ilario”, “Aldo” και άλλους, δεσμευμένους στην πραγματοποίηση του περιοδικού “Metropoli”; ένα άλλο μέρος γύρω από τον Maurizio Costa, που στην συνέχεια εντάχθηκε στην Πρώτη Γραμμή P.L.
Μετά τις διασπάσεις ο Gasser είχε σχέσεις με τους “Aldo” “Ilario ” και Scalzone.

και:

το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

και:

Screenshot_2018-12-10-12-19-02 (1)

Η Αντιγόνη στην Ιθάκη – μέρος πρώτο

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CARLO
FELTRINELLI

Αγαπητέ Carlo,
Λες πως εγώ «προσέβαλα» την μνήμη του πατέρα σου, διότι είπα πως μεταξύ ιουλίου του ’71 και της στιγμής του θανάτου του, αυτός, φίλος μου που πέρασε στην παρανομία, επανειλημμένα μου μίλησε για την τρομερή  ‘ιστορική αναγκαιότητα» να εκτελεστεί ο κομισάριος Luigi Calabresi. Ο πατέρας σου ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, και σίγουρα δεν έλεγε ελαφριά τη καρδία κάτι τέτοιο, αλλά θεωρούσε και δικό του καθήκον να προχωρήσει στις πρακτικές συνέπειες αυτής της  ‘αναγκαιότητας». Τώρα ξέρουμε – εγώ, εσύ και πολλοί άλλοι – πόσες καταστροφές και πολύ πιο σοβαρές του θανάτου ενός κομισάριου της δημόσιας ασφάλειας, πιθανότατα δολοφόνου ενός αναρχικού, έχει δημιουργήσει αυτή η ιδεολογία της  ‘αίσθησης της Ιστορίας», των »νόμων της ανάπτυξης της», της επιστημονικής θεμελίωσης της απόφασης του »επαναστατικού επείγοντος» ως νέας πηγής νομιμοποίησης. Μα λοιπόν, αν και με τρόπους και με κουλτούρες και θεωρίες αρκετά διαφορετικές, όλοι παίζαμε λιγάκι αυτή την παρτιτούρα.
Γι αυτό, Carlo, εγώ δεν »προσέβαλα» τον πατέρα σου. Αντίθετα, προσπάθησα να του ξαναεπιστρέψω ένα κομμάτι από εκείνη την ταυτότητα και αλήθεια που ήταν δικιά του, που και πάλι του αρνούνται, για πολύ μίζερους λόγους.

Στο λέω εγώ, Carlo, που τον γνώρισα πολύ καλύτερα απ’ όσο, δυστυχώς, σ’ εσένα δόθηκε η δυνατότητα να τον γνωρίσεις: είναι πάνω απ’ όλα ως
«σύντροφος Osvaldo», μαχόμενος κομουνιστής, που ο μπαμπάς σου θα αγαπούσε να τον θυμούνται: εκείνοι τον απεχθάνονταν, εμείς τον αγαπούσαμε («βλέπεις, αυτή είναι η δική τους
Westminster», έλεγε ο Lenin στον Trotzkii
γυρνώντας στους δρόμους του Λονδίνου… ).

ΙΘΑΚΗ

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, ο «Osvaldo, παρέμεινε δίχως ταφή. Και αυτοί, ξεκινώντας από τον κοντινό του ‘entourage’- ‘περίγυρο’, θέλησαν να του αρνηθούν την ανάμνηση και την επεξήγηση των δικών του, ίσως συζητήσιμων, αιτιών και λόγων, δεν είναι παρά ένα κλαν (όχι μια λεγεώνα) «ασβεστωμένων τάφων. Μιλώ,
έτσι για να μην κάνουμε ονόματα, του lobby των
«miglioristi’. Ξέρουμε, οι σταλινικοί – σε ισχύ ή καθαιρεμένοι – διατηρούν μια σχέση με την αλήθεια αρκετά περιστασιακή. Και από την άλλη πλευρά, αυτές οι γραμμές των «miglioristi,
που είναι στρατευμένοι κυρίως για να «migliorare» – ‘καλυτερεύουν’ το δικό τους ‘status’, δεν είναι αυτοί που, για να χρυσώσουν το οικόσημο, έστειλαν προς καταστροφή τα »μαρξιστικά έντυπα» και την »μαρξιστική ύλη», με μια χειρονομία Ιεράς Εξέτασης, πογκρόμ, »νύχτας κρυστάλλων», σοβιετικού Υπουργείου της Αλήθειας που κόβει και βάζει αυτό κι εκείνο στις συσκευές για νταγκεροτυπία της ομάδας, σαν μακαρθική έρευνα;  Είναι άνθρωποι που επεξεργάστηκαν τις ιδεολογίες της άρνησης,
του θριάμβου της κουλτούρας της ‘μετάνοιας’ της ‘μεταμέλειας’ και του ‘διαχωρισμού», της ‘διάστασης’, του πληβείου αγώνα και σαν parvenus να θυσιάσουν στο χυδαίο μαντείο της νεοφιλελεύθερης αλαζονείας… –
Ίσως νομίζεις, Carlo, πως σου λέω πράγματα σοβαρά, άδικα και ακραία:
παρόλα αυτά σε παρακαλώ να τα σκεφτείς, αν και μπορεί
να αποτελεί αυτό μια σκληρή άσκηση.
Όσον αφορά εμένα, πίστεψε με, έχω την πιο μεγάλη περιφρόνηση γι αυτή
την χούφτα σφετεριστών, που έχουν αδράξει,
που έγιναν κύριοι της πετρώδους Ιθάκης του πατέρα σου, την οποία
αυτή την φορά ο Οδυσσέας δεν θα ξαναδεί ποτέ πια.

OSVALDO

Σε μια μπροσούρα στη μνήμη του,
ο Giampiero Brega αναφέρεται στον Gianqiacomo
Feltrinelli με ένα απόσπασμα δεν ξέρω πλέον ποιου:
«είναι ο μόνος και ο μοναδικός homo novus που εγώ έχω γνωρίσει.»                                Είναι αλήθεια. Εγώ τον
θεωρούσα, και, ξεροκέφαλο, ρομαντικό, αρχαϊκό θεωρητικά, ονειροπόλο,                  «παλαιο-κομουνιστή’ και λιγάκι
απλά  «τριτοκοσμικό» και
καστρικό. Μαλώναμε σχετικά με τη φύση
της Εσσδ, για τον «σοσιαλιστικό χώρο», για την εμμονή του
με τον φασισμό και το πραξικόπημα, για τον
Secchia. Αλλά σεβόμασταν αλλήλους. Όταν
(ακόμη ισχυρός εκδότης που μας βοηθούσε με
μια προ-αγορά μιας χιλιάδας φύλλων της εφημερίδας Potere Operaio) πρότεινε να καταχωρήσουμε στο εβδομαδιαίο μας ένα φύλλο του
«Rassegna comunista-κομουνιστική Ανασκόπηση«, που στα μάτια μας ήταν                  υστερο-αντιστασιακή, άρρωστος με το νεο-παρτιζανισμό και τον «fochismo-φοκισμό».
χρειάστηκε να του πούμε όχι και να μην επιμένει [έκανε στη συνέχεια, σχεδόν μόνος, την δική του  » Voce comunista«- »κομουνιστική Φωνή»).                                        Όταν επεξεργάζονταν και εξέδιδε -‘»από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli’», όπως έλεγε αυτός- το περιοδικό Compagni-Σύντροφοι (στην σύντομη ζωή του οποίου πήραν μέρος και οι  Eco, Nanni Baleslrini και άλλοι διανοούμενοι ‘πρώτης γραμμής’) μας
πρότεινε ντροπαλά να του δημοσιεύσουμε
μια συνέντευξη, στην οποία εξηγούσε τους λόγους
του περάσματος του στην παρανομία
ευρύτερα από αυτό που μπόρεσε να κάνει στην περίφημη επιστολή στο περιοδικό Espresso. Ήταν
τα πάντα. Εκείνους τους καιρούς των Berlusconi, ένα σπάνιο
μάθημα στυλ.
Μαλώναμε (η ξεροκεφαλιά του ήταν
παροιμιώδης – και η δική μας, «θεωρητική»‘) αλλά
πάντα κρατήσαμε μεταξύ μας κάτι περισσότερο από φιλία, αλληλεγγύη
συναίσθημα, στοργή: μια βαθιά συνενοχή.

‘TRANCHES DE VIE’
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Έτσι, όταν αποφάσισε να φύγει, εγώ και κάποιοι άλλοι σύντροφοι
τον βοηθήσαμε,
αν και δεν συμμεριζόμασταν τις προβλέψεις του για  ‘πραξικόπημα’, και από την προτίμηση που έδειχνε στον  «αγώνα που έδινε ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τον γερμανικό sub-ιμπεριαλισμό» προτιμούσαμε τον εργατικό αγώνα ενάντια σε εκείνο του σπιτιού μας.
Όταν μου ζήτησε να πάω στην βιβλιοθήκη
του lstituto Feltrinelli για να ανακτήσω από τις εφημερίδες
τον έλεγχο των νεκρών από λευκούς θανάτους, ή να
πάω να περιμαζέψω στο Lugano μια βαλίτσα γεμάτη
μπροσούρες της «Brigata Gap Canossi» (που αλάτιζε τις μπετονιέρες των
εργοταξίων των λευκών θανάτων, εκείνων όπου
οι οικοδόμοι σκοτώνονταν πέφτοντας από τις σκαλωσιές, μετά από super-εργασία και λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας, που τα αφεντικά θεωρούσαν πολύ ακριβά να εγκαταστήσουν) το έκανα.

IVALDI

Θυμάμαι πως διάλεξε το όνομα «Osvaldo».
Βολτάραμε στην Genova, είδαμε
μια φωτεινή επιγραφή με γραμμένο επάνω της
«Osvaldo lvaldi», αυτός έπρεπε να φύγει και ήθελε ένα όνομα σε κωδικό.
«Να- είπε – θα ονομαστώ Osvaldo».
Όταν το ξανασκέφτηκα επιστρέφοντας στο Terni με
τραίνο, το κρύο πρωινό της ημέρας της Πρωτοχρονιάς ’70, μου είπε πως ήταν ένας αθεράπευτα ρομαντικός: Osvaldo είναι το όνομα του
Pesce, του θρυλικού αρχηγού των «Gruppi
d’azione patriottica»-»Ομάδων πατριωτικής δράσης» της Αντίστασης της πόλης, και «lvaldi» το όνομα μάχης του,
όπως αυτός ο ίδιος διηγείται στο «Senza
tregua, la guerra dei Gap»΄»Χωρίς ανακωχή, ο πόλεμος των Gap». Και από την sigla Gap
ο Osvaldo εμπνεύστηκε τις δικές του ‘‘Ομάδες παρτιζάνικης δράσης»- «Gruppi d’azione
partigiana» (όπως άλλες, στη συνέχεια, οι εφήμερες ‘οπλισμένες’ και ‘προλεταριακές’–
«Gruppi armati partigiani», και «proletari»).

Θυμάμαι πως είχε δάκρυα στα μάτια,
ένα κρύο ηλιόλουστο πρωινό με αέρα στη γέφυρα της οδού Farini στο Milano, δυο βήματα από τα γραφεία μας, την επομένη που είχε συμβεί η τραγωδία της ‘’22 Οκτώβρη»- «22 Ottobre» στη
Genova (στη διάρκεια μιας ληστείας ο Mario Rossi
– άνθρωπος γνωστός κατά τα άλλα για την ηπιότητα του – είχε άθελα του σκοτώσει τον μεταφορέα αξιών Alessandro Floris, κάποιος κατάφερε να τον αποθανατίσει σε μια  foto που κατέστη διάσημη,
τον κατεδίωξαν και συνέλαβαν).

O Osvaldo προτιμούσε να φτιάχνει τα ‘timers’ με τα
κουτιά από φασόλια, όπως του είχε μάθει ο
Fidel, και δέχονταν να διακινδυνεύει αυτοπροσώπως
να πηγαίνει να πάρει χρήματα σε μια τράπεζα,
όχι βέβαια για να μην  ‘σπαταλήσει’ την
περιουσία του (είναι τη ζωή που στην συνέχεια έθεσε σε κίνδυνο), ούτε μόνο λόγω πίστης στις παραδόσεις και
στους ‘νόμους’ των επαναστατικών κινημάτων και κομμάτων
και των αντάρτικων οργανώσεων. Ούτε (όπως ήταν για εμένα εκείνο τον καιρό) επειδή  «ο εργατικός μισθός, εξ ορισμού, δεν φθάνει για να καλύψει τα κόστη της ταξικής οργάνωσης.» Μα
κυρίως λόγω μιας προσωπικής και βαθιάς αιτίας, της οποίας ντρεπόταν: ήξερε
πως, εάν είχε υποκύψει στον πειρασμό
της ευκολότερης οδού, εκείνης να κάνει τον
προστάτη διότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’,
θα είχε εισάγει ένα στοιχείο που θα είχε
διαφθείρει το μαχητικό δίκτυο στο οποίο ήταν δεμένος, και θα είχε καταλήξει αναπόφευκτα
να περιτριγυριστεί από «μισθοφόρους» (στη ζωή του ως εκδότης
συχνά περιτριγυρίζονταν, παρά την θέληση του, από αυλικούς.                                     

2018-12-10 12.21.29

Θυμάμαι πως, μιλώντας για την παραμονή του                                                                           με τους «Tupamaros» (των οποίων βρήκε τον τρόπο να δημοσιεύσει δυο βιβλία), συνήθιζε να διηγείται πως, για
παράδειγμα, εκείνοι οι σύντροφοι θεωρούσαν
δικαίως την «kidnapping» αντίθετη στην
«επαναστατική ηθική». Είχε δίκιο, και επιπλέον γινόταν τρυφερός, μαλάκωνε: είμαι σίγουρος πως
σκέφτονταν και σε εσένα, τον μικρό Carlo
Fitzgerald, για τον οποίον όταν μιλούσε –
αυτός
συνήθως ντροπαλός και χαμηλών τόνων –
φωτίζονταν το πρόσωπο του και γελούσαν τα μάτια του.
Όταν έμαθε πως για εμένα και την Lucia
γεννήθηκε ο γιος μας Emiliano, μου έφερε ένα ξύλινο παιχνίδι. Το θυμήθηκα οκτώ μήνες μετά, όταν ο Emiliano πέθανε λόγω
«rio morbo selvaggio’-  η οποία όρμηξε ξαφνικά στην μικρούλα ζωή του

RADIO GAP

Ο Osvaldo ήταν όλα εκτός από »τρομοκράτης»,
ήθελε να εξηγήσει στον κόσμο με τα λόγια,
δεν ήθελε να τους αφήσει μόνους μπροστά το τετελεσμένο γεγονός
των δράσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στρατεύτηκε σαν τρελός για το «Radio Gap» (στο οποίο έκανε ηχώ από την Ρώμη το «Radio clandestina
operaia- εργατικό παράνομο ραδιόφωνο», περιβάλλοντος – έλεγε
αυτός –
«sindacalista rivoluzionaria-επαναστατικού συνδικαλισμού», πιο
κοντινού στην κουλτούρα μας).

BLACK OUT ΣΤΟ MILANO

Τον είδα για τελευταία φορά σε έναν κινηματογράφο
(όπως συχνά αγαπούσε να κάνει, πράγμα που μου
έδωσε το άλλοθι να δω κάποιες όμορφες ταινίες
που ειδάλλως θα είχα μετανιώσει) λίγες ημέρες
πριν το θάνατο του, τον μάρτη του ’72.

Στο Milano η εξωκοινοβουλευτική αριστερά
όλη ενωμένη προετοίμαζε μια κινητοποίηση για
να εμποδίσει ένα συλλαλητήριο του [φασίστα] Almirante στην piazza
Castello. Allora non si trattava di «sparare
sull’ambulanza». O Almirante ήταν στο 7 στα εκατό, στην κυβέρνηση υπήρχε η κεντροδεξιά των
Andreotti και Malagodi. Σίγουρα, εμείς δεν
συμφωνήσαμε ποτέ με τις χοντράδες σαν αυτές που μιλούσαν για
τον «fanfascismo» που αγαπούσε πολύ η Lotta
Continua, και είχαμε μια δυσπιστία
«bordighista» για κάθε μορφή μετώπου
που μας φαίνονταν (συνεχίζω να πιστεύω,
δικαίως) ως επιβλαβές για την αυτονομία
πολιτική και κοινωνική της εργατικής τάξης, η οποία
θα ήταν οριστικά εξαρτώμενη από το δημοκρατικό Κράτος.                                                Όμως μας ενδιέφερε να χτυπήσουμε στους φασίστες την ακραία παραφυάδα ενός αντεργατικού δικτύου στους τόπους δουλειάς
και στις προλεταριακές συνοικίες.

ΟΜΑΔΕΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ο Osvaldo με έψαξε διότι προβλέπονταν
σοβαρές συγκρούσεις, με τον συνήθη
νεκρό που θα προκαλούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Με ρώτησε
εάν κατά την γνώμη μου το κίνημα θα είχε
μπορέσει να αποδεχτεί αυτός και κάποιοι
σύντροφοι του να έρχονταν στη διαδήλωση οπλισμένοι, με καθήκοντα
μιας πιθανής αυτοάμυνας. Ήταν η πρώτη φορά που
άκουσα την έκφραση »ομάδες φωτιάς».
Το σκέφτηκα, του απάντησα αρνητικά. Μοναχά τρεις μήνες
πριν εμείς του Potere Operaio είχαμε δεχτεί επίθεση και
απομονωθήκαμε από την υπόλοιπη
εξωκοινοβουλευτική αριστερά (εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις), διότι ήμασταν αποφασισμένοι να  απορρίψουμε την απαγόρευση του
Αστυνομικού διευθυντή να διαδηλώσουμε, στην δεύτερη επέτειο των βομβών της piazza Fontana και του
θανάτου του Pinelli, και πρώτη επέτειο του θανάτου (στη διάρκεια των συγκρούσεων που συνέβησαν
στις 12 δεκεμβρίου του ’70] του νεαρού
bordighista αγωνιστή Saverio
Saltarelli. Κι όταν – αφού αφεθήκαμε μόνοι και κατηγορηθήκαμε για »τυχοδιωκτισμό»
η αστυνομία μας είχε βρει 250 μπουκάλια
‘molotov’ και είχε συλλάβει επτά συντρόφους, σχεδόν όλοι δεν εξέφρασαν καμιά αλληλεγγύη.
Το να φέρουν πυροβόλα όπλα σε μια διαδήλωση ήταν συνεπώς, τότε,
πολιτικά αδύνατο να υποστηριχθεί:
αυτά, ουσιαστικά, είπα στον
πατέρα σου. Αυτός αισθάνθηκε άσχημα, πικράθηκε, απογοητεύτηκε,
ταράχτηκε. Ξεκίνησε μια κάποια πολεμική όχι καινούρια
σχετικά με τον ‘κινηματικό τυχοδιωκτισμό» μας που εκδηλώνονταν
στο γεγονός πως  «τραβούσαμε την ουρά μας», και στη συνέχεια
υποβαθμίζαμε την «αντεπανάσταση» και
το ‘στρατιωτικό ζήτημα». Για μια ακόμη φορά
προσέτρεξε σε μιαν εικόνα που του ήταν πολύ αγαπητή: εμείς οι εξωκοινοβουλευτικοί ήμασταν σαν τα μπαλάκια του ping-pong που χόρευαν στον αέρα υποστηριζόμενα από τα νερά που αναπηδούσαν από ένα σιντριβάνι. Το νερό που εκτοξεύονταν ήταν οι κοινωνικοί αγώνες: όταν- αναπόφευκτα, μιας και
ο αγώνας ήταν κυκλικός –
αυτοί θα αποδυναμώνονταν, εμείς θα νεκρώναμε.
Το πρόβλημα του ήταν εκείνο να δει πως θα διατηρηθεί η μονιμότητα της επιθετικότητας (ή τουλάχιστον η ανάπτυξη
αντεπίθεσης και αντίστασης) στους σκληρούς καιρούς
της ‘κοιλότητας του κύματος’ που προετοιμάζονταν.
Γι αυτό, υπήρχε το πρόβλημα ενός
πολιτικού-στρατιωτικού σκελετού του κινήματος. Που αυτός δεν έβλεπε στη  μορφή του »αντάρτικου Κόμματος, Partito-guerriglia», [όπως μετά, για παράδειγμα οι Ερυθρές Ταξιαρχίες) αλλά σε εκείνη ενός διαρθρωμένου πλουραλιστικού και πολύμορφου μετώπου.
Στο οποίο, μια ημέρα – κι εδώ ριζικά διαφέραμε – θα αναγκάζονταν από τα γεγονότα και τις συγκυρίες να πάρουν μέρος και οι »ιστορικές» οργανώσεις
του ρεφορμιστικού εργατικού Κινήματος.

σκεπτόμενοι σήμερα:

το να στοχαστούμε και να αναρωτηθούμε σχετικά με το παρελθόν είναι μια επιχείρηση της οποίας ο στρατευμένος πρέπει πάντα να αποσαφηνίζει τη μέθοδο, τις μορφές, τους στόχους. Το να σκεφτόμαστε επί του παρελθόντος όταν το παρόν είναι ταραχωδώς αναστατωμένο από το απροσδόκητο απαιτεί περαιτέρω εξειδίκευση. Να η απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεκινήσουμε ξανά να συζητάμε για την αυτονομία το 2020, στους καιρούς του κοροναϊού. Η παράδοση είναι η προστασία της φωτιάς, όχι η λατρεία της στάχτης: ας αφήσουμε τον Gustav Mahler να λύσει το πρώτο μέρος της υπόθεσης. Οι εορτασμοί δεν ανήκουν σε εμάς, οι αυτοεορτασμοί είναι γελοίοι. Αν μιλάμε για το παρελθόν, τότε, είναι για να κατανοήσουμε τον πλούτο μας και πάνω απ ‘όλα τα όριά μας, πώς πήγε και γιατί θα μπορούσε να είχε πάει διαφορετικά. Όχι λόγω ιστοριογραφικής αγάπης, αλλά από πολιτική ανάγκη: το να στρέψουμε τις πλάτες στο μέλλον μπορεί λοιπόν να καταστεί η καλύτερη θέση για να κοιτάξουμε μπροστά. Όντως, οικειοποιούμαστε μια επαναστατική πολιτική κληρονομιά μόνο εάν είμαστε σε θέση να την υποβάλουμε και να την λυγίσουμε στο παρόν.
Ερχόμαστε στο δεύτερο μέρος. Θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε λέγοντας ότι η ταραχώδης αναστάτωση που βιώνουμε δεν προέρχεται από τους αγώνες, ούτε από μια οικονομική κρίση, πάντως από κάτι που ταιριάζει στα σχέδια ανάγνωσης και ερμηνείας μας. Θα ήταν άχρηστο: δεν μας δίνεται η επιλογή του χρόνου που ζούμε, ούτε από την άλλη πλευρά οι καταστάσεις κρίσεων συμβαίνουν τη στιγμή ή με τον τρόπο που σκεφτόμασταν. Όσον αφορά τα σχήματα ανάγνωσης και ερμηνείας, πρέπει να σημειώσουμε την ευρεία ανεπάρκεια τους. Το θέμα δεν είναι να περιμένουμε το απροσδόκητο, αλλά να είμαστε, να βρεθούμε έτοιμοι όταν συμβεί.
Να γιατί η αυτονομία σήμερα. Στην οργανωμένη μορφή της, με κεφαλαίο γράμμα, ως προβληματισμός για το παρελθόν, όπως έκαναν οι Piero, Giacomo και Mimmo στο βιβλίο, όπως κάνει η DeriveApprodi με την συλλογή-την σειρά. Και στο παρόν ως πολιτική μέθοδος, ως στυλ στράτευσης, ως στοίχημα. Όχι, δεν πρόκειται με τίποτα να διακηρύξουμε μια ταυτότητα, μια ετικέτα, ένα λογότυπο: αφήνουμε αυτά τα πράγματα σε συμβολαιογραφικά γραφεία ή σε ανταγωνιστικό merchandising. Πολύ βαθύτερα, μιλάμε για το γεγονός του να κάνουμε δική μας μιαν άποψη. Ας είναι σαφές, επομένως: τίποτα δεν δίνεται ποτέ με την ίδια μορφή, η συνέχεια μιας ιστορίας της δικής μας πλευράς λαμβάνει χώρα πάντα μέσα στην ασυνέχεια και στα άλματα των πολιτικών μεταβάσεων. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει αθανασία ενός σχεδίου, τα ίδια ονόματα – ως έκφραση μιας συγκεκριμένης προοπτικής – συνδέονται πάντα με συγκεκριμένες ιστορικές φάσεις ή περιόδους. Για παράδειγμα, ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα η ταξική πάλη συνοδεύτηκε από τη σοσιαλιστική προοπτική. με τον ριζικό μετασχηματισμό του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο σοσιαλισμός έγινε μια μορφή διαχείρισης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα η ταξική πάλη συνοδεύτηκε από τη σοσιαλιστική προοπτική. με τον ριζικό μετασχηματισμό του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο σοσιαλισμός έγινε μια μορφή διαχείρισης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Μια αποτυχημένη ρήξη με την ιστορία του, δηλαδή, μια στατική ταυτότητα που διαιωνίζεται αδιαφορώντας για τα άλματα που επιβάλλονται από την ταξική πάλη και τις αντιδράσεις της σύλληψης και της καπιταλιστικής καινοτομίας, συνεπώς σημαίνει όχι μόνο να παίζει σε ένα οπισθοδρομικό έδαφος, καθυστερημένο, αλλά και να βρίσκεται ασυνείδητα μέσα στο γήπεδο του εχθρού.
Επομένως, η επανεξέταση της αυτονομίας σήμερα δεν σημαίνει να προτείνουμε εκ νέου συνθήματα, οργανωτικές φόρμες και ερμηνείες τοποθετημένες σε μια συγκεκριμένη φάση, αλλά στοιχηματίζοντας στην πιθανότητα, στην δυνατότητα της ρήξης: με τον εχθρό φυσικά, και πάνω απ’όλα με τους εαυτούς μας. Οι ομάδες και οι σύντροφοι του «κινήματος» (όρος που έχει από καιρό χάσει το ισχυρό του νόημα, συνδεδεμένο με την ανωμαλία του κύκλου των αγώνων στην Ιταλία των χρόνων του ’60 και του ’70) έχουν καταφύγει στη διαχείριση των δικών τους – όλο και μικρότερων και περιθωριακών – χώρων επιβίωσης και αυτοαναπαραγωγής. Η επαναστατική ρήξη παρέμεινε ένα σύνθημα για να γράφουμε στις μπλούζες, και να μην ακολουθούμε στην πράξη. Η αίσθηση της ήττας μας έχει καταλάβει, ακόμη και όταν την εκφράζουμε με εμφατικά συνθήματα εξέγερσης: η ανίσχυρη μαρτυρία δεν έχει καμία σχέση με την αναζήτηση της δύναμης. Το «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση»- «there is no alternative» της γκετοποιημένης αντίστασης έχει ακυρώσει την αναζήτηση των δυνατοτήτων επίθεσης. Και χωρίς αυτήν την έρευνα, απλά δεν υπάρχει αυτονομία.
Ας είναι ξεκάθαρο, για δυνατότητα επίθεσης δεν εννοούμε την ηρωική ανευθυνότητα ομάδων και ατόμων, ή την εξύψωση της ανόητης φωτιάς που φωτίζει μόνο την αδυναμία μας να βάλουμε φωτιά στο λιβάδι. Εν ολίγοις, το αισθητικό παίνεμα της εξέγερσης έχει την ίδια χρησιμότητα με την τελεολογική πίστη στην ανάπτυξη: καμία. Η ένταση στη ρήξη πρέπει να ενσαρκωθεί στο στοίχημα σχετικά με πιθανά συλλογικά υποκείμενα, στους τόπους και τους χρόνους κατά τους οποίους αυτή γίνεται μια πραγματική πιθανότητα-δυνατότητα, συγκεκριμένη. Και τα στοιχήματα πρέπει να γίνουν πρώτα, με κίνδυνο να κάνουμε λάθη και να αποτύχουμε. γιατί μόνο οι χρονογράφοι των αγώνων των άλλων κάνουν ποτέ λάθη, οι οποίοι σήμερα δυστυχώς είναι άμεσα ανάλογοι στην κρίση της αυτόνομης υποκειμενικότητας. Εν ολίγοις, καλύτερα ένας επαναστάτης που αποτυγχάνει εκεί όπου στοιχηματίζει παρά ένας τουρίστας που αναζητά selfies και κατανάλωση αδρεναλίνης των επαναστάσεων των άλλων.
Η ένταση στη ρήξη πρέπει επομένως να ριζώσει μέσα στη σύνθεση της τάξης. Εάν δεν θέλουμε να φετιχοποιήσουμε την έννοια είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε, όπως έχουμε δοκιμάσει πολλές φορές να κάνουμε στη διάρκεια των χρόνων. Σε ένα σημείο ο διάλογος με τον Piero, τον Giacomo προσφέρει σημαντικές σκέψεις: «Και ο εργάτης είναι εργατικό δυναμικό, εμπόρευμα, αλλά είναι επίσης ένα άτομο που μιλά μια γλώσσα, που τρώει, που προέρχεται από μια συγκεκριμένη χώρα, που σκέφτεται με τις κατηγορίες του, έχει έθιμα, συνήθειες, τρόπο ντυσίματος, γιορτάζει τα Χριστούγεννα και Το Πάσχα, πηγαίνει στη λειτουργία την Κυριακή. αν εσύ δεν γνωρίζεις καλά αυτό το άλλο πρόσωπο, το κρυμμένο πρόσωπο εκείνου του εργάτη, θα είναι πολύ πιο δύσκολο να τον προσεγγίσεις και να του μιλήσεις. Εκείνη την περίοδο συνειδητοποίησα ότι ένας κομμουνιστής πρέπει πραγματικά να είναι κύριος του θέματος εάν δεν θέλει να υποκύψει στη μάχη του για έναν καλύτερο κόσμο. Πώς μπορεί να εξηγηθεί; Χρησιμοποιώντας ίσως τις κατηγορίες του, τη μαρξιστική του γλώσσα; Ακόμα περισσότερο όταν βρισκόμαστε μέσα σε έναν αγώνα, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η λεγόμενη πολιτική σύνθεση είναι επίσης ένα μείγμα αυτών των πραγμάτων». Είναι το αποφασιστικό θέμα της υποκειμενικότητας, χωρίς το οποίο η σχέση μεταξύ τεχνικής και πολιτικής σύνθεσης γίνεται ένας απλός επαναπροσδιορισμός του ιδεαλιστικού περάσματος από την ίδια την τάξη στην τάξη για την ίδια, ήτοι μια σχέση συμμετρικής αναγκαιότητας μεταξύ της αντικειμενικής δομής και της πολιτικής οργάνωσης. Αντίθετα, όπως υπογραμμίζεται επανειλημμένα, η τεχνική σύνθεση δεν είναι η γραμμική αντιστροφή της πολιτικής σύνθεσης. Η υποκειμενικότητα, όπως επισημαίνει ο Giacomo, είναι μια συνεχής ανάμειξη διαφορετικών στοιχείων, συλλογικών και μοναδικών, ατομικών, που καθορίζεται από την καπιταλιστική ιδιαιτερότητα και από τη γενικότητα ιστοριών και παραδόσεων που την διαπερνούν ή ακόμη και προηγούνται αυτής, από τη θέση της μέσα στην παραγωγική ιεραρχία και από τις εδαφικές ή οικογενειακές συμμετοχές, από την εξαιρετικού επιπέδου ισχύ του συστήματος και από τις δυναμικές προσαρμογής, αντίστασης ή αντιπαράθεσης των ατόμων και συλλογικές. Και η ίδια η πολιτική σύνθεση δεν πρέπει να νοείται καθόλου ως η συγκρότηση ενός άμεσα ανταγωνιστικού υποκειμένου. Αυτή η σχέση, καθώς και οι δύο όροι που τη διαμορφώνουν, διαπερνιούνται συνεχώς από σύγκρουση, από την πιθανότητα διακοπής και απόκλισης, αντιστροφής και αναστροφής της διαδικασίας. Δεν λέμε να προτείνουμε ξανά την παραδοσιακή διαλεκτική μεταξύ αυθορμητισμού και οργάνωσης: θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αυτονομία είναι η διαδικαστική ικανότητα να τροφοδοτείται η οργάνωση με αυθορμητισμό και να οδηγείται η οργάνωση μέσα στον αυθορμητισμό.
Εν ολίγοις, όποιος περιμένει μια καθαρή υποκειμενικότητα, προικισμένη με τη μυθολογική ταξική συνείδηση και αφοσιωμένη στον ανταγωνισμό, δεν θα την βρει ποτέ, ή θα δικαιολογήσει με αυτό τον τρόπο την αδυναμία του να κατανοήσει, να ερευνήσει και να δράσει. Η σύνθεση της τάξης είναι πάντα διφορούμενη, και vivaddio-δόξα τω θεώ! Επειδή η ασάφεια είναι το συστατικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος: το πολιτικό μας πρόβλημα είναι πώς και πού να στοιχηματίσουμε για να μετατρέψουμε την ασάφεια σε αντίφαση, επομένως σε πιθανότητα σύγκρουσης και ρήξης. Ça va sans dire, είναι αυτονόητο,  δεν μπορούμε να φανταστούμε μια απλή ανάκαμψη ή επαναπαρουσίαση των ταξικών μορφών που γέννησαν τον κύκλο των αυτόνομων αγώνων της δεκαετίας του ’70. Αυτό που μπορούμε αντιθέτως να κάνουμε, σήμερα όπως τότε, είναι να κατευθύνουμε την οπτική μας, δηλαδή, πού να κοιτάξουμε και γιατί. Ψάχνουμε τη δύναμη ή την αδυναμία; Στοιχηματίζουμε στα θύματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στις διαδικασίες αναδιάρθρωσης και φτωχοποίησης; Η πολιτική δραστηριότητα πρέπει να γίνει βοήθεια για τους έχοντες ανάγκη, επιδιώκοντας μια συναίνεση που – με την πρόοδο των καλών συναισθημάτων – θα οδηγήσει στον μετασχηματισμό του κόσμου; Αυτό που έχουμε δει είναι μάλλον το αντίθετο, και επίσης περί αυτού ο Piero και ο Giacomo μας μιλούν στο βιβλίο: από τη μία αναπαράγεται η υποκειμενικότητα του θύματος και του υποβοηθούμενου, αφετέρου η υποκειμενικότητα του πεφωτισμένου συνεργάτη ο οποίος, μεταξύ άλλων, με πολύ φτωχότερα μέσα από τις επίσημες φιλανθρωπικές δομές, προσπαθεί να ανακουφίσει τα ατομικά δεινά. Σε αυτήν την ξεχωριστότητα, διαχωρισμό – το αντίθετο της συνέρευνας, il contrario della conricerca – δεν υπάρχει ποτέ ριζική μεταμόρφωση της υποκειμενικότητας, δηλαδή, ρήξη και αυτονομία. Προφανώς η δύναμη είναι πάντα τουλάχιστον διφορούμενη, γιατί μπορεί να πάει σε πολλές διαφορετικές και ακόμη αντίθετες κατευθύνσεις. αλλά από αγνή, υπάρχει μόνο η ιδεολογία, η οποία καθησυχάζει τις όμορφες ψυχές τόσο όσο καθησυχάζει το κυρίαρχο σύστημα. Και μετά, το ερώτημα παραμένει πάντα αυτό: γιατί θα πρέπει να επιλύσουμε τις αντιφάσεις που παράγονται από το κεφάλαιο και όχι να τις επιδεινώσουμε;
Ακόμα και εκείνοι που περιμένουν μια καθαρή κατάσταση δεν θα την βρουν ποτέ. Σήμερα, για να επιστρέψουμε στην τρέχουσα κατάσταση, το να πούμε ότι θα θέλαμε, θα μας άρεσε αυτή η κρίση να είχε προκληθεί από άλλους παράγοντες είναι τόσο προφανές όσο είναι άχρηστο: hic Rhodus, hic salta-ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα! Το ερώτημα αντιθέτως που πρέπει να μας θέσουμε είναι: πώς να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την κρίση; Το να στηριχθούμε σε μια υπόθεση καταρρευστική, να φανταζόμαστε έναν καπιταλισμό σε καραντίνα ή να πιστεύουμε ότι είμαστε απελευθερωμένοι από την καταναλωτική κοινωνία, σημαίνει να μην κατανοούμε την καπιταλιστική χρήση της κρίσης και να μην έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι είναι η μορφή-εμπόρευμα, σαν να την αντιλαμβανόμαστε μόνο μέσα στα εμπορικά κέντρα και όχι στη διάδοσή της, την διείσδυση της μέσα στους τοίχους του σπιτιού, με τους φίλους ή στα κοινωνικά κέντρα. Είμαστε πρώτα απ’όλα εμείς εμπορεύματα, και μέσα στην καραντίνα αναπαράγουμε τους εαυτούς μας ως εμπορεύματα. Στην ίδια παρανόηση της λειτουργίας του καπιταλιστικού πολιτισμού φτάνουμε ουρλιάζοντας στην επικείμενη αστυνομική κατάσταση ή ζωγραφίζοντας έναν συμπαγή και ομοιογενή εχθρό, ο οποίος έχει πάντα σαφείς ιδέες, είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις και έχει την κατάσταση αντικειμενικά υπό έλεγχο. Και δεν θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα αν αντικαταστήσουμε την securitarian καταστροφολογία-ασφαλείας με την καταστροφολογία υγειονομικού τύπου, εκείνη για την οποία όσο περισσότερο αυξάνεται ο αριθμός των θανάτων ή η αποκαλυπτική φύση του ιού, τόσο περισσότερο αντικαπιταλιστές γινόμαστε. Ο κίνδυνος κινητοποιεί μόνο στο βαθμό που μπορεί να στραφεί εναντίον του εχθρού. διαφορετικά, εκεί όπου γίνεται πηγή θανατηφόρου φόβου, δεν θα κάνει άλλο από το να οδηγήσει στην παράλυση της υποκειμενικότητας ήτοι στην ανάθεση στους υπάρχοντες θεσμούς. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν: πώς μπορεί να αντιστραφεί η τρέχουσα κρίση μέσα σε ένα χώρο δυνατοτήτων; Με ποιο τρόπο, με ποια υποκείμενα, με ποια χρονικότητα;
Υπάρχει ένα σύνθημα που έρχεται από τη Χιλή και είναι πολύ της μόδας στους χώρους μας: δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στο φυσιολογικό-στην κανονικότητα γιατί το πρόβλημα ήταν η κανονικότητα. Σωστό, όλα καλά. Αλλά πρέπει να το πάμε μέχρι βάθους: όχι μόνο δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στην ομαλότητα-κανονικότητα της καπιταλιστικής καθημερινής ζωής, αλλά ούτε θέλουμε να επιστρέψουμε στην ομαλότητά μας-στην δική μας κανονικότητα, στη λειτουργική διαχείριση των χώρων και των ομάδων μας, της διαχείρισης της επιβίωσής μας. Με αυτήν την κανονικότητα πρέπει να τα σπάσουμε, αν θέλουμε να σκεφτόμαστε να τα σπάσουμε με εκείνη. Στη Χιλή ήταν οι αγώνες που σταμάτησαν την κανονικότητα, εδώ ο ιός. Ή αν θέλουμε να το πούμε διαφορετικά: αυτός ο καταραμένος ιός κάνει αυτό που δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε εμείς. Ριζώνει στα ζωτικά γάγγλια του συστήματος, χτυπάει σκληρά το αναπνευστικό σύστημα, μαζεύεται και πολλαπλασιάζεται εκεί όπου είναι ισχυρότερος και ασθενέστερο το σώμα στο οποίο επιτίθεται.
Πριν από λίγα χρόνια σε ένα βιβλιαράκι, The Train Against History- Το τρένο ενάντια στην Ιστορία, πήραμε ένα απόσπασμα από τον Τσόρτσιλ: «Ήταν με μια αίσθηση δέους που οι γερμανοί διοικητές εξαπέλυσαν το πιο φρικτό όπλο εναντίον της Ρωσίας. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία επάνω σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν να ήταν ένας βάκιλος πανούκλας». Λαμβάνοντας τον ορισμό του Άγγλου πολιτικού από την άλλη οπτική γωνία, γράφαμε: «Να γίνουμε μαχητής-βάκιλος μέσα στον οργανισμό του κεφαλαίου, για να εξαπλώσουμε την πανούκλα με οργανωμένο τρόπο και στα σωστά σημεία. Ο αγωνιστής-βάκιλος, στρατευμένος, διακόπτει και καταστρέφει την πιθανότητα αναπαραγωγής του εχθρού και με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτείται, ενισχύεται και μεταμορφώνεται, διαλύοντας και επανασυναρμολογώντας τα κύτταρα του σώματος μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένος. Εδώ είναι ο στόχος μας, να τος, η πράξη που πρέπει να βρούμε ξανά, η πρακτική μας, το αντικείμενο της μελέτης μας».
Είναι γνωστό πως η λέξη krisis αρχικά έδειχνε το καθοριστικό στάδιο μιας ασθένειας. Ήταν επομένως η στιγμή του μέγιστου κινδύνου και, ταυτόχρονα, μιας μεγάλης πιθανότητας. Πρέπει, ωστόσο, να αφαιρέσουμε την κρίση από μιαν αντικειμενικιστική αντίληψη, λες και από αυτήν θα ξεπηδούσε αναπόφευκτα η καταστροφή ή η εξέγερση. Αυτή η αποφασιστική φάση είναι ένας ασύμμετρος αλλά ανοιχτός χώρος-διάστημα, στο οποίο οι διαδικασίες επιταχύνονται με απροσδόκητη ταχύτητα, ένας αστερισμός δυνατοτήτων με διαφορετικούς βαθμούς ισχύος. Ο αγαπητός γερο Hölderlin μας έδειξε τον δρόμο μέσω του οποίου να βρούμε την σωτηρία εκεί όπου ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Αλλά για να ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι, για να αρπάξουμε μέσα στην ασθένεια αυτή τη δυνατότητα ενάντια στον εχθρό μας, πρέπει πρώτα απ’όλα να ζήσουμε μέχρι τέλους, εις βάθος την δική μας κρίση, ως ευκαιρία να ξανασκεφτούμε απ’ την αρχή την αυτονομία.

και πάλι στο χθες:

VOGLIAMO TUTTO – Le lotte a Mirafiori [ESTRATTO durata 7’15»]

[..] Σύντροφοι όπως όλοι γνωρίζετε στη Fiat κάθε μέρα το ποσοστό των απουσιών είναι πολύ υψηλό. Είναι άνθρωποι που δεν καταφέρνουν πλέον να συμβαδίζουν με τους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας που επιβάλλουν τα αφεντικά. Είναι άνθρωποι που μένουν στο σπίτι για να προστατέψουν τη φυσική τους ύπαρξη. Είναι μια διαρκής απόδραση από την παραγωγική εργασία. Μιλάμε για το δικαίωμα στην υγεία, για αγώνες κατά της βλαπτικότητας. Αλλά κανείς δεν λέει ότι το μοναδικό ζήτημα είναι πως η εργασία είναι επιβλαβής. Η μετανάστευση των νέων από το Νότο από τη Fiat προχωρεί τους τελευταίους μήνες με αυξανόμενο ρυθμό. Δεδομένων των ισχυρών αυτοαπολύσεων εργατών που δεν θέλουν πλέον να ξέρουν τίποτα για τους ρυθμούς της Fiat και δεδομένων των απολύσεων των εργατών που κάνουν πάρα πολλές απουσίες. Όλα αυτά είναι βολικά για τη Fiat επειδή οι καινούργιοι εργάτες που προσλαμβάνονται έχουν χαμηλότερους μισθούς για τα πρώτα τέσσερα χρόνια εκμετάλλευσης στο εργοστάσιο.

Σε αυτό να προσθέσουμε τον φαύλο κύκλο που αφαιρεί σχεδόν όλο το μισθό. Νεαροί μετανάστες που μετακινούνται ανάμεσα σε ένα εστιατόριο και έναν ενοικιαστή δωματίου. Να βάζεις χρήματα στην άκρη για την εξόφληση των χρεών μετακίνησης προς βορρά και για να στέλνεις χρήματα στο νότο ήταν εφικτό μέχρι πριν από έξι ή επτά χρόνια. Ο πραγματικός μισθός της Fiat πήγε πίσω όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι η απεργία που κάναμε για τη Battipaglia ως Battipaglia στο νότο υπήρξε το τέλος της φιλικής προς το νότο πολιτικής της Χριστιανοδημοκρατίας και του PCI-ΚΚΙ του Κράτους και των μονοπωλίων εκείνη η απεργία υπήρξε η ευκαιρία για μια πολιτική απεργία εναντίον του κρατικού σχεδιασμού και της Φίατ.

Όσον αφορά αυτή την απεργία της πέμπτης δεν είναι τα συνδικάτα που αντιλήφθηκαν ότι οι εργάτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν τα νοίκια. Αλλά ήταν οι εργάτες με αυτές τις πράξεις εξέγερσης έξω από κάθε συνδικαλιστική και πολιτική γραμμή που έδειξαν ότι είχαν πάνω από τα μαλλιά τους την αύξηση του κόστους ζωής για ενοικίαση. Και ότι σε κάποιο σημείο δεν μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν με τον μισθό πείνας που παίρνουν σήμερα. Ζητούμε εγγυημένο μισθό ζητάμε να πληρωνόμαστε πάντα ανάλογα με τις ανάγκες μας τόσο όταν εργαζόμαστε όσο και όταν είμαστε άνεργοι. Χειροκροτήματα.

Σύντροφοι τώρα μετά από όλες αυτές τις εβδομάδες απεργιών στις οποίες γονατίσαμε το αφεντικό όλοι μας λένε να μην το παρακάνουμε. Οι συνδικαλιστές στο εργοστάσιο μας το λένε αυτό μας το λένε οι εφημερίδες έξω. Ότι αν συνεχιστεί έτσι θα υπάρξει κρίση πως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί διότι όλη αυτή η μικρότερη παραγωγή καταστρέφει την οικονομία της Ιταλίας. Και τότε όλοι θα ήμαστε χειρότερα θα υπάρξει ανεργία και πείνα. Αλλά δεν μου φαίνεται εμένα ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι. Ας αφήσουμε επίσης στην άκρη ότι όπως είπε και ο σύντροφος πριν αν η οικονομία των αφεντικών χρεοκοπήσει εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Αντιθέτως μας χαροποιεί πολύ.

Αυτό είναι πολύ αληθινό, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι ότι δεν μας νοιάζει διότι έτσι κι αλλιώς γνωρίζουμε ότι εδώ μέχρι να αλλάξουν όλα είμαστε πάντοτε εμείς στη χειρότερη θέση. Δεν ήμασταν πάντα εμείς να πληρώνουμε το υψηλότερο αντίτιμο για όλους τους αγώνες; Σύντροφοι εγώ είμαι από το Σαλέρνο έχω κάνει όλες τις δουλειές στο νότο όπως στο βορρά και ένα πράγμα έχω καταλάβει: Ότι ο εργάτης έχει μόνο δύο δυνατότητες ή μια σφαγιαστική δουλειά όταν τα πράγματα πάνε καλά ή την ανεργία και την πείνα όταν στραβώνουν. Δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο πράγματα είναι χειρότερο. Αλλά δεν είναι πως ο εργάτης μπορεί να αποφασίσει είναι το αφεντικό που πάντα αποφασίζει γι αυτόν.

Δεν χρειάζεται λοιπόν όταν τσαντιζόμαστε γιατί δεν αντέχουμε άλλο να έρχονται να μας παρακαλούν να επιστρέψουμε στην δουλειά. Να έρχονται να μας κάνουν ηθική ότι είμαστε μία μόνο χώρα ένα μόνο γενικό συμφέρον που ο καθένας έχει τη λειτουργία και το καθήκον του και αυτά τα πράγματα εδώ. Με αυτή την αρχαία ιστορία πως το στομάχι δεν μπορεί να γεμίσει αν τα μπράτσα δεν δουλεύουν και τότε ολόκληρο το σώμα πεθαίνει. Και έτσι μας παρακαλούν και μας απειλούν να επιστρέψουμε στη δουλειά γιατί διαφορετικά θα είναι χειρότερα για μας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι γιατί όπως είπα πριν εμείς όσο έχουν την εξουσία αυτοί εμείς με αυτούς πάντα πεθαίνουμε και σε κάθε περίπτωση είτε δουλεύουμε είτε όχι.

Και σε αυτή την παγίδα δεν πέφτουμε πια επειδή ακριβώς εμείς και αυτοί δεν είμαστε το ίδιο σώμα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι είμαστε εχθροί και φτάνει εμείς και αυτοί. Η μέγιστη δύναμη που έχουμε εμείς είναι ακριβώς αυτό το γεγονός ότι έχουμε πεισθεί επιτέλους ότι με την δουλειά των αφεντικών και με το Κράτος των αφεντικών εμείς δεν έχουμε πραγματικά κανένα κοινό συμφέρον. Όμως έχουμε όλα τα συμφέροντα εναντίον. Όλοι οι υλικοί μας στόχοι είναι εναντίον αυτής της οικονομίας είναι ενάντια σε αυτήν την ανάπτυξη είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον που είναι αυτό του Κράτους των αφεντικών. Τώρα μας λένε ότι η Fiat φτιάχνει ένα εργοστάσιο στο Togliattigrad στη Ρωσία και ότι θα πρέπει όλοι να πάμε εκεί για να μάθουμε να δουλεύουμε όπως εργάζονται στον κομμουνισμό.

Και τι στον πούτσο μας νοιάζει εμάς αν και στη Ρωσία τους εργάτες τους εκμεταλλεύονται και πως είναι το σοσιαλιστικό κράτος που τους εκμεταλλεύεται αντί του καπιταλιστή αφεντικού. Σημαίνει ότι εκείνος δεν είναι κομμουνισμός αλλά είναι κάτι που δεν είναι καλό. Και όντως νομίζω ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για την παραγωγή και για να πάνε στο φεγγάρι αντί για την ευημερία του κόσμου. Επειδή η ευημερία έρχεται πρώτα απ ‘όλα από το να μας κάνουν να δουλεύουμε λιγότερο. Αυτός είναι ο λόγος που λέμε τώρα όχι στα τρομαγμένα αφεντικά που μας ζητούν να τους βοηθήσουμε στην παραγωγή τους. Που μας εξηγούν ότι πρέπει να συμμετάσχουμε επειδή είναι προς το συμφέρον όλων μας.

Λέμε όχι στις μεταρρυθμίσεις για τις οποίες το κόμμα και το συνδικάτο θέλουν να μας κάνουν να αγωνιζόμαστε. Επειδή κατανοήσαμε ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις χρησιμεύουν μόνο για τη βελτίωση του συστήματος με το οποίο μας εκμεταλλεύονται τα αφεντικά. Τι μας νοιάζει να μας εκμεταλλεύονται καλύτερα με λίγα σπίτια λίγα φάρμακα ή κάποια περισσότερα σχολεία. Όλα αυτά βελτιώνουν μόνο το Κράτος βελτιώνουν το γενικό συμφέρον βελτιώνουν την ανάπτυξη. Αλλά οι δικοί μας στόχοι είναι κατά της ανάπτυξης είναι ενάντια στο γενικό συμφέρον είναι δικοί μας και αυτό είναι, φτάνει. Οι στόχοι μας δηλαδή τα υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης είναι ο θανάσιμος εχθρός του καπιταλισμού και των συμφερόντων του.

Εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον μεγάλο αγώνα ζητώντας περισσότερα χρήματα και λιγότερη εργασία. Τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό είναι ένα σύνθημα που ανατρέπει που στέλνει στον αέρα όλα τα σχέδια των αφεντικών όλο το σχέδιο του κεφαλαίου. Και τώρα πρέπει να προχωρήσουμε από τον αγώνα για τους μισθούς στον αγώνα για την εξουσία. Σύντροφοι αρνούμαστε την εργασία. Θέλουμε όλη την εξουσία θέλουμε όλο τον πλούτο. Θα είναι ένας μακροχρόνιος αγώνας με επιτυχίες και αποτυχίες με ήττες και προωθήσεις. Αλλά αυτός είναι ο αγώνας που πρέπει τώρα να ξεκινήσουμε ένας σκληρός και βίαιος εις βάθος αγώνας. Πρέπει να αγωνιστούμε για να εξαφανιστεί η δουλειά. Πρέπει να αγωνιστούμε για τη βίαιη καταστροφή του κεφαλαίου. Πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε ένα Κράτος που βασίζεται στην εργασία. Λέμε: Ναι στη εργατική βία.

Επειδή είμαστε εμείς οι προλετάριοι του νότου εμείς οι εργάτες μάζα αυτή η τεράστια μάζα των εργατών εμείς εκατόν πενήντα χιλιάδες εργάτες της Fiat που έχουμε χτίσει την ανάπτυξη του κεφαλαίου και αυτού του Κράτους του. Είμαστε αυτοί που έχουν δημιουργήσει όλο τον πλούτο που υπάρχει και του οποίου μας αφήνουν μόνο τα ψίχουλα. Δημιουργήσαμε όλο αυτό τον πλούτο ψοφώντας στη δουλειά στη Fiat ή ψοφώντας από πείνα στο νότο. Και τώρα που είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία του προλεταριάτου δεν θέλουμε πλέον να δουλεύουμε και να πεθαίνουμε για την ανάπτυξη του κεφαλαίου και του Κράτους του. Δεν θέλουμε πλέον να συντηρούμε όλα αυτά τα γουρούνια.

Ε λοιπόν λέμε ότι είναι καιρός να τελειώνουμε με αυτά τα γουρούνια και πως όλο αυτό τον τεράστιο πλούτο που εμείς παράγουμε εδώ και στον κόσμο μετά εκτός των άλλων δεν ξέρουν άλλο από να τον καταστρέφουν ή να τον σπαταλούν. Τον σπαταλούν για να κατασκευάζουν χιλιάδες ατομικές βόμβες ή για να πάνε στο φεγγάρι. Καταστρέφουν ακόμη και τόνους φρούτων ροδάκινα και αχλάδια επειδή υπάρχουν πάρα πολλά και τότε χάνουν αξία. Επειδή όλα πρέπει να έχουν μια τιμή γι αυτούς όλα πρέπει να έχουν μια αξία που είναι το μόνο πράγμα που τους ενδιαφέρει όχι τα προϊόντα που δίχως αξία γι’ αυτούς δεν μπορούν να υπάρξουν. Για αυτούς δεν μπορούν να εξυπηρετούν τους ανθρώπους που δεν έχουν φαγητό. Με όλο αυτό τον πλούτο που υπάρχει οι άνθρωποι θα μπορούσαν πλέον να μην πεθαίνουν από την πείνα θα μπορούσαν πλέον να μη δουλεύουν. Ας πάρουμε λοιπόν εμείς όλο αυτό τον πλούτο ας πάρουμε λοιπόν τα πάντα.

Μα έχουμε τελείως τρελαθεί; Τα αφεντικά μας κάνουν να δουλεύουμε σαν ζώα και στη συνέχεια καταστρέφουν τον πλούτο που εμείς έχουμε παράξει. Αλλά ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με αυτό εδώ τον κόσμο. Ήρθε η ώρα να τα γαμήσουμε όλα αυτά τα γουρούνια να τα καθαρίσουμε και να τα ξεφορτωθούμε μια για πάντα. Κράτος και αφεντικά προσέξτε είναι ο πόλεμος είναι ο τελικός αγώνας. Ας πάμε μπροστά σύντροφοι να προχωρήσουμε όπως στη Battipaglia να τα κάψουμε όλα να ξεσκίσουμε αυτά τα καθάρματα να συντρίψουμε αυτή τη δημοκρατία. Πολύ πλατιά χειροκροτήματαi. [..]

απόσπασμα από την »συνέλευση»- «L’assemblea», κεφάλαιο 9 του »Τα θέλουμε όλα»- «Vogliamo Tutto»

 

KAI:

…..Σε αυτή εδώ την πλατεία της Φλωρεντίας, τον μήνα που μας πέρασε, ο Αλμιράντε, ηγέτης του φασιστικού κόμματος, προσπάθησε να βγάλει λόγο. Μίλησε, ναι, γιατί τον προστάτευσε όλη η αστυνομική δύναμη της περιοχής. Την ίδια ώρα όμως, ολόκληρο το κέντρο, γύρω από την πλατεία, έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης από τους χιλιάδες αντιφασίστες που διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην παρουσία των, καταδικασμένων στην ιστορική μνήμη, απογόνων αυτών που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τα σκυλιά των αφεντικών γαβγίζουν και κυνηγούν. Χτυπούν, γεμίζουν τον τόπο χημικά, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η γιορτή της μισαλλοδοξίας. Παντού και πάντα κρυπτοφασίστες. Η φύση της δουλειάς τους τους κάνει τέτοιους. Το να είναι ιδανικό της δουλειάς σου, το καθήκον σου, να δέρνεις κόσμο δεν μπορεί να σταθεί σε έναν φυσιολογικό νου. Πρέπει να είσαι διεστραμμένος, δεν γίνεται διαφορετικά.
Τέλος πάντων. Επί ώρες δίνουμε μάχες, σώμα σώμα κάποιες στιγμές, κυρίως όμως εκ του συστάδην με τις δυνάμεις της ανομίας, προσπαθώντας να προσεγγίσουμε το σημείο.
Κάπου αλλού όμως, εκεί τριγύρω, σύντροφοι πυρπολούν παρκαρισμένες κλούβες που περιμένουν να τους περιμαζέψουν. Βλέπετε, η αχλάδα έχει την ουρά της πίσω.

Μιας λοιπόν και αυτοί είναι απασχολημένοι στο ‘θεάρεστο’, ευλογημένο από την επίσημη εκκλησία έργο τους, τα γραφεία των αεροπορικών εταιρειών της Ισπανίας Γερμανίας και Χιλής φλέγονταν. Η καταστολή και οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια συντρόφων σε ημερήσια διάταξη στις τρεις αυτές χώρες. Οι σύντροφοι δεν ξεχνούν, δεν συγχωρούν. Στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους που στενάζουν, που αγωνίζονται σε άλλες γωνιές της γης, προσφέροντας τις ζωές τους.
Άσε δε που, πολυκατάστημα συμφερόντων εταιρείας, μέτοχοι της οποίας δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους στις φασιστικές πρακτικές, ‘ξαλαφρώνονται’ από προϊόντα τους. Για να προσφέρουν έτσι στον αγώνα των κοινωνικών πολεμιστών. Για να μη ξεχνιόμαστε.
Όταν συνηθίζεις σε μια τέτοια ένταση, εκεί που η αδρεναλίνη εκρήγνυται, εκεί που η ατμόσφαιρα μυρίζει φωτιά, στην αλληλεγγύη που γεννιέται στα οδοφράγματα, δεν μπορείς να κάτσεις ήσυχος μετά. Θέλεις ξανά, κι άλλο. Το ζητά ο οργανισμός σου! Στην ησυχία ‘παθαίνεις’.

Οι φασίστες δεν έχουν παρουσία στην πόλη. Όλα εκείνα τα χρόνια που έζησα εκεί είναι η μοναδική φορά που ξεμυτίζουν από τις τρύπες τους. Νομίζω πως η περίοδος είναι προεκλογική και δια τούτο κάνουν την απόπειρα.
Είναι τότε που οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτές, κατεβαίνουν ενωμένες στην εκλογική φάρσα. Το πιο υγιές κομμάτι τους έχει διαλυθεί μέσα στο κίνημα.

Αναπτύσσονται σε κάθε χώρο αυτόνομες κοινότητες, επιτροπές, συνελεύσεις. Οι σύντροφοι από τις μεγάλες ριζοσπαστικές ανατρεπτικές οργανώσεις διαχέονται εκεί μέσα μεταφέροντας εμπειρίες χρόνων, αφομοιώνοντας καινούριες εντάσεις, νέα προτάγματα. Έχει γεννηθεί ένας καινούριος τρόπος να σκέφτεσαι, να ζεις και να δρας πολιτικά. Μια καινούρια πολιτική κουλτούρα είναι γεγονός.
Αυτόνομη.
Αφομοίωσαν και αφομοιώθηκαν.

Πως να ξεχάσεις εκείνες τις Απόκριες! Κάνει κρύο θανατηφόρο, έχει χιονίσει κιόλας, τα πάντα είναι παγωμένα. Μέρες τώρα κρυφές συζητήσεις, ανεπίσημα, στις παρέες, κάτι προετοιμάζουν.
Έτοιμοι του μεγάλου Καρναβαλιού τη μέρα, παντού στην πόλη τριγυρνούν μεγάλες παρέες μασκαρεμένων. Μπαίνουν στα πολυκαταστήματα και τα ξελαφρώνουν. Γελώντας επισκέπτονται τα εστιατόρια τα απλησίαστα. Παραγγέλνουν με χαρά, χορταίνουν την πείνα τους και αποχωρούν τραγουδιστά. Δίχως να καταβάλουν αντίτιμο. Η μέρα το σηκώνει, η μέρα το ζητά. Στους κινηματογράφους επίσης. Η πρακτική των αναγκών.
Κουβαλούν στις πλάτες τεράστιες παραστάσεις συγκρούσεων κι έτσι γίνονται άριστοι δάσκαλοι και καθηγητές. Έχουν, επί το πλείστον, αποβάλει ιεραρχικά μοντέλα και διαχωρισμούς, αφήνουν στην άκρη σκέψεις και ιδεολογήματα πρωτοπορίας, έχουν σαφώς δεχθεί ελευθεριακές επιδράσεις και απόψεις από την περιρρέουσα ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα που γεννιέται μετά την σφοδρή καταιγίδα του ’68 και των εργατικών αναταραχών στα εργοστάσια του βορρά, από την εργατική αυτονομία στην πράξη και τις συμπεριφορές, νέοι αυτόνομοι από ότι μυρίζει γεροντίλα, αριστερή παράδοση, αριστερή συντήρηση και τα συναφή.

Αρπάζουν την ζωή από τα κέρατα, καβαλούν το φτερό του καρχαρία, επιθυμούν σφόδρα να τον οδηγήσουν εκεί που ονειρεύονται, εκεί που δεν είχε κολυμπήσει κανείς νωρίτερα. Δίχως ευνουχισμούς, δίχως αναβολές. Δεν περιμένουν να ωριμάσει τίποτα.
Το φρούτο έχει πέσει κιόλας από το δέντρο.
Με πυξίδα την καρδιά τους, αλληλεγγύη με όσους υφίστανται καταπίεση, με όλους τους εξουσιασμένους που ασφυκτιούν. Αλληλεγγύη ανάμεσα σε χώρους, εκεί κάτω, διάσπαρτους στη Μητρόπολη, τη ζούγκλα του ‘ανεπτυγμένου’ κόσμου.
Το νέο επαναστατικό υποκείμενο είναι εδώ, δεν σηκώνει την καταπίεση και απαιτεί αυτοδιάθεση, εδώ και τώρα. Αυτονομία.
Δεν δέχονται τους παλιούς κώδικες συμπεριφοράς, δοκιμάζουν τους δικούς τους που αποπνέουν φρεσκάδα, σίγουρα με το βλέμμα στραμμένο και προς εμπειρίες που το ανατρεπτικό κίνημα έχει παράξει τις δεκαετίες που πέρασαν. Ζωγραφίζουν με τα δικά τους πινέλα, αφήνουν το στίγμα τους στη μουσική, το χορό, στις τέχνες γενικότερα και τον πολιτισμό.

Η σεξουαλική απελευθέρωση και τα κινήματα αμφισβήτησης στην Αμερική και Ευρώπη έχουν σταθεί πρόδρομοι. Τα αντάρτικα κινήματα σε Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική και τελευταία στην Ευρώπη. Εκφραστές τους ο Μαρκούζε, ο Ντεμπόρ, ο Μάης. Η μάχη του Αλγερίου, οι περιπέτειες και η θυσία του Γκεβάρα. Οι ανίκητοι Βιετναμέζοι επαναστάτες Βιετκόνγκ. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε. Η Ισπανική ΕΤΑ τότε που ο φυσικός διάδοχος του Φράνκο, ο Καρέρο Μπλάνκο ίπταται στον ουρανό της Μαδρίτης και προσγειώνεται ένα οικοδομικό τετράγωνο παραπέρα μετά από ενέδρα που του στήνουν οι σύντροφοι.
Οι Τουπαμάρος, η ΡΑΦ και ο ΙΡΑ και το MIR.

…..Τώρα που καθαρογράφουμε αυτά τα γραπτά, και έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από όταν ξεκινήσαμε, είναι πια 2012, συμπληρώνει : Διάβασα κάπου ένα σύνθημα που έλεγε ‘η ευτυχία θα σας συντρίψει’. Ε λοιπόν, ακριβώς, έτσι αποτυπώνεται αυτό που εννοήσαμε’,
Σήμερα η δυσαρέσκεια είναι διάχυτη παντού, και το άγχος και η αγωνία , γιατί η ζωή είναι άδεια και κανείς δεν την ευχαριστιέται πραγματικά. Φυτοζωούμε, ας μη κρυβόμαστε. Τρέχουμε πίσω από την κατανάλωση, καταναλώνουμε, αυτό είναι όλο.
Τότε τρέχαμε πίσω από τα όνειρά μας. Και τα κάναμε πραγματικότητα.
Στα οδοφράγματα είσαι ελεύθερος, όχι στα καφέ !
Εκεί καταναλώνεις. Κι άμα έχεις 2 ευρώ !
Ο αρπαγμένος από την υπεραγορά καφές είναι λεύτερος. Όποια δικαιολογία και να βρείτε για να αντικρούσετε, λέει, δεν θα πείσετε κανέναν, ούτε το νήπιο που σας κοιτάζει με τα μάτια γουρλωμένα.
Δεν είναι κακό να δειλιάζεις καμιά φορά, αυτό δεν κάνω κι εγώ τόσα χρόνια πια; με κοιτάζει βαθιά στην ψυχή και με κάνει να ανατριχιάζω. Έκανα παιδιά, άραξα. Αρρώστησα, καταπονήθηκα, ταλαιπωρήθηκα. Δικαιολογίες μπορώ να σου απαριθμήσω και άλλες. Κατά βάθος όμως ξέρω πως δεν έχω πια τα κότσια, δεν βαστάω, το παραδέχομαι και ΤΟ ΒΟΥΛΩΝΩ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΝ .

Ξέρω πως πηγαίνοντας κόντρα στις συμβάσεις ήμουν ελεύθερος. Δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, μου επαναλαμβάνει, θα γυρίσει να με χαστουκίσει. Όσο και πικρή να είναι η αλήθεια, αυτή είναι.
Η απληστία σκοτώνει, φωνάζει, όχι τα όνειρα των εραστών, όχι η απαλλοτρίωση αυτών που μας κλέβουν από τη μέρα που γεννιόμαστε, όχι η επίθεση στα καταφύγια τους, ούτε το να εμποδίσεις την πορεία της ερπύστριας που είναι έτοιμη να σε πλακώσει.
ΝΑ ΖΕΙΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
Κοίταξε μου λέει, και η κακή διάθεση εξαφανίζεται δια μαγείας, την ώρα που κάποιος τρέχει στο κλαμπάκι, κάποιος άλλος τρέχει ν’ αδειάσει το ρεζερβουάρ απ’ τη βενζίνη για να μαζέψει τη φωτιά, αν μ’ εννοείς. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων, και θα γίνεται πάντα, μην αμφιβάλεις. Αυτή την ώρα που εμείς οι δυο τα λέμε φιλικά κάπου εκεί έξω κάποιοι ετοιμάζουν τα ρολόγια!

Στη ριζοσπαστικοποίηση εκείνων των χρόνων έπαιξαν πολλοί παράγοντες ρόλο. Ερχόμασταν τρέχοντας από τον Μάη, πολεμάμε στην Κούβα νικηφόρα, Αλγερία και στο Βιετνάμ επίσης. ΑΝΤΆΡΤΙΚΑ ΠΑΝΤΟΎ, σε Νότια και Κεντρική Αμερική και Αφρική. Αντάρτικα επίσης σε Γερμανία, Ισπανία, Ιρλανδία, επανάσταση των λουλουδιασμένων τουφεκιών στην Πορτογαλία, Λίβανος, Παλαιστίνη, χαμός παντού. Κόκκινος άνεμος σαρώνει τα πάντα.
Δίπλα στο ‘όχι στη μισθωτή σκλαβιά’ αντηχεί το ‘δέκα, εκατό , χίλια Βιετνάμ’. Η φαντασία στην εξουσία γίνεται πράξη λοιπόν. Άμα φωνάζεις βγαίνεις και το πράττεις. Τα θα, και θα, είναι για τον Παπανδρέου, λίγα χρόνια αργότερα όπως πολύ ωραία το απέδωσε ο Χάρρυ Κλυνν

Αγαπημένα κείμενα οι ανταποκρίσεις από το εκτεταμένο αντάρτικο που κατέληξε σε ανοιχτή αντιπαράθεση των Βιετναμέζων μαχητών με τον θρυλικό στρατηγό Γκιαπ και τους Αμερικάνους, Κείμενα του Χο Τσι Μινχ, οι ανταποκρίσεις του Ρεζί Ντεμπρέ από τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική και οι αναμνήσεις του από την Κούβα και τον Γκεβάρα, του οποίου οι λόγοι στα Ηνωμένα Έθνη και τα ημερολόγια των συγκρούσεων των πολεμιστών του εξιτάρουν την φαντασία .
Κείμενα των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, του βραζιλιάνου Κάρλος Μαριγκέλα, που έγραψε το πιο γνωστό εγχειρίδιο για το αντάρτικο πόλης, όπως και κείμενα των Χιλιανών συντρόφων του MIR, των Ισπανών της ΕΤΑ και των GRAPO, και των ιρλανδών του IRA.
‘Άλλο Τουπαμάρος και άλλο το μουνί της Μάρως΄, όπως πολύ εύστοχα ανέφερε ο αγαπημένος φίλος, ο Παύλος ο Φιλίδης πολλά χρόνια αργότερα λοιδορώντας ‘επαναστατικές’ κορώνες διάφορων τηλεοπτικών μαϊντανών.

Επιστρέφοντας λοιπόν στα αντάρτικα μου μιλάει για το πώς ο αγώνας μεταφέρονταν σιγά σιγά από τις ζούγκλες του άλλου κόσμου στις καρδιές των σύγχρονων μητροπόλεων που αποτελούσαν πλέον απελευθερωμένς ζώνες, τις ζούγκλες των ανταρτών της πόλης. Για τις θεωρίες που γράφτηκαν στο θέμα και πώς η μητρόπολη μεταβάλλεται σε απελευθερωμένη ζώνη για τους μαχητές, απάτητη.
Θα θυμάστε όλοι τον Διονύση να τραγουδά ‘Φο Μι Τσίν γιε γιε, αναπνέεις με καλάμι’, από το ‘φορτηγό’ του, ’ήλιος κόκκινος ζεστός’, και λίγο πιο κάτω την ωδή στον σύγχρονο Καραϊσκάκη, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Κοσμούσαν αυτές οι μουσικές τις δισκοθήκες των νέων της εποχής, που αποθέωναν τον Σαββόπουλο στις παραστάσεις του εκείνα τα χρόνια. Άσχετα με το πως κατέληξε σήμερα αυτός ο άνθρωπος!

 

ας δούμε κι αυτό επιστρέφοντας στο χθες:

Milano, 12 μαίου 1977; την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις του Υπουργού Εσωτερικών Κοσσίγκα που έχουν παρεισφρήσει πυροβολούν τους διαδηλωτές στην Piazza Navona και σκοτώνουν

 14 maggio

την Giorgiana Masi, ο εισαγγελέας Luigi De Liguori διατάζει την σύλληψη κάποιων προσώπων, μεταξύ των οποίων δυο γνωστούς δικηγόρους της Κόκκινης Βοήθειας,  di Soccorso Rosso, τους Giovanni (Nanni) Cappelli και Sergio Spazzali. Η ποιο σοβαρή κατηγορία εις βάρος τους είναι εκείνη της προώθησης ανατρεπτικής ένωσης. Οι ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και οι συλλογικότητες του χώρου της αυτονομίας συγκαλούν για το απόγευμα της 14 μαίου μια διαδήλωση ενάντια στην καταστολή.

To πρωινό της 14ης μαίου, οι τέσσερις  υπεύθυνοι των ομάδων περιφρούρησης των διαφόρων ψυχών της μιλανέζικης Αυτονομίας συναντιούνται στο Πανεπιστήμιο Statale για να αξιολογήσουν την κατάσταση και να αποφασίσουν τις δράσεις στην πλατεία και τον δρόμο. Είναι οι Pietro Mancini (Piero), Raffaele Ventura (Coz) και Maurizio Gibertini (Gibo) για την ομάδα που συναθροίζονταν γύρω από το περιοδικό «Rosso», ο Oreste Scalzone για τις ομάδες που ήταν κοντά στην Εργατική Εξουσία,  Potere Operaio, ο Andrea Bellini για την κολλεκτίβα «Casoretto» και τέλος μια αντιπροσωπεία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος. Αποφασίζουν για μια σκληρή πορεία, που σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή θα αποσπαστεί από τις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (με την Προλεταριακή Δημοκρατία, Democrazia Proletaria στην κεφαλή) για να συνεχίσει τον δρόμο της γύρω από τις φυλακές του San Vittore για να μεταφέρει την αλληλεγγύη στους συλληφθέντες πριν δυο ημέρες δικηγόρους . Μια πορεία »σκληρή», αυτό ναι, μα που δεν είχε προκαθοριστεί να καταλήξει σε ένοπλη μάχη με την αστυνομία, ούτε κάποια άλλη προβοκάτσια. Καθόλου molotov, ούτε σιδερόβεργες, καθόλου σφεντόνες ούτε πέτρες, τίποτα. Με τις πρώτες φασαρίες θα εγκαταλείπονταν η πορεία, αυτή ήταν η συμφωνία.

To προηγούμενο βράδυ, όμως, και η ένοπλη συνιστώσα της συλλογικότητας Romana-Vittoria, που εκπροσωπούνταν από τους  Marco Barbone, Enrico Pasini Gatti, Giuseppe Memeo, Marco Ferrandi, Luca Colombo και Giancarlo De Silvestri συναντιέται για να καθορίσει το σχέδιο για την διαδήλωση της επομένης ημέρας. Πρέπει να προκαλέσει την αστυνομία κοντά στην San Vittore, για να διαλύσει την πορεία και να την ενώσει ξανά στην ζώνη της Porta Genova, όπου και να την προφυλάξει στρατιωτικά όσο το δυνατόν για περισσότερο χρόνο. Η κολλεκτίβα Romana-Vittoria θα ανοίξει την πορεία.

Η πορεία ξεκινά στις 16,45 από την piazza Santo Stefano, οι διαδηλωτές ξεπερνούν τις 10.000. Στην διασταύρωση via San Vittore-Via Olona ο κορμός της αυτονομίας, γύρω στους 1000 διαδηλωτές, εγκαταλείπει τον κύριο κορμό όπως είχε προαποφασιστεί. Ξεκινούν ευθύς τα συνθήματα: «Da San Vittore all’Ucciardone, un solo grido: evasione», «Carabiniere, sbirro maledetto, te l’accendiamo noi la fiamma sul berretto» – »Από την San Vittore μέχρι την Ucciardone, μια και μόνη κραυγή: απόδραση», »Καραμπινιέρο, μπάτσε καταραμένε, εμείς θα ανάψουμε την φλόγα που έχεις στον μπερέ σου».

Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή η φάλαγγα της αστυνομίας (μέχρι τότε στέκονταν πολύ μακριά από την πορεία) του τρίτου τμήματος ταχείας ανάπτυξης παρατάσσεται με πλήρη εξοπλισμό [μια σειρά από ασπίδες, και μια δεύτερη με εκτοξευτές δακρυγόνων) στη γωνία μεταξύ της Via Olona και της οδού De Amicis. Μετά από μια σύντομη διαβούλευση, η ένοπλη ομάδα της Romana- Vittoria αποφασίζει να επιτεθεί, και εύκολα παρακάμπτει τα κορδόνια συγκράτησης που είχαν επικεφαλής τον Bellini και Scalzone, που συνειδητοποιούσαν τι επρόκειτο να συμβεί.

Υψώνεται μια απότομη κραυγή: «Ρομάνα έξω!» ακολουθούμενη από μια επόμενη: «Πυρ!». Μέσα σε ένα μόνο λεπτό οι Ferrandi, Memeo, Poodle, Pasini Gatti, De Silvestri και Colombo, στους οποίους στέκονταν κοντά μερικοί μαθητές του Cattaneo οπλισμένοι με βόμβες μολότοφ, από την συλλογικότητα της Viale Puglie και από τη συλλογικότητα Barona ξεκινούν μια βίαιη ένοπλη μάχη με τις δυνάμεις της τάξης, κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανατηφόρα ο υποταξίαρχος Custra. Δύο ακόμη καραμπινιέροι τραυματίστηκαν ελαφρά, ενώ ένας περαστικός, ο Marzio Golinelli, χάνει ένα μάτι και ένας άλλος περαστικός, η Patrizia Roveri, τραυματίζεται όχι σοβαρά στο κεφάλι.

Η οδός De Amicis επισκιάζεται από τον καπνό των δακρυγόνων, των μολότοφ και του τρόλεϊ 96 που έχει παραδοθεί στη φωτιά. Όλοι όσοι βρίσκονταν στον δρόμο καταφτάνουν τρέχοντας στην οδό Carducci διάδρομο όπου κάποιοι διαδηλωτές αυτοσχεδιάζουν ένα οδόφραγμα με οικοδομικό υλικό ενός εργοτάξιου .

Το βράδυ της 14ης στο σπίτι του Κολόμπο συγκεντρώνονται μερικά από τα ηγετικά στελέχη του Rosso για να συνεννοηθούν με τους Ferrandi, Poodle, Memeo, Pasini, Κολόμπο και De Silvestri. Η είδηση ότι ο αξιωματικός Custra είναι κλινικά νεκρός διαδόθηκε από τις ραδιοφωνικές ειδήσεις και μέσω των τηλεοπτικών ειδήσεων. Τα ηγετικά στελέχη του Κόκκινου είναι πρόθυμα να παρέχουν τα χρήματα και τα πλαστά έγγραφα για την προληπτική απομάκρυνση των Pasini Gatti, Ferrandi και τρειών μαθητών του Cattaneo. Γεννιέται τότε μια βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Mancini, που ήταν πολύ κριτικός σε σχέση με τη δράση της Ρομάνα-Victoria, και του Alunni, που αντιθέτως αναλαμβάνει την άμυνα αυτών. Ως αποτέλεσμα αυτού και άλλων προσωπικών διαφωνιών, τον Ιούλιο οι Alunni, Μαρόκκο, Ricciardi, Μπαρμπόνε, Κολόμπο, De Silvestri θα δώσουν ζωή, μαζί με άλλους και άλλες αγωνίστριες, στους Κομμουνιστικούς Μαχόμενους Σχηματισμούς. Αργότερα, ο Ferrandi θα εισέλθει στην Πρώτη Γραμμή, ο Memeo στους ένοπλες Προλετάριοους για τον Κομμουνισμό, τέλος ο Pasini Gatti στην Ταξιαρχία Antonio Lo Muscio.

Κατά τη διάρκεια της δίκης για τα γεγονότα της 14ης Μαΐου, οι κατηγορούμενοι Ferrandi, Barbone και Pasini Gatti θα παρουσιαστούν με το προφίλ, που έχουν ήδη αναλάβει κατά τη στιγμή της σύλληψης, των λεγόμενων «μετανιωμένων».

Η εργατική τάξη που δεν ήθελε να γίνει Kράτος: Γραμμή συμπεριφοράς-Linea di condotta

του Sandro Moiso

Emilio Quadrelli, Εργατική Αυτονομία. Επιστήμη της πολιτικής, τέχνη του πολέμου, από το ’68 στα παγκόσμια κινήματα – Autonomia Operaia. Scienza della politica, arte della guerra, dal ’68 ai movimenti globali, στο προσάρτημα η αναστατική ανατύπωση του μοναδικού τεύχους του περιοδικού Linea di condotta-Γραμμή συμπεριφοράς του 1975 με μια μη δημοσιευμένη εισαγωγή, Εσωτερικό 4, 2020, pp. 352, 20 euro

“Τι είναι ένας λοστός μπροστά σε μιαν μετοχή; Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας σε σύγκριση με την ίδρυση μιας τράπεζας; Τι είναι η δολοφονία μπροστά στην εργασία;” (L’opera da tre soldi, Η όπερα της πεντάρας – Bertolt Brecht)

Πιστεύω ότι είναι σωστό, σε αυτήν την 41η επέτειο της 7ης απριλίου και του θεωρήματος Kalogero, να επιστρέψω για να μιλήσουμε για ένα έργο που έχει φτάσει στην τρίτη του έκδοση. Τέσσερα χρόνια μετά τη δεύτερη (2016) και δώδεκα χρόνια μετά την πρώτη (2008). Ένα έργο, αυτό του Emilio Quadrelli, το οποίο όχι μόνο ανιχνεύει την ιστορία της ιταλικής εργατικής αυτονομίας, από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ξεκινώντας από τη σύγκρουση και την ταξική πρωτοβουλία που την ίδρυσαν και της έδωσαν τα πόδια επάνω στα οποία θα πορευτεί, αλλά που, σε αυτήν τη νέα έκδοση, προσθέτει ένα πολύ αξιοσέβαστο δεδομένο: την αναστατική ανατύπωση του μοναδικού τεύχους του περιοδικού Linea di condotta που δημοσιεύθηκε το 1975, συνοδευόμενη από μια περιεκτική εισαγωγή του ίδιου του Quadrelli.

Ένα περιοδικό που εκδόθηκε σε ένα μόνο τεύχος, με το εξώφυλλο ιούλιος-οκτώβριος 1975, που θα προηγηθεί για λίγο αυτού της »Senza tregua-Χωρίς ανακωχή. Εφημερίδα των κομμουνιστών εργατών», το οποίο στη συνέχεια δημοσιεύτηκε σε εννέα τεύχη μεταξύ του φθινοπώρου του ίδιου έτους και του σεπτεμβρίου 1977, με το οποίο ο Emilio Quadrelli έχει ασχοληθεί πρόσφατα για τον Red Star Press  (qui) ακριβώς για να φέρει στο φως μια εμπειρία πολιτικής στρατευμένης ανάλυσης και πρακτικής που έχει αφαιρεθεί για πολύ καιρό από την «επίσημη ιστορία» αυτής που έχει εισέλθει στη συλλογική μνήμη ως Εργατική Αυτονομία.

Ο τίτλος της πρώτης παραγράφου της εισαγωγής στο περιοδικό εμφανίζεται αμέσως να ταιριάζει απόλυτα, Fuori dalle linee-Έξω από τις γραμμές, ακριβώς επειδή εκείνο το μοναδικό τεύχος εκτός από το να απομακρύνεται από τον μαρξιστικό ή μαρξιστικό-λενινιστικό λόγο βαλσαμωμένο στις διάφορες μορφές των μικρών ομάδων και κομμάτων, μεγάλων ή μικρών, τα οποία εξακολουθούσαν να αναφέρονται σε επίσημες εμπειρίες αυτού του είδους, έτσι όπως είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή η εμπειρία της Εργατικής Αυτονομίας, έπαιρνε αποστάσεις και από την ίδια την Αυτονομία με τον τρόπο που καθιερώνονταν, οργανωτικά και πολιτικά, μέσα σε μια συγκυρία και ένα πλαίσιο στο οποίο οι διατυπώσεις των σημαντικότερων διανοουμένων εκείνου του χώρου και η πρακτική που θα εφαρμοζόταν θα είχε απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από την κεντρικότητα της εργατικής δράσης αντιπαραθέτοντας σε αυτήν την αναζήτηση ενός νέου, και ποτέ πλήρως καθορισμένου, πολιτικού υποκειμένου.

Εάν μεγάλο μέρος της εμπειρίας και του νέου πολιτικού προγράμματος που εκφράστηκε από την αυτονομία, όπως είχε διαμορφωθεί γύρω από το περιοδικό Rosso, προέρχονταν από την ήδη «αιρετική» εμπειρία του Potere Operaio-Εργατικής Εξουσίας, το Γραμμή συμπεριφοράς και, στη συνέχεια, το Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua θα είχαν προσθέσει σε αυτή την εμπειρία στρατευμένους αγωνιστές που έφυγαν από τη Lotta Continua-Διαρκή Αγώνα μετά τη στροφή καμπής, φιλική προς τους θεσμούς και φιλο-ΚΚΙ της κατεύθυνσης της το 1975 και που θα είχαν οδηγήσει στην οριστική διάλυση αυτής της οργάνωσης, η οποία έλαβε χώρα στο πλαίσιο του συνεδρίου του Ρίμινι, το φθινόπωρο του 1976. Ακριβώς εκείνο το συνέδριο που ο leader αυτού του σχηματισμού που βρίσκονταν πλέον σε κατάσταση μεγάλης αναταραχής θα είχε ανοίξει με ακούσια προφητικά λόγια: Υπήρξε ένας σεισμός...

Και οι δύο εμπειρίες, εκείνη του Rosso και της Linea di condotta, είχαν τις ρίζες τους σε μια άρνηση της μισθωτής εργασίας που εντός των πιο προχωρημένων κομματιών της εργατικής τάξης των εργοστασίων συνοδεύονταν από την άρνηση να γίνουν Κράτος, όπως αντίθετα πρότειναν ο γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, Enrico Berlinguer, του κόμματος που συνέχισε να χαρακτηρίζεται ως το μεγαλύτερο κομμουνιστικό στη Δύση και το αριστερό συνδικάτο CGIL, σε μια προσπάθεια να διαχωριστεί όχι μόνο η τάξη από τις πιο μαχητικές πρωτοπορίες της, αλλά και από μια ριζοσπαστική κριτική των συνθηκών εργασίας, παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής που είχε εκδηλωθεί με έναν ολοένα και πιο πλατύ και αποφασιστικό τρόπο όχι μόνο στην κριτική σκέψη των μαχητικών διανοουμένων που είχαν δημιουργήσει τα πιο σημαντικά περιοδικά της δεκαετίας του ’60 (Quaderni rossi, Classe operaia, Classe, Quaderni piacentini), αλλά που ακριβώς ξεκινώντας από τις διαδηλώσεις στην πλατεία και στους αγώνες των εργατών στα εργοστάσια, από την Piazza Statuto και μετά, είχαν βρει τα πόδια επάνω στα οποία να βαδίσουν.

Έτσι, έρχονταν στο φως μια σύγκρουση, ηθελημένη την οποίαν διαχειριζόταν μια θεσμική αριστερά που εμπλέκεται όλο και περισσότερο στη διαχείριση της οικονομίας, της κοινωνίας και της δημόσιας τάξης, στο όνομα ενός ανώτερου εθνικού συμφέροντος, με σκοπό όχι μόνο να διαιρέσει την τάξη στο εσωτερικό της και μπροστά στον εχθρό, αλλά επίσης και πάνω απ’όλα στο όνομα μιας υποτιθέμενης αντικειμενικότητας οικονομικίστικης μαρξιστικής έμπνευσης, προορισμένης να στερήσει από την τάξη ένα από τα πιο σημαντικά και αποφασιστικά όπλα της: την επαναστατική θεωρία.

Παραδόξως, όχι μόνο το PCI, το οποίο παρόλα αυτά εξακολουθούσε να αναφέρεται στον μαρξισμό και τον σοσιαλισμό, των οποίων ξεχείλιζαν οι σελίδες των περιοδικών του και οι ομιλίες των διανοουμένων που είχαν από καιρό αγκαλιάσει τη γραμμή και τη στρατηγική του, αλλά και τα διάφορα μικρά κόμματα τροτσκιστικής έμπνευσης, σταλινικής, φιλο-κινέζικης μαρξιστικής-λενινιστικής και μπορντικιστικής δεν κατάφεραν να κατανοήσουν τις καινοτομίες που ενυπάρχουν στο ξέσπασμα των αγώνων που είχαν χαρακτηρίσει πάνω απ’όλα την περίοδο μεταξύ των μέσων της δεκαετίας του ’60 και του πρώτου μισού της δεκαετίας του ’70. Αντιθέτως, ακόμη και με διαφορετικούς τρόπους και με διαφορετικές αντιλήψεις, αυτά τα ίδια συχνά γίνονταν εμπόδιο στην ανάπτυξη των ταξικών αγώνων που είχαν αναπτυχθεί σε εργοστάσια, γειτονιές και σχολεία.

Αντιθέτως, από την άλλη πλευρά, δεν ήταν έτσι, όπως ορθώς σημειώνει ο Quadrelli στην αναφορά του, για τις δύο ομάδες που είχαν απομακρυνθεί περισσότερο από οποιαδήποτε αναφορά στην επίσημη παράδοση των κομμάτων κομμουνιστικής προέλευσης τριτοδιεθνιστικής παράδοσης, δηλαδή της εργατικής Εξουσίας και του συνεχούς Αγώνα, ovvero Potere operaio e Lotta continua. Και οι δύο συμμετείχαν από την πρώτη τους εμφάνιση στους αγώνες που παράγονται αυθόρμητα από κάτω. είτε ήταν αγώνες στα εργοστάσια είτε καταλήψεις σπιτιών, μείωσης των ενοικίων και των λογαριασμών κοινής ωφελείας ή λαϊκές εξεγέρσεις όπως εκείνη στο Reggio Calabria, η οποία χαρακτηρίστηκε αμέσως, εκτός από τις δύο εν λόγω ομάδες και τους καταστασιακούς, όπως εκδήλωση φασιστικής μήτρας από όλους τους άλλους.

Σε αυτή τη διαφορετική ερμηνεία της πραγματικότητας των αγώνων δεν έπαιξε τόσο πολύ ρόλο, όπως οι κύριοι εκπρόσωποι του «ορθόδοξου» μαρξισμού θα είχαν αμέσως δηλώσει, ο τυχοδιωκτικός χαρακτήρας των νέων πολιτικών σχηματισμών, αλλά μάλλον μια πιο σωστή και σύμφωνη με τους καιρούς ερμηνεία της ικανότητας διαλεκτικής ανάλυσης που περιέχεται στις διατυπώσεις του Μαρξ και του Λένιν. Που πολύ συχνά αναφέρονται απομνημονευτικά ή / και οπορτουνιστικά από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και πολύ συχνά παραμορφώνονται ή απλά δεν κατανοούνται στην ουσία τους.

Μπορούμε να πούμε, όπως κάνει ο Quadrelli, ότι η επαναστατική πρακτική εμπνεύστηκε εκείνα τα χρόνια όχι τόσο από τα σκονισμένα αρχεία, από τα κείμενα που σώθηκαν από το επικριτικό ροκάνισμα των ποντικών ή από τη νέα intellighentsia που σχηματίστηκε σε κομματικά σχολεία ή πανεπιστήμια, αλλά απευθείας από τους αγώνες που γεννήθηκαν αυθόρμητα από τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης μέσα στις οποίες αρμένιζε ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων (απασχολούμενων και όχι), νέων (φοιτητών και όχι), γυναικών (εργαζομένων και όχι), σε μια εποχή μεγάλων κοινωνικοοικονομικών μετασχηματισμών που είχαν συνοδεύσει ή είχαν προέλθει από τη λεγόμενη οικονομική άνθηση-boom economico.

Μια οικονομική άνθηση που είχε δει, όπως πάντα, ένα μεγάλο μέρος του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου να συσσωρεύεται στα χέρια ενός τολμηρού και επιθετικού επιχειρηματικού κόσμου, εις βάρος ενός περιθωριοποιημένου προλεταριάτου ή αυτού των εργοστασίων που μπόρεσε να έχει πρόσβαση σε πολύ λίγα κοινωνικά οφέλη, που πληρώνονταν με μια εκμετάλλευση της εργασίας όλο και πιο έντονη και εκτεταμένη όπως επίσης και στις σφαίρες της καθημερινής ύπαρξης. Όπως και η επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ολοένα ευρύτερες ομάδες νέων συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που προορίζονταν ολοένα και περισσότερο για το σχηματισμό ενός πιο μορφωμένου εργατικού δυναμικού αλλά στόχευε σε μια εξειδίκευση στην εργασία που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θα συνέβαλε σε μια πιο γενική συνήθεια στην αλλοτριωμένη εργασία, και εξημερωμένη προληπτικά, με τη συνήθεια στην πειθαρχία του χρόνου και της υπακοής..

Όλα αυτά, ωστόσο, είχαν εκραγεί, όχι χάρη σε μια προληπτική επικοινωνιακή και εκπαιδευτική δράση που διεξήχθη από τα κόμματα και τα μικρά κόμματα της αριστεράς μέσα στα διάφορα ταξικά στρώματα, αλλά ακριβώς λόγω μιας κοινωνικής πραγματικότητας που κατέληξε να ωθήσει στον παροξυσμό αντιφάσεις ενός τρόπου παραγωγής που είχε κάνει τις ανάγκες του για συσσώρευση και εξόρυξη της αξίας το κριτήριο κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας: είτε εργασιακής, διανοητικής, συλλογικής, ατομικής, καλλιτεχνικής ή σεξουαλικής και αναπαραγωγικής.
Έτσι όποιος βρίσκονταν από κάτω βρέθηκε σε θέση να ανταποκριθεί στην πρόκληση και να επαναστατήσει.

Η εργατική Εξουσία και ο συνεχής Αγώνας κατάφεραν να κάνουν δικά τους τα μαθήματα εκείνων που από κάτω είχαν αρχίσει να επαναστατούν και να απελευθερώνονται και, για μια σύντομη και έντονη περίοδο, να γίνουν εκπρόσωποί τους. Αναδημιουργώντας εκείνη την διαλεκτική μεταξύ του αυθορμητισμού της μαζικής δράσης, της θεωρίας και της πολιτικής πρακτικής που μόνη της μπορούσε να χρησιμεύσει για να αντιπαρατεθεί νικηφόρα με το κεφάλαιο και τους αξιωματούχους του. Εν ολίγοις, το επαναστατικό κόμμα επέστρεφε ιδανικά, αλλά όχι μόνο, να αναγεννιέται ακριβώς εκεί όπου δεν είχε θεωρητικοποιηθεί άμεσα ή δεν είχε αντλήσει έμπνευση από τις μουμιοποιημένες μορφές του τριτοδιεθνιστικού και μη παρελθόντος.

Επέστρεφε να αναγεννιέται, αλλά όχι να σχηματίζεται, καθώς τα διάφορα συστατικά των δύο κινημάτων κατέληγαν να ευνοούν τη διακύμανση των τάσεων μια στον αυθορμητισμό μετά στον οργανωτισμό και τώρα στη θεσμοποίηση, αυτή η τελευταία πτυχή πάνω από όλα όσον αφορά την ηγεσία της LC, που δεν επέτρεψαν τη δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης ικανής να αντλήσει λεμφική και κατευθυντική ικανότητα από τις ενδείξεις που, αν και με αυτή την έννοια, προέρχονταν από τους προλεταριακούς αγώνες και από κάτω, και ούτε από τους μετασχηματισμούς που πραγματοποιούνταν σε επίπεδο βιομηχανικής, οικονομικής, διοικητικής και νομικής-στρατιωτικής αναδιοργάνωσης του μηχανισμού οικονομικού και κρατικού καπιταλιστικού.

Ήταν ακριβώς αυτή η δυσκολία που οδήγησε στο τέλος των δύο εμπειριών με μία, αυτή του Pot Op, η οποία, ωστόσο, θα αποτελούσε το πιο σημαντικό «θεωρητικό» συστατικό της επόμενης πολιτικής φάσης, ενώ η άλλη, αυτή της LC, θα παρείχε, ακριβώς λόγω του ότι υπήρξε η πιο διαδεδομένη μαχητική οργάνωση του μητροπολιτικού και εργοστασιακού προλεταριάτου μέχρι το 1975, τον κύριο εργατικό και προλεταριακό παράγοντα μιας πολιτικής, στρατευμένης και, στη συνέχεια, στρατιωτικής εμπειρίας που δεν είχε εφάμιλλη στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο.

Πράγματι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι στην Ιταλία διερευνήθηκαν 20.000 άτομα για τα γεγονότα του ένοπλου αγώνα. 4200 φυλακίστηκαν με την κατηγορία της ένοπλης ομάδας ή ανατρεπτικής ένωσης. 300 είχαν ποινές μικρότερες των δέκα ετών, πάνω από 3100 μεγαλύτερες από δέκα χρόνια, σχεδόν 600 μεγαλύτερες από δεκαπέντε χρόνια, εκατοντάδες ισόβιες ποινές. Αυτά τα στοιχεία, τα οποία εάν αναλυθούν από κοινωνιολογική άποψη θα έδειχναν το προλεταριακό συστατικό μεταξύ εκείνων που ήταν υπό έρευνα πολύ υψηλό και εκείνο των γυναικείων παρουσιών άλλο τόσο υψηλό, μας λένε για μια εισβολή στην Ιστορία, ενός αυθεντικού άλματος τίγρης μέσα στις κοινωνικές αντιθέσεις άλυτες διαφορετικά, που ξεκινώντας ακριβώς από το 1975 ξεκίνησε σε μεγαλύτερη κλίμακα από εκείνη που είχε ήδη θεωρηθεί και φανταστεί, με άκαμπτη λογική παραδοσιακού κομματισμού (τη συνείδηση που ενσταλάχθηκε στην τάξη από ένα κόμμα επαγγελματιών μαχητών), από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Ακριβώς στο επίκεντρο αυτών των ρήξεων, των πολιτικών και οργανωτικών εμπειριών και των θεωρητικών προβληματισμών τοποθετείται η κρυστάλλινη εμπειρία της Γραμμής συμπεριφοράς, που εμπνέονταν τόσο από την πολιτική σκέψη ορισμένων αγωνιστών που είχαν διαχωριστεί από τα άλλα στελέχη του Potere Operaio μετά το τέλος του, όσο και από την ενέργεια, από τον θυμό και την απογοήτευση που οδήγησαν στην αναζήτηση νέων επιχειρησιακών και οργανωτικών διαδρομών μιας νέας εργατικής τάξης που βγήκε έντονα απογοητευμένη από την προηγούμενη στράτευση στη Lotta Continua, στις δομές της στο εργοστάσιο, στις γειτονιές και στην ομάδα περιφρούρησης.

Ξεφυλλίζοντας τις περισσότερες από 160 σελίδες της Γραμμής συμπεριφοράς παρατηρούμε τη παρουσία ενός σημαντικού αριθμού άρθρων: θεωρητικές σκέψεις και μαρξιακές αναλύσεις που αποσκοπούν στη διερεύνηση των μετασχηματισμών της ιταλικής πολιτικής-θεσμικής τάξης (με ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο του PCI και του φασιστικού δυναμικού), τη θεωρία της αξίας, τη σύγκρουση που λειτουργεί επίσης μέσα στην οικονομική κρίση εκείνων των χρόνων μεταξύ των αξιώσεων της τάξης και της βούλησης της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τον επαναπροσδιορισμό της σημασίας της σύγκρουσης γύρω από τον μισθό και τον πολιτικό του ρόλο ακόμη περισσότερο από ότι τον συνδικαλιστικό, καθώς και τα δύο έγγραφα στα οποία η πιο ριζοσπαστική πτέρυγα των εργατών της LC είχε αποχαιρετήσει τον προηγούμενο σχηματισμό, τώρα μπλεγμένο μες τους φόβους και τις ρεφορμιστικές επιλογές της ηγεσίας της, σε ανοικτή αντίθεση με την μαχητική πρακτική των προηγούμενων ετών.

Πρόκειται για σελίδες που ανακοινώνουν το αναπόφευκτο ενός εμφυλίου πολέμου, χαμηλής έντασης μάλλον, που θα διέσχιζε την ιταλική κοινωνία και θα κινούσε την ταξική σύγκρουση τα επόμενα χρόνια. Μια ανακοίνωση της ανάγκης για ένα κόμμα το οποίο, ενώ παραμένει στο νήμα του χρόνου, θα έπρεπε να ξέρει να ερμηνεύσει μια ανώνυμη και τρομερή επανάσταση καθοδηγώντας την επάνω σε τροχιές των οποίων δεν έχει βιωθεί ακόμη η εμπειρία. Όπως ακριβώς θα πρέπει να κάνει κάθε αυθεντική επανάσταση και κάθε αυθεντικό επαναστατικό κόμμα, το οποίο για να είναι τέτοιο πρέπει και να ξέρει πώς να φέρει επανάσταση και στις δικές του μορφές, χωρίς να θέλει να εισάγει τις καινοτομίες της ταξικής σύγκρουσης μέσα σε μορφές που έχουν ήδη ξεπεραστεί ή ηττηθεί (πιθανώς τα δύο πράγματα που πάνε πάντοτε μαζί) καταλήγοντας να καταφέρει μόνο να ευνουχίσει τις πρωτοβουλίες και τις ενδείξεις του αγώνα και της οργάνωσης που προέρχονται από μια κοινωνία σε εξέγερση.

Κατευθύνσεις που ακριβώς ξεκινώντας από την εργατική εμπειρία έθεταν το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας στο επίκεντρο. Αλλά το «ζήτημα της εξουσίας» δεν μπορούσε και δεν μπορεί παρά να φέρει υπό συζήτηση το «στρατιωτικό ζήτημα». Εάν, όντως, το «πολιτικό» προϋποθέτει πάντα τη διαμόρφωση του πολέμου, το «στρατιωτικό ζήτημα» δεν μπορούσε και δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά ένα συστατικό μέρος του ίδιου του «πολιτικού».

Μια επιλογή που θα εξακολουθούσε να βλέπει μερικούς από τους παρόντες διανοούμενους στις συντακτικές τάξεις του μοναδικού τεύχους να απομακρύνονται τα επόμενα χρόνια, αλλά που θα έδινε τους καρπούς της, ίσως ανώριμους και προάγγελους ενδείξεων για το μέλλον ταυτόχρονα, στους αγώνες των επόμενων ετών.
Μια ανάγνωση που αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη ακόμη και ίσως πάνω από όλα σήμερα, όταν μπροστά στην πανδημία που μας περιβάλλει, την οικονομική κρίση και τον πιθανό πόλεμο που θα έρθει, η απουσία προοπτικών είναι αιτία, για πολλούς ανταγωνιστές στρατευμένους, μιας κατάστασης αδυναμίας και σύγχυσης όπου οι αυθόρμητες πρωτοβουλίες πάλης από κάτω (από τα εργοστάσια στις φυλακές μέχρι τις γειτονιές) αρχίζουν να παρέχουν τρόπους αντίδρασης που δεν έχουν ακόμη κατανοηθεί πλήρως στην ουσία τους.
Ακριβώς έτσι όπως η πολιτική-στρατιωτική δομή με την οποίαν το κεφάλαιο τα τελευταία χρόνια οπλίστηκε δεν έχει ακόμη κατανοηθεί πλήρως, ως συνάρτηση ενός ήδη ανακοινωμένου εμφυλίου πολέμου και του οποίου η στρατιωτικοποίηση που συνδέεται με την τρέχουσα υγειονομική και οικονομική κρίση είναι μόνο μία από τις πιο προβλέψιμες πτυχές

 

 

για να κλείσουμε:

….Αυτό που καταλάβαμε πολύ νωρίς στην διάρκεια της πολιτικής μας ενηλικίωσης ήταν πως η εκλογική διαδικασία, η πολιτική όταν ορίζεται με κέντρο την αντιπροσώπευση και τη διάταξη των κομματικών μηχανισμών, είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός προφύλαξής μας από το ‘αδύνατο’ . Ο μηχανισμός που μας επαναφέρει στο ‘δυνατό’. Στο ρεαλισμό των κυβερνητικών λύσεων διαχείρισης της υπάρχουσας κατάστασης και πραγματικότητας ακριβώς για να αποφύγουμε το ‘τραύμα’ της συνάντησης μας με το ‘αδύνατο’. Έτσι λοιπόν συνεχίζεται η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, καταλαγιάζει το ερωτικό μας παιχνίδι με το αδύνατο! Τότε το δίλημμα ήταν : Κομμουνισμός ή συν διαχείριση- του υπάρχοντος-. Πάλι σήμερα το ίδιο: Είναι δυνατός ο κοινωνικός δεσμός σήμερα ;;;ή πηγαίνουμε σε ένα πόλεμο όλοι εναντίον όλων; εγωιστές απομονωμένοι,άτομα με συνδετικό κρίκο την αγορά, το ευρώ αν θέλετε.

Κάποιοι φτιάχνανε το ένοπλο κόμμα τότε, που μόλις δυνάμωνε μέσα στην κοινωνία θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του. Ήταν το σοβιετικό μοντέλο στην νέα εποχή. Δεν μας ενθουσίαζε αυτή η προοπτική. Οι άλλοι έφτιαχναν, φτιάχναμε τον επαναστατικό στρατό, με οριζόντιες διαδικασίες, υπήρχαν βέβαια ηγετικές φιγούρες, παίρναμε μέρος στον απελευθερωτικό κομμουνιστικό στρατό που θα οδηγούσε στη δημιουργία του κοινοτικού κράτους του λαού. Ήμασταν νεομαρξιστές, νεο λενινιστές, πιστεύαμε δηλαδή στην αναγκαιότητα, για κάποιο διάστημα βέβαια, του κράτους των εργατών που θα συντόνιζε τις διάσπαρτες στην κοινωνία κοινότητες που δημιουργούνταν. Σήμερα το παράδειγμα των κοινών είναι ήδη μια πραγματικότητα αναδυόμενη παντού στον κόσμο, ένας κόσμος στην αυγή του, που ταλαντεύεται πολλές φορές και κινδυνεύει να ενσωματωθεί, στο σύστημα. Ανοργάνωτος, και αυτό είναι πρόβλημα. Ο μετασχηματισμός της πολιτικής όμως είναι εδώ, και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Είναι η τεράστια διαφορά σε σχέση με αυτό που ζήσαμε εμείς. Οι κοινότητες είναι ήδη εδώ,η αυτοθέσμιση είναι ήδη εδώ. Οι ‘άλλοι’ το βλέπουν κιόλας, ΕΊΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΠΤΉ.

Προφανώς μια τέτοια διαδικασία περιλαμβάνει την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση με το κεφάλαιο, και εδώ, δεν είναι δυνατή η ‘αρμονική συνύπαρξη’. Όμως πηγαίνει πολύ πέρα, στη δημιουργία του τι μπορεί να το αντικαταστήσει, δίνοντας στερεότητα, βάθος και προοπτική στον αγώνα. Το βάθος που δεν είχαμε εμείς. Γι αυτό, όταν ηττηθήκαμε στρατιωτικά δεν έμεινε τίποτα. Χώσαν μέσα χιλιάδες συντρόφους και διαλύσαν τα πάντα. Δεν υπήρχε βάθος. Στη Σοβιετική Ένωση,στην Κίνα, και αλλού κομμουνισμός κατάντησε η δικτατορία του κόμματος στο λαό και κρατικός καπιταλισμός. Εμείς το βροντοφωνάξαμε αλλά δεν έφτανε. Δεν είχαμε να δείξουμε κάτι άμεσα Σήμερα ο κοινοτισμός είναι ήδη εδώ, υπάρχει μπροστά στα μάτια όλων. Όταν το επίπεδο της πάλης ανέβηκε τόσο που τρόμαξε, ο κόσμος έκανε πίσω. Όλοι εκείνοι που χρόνια συζητούσαν στις ταβέρνες και παντού την ‘προδοσία’ του κόμματος, την αναβλητικότητα αν θέλετε, όλοι αυτοί που περίμεναν το σύνθημα για να ξεθάψουν απ’ τα μπαούλα τα όπλα,που μεγάλωναν τα παιδιά τους με αυτή την προοπτική, που δεν έπρεπε άλλο ν’ αργήσει, έκαναν πίσω. Όλοι αυτοί. Και ειλικρινά πιστεύω πως ένα μεγάλο μέρος σε αυτή την οπισθοδρόμηση έπαιξε το ότι αυτό το ‘αύριο’ ήταν πολύ πιο θολό από ότι σήμερα.

Στις μέρες μας η έξοδος από τον καπιταλισμό είναι πολύ πιο εφικτή για όλο και περισσότερους ανθρώπους. Και φυσικά δεν σημαίνει μη σύγκρουση. Σημαίνει το ανώτερο επίπεδο σύγκρουσης! Με το να αχρηστεύεις τα μέσα του συστήματος. Αρνούμενος να τα χρησιμοποιήσεις! Οργανώνοντας τη ζωή σε άλλη βάση από αυτή της οικονομικής και κρατικής επιβολής. Φανταστείτε μόνο τι θα γίνονταν παγκοσμίως,ή έστω πανελλαδικά, εάν όλοι οι καταθέτες απέσυραν τα χρήματά τους από τις τράπεζες,κατά την προτροπή του Ερίκ Καντονά . Άλλο βέβαια το που θα τα χρησιμοποιούσαν μετά! Ξαναγυρίζει ο κοινωνιολόγος μέσα μου,ακούστε λοιπόν : Η οικογένεια τις περισσότερες φορές,αν όχι όλες πάντα και τελείως, γαλουχεί το παιδί σύμφωνα με τις κυρίαρχες αξίες του κοινωνικού περιβάλλοντος. Το περιορίζει,το κατευθύνει, του επιβάλλει συμπεριφορές. Συνειδητά ή ασυνείδητα -άμεσα ή έμμεσα -φυλακίζοντας έτσι τη δημιουργική του φαντασία. Ευνουχίζεται η σκέψη του,αμβλύνεται το συναίσθημα. Και πριν το παιδί καταλάβει τι συμβαίνει έρχεται μια ακόμη κατραπακιά, η δικτατορία του σχολείου. 12 χρόνια κατά τα οποία οι δάσκαλοι είτε λόγω βλακείας, είτε εξαναγκασμού πρέπει να γεμίσουν το κεφάλι του μέλλοντος πολίτη με γνώσεις που σαν γνώρισμα έχουν την απονεύρωση της κριτικής σκέψης, την παρεμπόδιση προσωπικών προβληματισμών.

Γνώση αποσπασματική, συχνά χωρίς βάθος, ανίκανη να εξάψει το ενδιαφέρον στην κατεύθυνση μιας ολιστικής αντίληψης για τη ζωή και τα πράγματα, δεν τα λέω εγώ αλλά δάσκαλοι και καθηγητές και επιστήμονες. Κυριαρχείται από έννοιες ψόφιες, πατρίς, θρησκεία, ηθική της εργασίας, ανταγωνισμός μεταξύ ομάδων και ατόμων – βλέπετε λοιπόν πως δεν φωνάζαμε τζάμπα σε προηγούμενα κεφάλαια ! Πατρίδα είναι η προσωπική μυθολογία του καθένα ! λένε οι σοφοί! Οι μελετητές. Για το σχολείο είναι ένα κομμάτι γης που έχει αλλάξει χέρια δεκάδες φορές και για το οποίο ο καθένας θα πρέπει να είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα χωρίς να περιμένει τίποτα. Γεμίζεις μίσος λοιπόν ακριβώς για να υπερασπιστείς το τίποτα! Πως ν’ αντέξει το μυαλό το παράφρων το γεγονότος να διδάσκεσαι πως πρέπει να δουλεύεις μια ζωή, θυσιάζοντας κάθε χαρά, για ένα πιάτο φαί, ή για μια συλλογή στην πλειοψηφία άχρηστων πραγμάτων, πλουτίζοντας με την δυστυχία σου μια μικρή μειοψηφία που ζει με άνεση Κροίσου. Έννοιες όπως ‘ο θάνατός σου η ζωή μου’ ή ‘αυτός που δεν είναι άξιος δεν θα έχει τίποτα’ τον αποκτηνώνουν. Ποιος ορίζει τις αξίες,την κλίμακα της μέτρησής ικανοτήτων; Και αυτή η κλίμακα πως επιβεβαιώνει την ορθότητά της ή την αντικειμενικότητά της;

Είναι σίγουρο πως την ιστορία την γράφουν οι νικητές, είναι αυτοί που ορίζουν τις αξίες της εκάστοτε εποχής. Χιλιάδες χρόνια τώρα έτσι μεγαλώνουν οι γενιές. Τυχαίο; Και μεγαλώνοντας οι σφαλιάρες πέφτουν σωρηδόν. Στρατός, γάμος, δουλειά. Ρουτίνα, δάνεια, [ δείτε τι δεν είχαμε στα νιάτα μου : κινητά, καλωδιακή, πιστωτικές, δάνεια. Καινούριες φυλακίσεις όλες αυτές!] Κενά θεάματα, αντικατοπτρισμοί ευχαριστήσεων, ήττες και ταπεινώσεις ως τα γηρατειά! Κάποιος πρέπει ν’ αμφισβητήσει εκ θεμελίων ολόκληρο σύστημα αξιών! Ιl personale è politico είπε η αυτονομία! Η επανάσταση είναι πρακτική στην καθημερινότητα. Ο νέος άνθρωπος αμφισβητεί τα πάντα. Θέλει να ξεριζώσει την πραγματικότητα από τα θεμέλιά της. Ζει από σήμερα, όσο του είναι δυνατό,τον κοινοτισμό, στις ζώνες της μητρόπολης που απελευθερώνει από τον αντίπαλο. Κοιτάζει το παγόβουνο κάτω από το νερό. Και το σύστημα δεν τον θεωρεί ηλίθιο,αλλά στην καλύτερη τρελό και στη χειρότερη επικίνδυνο. Μιλάμε για εκείνους τους νέους που το αίμα τους βράζει, οι ευαισθησίες χτυπάνε κόκκινο. Εκείνους που νοιάζονται για την ζωή και για ότι υπάρχει γύρω τους. Εκείνους που θέλουν ν’ ανακατεύονται και να ζήσουν άλλη ζωή.Αυτούς που ανακατεύουν την τράπουλα. Όχι σαν κουρδισμένες μαριονέτες. Αλλά συνάνθρωποι με αξιοπρέπεια, με θάρρος, ελεύθεροι.

Όσο παρατηρεί κανείς γύρω του τους μεγαλύτερους τόσο βλέπει καμένα χαρτιά, και λιγότερους που το λέει ακόμα η καρδιά τους. Γιατί αν δεν ήταν καμένοι δεν θα είχαν επιτρέψει να συμβεί αυτό που μας περιτριγυρίζει. Θα είχαν ήδη φτιάξει έναν άλλο κόσμο, θα είχαν έστω παλέψει γι αυτόν. Οι νοικοκύρηδες φοβούνται για το κομπόδεμά τους. ‘Μας πρόδωσε το κόμμα’, αυτό νιώθουν οι περισσότεροι, οι νοικοκυραίοι μικροαστοί που κάνουν πια κουμάντο. Οι συνήθεις ιστορικά ύποπτοι, με τους μικρούς ορίζοντες,που είναι η εύκολη λεία,διαχρονικά. Που τρέμουν μη μπουν στον αριθμό των εξαθλιωμένων. Που τρέμουν μη χάσουν το βόλεμα. Εκείνοι που κρατούν σφιχτά τυλιγμένη τη ζωούλα τους με όποιο κόστος, τυλιγμένη με το κομποδεματάκι που έφτιαξαν για να κοιμούνται επάνω του. Η μάζα είναι ένας αόριστος όρος που μέσα του κρύβει και βρώμα και αρώματα. Η ίδια μάζα την ίδια στιγμή μπορεί να πουλάει ελπίδες και μετά από λίγο να σε ρίχνει στην άβυσσο. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τη διαφορά την κάνουν οι επί μέρους μονάδες. Αυτοί που μοσχοβολάνε μες τη βρώμα. Τα ανθρωπάκια δεν νοιάζονται για τις μεγάλες έννοιες που αφανίζονται στη νέα εποχή της επέλασης των αγορών, αδελφότητα, ισότητα, αξιοπρέπεια, ελευθερία. Η λέξη μεγαλοπρέπεια απουσιάζει από τον ορίζοντά τους. Εμείς παλεύουμε για τα δικά μας ιδανικά. Κι ας είμαστε λιγότεροι. Αυτά που θεωρούμε αρετές για τη δική μας ζωή. Αυτά που μας ορίζουν. Και θα παλεύουμε γι’ αυτά ακόμη κι αν είμαστε οι τελευταίοι στον κόσμο που τα πιστεύουν. Όταν αυτά είναι εμπνευσμένα από μεγάλες έννοιες, διαχρονικές,που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη σε ένα επίπεδο ψηλό, στο φως και όχι σε σκοτεινούς υπονόμους.

Σήμερα ο πιτσιρικάς νιώθει προδομένος, και τότε ένιωθε το ίδιο. Δεν υπάρχει λόγος απογοήτευσης. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει υπομονή με τους αμόρφωτους [ δεν είναι αυτοί που δεν έχουν πάει σχολείο, το έχουμε ξαναπεί, καμία σχέση]. Αμόρφωτος είναι ο ‘πολίτης’ -δεν υπάρχουν πολίτες σήμερα – που έχει μπερδέψει την έννοια της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του με την έννοια της διαφύλαξης με κάθε τρόπο των αδυναμιών του,κάποιος που όντας μέσα σε σπίτι που καίγονται άνθρωποι αντί να ορμήξει να βγάλει τον πρώτο που βλέπει μπροστά του βουτάει να σώσει τη τσάντα με τα λεφτά. Κούφιος, αστοιχείωτος. Θέλουμε ν’ αρπάξουμε τη ζωή απ’ τα κέρατα και να την αλλάξουμε. Να φέρουμε τα πάνω κάτω. Αυτό έγινε τις προηγούμενες μέρες. Σώθηκε -πρόσκαιρα- η τσάντα, οι τράπεζες, το ευρώ, για κάποιες μέρες,μέχρι ‘τα νέα μέτρα’. Κάηκε η αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη, η ελευθερία. Θυσιάστηκαν στον Μολώχ των αγορών. Σήμερα, και τότε ,οι άνθρωποι νομίζουν πως διαλέγουν την ‘ασφάλεια’ αυτού που γνωρίζουν, όσο πικρό και αν είναι. Φοβήθηκαν το άγνωστο, αυτό που καλούνται να κτίσουν οι ίδιοι, μέσα από τα πιο όμορφα όνειρά που έκαναν κάποια στιγμή, όταν ακόμη η καρδιά χτυπά στους ήχους του αγαπημένου χορού. Κρίση και τότε κρίση και τώρα -ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι, 3000 αυτοκτονίες, εκατομμύρια πτωχευμένοι, άστεγοι, πεινασμένοι, χωρίς φάρμακα, αβοήθητοι, μαχαιρωμένοι- μια πατρίδα που ξεπουλιέται στη φθήνια και στα γρήγορα, να ξεμπερδεύουμε, Οι πολλοί επιλέγουν τη τσάντα με τον παρά. Αυτό τους αξίζει. Εμείς δεν μπορούμε να είμαστε με αυτούς κι ας μην είμαστε πια νέοι.

Και τότε την ίδια επιλογή κάναμε. Σήμερα οι καβαλάρηδες με τον Αλέξη επικεφαλής και τα κονσερβοκούτια στα χέρια όρμησαν στο κομπόδεμα του μέσου έλληνα,αυτό τον έκαναν τα κανάλια να πιστέψει. Τότε το ΚΚΙ προτίμησε να διαλέξει τη συν διαχείριση της πρώτης ‘κρίσης’ που θυμάμαι στη ζωή μου, η πρώτη πετρελαϊκή, το 73, με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου πάντα,τους δρόμους τους νέους της εκμετάλλευσης των από κάτω, του πλήθους που εμπιστεύτηκε στο κόμμα του τις τύχες του . Επέλεξε λοιπόν τον εύκολο δρόμο της συν διαχείρισης, και όχι της ρήξης. Το πλήθος τελικά τον ακολούθησε για να τον παρατήσει λίγο αργότερα με την επέλαση του Μπερλουσκονισμού, που ήταν η Ιταλική εκδοχή της Θάτσερ και του νεοφιλελευθερισμού. Και όλο το πολιτικό σκηνικό άλλαξε. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα όρθιο να θυμίζει εκείνα τα χρόνια. Ούτε σημαίες, ούτε ονόματα, ούτε συνθήματα.

35 χρόνια πριν η επανάσταση ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η εξέγερση με τα πάνω και τα κάτω της είχε κρατήσει πάνω από δέκα χρόνια για να πνιγεί τελικά από την στρατιωτικοποίηση του ταξικού αγώνα από το κράτος και το ενωμένο πολιτικό σύστημα ενάντια στην επανάσταση. Το νεκρό σώμα του Άλντο Μόρο στο πορτμπαγκάζ του Σιτροέν έξω από τα γραφεία του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, έπαιξε τον ίδιο ρόλο με το σποτ της ΝΔ με τον δάσκαλο και τα παιδιά που τον ρωτούν, στην εποχή της κοινωνίας του θεάματος. Και ενώ 50 μέρες πριν ο ιταλικός λαός πανηγύριζε μόλις οι ΕΤ είχαν απαγάγει τον πρόεδρο, δύο μήνες μετά έκλαιγε στην κηδεία του ενταφιάζοντας το πιο ένδοξο ίσως αντάρτικο πείραμα που έλαβε ποτέ χώρα στην Ευρώπη. Με τις ευλογίες ενός λαού που τόσο γρήγορα ξέχασε την ιστορία του, τα ιδανικά του, την ανάγκη για απαγκίστρωση από τη θανάσιμη αγκαλιά του θανατηφόρου εχθρού του,του κεφαλαίου.

Ξέχασε τον πόθο για λευτεριά. Και προτίμησε την τσαντούλα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται! Δεν χρειάζεται απογοήτευση, δεν χρειάζονται νεύρα, τσαντίλα. Σε αυτή την κρίση κανένα τσαντάκι δεν θα μείνει άθικτο, αργά ή γρήγορα. Μόνο οι μεγάλες βαλίτσες που πηγαινοέρχονται σε χώρες μακρινές. Μόνον αυτές οι τσαντάρες με τα προϊόντα κλοπής και απάτης που περιέχουν θα μείνουν άθικτες, θα αυγατίσουν μάλιστα. Τα κέρδη. Ότι κι αν συμβεί. Με ευρώ ή χωρίς. Μέσα ή έξω. Το πραγματικό δίλημμα είναι: ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Όλες οι άλλες μικρο τσάντες, τα άθλια και μίζερα τσαντάκια θα καούν. Έχω δανειστεί λόγια φίλων που δεν έχω ξαναδεί. Που δεν έχω συναντήσει για ν’ ανταλλάξουμε σκέψεις και απόψεις. Νιώθω πως δεν είμαι μόνος, ξέρω πως είμαστε πολλοί. Θα καούν λέμε. Και όσο και να τα σκεπάζουν με την τιμή τους αυτά τα ανθρωπάκια σύντομα θα καταλάβουν πως τα χρησιμοποίησαν για κάποιες ώρες. Τίποτα περισσότερο. Όπως φυσάς τη μύξα σε ένα χαρτομάντιλο. Το πετάς!

 

Αποτέλεσμα εικόνας για i volsci autonomia operaia

Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία των παιδιών που αψήφησαν τη γήινη βαρύτητα κι εφόρμησαν να κατακτήσουν τον ουρανό των ονείρων τους, να τα κάνουν πραγματικότητα!                                                                                                                                   Η γη στην ψυχή μας είχε την έννοια του κατεστημένου, σημαίνει το κράτος των παρόντων πραγμάτων, την καθεστηκυία τάξη.                                                                           Ο ουρανός παριστάνει αυτή που είναι η ονειρεμένη πραγματικότητα. Έφοδος στον ουρανό λοιπόν, και μου έρχονται στο νου τα λόγια του αντάρτη: »

ήμαστε ρεαλιστές, επιδιώκουμε το αδύνατο!

«Seamos realistas, pidamos lo imposible!» («Είμαστε ρεαλιστές, επιδιώκουμε το αδύνατο!». Ερνέστο Τσε Γκεβάρα)

Κι αν ο γαλλικός μάης βρίσκονταν καθημερινά στο στόμα μας, όταν πορευόμασταν στους δρόμους για την κατάκτηση των στόχων μας, μέσα από τον σύνθημα ce n’ est qu’ un debut, continouons le combat – δεν είναι παρά μόνο η αρχή, θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε, η ειδοποιός διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ακριβώς, δυστυχώς, δεν κατάφερε να κλείσει μήνα και έμεινε μόνο στην αρχή, διότι το φοιτητικό κίνημα δεν μπόρεσε να συνδεθεί με άλλα κινήματα, στα εργοστάσια δεν υπήρξε εκείνη η οργανωμένη αυτόνομη υποκειμενικότητα που θα μπορούσε να παρασύρει το σύνολο των εργατών προς τα χειραφετικά προτάγματα, με δυο λόγια, ο ρεφορμισμός υπήρξε άμεσα νικηφόρος έναντι της επαναστατικής προοπτικής, η οποία, αντιθέτως, κατάφερε να αντέξει πάνω από δέκα πέντε χρόνια στην Ιταλία! Αυτό που συμβαίνει όμως τα τελευταία χρόνια είναι ακριβώς το αντίθετο, υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη συνέχεια αγώνων και ανταγωνιστικών κινημάτων στη Γαλλία, σε αντίθεση με την Ιταλία, όπου, με τρανταχτή εξαίρεση το κίνημα no Tav, το οποίο αντέχει εδώ και μια εικοσαετία καταφέρνοντας να κινητοποιεί μεγάλα τμήματα πληθυσμού, και όπου τα κινήματα έχουν καθίσει εδώ και πολλά πολλά χρόνια.

Συνεχιστές άξιοι, μέσα σε χίλιες αντιθέσεις και προβλήματα, αλλά ξεκομμένοι από τα υποκείμενα εδαφικών αυτόνομων πραγματικοτήτων όπως Κερατέα-Λευκίμμη-Σκουριές, όπου κι εδώ δυστυχώς φαίνεται να μην υπάρχει μια συνέχεια αγώνων και οργάνωσης, οι έλληνες αντιεξουσιαστές, μοναδικοί στην Ευρώπη κρατούν ψηλά τις σημαίες και τα προτάγματα που εξέφρασαν τα αυτόνομα ιταλικά κινήματα κι εδαφικές πραγματικότητες των χρόνων ’70.

Αυτό που χρειάζεται οποιοδήποτε κίνημα, σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, για να ανακάμψει είναι σίγουρα και πάντα η καθημερινή του επαφή με τα λαϊκά στρώματα που συμπιέζονται κλειδωμένα μέσα στην καπιταλιστική τανάλια. Σίγουρα να αντιληφθεί με ποια ταξικά υποκείμενα πρέπει να συνδεθεί για να υπάρξει οργανωτική και αγωνιστική συνέχεια. Και νομίζω πως πρέπει να επιτύχει εκεί που αποτύχαμε εμείς, σύνδεση οργανωτική πραγματική ανάμεσα στις αυτόνομες δομές και πραγματικότητες!

Κακός σύμβουλος ο σεχταρισμός, κάκιστος επίσης, ειδικότερα σήμερα με τα τόσα μέσα που έχει αναπτύξει στον αγωνιστικό χώρο ο αντίπαλος, κάκιστος σύμβουλος επίσης ο μιλιταρισμός. Η άσκηση της δύναμης απαραίτητη αλλά όχι μοναδική προϋπόθεση, όλοι οι καλοί χωράνε, όσοι βρίσκονται από αυτήν εδώ την μεριά του οδοφράγματος.

Νομίζω πως ήρθε η ώρα για να κλείσουμε. Νομίζω πως σας έδωσα όσο διεξοδικότερα μπορούσα το σκεπτικό μου, το σκεπτικό μας! Θα προσθέσω πως οι ιδεολογίες χωρίζουν, οι αγώνες ενώνουν! Εγώ πλέον χαρακτηρίζω τον εαυτό μου παιδί όλων αυτών που έχει παράξει το ανταγωνιστικό κίνημα, από την Παρισινή Κομούνα κι εδώθε! Με λίγα λόγια, έναν επαναστατημένο άνθρωπο.

Έχω τις καλύτερες σχέσεις με τους συντρόφους του αυτόνομου στεκιού εδώ στην Καβάλα, έχω στηρίξει από κοντά πολλές από τις κινητοποιήσεις του, μας χωρίζει μόνο η ηλικιακή σχέση και οι επακόλουθες συνήθειες.

Αν κοιτάξουμε γύρω μας, όπου κι αν ζούμε, ένα στέκι να οργανωθούμε αυτόνομα θα βρούμε! Κι αν δεν υπάρχει ας το φτιάξουμε εμείς. Όταν η καρδιά θέλει, το υπόλοιπο σώμα ακολουθεί. Ν’αλλάζουμε καθημερινά τον εαυτό μας, έτσι κι αλλιώς αλλάζει από μόνος του, στο νου μας επαφίεται να τον εμπλουτίζουμε με τα χαρακτηριστικά εκείνα που μας αρέσουν, τις αρχές για τις οποίες, σε άλλη σελίδα αυτού του πονήματος, μας παρότρυνε η Μαρίνα Πετρέλλα! Να γίνουμε εμείς πρώτοι η αλλαγή που επιθυμούμε εις τους άλλους! Να ζούμε το σήμερα, να το αρπάζουμε καθημερινά από τα κέρατα, με το βλέμμα στον ουρανό των ονείρων μας και την ακόρεστη δίψα για το καλύτερο, αποδεχόμενοι, άνευ όρων, την διαφορετικότητα του γείτονα, του διπλανού μας! Γκρεμίζοντας τα τείχη του διαχωρισμού και της αποξένωσης, της αλλοτρίωσης και της εμπορευματοποίησης των ζωών μας!

Ευχαριστώ για την υπομονής σας, μιχάλης μαυρόπουλος

Κυνηγοί Ονείρων – Ένα Τραγούδι Από τον Τόπο μου

 

Υστερ: «Ο λύκος της στέπας είχε δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, κι ίσως αυτό του το πεπρωμένο να μην ήταν τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο… Μέσα του ο άνθρωπος και ο λύκος δεν συμπορεύονταν ποτέ, αλλά βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια θανάσιμη έχθρα».

ΧΕΡΙΑ ΤΥΦΛΟΥ
15/04/2016kleovis

Δημοσιεύτηκε στις 11 Οκτ 2015
Ποίηση: Γιώργος Δουατζής | Μουσική: Χάρης Γιούλης
Τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος-Χάρης Γιούλης
Επιμέλεια Παραγωγής: Άγγελος Σφακιανάκης-Μικρός Ήρως

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s