ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Παραλιακή εκπαίδευση # 1. Πέφτουν οι φράκτες στις ιδιωτικές παραλίες

Δημοσιεύτηκε στις  · in Romanzo a puntate · Μυθιστόρημα σε επεισόδια

του Stefano Erasmo Pacini

[Σήμερα ξεκινάμε την δημοσίευση σε επεισόδια του Educazione maremmana-Maremma Education, η οποία θα συνεχιστεί σε εβδομαδιαία βάση για άλλες πέντε Κυριακές. Είναι μια αφήγηση επαναστατικών αναμνήσεων που αγκαλιάζουν μια δεκαετία ξεκινώντας από τις αρχές των χρόνων ’70. Ξεκινά από την Maremma της Τοσκάνης, πηγαίνει στο Λονδίνο, μετά στην Πορτογαλία κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Γαρύφαλλων, επιστρέφει στην Ιταλία για να επιτεθεί στις εξέδρες των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών το ’77 και καταλήγει στην Παλαιστίνη υπό τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Ο Stefano Erasmo Pacini γεννήθηκε στη Massa Marittima το 1956, φωτογράφησε την πορτογαλική επανάσταση, την εποχή των κινημάτων της δεκαετίας ’70, τη Γένοβα το 2001, τα στρατόπεδα των Ρομά, τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Το 2016 δημοσίευσε το φωτογραφικό βιβλίο We dream the world-Εμείς ονειρευόμαστε τον κόσμο-Noi sogniamo il mondo (Effigi Edizioni) από το οποίο λαμβάνονται οι φωτογραφίες αυτού του επεισοδίου και των επομένων. Οι φωτογραφίες του έχουν εκτεθεί στην Κούβα, τη Βοσνία και την Πορτογαλία. Σήμερα διδάσκει φωτογραφία στα μαθήματα του Corte dei Miracoli, ενός πολιτιστικού κέντρου στη Σιένα που στεγάζεται σε ένα πρώην ψυχιατρικό νοσοκομείο. εργάζεται στους αγρούς ως εργάτης, και γράφει.]

Αυτή η ιστορία είναι το πνευματικό τέκνο της φαντασίας μου και υβριδίζεται με πραγματικούς χαρακτήρες που με τη σειρά μου επεξεργάστηκα και τροποποίησα. Όλες οι αναφορές σε πραγματικούς ανθρώπους, γεγονότα και τόπους πρέπει επομένως να θεωρούνται καθαρά συμπτωματικές.

Γράφτηκα στο τεχνολογικό μεταλευτικό Ινστιτούτο, το να έρθω στην Follonica ή στο Grosseto ήταν πέρα από κάθε συζήτηση, ξεκινώντας από τη Niccioleta. Ήταν σίγουρα το πιο πολυσύχναστο στην περιοχή με παιδιά που έρχονταν ακόμη και έξω από το νομό. Και ευθύς από την 1η οκτωβρίου άρχισα αμέσως να αναπνέω μια διαφορετική ατμόσφαιρα, ένα άλλο κλίμα, να συναντώ τους ομοίους μου, να σφίγγω πολύ δυνατές φιλίες. Σε λίγους μήνες μεγάλωσα πολλά εκατοστά, αλλά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο άλλαξα το δέρμα μου σπάζοντας ένα κέλυφος που δεν μπορούσε πλέον να με περιέχει, να με συγκρατεί. Σχεδόν κάθε μέρα τριγυρνούσαν φυλλάδια ή αφίσες, ο παλιός διευθυντής εκτοπίζονταν ολοένα και περισσότερο, δεκαετίες τάξης που διαχειρίζονταν από τον Don Bini, ιερέα, διδάσκαλο, σχολικό συντονιστή, πολιτική εξουσία στην χώρα, ήταν έτοιμες να γίνουν κομμάτια.
Οι φαιδροί πάντα ενθαρρύνονταν από τον διευθυντή, με τη δικαιολογία πως σου ζητούσαν μια συνεισφορά για το φοιτητικό τους party στόχευαν στη δημιουργία μιας πολύ ισχυρής ιεραρχίας βασισμένης και επάνω σε αστεία και έντονο εκφοβισμό, ειδικά εις βάρος των νεοεισερχομένων.

Υποστηρίζοντας ότι ήταν απολιτικοί, υποστήριζαν στην πραγματικότητα την χριαστιανοδημοκρατία, DC ή το φασιστικό MSI και έβλεπαν ως καπνό στα μάτια τους κάθε καινοτομία που θα έριχνε τους τοίχους που είχαν υψώσει γύρω από το σχολείο. Ήταν ένα πρωινό στα μέσα οκτωβρίου, υπήρχε αρκετή ένταση στον αέρα. μια ομάδα παιδιών που είχα ήδη σταμπάρει εδώ και λίγες ημέρες μοίραζε ένα φυλλάδιο με τίτλο «ΟΧΙ στα μητρώα εγγραφής, φτάνει με τις φαιδρές και φασιστικές παραδόσεις!» Άλλοι, σίγουρα της πέμπτης τάξης είχαν σταματήσει βλοσυροί μπροστά στην πύλη εισόδου, ψάχνοντας για πρωτάρηδες, τα παιδιά της πρώτης τάξης σαν εμένα. Έμπαινα τελειώνοντας να διαβάζω το φυλλάδιο, όταν κάποιος το άρπαξε από το χέρι μου και ένα χέρι με μπλοκάρισε στο ύψος των ώμων, σταματώντας με. Τσίριξε στη μούρη μου κοφτά, τόσο πολύ που ένιωσα την καπνισμένη αναπνοή του: «Είσαι της πρώτης, ψάρακλα! Πρέπει να μας πληρώσεις την εγγραφή μέχρι το σάββατο, κατάλαβες; Είναι δύο χιλιάδες λιρέτες!» Δεν ξέρω γιατί το έκανα, δεν ξέρω αν ξέσπασε ο θυμός που συσσωρεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια, ξέρω ότι πήρα πίσω το χαρτί με το αριστερό μου χέρι, ενώ με το δεξί έδωσα μια πολύ δυνατή σπρωξιά στον τύπο που μου μίλησε, στέλνοντάς τον επάνω σε ένα μηχανάκι το οποίο γκρέμισε κάτω με πάταγο μπροστά στην είσοδο. Αισθάνθηκα αμέσως ένα χαστούκι να έρχεται στο δεξί μου αυτί, αλλά τώρα είχα ξεφύγει, δεν με ένοιαζε αν ήμουν μόνος ενάντια σε δέκα, είχα έναν τεράστιο θυμό και τίποτα άλλο.
Με δύο απότομες γροθιές ο τύπος με το χαστούκι έπεσε πάνω στον άλλο, υψώθηκαν κραυγές, οι μαθητές που προχωρούσαν προς την είσοδο τα έχασαν παραπατώντας, είδα άλλους τρεις να έρχονται καταπάνω μου αλλά να σταματούν ένα μέτρο απόσταση. πίσω μου είχαν φτάσει τέσσερις ή πέντε μαθητές με τα φυλλάδια και, κυρίως, στο πλευρό μου, βρίσκονταν πλέον ο Gigione, ήδη θρυλικός καβγατζής του γυμνασίου, ο οποίος είχε ξεκινήσει να εργάζεται στις οικοδομές. Άλλωστε κρατούσε την αλυσίδα στο χέρι του για να ασφαλίσει το μηχανάκι και, παρά το ότι δεν κατάλαβα γιατί, με αναγνώρισε. Με τον δικό του τρόπο σκέφτηκε πως, αφού οι τύποι που ζητούσαν τα χρήματα ήταν από τη Follonica και το Gavorrano, επρόκειτο για μια μάχη μεταξύ της Massa και του υπόλοιπου κόσμου. «Μπράβο Paco», μου είπε μόλις απομακρύνθηκαν, «τώρα μάλιστα, ξύπνησες, τους έδειξες ότι δεν πρέπει να τα βάζουν με αυτούς από την Massa!» Και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη που μόλις και δεν μ’ έριξε κατά γης. Την επόμενη μέρα δεν γίνονταν κουβέντα για τίποτα άλλο, πριν μπω έκανα φιλία με τους Alì, Frank, Mau, Claudio, Nico, Anna, Francesca οι οποίοι μου πρότειναν αμέσως να συμμετάσχω μαζί τους για να στήσουν μια κολεκτίβα φοιτητών εργατών στο στυλ αυτών που γεννήθηκαν στην Πίζα και το Τορίνο και εκπροσωπούνταν από την εβδομαδιαία εφημερίδα Lotta Continua. Ξαφνικά οι μέρες άρχισαν να γίνονται όλο πιο σύντομες και πυκνότερες και ο χρόνος δεν μας ήταν ήταν πλέον αρκετός.

Ανεμίζοντας σε κάθε ευκαιρία το βασιλικό διάταγμα του 1929 που μας απειλούσε με αποβολή από «όλα τα σχολεία του βασιλείου» για οποιοδήποτε παράπτωμα, ο διευθυντής Zaccardo επιχείρησε μια αντεπίθεση. Αλλά τώρα πλέον ήμασταν εμείς οι πιεστικοί. Είχαμε δημιουργήσει το φαινόμενο της χιονοστιβάδας με το παράδειγμά μας: τώρα έρχονταν να μας ψάχνουν, δεν έπρεπε πια να αναζητούμε εμείς συμμετοχές. Και εκείνοι του Κκι άρχισαν να μας κοιτάζουν άσχημα, τους κλέβαμε το επάγγελμα και την πλατεία. Ένα πρωί στο τέλος τoυ διαλλείματος πέταξε μια είδηση στον αέρα, ο διευθυντής επρόκειτο να στείλει στο σπίτι ένα αγόρι που είχε τοποθετήσει μιαν αφίσα για την ελευθερία του Valpreda και εναντίον του Calabresi, δολοφόνου του Pinelli, στην πόρτα με τις τουαλέτες. Ήταν η σπίθα που περιμέναμε. Εισβάλλαμε στις τάξεις φωνάζοντας «Όλοι έξω, απεργία, όχι στην καταστολή, Zaccardo φύγε, δρόμο!» Καθώς κατεβαίναμε προς την αυλή ένα φουσκωμένο ποτάμι μας ακολουθούσε. Δεν είχαν παραμείνει αραχτοί. Έξω ακούσαμε τον ήχο σπασμένων γυαλιών. κάποιος με μια αριστοτεχνική βολή είχε χτυπήσει στο κέντρο το παράθυρο του διευθυντή. Ο φόβος τόσων ετών είχε γίνει κομμάτια μαζί με εκείνα τα τζάμια. Ο Zaccardo βγήκε στη σύνταξη στο τέλος του έτους, το σχολείο ήταν τώρα στα χέρια μας. Σήμερα το σχολείο, σκεφτήκαμε, η κοινωνία αύριο. Τίποτα δεν φαίνονταν να μπορεί να μας σταματήσει. Μερικά παιδιά που είχαν την ηλικία μας, τρεις εργάτες, ένας μπογιατζής, είχαν ενωθεί μαζί μας, και νιώθαμε ήδη ότι μπορούσαμε να οδηγήσουμε την εργατική τάξη.

Τα βράδια βρισκόμασταν σε δύο μικρά δωμάτια που νοικιάζαμε για οκτώ χιλιάδες λιρέτες το μήνα στα σοκάκια της πόλης για να πολυγράφουμε φυλλάδια σχεδόν καθημερινά: «Η εξουσία που ασκεί η καπιταλιστική κοινωνία επάνω μας έχει πολύ συγκεκριμένη και εμφανή χροιά. Δεν υπάρχει πλέον ένας μικρός κύκλος ανθρώπων με δύναμη και μια μεγάλη μάζα εκμεταλλευόμενων χωρίς δύναμη. Το πράγμα είναι πολύ πιο περίπλοκο. υπάρχει ένας κατακερματισμός της εξουσίας που έχει γίνει προνόμιο πολλών. Να ήμαστε σε θέση να καταναλώνουμε για παράδειγμα, η δυνατότητα που μας προσφέρεται να παρακολουθούμε το θέαμα, τις παραστάσεις της κουλτούρας των αφεντικών, μιας διεξόδου των ταπεινώσεων μας και μιας διοχέτευσης του θυμού μας. Είναι η άρνηση της υποκειμενικότητάς μας. Είναι η άρνηση της ζωής. Με τη φυλάκιση των ανθρώπων μέσα σε αυτό το σενάριο η εξουσία διαχέει όλο και περισσότερο την ανισορροπία και την κακή διάθεση, την δυσφορία. Μας φέρεται σαν μπανάνες Chiquita, μόνο ένας στους δέκα θα έχει την σφραγίδα! Ο καθένας βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγκρουσης μέσα στη ζωή του. ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΕΞΕΓΕΙΡΕΤΑΙ! Όπως πριν από εκατό χρόνια στο Παρίσι, ΝΑ πάρουμε πίσω τη ζωή μας, να σπάσουμε τις αλυσίδες, να πυροβολήσουμε τα ρολόγια! Η κομούνα του Παρισιού είναι πάντα ζωντανή! Κολεκτίβα εργάτες σπουδαστές – Lotta Continua”

Αυτό που θυμάμαι με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση για το Κίνημα είναι η αίσθηση της συλλογικής οικειότητας και της τρυφερότητας, μιας φυλής αλληλέγγυας με ένα μέλλον που έχει μπροστά της για να κατακτήσει. Ποτέ να μην αισθάνεσαι μόνος, αλλά μέρος ενός φουσκωμένου ποταμού. Όπως στο βλέμμα ενός παιδιού που μεγαλώνει, όλο το φως του κόσμου, όλη η ελπίδα, όλα τα όνειρα και οι ανησυχίες, οι αγάπες και οι απογοητεύσεις. Ο πρώτος μπάφος παρέα με τον μακρυμάλλη Claudio Tuttopenne αφού το σκάσαμε απ’ το σχολείο, ένα ηλιόλουστο πρωινό στο λόφο με θέα τη θάλασσα. Μαζί μου ένα βιβλίο του Kerouac και ένα του Ginsberg, ένα κασετόφωνο με τους Rolling και πολύ φόβο μήπως δεν μπορέσω να ελέγξω τα συναισθήματά μου. Ο Allen έγραφε: “Αφαιρέστε τις κλειδαριές από τις πόρτες, βγάλτε και τις πόρτες από τους μεντεσέδες! » Έτρεχα με χαρά κάτω το βουνό με το μοτοποδήλατο μου, τραγουδώντας με τον άνεμο στο πρόσωπο, παρατηρούσα τις πρώτες ματιές της Άννας, στην οποία έδινα φυλλάδια και δάνειζα την αυτοβιογραφία του Malcolm X μπροστά από το σχολείο. Ώρες και ώρες περπατώντας στους δρόμους, σε όλες τις καιρικές συνθήκες, ανοίγοντας διάπλατα τις καρδιές μας στους φίλους, εμπιστευόμενοι ο ένας τον άλλον αισθανόμενοι την εγγύτητα, αδέλφια, με περιέργεια ενθουσιασμό και ξεπετάγματα. Μεγάλες νύχτες να φανταζόμαστε τη ζωή, την αγάπη, τσαντισμένοι από τις πρώτες κεφαλιές ενάντια στους τοίχους, τα πρώτα όχι από κορίτσια διαφορετικά από εμάς. Και το καλοκαίρι όλοι στο Prato Ranieri της Follonica, όπου ο μακρυγένης Φρανκ είχε στήσει μια σκηνή κάτω από τα πεύκα της παραλίας, ένα ελεύθερο και freak κάμπινγκ που διακήρυττε «την κατάσταση μόνιμης ευτυχίας» με μια κόκκινη και μαύρη σημαία. Οι νεαροί ξένοι σταματούσαν και έμεναν για να κοιμηθούν με τους υπνόσακους τους στην αμμουδιά, οι καραμπινιέροι έφταναν ξεφυσώντας με τα ποδήλατά τους ρωτώντας ποιος ήταν ο αρχηγός και λάμβαναν γέλιο ως απάντηση, ενώ ο Φρανκ έλεγε: «Δεν υπάρχουν, δεν θέλουμε άλλους αρχηγούς». Το βράδυ ρίχναμε κάτω τους φράκτες των ιδιωτικών παραλιών, αφήνοντας φυλλάδια με τα λόγια: «η θάλασσα ανήκει σε όλους!» Φωτιά για να φωτίζει τη νύχτα, μπάνια που λαμπρύνονταν από το Φεγγάρι, τα πρώτα αλμυρά φιλιά που ξεκινούσαν πάντα από τα κορίτσια.

TAGGED WITH → anni 70 • Educazione Maremmana • Niccioleta • Stefano Erasmo Pacini

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s