σύγχρονα κινήματα, movimenti contemporanei

ΜΙΑ ΣΙΩΠΗΛΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

23 Luglio 2020 La Bottega del Barbieri

Ο Raúl Zibechi μιλά για τον συνεχή αγώνα τουr Oscar Olivera

Cochabamba, Bolivia. Ο ιός είναι αχαλίνωτος, οι άνθρωποι πεθαίνουν πεταμένοι στις πόρτες των νοσοκομείων που έχουν καταρρεύσει, τα φέρετρα παραμένουν εγκαταλελειμμένα στους δρόμους ακόμη και για μια εβδομάδα. Είναι η ιστορία αυτών των ημερών, ακόμα κι αν μας θυμίζει ένα παρελθόν που φαίνεται απομακρυσμένο. Το σύστημα των media καταβροχθίζει τα γεγονότα, τα χωνεύει και τα αφαιρεί. Ακόμα και εδώ, πόσο μάλλον στη Βολιβία, μια χώρα που δεν υπάρχει, όπως είπε έξοχα η βασίλισσα Βικτώρια, ebbe a dire brillantemente la regina Vittoria. Δεν το πιστεύουμε εμείς. Όταν σε ένα άνθρωπο που έχει αγωνιστεί για όλη του τη ζωή σπάει η φωνή του, αυτό σημαίνει ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Πρέπει να ακούσουμε με την καρδιά και να παραμείνουμε σιωπηλοί, γράφει ο Raúl Zibechi σε ένα δύσκολο «κομμάτι», και αφήνει τον Όσκαρ να μιλά σχεδόν πάντα. Να νιώθεις την ασθένεια επάνω στην ίδια σου την σάρκα, σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο από μια άλλη οπτική γωνία. Κάτι που δεν είναι πολύ διαφορετικό, πρέπει να συνέβη στον ίδιο τον Zibechi, και το ίδιο συμβαίνει σε εμάς, σε αντίθεση με την θυμωμένη βασίλισσα, από αυτή την ίδια πλευρά του ωκεανού. Ο Oscar Olivera είναι ένας αδελφός »εξ αίματος», για τον Ραούλ και για εμάς, εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια. Από όταν, δηλαδή, οι άνθρωποι του, στην a Cochabamba, αρνήθηκαν να πληρώσουν και για το νερό που έβρεχε από τον ουρανό, όπως είχαν την απαίτηση η Bechtel, η κυβέρνηση και η Παγκόσμια Τράπεζα. Η πολυεθνική αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη και το νερό επέστρεψε χωρίς αφεντικά. Ήταν η πρώτη μεγάλη (κερδισμένη) εξέγερση ενάντια στον φιλελευθερισμό αυτής της χιλιετίας. Από τότε, κάθε φορά που συναντούσαμε τον Όσκαρ, στη Βολιβία και συχνά στην Ιταλία e spesso in Italia, τον αισθανόμασταν μέρος της ιστορίας μας. Το καλύτερο μέρος, επειδή οι ιδέες του, αλλά πάνω απ’όλα η απόλυτη φυσική του άρνηση να νιώθει σαν ένας μεγάλος ηγέτης, ένας νικητής διεθνών βραβείων κύρους, παραμένουν μια απαράμιλλη μαρτυρία αλλεργίας απέναντι στην εξουσία και τις ιεραρχίες που διοικούν, μια ηθική διάσταση του να κάνεις πολιτική πλέον σχεδόν εξαφανισμένη. Η απόλυτη αυστηρότητα με την οποία ο Όσκαρ επέλεξε να μην γίνει υπουργός ή επικεφαλής μιας πολιτικής δύναμης, να κάνει τον εαυτό του σχεδόν αόρατο μεταξύ των ανθρώπων – είτε επρόκειτο να σκάψει μια κοινοτική δεξαμενή είτε να καλλιεργήσει λαχανικά με τα παιδιά σχολείου – είναι μια σπουδαία διδασκαλία για οποιονδήποτε στον κόσμο εξακολουθεί να είναι τόσο τρελός ώστε να συμμετέχει στην πρόκληση της προσπάθειας να αλλάξει τον κόσμο. Εδώ ζήσαμε εκείνο για το οποίο μιλά ο Όσκαρ, ένα είδος βολιβιανής Μπέργκαμο. Υπάρχουν, ωστόσο, πρέπει να ειπωθούν, τουλάχιστον μερικές ουσιαστικές διαφορές: η πρώτη είναι ότι, παρά την περικοπή δεκάδων δισεκατομμυρίων, το ιταλικό σύστημα δημόσιας υγείας δεν είναι συγκρίσιμο με αυτό της Βολιβίας. Η δεύτερη, πιο τρομερή, είναι ότι στην πόλη που κέρδισε τον «πόλεμο του νερού» σήμερα, ενώ η επιδημία είναι ανεξέλεγκτη, το νερό δεν υπάρχει, l’acqua non c’è. Ένα άγριο παράδοξο, που δείχνει ότι ακόμη και οι πιο γνωστές νίκες (καθώς και οι επαναστάσεις) δεν είναι αιώνιες, μπορούν να υπερασπιστούν μόνο με μάχες, με τύχες που εναλλάσσονται, στην καθημερινή ζωή. Φυσικά, γράψαμε στον Όσκαρ. Το λέει αυτός: το μόνο που μας απομένει είναι η αλληλεγγύη μεταξύ συντρόφων. Έτσι μας απάντησε: Venceremos-θα νικήσουμε (…), y nos daremos un abrazo prolongado de cariño y esperanza-και θα δώσουμε ο ένας στον άλλον μια μεγάλη αγκαλιά αγάπης και ελπίδας! Σε αυτές τις ιστοσελίδες μας, το έχουμε γράψει συχνά: η ελπίδα είναι η ζωή που υπερασπιζόμαστε. Σε ευχαριστούμε, Όσκαρ, που μας το υπενθύμισες για άλλη μια φορά.

Ο Oscar Olivera, ο πιο γνωστός πρωταγωνιστής του ιστορικού πολέμου για το νερό της Κοτσαμπάμπα, guerra dell’acqua di Cochabamba, πρώην εργάτης σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών και ηγετικό στέλεχος του συνδικάτου, έχει κοροναϊό. Όταν αρρώστησε, προσπάθησε να πάει στο νοσοκομείο, αλλά κλήθηκε να απευθυνθεί αλλού επειδή το δημόσιο νοσοκομείο δεν ήταν πλέον σε θέση να φροντίσει κανέναν. Μετά από έξι ώρες, στο άλλο νοσοκομείο, είχε το αποτέλεσμα των αναλύσεων: θετικό για τον Covid. Δεν κατάφεραν να τον νοσηλεύσουν επειδή δεν υπήρχαν ούτε εκεί κρεβάτια διαθέσιμα. Τώρα ο Oscar είναι στο σπίτι του, σε μια γειτονιά της Cochabamba, με την οικογένειά του. Στο τηλέφωνο (ο Zibechi γράφει από το Montevideo, σημείωμα του συντάκτη) μας λέει ότι είναι καλά, δεν έχει συμπτώματα, αλλά αισθάνεται πολύ πικραμένος από την κατάσταση που υπάρχει στην πόλη.

Υπάρχουν οικογένειες που πρέπει να κρατήσουν τους νεκρούς τους στο σπίτι για έως και επτά ημέρες, επειδή κανείς δεν πηγαίνει να τους πάρει και κανείς δεν τους θάβει, λέει. Οι στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας δεν λειτουργούν, ούτε οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ούτε αυτές της αστικής υγιεινής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συγγενείς αφήνουν τα φέρετρα στο δρόμο, επειδή τα νεκροταφεία καταρρέουν κι αυτά. Η αδυναμία αντίδρασης, ο θυμός και η μοναξιά είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν σε ένα μεγάλο μέρος των 600 χιλιάδων κατοίκων της πόλης.

Το μόνο που μας έχει απομείνει είναι η αλληλεγγύη των συντρόφων“, λέει ο Oscar, η φωνή σπασμένη από τον πόνο. «Κάλεσα μερικούς από αυτούς να τους πω ότι έχω τον ιό αλλά είμαι καλά, και μερικοί είπαν ότι τον είχαν ήδη κι αυτοί αλλά δεν το έλεγαν για να μην στενοχωρήσουν τις οικογένειες και τους φίλοι τους. Το να μας πει αυτό που συμβαίνει είναι καλό, ωστόσο, μας κάνει να παίρνουμε τα πάνω μας…”.

Όταν η φωνή τσακίζεται σε έναν άνθρωπο που έχει αγωνιστεί όλη του τη ζωή, αυτό σημαίνει ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Πρέπει να ακούσουμε με την καρδιά μας και να παραμείνουμε σιωπηλοί.

“… πώς η ατυχία μπορεί να μας ενώνει, πώς μας κάνει να ανακτούμε συναισθήματα… Χθες ένας συγγενής μου είπε ότι ολόκληρη η οικογένεια ήταν άρρωστη εδώ και δύο εβδομάδες αλλά δεν είπαν τίποτα για να μην μας ανησυχήσουν”.

“Στην Cochabamba η κατάσταση είναι απαίσια. Οι άρρωστοι πηγαίνουν από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, γυρίζουν τέσσερα ή πέντε και μετά πεθαίνουν στην πόρτα. Νεκροί που δεν μπορούν να ταφούν επειδή τα νεκροταφεία δεν έχουν πλέον θέση. Δεν είναι γνωστό γιατί πεθαίνουν, δεν υπάρχουν πιστοποιητικά. Υπάρχουν μόνο οι νεκροί στους δρόμους…”

Οι πολίτες που ζουν κοντά στο δημοτικό σκουπιδότοπο μπλόκαραν την είσοδο για να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη νερού, οπότε και τα σκουπίδια συσσωρεύονται στην πόλη“.

Ο Oscar προσπάθησε να βάλει μέσα σε ένα πλαίσιο το δράμα με βάση τα συμφραζόμενα: “Los de arriba (αυτοί στην κορυφή, σημείωση του μεταφραστή) δείχνουν μεγάλη ανικανότητα, γνωρίζουν μόνο πώς να λεηλατούν και να εκβιάζουν. Η πολιτική τάξη ενδιαφέρεται για την εξουσία της, το τελευταίο πράγμα που την ανησυχεί είναι οι άνθρωποι. Τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην αντιπολίτευση υπάρχει εκμετάλλευση του γεγονότος για δικούς τους σκοπούς ή πλεονεκτήματα, εκμετάλλευση της ατυχίας και της αδυναμίας του πληθυσμού που εγκαταλείπεται στη μοίρα του. Η πολιτική των de arriba είναι ένα σάπιο τσίρκο, απελπιστικά διεφθαρμένο“.

Αντίθετα, λέει πάλι, οι γιατροί και οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας εργάζονται αυτόνομα, σε ομάδες, για να βοηθήσουν τον πληθυσμό, ακόμη και για να φτιάξουν ανεμιστήρες. «Είναι υπεράνθρωπες προσπάθειες επειδή δεν έχουν οικονομική ή θεσμική δυνατότητα για να συνεχίσουν αυτές οι προσπάθειες. Η άθλια θεσμικότητα του Κράτους δεν κάνει τίποτα“.

Η πανδημία, λέει ο Όσκαρ, φανέρωσε επίσης την τεράστια αλληλεγγύη των ανθρώπων που έχουν εγκαταλείψει την άνεση της δουλειάς τους για να φτάσουν στα μέρη όπου απαιτείται περισσότερη βοήθεια.. “Εδώ, για να βοηθήσουν τους ανθρώπους, πολλοί γιατροί και νοσηλευτές πέθαναν, επειδή οι κυβερνήσεις έχουν αφήσει την υγειονομική περίθαλψη σε τρομερά άσχημη κατάσταση“.

Σε αυτούς τους τέσσερις μήνες, η κυβέρνηση διέθεσε μόλις 70 δολάρια, μία μόνο φορά, για να βοηθήσει τις οικογένειες. Η κατάσταση είναι δραματική και δεν υπάρχει τρόπος να πάει ο κόσμος στις αγορές ούτε για να πουλήσει ούτε να αγοράσει. «Κάθε τομέας ανέλαβε ότι μπορούσε, με κοινοτικές κουζίνες, με φυσικά φάρμακα, με τους χώρους αλληλεγγύης που ξεπήδησαν”.

Η αίσθηση της ασθένειας επάνω στην ίδια σου την σάρκα, σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο από μια άλλη οπτική γωνία. “Όταν πήγα στο νοσοκομείο το Σάββατο, με οδήγησαν σε ένα από τα καλύτερα κέντρα της πόλης, ένα ιδιωτικό νοσοκομείο. Αλλά ακόμη και εκεί η κατάσταση ήταν φοβερή, οι άνθρωποι φώναζαν έξω από τις πόρτες επειδή πέθαιναν. Υπήρχαν άνθρωποι που ήρθαν με άλλες ασθένειες ή μετά από ατυχήματα, αλλά δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτοί. Μέσα, αντίθετα, υπήρχαν κλειστές αίθουσες, γεμάτες άτομα μολυσμένα”.

Προκειμένου να συνεχίσουν να εργάζονται, ορισμένοι γιατροί και αρκετές νοσοκόμες επέλεξαν να νοικιάσουν δωμάτια για να μην επιστρέψουν στο σπίτι  κινδυνεύοντας να εξαπλώσουν τη μόλυνση μεταξύ των μελών της οικογένειας τους. Άλλοι εκδιώχθηκαν από τις γειτονιές λόγω της άγριας αναισθησίας των γειτόνων. «Το μόνο που μας μένει είναι η αλληλεγγύη των συντρόφων», επαναλαμβάνει ο Oscar Olivera, πολεμιστής του νερού, μολυσμένος από τον κοροναϊό, αποφασισμένος να αγωνιστεί για τη ζωή, όπως έκανε πάντα και όπως πάντα θα κάνει…έτσι ώστε ο καιρός για αγκαλιές να επιστρέψει.

Μετάφραση για το Comune-info: marco calabria

da qui από εδώ

La Bottega del Barbieri

taggato con boliviaComune-infoOscar OliveraRaul Zibechi

http://www.labottegadelbarbieri.org/un-genocidio-silenzioso-raul-zibechi/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s