ένοπλη πάλη, lotta armata

Gianfranco Faina: Ο Λένιν και ο Μαχνό σε συνέχεια

25 NOΕΜΒΡΙΟΥ 2020 | IN NOTES. ΣΤΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Δημοσιεύουμε αυτό το κείμενο που έγραψε ο Giorgio Moroni. Gianfranco Faina: Lenin e Machno in continuità

Sergio Bianchi, Ξέσπασμα, 1998

Οι θεωρίες δεν γίνονται παρά μόνο για να πεθάνουν στον πόλεμο του χρόνου:

είναι μονάδες λιγότερο ή περισσότερο δυνατές που χρειάζεται

να εμπλακούν στη σωστή στιγμή του αγώνα…

οι θεωρίες πρέπει να αντικατασταθούν, επειδή οι αποφασιστικές νίκες τους,

περισσότερο από τις εν μέρει ήττες τους, καθορίζουν τη φθορά τους.

(Guy Debord, από In girum imus nocte et consumimur igni)

Αυτό το απόσπασμα του Debord, που έχει ληφθεί από μια από τις πιο γνωστές πειραματικές του ταινίες, είναι το σημείο εκκίνησης για έναν στοχασμό σχετικά με την ενεργό ζωή του Gianfranco Faina (1935-1981), τον οποίο προσπαθώ να οδηγήσω ξεκινώντας από τα τελικά αποτελέσματα για να επιστρέψουμε στον καιρό του πολιτικο-πνευματικού του σχηματισμού, και όχι από το πιο διάσημο μονοπάτι του [1] που τον οδηγεί από το PCI-ΚΚΙ στον εργατισμό και έπειτα μέσα από διάφορα περάσματα στον τελικό αναρχισμό. Αυτή η ιδιομορφία μπορεί να είναι χρήσιμη για την ανίχνευση κάποιου ουσιαστικού στοιχείου συνέχειας, ακόμη και μέσα στη συνεχή αλλαγή των θέσεων που πήρε ο Faina και για τις θεωρίες που έχει υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της στράτευσης του, και ένα εξίσου αξιοσημείωτο στοιχείο πρωτοτυπίας της κριτικής του έρευνας. Μπορώ να γνωστοποιήσω εκ των προτέρων ορισμένα συμπεράσματα στην εισαγωγή: η συνέχεια έγκειται, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, στην ηθική επιταγή που χαρακτήρισε την πολιτική του δράση μέχρι τις ακραίες συνέπειες, από την εποχή της στράτευσης του στην έδρα του Κκι «Giuseppe Spataro» και στη γενουατική Γραμματεία της νεολαίας του κόμματος Fgci μέχρι τη δραστηριότητα στις επιτροπές και τα στέκια που προέκυψαν γύρω στα Εξήντα οκτώ και τελικά στα τελευταία χρόνια της ένοπλης στράτευσης και φυλάκισης του. ενώ η αυθεντικότητα και επίσης η ανωμαλία, σε σχέση με τις πολλές άλλες πλούσιες τροχιές της ζωής και της αιρετικής στράτευσης στην άγρια ​​πλευρά-on the wild side που χαρακτήρισαν τη μεγάλη εποχή του κινήματος στην Ιταλία στα χρόνια ’60 και ’70 του προηγούμενου αιώνα, συνίστανται στο να επιλέγει συνεχώς να υποβάλει στην εξέταση των γεγονότων, και τελικά της επιστήμης (και των τεχνολογικών και επίσης κοινωνιολογικών εξελίξεων), την θεωρία της κοινωνικής επανάστασης, αποφεύγοντας με αυτό τον τρόπο κάθε μορφή ιδεολογικής κρυστάλλωσης, συμπεριλαμβανομένης της αναρχικής. Τούτου λεχθέντος, σκοπεύω να αποδώσω τον Φαίνα στον καιρό του, χωρίς να χτίσω ένα μνημείο στη φιγούρα του ή να διεκδικήσω με το ζόρι την επικαιρότητα του. Αυτό που τελικά ενδιαφέρει είναι να ανακαλύψουμε ξανά τα ίχνη του και να τα ακολουθήσουμε για να κατανοήσουμε την παραδειγματικότητά τους, ακόμη και πέρα ​​από το γενουατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κυρίως λειτούργησε ο Faina. Ωστόσο ο πρόλογος δεν θα ήταν πλήρης αν δεν ανέφερα επίσης το γεγονός ότι για την φιγούρα και την δραστηριότητα του Gianfranco Faina ασχολήθηκαν, προκειμένου να ερευνηθούν οι δικαστικές επιπτώσεις, εκτός και τα όργανα διερεύνησης και τις αστυνομικές αρχές, ακόμη και ορισμένα επίσημα στελέχη του κομμουνιστικού Κόμματος, γενουάτες, λιγότερο από είκοσι χρόνια μετά τη στράτευση του σε αυτό το κόμμα και, ουσιαστικά, χωρίς αυτό να αναφέρεται κάπου: σε ένα φυλλάδιο που διανεμήθηκε στη Γένοβα το 1979, λίγο μετά τη δολοφονία του εργάτη Guido Rossa από τις ερυθρές Ταξιαρχίες, για καθυστερήσεις και αναποτελεσματικότητα στη δράση της Δικαιοσύνης και των αστυνομικών δυνάμεων, τα όργανα διερεύνησης καλούνται να αντιμετωπίσουν την «ενοχλητική» στάση του. [2]

1) Ο Gianfranco Faina πέθανε στη Vignola (Pontremoli) στις 11 φεβρουαρίου 1981 σε ηλικία 46 ετών. Μεταφέρθηκε εκεί ετοιμοθάνατος από το ογκολογικό νοσοκομείο του Μιλάνο, λίγες εβδομάδες μετά την απελευθέρωσή του από τις «ειδικές» φυλακές του Πάλμι, μετά την καθυστερημένη χορήγηση προσωρινής αποφυλάκισης λόγω της κακής πλέον κατάστασης της υγείας του. Βρίσκεται στη φυλακή από τον ιούνιο του 1979 ως μαχητής της Επαναστατικής Δράσης-Azione Rivoluziona­ria, παράνομης ένοπλης ομάδας στης οποίας τη σύσταση το 1977, μαζί με τον Vito Messana και τον Salvatore Cinieri, έδωσε μια αποφασιστική ώθηση. Η Azione Rivoluzionaria, στην οποία έχουν ενταχθεί περίπου εκατό σύντροφοι, χαρακτηρίστηκε στη σύντομη ύπαρξή της, σε σύγκριση με άλλους ένοπλους σχηματισμούς εθνικού προφίλ, όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, οι NAP και η Πρώτη Γραμμή, για μια δομή βασισμένη σε μικρές ομάδες συγγενικές, όπως οι φάλαγγες ή οι ομάδες, και για την αναρχοκομμουνιστική μήτρα των μελών τους. Οι ένοπλες ενέργειες, γενικά επιδεικτικές αλλά μερικές φορές και αιματηρές, επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (δείτε τον τραυματισμό του δημοσιογράφου της εφημερίδας του Κκι «l’Unità» Ferrero και τη δράση κατά των εκδόσεων Paοline που διεκδίκησε η Action Revolutionary Feminist- Azione Rivoluzionaria Femminista), ή ήταν προσανατολισμένες στο θέμα της «κοινωνικής αποκατάστασης»: δείτε τον τραυματισμό του γιατρού των φυλακών της Πίζα, Alberto Mammoli, ο οποίος δεν θεώρησε ότι χρειάζονταν θεραπεία ο αναρχικός Franco Serantini, ο οποίος πέθανε στη φυλακή το 1972 μετά από ξυλοδαρμό που υπέστη αμέσως μετά τη σύλληψή του, [3] ή την επίθεση κατά της IPCA στο Ciriè, ένα εργοστάσιο βαφής στο Τορίνο με εκατοντάδες θανάτους από καρκίνο της ουροδόχου κύστης. [4] Το 1980, ο ίδιος ο Faina μαζί με άλλους μαχητές δήλωσαν, κατά τη διαδικασία της δίκης για την απαγωγή για αυτοχρηματοδότηση του πλοιοκτήτη από το Λιβόρνο, Tito Neri, την αυτοδιάλυση της οργάνωσης μετά την «διαπίστωση της ανεπάρκειας των εργαλείων και των μέσων» για την εξάσκηση θεωρητικών περιεχομένων και στόχων των οποίων η υπέρβαση ή η ήττα δεν αναγνωρίζεται. Πριν συμμετάσχει στην ίδρυση της AR, ο Gianfranco Faina ήταν στέλεχος των Ερυθρών Ταξιαρχών για μερικούς μήνες (μέχρι τον οκτώβριο του 1975), πιο συγκεκριμένα συμμετείχε στην φάση του οριζόντιου και κινηματίστικου σχηματισμού της γενοβέζικης φάλαγγας. Εκ ων πραγμάτων, ο Faina, ως ηγετική προσωπικότητα του κινήματος, συνέβαλε στην εισαγωγή των Ερυθρών Ταξιαρχών στη Γένοβα, θεωρώντας ότι ακόμη και μετά την απαγωγή του δικαστή Mario Sossi (απρίλιος 1974), η οποία, όπως είναι πλέον γνωστό, είχε οργανωθεί και διαχειριστεί «από έξω», η οργάνωση στην πρωτεύουσα της Λιγουρίας ουσιαστικά απουσίαζε, με εξαίρεση ένα σημαντικό δίκτυο «άτυπων» επαφών και σχέσεων · μόνο αργότερα, με την είσοδο στην οργάνωση στρατευμένων από άλλες ομάδες – ιδίως από τους μικρούς μαρξιστικούς/λενινιστικούς σχηματισμούς και από την Lotta Continua -, η οργάνωση θα αναλάβει μια διαμόρφωση ομοιογενή με τις άλλες φάλαγγες της Βόρειας Ιταλίας, με μαχητές και ρίζες τοπικές, και θα ακολουθήσει σταδιακά μια τρομοκρατική και δολοφονική πορεία. Ο Faina, μαζί με μερικούς από την ομάδα που αναφέρεται σε αυτόν, προσχώρησε στις Ερυθρές Ταξιαρχίες με την αυθόρμητη και μάλιστα αγνή πεποίθηση ότι ήταν σε θέση να αναπαράγει μια κατάσταση γκαπίστα-gappista «σε μεγάλο βαθμό», και να είναι σε θέση να την κυβερνήσει, σε συνέχεια της υποστήριξης που δόθηκε πριν λίγο καιρό στη λεγόμενη ομάδα «22 οκτώβρη», [5] αμέσως μετά τις συλλήψεις και ακόμη περισσότερο στα στάδια της δίκης, και παρά την έντονη και ξεκάθαρη λενινιστική και ακόμη και σταλινική χροιά της οργάνωσης, έχοντας στο νου ότι στον Faina είχε ήδη από αρκετά χρόνια ωριμάσει μια ριζική απόσπαση από τον λενινισμό. Πριν από τότε ο Faina είχε έρθει σε επαφή με την παράνομη δομή του Potere Operaio λίγο πριν από τη διάλυση. στη συνέχεια με αυτή της εργατικής Αυτονομίας και στη συνέχεια με την Senza Tregua. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ωστόσο, ήταν εμπειρίες υποστήριξης και αποσαφήνισης των στόχων της πολιτικής δράσης, της οποίας ο ορίζοντας εξακολουθεί να θεωρείται κεντρικός. Το σημείο καμπής της επιλογής του ένοπλου αγώνα του Faina ωριμάζει μεταξύ 1974 και 1975, όταν εξαντλείται η εμπειρία του νέου κινήματος του Balbi, στο τέλος των διαφόρων καταλήψεων που ακολούθησαν η μια την άλλη μεταξύ δεκεμβρίου 1972 και 1974. Η δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε, μαζί με άλλους συντρόφους, με την Εκδοτική Κολεκτίβα Γένοβα-Collettivo Editoriale Genova χρονολογείται από την ίδια εκείνη περίοδο. Ο Faina, ο οποίος ήταν τότε καθηγητής υπεύθυνος για την Ιστορία των Πολιτικών Κομμάτων στη Γένοβα, δημοσίευσε ορισμένους τίτλους γι’ αυτά [6], μεταξύ των οποίων ο συλλογικός τόμος Gauchisme, Marxism and Communist Revolution-Gauchisme, marxismo e rivoluzione co­munista-Αριστερά, Μαρξισμός και Κομουνιστική Επανάσταση (απρίλιος 1975), στον οποίο σταματώ, που ήδη στο εξώφυλλο («Η συνείδηση ​​που προέρχεται από το εξωτερικό είναι η πιο αλλοτριωμένη, αποξενωμένη μορφή της κατασταλτικής συνείδησης») ανακοινώνει το αντι-λενινιστικό περιεχόμενο και τον ελευθεριακό και αναρχικό χαρακτήρα του κομμουνισμού που συνέλαβαν ο Φαίνα και οι άλλοι συγγραφείς. Σε αυτό το έργο (επιμελημένο, εκτός από τον Gianfranco Faina, και από τους Roberto Sinigaglia, Luigi Grasso, Riccardo Degl’Innocenti, Emilio Quadrelli και την Mimma Castellucci, αυτή η τελευταία δεν αναφέρεται μεταξύ των συγγραφέων στην έκδοση) υιοθετείται, στην ανάλυση των κοσμικών γεγονότων του εργατικού και προλεταριακού κινήματος, η αριστερή άποψη-il punto di vista gauchiste, έτσι όπως αυτή καθιερώθηκε ξεκινώντας από τον γαλλικό Μάιο: είναι ο γαλλικός Μάης, ξαφνική εμφάνιση της σύγχρονης επανάστασης (όχι «η αιώνια εξέγερση των νέων» αλλά η «σύγχρονη νεολαία της εξέγερσης»), που επιβάλει, με την αμφισβήτηση των ερμηνευτικών συντεταγμένων της υπάρχουσας πραγματικότητας, την επανεξέταση της επίσημης ιστοριογραφίας και της μαρξιστικής ορθοδοξίας, ξεκινώντας από τις μειοψηφικές και ξεχασμένες εμπειρίες, ή σκόπιμα αγνοημένες, του ιστορικού αριστερού ρεύματος: Gorter, Pannekoek, το KAPD, η κριτική του συνδικάτου και του κόμματος και τα εργατικά συμβούλια. Αυτές οι εμπειρίες, ωστόσο, παρουσιάζονται ως η κρίσιμη ζύμωση που συνόδευσε την άνοδο και την ήττα του εργατικού κινήματος και των ιδεολογιών του, και ως εκ τούτου είμαστε προσεκτικοί να μην τις προτείνουμε ξανά, καθώς η ανάκαμψή τους θα αποτελούσε μια ακόμη ιδεολογική εμμονή, ούσα η ουσία της αριστερής σκέψης το «σκέπτεσθαι ως ενότητα κριτικής, θεωρίας και πρακτικής» που καταργεί μόνιμα και απομυθοποιεί όλες τις ιδεολογίες, καθώς και τις εκδηλώσεις σε υποστήριξη οποιουδήποτε αγώνα αναστατώνει την τρέχουσα λογική και την περιοχή του προβλέψιμου, της προγραμματιζόμενου και του ανακτήσιμου από την πλευρά της εξουσίας. Λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις του Jacques Camatte, [7] υποστηρίζεται ότι ο κύκλος της εργατικής τάξης έχει τελειώσει, καθώς οι στόχοι της έχουν επιτευχθεί και επειδή αυτή δεν είναι πλέον καθοριστικό υποκείμενο σε παγκόσμια κλίμακα.

2) Αλλά η αληθινή ουσία της κοινωνικής επανάστασης βρίσκεται στη ριζοσπαστική υποκειμενικότητα σε δράση στην κριτική της καθημερινής ζωής, όπως υποστηρίζει ο Raoul Vaneigem στο Γνωρίζοντας πώς να ζήσουμε-nel Saper vivere. Πραγματεία για τη χρήση των νεότερων γενεών-Trattato ad uso delle giovani generazioni [8] και στο Τρομοκρατία και επανάσταση-Terrorismo e rivoluzione, προσάρτημα στο ίδιο το Να ξέρουμε πως να ζούμε, που αναφέρεται ευρέως στο κείμενο. Και, ξεκινώντας από αυτό, είναι η αδημονία της απελευθέρωσης που εισβάλλει και επιστρέφει, με την πρόσκληση να τελειώσει η τρέλα σε ενέργειες που ορίζονται ως τρελές, της ελπίδας που βρίσκεται σε φαινομενικά απελπισμένες χειρονομίες, του να είσαι μέρος του εαυτού σου για να μπορέσεις να βρεθείς με τους άλλους. Η κριτική της αριστερής τρομοκρατίας από τους συγγραφείς της Αποκάλυψης και επανάστασης-Apocalisse e rivoluzione [9] και του Raul Vaneigem αναφέρεται πιστά στο κείμενο, αλλά περιοριζόμαστε να την αναλάβουμε λαϊκά ως αντίδοτο, σαν να την έχουμε στο μυαλό μας ως προειδοποίηση, χωρίς να παραιτηθούμε λόγω αυτής από το να οργανωνόμαστε και να πράττουμε. Όντως, ο Vaneigem ισχυρίζεται: η τρομοκρατία είναι ένα άμεσο προϊόν του συστήματος σε αποσύνθεση, είναι ένα μηδενιστικό φαινόμενο που κινδυνεύει να εμπλέξει την προλεταριακή εξέγερση σε μια αυτοκαταστροφική δυναμική, εάν αυτή αποτύχει να μετατοπιστεί στο θετικό έδαφος του ανατρεπτικού παιχνιδιού και του σαμποτάζ. Υποστηρίζουν οι Cesarano και Collu: η οργάνωση, η οποία για όλες τις λενινιστικές ομάδες είναι μια θεότητα που λατρεύεται, για άλλους είναι ένα ταμπού να πολεμάς εναντίον της. που αν το σκεφτείς είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και πάλι: ο εμφύλιος πόλεμος, που παράγεται «in vitro», ‘σε δοκιμαστικό σωλήνα’, από το κεφάλαιο, είναι το νέο ναρκωτικό που συντηρεί τη διάρκειά του, «πολλαπλασιάζοντας τους εφιάλτες των προλετάριων και (…) επιτυγχάνοντας οι περιοχές κυριαρχίας του να γίνουν περιχαρακωμένα στρατόπεδα, όπου οι πιστοί πολίτες του ταυτίζονται με τους αστυνομικούς του» (αναφέρεται στο κείμενο): πρέπει να σημειωθεί πόσο προφητικά είναι αυτά τα λόγια, στην εποχή της τρομοκρατίας ως κανόνα, αν μόνο σκεφτούμε στις εκνευριστικές τελετές της έρευνας και των ελέγχων στα αεροδρόμια και τους σταθμούς και στον απόλυτο εθισμό με τον οποίο όλοι, ευγνώμονες, υποτάσσονται σε αυτούς. Και Jean Barrot [10], που προέρχεται από τις I.C.O. (Informations Correspondance Ouvrières) και ιδρυτής του Mouvement Communiste, και κυρίως ο Emile Marenssin [11] παρέχουν αναφορές και συνεισφορές στις διατριβές της γενουάτικης ομάδας. Εάν η απόρριψη της μισθωτής εργασίας, που είναι το μέσο καταπίεσης και ο τρόπος της κεφαλαιοποίησης των ανθρώπων και της διαιώνισης του κεφαλαίου, είναι το θεμελιώδες στοιχείο ενοποίησης της «παγκόσμιας τάξης», ο Emile Marenssin υποστηρίζει πως το ίδιο το κεφάλαιο, ανίκανο να επιλύσει την εκρηκτική αντίφαση μεταξύ του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής του, που έχει αγγίξει στα όρια της πιθανής επέκτασής του, και των σχέσεων παραγωγής, τείνει να ξυπνήσει και να γενικεύσει ταυτόχρονα τη δική του αντεπαναστατική τρομοκρατία και την επαναστατική αντιτρομοκρατία των προλεταριοποιημένων ανθρώπων. Ο μόνος σκοπός αυτών των τελευταίων, λόγω του ίδιου του γεγονότος ότι πρέπει να επιβιώσουν και πως θέλουν να ζήσουν, δεν μπορεί παρά να είναι η άμεση μετάβαση στον κομμουνισμό. Ο Gianfranco Faina, ο οποίος, αφού τερμάτισε η εμπειρία της Εκδοτικής Κολεκτίβας Γένοβα και τελειώνοντας οριστικά τις σχέσεις με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες λόγω θεωρητικής ασυμβατότητας και συμπεριφορών, ιδρύει την Επαναστατική Δράση λίγο αργότερα, είναι ένας κομμουνιστής στρατευμένος που έχει φτάσει στη μοιραία στιγμή της επαναστατικής του δέσμευσης: μια εσωτερική ανησυχία τον ωθεί να στρατευτεί δίχως ανάσα σε κάθε πρωτοβουλία, δίνοντας έμφαση στη δράση με οποιοδήποτε κόστος, να θέτει στόχους σε κάθε περίπτωση. Τα δύο θεωρητικά έγγραφα που διαχέει η οργάνωση της Επαναστατικής Δράσης κατά την διάρκεια της ύπαρξή της (1978 και 1979), πριν από το ανακοινωθέν αυτοδιάλυσης, γράφονται εν μέρει από τον ίδιο τον Φαίνα και εν μέρει από άλλους μαχητές που τον συνόδευσαν στο δρόμο του: είναι αναγνωρίσιμο εδώ κι εκεί το ύφος του και πρέπει να διαβάσουμε και αυτά όπως τoν θεωρητικό προορισμό του στο τέλος ενός ταξιδιού στην πολιτική στράτευση που ξεκίνησε τριάντα χρόνια νωρίτερα.

3) Ο σκοπός της επανάστασης, ανοίγοντας έτσι το πρώτο από τα δύο έγγραφα [12], είναι η απελευθέρωση της καθημερινής ζωής. ακριβέστερα, πρέπει να είναι ένα ζήτημα αυτοαπελευθέρωσης που φτάνει τις κοινωνικές διαστάσεις, και όχι μια ταξική ή μαζική απελευθέρωση πίσω από την οποία θα κρύβεται πάντα μια ελίτ ή μια ιεραρχία και τελικά ένα Κράτος. Το νέο κίνημα όχι μόνο απορρίπτει το ιστορικό τέρας που είναι ο σοβιετικός μαρξισμός, αλλά και απορρίπτει τον μύθο του βιομηχανικού προλεταριάτου και της επαναστατικής τάξης, έναν μύθο που έθεσε το κίνημα του ’68 σε ένα τυφλό δρομάκι, ένα αδιέξοδο. Παρόλο που γίνεται λόγος εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα (τη στιγμή που γράφτηκε το έγγραφο) για τη μαρξιστική επιστήμη, για την επιστημονική κριτική της κοινωνίας του κεφαλαίου, η κριτική σκέψη έχει σημειώσει πολύ μικρή πρόοδο και είχε πράγματι έναν οπισθοδρομικό και καταπιεστικό ρόλο. οι αντιφάσεις του κεφαλαίου και της ανάπτυξής του, επάνω στις οποίες περιστρέφονταν η «επιστημονική» κριτική, απορροφήθηκαν και, μαζί με αυτές, και η μεγαλύτερη αντίθεση, εκείνη μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου. Στο βαθμό που η κρίση επηρεάζει πλέον όλους τους τομείς που έχουν μολυνθεί από την κυριαρχία, τόσο περισσότερο επισημαίνονται οι αντιδραστικές πτυχές των σοσιαλιστικών έργων-σχεδίων, τόσο των μαοϊκών, των τροτσκιστών όσο και των σταλινικών, που διατηρούν τις έννοιες της ιεραρχίας, της αρχής και του κράτους ως μέρος του μετά-επαναστατικού μέλλοντος, και κατά συνέπεια και τις έννοιες της «εθνικοποιημένης» ιδιοκτησίας και της «προλεταριακής δικτατορίας». Μέχρι χθες, εκείνοι που μιλούσαν για μια αποκεντρωμένη κοινωνία και μια ανθρωπιστική κοινότητα σε αρμονία με τη φύση και με τις ανάγκες των ατόμων κατηγορούνταν για αντιδραστικό ρομαντισμό, ενώ η αγάπη των νέων για τη φύση, υποστηρίζεται, είναι μια αντίδραση ενάντια στις τεχνητές ιδιότητες του αστικού περιβάλλοντος και των ξεπερασμένων προϊόντων του, και η προδιάθεσή τους για άμεση δράση είναι μια αντίδραση κατά της γραφειοκρατικοποίησης και του συγκεντρωτισμού της κοινωνίας. Και πάλι: η τάση τους να αποφεύγουν την κούραση αντικατοπτρίζει μια αυξανόμενη οργή προς την ανόητη βιομηχανική ρουτίνα που τροφοδοτείται στη σύγχρονη μαζική παραγωγή στο εργοστάσιο, στα γραφεία, στα σχολεία. Ο έντονος ατομικισμός τους, τέλος, είναι μια de facto αποκέντρωση της κοινωνικής ζωής – μια προσωπική υποχώρηση από τη μαζική κοινωνία. Τέλος: το κίνημα δεν αναβάλει τη σύγκρουση μεταξύ των τάξεων, αλλά την αναλαμβάνει προσωπικά. Η δράση είναι μόνο άμεση. Όποια και αν είναι τα αντικειμενικά αποτελέσματα, η υποκειμενική επαλήθευση είναι θεμελιώδης: η άμεση δράση κάνει τα άτομα να γνωρίζουν τον εαυτό τους ως άτομα που μπορούν να αλλάξουν το πεπρωμένο τους και να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους. Με την αδύναμη έννοια της «φασιστικοποίησης», τότε αρκετά συνηθισμένης στο κίνημα, πέρα ​​από τις περισσότερο ή λιγότερο ένοπλες οργανωτικές επιλογές με τις οποίες πρέπει να αντιταχθούμε, το έγγραφο επιβάλλει την πραγματικότητα ή μάλλον την απλοποιεί για δική του χρήση, δείχνοντας τους καθοριστικούς περιορισμούς-όρια της. Λέγεται: οι δυνάμεις του παρελθόντος είναι καλά οργανωμένες και εξειδικευμένες στην τέχνη του θανάτου – τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης εξακολουθούν να καπνίζουν. Στην προοπτική της σύστασης του ευρωπαϊκού Κράτους, λόγω της ηγεμονικής επιρροής που θα παίξει η Ομοσπονδιακή Γερμανία σε αυτό, οι μετασχηματισμοί που έχουν πραγματοποιηθεί στο γερμανικό Κράτος θα αποδειχθούν αποφασιστικοί και κατά πάσα πιθανότητα το νέο ευρωπαϊκό Κράτος θα αποτελέσει προϊόν της γερμανικοποίησης και με ένα σύνταγμα που θα είναι η σύνθεση των «ειδικών» συνταγμάτων που έχουν συσσωρευτεί επάνω στα σώματα των αρχικών συνταγμάτων. Η κρατική συσκευή-ο κρατικός μηχανισμός καταστολής δεν καταφεύγει πλέον σε απλές παραβιάσεις του δικαίου ή στη συστηματική χρήση της βίας, αλλά επιδιώκει τη διαμόρφωση του κάθε πολίτη μέσω του ψυχολογικού πολέμου με τη χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

4) Το επόμενο έγγραφο του 1979, που δημοσιεύθηκε από την «Αντιπληροφόρηση-Controinformazione» και από τον «Anarchismo-Αναρχισμό», [13] είναι πιο αρθρωτό και αφιερώνει πολύ χώρο στην κριτική των μέσων ενημέρωσης, ασχολούμενο ξανά με το κρίσιμο θέμα της κριτικής της καθημερινής ζωής: «Το εμπορικό σύστημα επιβάλλει τις αναπαραστάσεις του, τις εικόνες του, το νόημά του, τη γλώσσα του κάθε φορά που δουλεύει κάποιος γι’ αυτό, δηλαδή τις περισσότερες φορές, το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου. Αυτό το σύνολο ιδεών, εικόνων, ταυτοποιήσεων, συμπεριφορών (…) σχηματίζει το Θέαμα, στο οποίο ο καθένας παίζει αυτό που δεν ζει πραγματικά και ζει ψεύτικα δηλαδή αυτό που δεν είναι. (…) Οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση είναι τα πιο πρόστυχα οχήματα του ψεύδους. Οι εικόνες που μας κυριαρχούν είναι ο θρίαμβος του τι δεν είμαστε και μας απομακρύνει από τον εαυτό μας. (…) Ο κομμουνισμός, που είναι η πραγματοποίηση των ονείρων και των επιθυμιών, δεν θα ξέρει τι να κάνει με τη βιομηχανία των ονείρων και των επιθυμιών, έτσι όπως πραγματοποιώντας το νόημα που έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα από την καλλιτεχνική έκφραση θα καταστήσει χωρίς νόημα την εκ νέου πρόταση αυτής. (…) Κανείς δεν θα πολεμήσει χωρίς επιφυλάξεις εάν δεν μάθει πρώτα να ζει χωρίς νεκρούς χρόνους». Η κριτική στο Κκι γίνεται μια διαφοροποίηση απέναντι στις BR: «Οι κίνδυνοι της προσφυγής στον πυρηνικό πόλεμο φαίνεται να προέρχονται περισσότερο από τον» σοσιαλιμπεριαλισμό «παρά από τον δυτικό κόσμο, ειδικά δεδομένου ότι οι εκκλήσεις προς το» εργατικό κίνημα» κατά της περικύκλωσης δεν θα είχαν σήμερα την ηχώ που είχαν οι λενινιστικές εκκλήσεις 50 ετών νωρίτερα». Τόσο οι διαδικασίες κρατικής αναδιάρθρωσης όσο και οι διαδικασίες οικονομικής αναδιάρθρωσης βλέπουν στο PCI μια δύναμη προωθητική μη δευτερεύουσα από εκείνη των χριστιανοδημοκρατών, ειδικά στα εργοστάσια όπου ο ρόλος της γραφειοκρατίας Κκι στην ενίσχυση της συνεργασίας και του ελέγχου ακόμη και αστυνομικού τύπου είναι θεμελιώδης. Οι σύντροφοι των ΕΤ που θεωρητικοποιούν την κεντρικότητα της DC σε αυτή τη διαδικασία κινδυνεύουν να παραμείνουν ανήμποροι να αντιδράσουν από τον ρόλο των ‘κομματικών’ που ξεπηδά στα δικά τους «ημερολόγια εργοστασίων». Η καταστροφική κριτική, η κριτική των όπλων, υποστηρίζεται στη συνέχεια, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να καταστήσει αξιόπιστο και βάσιμο οποιοδήποτε σχεδιασμό. Η πρωτοτυπία της ιταλικής κατάστασης, σε σύγκριση με τη γερμανική, είναι η ύπαρξη ενός κινήματος που δεν απομονώνει τον ανταρτοπόλεμο αλλά έχει αντιθέτως μια πολλαπλασιαστική συνέπεια στην εξάπλωσή του. Η Επαναστατική Δράση γεννήθηκε, λέγεται, με ένα μάτι στραμμένο στην εμπειρία της Raf και τις αναλύσεις της για τις διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ομοσπονδιακή Γερμανία και με το άλλο στους χαρακτήρες και τις δυνάμεις του κινήματος στην Ιταλία που δεν βρίσκουν ένοπλη έκφραση στις οργανώσεις που εκείνη την στιγμή οδηγούν τον ανταρτοπόλεμο. Η ιδέα της οργάνωσης της AR τείνει προς ένα μοντέλο που πειραματίστηκε στην Ισπανία τη δεκαετία του ’30 και υιοθετήθηκε στις «κολεκτίβες» και στις «κοινότητες» των αμερικανών ριζοσπαστών (Weather Underground [14]): ομάδες συγγένειας όπου οι παραδοσιακοί δεσμοί αντικαθίστανται από βαθιά συμπαθητικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται από το μέγιστο της οικειότητας, της γνώσης και της γνωριμίας, της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών τους. Η ομάδα συγγένειας τείνει, αφενός, να εξαλείψει τις σχέσεις καθαρής αποτελεσματικότητας μεταξύ των συντρόφων και, αφετέρου, να εξασθενήσει τη σχιζοφρενική διαίρεση μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού. Και πάλι: η μεγάλη ανακάλυψη που έκανε ο Nanterre το ’68 είναι ότι η διαμαρτυρία αποφέρει καρπούς όταν γίνεται άμεσα και αμέσως στα μέρη όπου ασκείται η αστική δύναμη. Η επανάσταση του σχολείου, της οικογένειας, της ιατρικής, των φυλακών, της σχέσης μεταξύ των φύλων δεν αναβάλλεται για την επομένη της οικονομικής και πολιτικής επανάστασης. Το μοντέλο σύμφωνα με το οποίο η επανάσταση πρέπει πρώτα να ανατρέψει την ιδιοκτησία, και μετά όλα θα προκύψουν ως συνέπεια, είναι νεκρό και θαμμένο με τον ίδιο τρόπο όπως το «δημοκρατικό» μοντέλο της πολιτικής δράσης ως έμμεσης και σε αναβολή δράσης που τώρα κατοικεί μόνο στο Κκι και στις μικρές του ομάδες. Η επανάσταση δεν έχει μοντέλα, υποστηρίζεται αργότερα στο έγγραφο: μια επιγραφή εμφανίστηκε στα τείχη της Μπολόνια: ΕΣΣΔ, Κίνα, Κούβα, Βιετνάμ, με τέσσερις σταυρούς από πάνω. Τα μοντέλα έχουν εξαντληθεί και ο θάνατος της σκέψης για μοντέλα ελευθερώνει τη σκέψη. Είναι και τα δύο εργαλεία και μορφές άσκησης εξουσίας. όπως λένε οι γάλλοι αριστεροί, τα μοντέλα είναι «μικρά αφεντικά» που έχουμε στον εγκέφαλό μας. Ο μαρξισμός, αναστατωμένος από τον ντετερμινισμό, δεν είναι πλέον σε θέση να αντιπροσωπεύει μια πραγματική ρήξη και μια θεωρητική εναλλακτική λύση στη λογική του κεφαλαίου. Η ιδέα της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας συνεπάγεται μια τόσο ολοκληρωτική ανατροπή ώστε να προκαλεί απογοήτευση και δυσπιστία, παρά φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης σε εκείνους που την οραματίζονται επιφανειακά. Κι όμως είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός που μας έχει συνηθίσει σε μια συνεχή, απάνθρωπη, βαθιά καταστροφή: οι πόλεμοι του έχουν καταστρέψει ολόκληρες πόλεις και τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις, αλλά αυτός τις ξαναχτίστηκε σε μεγαλύτερες ποσότητες και τις έκανε να γονατίσουν όλο και περισσότερο στην κυριαρχία του. Ένα σημάδι πως το επίπεδο της γενικευμένης κοινωνικής γνώσης που έχει πλέον κατακτηθεί τώρα είναι τέτοιο ώστε να επιτρέπει το τεράστιο έργο της εξάλειψης των φρικαλεοτήτων της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης και εμπορευματοποίησης, την συνολική ανοικοδόμηση των πόλεων και την αποκατάσταση της φύσης. Γιατί θα πρέπει η ανάγκη για κέρδος να είναι ισχυρότερη από τις νέες ζωτικές ανάγκες απελευθέρωσης, αναρωτιόμαστε; Κάθε εμπόρευμα είναι αδιαχώριστο από το ψέμα που το αντιπροσωπεύει: εδώ επίσης η επιρροή του Vaneigem είναι ισχυρή. Η καταναγκαστική εργασία παράγει ψέμα, δημιουργεί έναν κόσμο ψευδών αναπαραστάσεων, έναν κόσμο ανάποδο στον οποίο η εικόνα αντικαθιστά την πραγματικότητα. Σε αυτό το θεαματικό και εμπορικό σύστημα, η καταναγκαστική εργασία δημιουργεί το ψέμα για τον εαυτό του πως η εργασία είναι χρήσιμη και απαραίτητη, και ότι είναι προς το συμφέρον όλων να εργάζονται. Ο κομμουνισμός είναι τελικά και επιτέλους η κατάργηση της εργασίας. εάν η επανάσταση σπάσει αυτή τη σπείρα σε ένα σημείο, θα είναι δυνατόν να μετατρέψουμε αυτήν την τεράστια μάζα μέσων, υλικών και ανθρώπων που επενδύθηκαν σήμερα στην κυριαρχία του κοινωνικού και του ατομικού στην κοινωνική απελευθέρωση της εργασίας (κάτι που είναι πολύ διαφορετικό από την αυτοματοποίηση της παραγωγής εμπορευμάτων). Ο κομμουνισμός θα είναι επομένως ο επ-ανθρωπισμός της περιοχής-της επικράτειας, η αναδιαμόρφωση της επάνω στις ανάγκες και τις επιθυμίες της πραγματικής-πραγματοποιημένης ανθρώπινης κοινότητας, όχι απλή ένταξη αμετάτρεπτα αποικισμένων οντοτήτων. Σε αυτό το σημείο, το έγγραφο στρέφεται λίγο απερίσκεπτα για να προσδιορίσει τα πρώτα μέτρα στην αυγή της μετά την επανάσταση εποχής, ξεκινώντας με τη γενικευμένη απαλλοτρίωση, με μέτρα που φαίνεται να εμπνέονται από τα εξεγερτικά μανιφέστα του Babeuf, δηλαδή μιας τρομακτικής πρακτικότητας. Αλλά εδώ μάλλον απομακρυνόμαστε από τον τυπικό λόγο του Φαίνα. Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να επιστρέψουμε στην αρχή.

5) Ο Gianfranco Faina ξεκίνησε την πολιτική του μαθητεία το 1952 στο Liceo Mazzini στη Sampierdarena υπό την επήρεια του καθηγητή φιλοσοφίας Emilio Agazzi [15] με τον οποίο συμμετείχε στις πολιτιστικές πρωτοβουλίες sampierdarenesi του πολιτιστικού κύκλου Il Portico. Ο Bruno Enriotti, στη συνέχεια δημοσιογράφος της «l’Unità», τον εισήγαγε στην έδρα του Κκι «Giuseppe Spataro», [16] όπου γράφτηκε στο Circolo Piombelli της νεολαίας Fgci και όπου συναντά τον Rinaldo Manstretta, εργάτη διανοούμενο και πρώην παρτιζάνο στην Ιπτάμενη Φάλαγγα-Brigata Volante Severino, με τον οποίο θα παραμείνει συνδεδεμένος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και με τον οποίο θα μοιραστεί πολλές από τις επόμενες πολιτικές του επιλογές. Ο νεαρός Φαίνα αρχίζει να τονίζει την ανεξαρτησία του στην κρίση, μέσα στο Κκι, εκφράζοντας έντονα επικριτικές θέσεις το Νοέμβριο του 1956 στο επαρχιακό Κογκρέσο του Κόμματος μετά τα γεγονότα στην Ουγγαρία, παρά τις οποίες – λόγω του ισχυρού χαρακτήρα του και παρά το νεαρό της ηλικίας – εκλέγεται στην ομοσπονδιακή Επιτροπή της Fgci. Το 1957, ο Gianfranco Faina τοποθετείται, μαζί με τον Rinaldo Manstretta, υπέρ της αυτονομίας της Fgci από τη γραμμή του κόμματος και αντιτάχθηκε στην απόφαση της Fgci να εγκρίνει τις θέσεις που εκδόθηκαν από το VIII Κογκρέσο του Κκι. Προς στιγμήν ψυχραίνονται οι σχέσεις του με το κόμμα, ο Faina αποφοιτά το 1958 και μετακομίζει στο Μιλάνο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον εκδότη Feltrinelli, ιδίως με τον Gian Piero Brega, και με τον Ludovico Geymonat και τη σχολή του. Ο Faina ωστόσο μοιράζεται τις φιλοσοφικές θέσεις που εξέφρασε ο Giulio Preti στο Praxis και εμπειρισμός (1957), επικριτικά έντονες προς τον ιταλικό μαρξισμό, παρά εκείνες του Geymonat, ο οποίος πέρασε από το λογική θετικισμό στον φιλο-κινεζικό μαρξισμό. [17] Πίσω στη Γένοβα, ο Faina δέχεται μια υποψηφιότητα στις πανεπιστημιακές εκλογές στη λίστα του New University-Università Nuova στο ORUG και συμμετέχει στις δραστηριότητες των New Resistance Centres-Κέντρων Νέας Αντίστασης. Βρισκόμαστε τώρα την παραμονή της 30ης ιουνίου 1960: Ο Gianfranco Faina βρίσκεται στην πλατεία εκείνη την ημέρα. Ο αυθορμητισμός και η αποφασιστικότητα που χαρακτηρίζουν τις συγκρούσεις στους δρόμους τον κάνουν να υποθέσει την ύπαρξη μιας επαναστατικής δύναμης που ελέγχεται και φρενάρεται από κόμματα και συνδικάτα. Αμέσως μετά συμμετέχει στις δραστηριότητες του Circolo Gobetti, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία ορισμένων διανοουμένων από τον σοσιαλιστικό και ελευθεριακό χώρο, που γίνεται το σημείο συνάντησης των διαφόρων συνιστωσών της Νέας Αριστεράς. Από αυτές τις συναντήσεις γεννήθηκε η ιδέα της «Άμεσης Δημοκρατίας». Ένα χρόνο μετά τις 30 ιουνίου 1960, και σε στενή σχέση με αυτή την εξέγερση, βλέπει το φως στη Γένοβα η «Άμεση Δημοκρατία. Ενημερωτικό δελτίο των αγώνων και της εργατικής δημοκρατίας». [18] Η δημοσίευση, αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ μιας ομάδας νέων στρατευμένων διανοουμένων, στην οποία συμμετέχει ο Gianfranco Faina, και ορισμένων αγωνιστών εργοστασίου και του λιμένα (μεταξύ των οποίων οι Bruno Delucchi και Carlo Boccardo), παρουσιάζεται ως αυτόνομη από κόμματα και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, έκφραση νέων κοινωνικών δυνάμεων και ιδανικών, και θα κυκλοφορήσει σε τρία τεύχη, μεταξύ ιουνίου και οκτωβρίου 1961. «Στην αρχή της δουλειάς μας και στη δέσμευσή μας έγκειται η διαπίστωση, όλο και πιο διαδεδομένη, ότι οι εργατικές μάζες βρίσκονται σε μια πιο προχωρημένη θέση αγώνα από εκείνες που εκφράζονται επισήμως από την πολιτική των παραδοσιακών θεσμών τους, ειδικά από τα κόμματα, αλλά και από τα συνδικάτα», αυτές είναι οι πρώτες λέξεις του συντακτικού κειμένου. Οι συντάκτες, μεταξύ των οποίων οι Claudio Costantini και Gino Bianco, έχουν από κοινού μια έντονη ανησυχία απέναντι στην μαρμάρινη σταλινική γραφειοκρατία και γενικότερα των θεσμικών κομμάτων της αριστεράς, ανίκανα να ερμηνεύσουν και να εκπροσωπήσουν τη νέα πολιτική και κοινωνική ζύμωση που αναδύεται. Στην «Άμεση Δημοκρατία» συνυπάρχουν ο εργατισμός των Raniero Panzieri και Romano Alqua­ti, η επιρροή της ελευθεριακής σοσιαλιστικής σκέψης των Andrea Caffi και Nicola Chiaromonte και το άνοιγμα προς τα νέα κινήματα των πολιτικών δικαιωμάτων. Ακριβώς λόγω της συμμετοχής του στην «Άμεση Δημοκρατία», ο Gianfranco Faina αποβάλλεται από το Pci με την κατηγορία της τάσης προς δημιουργία διασπάσεων, με την άμεση παρέμβαση του Giuseppe D’Alema, περιφερειακού γραμματέα εκείνη την εποχή. [19] εξάλλου ο Faina είχε ήδη ωριμάσει μια μεγάλη εχθρότητα έναντι του σταλινισμού και του αυταρχισμού που υπήρχαν στο κόμμα και βρισκόταν σε εργατιστικές θέσεις, έχοντας έρθει σε επαφή με τον Romano Alquati και το νεογέννητο συντακτικό προσωπικό του «Quaderni Rossi», του οποίου παρουσιάζεται το πρώτο τεύχος στη Γένοβα από τον ιδρυτή Raniero Panzieri στις 19 ιανουαρίου 1962 στην Εταιρεία Πολιτισμού-Società di Cultura. [20] Η ομάδα των «Quaderni Rossi-Κόκκινων Τετραδίων» έχει το πλεονέκτημα να ανακαλύπτει εκ νέου τα κείμενα του Μαρξ που παραμελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη μαρξιστική παράδοση – το τέταρτο τμήμα του 1ου Βιβλίου του Κεφαλαίου, το Απόσπασμα για τις μηχανές των Grundrisse, το μη δημοσιευμένο Κεφάλαιο VI [21] – και πως εφαρμόζει στην ανάλυση των εργοστασιακών μετασχηματισμών τις μαρξιακές έννοιες της τυπικής υπαγωγής και της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, της αφηρημένης εργασίας, της κατανομής της εργασίας και του διαχωρισμού των διανοητικών δυνάμεων της παραγωγής. Τα θεμελιώδη θέματα του ιταλικού εργατισμού, εκείνα της ωριμότητας της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ιταλία – σε αντίθεση με την ιδέα των υποστηρικτών του Αmendola (και Togliatti) για έναν καθυστερημένο και κουρελιασμένο καπιταλισμό που πρέπει να τεθεί υπό προστασία από τους θεσμούς του εργατικού κινήματος, με την επακόλουθη αναβολή κάθε προοπτικής σύγκρουσης μετά την ωρίμανση – και εκείνο της εργατικής υποκειμενικότητας, της εργατικής αυτονομίας ως μεταβλητής ανεξάρτητης από την καπιταλιστική ανάπτυξη, λαμβάνονται υπόψη, υιοθετούνται και επαληθεύονται μέσα στο δύσκολο γενουάτικο πλαίσιο. είναι ένα σημαντικό και αποφασιστικό τεστ για την επαλήθευση τους. Με τους συντρόφους που συγκεντρώθηκαν γύρω του μεταξύ Sampierdarena και Cornigliano, συμπεριλαμβανομένων των Gianfranco Dellacasa, Erminio Raiteri και Giorgio Pedrocco, ο Faina δίνει ζωή σε μια έντονη μαχητική παρέμβαση στα εργοστάσια και ειδικότερα στην Italsider. Στις 7 ιουλίου 1962 στο Τορίνο σε μια διαδήλωση για την ανανέωση της σύμβασης των μεταλλουργών που μετατρέπεται σε μια βίαιη εξέγερση στους δρόμους όταν ανακοινώνεται η ξεχωριστή συμφωνία της UIL και της SIDA με τη διοίκηση της Fiat, [22] η φιγούρα του εργάτη μάζα εμφανίζεται πιο ξεκάθαρα και με ακρίβεια απ’ ό, τι κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Γένοβα του ’60, στην οποία ένα πιο γενικότερα νεανικό υποκείμενο ήταν ο πρωταγωνιστής, «οι νεαροί με τις ριγέ μπλούζες-i giovani dalle magliette a strisce». Ο Gianfranco Faina εγκαταλείπει τη συνάντηση των Quaderni Rossi με τον Romano Alquati, βρίσκεται στην πλατεία με τους διαδηλωτές στην Piazza Statuto και τον σταματά η αστυνομία. τους επόμενους μήνες συμμετέχει στη καυτή συζήτηση εντός του συντακτικού προσωπικού που αποτελεί προοίμιο για την απομάκρυνση του από τα «Quaderni Rossi» από το συνδικάτο Fiom και το PCI, και στον επακόλουθο διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που θα συνεχίσουν την εργασία ανάλυσης με τον Panzieri και τον Vittorio Rieser, θεωρώντας ότι κυριαρχεί πάνω στο άμεσα πολιτικό έργο, και εκείνους που ( Mario Tronti, Toni Negri, Alberto Asor Rosa και ο ίδιος ο Faina) στοχεύουν αμέσως σε πολιτικές λύσεις συμφωνώντας να αναγνωρίσουν τουλάχιστον προσωρινά στην Piazza Statuto το «ιδρυτικό συνέδριο» μιας νέας εθνικής πολιτικής οργάνωσης. Οι ίδιοι φυγάδες από τα «Quaderni Rossi» θα δώσουν ζωή τον ιανουάριο του 1964, μετά από μια βασανιστική συζήτηση, στο περιοδικό «Classe Operaia-Εργατική Τάξη».

Η επέμβαση στην Italsider κατά την περίοδο 1962-1964 διεξάγεται σε πλήρες εργατιστικό στυλ μέσω ενός αρκετά διαρθρωμένου ερωτηματολογίου (με 126 ερωτήσεις) και μιας έρευνας των οποίων τα αποτελέσματα συλλέγονται στο φυλλάδιο Classe Operaia – Η «επιστημονική» οργάνωση της εκμετάλλευσης στην Italsider, που δημοσιεύθηκε το πρώτο εξάμηνο του 1963 και στο περιοδικό με εθνική κυκλοφορία «Il Filo Rosso-Το Κόκκινο Νήμα». Η στρατευμένη έρευνα, ή μάλλον «συνέρευνα-conricerca», η οποία επηρεάζεται έντονα από την εργασία και το έργο του Danilo Montaldi, διεξάγεται και με την υποστήριξη της ομάδας καθολικών Il Gallo, η οποία άνοιξε μια εργατική βιβλιοθήκη στο Cornigliano. Η Italsider, ένα εργοστάσιο χάλυβα που κλωνοποιήθηκε από την U.S. Steel, με νέους και απολιτικοποιημένους εργάτες που υπόκεινται σε σκληρές βάρδιες σε μια εταιρεία συνεχούς κύκλου, είναι το μόνο εργοστάσιο στη Γένοβα όπου είναι δυνατή μια στρατευμένη και ριζοσπαστική επέμβαση, επειδή εκεί τα ταξικά συνδικάτα και το ίδιο το Κκι είναι ακόμη αδύναμα και μειοψηφία. Εργάτες πρωτοπορίας όπως ο Pino Roggerone και ο Eros Ruggeri, αναδύθηκαν μέσα στην εργοστασιακή παρέμβαση που πραγματοποιεί η ομάδα. Αν και η παρέμβαση της γενουάτικης ομάδας της Εργατικής Τάξης ήταν από την αρχή σαφώς ανταγωνιστική και ριζοσπαστική, ορισμένα αποτελέσματα της έρευνας θα καταλήξουν να γίνουν μέρος της κληρονομιάς των αυθόρμητων αγώνων των ’68 και ’69 και στη συνέχεια της συνδικαλιστικής πολιτικής: η διεκδίκηση, ενάντια στην αξιολόγηση της εργασίας- job evaluation, μιας αμοιβής που βασίζεται στον επαγγελματισμό και την γηραιότητα, ίσες αυξήσεις για όλους, η άρνηση κινήτρων και μπόνους παραγωγής, και πάνω απ’ όλα η χρήση του εργατικού ελέγχου. Η γενοβέζικη εργατική εμπειρία αναφλέγεται και βάζει φωτιά βιαστικά. Στην Italsider, οι εργάτες βρίσκονται υπό πίεση, και αυτές οι εντάσεις προκύπτουν συντριπτικά μετά την αυτοκτονία ενός εργάτη στο τμήμα «διεργασιών καθαρισμού», ο οποίος είχε κάνει μια χειρονομία απελπισίας στο εργοστάσιο καρατομημένος από το καλάθι της υψικαμίνου που μετέφερε το μετάλλευμα, και την 1η οκτωβρίου 1963, το MOF (Movimento Ferroviario-Κίνημα Σιδηροδρόμων), στρατηγικό τμήμα του εργοστασίου, σταματά και απεργεί αυθόρμητα. Η γενουάτικη ομάδα της «Classe Operaia» είναι πολύ δραστήρια και έχει επιρροή σε αυτόν τον αγώνα και συναντάται στο σπίτι του Gianfranco Faina, στην οδό Paolo Reti 27, μπροστά από τη σιδηροδρομική γραμμή που διασχίζει το ρέμα Polcevera και τη βιομηχανική περιοχή. [23] Το μακρύ άρθρο που ανοίγει στην πρώτη σελίδα της έκδοσης «Cronache Operaie-Εργατικά Χρονικά» της 15ης οκτωβρίου 1963, το περιοδικό που από τον ιούλιο του 1963 ενοποιεί διάφορες εκδοτικές πρωτοβουλίες στην Ιταλία και αποτελεί προοίμιο για τη γέννηση του «Classe Operaia», γράφτηκε σε επιμέλεια από τους γενουάτες εκδότες και φέρει τον τίτλο «Να οργανώσουμε την ταξική πάλη στην κρατική βιομηχανία-Orga­nizziamo la lotta di classe nell’industria di stato»: «(…) Στο Cornigliano αυτές οι μορφές πάλης μπορούν να εκφραστούν με την φόρμουλα της «μη συνεργασίας». αρνούμαστε να κάνουμε το κίνητρο να λειτουργήσει, απορρίπτουμε τις αξιολογήσεις, αρνούμαστε να δώσουμε ενδείξεις για την ανάλυση της εργασίας ή για τον έλεγχο του κόστους. (…) Μια άλλη μορφή «μη συνεργασίας» είναι η αδιαφορία των εργαζομένων για τις ζημιές». Ο αγώνας ενάντια στο «αφεντικό-κράτος» φαίνεται αποφασιστικός στην ταξική πάλη για την απόλυτη αγνότητα της σχέσης κεφαλαίου / εργασίας στην οποία δημιουργείται, δίχως στη μέση την αλληγορική φιγούρα, παχιά και σκληρή, του αφέντη. Η σύγκρουση στο εργοστάσιο φαίνεται τώρα ασταμάτητη, και ο Gianfranco Faina και η ομάδα του επιχειρούν απρόσεκτα μια απεργία που καλούν από έξω τον ιανουάριο του 1964, σχεδόν μια δράση «αναγεννησιακή», η οποία αποτυγχάνει και προκαλεί μια ισχυρή κρίση στην ομάδα των γενουατών. Στην πραγματικότητα, η FIOM, η οποία το 1963 ξεπέρασε την FIM σε προτιμήσεις, είναι σε θέση με τις δικές τις δυναμικές αξιώσεων να ιππεύσει τη δυσαρέσκεια των εργαζομένων, και αυτό δεν αφήνει περιθώρια στις παρεμβάσεις μιας ενεργούς μειονότητας. Από την άλλη πλευρά, η «Classe Operaia», αντιμέτωπη με τη μονιμότητα μιας φυσικής ταξικής βάσης εντός του Κκι, θεωρεί απαραίτητο, για την οικοδόμηση μιας «οργανωμένης πολιτικής οντότητας», να εργαστεί μέσα σε αυτό για να αποτρέψει την διαδικασία σοσιαλδημοκρατικοποίησης του. Αυτό το σημείο καμπής οδήγησε το φθινόπωρο του 1964 στην τραυματική και οριστική διάσπαση της γενουατικής ομάδας με το περιοδικό και στην εγκατάλειψη του εργατισμού, ενώ οι σχέσεις με τον Danilo Montaldi θα συνεχίσουν. Ωστόσο o Faina θα διατηρήσει μια σχέση φιλίας και συζήτησης με μερικούς από τους εργατιστές για όλη τη ζωή του, ιδίως με τον Toni Negri. [24]

6) Ξεκινώντας το 1961, ο Faina είχε αρχίσει να διδάσκει ως αναπληρωτής δάσκαλος σε σχολεία στην επαρχία της Αλεξάνδρεια, όπου είχε συναντήσει τον Pier Paolo Poggio μεταξύ των νέων μαθητών του, ο οποίος από εκείνη τη στιγμή θα ξεκινήσει μια μακρά συνεργασία μαζί του, περνώντας από το Circolo Rosa Luxemburg στο Ludd. [25] Την ίδια χρονιά άρχισε επίσης να εργάζεται ως εθελοντής βοηθός στο ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας της Σχολής Γραμμάτων και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Γένοβα σε διεύθυνση του Luigi Bulferetti. [26]

Μετά από τα χρόνια της φρενιτικής μαχητικής δραστηριότητας μπροστά στα εργοστάσια, ο Φαίνα επιστρέφει για να αναλάβει την οπτική που είναι πιο αγαπητή σε αυτόν, αυτή της κεντρικότητας της επιστήμης και της τεχνολογίας. Όντως είχε αποφοιτήσει με μια διατριβή με τίτλο Marx και Dewey σε συνέχεια, αναζητώντας στον πραγματισμό και τον πειραματισμό, ήδη εκείνη την εποχή, εργαλεία για την αντιμετώπιση του κυρίαρχου θεωρητικού δογματισμού στον ορθόδοξο μαρξισμό. Τώρα που η απόστασή του από τις μαρξιακές οικονομικές θεωρίες έχει αυξηθεί, χρησιμοποιώντας επίσης τις συνεισφορές του Paul Cardan (pen name του Κορνήλιου Καστοριάδη) που εμφανίστηκαν στο «Socialisme ou Barbarie», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μετατροπή της πολιτικής οικονομίας σε μια επιστήμη συνέβη με αντίτιμο την μείωση των εργατών και των καπιταλιστών σε απλά αντικείμενα, μετρήσιμα και ρυθμιζόμενα από αντικειμενικούς και αμετάβλητους νόμους, με μια διαδικασία δανεισμένη πλήρως από τις φυσικές επιστήμες. Αυτό το μέρος του προβληματισμού του, που ωρίμασε την εποχή του Circolo Rosa Luxemburg (1966-1968), θα εμφανιστεί στο δοκίμιο Η εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, L’evoluzione della tecnica e della scienza, που εμφανίστηκε το 1968 (Marzorati): [27] εάν οι καπιταλιστές δεν μπορούν να ενεργήσουν με επίγνωση γιατί «εξαναγκάζονται» από τους οικονομικούς νόμους και εάν και οι ενέργειες των εργαζομένων καθορίζονται επίσης από τους ίδιους νόμους, τότε «αντίθετα από εκείνες τις εκδηλώσεις αυτή η όψη της ιστορίας συνεπάγεται πως δεν υπάρχει κάποια ιστορία του καπιταλισμού όπως δεν υπάρχει ιστορία ενός »χημικού μείγματος». (…) Τα γεγονότα και οι κρίσεις είναι πραγματικά ανεξάρτητες από την ανθρώπινη δράση, με άλλα λόγια δεν υπάρχει ιστορία «. Παράλληλα με την κριτική του ιστορικού ντετερμινισμού, ο Φαίνα οδηγεί άλλες σκέψεις-στοχασμούς κατά τα χρόνια του Circolo Rosa Luxemburg [28]. η πρώτη σχετικά με την γραφειοκρατία, με την επανάληψη των υποθέσεων του Μαξ Βέμπερ, και η δεύτερη για την επιστήμη: δεν υπάρχουν παγκόσμιες εναλλακτικές λύσεις στην επιστήμη, οι εναλλακτικές είναι εσωτερικές της ίδιας της επιστημονικής ανάπτυξης και εξαρτώνται κυρίως από τη σχέση επιστήμης-κοινωνίας. Το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι η βούληση που αντιτίθεται στην καταστροφή, και όλος ο πλούτος της επιστημονικής γνώσης μπορεί να κατακτηθεί μόνο μέσω της πρακτικής της κοινωνικής επανάστασης. Ακόμα και αυτά τα δύο θέματα αναμφίβολα αντιπροσωπεύουν μια συνέχεια της σκέψης του Faina από τα χρόνια του Κύκλου έως εκείνα της Επαναστατικής Δράσης, και αυτά είναι που τον οδηγούν, ενώ η εξέγερση του ’68 είναι στον αέρα, στην οριστική ρήξη με την παράδοση της πολιτικής σκέψης στην οποία είχε σχηματιστεί. Το φοιτητικό κίνημα, με τον ανταγωνιστικό του χαρακτήρα, την ικανότητά του να κινητοποιεί και την άρνηση ανάθεσης εξουσιών, βρίσκει στον Φαίνα πιθανώς τον πιο πρωτότυπο διερμηνέα στην Ιταλία, και δεν είναι τυχαίο ότι το φοιτητικό κίνημα της Γένοβα θα είναι το λιγότερο επηρεασμένο από το την λενινιστική μαρξιστική ιδεολογία και πιο αυθεντικά παρόμοιο με εκείνο του παρισινού Μαΐου, και για τις ανταλλαγές, τα ταξίδια και τις επισκέψεις που υπήρχαν από τους γενουάτες ήδη μες την καρδιά των γεγονότων, [29] καθώς και οι αναγνώσεις και οι επιρροές, ιδιαίτερα ισχυρές εκείνες της Καταστασιακής Διεθνούς. Από αυτές τις εμπειρίες, ο Φαίνα καταλήγει στο οριστικό συμπέρασμα, όπως είπαμε, για το ανέφικτο ενός ερμηνευτικού σχήματος της εργατικής τάξης εννοουμένης ως αυτόνομο υποκείμενο της επανάστασης. Για οκτώ χρόνια, ξεκινώντας από την πρώτη κατάληψη τον νοέμβριο του 1967 και μέχρι το 1975, ο Faina θα συμμετάσχει ενεργά σε όλες τις ταραχές και τις καταλήψεις της Σχολής Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Γένοβας.

7) H Ludd είναι μια άτυπη ομάδα που γεννήθηκε μεταξύ της Γένοβα, της Ρώμης και του Μιλάνο το καλοκαίρι του 1969 μετά την κρίση της Λίγκας Εργάτες και Φοιτητές – Lega Operai e Studenti, και η οποία από την αρχή έχει υποστεί πιέσεις αυτοδιάλυσης, στην καλύτερη καταστασιακή παράδοση, δεδομένου ότι κάθε οργανωμένη ομάδα θεωρείται ένα εμπόδιο στην επιβεβαίωση της κοινότητας και της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας. Αλλά εδώ η θέση του Faina είναι πιο απόμερη και απόμακρη, ο παλιός στρατευμένος του εικοστού αιώνα δεν μπορεί να μοιραστεί πλήρως την κάπως αυτο-ευχαριστημένη δραστηριότητα και τον σημασιολογικό ανταρτοπόλεμο των ξεκομμένων και «τρομερών» κριτικών, αλλά τελικά αβλαβών, της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, η Ludd αρπάζει και ενισχύει την πιο κλασική και ανθεκτική πτυχή του ’68, δηλαδή την επανάσταση στην καθημερινή ζωή, την εκδήλωση νέων επιθυμιών και συμπεριφορών, και τον κίνδυνο εξαργύρωσης τους – μέσω της ανάγνωσης του «εκσυγχρονισμού» – από το κεφάλαιο. [30]

Ο Gianfranco Faina είναι εξαιρετικά δραστήριος στην κατάληψη της «Balbi 4″ τον δεκέμβριο 1972-ιανουάριο 1973. [31] Η Balbi 4 (Γράμματα, Φιλοσοφία και Γλώσσες) είναι η μόνη σχολή πανεπιστημίου που βρίσκονταν υπό κατάληψη εκείνη την εποχή στην Ιταλία. Σε μια μοναδική τοπική προεικόνιση για ορισμένα από τα περιεχόμενα του Settantasette-του ’77, [πρόβλεψη, εφαρμογή νωρίτερα από το αναμενόμενο], πρόκειται για μια εξαιρετική ιστορία ανατροπής της ακαδημαϊκής τάξης, μιας και οι καταληψίες αποδίδουν στα «Κέντρα ενδιαφέροντος-Centri di interesse», ξεκινώντας από τα οποία, μετά από απόφαση της συνέλευσης της 18ης δεκεμβρίου η διδασκαλία είχε διαμελιστεί και επανασυναρμολογηθεί, μια απόλυτη έννοια εναλλακτικής στη διδασκαλία (ένα βιβλίο που κυκλοφορεί πολύ στη σχολή είναι το Descolarizzare la società του Ivan Illich – Να αφαιρέσουμε την εκπαίδευση του ατόμου από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα). Προαπαιτούμενο της αντι-διδακτικής πρακτικής των Κέντρων ενδιαφέροντος είναι ο διαπιστωμένος διαχωρισμός μεταξύ μάθησης και σχολής, εξ ου και η αναγκαία κατάργηση της διδασκαλίας και ο αόριστος αποκλεισμός των συνηθισμένων πανεπιστημιακών δραστηριοτήτων. Μετά το τέλος της κατάληψης, το Comdag (Επιτροπή Κινητοποιήσεων του Balbi) συνεχίζει να λειτουργεί στην πόλη για όλο το 1973, ξεκινώντας από την Balbi, αφιερωμένο στην παραγωγή του οπτικοακουστικού Controprocesso Rossi, [Αντιδίκη Rossi] και, τον σεπτέμβριο, στις πρωτοβουλίες διαμαρτυρίας και επιθέσεως μετά το πραξικόπημα της Χιλής. Τον νοέμβριο του 1973, επαναλαμβάνεται το μπλοκάρισμα της σχολής για διαμαρτυρία ενάντια στη μεταφορά του Claudio Costantini, η οποία κράτησε μέχρι την αποκατάστασή του. Λίγες μέρες αργότερα, με την ευκαιρία της εξέγερσης των Ελλήνων φοιτητών εναντίον των συνταγματαρχών, η κατάληψη της Πρυτανείας αποφασίστηκε από τους Comdag, την Lotta Comunista-Κομουνιστικός Αγώνας και την Τέταρτη Διεθνή, όπως, πάντα για την Ελλάδα, πέντε χρόνια νωρίτερα. Η κατάληψη συνεχίζεται για τέσσερις ημέρες χωρίς αστυνομική παρέμβαση. Μια νέα κατάληψη σχετικά με τη φορολόγηση των Κέντρων ενδιαφέροντος είχε προγραμματιστεί για τις 10 ιανουαρίου 1974, αλλά η αστυνομία παρενέβη αιφνιδιαστικά και υπάρχουν 52 προσαγωγές που κράτησαν μέχρι το βράδυ και εκδίδεται ένταλμα σύλληψης εναντίον του Luigi Grasso για την κατάληψη του νοεμβρίου.

8) Σε αυτήν την κυκλική διαδρομή γύρω από τον Faina επιστρέψαμε σχεδόν πίσω στην αφετηρία. Η ανώμαλη έρευνα του Faina, που αντισταθμίζεται από την επιθυμία για έντονη ζωή, με μια υπερβολή που συνορεύει με φρενίτιδα και που τον οδηγεί να μην είναι ποτέ σε ησυχία, αναπόφευκτα βρίσκεται κάποια στιγμή σε κρίσιμο σημείο. Ο περιπλανώμενος ιππότης, επειδή ο Faina ήταν ένας περιπλανώμενος ιππότης, τώρα βλέπει μπροστά του μια «καθολική τάξη, παγκόσμια» – για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Jacques Camatte και του Invariance -, ένα τεράστιο προλεταριάτο χωρίς πραγματική ζωή, του οποίου η «φυσιολογική» ύπαρξη είναι μια άθλια αντανάκλαση και μίμηση εκείνων των ισχυρών ανόργανων μορφών μέσω των οποίων εκδηλώνεται το κεφάλαιο, ή μάλλον η αυτονομημένη αξία του. Έχουν αποτύχει οι προσπάθειες για ανάκτηση μιας σύνθεσης της κοινωνίας και του ρόλου της τάξης μέσα στην ιστορική και πολιτιστική παράδοση που είχε πλάσει τη δραστηριότητά του αμέσως μετά την περίοδο του σχηματισμού. Όλες οι θεωρίες που ο Faina αποφάσισε να γνωρίσει και να τις κάνει δικές του προοδευτικά αποδείχθηκαν ακατάλληλες ή παραπλανητικές, με εμφανή ευκολία και οργανικό εκλεκτισμό, για να ακολουθήσει μια πορεία της οποίας αναγνωρίζει την καθολικότητα-παγκοσμιότητα, η οποία εξ ορισμού είναι δίχως τέλος. Αλλά αυτή η συνειδητοποίηση ή απογοήτευση δεν του επιτρέπει να αποστασιοποιηθεί από τον πολιτικό αγώνα, αυτός δεν μπορεί να αποσυρθεί από τη μάχη χωρίς ανάπαυλα στην οποία έχει αφιερωθεί, και μάλλον «προτιμά να πληρώσει το τίμημα της αποδιοργάνωσης και της ασυνέχειας, (…) επιβεβαιώνοντας την εγκυρότητα των αρχικών του πολιτικών και διανοητικών επιλογών: η υποκειμενικότητα που ενεργεί είναι το μόνο στοιχείο που ξεφεύγει από την αποπροσωποίηση της ανθρώπινης εργασίας και την εξημέρωση». [32] Για τον Faina, από εκείνη τη στιγμή, δεν είναι δύσκολο να συνομιλήσει και να συνεργαστεί με «οποιονδήποτε» (από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες έως την Εργατική Αυτονομία, από τη 4η Διεθνή έως τον Κομμουνιστικό Αγώνα), η επανάσταση είναι μια διαδικασία που δεν μπορεί να διαμεσολαβηθεί από κάποια μορφή οργάνωσης ή επαναστατική θεωρία ξεχωριστή από το κίνημα. Το ενδιαφέρον του για τις πιο ακραίες και ριζοσπαστικές πτυχές του κοινωνικού ανταγωνισμού αυξάνεται, ιδίως εκείνων που εκδηλώνονται από τις λεγόμενες επικίνδυνες τάξεις. Στην κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη σύνδεση της επαγγελματικής πολιτικής τάξης με το κομματικό-συνδικαλιστικό σύστημα, ο Faina, με τις προϋποθέσεις του, μπορούσε να επιλέξει να εγκατασταθεί σε μια διανοητική διαφωνία ακόμη και αδιάλλακτη ma tutt’al più garantista, ή να εμβαθύνει εκείνο τον ανταγωνισμό μέχρι την επιλογή της παρανομίας. Αν και η πρώτη επιλογή ήταν η πλησιέστερη στο πολιτιστικό υπόβαθρο του Faina, όπως είναι γνωστό, αυτός επιλέγει τη δεύτερη και αναλαμβάνει την κρίση της επαναστατικής στράτευσης, εξαγνίζοντας την ατομική και ηθική της συνιστώσα. Προσέξτε, η επιλογή του ένοπλου αγώνα στον Faina, δεν έχει καμία σχέση με την αντίληψη της πολιτικής που διεξάγεται «με άλλα μέσα». αυτός δεν προτείνει εκ νέου συγκρούσεις »σώμα με σώμα» με το Κράτος ή την κατάληψη των Ανακτόρων · είναι μια επιλογή απολύτως ξένη από τα ιδεολογικά κίνητρα που τροφοδότησαν και υποστήριξαν τη συγκρότηση των άλλων ένοπλων σχηματισμών στην Ιταλία τη δεκαετία του Εξήντα, πέρα ​​από το κοινό πεπρωμένο της αποτυχίας και της καταστροφής που τις αφορά όλες. Είναι μια επιλογή ενάντια στην πολιτική, είναι μια πρακτική κριτική των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων, μια ηθική καταγγελία μιας κοινωνίας στην οποία το χάσμα μεταξύ της υλικής (τεχνολογικής) προόδου και της ανθρωπιάς έχει γίνει αφόρητο. Είναι επομένως μια επιλογή που μπορεί να τοποθετηθεί στο πλαίσιο και την συγκυρία της κρίσης και του κλεισίματος όχι μόνο εκείνης της φάσης του κινήματος που ξεκίνησε στα χρόνια Εξήντα αλλά και ενός ιστορικού κύκλου, εκείνου του εργατικού κινήματος. Είναι κατά κάποιο τρόπο το αίτημα και η διεκδίκηση μιας επιστροφής στην καταγωγή, στις ρίζες, μια ιδανική έκκληση στην ατομική και συλλογική εξέγερση, όπου στο μέγιστο του ανταγωνισμού ενώνεται το μέγιστο της αδελφοσύνης και της αλληλεγγύης. Και είναι ένας επίλογος στον οποίο ο Faina δίνει μια αναρχική προφορά και σύνθεση-τοποθέτηση, και ως εκ τούτου είναι ένας αναρχικός επίλογος, μαχνοβιστικός-machnovista.

9) Μένει ακόμη να πούμε για τον Gianfranco Faina ως άτομο. Ο όρος «ηγέτης-leader» είναι τουλάχιστον ακατάλληλος στην περίπτωσή του, για παράδειγμα είναι γνωστό ότι ο Φαίνα δεν ήθελε να παρεμβαίνει πολύ σε συνέλευση και είναι δύσκολο οι ομιλίες του, γεμάτες ειρωνεία και μερικές φορές σαρκασμούς, να διαρκέσουν περισσότερο από πέντε λεπτά. Ο Faina ήταν ένας ακούραστος εμψυχωτής ομάδων σκέψης όπου ασκούσε την ισχυρή επιρροή του, και η δημοτικότητά του εξαρτιόταν από αυτό και η γοητεία του βασίζονταν σε αυτό. Η προτιμώμενη σφαίρα δράσης του Faina ήταν αυτή της άτυπης και τελικά ελιτιστικής ομάδας, η οποία επεξεργάζονταν και εξασκούσε εξωτερικά μια καταστροφική κριτική όλων των μορφών γραφειοκρατικής οργάνωσης. Υπήρχε μια αυξανόμενη αδημονία στον Faina, όπως θυμούνται ορισμένοι από τους πολλούς φίλους του, μια πυρετική ανησυχία που έτεινε να κάψει τους χρόνους των πρωτοβουλιών, μερικές φορές ακόμη και πριν φτάσουν στην ολοκλήρωση τους, σαν για να ζήσει εκ των προτέρων την υπέρβασή τους. Τον τελευταίο καιρό δεν φαίνονταν ότι οι θεωρητικές συγκρίσεις ή η επίτευξη μιας κοινής πεποίθησης επάνω σε μια ιδέα ή μια θεωρία τον ενδιέφεραν πολύ. οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, να γοητεύεται, βρίσκοντας συγγένειες και ομοιότητες φαινόταν να έχει-έχουν μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν. Στο τέλος το Ινστιτούτο της σχολής του είχε αδειάσει από τα βιβλία που το γέμιζε για χρόνια, τα οποία δώριζε στους συντρόφους μετά από απλό αίτημα, ή που συχνά αφαιρούνταν από τους φοιτητές χωρίς τη φροντίδα του Φαίνα: ήταν ξεκάθαρη η αυξανόμενη έλλειψη ενδιαφέροντος για την φιγούρα του μελετητή που είχε αποδεχτεί να ενσωματώσει στην εποχή της πρώτης του στράτευσης και το νέο του ενδιαφέρον για τη φιγούρα του ανθρώπου της δράσης. [33] Τι απέμενε στον Φαίνα του πρώιμου και πολλά υποσχόμενου διοικητικού στελέχους του κόμματος που ήταν κάποτε; Σίγουρα η εμφανής ανεξαρτησία και ελευθερία τρόπων και συμπεριφορών ή του επαγγέλματος με τις οποίες χρησιμοποιούσε τις σχέσεις και διαχειρίζονταν τις συμμαχίες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές θέσεις, είτε επρόκειτο για τον Κομμουνιστικό Αγώνα, τις μαρξιστικές-λενινιστικές ομάδες ή την Εργατική Αυτονομία. Ο Φαίνα, όταν ένιωθε ότι μια εμπειρία έχανε την αρχική της αίσθηση-νόημα και με κάποιο τρόπο διαστρεβλώνονταν, με το συνηθισμένο του στυλ δεν τα έσπαζε ούτε μάλωνε, μάλλον έφευγε μακριά και απομακρύνονταν βρίσκοντας τον εαυτό του να περιμένει άλλη ιδέα, καινούργια, ή μια σύζευξη. Ακόμη και από συμπεριφορές όπως αυτές, τόσο μακρινές από τον ιδανικό τρόπο με τον οποίο εννοούνταν τότε η στράτευση, είχε ξεπηδήσει η φήμη του προβοκάτορα στους συνδικαλιστικούς και κομματικούς κύκλους, μια ετικέτα που ο Gianfranco Faina κουβάλησε μαζί του επί μακρόν, σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με την αδυναμία να δώσει μια ταξινόμηση στην στρατευμένη και υπαρξιακή του αναζήτηση. Πράγματι ειρωνεία, σαρκασμός και κοροϊδία-πλάκα, σε ένα φανατικά κομμουνιστικό περιβάλλον όπως το γενουάτικο, ήταν το καλύτερο που μπορούσε να νοηθεί – δίχως να εκνευρίζεται και να νιώθει απογοήτευση – για να σηματοδοτήσει μια απόσπαση, μια οριστική απόκλιση από τον τρίτο-διεθνιστικό κανόνα. Σκεφτείτε τη νυχτερινή αφισοκόλληση ψευδών αφισών του συνδικάτου CGIL με την ανακοίνωση μιας εκστρατείας για την πρόσληψη φρουρών παρακολούθησης στα ντους των εργατών. Ή άλλες με το πρόσωπο του Luigi Longo εστεμμένου από ένα κόμικ που σκέφτεται δυνατά: «Έλα Νίξον, δύναμη, έναν ακόμη βομβαρδισμό στο Ανόι και κερδίζουμε τις περιφερειακές εκλογές», κακοβούλως υπογεγραμμένες «Επιτροπή αναγνωστών σκέψης». Αλλά ακόμη και στις διαδηλώσεις των ομάδων, μια μικρή ομάδα που δεν ξεπερνούσε τα είκοσι άτομα, η «ομάδα του Φαίνα», απαντούσε στα συνθήματα με τα οποία οι λενινιστικές ή μαοϊκές ομάδες οδηγούσαν το κομματάκι της πορείας τους τονίζοντας το δικό τους: «Η σημαία σου κυματίζει χειρότερα από τη δική μου, γιατί έχει βαρύνει από την ιδεολογία-La tua bandiera sventola peggio della mia, perché è appesantita dall’ideologia». Η γεμάτη θράσος και ανέμελη χρήση της κριτικής και ο συνδυασμός ηθικής παρόρμησης, νευρωτικής ευαισθησίας και διαρκούς αναφοράς στην εμπειρική διαδικασία της επίδειξης και της διαφωνίας: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα αυτά οδήγησαν τον Φαίνα να διαβάσει κατά συνέπεια το τέλος του εργατικού κινήματος νωρίτερα των άλλων και να ασκήσει την αντίσταση ενάντια στο υπάρχον στην απόγνωση, αγγίζοντας τα όρια του μηδενισμού. Είναι το βάσανο του να ζεις συνεχώς εκ των προτέρων την πραγματικότητα που επιλύεται σε απόλυτη καταστροφή και μαρτύριο, αν και έζησε με τη συνηθισμένη ειρωνεία και την τυπική αφύπνιση: όποιος πήγε να τον δει να πεθαίνει στο Ινστιτούτο καρκίνου στο Μιλάνο θυμάται έναν ταλαιπωρημένο αλλά κοροϊδευτικό Φαίνα που χασκογελούσε: «Είδες πως κατάφερα να βγω απ’ τη φυλακή, τον έχωσα στον κώλο του Κράτους!»

Μεγάλο μέρος του υλικού που γράφτηκε στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, που αφαιρέθηκε από το πλαίσιο στο οποίο αποδείχτηκε πως ήταν κοφτερή και διαβρωτική, είναι σήμερα άχρηστο και μερικές φορές ακόμη και δυσανάγνωστο. Αντίθετα, μερικά από τα περιεχόμενα και τις προτάσεις της βασανιστικής έρευνας που διεξήγαγε ο Faina και η ομάδα του εξακολουθούν να είναι ενθαρρυντικές και μερικές φορές επίκαιρες. Συμβαίνει πως μεταξύ του χθες και του σήμερα υπάρχει η έρημος στη μέση, η σημερινή απερήμωση των συνειδήσεων που προτείνει για άλλη μια φορά το λουξεμπουργκικό δίλημμα: σοσιαλισμός ou barbarie, σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, ή καλύτερα δάσος ή έρημος, ανθρώπινο ή μη.

Σημειώσεις [1] Είναι δύο τα κείμενα που έχουν ήδη ασχοληθεί ειδικότερα με τον Gianfranco Faina: Contributo alla conoscenza di un militante comunistaΣυνεισφορά στη γνωριμία ενός κομουνιστή αγωνιστή (μπροσούρα με ημερομηνία 15 giugno 1979 σε επιμέλεια των Gianfranco Bartolini, Rinaldo Manstretta, Giorgio Pedrocco, Erminio Raiteri, Giancarlo Sommariva) και κυρίως «Gianfranco Faina (1935-1981). Στοιχεία μιας πολιτικής-πνευματικής βιογραφίας» των Pier Paolo Poggio και Rinaldo Manstretta, στο: «Primo Maggio» n. 19-20, χειμώνας 1983/1984. [2] «Η υπόθεση Faina, είναι ανησυχητική, από πολλές απόψεις. Ο καθηγητής Faina διδάσκει στη Σχολή Γραμμάτων της Γένοβα. Δεν φαίνεται ότι υπήρξε ποτέ αντικείμενο ενδιαφέροντος από τις ανακριτικές αρχές (…) », cit. από την Τρομοκρατία και νέος εξτρεμισμός, έρευνα από το Τμήμα κρατικών Προβλημάτων του Κράτους της περιφερειακής Επιτροπής της Λιγουρίας του PCI, που δημοσιεύθηκε στη Γένοβα τον φεβρουάριο του 1979, σελ. 69. Στο φυλλάδιο, στην εκπόνηση του οποίου συνεργάστηκε ο Roberto Speciale, προχωρούν πολύ μακριά από τον αποκαλούμενο «αριστερό εξτρεμισμό» και παρουσιάζεται μια μοναδική και υπερβολική διατριβή «του δέκατου ένατου αιώνα», η οποία θεωρητικοποιεί, στα χρόνια Εβδομήντα του περασμένου αιώνα, τη σχέση και τη συμπαιγνία μεταξύ αριστερού και δεξιού τρομοκρατικού εξτρεμισμού. [3] Corrado Stajano. Ο ανατρεπτικός. Ζωή και θάνατος του αναρχικού Σεραντίνι. Τορίνο: Einaudi, 1975. – 174 σελ. (Gli Struzzi) [4] Το 2005 φτιάχτηκε το ντοκιμαντέρ Δεν χρειάζεται να πεθάνεις για να ζεις από τον σκηνοθέτη Daniele Gaglianone. [5] Η «22 Οκτωβρίου» είναι το ακρωνύμιο – στην πραγματικότητα δικαστικής προέλευσης – με το οποίο πέρασε στην ιστορία μια ομάδα κομμουνιστικών αγωνιστών, προερχόμενων από τα γραφεία Rino Mandoli του Pci, που προσχωρούν στο σχέδιο «αντι-αυταρχικό πραξικόπημα» των GAP (Gruppi di Azione Partigiana-Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης) που σχεδιάστηκε και δημιουργήθηκε από τον εκδότη Giangiacomo Feltrinelli. Ξεκινώντας από το 1970, η γενουατική ομάδα ξεκίνησε μια σειρά δράσεων επίδειξης (Radio GAP), επιθέσεων με βόμβες (εναντίον οχημάτων ΝΑΤΟ και καραμπινιέρων-CC, εναντίον της αποθήκης IGNIS και του διυλιστηρίου ERG, που ανήκαν σε επιχειρηματίες που θεωρούνταν εκείνο τον καιρό «νεο φασίστες ή φιλο πραξικοπηματίες») και απαγωγές για χρηματοδοτικούς σκοπούς (Sergio Gadolla). Η τραγική ληστεία του IACP στις 26 μαρτίου 1971, η οποία προκαλεί το θάνατο του μεταφορέα Alessandro Floris, καθορίζει το τέλος της ομάδας, η οποία στην επικοινωνιακή φάση και της δικαστικής διαδικασίας αντιμετωπίζεται ως εγκληματική ένωση. Ο Gianfranco Faina, με τους συντρόφους που αναφέρονται σε αυτόν, προσφέρουν βοήθεια στον Augusto Viel, ένα από τα μέλη της ομάδας, στη διαφυγή του, και σε αυτήν την περίπτωση έρχεται σε επαφή με τον Giangiacomo Feltrinelli. Στη συνέχεια, η Επιτροπή Αγώνα του Balbi και ο Φαίνα θα είναι οι πρωταγωνιστές μιας έντονης και εντυπωσιακής εθνικής εκστρατείας πολιτικής υποστήριξης στους αγωνιστές gappisti της «22 οκτωβρίου» κατά τη διάρκεια των φάσεων της δίκης. Γι’ αυτά τα γεγονότα δείτε τον τόμο του Paolo Piano, 22 Οκτωβρίου, ένα σχέδιο ένοπλου αγώνα στη Γένοβα (1969-1971), Annexia Edizioni, Γένοβα, μάιος 2005, στη συνέχεια αναδημοσιεύτηκε στο Η «μπάντα 22 οκτωβρίου», στην αυγή του ένοπλου αγώνα στο Ιταλία, Derive Approdi, Ρώμη, μάιος 2008: εδώ είναι πάνω απ’ όλα η εισαγωγή του Franco Fratini που απλώνεται στα θέματα της πολιτικής διαχείρισης των δικών της ομάδας. [6] S.P.K. Καθιστώντας την ασθένεια ένα όπλο, επιμελημένη από τους A. Molinari, P. Rossi και M. Tornatore, Collettivo Editoriale Genova, χωρίς ημερομηνία. Urban Guerrilla-αστικός Ανταρτοπόλεμος στην Ομοσπονδιακή Γερμανία, σε επιμέλεια του Gianfranco Faina και της ομάδας εργασίας για την Ομοσπονδιακή Γερμανία, Collettivo Editoriale Genova, δεκέμβριος 1976. [7] Ειδικότερα εκείνα που περιλαμβάνονται στο «Invariance», n. 2, 1969 (εκδόσεις 1972) και ν. 3 (1973). [8] Έκδοση που μεταφράστηκε από τον Mario Lippolis, Γένοβα, 1972 (πολυγραφημένο). [9] Giorgio Cesarano and Gianni Collu, Αποκάλυψη και επανάσταση, Dedalo, Bari, 1973. [10] Jean Barrot (ονομασία του Gilles Dauvè), «Καπιταλισμός και Κομμουνισμός», συμπλήρωμα του «Le Mouvement communiste», n. 3, Παρίσι, 1972, και Συμβολή στην κριτική της ακροαριστερής ιδεολογίας, 1969, που δημοσιεύθηκε επίσης από τον Edizioni Vecchia Talpa, Nάπολι, 1970 και από τον Edizioni G.d.C., Caserta, 1973. [11] Emile Marenssin, Από την προϊστορία στην ιστορία, πρόλογος στη γαλλική έκδοση των κειμένων της RAF (Ομάδα Baader-Meinhof), Παρίσι, Champe Libre, 1972, δημοσιεύθηκε επίσης στην Ιταλία από τον Edizioni Immanenza, 2004. [12] Διατίθεται στο Διαδίκτυο στο Edizioni Anarchismo, σειρά «Νέες συνεισφορές για μια αναρχική επανάσταση», 2013. [13] «Αντιπληροφόρηση», n. 13-14 του 1979, και «Anarchismo», αρ. 25, ιανουάριος-φεβρουάριος 1979. Ωστόσο, οι δύο εκδόσεις αποκλίνουν σε πολλά εδάφια. [14] Ο Gianfranco Faina είχε λάβει ένα πρωτότυπο αντίγραφο του Prairie Fire, Η πολιτική του επαναστατικού Αντι-Ιμπεριαλισμού (Πολιτική δήλωση των Weather Underground-Political Statement) που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1974 και ετοιμάζονταν να επιμεληθεί μια ιταλική μετάφραση με την Augusta Molinari, ένα έργο που αργότερα μπλοκάρισε από τα γεγονότα (συνέντευξη στην την Augusta Molinari, της 6ης απριλίου 2004, από την Anna Marsilii και τον Giorgio Moroni. Η ιταλική έκδοση του τόμου θα κυκλοφορήσει μετά τον οκτώβριο του 1977 στο Collettivo Libri Rossi με μια εισαγωγή από τον Paolo Bertella Farnetti. [15] Ο Emilio Agazzi (Γένοβα 1921 – Παβία 1991), ήταν εθελοντής βοηθός στην Ιστορία της φιλοσοφίας πρώτη φορά στη Γένοβα από το 1945 έως το 1954, παραμένοντας επηρεασμένος από τη σκέψη του Adelchi Baràtono (Φλωρεντία 1875 – Γένοβα 1947), καθηγητή θεωρητικής φιλοσοφίας και σημαντικού εκθέτη του αντιφασισμού σοσιαλιστικού προσανατολισμού, και στη συνέχεια, από το 1954 έως το 1964, στην Παβία, όπου συνεργάστηκε με τους Ludovico Geymonat και Vittorio Enzo Alfieri. Ταυτόχρονα, από το 1949 έως το 1972, δίδαξε φιλοσοφία στα γυμνάσια της Genova, Voghera και Pavia. Ένα από τα πιο γνωστά έργα του, ο νεαρός Croce και ο μαρξισμός, το Τορίνο, Einaudi, είναι του 1962. Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του Εβδομήντα αφιερώθηκε στη μελέτη της σύγχρονης γερμανικής φιλοσοφίας, εστιάζοντας την προσοχή του στη Σχολή της Φρανκφούρτης. Συνεργάστηκε σε διάφορες μορφές με πολλά αριστερά περιοδικά και εφημερίδες (μεταξύ άλλων, «Il Lavoro Nuovo», «Avanti!», «Mondo Operaio», «Quaderni Rossi», «Passato e Presente», «Classe»). nel 1983 fondò la rivista di teoria politica «Marx centouno». το 1983 ίδρυσε το περιοδικό πολιτικής θεωρίας «Μαρξ εκατόν ένα». Το Ταμείο Emilio Agazzi διατηρείται στο Ίδρυμα Ιστορικών Σπουδών του Filippo Turati στη Φλωρεντία. Όσο για τη συμμετοχή του Emilio Agazzi στη Συντακτική επιτροπή των «Quaderni Rossi», στην οποία ο Gianfranco Faina συναντά τον δάσκαλό του στο γυμνάσιο λίγο λιγότερο από δέκα χρόνια αργότερα, δείτε τον τόμο L’Operaismo degli anni Sessanta-Ο Εργατισμός των χρόνων Εξήντα, που αναφέρεται παρακάτω. [16] Σε αυτό, δείτε την αδημοσίευτη συνέντευξη από την Anna Marsilii και Giorgio Moroni στον Bruno Enriotti της 1ης μαρτίου 2010. [17] Μαρτυρία του Pier Paolo Poggio προς τον συγγραφέα και του Bruno Enriotti που περιέχεται στη συνέντευξη που αναφέρθηκε. [18] Στη σύνταξη αυτού του μέρους αναφερόμαστε εκτενώς, εκτός από το κείμενο των Poggio-Manstretta που εμφανίστηκε στο «Primo Maggio» που αναφέρθηκε ήδη, και στο δοκίμιο του Giorgio Moroni «Πριν το εξήντα οκτώ» που εμφανίστηκε στο συλλογικό τόμο Gli anni del sessantotto, Voci e carte dell’Archivio dei Movimenti, επιμέλεια Giuliano Galletta, Il Canneto Editore, Γένοβα, 2017. Στην εμπειρία του περιοδικού« Άμεση Δημοκρατία »βλέπε« Άμεση Δημοκρατία και τα γεγονότα της δεκαετίας του ’60 », του Gianfranco Quiligotti, στο« Contemporanea », α. XIV, ν. 2 απριλίου 2011. [19] Το 1962 οι Gianfranco Dellacasa, Massimo Mortillaro και Giorgio Pedrocco, σύντροφοι που συνεργάστηκαν στενά με τον Gianfranco Faina, θα αποβληθούν και αυτοί. [20] Σχετικά με τη σχέση μεταξύ του Gianfranco Faina και του ιταλικού εργατισμού, δείτε τL’operaismo degli anni sessanta, από τον Quaderni Rossi στην Classe Operaia, σε επιμέλεια των Giuseppe Trotta και Fabio Milana, DeriveApprodi, Ρώμη 2008. [21] Η μετάφραση που επιμελήθηκε από τον Bruno Maffi του Il Capitale: Βιβλίο I κεφάλαιο VI μη δημοσιευμένο δημοσιεύεται για πρώτη φορά στην Ιταλία από την Nuova Italia Editrice το 1969, ενώ το Fragment on the machines-il Frammento sulle macchine, αρχικά δημοσιεύθηκε στη μετάφραση του Renato Solmi στο «Quaderni Rossi», 4 , 1964, σελ. 289-300, περιέχεται στο δεύτερο τόμο των θεμελιωδών Χαρακτηριστικών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, που μεταφράστηκε από τον Enzo Grillo και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην Ιταλία, και αυτό με την La Nuova Italia Editrice, το 1970. [22] Δείτε την εξέγερση στην πλατεία Statuto από τον Dario Lanzardo, Feltrinelli, 1979. [23] Δείτε επί αυτού τις συνεντεύξεις των Anna Marsilii και Giorgio Moroni στους Giorgio Pedrocco, Pino Roggerone, Gianfranco Dellacasa και Erminio Raiteri (2010-2012). [24] Ο Τόνι Νέγκρι γράφει για αυτόν: «Συναντηθήκαμε στο Τορίνο, στα Quaderni Rossi, όπου ήρθε και μας βρήκε. Στη συνέχεια, ο Faina έφυγε από τα Quaderni Rossi, αλλά ήρθε μαζί μας ξανά στην Classe Operaia. Στη συνέχεια έφυγε από την Classe Operaia, αλλά συνεχίσαμε να βλεπόμαστε στη Γένοβα, όπου με προσκαλούσε στο circolo Rosa Luxemburg. Δεν μπήκε ποτέ στο Potere Operaio, αλλά ήρθε μαζί μας στην αυτονομία (σε αυτή με το μικρό α). Όταν λέω ότι ο Gianfranco ήρθε σε μας, δεν θέλω να υπονοήσω πονηρά ότι κατάλαβε αργότερα. Αντίθετα: ήταν συχνά ακριβώς πριν από εμάς που είχε δίκιο, εμείς κάναμε τα πράγματα αργότερα και έτσι ξανά συναντιόμασταν. Δεν ήταν δύσκολο να ξανά συναντηθούμε: Ο Gianfranco ήταν ένας καθαρός διανοούμενος, δεν γνώριζε τη δυσαρέσκεια αλλά μόνο τη σαφήνεια και την πίστη της σχέσης με την σκέψη, τη δύναμη της φαντασίας, την ειλικρινή συμφωνία επί της πρακτικής. Τα ψέματα, οι μισές αλήθειες και όλα τα είδη του μακιαβελισμού τον έκαναν άρρωστο, τα μισούσε»(επιστολή του Toni Negri προς τον Giorgio Moroni, 2003. [25] «Πιστεύω πως ήταν το ’61, συνάντησα τον Φαίνα για πρώτη φορά στο σχολείο. Η συνάντηση μας αναστάτωσε, όχι μόνο eμένα, αλλά και 2 ή 3 άλλα παιδιά που ήταν εκεί, διότι αμέσως έφερε στο παιχνίδι το είδος των ενδιαφερόντων που καλλιεργούσε, ειδικά των φιλοσοφικών. Μας ενέπλεξε αμέσως, τώρα είναι κάτι που ίσως μας κάνει να γελάμε, αλλά τότε μας ανησύχησε πολύ. Συζητήσαμε και από εκεί βγήκε προς τα έξω ο τύπος του πολιτιστικού σχηματισμού που είχε ο Faina και οι ενδείξεις των αναγνώσεων που μας έδωσε. Μας ενθάρρυνε εξαιρετικά αποτελεσματικά, αλλά ήταν και απαιτητικός σε αυτό το επίπεδο. Ήθελε να μελετήσουμε ακόμα κι αν δεν ενδιαφερόταν για τον κανονικό σχολικό ρυθμό» (συνέντευξη του Giorgio Moroni και Italo Poma στον Pier Paolo Poggio στις 2 φεβρουαρίου 2003). [26] Μαρτυρία του Claudio Costantini που παραχώρησε στηνAnna Marsilii και τον Giorgio Moroni. Ο Luigi Bulferetti, που ξεκίνησε στη μελέτη της επιστήμης και της τεχνολογίας από τον Ludovico Geymonat, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 προώθησε την ίδρυση της Έδρας της Ιστορίας της Επιστήμης και της τεχνολογίας, καθώς και τη δημιουργία ενός Κέντρου Μελέτης για την ιστορία της τεχνολογίας στην Ιταλία. [27] Ο τόμος του Lotte di classe-ταξικοί Αγώνες στη Λιγουρία από το 1919 έως το 1922, Ιστορικό Ινστιτούτο της Αντίστασης στη Λιγουρία της Γένοβας, ωστόσο, δημοσιεύθηκε το 1965. [28] Το Circolo Rosa Luxemburg ιδρύθηκε στη Γένοβα Sampierdarena το 1966, αρχικά για να υπερασπιστεί αυτούς που συνελήφθησαν σε κίνηση στην πλατεία στις 5 οκτωβρίου του ίδιου έτους. καθίσταται αμέσως ένα κέντρο συζήτησης που συγκεντρώνει αντιφρονούντες διανοούμενους και εργάτες ή εκτός της γραμμής του Κκι και σε αυτό σχηματίζεται μια ομάδα νέων συντρόφων που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο πανεπιστημιακό ’68 και ’69 Τον νοέμβριο του 1967, αμέσως μετά την πρώτη συνέλευση στη σχολή των Γραμμάτων, ο Faina οδηγεί τους φοιτητές της Balbi να συμμετάσχουν στις πρωτοβουλίες του Rosa Luxemburg, συμπεριλαμβανομένης μιας απεργίας στην Italsider. Πολλοί φοιτητές μοιράζουν φυλλάδια μπροστά από το εργοστάσιο για πρώτη φορά, υπάρχουν συζητήσεις καθ’ όλη την βάρδια μπροστά στην οργή των συνδικαλιστών (μαρτυρία από τον Luigi Grasso και τον Mario Lippolis στον Giorgio Moroni και την Anna Marsilii). Μεταξύ του δεκεμβρίου 67 και ιανουαρίου 1968, η Λέσχη συμμετείχε στην πικετοφορία μπροστά από το εργοστάσιο Cressi Sub του Quinto για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στην απόλυση εργατών που ήθελαν να συστήσουν εσωτερική επιτροπή. Υπάρχουν 33 ημέρες απεργίας, στο τέλος των οποίων το συνδικάτο σταματά τη διαμαρτυρία. Το κέντρο Ρόζα Λούξεμπουργκ συλλέγει σημαντικά χρηματικά ποσά μέσω συνδρομών σε γενοβέζικα εργοστάσια για να επιτρέψει στους εργάτες να συνεχίσουν την απεργία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς, o Faina, που δραστηριοποιείται τόσο στο Luxemburg (poi Lega Operai Studenti – αργότερα στην Student Workers’ League) όσο και στο Πανεπιστήμιο, εργάζεται με εξαιρετική αφοσίωση στην οργάνωση της παρέμβασης στους εργατικούς αγώνες. Το 1968, μετά τα γεγονότα του Cressi Sub, το Κέντρο μαζί με άλλους δίνει ζωή στην Lega Operai Studenti-Λίγκα Εργάτες Φοιτητές, που εδρεύει πάντα στη Sampierdarena στην οδό Rolando 10. Δείτε επίσης σχετικά με αυτό «Πριν από τα εξήντα οκτώ-Prima del sessantotto» στο Gli anni del sessantotto-Τα χρόνια του ’68, στη σημείωση 13, και τα άλλα δύο κείμενα σχετικά με τον Φαίνα, ιδίως εκείνο των Manstretta e Poggio, που αναφέρθηκαν στη σημείωση 2. [29] Δείτε σχετικά Καλώς να έρθει ο μάϊος και το άγριο gonfalon! από τον Mario Lippolis, δημοσιευμένο σε επιμέλεια από την Accademia dei Testardi, 1987, Carrara. [30] Βλέπε ριζοσπαστική κριτική στην Ιταλία – LUDD 1967-1970 », Ναυτίλος, Τορίνο, 2018. και «Storietta su Agaragar» στο: Σχετικά με την τρομοκρατία ως μία από τις καλές τέχνες, Storiette από τον Mario Perniola, Mimesis, 2016. [31] Βλ. «Balbi 4″ του Giorgio Moroni στο Τα χρόνια του εξήντα οκτώ, συλλογικός τόμος σε επιμέλεια του Giuliano Galletta. [32] Προτείνουν κατ’ αυτό τον τρόπο οι Pier Paolo Poggio και Rinaldo Manstretta στο «Gianfranco Faina. Στοιχεία μιας πολιτικής-πνευματικής βιογραφίας» που δημοσιεύθηκε στο« Primo Maggio», αρ. 19-20 (1983-1984). [33] Από μια επιστολή του Gianfanco Faina προς τον Giorgio Guano από τη φυλακή Fossombrone (18 αυγούστου 1979): «Προφανώς είμαι πάντα ο «καθηγητής», μια μορφή που θα με καταδιώκει, πιστεύω, όλη μου τη ζωή, με τα αναμφισβήτητα προνόμια της. Για να πω την αλήθεια, βεβαιώνω πολύ λίγα, αντιθέτως γίνομαι ένας αδυσώπητος παίκτης στα χαρτιά, di tresette e di briscola-στα 3 επτάρια και την μπρίσκολα, υποχρεωτικά σε ζευγάρι. παίρνω επίσης τις βιογραφίες του μεν και του δε, εδώ υπάρχουν πραγματικά εξαιρετικές, που δείχνουν πόσο αδάμαστος μπορεί να είναι ο άνθρωπος και πόση ικανότητα έχει να υποφέρει χωρίς να τα παρατά, αυτό στην προοπτική της ανοικοδόμησης της ιστορίας του κινήματος των φυλακών των τελευταίων είκοσι ετών, ένα μακρύ έργο, αλλά θα έχω χρόνο, έτσι φαίνεται».

Από machina-deriveapprodi

https://www.infoaut.org/notes/gianfranco-faina-lenin-e-machno-in-continuita

Comandante Gianfranco Faina (Ação Revolucionária)
Comandante Gianfranco Faina (Ação Revolucionária)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s