αυτονομία, autonomia

Οι αυτόνομοι και το Manifesto

01 OTTOBRE 2020 | IN NOTES.Stampa1

Ακολουθεί ένα απόσπασμα questa interessante intervist από αυτή την ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον Vincenzo Miliucci της 11ης ιουλίου 2000, η οποία ασχολείται με τη σχέση μεταξύ των κολεκτίβων της ρωμαϊκής αυτονομίας και του Μανιφέστο, αλλά και με πολλά άλλα σημαντικά θέματα για την εκ νέου ανάγνωση της ιστορίας της δεκαετίας του ’60 και του ’70.Gli autonomi ed il Manifesto

Ποια ήταν η πορεία του πολιτικού και πολιτιστικού σου σχηματισμού και ποιες ήταν οι πρώτες αγωνιστικές εμπειρίες σου;

Προέρχομαι από μια εργατική οικογένεια και ως εκ τούτου είχα πάντα αυτές τις αναφορές στο σπίτι: την ταξική σύγκρουση που βιώσαμε από πρώτο χέρι στη μεταπολεμική περίοδο, την εφημερίδα του Κκι l’Unità, την εφημεριδούλα της l’Unità για τους νέους, την Il Pioneere-Ο Eξερευνητής που τότε ήταν εντελώς υπέρ της πυρηνικής ενέργειας. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη ότι πάντα έζησα ιδεολογικά στον χώρο της αριστεράς, στα σχολεία της δεκαετίας του ’60 δεν υπήρχαν επαρκή κινήματα σε σχέση με εκείνα που μπορέσαμε να γνωρίσουμε στη συνέχεια, όπως επίσης στην παρούσα εποχή, συνεπώς υπήρξαν παρά πολύ λίγες εκδηλώσεις, περισσότερο σκέψης θα έλεγα παρά κινητοποίησης. Η εμπειρία του στρατού που με έφερε στο Βορρά με έκανε να συλλάβω, μεταξύ άλλων, τη γνώση της μεγάλης απελπισίας του κόσμου του Νότου που στέλνονταν εκεί πάνω: έκανα το στρατιωτικό σε μια περιοχή Νατο, μια από τις μεγαλύτερες μεταξύ των ιταλικών βάσεων της Ιταλίας, και έφτασα με τον βαθμό του λοχία, ήσυχα και χωρίς κανένα αίτημα, έστελναν πτυχιούχους και αποφοίτους πανεπιστημίων για να κάνουν αυτόν τον έλεγχο των στρατευμάτων. Είχα φέρει λίγους δίσκους επάνω και ανάμεσά τους υπήρχε και η Διεθνής, και για την πρώτη ομάδα που απολύθηκε έκανα το παρουσιάστε όπλα με τη Διεθνή, αυτό σε μια κατάσταση που κυριαρχούνταν πλήρως από το Νατο, στα χρόνια ’65 -’66. Έτσι έγινε για τις άλλες τέσσερις ομάδες που έφυγαν. για τους πυροβολητές, οι οποίοι τότε ήταν υπό την «εντολή μου», υπήρξε ο χαιρετισμός όπως γίνονταν στο στρατιωτικό κύκλωμα (στο ημικύκλιο με την ανύψωση της σημαίας κ.λπ.) αλλά με την Internazionale να αντηχεί. Αυτό απλώς για να πούμε ότι δεν ήταν ένα αστείο, ήταν ένα γεγονός που αποκτήθηκε, δεν λέω ότι υπήρχε πλήρης επίγνωση του γεγονότος, αλλά σίγουρα καθορίζονταν από την εκτίμηση, τον σεβασμό, την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, μεταξύ εκείνων που ένιωθαν πολύ όμοιοι παρά το ότι δεν είχαν την πολιτική αντίληψη.

 
Μετά έγινε η επιστροφή στο σπίτι από το στρατό, η συζήτηση με τους πρώτους νέους που έλαβαν μέρος στις εκδηλώσεις μετά το ’66 στο πανεπιστήμιο, στη Ρώμη υπήρξε η δολοφονία του Paolo Rossi για άλλη μια φορά από τους φασίστες. Ως εκ τούτου, μερικοί από αυτούς που αργότερα έγιναν σύντροφοι ήταν φοιτητές πανεπιστημίου και συζητούσαμε στα παραπέτα της εποχής που ήταν τα μπαρ. Μας πλησίασε ένας σύντροφος μεγαλύτερος από εμάς που μας είπε ότι ήταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, γίναμε φίλοι μιας και ζούσαμε και συζητούσαμε όπως λένε, και μια ωραία μέρα την παραμονή του ’68 μας πρότεινε να ανοίξουμε ξανά την έδρα του Κομμουνιστικού Κόμματος ενός προαστίου της Ρώμης, μιας οικοδομικής ζώνης. Τα γραφεία του PCI των προαστίων εκείνη τη εποχή, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, είχαν κλείσει όλα, επειδή η κατάχρηση κρασιού είχε καταστρέψει εντελώς τα στελέχη οπότε δεν ήταν πλέον δυνατό να είναι σε θέση να κάνουν πολιτική δραστηριότητα, κάπως έτσι συμβαίνει σήμερα σε μερικά κοινωνικά κέντρα όπου η διακίνηση μπύρας, για να μη μιλήσουμε για άλλα πράγματα, σκοτεινιάζει τα μυαλά και ως εκ τούτου γίνεται μια συνθήκη εμπορευματοποίησης παρά πολιτικής δραστηριότητας: εκείνη την εποχή υπάρχουν διάφορες λογοτεχνίες και βιβλία γραμμένα για αυτό το θέμα, τουλάχιστον μια δεκαριά, γύρω από αυτή την καταστροφή των γραφείων του Κομμουνιστικού Κόμματος λόγω της χαλαρότητας, εκείνη την εποχή ο χώρος γίνονταν λίγο πολύ μια άτυπη ταβέρνα, οι άνθρωποι έρχονταν εκεί για να πιούν ένα λίτρο κρασί. Τότε τα γραφεία ήταν κλειστά, μας παρουσίασαν δύο γνωστούς ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της εποχής, ένας είχε βγει από τα στρατόπεδα του Νταχάου και ήταν ο πρώην κομματικός παρτιζάνος διοικητής της πλατείας στη Ρώμη, συνελήφθη το φθινόπωρο του ’43, είχε κάνει σε αυτό το στρατόπεδο συγκέντρωσης και επέστρεψε. ο άλλος ήταν ένας γερουσιαστής που είχε ένα αξιοσημείωτο επεισόδιο κατά τη διάρκεια του φασισμού, επειδή, τα είχε πάρει στο κρανίο λόγω της συμπαιγνίας μεταξύ του φασισμού και της Καθολικής Εκκλησίας, άρπαξε ένα σφυρί, πήγε μέσα στον Άγιο Πέτρο και έδωσε μια σφυριά στο πόδι της Pietà, οπότε είναι γνωστός για αυτό, εκείνη την εποχή αποκαλούνταν αναρχικός, και στη συνέχεια έγινε γερουσιαστής του PCI-ΚΚΙ. Ο ένας ονομάζονταν Forti και ο άλλος ονομάζονταν Cianca, σήμερα δεν υπάρχει πια κανένας από τους δυο, ήταν ήδη ηλικιωμένοι εκείνη την εποχή. Τότε όμως ήταν κάτι σαν θεότητες, όπου περνούσαν άνοιγαν οι πόρτες των κεντρικών γραφείων στην οδό Botteghe Oscure: πρώτα είχαμε μια μεγάλη πολιτική συζήτηση μαζί τους, εμείς είμασταν είκοσι με είκοσι πέντε χρονών και αυτοί ήδη πενηντάχρονοι- εξηντάχρονοι, εμπιστεύθηκαν τη μοίρα της αναγέννησης αυτής της έδρας σε αυτούς τους νέους, πολύ γρήγορα, την παραμονή του ’68, και στα μέσα του ’67 ανοίξαμε αυτή την ενότητα. Ήταν μια τρύπα μέσα σε μια λαϊκή γειτονιά που κατοικούνταν από οικοδόμους, γράψαμε περίπου 130 οικοδόμους και μετά αυτός ο γερουσιαστής, αυτοί οι σύντροφοι: ήταν η παραμονή των αγώνων για να ισχύσει το Καταστατικό των εργαζομένων, υπήρχε η ιστορία των καταλήψεων των σπιτιών, υπήρχε ήδη η επιτροπή αγκιτάτσιας των φτωχογειτονιών.

Η Ρώμη ήταν γεμάτη borgate-φτωχογειτονιές, άνθρωποι ζούσαμε μέσα στις λαμαρίνες, αυτές που βλέπετε τώρα στα περίχωρα του κόσμου, υπήρχε έλλειψη σχολείων, υπηρεσιών, δρόμων, φωτισμού, υπονόμων, τέλος πάντων, αυτές ήταν οι ανάγκες που δημιουργούσαν τις αναταραχές και τις διαμαρτυρίες ζωντανές. Ως εκ τούτου, ήταν εύκολο για εμάς, και λόγω του δικτύου που προσέφερε το Κομμουνιστικό Κόμμα της εποχής, να οργανώνουμε τον αγώνα για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών: ήμασταν πολύ ενθουσιασμένοι, ζούσαμε σαφώς πολιτική και προσωπική δραστηριότητα μαζί. Τα γραφεία εγκαινιάστηκαν από τον Enrico Berlinguer, υποθέτω (τώρα δεν θυμάμαι πολύ καλά) λόγω του παρελθόντος αυτών των δύο μεγάλων προσωπικοτήτων: τότε ο Berlinguer ήταν αναπληρωτής γραμματέας του PCI υπό τον Longo. Ένα από τα πρώτα βήματα που κάναμε ήταν να φιλοξενήσουμε μια σημαντική βιετναμέζικη αντιπροσωπεία (εκείνη την εποχή ήμασταν η γενιά του Βιετνάμ), οπότε το γεγονός ότι το νούμερο τέσσερα ή πέντε του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ φτάνει σε μια πολύ μικρή προαστιακή έδρα έχει μια ορισμένη σημασία. αυτός συνοδεύονταν πάντοτε από τον Enrico Berlinguer, υποθέτω πάντα για αυτούς τους δύο προστάτες θεούς που είχαν όλες τις πόρτες ανοιχτές στα γραφεία των Botteghe Oscure.

Έκανα την πρώτη και τελευταία εκλογική εκστρατεία τον μάιο του ’68, οπότε κατάλαβα πώς λειτουργούσε κι εδώ η εκλογική εκστρατεία, πολύ καθαρή, χωρίς να πηγαίνουμε, όπως έκαναν οι Χριστιανοδημοκράτες, να οδηγούμε αυτούς σε αναπηρικά καροτσάκια, αλλά σίγουρα όμως θυμίζαμε σε όλους ότι έπρεπε να πάνε να ψηφίσουν νωρίς το πρωί και όλα αυτά τα πράγματα εδώ, είχε προηγηθεί μια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία: ο καθένας από εμάς έγινε ένας μικρός αγκιτάτορας, το είχαμε ήδη κάνει στον κοινωνικό τομέα και έπρεπε να το κάνουμε στη συνέχεια στον πολιτικό, για τις εκλογές, οπότε σαρώναμε ολόκληρη τη γειτονιά και αρχίσαμε να γνωρίζουμε, εκτός από τα μέρη μας όπου νιώθαμε σαν ένα ψάρι στο νερό, και τη γειτονική συνοικία, επειδή οι εκλογές αγκαλιάζουν σαφώς τις μεγαλύτερες περιοχές. Ζούσαμε σε μια πολύ μαύρη γειτονιά, εγώ έζησα εκεί μέσα, οπότε αυτή η παρουσία κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας σε έκανε να σε εκτιμούν πολύ και τουλάχιστον να σε γνωρίζουν, και αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που το PCI δίδασκε εκείνη τη εποχή σε όλους. Επιπλέον, αυτοί οι τρεις νεαροί σύντροφοι με τους οποίους ήρθαν σε επαφή οι μεγαλύτεροι για να ανοίξουν ξανά τα γραφεία, ανέβηκαν σκαλοπάτια, με αποτέλεσμα ο καθένας στη συνέχεια να γίνει γραμματέας της έδρας.

Μόλις είχα προσληφθεί στην Enel, ήμουν έξω στη δουλειά και επομένως βρισκόμουν μόνο το σαββατοκύριακο με αυτούς τους συντρόφους, οπότε ήταν η σειρά μου, την παραμονή του ’68, να γίνω γραμματέας. Σε αυτή την κατάσταση σημειώθηκε μια επιτάχυνση επειδή οι εκλογές είχαν κερδηθεί, με την έννοια ότι το φοιτητικό κίνημα ψήφισε κόκκινο, έδωσε την ένδειξη να ψηφιστούν τα PSIUP και PCI, με την συγκέντρωση στην piazza San Giovanni στην οποία παραβρέθηκε ο Longo όπου ο Oreste Scalzone μίλησε επίσης σε αυτή την περίπτωση. Υπήρξαν όλα αυτά και η συζήτηση τη νύχτα με τους νεαρότατους συντρόφους του πανεπιστημίου που είχαν ήδη δώσει τόπο στο φοιτητικό κίνημα μέσω των ομάδων, στη Ρώμη ήταν οι Επαναστατικοί Κομμουνιστικοί Πυρήνες-Nuclei Comunisti Rivoluzionari, υπήρχε η πρώτη Εργατική Εξουσία-Potere Operaio κ.λπ. οπότε το βραδάκι περνούσε ανάμεσα σε ένα αστείο, ένα καυγά, «έλα εσύ στο PCI», «όχι βγες εσύ από το PCI», «κοίτα πώς έχουν τα πράγματα», «κοίτα πως δεν είναι» κ.λπ., αλλά τότε η ιδιαίτερα σοβαρή πολιτική συζήτηση ξεκίνησε από την άνοιξη της Πράγας.

Εκείνο το ’68 με τα άρματα μάχης στην Πράγα οδήγησε σε μια τρελή κουβέντα, επίσης επειδή η ιστορία αυτής της πολιτικής γενιάς ήταν φτιαγμένη από έναν συλλογικό διάλογο: ποιος σήμερα θα άρχιζε να συζητά πολιτικά το «Κεφάλαιο» ξεκινώντας από το πρώτο βιβλίο, ή το «Μισθός, τιμή και κέρδος «, ή το «Grundrisse» κ.λπ.; Κι όμως εκείνη τη εποχή ή ήμασταν καμιά δεκαριά μαζί ή ήμασταν συχνά και είκοσι ή τριάντα και συζητούσαμε συλλογικά, ίσως με κάποιον που αναφέρονταν στο θέμα έχοντας κάνει μια σύνθεση και οι άλλοι να κάνουν ερωτήσεις, ακόμη και εκείνοι που δεν γνώριζαν τίποτα για το AΒΓ του μαρξισμού. Έτσι, σχετικά με το έγγραφο του Dubceck και του Τσεχοσλοβακικού κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο μας φαινόταν πολύ μετριοπαθές εκείνη τη στιγμή, είχαμε πολλές συζητήσεις, κατανοώντας την κατάσταση, απορρίπτοντας σαφώς τη σοβιετική εισβολή και όχι μόνο από πνεύμα αλληλεγγύης με εκείνους που δέχονταν επίθεση, αλλά και επειδή δεν μας ανήκε ποτέ, αφού είχαμε φτάσει στο ’67 -’68, αυτός ο μεγάλος σεβασμός προς τη Σοβιετική Ένωση, παρόλο που είχα έναν σταλινικό πατέρα στο σπίτι μου και υπήρχε η αναγνώριση που προέρχονταν από την κομματική εφημερίδα l’Unità. Υπήρξε λοιπόν η συζήτηση σχετικά με το έγγραφο του Ντούμπτσεκ και στη συνέχεια σχετικά με εκείνο το ακόμη χειρότερο των τριακοσίων λέξεων του Ota Sik, ο οποίος ήταν ο οικονομολόγος του κόμματος: φαινόταν απότομα και αναίσχυντα ταυτόσημα με την ιταλική σοσιαλδημοκρατία που απεχθανόμασταν, ενώ είχαμε γνώμη καλή για τη σουηδική σοσιαλδημοκρατία λόγω εκείνων που διαβάζαμε σχετικά με την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου που μπορούσε και έκανε σε εκείνη την περίπτωση, οπότε για εμάς ήταν μια αξία που έπρεπε να θέσουμε στο σωστό τόπο ακόμα κι αν εμείς σκεπτόμασταν ξεκάθαρα κάτι άλλο, τελείως διαφορετικό, ακριβώς την ανατροπή του καπιταλισμού.

Αυτοί ήταν λοιπόν οι πρόδρομοι: μέσα στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης αναλαμβάνεται και μια συμμετοχή με μεγαλύτερη συνέπεια, καθώς εκείνο το κόμμα που μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας του 1968, το οποίο ήρθε να αγγίξει τη Χριστιανοδημοκρατία στη Γερουσία, είχε την ανάγκη να επεκτείνει την παρουσία του στο έδαφος, στην κοινωνία. Σε αυτό το άνοιγμα της παρουσίας στην επικράτεια μου ανέθεσαν άλλες ευθύνες όσον αφορά την περιοχή, μιλάμε για την Tiburtina που εκείνη την εποχή αμέσως μετά την Pomezia ήταν η δεύτερη εργατική περιοχή της Ρώμης, όπου υπήρχαν τα εργοστάσια ηλεκτρονικής, μεταλμηχανικής, υαλουργίας και άλλα: σε αυτή την ζώνη ήρθε να δουλέψει ο Petroselli ως υπεύθυνος, ο οποίος αργότερα έγινε δήμαρχος της Ρώμης. Έτσι, εργαστήκαμε στενά για περίπου ενάμιση χρόνο, τον θεώρησα μετριοπαθή, προέρχονταν από την εμπειρία της κατοχής της γης στο Βιτέρμπο, ήταν ένας άνθρωπος που άξιζε σεβασμό επειδή είχε κάνει αυτές τις τρεις υπέροχες εμπειρίες κινητοποίησης των αγροτικών μαζών με άλλες τόσες αστυνομικές επιθέσεις εναντίον τους, συλλήψεις και τέτοια πράγματα. Ως εκ τούτου, η εμπειρία της περιοχής ήταν εξαιρετικά σημαντική γιατί μας επέτρεπε να έχουμε συνεχή επαφή με άλλα έξι τμήματα-γραφεία εξ ολοκλήρου εργατικού και νεανικού χαρακτήρα. Σε εκείνη την εποχή, σαφώς κάναμε σχεδόν τα πάντα, γιατί σε αυτό το ’68 -’69 συμβαίνει ότι η κομματική νεολαία FGCI, η οποίο είχε 200.000 μέλη, διαλύεται, ήταν μια FGCI με συγκεκριμένα στελέχη και συγκεκριμένα κεφάλια μέσα, μετά τις επιστροφές έδωσε και γραμματείς των επόμενων κομμουνιστικών κομμάτων · και υπήρχε αυτή η μεγάλη σχεσιακή μορφή, ειδικά οι διαδηλώσεις εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, για την προστασία του Βιετνάμ και επίσης για την Κούβα, ήταν το μεγάλο τσιμέντο που δεν διαχώριζε την εκκολαπτόμενη εξωκοινοβουλευτική αριστερά από εκείνη που ήταν η αριστερά του PCI-ΚΚΙ, τότε μαζί με την FGCI. Εκείνη την εποχή καταφέρναμε να πάμε κάτω από την αμερικανική πρεσβεία, σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες εποχές όταν σχεδόν ποτέ δεν μπορέσαμε να φτάσουμε μέχρις εκεί. Δεν υπήρχε ακόμη η χρήση των molotov που ανακαλύφθηκε τα επόμενα χρόνια (τέλη του ’69, αρχές του ’70), αλλά σίγουρα υπήρχε η μάχη σώμα με σώμα με την αστυνομία, με εξαιρετικά τρομακτικές συλλήψεις. Αυτή είναι η επώαση εκείνης της ιστορίας.


Στο τέλος του ’68 ξεκινά το έπος του Μανιφέστο, πρώτα μέσω του περιοδικού, στη συνέχεια με όλους εκείνους που ήταν αιρετικοί σε σχέση με την τσεχοσλοβακική υπόθεση, την περίπτωση της ΕΣΣΔ, και ήταν προετοιμασμένοι σχετικά με την ιστορία της κινεζικής πολιτιστικής επανάστασης, οι οποίοι έβλεπαν αν όχι σαν φάρο τουλάχιστον ως πηγή χρήσιμη ακόμη και εδώ στα μέρη μας εκείνο που ήταν ο μαοϊσμός. μας φαίνονταν, τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή, μια σίγουρη εναλλακτική σκέψη για το ποιος ήταν ο στατικός χαρακτήρας της Σοβιετικής Ένωσης. Ο θάνατος του Γκεβάρα, ο οποίος είχε ήδη συμβεί αλλά ο οποίος είχε δημιουργήσει γρήγορα τα κείμενα και τα γραπτά του, ήταν η άλλη αποσκευή που μας επέτρεψε να δώσουμε ζωή σε αυτή τη συζήτηση μέσα στο περιοδικό του Μανιφέστο-Manifesto, το οποίο διήρκεσε ένα χρόνο και τέσσερις μήνες, επομένως μέσα σε αυτό είναι που αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, αρχίζοντας να ενεργούμε σχεδόν ως φράξια μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

Αυτό το πράγμα έγινε ακόμη πιο σημαντικό γιατί, παρά το γεγονός ότι το PCI ήταν πολύ ανοικτό στην επικράτεια, το οποίο οφειλόταν και στην ψήφο, για να προσπαθήσει να συνοψίσει αυτήν την ηγεμονική ικανότητα που αναλάμβανε, συνειδητοποίησε ξεκάθαρα ότι το όριό του ήταν να είναι φιλοσοβιετικό έτσι κι αλλιώς, παρά τον εν τη γενέσει μπλερλινγκουερισμό, και που όσον αφορά το εργατικό κίνημα δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα από το Καταστατικό των εργαζομένων. Αυτό πάντως εκείνη την εποχή το θεωρούσαμε ένα επαναστατικό αποτέλεσμα και θεωρούσαμε τους εαυτούς μας επίσημους φορείς μεγάλης συνεισφοράς επειδή κάναμε πολλές από αυτές τις συγκεντρώσεις και ομιλίες σε οικοδομικά εργοτάξια και πολλές από εκείνες τις πρωτοβουλίες έτσι ώστε υπήρξε ευκολότερο να φτάσουμε στη συνέχεια στο 1970, το έτος των συμβάσεων, να έχουμε αυτή τη βαθιά, αυθόρμητη και στενά πεπεισμένη συμμετοχή, αυτή την πρόσληψη εργατικού οίστρου, εργατικής αυτονομίας, της εργατικής κεντρικότητας που σε μια πόλη όπως η Ρώμη δεν γεννιόταν από μόνη της. Έτσι η πορεία της πολιτικής συζήτησης προχωρούσε προς τα εμπρός, έγινε πιο διεθνιστική μέσα στο περιοδικό του Μανιφέστο, ερχόσουν σε μεγαλύτερη επαφή με τους τροτσκιστικούς και διεθνιστικούς χώρους, και όλα αυτά εμπλούτιζαν τις αποσκευές σου και την κληρονομιά σου και το μετρούσες συγκρίνοντας το καθημερινά με αυτό που έκανες ως δραστηριότητα. Σε αυτό το πλαίσιο μέσα προκύπτει μια οργανωμένη και προπαρασκευαστική κουβέντα στην ομάδα του Manifesto, όλο το ’69 έχει αυτή τη λειτουργία. Το 1970, ενώ υπάρχει το μεγάλο αποτέλεσμα του αγώνα της μεταλλουργικής σύμβασης, την ώρα που, ως εργαζόμενος, είχα ήδη κάνει τις πρώτες απεργίες εδώ μέσα στην Enel-ΔΕΗ και είχα ήδη όλες τις διασυνδέσεις μέσω του κόμματος με άλλες πραγματικότητες (στη Fiat, στην Fatme πάνω απ’ όλα, που για μας ήταν ένας ακρογωνιαίος λίθος των μαχών για αυτό που εξέφραζε, μέσα στους οικοδόμους και ούτω καθεξής), είχα ήδη την κατάλληλη γλώσσα για να επικοινωνώ με τον κόσμο της εργασίας, σε αντίθεση με πολλούς άλλους νέους συντρόφους, ειδικά τους σπουδαστές που μασούσαν λίγο και το πολύ να είχαν μια ιδεολογική έμπνευση, για να μπορέσουν να μας δώσουν ένα χέρι.

Αυτό το πλαίσιο, αυτή η συγκυρία μας οδηγεί να επεξεργαστούμε το ενδεχόμενο ρήξης χωρίς συναισθηματικές συνέπειες απέναντι στο PCI, στο οποίο αναγνωρίσαμε μια σαφώς καθοριστική συμβολή στην ιταλική πολιτική ιστορία, η οποία ωστόσο δεν επαρκούσε για να μπορεί να αντιπροσωπεύει αυτό που συνέβαινε, αυτό που κινούνταν. Εξάλλου και η εμπειρία στην επιτροπή αγκιτάτσιας γειτονιών, η οποία μας έδειξε πόσο εκρηκτική ήταν η μιζέρια της Ρώμης και πόσο εμφανείς ήταν οι μορφές εκμετάλλευσης, ποιοι ήταν οι διαπλεκόμενοι στο χώρο της οικοδομής και οι κερδοσκόποι, και μεταξύ αυτών υπήρχαν επίσης τεράστιες επιχορηγήσεις των κομουνιστών με έδρα στις Botteghe Oscure, μας έκαναν να συναντήσουμε μια σειρά από άλλες πραγματικότητες κι εκεί μέσα, και καθολικών της βάσης, καθώς και πραγματικότητες του σοσιαλιστικού PSIUP: επομένως, η επιτροπή αγκιτάτσιας γειτονιών απαρτίζεται από αυτούς τους τρεις σχηματισμούς, εμάς, το PSIUP και τις καθολικές πραγματικότητες, έτσι πρόκειται για ένα άλλο κομμάτι της ρωμαϊκής περίπτωσης που μετά μας οδήγησε πάντα να διατηρούμε υψηλό το ρίζωμα μέσα στις ουσιαστικές ανάγκες εργασία/εισόδημα, κατοικία, υπηρεσίες, αυτό που ονομάζονταν θεωρία των αναγκών της helleriana μνήμης. [1]

Σε αυτό το πλαίσιο μέσα φτάνει ξεκάθαρα η ανάγκη να προσπαθήσουμε να οδηγήσουμε αυτό το κόμμα να κάνει ένα ποιοτικό άλμα, πράγμα που συνειδητοποιούμε να είναι πολύ δύσκολο, στο δωδέκατο ή στο δέκατο τρίτο τεύχος του περιοδικού φτάνουμε στο σημείο να διατυπώσουμε ένα είδος δοκιμίου θέλοντας να βομβαρδίσουμε το γενικό επιτελείο, επομένως μαοϊκής μνήμης σε αυτή την περίπτωση. Υπήρξε αυτό το μεγάλο άρθρο της Rossanda «From Mao to Mao-Από τον Μάο στον Μάο», το οποίο ερμήνευε αυτή την ανάγκη να σπάσουμε τις κρυσταλλοποιήσεις, τα στεγανά, την γραφειοκρατία, εκείνο που ήταν ο έλεγχος της γραμματείας επάνω στην κεντρική επιτροπή.

Όμως όλα αυτά δεν μπόρεσαν να πετύχουν να πηδήξει κάτι προς τα έξω μέσα στο μητρικό σπίτι, αντίθετα είχαν σαν αποτέλεσμα το χτίσιμο εκκαθαρίσεων, σε αυτό προφανώς είχαν συνηθίσει διανοητικά και οργανωτικά: δόθηκε στον Natta εντολή να προετοιμάσει την εκδίωξη της λεγόμενης διοικούσας ομάδας και έδωσαν εντολή στη κεντρική επιτροπή να οργανώσει εκκαθαρίσεις σε όλη την Ιταλία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή ήταν πλέον η μετατόπιση προς τα δεξιά, άρχισαν να διατυπώνονται οι όντως θέσεις: εγώ συμμετείχα από την αρχή στη σύνταξη των διατριβών της ομάδας Manifesto, η οποίες μέσα σε ένα μήνα δόθηκαν δημοσιευμένες στην στρατευμένη ομάδα, η οποία ήταν και άτυπη αν και ως συνήθως αποτελούνταν από τους μεγαλύτερους όπως οι Rossanda, Natoli, Pintor, Caprara, μετά προστέθηκε ο Magri κ.λπ. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια των χρόνων ’69 -’70 παράγεται αυτή η ρήξη, η οποία έχει και μορφές ορατότητας, είναι η πρώτη φορά που πεντακόσιοι αγωνιστές σε διάφορα επίπεδα (γραμματείς κόμματος, γραμματείς ομοσπονδίας κ.λπ.) κάνουν μια διαδήλωση μπροστά στις Botteghe Oscure, οπότε προκαλούν σαφώς μια αντικειμενική απoβολή μπροστά σε αυτή την τραυματισμένη δεσποσύνη.

Εγώ φεύγω από τον φορέα γιατί, παρά αυτή την ενεργή συμμετοχή, δεν ήθελαν να με διώξουν λόγω του θεμελιώδους ανθρώπινου δεσμού εκτός από πολιτικού που είναι χτισμένος μέσα στα λαϊκά στρώματα. όπως έχω ήδη πει η ενότητα ήταν κατά 90% γεμάτη από οικοδόμους με τους οποίους εξακολουθούσα να διατηρώ καρποφόρες σχέσεις, καθώς και ανθρώπινες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων προς τους πιο ηλικιωμένους που, λόγω ιδεολογίας, θα μπορούσαν να είναι ακόμη πιο θυμωμένοι με την εξτρεμιστική έξοδο μας όπως εκείνοι την προσδιόρισαν. Ως εκ τούτου, ειδικά στη Ρώμη η γέννηση του Μανιφέστο επικυρώνεται από την προσπάθεια του Armando Cossutta να τελειώνει με αυτή την ομάδα, έπρεπε να την εκκαθαρίσει μέσα σε τρεις ώρες σε μια συνάντηση, σε ένα από τα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος, στο Montesacro: η συζήτηση διαρκεί βράδυ και ημέρα για τρεις συνεχόμενες ημέρες, με μεγάλη ένταση από την πλευρά των νεότερων. Και στο τέλος γίναμε και πονηροί: το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε πάντα έναν πολιτιστικό σύλλογο στην περιοχή του Montesacro, εμείς, έχοντας καταλάβει τι τέλος ήθελε για εμάς ο Cossutta, έχοντας συνηθίσει να καθαρίζει για όλη του τη ζωή, οργανώσαμε τη νύχτα ένα τεράστιο αριθμό εγγραφών σε αυτό το κέντρο και το κάναμε δικό μας, στη συνέχεια έγινε σύλλογος Montesacro και για περίπου ενάμιση χρόνο ήταν πρακτικά ο πνεύμονας της ομάδας του Manifesto στη Ρώμη.

Τα πράγματα έκαναν στροφή πολύ γρήγορα για αυτό τον σχηματισμό, ακόμη και για έναν νεαρό άνδρα που μέσα σε τρία χρόνια βλέπει τον εαυτό του να προβάλλεται έξω από μια μεγάλη μητρική κατοικία στην αρχή της κατασκευής μιας περιπέτειας και μιας επιχείρησης στην οποία είναι μέρος ενός κλάσματος. Τόσο πολύ ώστε η προηγούμενη συζήτηση με τις ομάδες, πρώτα απ’ όλα με το Potere Operaio και με άλλες που υπήρχαν στη Ρώμη (αλλά όχι με το μετριοπαθές μέρος αυτών των ομάδων, όχι την Avanguardia Operaia, αλλά ούτε καν τη Lotta Continua εκείνης της εποχής), μας επιτρέπει να χτίσουμε ένα σύμφωνο δράσης με την Εργατική Εξουσία για να δώσουμε ζωή σε μια αποτελεσματική εποχή αγώνων, να πιστεύουμε σε αυτή τη δυνατότητα.

Αυτό από την στιγμή που είχαμε ήδη τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε και να διαβάσουμε εκείνο που παράγονταν από τα Quaderni Rossi-Κόκκινα Τετράδια, από τις εμπειρίες του Τορίνο, από την πρώτη έννοια της εργατικής αυτονομίας μέσα στα αμαξοστάσια του Mirafiori, είδαμε αυτή τη δυνατότητα, εστιάζοντας στην κεντρικότητα της εργατικής αυτονομίας, να δημιουργήσουμε γύρω από αυτό το περίγραμμα ένα επαναστατικό σκελετό που να μπορεί, μέσω μιας δεδηλωμένης αντι-θεσμικότητας, να βοηθήσει στη διάσπαση των δεσμών που είχε χτίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, το κόμμα ως γενικό-συνολικό διανοούμενο, το συνδικάτο ως ζώνη μετάδοσης, την μακρά πορεία μέσω των θεσμών στη διαρκή διαμεσολάβηση του ρεφορμισμού, την πιθανότητα νίκης για την αριστερά στη χώρα μας, αυτά ήταν τα τρία κέρατα της κατάστασης. Θέλω να θυμίσω ότι το έτος ’69 -’70 ήταν εκείνο των μεγάλων διαδηλώσεων τόσο για τις συμβάσεις όσο και για την κατοικία, για τις συντάξεις, για την υγεία κ.λπ. ως εκ τούτου, η Ρώμη ειδικότερα έζησε αυτήν τη μεγάλη λαϊκή συμμετοχή των 100.000, 50.000, 70.000 εργαζομένων, συνταξιούχων, καταληψιών σπιτιών κ.λπ. πράγμα που σήμαινε ότι τόσο όσοι εργάζονταν όσο και αυτοί που δεν δούλευαν ήταν πάντα παρόντες για να διαδηλώσουν, ακόμη και μέσα ή κάτω από το Υπουργείο Εργασίας, όπου παίζονταν αυτή η μεγάλη διελκυστίνδα μεταξύ της Confindustria των βιομηχάνων και των μεταλλουργών στην οποία ο Donat Cattin ήταν διαμεσολαβητής. Μου φαίνονταν να ζω σε μια εξωπραγματική κατάσταση, επειδή είχαμε δημιουργήσει μια ελεύθερη πρόσβαση στο Υπουργείο Εργασίας, τη συμμετοχή σε εκείνα τα τεράστια δωμάτια δεν μπορούσε ο καθένας. υπήρχε ένα είδος αποφασιστικότητας, μια θέληση, μια σύλληψη της εργατικής αυτονομίας, οπότε συνειδητοποιούμε εκ των πραγμάτων το πως γίνονταν εκεί μέσα μερικές φορές οι προσπάθειες για να φτάσουμε σε ορισμένα επιτεύγματα. Ως εκ τούτου, εγώ συχνά βρέθηκα να ακούω τις τελευταίες γραμμές αυτής της συμβατικής φόρμας, σήμερα θα ήταν αδύνατο να γένει κάτι τέτοιο, δεδομένου του επιπέδου επιλεκτικότητας που εμφανίζεται στις ομάδες διαχείρισης-διοίκησης, της αποκλειστικότητας, των θωρακισμένων κτιρίων όπως είναι αυτή τη στιγμή. Έτσι, ήταν εκείνη την εποχή που διαιωνίζονταν και η παλιά χριστιανοδημοκρατική άρχουσα τάξη ως τέτοια, ή τουλάχιστον άρχισε να συνειδητοποιεί ότι δεν μπορούσε παρά να διαπεραστεί από αυτή την κατάσταση.

Για να ολοκληρώσω αυτό το προοίμιο, σίγουρα το χτίσιμο εκείνης που ήταν η αρχική πολιτική μου διαμόρφωση λαμβάνει χώρα αυθόρμητα λόγω της παρουσίας ενός κομμουνιστή ανάμεσα στους τοίχους του σπιτιού, και επομένως μέσα από τις αρχικές αναγνώσεις απλού πολιτικού χαρακτήρα από τις εφημερίδες τις σχετικές στον πρώτο Γκράμσι των «Επιστολών από τη φυλακή» ή τέτοιου είδους πράγματα. με τη δυνατότητα, έχοντας ξαδέλφια που ήδη εργάζονταν, να διαβάσω αντιθέτως σύγχρονους συγγραφείς, ειδικά αμερικανούς, ώστε να καταλάβω έναν άλλο τύπο πραγματικότητας, μια άλλη γλώσσα και ούτω καθεξής. Η προσέγγιση με μια αρχική στράτευση που σε κεντρίζει, στην ανάγκη για εμβάθυνση, να γίνεις μαρξιστής από πολιτιστική άποψη, να αποκτήσεις πρόσβαση σε αυτές τις κατηγορίες, να τις κατανοήσεις στη σύνθεσή τους και στο βάθος τους, σε αυτό το συλλογικό όραμα για μια μελέτη όχι μόνο ατομική αλλά και συλλογική όπως ήταν η εκπαίδευση, ο σχηματισμός ενός νεαρού κομμουνιστή αγωνιστή εκείνη την εποχή. Επιπλέον, αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη θεωρία-πράξη-θεωρία, ή πράξη-θεωρία-πράξη, έτσι όλα όσα μπορούσες να συναγάγεις με αυτή την αρχική και μερική νοημοσύνη θα μπορούσαν να συγκριθούν άμεσα με όλο αυτό. Ο επόμενος εμπλουτισμός λόγω της επαφής με την εμπειρία των νεογέννητων ομάδων ή των συντρόφων που συμμετείχαν σε αυτές. Το περιοδικό του Μανιφέστο που σε κάνει να αγκαλιάσεις μια γνώση ευρέως διεθνή, η προσέγγιση με τον μαοϊσμό, που παρεξηγήθηκε και επειδή είχε την στάμπα μέσα από το Κομμουνιστικό Κόμμα ως απόκλιση. Όλα αυτά έχτισαν, μαζί με τον γκεβαρισμό, τα κληροδοτήματα των αρχικών αναγνώσεων του γκεβαρισμού, την αρχική αποσκευή, γιατί μετά γίνεται αναπόσπαστο μέρος εκείνου του κεφαλαίου που αμέσως, μέσα σε ένα πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα, δίνει τόπο στη διαμόρφωση της εργατικής αυτονομίας.

Ερχόμαστε λοιπόν στην έξοδο σου από το Μανιφέστο και στην αρχή της εμπειρίας των αυτόνομων εργατικών Επιτροπών.

Ναι, όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα, αυτή είναι μια εξαιρετική χρονιά κατά την οποία καταναλώνεται η μετριοπαθής επιλογή της διοικητικής ομάδας (ή που αυτοπροσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, ως διοικητική ομάδα, θα μπορούσα να πω ότι συμμετείχα κι εγώ αλλά σε κάποιο βαθμό). Εκείνη τη χρονιά, το ’71, υπήρξε αυτή η τεράστια πληθώρα εμπειριών: απλά σκεφτείτε ότι γεννιέται στη Ρώμη η επιτροπή εργατών Fiat, η επιτροπή εργατών Pirelli που βρισκόταν εδώ στα περίχωρα της Ρώμης, η εργατική επιτροπή της Fatme, η πολιτική επιτροπή της Enel γεννιέται στα τέλη του ’70, η κολεκτίβα του Policlinico, πολλές από εκείνες τις εμπειρίες που υπόκεινται σε αυτήν την μαχητικότητα έξω από τις πύλες, ιδίως με τη Luciana Castellina, με την οποία εργαζόμαστε σε συμβίωση καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνου του έτους, με μια ιδιαίτερη αυταπάρνηση για μια πνευματική μορφή όπως η δική της.

Αυτό σημαίνει ότι η κυρίαρχη σκέψη είναι ακριβώς αυτή του χτισίματος, γύρω από τον κεντρικό πυρήνα της εργατικής αυτονομίας ή της εργατικής κεντρικότητας, ενός πλαισίου ρήξης με τις παλιές έννοιες, εκείνες του ξεχωριστού κόμματος, με την αυτονομία του πολιτικού και με την σύλληψη του συνδικαλιστικού στελέχους το οποίο, το πολύ, περιορίζονταν στην αντιμετώπιση της διαφωνίας και των συμβάσεων. Αυτό τον καρπό για τον οποίο μάθαμε εκείνη τη στιγμή μας τον δίδαξε ο δρόμος, μας τον δίδαξε η πραγματικότητα, μας τον δίδαξε και ο Panzieri αν θέλεις, και η συζήτηση που πραγματοποιούνταν μέσα στο περιοδικό La Classe-Η Τάξη, στα Κόκκινα Τετράδια-Quaderni Rossi, στο πρώτο Potere Operaio, στο ίδιο το περιοδικό του Μανιφέστο: όλα αυτά συνεπάγονται σαφώς μια μεγάλη σταθερή βάση, μια μεγάλη ταυτότητα. Όταν νιώσαμε τις πρώτες ρωγμές, ξεκινά μια κουβέντα που διαρκεί ένα χρόνο μέσα στο Μανιφέστο και αποτελείται από αντίθετες θέσεις: αφού κάναμε πολλές πολιτικές πρωτοβουλίες κοινές με το Potere Operaio, κάτω από μεγάλες σκηνές, συναντήσεις κ.λπ., μετά καταλαβαίνουμε από τα ουσιώδη γεγονότα ότι το πράγμα δεν είναι πλέον τέτοιο και ότι υπήρχε τουλάχιστον αυτή η συνεχής ολίσθηση που συμβαίνει σε όλες τις αριστερές, του να μην μπορούν να κάνουν δίχως το θεσμικό τους όριο. Ως εκ τούτου, ο θεσμικός περιορισμός τους παράγεται το ’72 με την επιλογή να ιδρύσουν το PDUP και να συμμετάσχουν στις εκλογές, οι οποίες ήταν άθλιες, αν δεν κάνω λάθος έφεραν σπίτι λίγο πάνω από το 1% ή κάτι τέτοιο. Ωστόσο, το κάταγμα είχε ήδη λάβει χώρα και ακόμη και στη νοοτροπία των καλών συντρόφων είχε εισέλθει ο ιός της εκλογικής διαδικασίας, της αναζήτησης της συναίνεσης της κοινής γνώμης και όχι του ριζώματος μέσα στον πληθυσμό, μέσα στο προλεταριάτο, δηλαδή η δημιουργία στρωμάτων άμεσης δημοκρατίας παρά εξουσιοδοτημένης δημοκρατίας. Επομένως, ήταν απαραίτητη η παρουσίαση τότε μέσα στο στρατευμένο πλαίσιο του Μανιφέστο εδώ στη Ρώμη (μιλάμε για 200-300 αγωνιστές) της ρήξης, επομένως όλου του τμήματος που αναφερόταν στην εργατική κεντρικότητα. Μας ενδιέφερε σχεδόν αποκλειστικά αυτή, ίσως με κάποια λάθη γιατί τότε θα έπρεπε να εμπλέξουμε μέσα στην κουβέντα όλους εκείνους τους συντρόφους που ήταν νέοι, που προέρχονταν από τους μαθητές γυμνασίου και οι οποίοι εκείνη τη χρονιά (1972 -73) στη Ρώμη ήταν μια τρομερή γενιά, που στα 13-14 χρόνια τους είχαν ήδη αναποδογυρίσει τους δρόμους της Ρώμης, όπως και οι φοιτητές του πανεπιστημίου, για να μην πούμε ότι η δομή της επιτροπής αγκιτάτσιας γειτονιών είχε ήδη βρει κάποιες εξελίξεις και ότι ως εκ τούτου βρισκόμασταν ήδη μέσα στη συζήτηση με το εργατικό κίνημα.

Όπως και να ‘χει, οι τέσσερις καταστάσεις (η πολιτική επιτροπή της Enel, η κολεκτίβα της Πολυκλινικής, η εργατική επιτροπή, η CUB των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους) δίνουν ζωή στην έδρα της Via dei Volsci. Αυτό με το πολιτικό έγγραφο που έγινε από τη διατριβή εξόδου από το Μανιφέστο, το οποίο παράγει σαφώς την εχθρικότητα προς αυτό το σύστημα, την άρνηση της εργασίας, την επιθετικότητα ενάντια στον εθνικισμό για την ουσιαστική υπόθεση μιας συνεχούς διεθνιστικής εμπειρίας και σύνδεσης, και την βίαιη κριτική ενάντια σε οποιαδήποτε θεσμική μετάβαση: αυτοί είναι οι τέσσερις πρόδρομοι ξεκινώντας ξεκάθαρα από αυτό που ζούμε εκείνη τη στιγμή, που ήταν η εργατική αυτονομία. Γύρω από το άνοιγμα αυτής της έδρας τοποθετείται αμέσως μια μεγάλη ευθύνη που είναι εκείνη για την οποία δεν έχουμε μιλήσει μέχρι τώρα, δηλαδή η αστική αντίδραση, η Κρατική σφαγή του ’69 και η επαλήθευση ότι δεν είναι δυνατόν να ασκήσουμε πολιτική δραστηριότητα απελευθέρωσης των προλεταριακών μαζών χωρίς τη χρήση βίας, χωρίς την ικανότητα, δηλαδή να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας, να ξέρουμε πώς να αντεπιτεθούμε, να είμαστε προετοιμασμένοι όχι μόνο να χρησιμοποιήσουμε τα όπλα της κριτικής αλλά και την κριτική των όπλων. Αυτό ήταν ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό μάθημα που το είχαμε ήδη αντιληφθεί σε κάποιο βαθμό μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο, ήδη κατά τη διάρκεια των ετών ’67 -’68-’69, έστελνε σε εκείνους που είχαν ευθύνες, ξεκινώντας από τον γραμματέα του τμήματος, τις πολύ γρήγορες οδηγίες για την αφαίρεση των καρτών μέλους των αγωνιστών από τις ενότητες, επειδή υπήρχαν οι σωστοί λόγοι που θα καταλαβαίναμε αργότερα μέσα στην ιστορία μας. Ο πραξικοπηματισμός ήταν πάντα μια παρούσα δραστηριότητα-πραγματικότητα, εξάλλου οι έλληνες συνταγματάρχες πήγαιναν στην εξουσία το ’67, οι δραστηριότητες των φασιστών ήταν πάντα εκεί, και αυτό που συνέβη στο πανεπιστήμιο το μαρτυρεί. Ως εκ τούτου, η Κρατική σφαγή λειτούργησε ως κουδούνι συναγερμού, προκάλεσε επίσης μια ξαφνική ανάπτυξη σε εκείνους που ήταν μεταξύ των ηλικιών είκοσι και τριάντα, οι οποίοι έπρεπε και να αναλάβουν την ευθύνη της αντιμετώπισης των πραξικοπηματικών δραστηριοτήτων μπροστά σε μια κατάσταση που τους έβλεπε σχεδόν σε δυσχερή θέση, λαμβάνοντας υπόψη ότι η σφαγή σημαδεύτηκε ανοιχτά στα αριστερά με τη δολοφονία του Pinelli, τη σύλληψη του Valpreda κ.λπ. Συνεπώς, γεννιέται η επιτροπή ενάντια στη σφαγή του Κράτους, της οποίας είμαστε μέρος ως πολιτική επιτροπή της Enel και ως συλλογική ομάδα του Policlinico, η οποία ήδη αναγνωρίστηκε την εποχή του έτους ’70, στο πλαίσιο των μεγάλων ομάδων (Potere Operaio, Lotta Continua, Avanguardia Operaia κ.λπ.), ως ένα από τα στοιχεία συνολικής φύσεως.

Επομένως, συμμετέχουμε σε όλα αυτά τα γεγονότα ξεκινώντας από τις μεγάλες συγκρούσεις που συμβαίνουν κυρίως στην πλατεία του Μιλάνο, με την 12 δεκεμβρίου 1970, ’71, ’72 και ούτω καθεξής, με τη μεγάλη συμμετοχή ενός κινήματος που μετακινεί λεωφορεία δίχως τέλος, με εξαιρετικά σκληρές συγκρούσεις στο δρόμο. Ήδη μεταξύ του τέλους του ’69 και της άνοιξης του ’70 υπάρχει η ανακάλυψη και η χρήση των molotov, εδώ στη Ρώμη ξεκινώντας ιδίως με την άφιξη του Νίξον στην Ιταλία, η οποία προκάλεσε αποφασιστικές συγκρούσεις, δεν μπορούσαμε να δούμε ούτε τη σκιά της αμερικανικής πρεσβείας αλλά συγκρουστήκαμε επανειλημμένα μέσα στο ημικύκλιο του σταθμού και στις γύρω περιοχές. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα να πούμε: «Δεν μπορούμε να περιοριστούμε σε πλατωνικές χειρονομίες ενάντια στην επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού σε αυτά τα επίπεδα, επομένως πρέπει να έχουμε την ελευθερία να υποστηρίξουμε την πτώση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Βιετνάμ και τη λύση για τους παλαιστινίους», αυτή ήταν η άφθονη και γραπτή δέσμευση καθώς εξασκήθηκε από αυτές τις πρώτες δέκα ομάδες συντρόφων που, μεταξύ άλλων σε αστείο επίπεδο, έφτιαχναν τα πρώτα κοκτέιλ molotov με μπουκάλια Coca Cola και αντιλαμβάνονταν αμέσως πως δεν έσπαζαν, αυτή ήταν η αρχή μέσω εκείνων που μεταδόθηκαν από τους παρτιζάνους που ήταν την εποχή εκείνη λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτεροι από εμάς. Έτσι έχουμε, κρατική σφαγή, επιτροπή ενάντια στην σφαγή του Κράτους, επιτροπή για την ελευθερία του Valpreda, διαδηλώσεις, βόμβες από όλες τις πλευρές, δολοφονίες συντρόφων ειδικά στην πλατεία του Μιλάνο, αλλά και στη Ρώμη τα πράγματα δεν πήγαιναν πίσω, θωράκιση κάθε κατάστασης, συλλήψεις.

Και όλα αυτά διατυπώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες του περάσματος σε περαιτέρω περιπέτειες σε αυτήν την περίπτωση, το άνοιγμα της έδρας της οδού dei Volsci είναι σίγουρα ένα τιτάνιο εγχείρημα επειδή, είναι αλήθεια πως είναι η εποχή των ομάδων, των μικρών ομάδων και των πολύ μικρών ομάδων, που δίνουν την εικόνα ότι εδώ στην Ιταλία υπάρχει μια άλλη μορφή πολιτικής, δεν υπάρχουν μόνο τα παραδοσιακά κόμματα που ανταγωνίζονται για την εξουσία. Ως εκ τούτου, οι ομάδες, 100 ή 1000 στρατευμένων, που αντιπροσωπεύουν σίγουρα ένα άλλο εξαιρετικά αντι-θεσμικό πρόσωπο ακόμη και μεταξύ των πιο μετριοπαθών, παρουσιάζουν τη δυνατότητα που δείχνει πως η πολιτική επανατοποθετείται από τα κάτω. Αυτή είναι μια θεμελιώδης ιστορία, είναι δύσκολο να την δείτε σε άλλες παγκόσμιες καταστάσεις και συγκυρίες ή σε γειτονικά περιβάλλοντα εδώ στην Ευρώπη, ίσως βρίσκεται στην εμπειρία του γερμανικού φοιτητικού κινήματος, του Rudy Dutschke πάνω απ’ όλα κ.λπ., που στη συνέχεια θα αντηχήσει και στο γερμανικό αντιπυρηνικό κίνημα, αλλά όχι στο γαλλικό, για παράδειγμα, που κυριαρχείται κυρίως από την παραδοσιακή φιλοσοβιετική συνιστώσα και από την τροτσκιστική. Η μεταβλητή, η ιταλική περίεργη κατάσταση είναι ακριβώς ότι υπάρχει χώρος για όλους, ίσως για πάρα πολλούς. όλα αυτά αντικαθιστούν την πιθανότητα της δημοκρατίας εδώ στην Ιταλία, μετά τελικά πρέπει να είναι αυτό, η ικανότητα να μπορείς να απορρίψεις το diktat ή τις συνωμοσίες που γίνονται μεταξύ της CIA, των μυστικών υπηρεσιών και του κυρίαρχου κόμματος, όλο αυτό έχει βαρύνει πολύ τους ώμους των ομάδων της επαναστατικής αριστεράς, στην οποία και εμείς ήμασταν εν μέρει μια αναφορά. Στην πραγματικότητα το έργο της οδού dei Volsci θα ήταν λάθος να μην προσδιοριστεί ως τιτάνιο, γιατί, πως μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι μια εκατοστή εργαζόμενοι πρώτα απ’ όλα, με περίπου είκοσι ολοκληρωμένα στελέχη, βάζουν στο μυαλό τους ότι δύνανται να αντιμετωπίσουν μια τόσο μεγάλη κατάσταση, τη ρήξη και με τα κεφάλαια μιας θεωρητικής βάσης από τη μία πλευρά και μιας ιστορικής βάσης από την άλλη, η οποία έχει τεράστιες εμπειρίες στον εθνικό και τον διεθνή τομέα; Επομένως, είναι ακριβώς ο τερματισμός μιας δυνατότητας να επαναλαμβάνεις σε κάθε περίπτωση, εάν θέλεις να δημιουργήσεις τις προϋποθέσεις για να επαναστατικοποιήσεις το σύστημα, αυτή είναι μια από τις εμπειρίες που μπορείς να πραγματοποιήσεις, δεν έχει σημασία αν είστε 100, 10 ή 50, το πρόβλημα είναι να έχεις και να διατηρείς μια υγιή ρίζα στη μέση της τάξης, να κάνεις το πολύ ένα ή δύο βήματα προς τα εμπρός και να μην κάνεις περισσότερα για να αποφύγεις τις κουτρουβάλες, να μην δημιουργείς διαχωρισμούς πρωτοποριακού τύπου μεταξύ του τι υπόσχεσαι να κάνεις και της αδυναμίας να το πράξεις αυτό, το οποίο σαφώς δημιουργεί επίσης τρομοκρατικές μορφές, έτσι υπήρχε η απόρριψη της τρομοκρατίας ως τέτοιας. Επομένως, αυτό μας επέτρεψε να χτίσουμε ένα μάγμα, ένα υφάδι, μια αναγνώριση γύρω μας, και αμέσως, χωρίς ποτέ να κρυσταλλώσουμε (επειδή αυτή υπήρξε η αρχή), να πάμε να αναζητήσουμε τους όμοιους μας. Και αυτό το βρήκαμε αμέσως στη σύγκριση, την επαλήθευση, έχοντας αθανατοποιήσει καλά την έννοια, την υποστήριξη (αυτή στην αρχή πιθανώς πολύ γκραμσιακή) πως το επίκεντρο μιας πολιτικής δύναμης είναι σχετικό, πάνω από όλα, με μαρξιστικούς όρους, με την εργατική κεντρικότητα: και επομένως, πού αν όχι στο Μιλάνο, το Τορίνο κλπ; Συνεπώς, ξεκινούμε, πηγαίνοντας να βρούμε εκείνους που δεν γνωρίζαμε, την αυτόνομη συνέλευση της Φίατ Mirafiori, την οποία στη συνέχεια θα βρούμε, και θα γίνουμε αδελφοί και φίλοι με τον Alfonso Natella, ο οποίος αγγίζει την αυτόνομη συνέλευση αλλά μας επιτρέπει να επικοινωνήσουμε και να βιώσουμε εμπειρίες για όλους αυτούς τους πρώτους χρόνους, από το ’69, ’70, ’71, με τους εργάτες της Φίατ Rivalta και της Φίατ Mirafiori, κοιμώμενοι στα σπίτια τους, κάνονταν μαζί τους παρέμβαση στις πύλες.

Απομακρυνόμενοι ξεκάθαρα από τις δικές μας ρωμαϊκές περιπτώσεις, αυτό μας επιτρέπει αυτή τη συσσώρευση, αυτή την αναγνώριση, με τον ίδιο τρόπο η συνέλευση της Alfa Romeo, η πολιτική επιτροπή της Sit-Siemens, αυτή της Pirelli, μετά η αυτόνομη συνέλευση του Porto Marghera που ήταν το άλλο άκρο της κατάστασης. Αλλά και εδώ δεν υπήρχαν πιο σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί ακρογωνιαίοι λίθοι, υπήρχε η εμπειρία που είχα κάνει μαζί με άλλους στην εξέγερση των τεχνικών, πάντα μια άλλη έκφραση αυτής της εποχής, που σε περισσότερες θέσεις εργασίας όπου ήταν παρόντες φιγούρες, ακριβώς οι τεχνικοί, τα μεσαία στελέχη εν συντομία, μας επέτρεψαν σαφώς να τοποθετήσουμε αυτήν την εμπειρία πολιτικού και συνδικαλιστικού χαρακτήρα μαζί, και να υποστηρίξουμε το εργατικό κίνημα αντί να είμαστε υποταγμένοι στον κύκλο παραγωγής και επομένως στο κεφάλαιο. Αυτή ήταν μια άλλη δυνατότητα που μας επέτρεψε να διατηρήσουμε σχέσεις στην Μπολόνια με την Ducati και με την Sasib, που ήταν δύο μεσαίου μεγέθους εργοστάσια αλλά σημαντικά και αποφασιστικά, στη Φλωρεντία με το Galileo: αυτό για να πούμε πως το υφάδι ήταν μεγάλης έκτασης, και Νότια με την Italsider του Taranto και κυρίως στη Νάπολη με την Ignis και μάλιστα με έναν πολιτικό σχηματισμό που ήταν το PCI-ML Lotta di Lunga Durata-ΚΚΙ μλ Αγώνας Μακράς Διαρκείας, επομένως ένας μαοϊκός σχηματισμός, η κόκκινη γραμμή που προέκυψε από την καταστροφή του PCd’I, και αυτός ο σχηματισμός είχε μια πολύ σωστή και πολύ ευχάριστη συμπεριφορά απέναντί μας.

Υπήρχε όλο αυτό το μάγμα, αυτό το πέρασμα, αυτό το έργο της χρονιάς ’72, αυτό το άνοιγμα της εφημερίδας Potere Operaio της Δευτέρας, αυτή η γόνιμη συζήτηση, αυτό το αίτημα για τη διάλυση των ομάδων που σχετίζονται περισσότερο με την εργατική κεντρικότητα, κάτι που έκανε ένα μεγάλο μέρος του Potere Operaio, ένα άλλο μέρος επέλεξε να αφιερωθεί σε εσωτερικές διαδικασίες στον νεογέννητο λεγόμενο ένοπλο αγώνα. Όλα αυτά μας επέτρεψαν να φτάσουμε σε αυτή τη σύγκληση του μαρτίου 1973, που ήταν ένα είδος γενικής μάζωξης της εργατικής αυτονομίας χωρίς ε και χωρίς α με κεφαλαία γράμματα, τόσο που ιστορικά θα οριστεί ως εξής: η συνέλευση της Μπολόνια του μαρτίου 1973 είναι τη γενική συνέλευση της εργατικής αυτονομίας, είμαστε εκεί για να περιγράψουμε αυτή τη μορφή κινήματος, αυτή τη δυνατότητα ρήξης ενάντια στα αντιπροσωπευτικά θεσμικά όργανα, αυτή την εναλλακτική λύση έναντι του ρεφορμισμού, αυτή την απόρριψη του μοναδικού υπάρχοντος κόμματος κ.λπ., μέσω αυτών των μικρών διατριβών που τεκμηριώνονται στο βιβλίο «Ανθολογία της εργατικής αυτονομίας». Αυτή είναι η άλλη φάση, η αναχώρηση εδώ από τη Ρώμη, τουλάχιστον από την άποψη του ομιλητή, στο Μιλάνο υπάρχουν οι πολύ πλήρεις εκφράσεις της Alfa, της Sit-Siemens, ικανές να έχουν πράξει πράγματα ακραίως εξαιρετικά, δημιούργησαν αυτό που ήταν το πραγματικό και αυθεντικό θερμό φθινόπωρο από την επικεντρωτική άποψη, το σαμποτάζ των εμπορευμάτων, il salto della scocca [2], την άρνηση της εργασίας, την απεργία εργαζόμενος ανά εργαζόμενο, σε σκακιέρα κ.λπ. είναι όλες επινοήσεις της εργατικής αυτονομίας εκεί, τις οποίες καθόρισαν και οι οποίες τους καθόρισαν.

Αυτό μετά συνοψίστηκε από τα συνδικάτα στην θεματική των συμβουλίων. όλη η εργατική ιστορική επαναστατική αριστερά, αυτή που γεννήθηκε την παραμονή του 1900 και στη συνέχεια αντανακλάται υπό τον λενινισμό και αποδεκατίζεται από αυτόν, βρίσκεται σε αυτή την συμβουλευτική πτυχή, και ως εκ τούτου στη γέννηση των συμβουλίων αυθόρμητων αντιπροσώπων, στην απόφαση που πάρθηκε πρώτα στο Mirafiori, μετά στη Rivalta, μετά στην Alfa και μετά σταδιακά επίσης εδώ στην Enel, στο Policlinico κ.λπ. ύστερα το μαϊμούδισμα της συνδικαλιστικής αριστεράς δίνει αντιθέτως ζωή σε μια θεσμική μορφή που βρίσκει στη συνέχεια χώρο στο Καταστατικό των εργαζομένων ως εξελικτική μορφή ενός συνδικάτου προς την επανένωση. Ιδού, πιστεύω ότι αυτή είναι η συστατική βάση αυτού που γέννησε την εμπειρία της εργατικής αυτονομίας χωρίς α και ο κεφαλαία γράμματα, μια απόπειρα που στη συνέχεια αποτυγχάνει εκεί, όπως και άλλες απόπειρες δεν πέτυχαν, να δώσει ζωή σε ένα πολυφωνικό σύνολο, ευέλικτο, ικανό να γνωρίζει να είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου. Επίσης επειδή, παρόλο του ότι ανήκαν στο μοναδικό οδόφραγμα, υπήρχαν πολλαπλοί σύντροφοι σε αυτήν την ιστορία, η Potere Operaio της δευτέρας έδωσε μεγάλη συμβολή στη γέννηση αυτού, πιθανώς δεν μπορούσε να κάνει δίχως, επειδή το Potere Operaio ήταν ήδη σε διάλυση, μετά ένα μέρος του ήδη κοίταζε την εμπειρία της εργατικής αυτονομίας με κακό μάτι θεωρώντας σαφώς μια άλλη περιπέτεια που χρειάζονταν να διατρέξει, δηλαδή εκείνη του ένοπλου αγώνα. Ως εκ τούτου, υπήρχε από την πλευρά τους η άμεση σκέψη ότι ήδη γύρω στο ’71 -’72 τα επαναστατικά παιχνίδια είχαν ανοίξει για τα καλά εδώ στην Ιταλία, όταν αντιθέτως το μπαστούνι του κουμάντου για άλλη φορά το κρατούσε η αστική τάξη που είχε συμμαχήσει με τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, οπότε μπόρεσε να αντέξει μια Κρατική σφαγή, ήταν σε θέση να έχει αυτή την μαύρη διεθνή ως ομφάλιο λώρο γύρω από την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Τουρκία κ.λπ. Συνεπώς, είναι τα λάθη της εκτίμησης που φαίνεται να έχουν μια σορελιανή [3] μορφή, απολύτως επιρρεπή της περιπετειώδους φύσης.

Είναι αλήθεια ότι και οι πειραματισμοί της υποκειμενικότητας του Feltrinelli συνέβαλαν επίσης σε όλο αυτό, καθώς στην σύνδεση με κάποια μορφή παρτιζανισμού είχε δει στον πραξικοπηματισμό του στρατηγού De Lorenzo και ολόκληρης της κάστας που ήταν συνδεδεμένη με τη CIA και το ΝΑΤΟ την αναγκαιότητα να είναι προετοιμασμένοι, σε μια μορφή γκαπίστικης φύσης. Υπήρχε λοιπόν αυτή η ακραία μορφή υποκειμενικότητας (αργότερα εκφράστηκε από μια φιγούρα που είναι πολύ σεβαστή, αλλά περισσότερο από αυτό όχι, από μια πολιτική άποψη ήταν μιας τεράστιας πολιτικής ανυπαρξίας) προετοιμάζει και προδιαθέτει τουλάχιστον κάποιες μορφές πνευματικότητας σε αυτή την τυπική επιλογή της περιπέτειας που επαναλαμβάνεται στην ιστορία. Και όπως σε μερικά κομμάτια του Potere Operaio (σκέφτομαι τον Piperno περισσότερο από τον Negri) υπάρχει ένας έρωτας για αυτό το πέρασμα, γράφεται σε εκείνες τις φάλαγγες πως ήδη το ’71 ο κύκλος της εργατικής αυτονομίας εξαντλήθηκε και επομένως ξεκινούν εκεί τουλάχιστον να διαπράττονται σοβαρά λάθη.

Πραγματικά δεν υπάρχει παρομοίωση, δεν υπάρχει ακριβώς η δυνατότητα σύγκρισης στο να υποστηρίζουμε ότι ένας κύκλος είχε τελειώσει όταν αντιθέτως ο κύκλος άρχισε να ανοίγει το ’69 και δεν θέλω να πω ότι πρέπει αναγκαστικά να ολοκληρωθεί στην καταστροφή των 51 ημερών της Fiat το 1980, αλλά λίγο πολύ μπορούμε να τον απεικονίσουμε σε αυτήν την περίοδο παρά σε άλλους πιθηκισμούς. Και με τον ίδιο τρόπο, ειδικά ξεκινώντας από πλατείες του Βορρά, όπου πιθανώς το στρατευμένο υφάδι ήταν πολύ πιο έντονο ή εξίσου έντονο, υπάρχουν επεισόδια νόμιμης αυτοάμυνας, βίας εναντίον πραγμάτων, εναντίον και ανθρώπων, λόγω αυτής της μαζικής εκμετάλλευσης του εργατικού κινήματος σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη, τα οποία, μη βρίσκοντας τη θέση μιας μαρξιστικής περίπτωσης μέσα σε αυτήν την περιοχή προτίμησαν να αφιερωθούν ή να ξοδέψουν κάθε δυνατή υποκειμενικότητα σε μια σχεδόν ασταμάτητη δράση ένοπλης σύγκρουσης, η οποία περισσότερο αντιπροσώπευσε επεισόδια ένοπλης προπαγάνδας και όχι επεισόδια ικανότητας στη σύναψη συμβάσεων, αποτελεσματικής ισορροπίας ισχύος. Γιατί εάν ο ένοπλος αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι μόνο μια προσωρινή παραλλαγή της πολιτικής δραστηριότητας, πρέπει να είναι σε θέση να οικοδομήσει μια ανισορροπία στις σχέσεις ισχύος, πρέπει να ξέρει πώς να κερδίσει κάποιο πέρασμα και όχι να υποχωρήσει.

Και εκεί ακριβώς, χωρίς κανέναν έλεγχο, συνήθως τι συνέβαινε τότε; Εάν έπρεπε να είχε γίνει στον ελάχιστο βαθμό η σύγκριση με το παρτιζάνικο κίνημα, είναι αρκετά γνωστό ότι μπροστά στους ένοπλους παρτιζάνικους σχηματισμούς, μπροστά στους μαχητές υπήρχε πάντα ο πολιτικός επίτροπος: αυτό δεν ήταν μόνο μια μορφή ελέγχου κατά των υπερβολών, αλλά ήταν η ικανότητα να γνωρίζουμε πώς να συμπληρώσουμε τη κατεύθυνση αυτής της δραστηριότητας. Επειδή εάν εκείνη η δραστηριότητα ήταν δίχως κατεύθυνση, αν εγώ χτίζω μπάντες για να δημιουργήσω δυσκολίες για τον εχθρό και αντιθέτως στρέφω όλη την προσοχή στα χρήματα, τις ληστείες πολιτικού χαρακτήρα, λάθη αξιολόγησης του πεδίου της μάχης: λοιπόν γι’ αυτό υπήρχαν οι πολιτικοί επίτροποι που διοικούσαν περισσότερο από τους στρατιωτικούς διοικητές υπό αυτή την άποψη. Και αυτό το πλαίσιο δεν υπήρξε ποτέ, με μια προσεκτική εξέταση οι υπερβολές δεν θα είχαν συνδεθεί ποτέ ούτε στο πεδίο ούτε στην αξιολόγηση. Επομένως, υπήρξε αμέσως από την αρχή αυτής που είναι η ταχεία διαδικασία μιας απόπειρας παραγωγής αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης εντός της εργατικής αυτονομίας, μια απόπειρα άρνησης, αφαίρεσης, ένα κέρδος, μια εκμετάλλευση και επάνω σε εκείνες τις δυνάμεις που έκαναν σημαντικές εργασίες χτισίματος μέσα στο επίκεντρο του εργοστασίου και της επικράτειας για να φτάσουν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για αυτή τον απερισκεψία στη συνέχεια. Επειδή έγινε εκμετάλλευση της δυνατότητας να θεωρούμε αυτούς τους συντρόφους ως συντρόφους σε κάθε περίπτωση και συνεπώς όχι συντρόφους που έκαναν λάθος, μετά ίσως ακόμη και να χρησιμοποιήσαμε αυτό τον ορισμό, γνωρίζαμε και πολλούς από αυτούς προσωπικά, και δεν ήταν δυνατό να φτάσουμε στο σημείο να εννοήσουμε ότι μπορούσαν να προσφερθούν ατιμώρητα στην καταστολή, στο αστικό Κράτος.

Είναι τα επόμενα χρόνια, την επομένη της ημέρας που αντιληφθήκαμε πως παρανοήσαμε-παρεξηγήσαμε, από περιπέτεια σε περιπέτεια μέχρι την απαγωγή του Μόρο, που καταλάβαμε ότι εκείνο ήταν το επίκεντρο του Κράτους και συνεπώς ότι παίξαμε μπουνιές με οποιαδήποτε θεωρία και μαρξιστική πρακτική κάτω από αυτό το προφίλ. Αλλά θα περιοριστώ εδώ σε αυτήν την απάντηση, έχοντας κατά νου ότι έτσι κι αλλιώς η πορεία του αρχικού σχηματισμού έως τις εντελώς προσωπικές ευθύνες στο χτίσιμο ενός σημαντικού επαναστατικού μονοπατιού εδώ στην Ιταλία συνεπάγονταν σαφώς αυτό το ξεκίνημα.

[1]. Άγκνες Χέλερ. Φιλόσοφος

[2]. Το άλμα του αμαξώματος ήταν μια λειτουργία συναρμολόγησης, που δεν πραγματοποιoούνταν, ενός μεμονωμένου κομματιού κατά τη μεταφορά στη θέση εργασίας. Έκανε να τρελαθούν τα τμήματα επεξεργασίας.

[3]. Ζωρζ Σορέλ, Φιλόσοφος

https://www.infoaut.org/notes/gli-autonomi-ed-il-manifesto

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Οι αυτόνομοι και το Manifesto

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s