ιστορία, storia

Το ανθρωπάκι με το κατσαβίδι στο χέρι: το σαμποτάζ

Δημοσιεύτηκε στις  · in Interventi ·στις Παρεμβάσεις

του Valerio Evangelisti

ComeSiFa.jpg[Ο εκδοτικός οίκος Manni δημοσίευσε ένα βιβλιαράκι, μικρό μα γεμάτο, σε επιμέλεια των Franco “Bifo” Berardi e Valerio Monteventi. Έχει τίτλο Come si fa. Tecniche e prospettive di rivoluzioneΠώς το κάνεις. Τεχνικές και προοπτικές της επανάστασης (σελ. 256, € 12,00). Έτσι παρουσιάζεται από τον εκδότη: «Τα κινήματα διαμαρτυρίας εξαπλώνονται σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο οι μάχες της αντιπολίτευσης στο σύστημα φαίνεται ότι δεν έχουν βρει ακόμη τα εργαλεία για μια αποτελεσματική δράση. Ορισμένες προτάσεις προέρχονται από αυτό τον τόμο που αναλύει θεωρίες και μεθόδους με βάση τις εξεγέρσεις του εικοστού αιώνα: την απεργία και το σαμποτάζ, τον γκεβαρισμό, την αντίσταση και τον ανταρτοπόλεμο, το μποϊκοτάζ και τις πρακτικές του στόχου, την μη βία, τον επικοινωνιακό ακτιβισμό και το info-hacking, το subvertizing και τις καταλήψεις, μέχρι τη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης και βοήθειας. Τελικός στόχος: να κατανοήσουμε το παρελθόν για να προτείνουμε μια νέα και κατάλληλη μορφή της επανάστασης σήμερα. » Οι συνεισφορές που έχουν συλλεχθεί είναι των Franco “Bifo” Berardi, Valerio Monteventi, Lucia Berardi, Arturo Di Corinto, Tommaso De Lorenzis, Valerio Evangelisti, Andrea Gropplero, Antonio Moscato. Riportiamo l’intervento di Valerio Evangelisti.]

Υπάρχει μια μορφή αγώνα που έχει τα αποτελέσματα, τις συνέπειες μιας μαζικής απεργίας, ακόμα κι αν πραγματοποιείται από μικρό αριθμό εργαζομένων ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και από έναν μόνο; Ναι, υπάρχει και ονομάζεται σαμποτάζ. Ήταν κάτι κοινό και θεωρητικοποιήθηκε από ορισμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις, τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, ειδικά στη Γαλλία, την Αγγλία και την Αμερική. Εκείνη την εποχή, στην Ιταλία, ασκούνταν κυρίως στην ύπαιθρο. Επέστρεψε στη μόδα, στα μέρη μας, στη δεκαετία του Εβδομήντα. Είναι πολύ γνωστή η περίπτωση, στις εποχές της γραμμής συναρμολόγησης, του λεγόμενου «άλματος του αμαξώματος»-“salto della scocca” στην αυτοκινητοβιομηχανία. Το ολοκληρωμένο αυτοκίνητο δεν είχε μερικά μικρά αλλά ουσιαστικά κομμάτια, κι αυτό το καθιστούσε άχρηστο. Πολύ μεγάλη οικονομική ζημιά για το αφεντικό. Το 1984 διεξήχθη δίκη εναντίον ορισμένων εργατών της Alfa Romeo που ήταν κατηγορούμενοι για σαμποτάζ. Παραδόξως, οι δικαστές καταδίκασαν την εταιρεία και αθώωσαν τους εργαζόμενους. Μια πρόταση που, σε ορισμένους κύκλους και στον mainstream τύπο, προκάλεσε σκάνδαλο. Προκάλεσε επίσης μια σύντομη κρίση μεταξύ των συνδικάτων, υπέρ της απόφασης του δικαστή και του PCI-ΚΚΙ, αποφασιστικά αντίθετου με αυτήν.
Δεν γνωρίζω άλλες τέτοιες ρητές αποφάσεις, αλλά δεν θέλω εδώ να ασχοληθώ με το σαμποτάζ στο σύνολό του, το οποίο είχε χιλιάδες άλλες εκφράσεις (ακόμη και πολύ πρόσφατες). Αντιθέτως θέλω να ξεκαθαρίσω γιατί πριν από έναν αιώνα ορισμένα σημαντικά συνδικάτα, όπως η CGT στη Γαλλία, οι IWW στην Αμερική και άλλα, λίγο πολύ σε όλο τον κόσμο, θεωρούσαν το σαμποτάζ ένα νόμιμο μέσο αγώνα, ακόμη και αν από το νόμο θεωρείτο εγκληματική πράξη.
Ας ξεκινήσουμε με τον ορισμό. Το θεμελιώδες κείμενο, που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, είναι το σαμποτάζIl sabotaggio του Émile Pouget (στέλεχος της CGT με αναρχοσυνδικαλιστική τάση), που δημοσιεύθηκε στην Ιταλία το 1911. Είναι δική του η φόρμουλα που συνοψίζει την έννοια: «Σε κακή αμοιβή, κακή εργασία» . Ο ιταλός συγγραφέας της εισαγωγής, ο οποίος υπογράφει ως Notari, προσφέρει έναν συνοπτικό αλλά ευρύτερο ορισμό:
“Το σαμποτάζ χωρίζεται σε δύο μεγάλα κλαδιά. Το πρώτο περιλαμβάνει το σαμποτάζ των βιομηχανιών και συνίσταται (…) στη μείωση της μηχανής ή οποιουδήποτε άλλου εργαλείου εργασίας, σε κατάσταση αδράνειας εμποδίζοντας, έτσι, το όπλο που επινοήθηκε από τις τάξεις των αφεντικών – το krumiraggio, τον απεργοσπαστισμό – να μπορέσει να καταστρέψει το όπλο των εργατικών τάξεων – την απεργία.
Το δεύτερο περιλαμβάνει το σαμποτάζ που εφαρμόζεται στα εμπόρια, το οποίο συνίσταται (…) στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη, και όχι εκείνο του αφεντικού: δηλαδή, δίνοντας το σωστό βάρος των ζητούμενων αγαθών, προσφέροντας την καλύτερη επιλογή και καλύτερη στο τιμολόγιο, αντί για την σκάρτη ή ατελή.”
Παραλείπω τη δεύτερη μορφή αγώνα, λιγότερο τρέχουσα, η οποία βρίσκει επίσης κάποιες αναλογίες σε ορισμένες ενέργειες της δεκαετίας του ’70 – και στις αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα (όπως η επιλογή των autoferrotranvieri, των εργαζομένων στα λεωφορεία και τα τραίνα, κατά τη διάρκεια της περιόδου ανανεώσεων των συμβάσεων τους, να επιτρέπουν στους επιβάτες να ταξιδεύουν χωρίς εισιτήριο, αντί να απέχουν από την εργασία ). Όσον αφορά την πρώτη, αναλήφθηκε επισήμως, δημιουργώντας ένα τεράστιο σκάνδαλο, από το συνέδριο της Τουλόν της Γαλλικής CGT το 1897, η οποία επιβεβαιώθηκε εκ νέου από το συνέδριο της Ρενς τον επόμενο χρόνο, και στη συνέχεια επικυρώθηκε στο Παρίσι το 1900. Ο λόγος για το ψήφισμα εξηγείται καλά από τον Pouget:
«Οι καπιταλιστές πρέπει να γνωρίζουν ότι ο εργάτης δεν θα σέβεται το μηχάνημα, εκτός αν έχει γίνει ένας φίλος γι’ αυτόν που συντομεύει το έργο του, αντί να είναι, όπως είναι σήμερα, ο εχθρός που κλέβει το ψωμί του και τον σκοτώνει.”
Τέτοιες ιδέες, οι οποίες σήμερα μπορεί να φαίνονται ξεπερασμένες μέχρι και εξωφρενικές, γνώρισαν μια εκπληκτική διάδοση. Εξάλλου, βασίστηκαν σε πρακτικές που είχαν ήδη υιοθετηθεί αυθόρμητα από την εργατική τάξη. Περιλάμβαναν διάφορες μορφές, που πήγαιναν από την δουλική τήρηση των κανονισμών (που χρησιμοποίησαν οι γάλλοι εργάτες σιδηροδρόμων ακόμη και πριν από το συνέδριο της Τουλόν) έως τη χρήση τεχνασμάτων ικανών να μπλοκάρουν ένα γρανάζι, και με αυτό όλα εκείνα τα συνδεδεμένα, ανάντη και κατάντη. Η δράση ενός μόνο, ή λίγων, ήταν πραγματικά αρκετή για να διακόψει μια ολόκληρη αλυσίδα παραγωγής. Μερικές φορές ήταν αρκετό να αφαιρεθεί ένα μπουλόνι ή να ριχθεί ένα κολλώδες υγρό στις τροχαλίες. Αδύνατο, ή σχεδόν αδύνατο, να ανακαλυφθεί ο ένοχος, μεταξύ του πλήθους των εργατών.
Από τις θεωρητικοποιήσεις του Pouget πέρασαν στην πρακτική που υιοθετήθηκε από τον επαναστατικό συνδικαλισμό, και ιδίως από τους αμερικανούς Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου-Industrial Workers of the World. Ένα διοικητικό στέλεχος των IWW, ο Ben H. Williams, συμβούλευε την όχι άμεση καταστροφή των μηχανημάτων το 1911. Οι εργάτες δεν θα την είχαν καταλάβει, και ίσως θα είχαν καταλήξει να την επικρίνουν ως βάρβαρη. Καλύτερη η τακτική των γάλλων σιδηροδρομικών. Μετά από μια συμφωνία μεταξύ των αγωνιστών του συνδικάτου, η πρόκληση μια βλάβης εδώ, μιας ζημιάς εκεί, έως ότου ολόκληρο το δίκτυο – δημόσιο και ιδιωτικό – να καταστεί αναξιόπιστο και δυσμεταχείριστο. Τα αφεντικά θα κατέληγαν να εγκαταλείψουν την αλαζονεία τους και θα κατέβαιναν σε συμφωνίες αυθόρμητα. Όπως πράγματι συνέβη στη Γαλλία, το 1895.
Άλλοι θεωρητικοί των IWW, ξεκινώντας από τον Frank Bohn για να φτάσουμε σε πολλούς άλλους, συμπεριλαμβανομένου του ηγέτη «Big Bill» Haywood, ερεύνησαν τις λεπτομέρειες αυτού του τύπου αγώνα. Προσπαθώ να ανακεφαλαιώσω τον λόγο τους.

  • Το σαμποτάζ ισχύει ως μορφή ακραίας συγκρουσιμότητας, παρουσία εξαιρετικών καταστάσεων. Κάτω από «κανονικές» συνθήκες, οι προλετάριοι θα το αποκρούσουν.
  • Οι εξαιρετικές καταστάσεις περιλαμβάνουν τη χρήση απεργοσπαστών, την άρνηση αποδοχής εκπροσώπων των συνδικάτων, την αδυναμία απεργίας.
  • Απαραίτητη για το λεγόμενο «βιομηχανικό» σαμποτάζ είναι η παρουσία μεγάλων μαζών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων δεν είναι δυνατόν να βρεθούν ένας ή περισσότεροι ένοχοι, εάν δεν πιαστούν στην πράξη.
  • Το σαμποτάζ στοχεύει τα πράγματα, όχι τους ανθρώπους. Το αντίστροφο της καταστολής της εξουσίας, η οποία αντιθέτως στοχεύει στους ανθρώπους, όχι στα πράγματα.

Παρόμοιες έννοιες υιοθετήθηκαν από ολόκληρο τον παγκόσμιο επαναστατικό συνδικαλισμό στις αρχές του εικοστού αιώνα. Οι IWW τις θεωρητικοποίησαν περισσότερο απ’ ότι τις εξάσκησαν. Μια πολύ συγκεκριμένη πραγματοποίηση έλαβε χώρα κυρίως στην Καλιφόρνια κατά τα χρόνια Δέκα-Είκοσι του Εικοστού αιώνα. Οι επισφαλείς και απεγνωσμένοι εργάτες γης, λιμοκτονούντες από ολοένα και χαμηλότερους μισθούς, άρχισαν να πυροδοτούν τις αλωνιστικές μηχανές που τους έπαιρναν τη δουλειά. Ο συνθέτης Joe Hill προσάρμοσε ένα δημοφιλές τραγούδι σε ανάδειξη αυτής της χειρονομίας, το Ta-Ra-Ra Boom De-Ay, στο οποίο ένας γαιοκτήμονας συμφωνούσε να διαπραγματευτεί αφού είδε την καταστροφή των γεωργικών μηχανημάτων που αγοράστηκαν για να γλυτώσει την ανθρώπινη εργασία.
Ωστόσο, ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις, και δεν ήταν συγκρίσιμες με τον κόκκινο κόκορα-galletto rosso που ασκούσαν τα ίδια χρόνια οι γεωργικοί εργάτες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ξεκινώντας από τους αγρότες της Ρωσίας για να φτάσουμε σε εκείνους, που επίσης πλαισιώθηκαν σε μεταρρυθμιστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, της Emilia-Romagna. Περιλάμβανε απλώς τη φωτιά σε χωράφια με σιτηρά, και απαιτούσε αυξημένο βαθμό αλλοτρίωσης από την εργασία. Δύσκολα οι μικροί ιδιοκτήτες θα είχαν αποδεχθεί αυτήν την τακτική. Την έκαναν δική τους επισφαλείς μάζες που περνούσαν από τη μια δουλειά στην άλλη, και δεν είχαν τίποτα να τους συνδέει με το έδαφος, ούτε στην εργασία σαν τέτοια.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατά κανόνα, δεν έφτασαν τόσο μακριά. Γεγονός είναι ότι το σαμποτάζ, ή μάλλον ο έπαινος του, ήταν ένα από τα πρόσχημα που χρησιμοποιήθηκαν το 1919 για την απαγόρευση των IWW, ανάμεσα σε αναγκαστικές απελάσεις-εκτοπίσεις και μακροπρόθεσμων ποινών φυλάκισης. Τίποτα δεν έκανε αυτούς που διοικούν την οικονομία και την εξουσία να τρέμουν όσο η ιδέα πως μια μικρή ομάδα εργατών θα μπορούσε, με μια «απροσεξία» δύσκολα αποδοτέα, να προκαλέσει μέσα σε λίγα λεπτά μια απώλεια κερδών μεγαλύτερη από εκείνη που προκαλείται από μια εβδομάδα απεργίας – χωρίς ποτέ να μπορούν να γνωρίζουν σε ποιον να αναστείλουν την πληρωμή ή ποιον να απολύσουν.

Το σύνθημα «Σε κακή αμοιβή, κακή δουλειά» εξαφανίστηκε αργότερα από τη λίστα των συνδικαλιστικών συνθημάτων. Επανεμφανίστηκε για λίγο στην Ιταλία, τη δεκαετία του Εβδομήντα, με τη μορφή «Σε μισθό σκατά, σκατά εργασία». Τις επόμενες δεκαετίες ανατράπηκε από την παραγωγική αποκέντρωση, από συμβάσεις για εικαζόμενους αυτόνομους εργαζόμενους ή οργανισμούς, από την μετεγκατάσταση. Μετά την καταδίκη από το νόμο ενός άλλου παραδοσιακού συνδικαλιστικού όπλου, του «μποϊκοτάζ» (εσύ δεν σέβεσαι τους υπαλλήλους σου κι εγώ σε μποϊκοτάρω · όποιος ασχολείται μαζί σου θα τον μποϊκοτάρουμε με τη σειρά του, ακόμη και από την άποψη των ανθρώπινων σχέσεων), παντού ακολούθησαν νομοθετικά μέτρα, μορφές επιτήρησης, οργανωτικές μέθοδοι που να καταστήσουν το σαμποτάζ ανέφικτο. Αλλά μπορεί να ειπωθεί ότι το θηρίο εξημερώθηκε; Για να απελευθερωθεί απαιτεί μια εκτεταμένη ανασφάλεια, την επακόλουθη αλλοτριότητα για τους σκοπούς της εταιρείας, την απόρριψη της «κανονικής» συνδικαλιστικής σχέσης από το αφεντικό. Από την άλλη πλευρά, απαιτεί επίγνωση των σκοπών, θάρρος και άνεση στην επιλογή των μέσων. Ίσως είναι στο δεύτερο μέτωπο που γίνονται αισθητές οι μεγαλύτερες αδυναμίες.
Όπως και να ‘χει, νομίζω ότι είναι σκόπιμο να παραθέσω ένα απόσπασμα από τα συμπεράσματα του συνεδρίου της Τουλόν της CGT, που υιοθέτησε το σαμποτάζ ως νόμιμο όπλο:
«Εμείς σας έχουμε ήδη δείξει πως ενστικτωδώς ο εργαζόμενος απάντησε στον άγριο καπιταλιστή μειώνοντας την παραγωγή, δηλαδή προσφέροντας εργασία ανάλογη με τους άθλιους μισθούς.
Πρέπει να ελπίζουμε ότι οι εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι το σαμποτάζ, για να γίνει ένα ισχυρό όπλο, πρέπει να ασκηθεί με μέθοδο και συνείδηση. Συχνά η απλή απειλή σαμποτάζ είναι αρκετή για να αποφέρει χρήσιμα αποτελέσματα.
Το κογκρέσο δεν μπορεί να εισέλθει στις λεπτομέρειες της τακτικής. Αυτές οι λεπτομέρειες πρέπει να ξεκινούν από την πρωτοβουλία και την ιδιοσυγκρασία του καθενός από εσάς που υποβάλλεστε από την πολλαπλότητα και την ποικιλία των στοιχείων των βιομηχανιών. Δεν μπορούμε παρά να το πάρουμε στα σοβαρά και να σας ευχηθούμε το σαμποτάζ να εισέλθει στο οπλοστάσιο του αγώνα των προλετάριων ενάντια στους καπιταλιστές, παρόμοια με την απεργία, και ότι ο προσανατολισμός του κοινωνικού κινήματος να τείνει ολοένα και περισσότερο προς την άμεση δράση των ατόμων και σε μια μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση της προσωπικότητας μας.”
Είναι αυτά τα λόγια, αυτά της CGT, που θα μπορούσαν να έχουν νόημα ακόμη σήμερα; Δεν ξέρω, περιορίστηκα σε ένα απλό και απλοποιημένο ιστορικό γενικό πανόραμα-excursus storico. Φυσικά, σε περιόδους δικτύων και διασυνδέσεων, η ιδέα ενός ανδρούλη – ή μια γυναικούλας – με φόρμα εργασίας που μπορεί να μπλοκάρει τα πάντα, με αποτέλεσμα τις συνέπειες μιας παρατεταμένης γενικής απεργίας, μπορεί μόνο να συναρπάσει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s