σύγχρονη σκέψη, pensiero di oggi

Η ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ – IL COLONIALISMO CHE NON SI VEDE

της Lea Melandri (*)

Οι διαφορετικές μορφές που έχει λάβει η πατριαρχική κυριαρχία στην ιστορία – ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η αποικιοκρατία, ο καπιταλισμός, ο σπισισμός – δεν απολαμβάνουν καλής υγείας. Ωστόσο, για να κάνουμε μια αλλαγή σε βάθος, εξηγεί η Lea Melandri, είναι απαραίτητο να κινηθούμε σε πολλά μέτωπα, ξεκινώντας από αυτά της γλώσσας και της μνήμης, με την επίγνωση ότι οι λογικές της κυριαρχίας είναι εγγεγραμμένες στους θεσμούς, καθώς και στο σκοτάδι των σωμάτων και στις πιο οικείες σχέσεις: «Τα προνόμια που απολαμβάνουμε, η βία που ασκούμε σε άλλους, μπορούν να παραμείνουν αόρατα πίσω από τo παραπέτασμα της «κανονικότητας”…»

Foto του Giovanni Izzo που την πήραμε από το Comune-Info

 

Ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η αποικιοκρατία, ο καπιταλισμός, ο σπισισμός, οι διάφορες μορφές που η πατριαρχική κυριαρχία ανέλαβαν στην διάρκεια της ιστορίας, έρχονται σήμερα στη συνείδηση, μαζί με τους δεσμούς που κρύβονται εκεί μέσα, που είναι υποκείμενοι. Μπορούν να αναλυθούν κριτικά, να αναγνωριστούν στα μνημεία με τα οποία κάθε εποχή σκοπεύει να τα γιορτάσει, και μάλιστα να περιπέσουν με εικονοκλαστικές χειρονομίες προς την δημόσια περιφρόνηση. Αλλά γιατί μια πολιτική πρακτική που θέλει να επιφέρει μια αλλαγή, το «ξεκινώντας από τον εαυτό μας», από την εσωτερίκευση αυτών των ίδιων συστημάτων εξουσίας, είναι απαραίτητη-αναπόφευκτη. Για την αποικιοκρατία, η οποία επέστρεψε πρόσφατα στο κέντρο του πολιτικού λόγου μετά τις μεγάλες αντιρατσιστικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του George Floyd στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν γραφτεί πολλά, ακόμα κι αν αγνοούνται από τα σχολικά προγράμματα. Λίγο ή σχεδόν τίποτα αντιθέτως δεν είναι γνωστό για αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αόρατη όψη της, το ρίζωμα της στις σκέψεις και τα συναισθήματα.

Η Rachele Borghi, καθηγήτρια γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι, σε ένα γενναίο και πρωτότυπο βιβλίο που μόλις εκδόθηκε από το Meltemi – Αποαποικιοκράτηση και προνόμια. Φεμινιστικές πρακτικές και κριτική του παγκόσμιου συστήματος, Decolonialità e privilegio. Pratiche femministe e critica al sistema-mondo – γράφει: «Το πρόβλημα σήμερα είναι η αποικιοκράτηση, όχι μόνο η αποικιοκρατία. Τα εδάφη, αυτά του νου, εκείνα της ύπαρξης, εκείνα της εξουσίας, πρέπει να αποαποικιοποιηθούν, δηλαδή να απελευθερωθούν από την αποικιοκράτηση”.

Η λογικές της κυριαρχίας είναι εγγεγραμμένες στους θεσμούς, καθώς και στο σκοτάδι των σωμάτων και στις πιο οικείες σχέσεις. Τα προνόμια που απολαμβάνουμε, η βία που ασκούμε σε άλλους, μπορούν να παραμείνουν αόρατα πίσω από το προπέτασμα της «κανονικότητας” και συμπεριφορών που δίδονται ως «φυσικές». Αλλά, μόλις τις αναγνωρίσουμε ως τέτοιες – λέει η Rachele – μπορούμε να τις «μετατρέψουμε σε όργανα αγώνα».

Ποιο μέρος μπορεί τότε να θεωρηθεί πιο ουσιαστικό, πιο απαραίτητο από το Πανεπιστήμιο για να ενθαρρύνει την ανάπτυξη μιας κριτικής γνώσης και μια δράση που αποσκοπεί στην ανατροπή των παραδειγμάτων μιας «επιστημονικότητας» χτισμένης επάνω στον διαχωρισμό μεταξύ σκέψης και σώματος, λογικής και συναισθημάτων;

Η Bell Hooks, που αναφέρεται αρκετές φορές στο βιβλίο, δείχνει ξεκάθαρα τι σημαίνει να ξεκινούμε από έναν «εαυτό» σχετικό όχι μόνο με τη γεωγραφική τοποθέτηση, το ανήκειν σε ένα φύλο, μια φυλή, μια τάξη, αλλά και την, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή μόλυνση, με τις πολλαπλές φωνές που υπάρχουν μέσα σε εμάς.

“Συχνά, μιλώντας με ριζοσπαστικό τρόπο για την κυριαρχία, μιλάμε ακριβώς σε αυτόν που κυριαρχεί. Η παρουσία του αλλάζει τη φύση και την κατεύθυνση των λέξεων μας. Αυτή η γλώσσα που μου επέτρεψε να παρακολουθήσω το Πανεπιστήμιο, να γράψω μια διατριβή, να υποστηρίξω συνεντεύξεις εργασίας, μυρίζει σαν τον καταπιεστή. Η γλώσσα είναι επίσης ένας τόπος αγώνα. Είναι μια ανάγκη να αντισταθούμε που μας κάνει ελεύθερους, που αποαποικειοποιεί το μυαλό μας και ολόκληρη την ύπαρξή μας”.

Στους τόπους της γνώσης η αποικιοκρατία περνά πρώτα απ’όλα μέσα από την ιδέα της «αυστηρότητας», της «φιλαλήθειας, της αξιοπιστίας» ενός αντίστροφα αναλογικού κειμένου, λέει η Rachele, την ικανότητα «να μην αφήσουμε την παρουσία μας να διαρρεύσει πίσω από τα λόγια». Το να καταστήσουμε σαφή τα συναισθήματά μας και να τα προκαλέσουμε στον αναγνώστη, «δεν είναι απλώς ένας εναλλακτικός τρόπος να γράψουμε την επιστημονική γνώση: είναι μια πράξη αντίστασης στο καρτεσιανό καθεστώς, στην διαταγή στον ορθολογισμό και στην απόσπαση, που η δυτική γνώση, η ευρωκεντρική γνώση, περνά ως τον μόνο δυνατό τρόπο να γράψουμε τη γνώση”. Το να γίνουμε «λιποτάκτες» σε σχέση με την ακαδημία δεν σημαίνει να την εγκαταλείψουμε, αλλά να επιλέξουμε να απορρίψουμε το ρόλο των προπαγανδιστών μιας συστημικής βίας, να δημιουργήσουμε συμμαχίες, να βρούμε τρόπους δράσης για να μεταμορφώσουμε τον κόσμο, να ανατρέψουμε τα σύνορα που έχουν διαιρέσει τη νόμιμη γνώση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των δευτερευόντων γνώσεων.

Αναρωτιέμαι αν μπορεί να γίνει μια παρόμοια συλλογιστική για το γυναικείο φύλο, που θεωρείται «κατώτερη ζωή», ύλη, φύση χωρίς ένα κατανοητό εγώ, πιο κοντά στα ζώα και τα φυτά, και ως εκ τούτου τοποθετημένο ευθύς εξ αρχής στην αδυναμία να έχει μια δική του γνώση και γλώσσα. Δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ανάμεσα στα πολλά περάσματα της ιστορίας που είδαν τις γυναίκες να βρίσκονται δίπλα στους καταπιεστές, υπήρξε και η ιταλική αποικιακή επιχείρηση στη Λιβύη, την οποία η ίδια η Aleramo ονόμασε «η αρσενική ώρα, η γενναία». Στην ενδιαφέρουσα μελέτη της για τη σχέση μεταξύ του ιταλικού γυναικείου κινήματος και της αποικιακής κουλτούρας της Ιταλίας μετά την ενοποίηση – Κάτω από άλλους ουρανούς-Sotto altri cieli (Viella 2009) –η Katia Papa γράφει:

“Η ρητορική της συναίνεσης, της αφύπνισης της εθνικής συνείδησης που δημιουργήθηκε από την πολεμική πρόβα, χαλιναγώγησε το χειραφετητικό κίνημα. Η παράδοση, η υποχώρηση στο χώρο των δικαιωμάτων κατέστησε την σημειωτική της τρυφερότητας-της προστασίας οριστικά υποταγμένη στην ημερήσια διάταξη του έθνους που βρίσκεται σε πόλεμο. Η εθνική αξία της μητρότητας, της στοργής απορρόφησε κάθε άλλο λόγο του γυναικείου στοχασμού, ξεκινώντας από την αρχή της αυτοδιάθεσης των γυναικών ως βάση του ανήκειν στην εθνική κοινότητα”.

Βάζοντας τις μητρικές «δεξιότητες» ή τις «αρετές της καρδιάς» στην υπηρεσία του «γενεαλογικού έθνους», υποστηρίζοντας τους «πανέμορφους καρπούς της υπέροχης ιταλικής φυλής» (Matilde Serao), εκπαιδεύοντας τις μουσουλμάνες γυναίκες «απαλά ζωάκια, συνηθισμένα να υπακούν στα τυφλά» ( Maddalena Cisotti Ferrara), ήταν για μερικές φεμινίστριες των αρχών του εικοστού αιώνα η προσπάθεια να βγουν από τη μακρά αποξένωση στη δημόσια σφαίρα, για να αποκτήσουν πλήρως τον τίτλο του πολίτη.

Επιστρέφοντας αιώνες αποικιοκρατίας ή αναγκαστικής ενσωμάτωσης της ενιαίας οπτικής του κόσμου, πατριαρχικής ακόμη πριν από ευρωκεντρικής, λευκής, καπιταλιστικής, έχει σημασία και εξακολουθεί να σημαίνει για τις γυναίκες ένα διπλό κενό, όσον αφορά την ευαισθητοποίηση-συνειδητοποίηση: έξοδο από την ταύτιση με το σώμα, την σεξουαλικότητα, την μητρότητα ανακρίνοντας τη γνώση που τους έδωσε μια θέση, έναν ρόλο, ένα πεπρωμένο.

Από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, η ρατσιστικοποίηση και ο εγκλιματισμός ασχολήθηκαν προσεκτικά με τον έλεγχο εκείνου του πρώτου «διαφορετικού» που γνώρισε ο άνθρωπος, ο άνδρας με τη γέννησή του, σε συνθήκες ακραίας εξάρτησης και νιώθοντας ανυπεράσπιστος, και στη συνέχεια σε κυρίαρχη θέση, δηλαδή το γυναικείο σώμα που τον δημιούργησε.

Αυτό εξηγεί επίσης γιατί η «αόρατη βία», το αρσενικό βλέμμα στον εαυτό του και στον κόσμο, βρίσκονταν στο επίκεντρο των πρακτικών του πρώιμου φεμινισμού, επειδή ήταν οι εκατοντάδες διαταγές του λόγου, που έγιναν αναγκαστικά οι δικές του, που ανακρίθηκαν έτσι ώστε ο λόγος, προφορικός και γραμμένος, να μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για μια άγνωστη αυθεντικότητα και αυτονομία

Στο βιβλίο της Rachele Borghi βρήκα εκπληκτικές αναλογίες με την εμπειρία της ομάδας «σεξουαλικότητα και συμβολικό» που δημιουργήθηκε στο Μιλάνο το 1977, της οποίας ο φιλόδοξος σκοπός ήταν να «αναστατώσει στο γυναικείο γράψιμο τους τρόπους σκέψης και έκφρασης που αποκτήθηκαν χωρίς να έχουν την ελευθερία επιλογής, να ανατρέξουν ιχνηλατώντας για να εντοπίσουν την προέλευση και τη δημιουργία του γραπτού λόγου μέσα στην ιστορία του σώματος».

Για να δώσουμε μορφή στη βραδεία τροποποίηση του εαυτού μας, τότε πιστεύαμε ότι θα πρέπει να είναι μια «νέα γλώσσα», ικανή να συλλογιστεί με τη μνήμη του εαυτού της και μαζί με τις εξωτερικές γλώσσες, τις κοινωνικές γλώσσες.

(*) Το άρθρο προέρχεται από Comune-Info και δημοσιεύτηκε στο Il Riformista της 10 ιουλίου

taggato con 

 

Il colonialismo che non si vede

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s