φιλοσοφία, filosofia

Φύλο και κεφάλαιο Για μια φεμινιστική ανάγνωση του Μαρξ

Genere e Capitale
Φεμινιστικοί αγώνες και θεωρία μαρξιάνα

 

«Η επανάσταση ξεκινά στο σπίτι και μιλά τη γλώσσα του γυναικείου αγώνα». Αυτό μας λέει η Silvia Federici, μια από τις πιο σεβαστές φεμινίστριες διανοούμενους στη διεθνή σκηνή, μια κεντρική προσωπικότητα στο παγκόσμιο κίνημα Non Una di Meno. Η εποικοδομητική και συγκρουσιακή συνάντηση μεταξύ του φεμινισμού και του μαρξισμού είναι το ίχνος αυτού του βιβλίου, το οποίο συλλέγει τα γραπτά που έχει παράξει η Silvia Federici στη διάρκεια μιας μακράς θεωρητικής και στρατευμένης πορείας, διεθνώς αναγνωρισμένης. Ξεκινώντας από τους αγώνες στη διάρκεια των χρόνων ’70 με τις διεκδικήσεις για «μισθό στην οικιακή εργασία», η συγγραφέας αναπτύσσει μια στενή συζήτηση με τον Μαρξ που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, προτείνοντας και πάλι την επικαιρότητα και τα όρια της σκέψης του. Περνώντας από την κριτική της σύλληψης ενός καθολικού-παγκόσμιου υποκειμένου της ιστορίας και ακολουθώντας τα ίχνη της παραγωγής αξίας, πλούτου και εκμετάλλευσης στη σφαίρα της αναπαραγωγής, η Federici μας ωθεί να ξεπεράσουμε τον μαρξισμό και να αναζητήσουμε στο σύγχρονο φεμινισμό τα εργαλεία για τη χειραφέτηση όλων. Αυτό το βιβλίο απευθύνεται κυρίως στις χιλιάδες γυναίκες που ζωντανεύουν τις εξαιρετικές διαδηλώσεις των φεμινιστικών κινημάτων που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Un assaggio… Μια γεύση

Τι σημασία έχει σήμερα να αναρωτιόμαστε σχετικά με τη σχέση μεταξύ φεμινισμού και μαρξισμού;Το ερώτημα είναι θεμιτό λαμβάνοντας υπόψη την άφθονη βιβλιογραφία που υπάρχει ήδη σε αυτό το ζήτημα και που προορίζεται να αναπτυχθεί, δεδομένου του ανανεωμένου ενδιαφέροντος μιας νέας γενιάς «σοσιαλιστών φεμινιστριών» σε αυτήν τη σχέση. Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο Shahrzad Mojab στην εισαγωγή του έργου του Μαρξισμός και Φεμινισμός-Marxism and Feminism (2015), το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ αυτών των δύο θεωρητικών-πολιτικών κινημάτων παραμένει άλυτο. Όπως επαναλαμβάνω στα δοκίμια που συλλέγονται σε αυτόν τον τόμο, στον μαρξισμό επιμένει η αδυναμία να αποστασιοποιηθεί από εκείνες τις πτυχές του μαρξιακού θεωρητικού πλαισίου που έχουν αποδειχθεί ασυμβίβαστες με το έργο της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τη φτώχεια και την εκμετάλλευση: μια τάση προς τον κρατισμό, τη λατρεία της τεχνολογίας και της βιομηχανίας, μια στοχευμένη αντίληψη της φύσης, την υποτίμηση της σημασίας της εργασίας αναπαραγωγής και των καταστροφικών συνεπειών του σεξισμού και του ρατσισμού. Από την άλλη πλευρά, η διάρθρωση ενός αντικαπιταλιστικού φεμινιστικού οράματος αγωνίζεται να εδραιωθεί, παρά την ανάπτυξη αυτής της ανάγκης μεταξύ των νέων φεμινιστικών κινημάτων που αναδύονται σε μεγάλο μέρος του πλανήτη. Για να αντιμετωπίσω αυτή την προβληματική, για να στοχαστώ επάνω στη σχέση μεταξύ φεμινισμού και μαρξισμού, έχω συλλέξει σε αυτό τον τόμο ορισμένα υλικά γραμμένα στη δεκαετία του Εβδομήντα και άλλα που χρονολογούνται στους πιο πρόσφατους καιρούς. Το καθένα αντιπροσωπεύει μια στιγμή στην ανάπτυξη ενός φεμινιστικού λόγου επάνω στον Μαρξ και ταυτόχρονα μια προσπάθεια να απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε εμμέσως ο Mojab.

Η εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος σημαίνει πρώτα απ’όλα να αναρωτηθούμε επάνω σε μια σειρά θεμάτων που βρίσκονται στο επίκεντρο της φεμινιστικής κριτικής στον Μαρξ. Πρώτη απ’όλες το ζήτημα της εργασίας ως εργαλείου για την παραγωγή του κοινωνικού πλούτου και αντικείμενο των εργατικών διαπραγματεύσεων και του θεσμικού σχεδιασμού.
Τι επέτρεψε στον Μαρξ και τους επιγόνους του να σκεφτούν την εργασία αποκλειστικά ή κυρίως ως βιομηχανική παραγωγή και μισθολογική σχέση; Γιατί ο Μαρξ αγνόησε στην ανάλυση του καπιταλισμού τις ίδιες δραστηριότητες που αναπαράγουν καθημερινά την ανθρώπινη ζωή και την ικανότητά μας να εργαζόμαστε; Όπως συζητώ στα δοκίμια που απαρτίζουν τον τόμο, είναι εδώ, γύρω από τον κόμβο του ορισμού της εργασίας, που μια φεμινιστική προοπτική παρουσιάζεται απαραίτητη, ουσιώδης, δεδομένου ότι είναι ικανή να καταστήσει ορατό ένα κόσμο σχέσεων καθοριστικών για τη ζωή μας και ακατάλληλων στη μηχανοποίηση, τον οποίο δεν άγγιξε ποτέ ο μαρξισμός.
Η επανεξέταση του φεμινισμού και του μαρξισμού σημαίνει επίσης την τοποθέτηση στο επίκεντρο της «ταξικής πάλης» της προβληματικής των διαιρέσεων που χτίζονται από τον καπιταλισμό μέσα στην «τάξη» – πάνω απ’όλα μέσω φυλετικών και σεξουαλικών διακρίσεων – ένα θέμα που σχεδόν απουσιάζει στον Μαρξ. Όπως γνωρίζουμε, ο Μαρξ κατήγγειλε τόσο τις πατριαρχικές σχέσεις όσο και τον ρατσισμό, όχι μόνο στα γραπτά του αλλά και στις παρεμβάσεις του στη Διεθνή. Ωστόσο, το έργο του Μαρξ στερείται προσοχής στη λειτουργία των ιεραρχιών της εργασίας που κατασκευάζονται στη βάση του φύλου και της φυλής, μέσα στην ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Δεν υπάρχει ένας προβληματισμός σχετικά με το ρόλο του σεξισμού και του ρατσισμού ως δομικών στοιχείων της οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγής στην κοινωνία του κεφαλαίου.
Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι είναι εξ αιτίας αυτών των διαιρέσεων, και λόγω της ικανότητας από πλευράς των κυβερνήσεων και του κεφαλαίου να κινητοποιήσει τμήματα του προλεταριάτου ως εργαλεία μιας ρατσιστικής πολιτικής και για την καταστολή των κοινωνικών αγώνων, που ο καπιταλισμός μπόρεσε να αναπαραχθεί μέχρι τις μέρες μας, και αυτό παρόλο που, για τον Μαρξ, η παγκόσμια επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων είναι το ενοποιητικό στοιχείο του παγκόσμιου προλεταριάτου.
Υποστηρίχθηκε ότι οι διακρίσεις λόγω φύλου και φυλής πρέπει να θεωρηθούν ως τυχαίος-ενδεχόμενος παράγοντας στην ιστορία του καπιταλισμού και όχι ως λογική του αναγκαιότητα (Harvey 2015). Αλλά αυτό θα σήμαινε να θεωρούμε τον καπιταλισμό με αφηρημένους όρους, ως ένα σύστημα που αναπτύσσεται από μόνος του χωρίς να έρχεται αντιμέτωπος με την αντίσταση των κοινωνικών δυνάμεων που, ακόμη και σε υποταγή, διατηρούν τη δική τους αυτονομία. Αντιθέτως, ολόκληρη η ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης μέχρι σήμερα, μαρτυρεί τον δομικά σεξιστικό, ρατσιστικό και αποικιακό της χαρακτήρα. Εξ ου και η ολοένα και πιο διαρθρωμένη καταγγελία από αντιρατσιστικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα, του μαρξισμού ως Ευρωκεντρικής θεωρίας και πολιτικής, ανίκανης να εκφράσει τις ανάγκες που προκύπτουν από τους αγώνες εκείνων που αναπαράγονται με άτυπες, μη αμειβόμενες θέσεις εργασίας, χαμηλού επιπέδου τεχνολογίας, σε συνθήκες πλήρους επισφάλειας, που όμως αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού του πλανήτη.
Όχι τελευταίο, η επανεξέταση του Μαρξ από μια φεμινιστική και αντιρατσιστική οπτική σημαίνει αμφισβήτηση της τυπικής υπόθεσης-συμπεράσματος του σοσιαλιστικού κινήματος σχετικά με τον χειραφετητικό ρόλο της εκβιομηχάνισης, στην οποία ο Μαρξ συχνά αναθέτει το καθήκον να επαναστατικοποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις και να οικοδομήσει τις υλικές βάσεις του κομμουνισμού. Όπως έχω γράψει ευρέως, ο Μαρξ φαίνεται να ξεχνά ότι το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που πραγματοποιείται ακόμη και στις πιο προηγμένες τεχνολογικά χώρες δεν υποχωρεί, δεν παραδίδεται στη μηχανοποίηση. Παρά τις προσπάθειες παραγωγής ρομπότ ικανών να παρέχουν τη φροντίδα των ηλικιωμένων, των παιδιών και των ασθενών, η εκβιομηχάνιση των οικιακών αναπαραγωγικών εργασιών φαίνεται όλο και περισσότερο ένας ανεφάρμοστος και ανεπιθύμητος στόχος.

Πρέπει να προστεθεί ότι με την προνομιακή ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής ως βασικής προϋπόθεσης, σε πλανητικό επίπεδο, μιας οικονομίας που βασίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και την αφθονία, αναπόφευκτα ο Μαρξ, και μαζί του ο μαρξισμός σε όλες τις μορφές του, υποτίμησε την περιβαλλοντική καταστροφή που παράγεται από τη βιομηχανία, ειδικά με την επέκταση της χημείας και της ψηφιακής παραγωγής. Θα ειπωθεί ότι ο Μαρξ δεν μπορούσε να προβλέψει την ασφυξία των θαλασσών από το πλαστικό, το θάνατο των κοραλλιογενών υφάλων ή τη μόλυνση των ποταμών που οφείλονται στη βιομηχανοποίηση της γεωργίας και των βιομηχανικών αποβλήτων. Δεν μπορούσε να φανταστεί πυρκαγιές τόσο μεγάλες ώστε να θέτουν σε κίνδυνο πόλεις, όπως συμβαίνουν στην Αυστραλία και την Καλιφόρνια καθώς γράφω αυτές τις σελίδες. Ωστόσο, η βεβαιότητα με την οποία αυτός κοιτάζει σε ένα μέλλον στο οποίο η ανθρωπότητα θα είναι σε θέση να κυριαρχήσει στη φύση χάρη στη βιομηχανία μεγάλης κλίμακας και να τη διαμορφώσει για το κοινό καλό, σήμερα δεν μπορεί παρά να φαίνεται τυφλή και αλαζονική.
Ωστόσο, το να κινούμε αυτές τις κριτικές στον Μαρξ δεν σημαίνει ότι αγνοούμε την ιστορική σημασία της μαρξιακής μεθόδου και την ανάλυση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας που μας έχει παραδώσει.
Αντίθετα, σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι έχει υποτιμήσει την καταστροφική ικανότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μέχρι το σημείο να προσδιορίσει την ίδια βιομηχανική παραγωγή που σήμερα καταστρέφει τον πλανήτη μας και καταβροχθίζει τους ζωντανούς οργανισμούς που τον κατοικούν, ως ένα θεμελιώδη παράγοντα της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Εδώ τίθεται η σημασία του φεμινισμού. Δεν αρκεί να θέσεις τον καπιταλισμό σε κρίση. Είναι σημαντικό να μην αναπαράγουμε τις αδικίες και τις ανισότητες τις οποίες έχουμε καταπολεμήσει. Υπό αυτήν την έννοια, ένας αντικαπιταλιστικός φεμινισμός αποφασισμένος να «βάλει τη ζωή στο επίκεντρο» της κοινωνικής πολιτικής – όπως θέλει ο λαϊκός φεμινισμός που αναδύεται σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική – μας φαίνεται ο καταλληλότερος τρόπος για να επιτύχουμε, να πραγματοποιήσουμε τον «επαναστατικό σπόρο» του μαρξισμού.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

SILVIA FEDERICI

Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Port Harcourt στη Νιγηρία και υπήρξε καθηγητής πολιτικής Φιλοσοφίας και Διεθνών Σπουδών στο New College του Hofstra University στη Νέα Υόρκη. Μεταξύ των δημοσιεύσεών της στα ιταλικά: Il punto zero della rivoluzione-Το σημείο μηδέν της επανάστασης (2014) και Calibano e la strega-Caliban και η μάγισσα (2015).

 

Genere e Capitale

RASSEGNA STAMPA     

«Genere e capitale» su @il manifesto

Qui l’intervista di Paola Rudan all’autrice Silvia Federici


«Genere e capitale» su @TuttoLibri de La Stampa

Qui la recensione di Christian Raimo


«Genere e Capitale» su @PULP Libri

Qui la recensione di Elisabetta Michielin


«Genere e Capitale» su @Flash Art

Qui la segnalazione di Raffaella Perna


«Genere e Capitale» su @Radio Onda d’Urto

Qui l’intervista all’autrice Silvia Federici


«Genere e Capitale» su @DinamoPRESS

Qui la recensione di Federico Chicchi, Maddalena Crotti, Mariagiulia Biagi


«Genere e Capitale» su @Autrici di civiltà

Qui la recensione di Daniela Degan

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s