libertà di espressione e di stampa, ελευθερία σκέψης και του τύπου

Η ΚΑΦΚΙΚΗ ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ JULIAN ASSANGE ΞΕΣΚΕΠΑΖΕΙ…

La Bottega del Barbieri

… τους μύθους ΗΠΑ για την ελευθερία και την τυρρανία

του Glenn Greenwald

Το αληθινό μέτρο του πόσο ελεύθερη είναι μια κοινωνία δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι υπηρέτες της άρχουσας τάξης (συμβατικοί και καλά μορφωμένοι) αλλά η τύχη των τωρινών αντιφρονούντων της..

Η δίωξη δεν προορίζεται τυπικά για εκείνους που κουδουνίζουν συμβατικούς θρήνους, ή αποφεύγουν να θέσουν σημαντικές απειλές σε εκείνους που κατέχουν τη θεσμική εξουσία, ή παραμένουν υπάκουα εντός των ορίων της ελεύθερης έκφρασης και του ακτιβισμού που επιβάλλει η άρχουσα τάξη.

Εκείνοι που καθίστανται συγκαταβατικοί και αβλαβείς με αυτόν τον τρόπο – σε οποιαδήποτε κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της πιο κατασταλτικής – θα είναι συνήθως απαλλαγμένοι από αντίποινα. Δεν θα λογοκρίνονται ούτε θα φυλακίζονται. Θα τους επιτρέπεται να ζήσουν τη ζωή τους σε μεγάλο βαθμό ανενόχλητοι από τις αρχές, ενώ πολλοί θα ανταμειφθούν καλά για αυτήν την υποτέλεια τους. Τέτοια άτομα θα δουν τους εαυτούς τους ελεύθερους επειδή, κατά μία έννοια, είναι: είναι ελεύθεροι να υποβάλλονται, να συμμορφώνονται και να συναινούν. Και αν το κάνουν, ούτε καν συνειδητοποιούν, ή τουλάχιστον δεν τους νοιάζει, και μάλιστα το θεωρούν δικαιολογημένο, πως εκείνοι που απορρίπτουν αυτό το οργουελικό σύμφωνο που έχουν αγκαλιάσει («ελευθερία» σε αντάλλαγμα της υποβολής) συνθλίβονται με απεριόριστη δύναμη.

Όσοι δεν επιδιώκουν να διαφωνήσουν ή να ανατρέψουν με σημαντικό τρόπο την εξουσία συνήθως αρνούνται – επειδή δεν καταλαβαίνουν – ότι τέτοιου είδους διαφωνία και ανατροπή, στην πραγματικότητα, απαγορεύονται αυστηρά. Θα συνεχίσουν να πιστεύουν μες την καλή χαρά ότι η κοινωνία στην οποία ζουν εγγυάται τις βασικές πολιτικές ελευθερίες – λόγου, Τύπου, συνέλευσης,συνάντησης, δίκαιης δίκης – επειδή έχουν καταντήσει το λόγο και τον ακτιβισμό τους, εάν υπάρχει, τόσο ακίνδυνο που ουδείς με την ικανότητα να το κάνει αυτό θα έμπαινε στον κόπο να προσπαθήσει να το ελαχιστοποιήσει. Η παρατήρηση που αποδίδεται με αποκρυφικό τρόπο στη σοσιαλίστρια στρατευμένη Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία φυλακίστηκε λόγω της αντίθεσής της στη συμμετοχή της Γερμανίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια εκτελέστηκε συνοπτικά από το Κράτος, το εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο: «Όσοι δεν κινούνται, δεν παρατηρούν τις αλυσίδες τους”.

Το κριτήριο για να προσδιοριστεί εάν μια κοινωνία είναι ελεύθερη δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι καλά μορφωμένοι και σεβαστοί ορθόδοξοι πολίτες της. Αυτοί οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται καλά, ή διαφορετικά συνήθως αγνοούνται, από κάθε ηγεμόνα και από κάθε κέντρο εξουσίας σε κάθε εποχή, σε όλο τον κόσμο.

Δεν θα αισθανθείς το τσίμπημα της Silicon Valley ή άλλων θεσμικών λογοκρισιών αρκεί να συμφωνείς με τις τελευταίες δηλώσεις COVID από τον ΠΟΥ και τον Δρ. Anthony Fauci (ακόμη και αν αυτές οι δηλώσεις έρχονται σε αντίθεση με εκείνες λίγων μηνών νωρίτερα), αλλά θα το νιώσεις αν θέσεις υπό αμφισβήτηση, απορρίψεις ή αποκλίνεις από αυτές. Δεν θα διαγράψουν τη σελίδα σου στο Facebook εάν υπερασπιστείς την ισραηλινή κατοχή στην Παλαιστίνη, αλλά θα αποβληθείς από αυτή την πλατφόρμα εάν ζεις στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα και προτρέπεις την αντίσταση στα ισραηλινά στρατεύματα κατοχής. Εάν αποκαλέσεις τον Τραμπ έναν πορτοκαλί φασίστα κλόουν, μπορεί να παραμείνεις στο YouTube για πάντα, αλλά όχι εάν υπερασπιστείς τις πιο αμφιλεγόμενες πολιτικές και αξιώσεις του. Μπορείς να επιμένεις δυνατά ότι όλες οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ τα χρόνια 2000, 2004 και 2016 είχαν κλαπεί όλες, δίχως την παραμικρή ανησυχία μήπως εκδιωχθείς, αλλά οι ίδιοι ισχυρισμοί σχετικά με τις εκλογές του 2020 θα οδηγήσουν σε βιαστική άρνηση της δυνατότητάς σου να χρησιμοποιήσεις ηλεκτρονικά μονοπώλια τεχνολογίας online για να μπορέσεις να ακουστείς.

Η λογοκρισία, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της καταστολής-καταπίεσης, προορίζεται για όσους διαφωνούν με την ορθόδοξη πλειοψηφία, όχι για εκείνους που εκφράζουν απόψεις άνετα μέσα στο mainstream. Δημοκρατικοί και ρεπουμπλικάνοι του establishment – υποστηρικτές της επικρατούσας νεοφιλελεύθερης τάξης – δεν χρειάζονται προστασία για την ελευθερία του λόγου, καθώς κανείς στην εξουσία δεν θα νοιαζόταν αρκετά για να τους κάνει να σιγήσουν. Είναι μόνο οι δυσαρεστημένοι, αυτοί που βρίσκονται σε ριζοσπαστικές και οριακές θέσεις, στο περιθώριο, χρειάζονται αυτά τα δικαιώματα. Και αυτοί είναι ακριβώς οι άνθρωποι που, εξ ορισμού, συχνά τους αρνούνται.

Ομοίως: ισχυροί αξιωματούχοι στην Ουάσινγκτον μπορούν να αποκαλύψουν παράνομα τα πιο ευαίσθητα κυβερνητικά μυστικά και δεν θα υποστούν καμία τιμωρία, ή θα λάβουν το ελαφρύτερο άγγιγμα στον καρπό, υπό την προϋπόθεση ότι ο σκοπός τους είναι να προωθήσουν τις παραδοσιακές αφηγήσεις. Όμως οι διαρροές-οι leakers χαμηλού επιπέδου των οποίων σκοπός είναι να αποκαλύψουν τα κακώς κείμενα των ισχυρών ή να αποκαλύψουν τα συστηματικά τους ψέματα θα φέρουν όλο το βάρος του συστήματος της εγκληματικής δικαιοσύνης και όλες οι υπηρεσίες πληροφοριών θα ορμήξουν επάνω τους, για να τους καταστρέψουν λόγω εκδίκησης ή και να καρφώσουν το κεφάλι τους σε ένα στύλο για να τρομοκρατήσουν τους μελλοντικούς αντιφρονούντες από το να εμφανιστούν, να προχωρήσουν μπροστά με τον ίδιο τρόπο

Δημοσιογράφοι όπως ο Bob Woodward, που έχουν περάσει δεκαετίες αποκαλύπτοντας τα πιο ευαίσθητα μυστικά, κατόπιν εντολής των κυβερνώντων ελίτ της Washington DC, θα χαιρετιστούν με βραβεία και τεράστιο πλούτο. Όσοι όπως ο Julian Assange όμως που δημοσιεύουν παρόμοια μυστικά, αλλά ενάντια στη βούληση αυτών των ελίτ, με σκοπό και αποτέλεσμα να αποκαλύψουν, να ξεσκεπάσουν (αντί να αποκρύψουν) τα ψέματα της άρχουσας τάξης και να αποτρέψουν (αντί να προωθήσουν) την ατζέντα τους, θα υποφέρουν την αντίθετη μοίρα με εκείνη του Woodward: θα υποστούν κάθε τιμωρία που μπορούμε να φανταστούμε, συμπεριλαμβανομένου του επ’ αόριστον περιορισμού σε κελιά υψηλής ασφάλειας. Αυτό συμβαίνει επειδή ο Woodward είναι ένας υπηρέτης της εξουσίας, ενώ ο Assange είναι ένας αντιφρονούντας εναντίον της.

Όλα αυτά δείχνουν μια θεμελιώδη αλήθεια. Το πραγματικό μέτρο για το πόσο ελεύθερη είναι μια κοινωνία – από την Κίνα, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο έως τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες – δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι συμβατικοί και καλοφτιαγμένοι υπηρέτες της άρχουσας τάξης. Οι υποτελείς της βασιλικής αυλής τελειώνουν πάντα καλά: ανταμείβονται για την υποταγή τους και ως εκ τούτου, πεπεισμένοι ότι αφθονούν οι ελευθερίες, διπλασιάζουν την πίστη τους στις δομές εξουσίας του status quo-της καθεστηκυίας τάξης που επικρατεί.

Το αν μια κοινωνία είναι πραγματικά ελεύθερη καθορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους αντιφρονούντες της, εκείνους που ζουν και μιλούν και σκέφτονται έξω από τις επιτρεπόμενες γραμμές, εκείνους που πραγματικά ανατρέπουν τους στόχους της άρχουσας τάξης. Αν θέλετε να μάθετε εάν η ελευθερία του λόγου είναι γνήσια ή απατηλή, μην κοιτάτε τη μεταχείριση εκείνων που υπηρετούν πιστά τις φατρίες τoυ establishment και διακηρύσσουν φωναχτά τις πιο ιερές τους λατρείες, αλλά τη μοίρα εκείνων που κατοικούν εκτός αυτών των φατριών και εργάζονται σε αντίθεση με αυτούς. Αν θέλετε να μάθετε εάν ένας ελεύθερος τύπος είναι αυθεντικά εγγυημένος, κοιτάξτε την δύσκολη κατάσταση εκείνων που δημοσιεύουν μυστικά που έχουν σχεδιαστεί για να μην προπαγανδίζουν στον πληθυσμό να λατρεύει τις ελίτ, αλλά, αντιθέτως, εκείνους των οποίων οι δημοσιεύσεις δημιουργούν μαζική δυσαρέσκεια εναντίον τους.

Αυτό είναι που καθιστά τη συνεχιζόμενη φυλάκιση του Julian Assange όχι μόνο μια τρομερή αδικία, αλλά και ένα ζωτικό και κρυστάλλινο πρίσμα για να δούμε τη θεμελιώδη απάτη των αφηγήσεων των ΗΠΑ σχετικά με το ποιος είναι ελεύθερος και ποιος δεν είναι, στο πού βασιλεύει η τυραννία και πού όχι.

Ο Assange βρίσκεται στη φυλακή για σχεδόν δύο χρόνια. Σύρθηκε έξω από την Πρεσβεία του Εκουαδόρ στο Λονδίνο από τη βρετανική αστυνομία στις 11 απριλίου 2019. Αυτό κατέστη δυνατό μόνο επειδή οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ισπανίας ανάγκασαν τον ήπιο πρόεδρο του Εκουαδόρ, Lenin Moreno, να αποσύρει το άσυλο που χορηγήθηκε στην Assange επτά χρόνια νωρίτερα από τον προκάτοχό του, πιστό υπερασπιστή της εθνικής κυριαρχίας, Rafael Correa.

Οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας μισούν τον Ασάνζ λόγω των αποκαλύψεών του που έφεραν στο φως τα ψέματα και τα εγκλήματά τους, ενώ η Ισπανία εξοργίστηκε από την ειδησιογραφική κάλυψη και τον ακτιβισμό του WikiLeaks ενάντια στη βίαιη καταστολή της Μαδρίτης του 2018 προς το καταλανικό κίνημα ανεξαρτησίας. Έτσι λειτούργησε δεσποτικά και διέβρωσαν τον Moreno για να ρίξουν τον Assange στους λύκους, δηλαδή σε αυτούς. Και από τότε, ο Ασάνζ έχει κρατηθεί στη φυλακή μέγιστης ασφάλειας του Λονδίνου στο Belmarsh, μια εγκατάσταση που χρησιμοποιείται για υπόπτους τρομοκρατίας και είναι τόσο σκληρή που το BBC ρώτησε το 2004 εάν επρόκειτο για «τον κόλπο του Γκουαντάναμο στη Μεγάλη Βρετανία.”.

Ο Assange δεν είναι φυλακισμένος επί του παρόντος επειδή καταδικάστηκε για ένα έγκλημα. Δύο εβδομάδες μετά την απόσυρσή του από την πρεσβεία, κρίθηκε ένοχος για το δευτερεύον αδίκημα της «παράκαμψης της εγγύησης» και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 50 εβδομάδων, τη μέγιστη επιτρεπόμενη ποινή από το νόμο. Εξέτισε πλήρως την ποινή του ξεκινώντας από τον απρίλιο του τρέχοντος, [περασμένου] έτους, και ως εκ τούτου έπρεπε να απελευθερωθεί, χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίσει περαιτέρω κατηγορίες. Ωστόσο, λίγες εβδομάδες πριν από την ημερομηνία απελευθέρωσής του, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ αποκάλυψε ένα κατηγορητήριο εναντίον του Ασάνζ, το οποίο προέκυψε από τη δημοσίευση των διπλωματικών τηλεγραφημάτων του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και των πολεμικών αρχείων από το WikiLeaks το 2010 που αποκάλυψαν μαζική διαφθορά από πολλές κυβερνήσεις, αξιωματούχους Μπους και Ομπάμα και διάφορες εταιρείες σε όλο τον κόσμο.

Αυτό το κατηγορητήριο των ΗΠΑ και το αίτημα έκδοσης του Assange στις ΗΠΑ για να δικαστεί παρείχαν, όπως είχε προγραμματιστεί, το πρόσχημα στη βρετανική κυβέρνηση να φυλακίσει τον Assange επ’ αόριστον. Ένας δικαστής αποφάσισε γρήγορα ότι ο Ασάνζ δεν μπορούσε να απελευθερωθεί με εγγύηση εν αναμονή της ακρόασης έκδοσης, αλλά αντ’ αυτού έπρεπε να παραμείνει πίσω από τα κάγκελα καθώς τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου εξετάζουν λεπτομερώς το αίτημα έκδοσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DOJ). Ότι κι αν συμβεί, θα χρειαστούν χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία έκδοσης διότι οποιοδήποτε μέρος (το DOJ ή ο Assange) χάσει σε κάθε στάδιο-φάση (και ο Assange είναι πολύ πιθανό να χάσει τον πρώτο γύρο όταν εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση έκδοσης την επόμενη εβδομάδα [πράγμα του τελικά δεν έγινε]), θα ασκήσουν έφεση και ο Assange θα παραμείνει στη φυλακή καθώς αυτές οι προσφυγές θα αξιολογηθούν πολύ αργά στο δικαστικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου.

Αυτό σημαίνει ότι – ελλείψει μιας χάριτος από τον Τραμπ ή απόσυρση των κατηγοριών από αυτό που θα γίνει το DOJ του Μπάιντεν – ο Ασάνζ θα παραμείνει έγκλειστος για χρόνια χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι ένοχος για οποιοδήποτε έγκλημα. Απλά, θα εξαφανιστεί: σιγήθηκε από τις ίδιες τις κυβερνήσεις των οποίων την διαφθορά και τα εγκλήματα καταγγέλλει.

Αυτές είναι οι ίδιες κυβερνήσεις – οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο – που καταδικάζουν υποκριτικά τους αντιπάλους τους (αλλά σπάνια τους καταπιεστικούς συμμάχους τους) για παραβίαση της ελευθερίας του λόγου, της ελευθερίας του Τύπου και των δικαιωμάτων μιας δίκαιης διαδικασίας-δίκης. Αυτές είναι οι ίδιες κυβερνήσεις που επιτυγχάνουν – σε μεγάλο βαθμό επειδή τα μέσα ενημέρωσης πιστεύουν ότι για την προπαγάνδα που διαδίδουν εν γνώσει τους θα ανταμειφθούν – να πείσουν μεγάλο αριθμό πολιτών τους πως, σε αντίθεση με τις κακές Χώρες όπως η Ρωσία και το Ιράν, αυτές οι πολιτικές ελευθερίες είναι εγγυημένες και προστατευμένες στις χώρες της Καλής Δύσης.

(Τα άφθονα στοιχεία που δείχνουν ότι η κατηγορία του Assange είναι η πιο σοβαρή απειλή για την ελευθερία του Τύπου εδώ και χρόνια και ότι τα επιχειρήματα που υιοθετήθηκαν για να το δικαιολογήσουν είναι δόλια, έχουν τεκμηριωθεί επανειλημμένα από εμένα και από άλλους, οπότε δεν θα επαναλάβω αυτά τα επιχειρήματα εδώ. Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να δουν το άρθρο και το πρόγραμμα βίντεο που παρήγαγα για αυτόν τον ισχυρισμό μαζί με το άρθρο μου στην Washington Post. Οι New York Times της Laura Poitras δημοσίευσαν την περασμένη εβδομάδα σχετικά με το κατηγορητήριο. το editorial του Guardian από τον πρώην πρόεδρο της Βραζιλίας Lula da Silva για την άμεση απελευθέρωση του Assange · Το άρθρο του Guardian και το άρθρο της δημοσιογράφου της Washington Post, Margaret Sullivan, που καταδικάζει αυτή την κατηγορία ως άδικη. και τις δηλώσεις του Ιδρύματος Ελευθερίας του Τύπου, της Επιτροπής Προστασίας του Τύπου-Freedom of the Press Foundation, της Επισκόπησης Δημοσιογραφίας της Κολούμπια-Columbia Journalism Review και της προειδοποίησης της ACLU για τους σοβαρούς κινδύνους για τις ελευθερίες του Τύπου που θέτει).

Και η καταδίκη του Ασάνζ για τις κατηγορίες του «άλματος διάσωσης-bail jumping» και ο τρόπος με τον οποίο απεικονίζεται στον διάλογο των mainstream μέσων μαζικής ενημέρωσης, αποκαλύπτει επίσης πόσο παραπλανητικές είναι αυτές οι αφηγήσεις και πόσο απατηλές είναι αυτές οι φερόμενες προστατευόμενες ελευθερίες. Η καταδίκη του Assange για παραβίαση της εγγύησης-ελευθερίας με όρους βασίστηκε στην απόφασή του να ζητήσει άσυλο από τον Εκουαδόρ αντί να εμφανιστεί για την ακρόαση έκδοσης του 2012 στο Λονδίνο. Αυτό το αίτημα ασύλου έγινε αποδεκτό από τον Ισημερινό με το επιχείρημα ότι η απόπειρα της Σουηδίας να εκδώσει τον Assange από το Ηνωμένο Βασίλειο για μια έρευνα σχετικά με τη σεξουαλική επίθεση-βία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για να τον στείλει στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες στη συνέχεια θα τον φυλάκιζαν για το «έγκλημα» της καταγγελίας των παράνομων και παραπλανητικών του πράξεων. Αυτή η εκδικητική φυλάκιση, είπε ο Ισημερινός, θα ισοδυναμούσε με κλασική πολιτική δίωξη, καθιστώντας έτσι απαραίτητο το άσυλο για την προστασία των πολιτικών του δικαιωμάτων από τις επιθέσεις των ΗΠΑ (η υπόθεση στη Σουηδία έκλεισε αργότερα μετά την κατάληξη από πλευράς εισαγγελέων πως το άσυλο του Assange κατέστησε την έρευνα άχρηστη).

Όταν οι ΗΠΑ χορηγούν άσυλο σε αντιφρονούντες από αντίπαλες χώρες για να τους προστατεύσουν από τις διώξεις, τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης το ανακοινώνουν ως ευγενή και καλοπροαίρετη πράξη, η οποία δείχνει πόσο είναι αφοσιωμένη η κυβέρνηση των ΗΠΑ στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Θυμηθείτε τον εορταστικό τόνο της κάλυψης των μέσων ενημέρωσης των ΗΠΑ όταν η κυβέρνηση Ομπάμα έδωσε καταφύγιο στην πρεσβεία της στο Πεκίνο και στη συνέχεια μόνιμο άσυλο στον τυφλό Κινέζο ακτιβιστή ακτιβιστή Chen Guangcheng, ο οποίος είχε αντιμετωπίσει πολλές ποινικές κατηγορίες στη χώρα καταγωγής του για το έργο του ενάντια στις πολιτικές αποφάσεις που θεωρούσε καταπιεστικές και άδικες. Οι αμερικανοί φιλελεύθεροι περιγράφουν το άσυλο, όταν χορηγείται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, για να προστατευθούν από διώξεις σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, τόσο ιερό που οι προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για περιορισμό του ασύλου προκάλεσαν τη συνεχιζόμενη οργή τους ( αυτή η οργή πρόκειται να εξαφανιστεί καθώς ο Μπάιντεν κάνει το ίδιο, αλλά με πιο απαλή, πιο ήπια γλώσσα απροθυμίας).

Αλλά όταν το άσυλο χορηγείται από άλλες χώρες για να προστατεύσει κάποιον από διώξεις στα χέρια της κυβέρνησης των ΗΠΑ, το άσυλο μετατρέπεται ξαφνικά από μια ευγενή και καλοπροαίρετη ασπίδα ενάντια στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ένα κακό και διεφθαρμένο έγκλημα. Έτσι, οι αμερικανοί και βρετανοί δημοσιογράφοι συνηθίζουν να δυσφημίζουν την απόφαση του Ισημερινού να προστατεύσει τον Ασάνζ από το να σταλεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για να τιμωρηθεί για τη δημοσιογραφία του, ή πώς εξακολουθούν να μιλούν για τη χορήγηση ασύλου από τη Ρωσία στον Έντουαρντ Σνόουντεν, το οποίο τον προστατεύει από την αποστολή του στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αντιμετωπίσει μια πιθανή ισόβια κάθειρξη σύμφωνα με τον κατασταλτικό νόμο κατασκοπείας-Espionage Act του 1917, έναν νόμο που τον εμποδίζει να έχει ακόμη και μια υπεράσπιση »αιτιολόγησης» στο δικαστήριο και συνεπώς να εξασφαλίσει μια δίκαιη δίκη. Σε αυτό το πλαίσιο προπαγάνδας, όχι μόνο οι κυβερνήσεις που χορηγούν άσυλο κατά των διώξεων των ΗΠΑ (όπως ο Ισημερινός και η Ρωσία), αλλά και οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο από τις διώξεις των ΗΠΑ (όπως ο Assange και ο Snowden) θεωρούνται κακοί από τα media των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, ακόμη και εγκληματίες που κάνουν χρήση αυτού του διεθνούς εγγυημένου δικαιώματος ασύλου.

Στην πραγματικότητα, η βρετανή δικαστής που επέβαλε τη μέγιστη ποινή στον Assange για το bail jumping, η Deborah Taylor, μυξοέκλαψε στην ακρόαση καταδίκης της λέγοντας ότι «χρησιμοποίησε το άσυλο του στην πρεσβεία του Εκουαδόρ για να προσβάλει τη βρετανική δικαστική εξουσία». Πρόσθεσε: «Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα πιο σοβαρό παράδειγμα αυτού του εγκλήματος. Μπαίνοντας στην πρεσβεία, έθεσες σκόπιμα τον εαυτό σου μακριά, παρότι παρέμεινες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έμεινες εκεί για σχεδόν επτά χρόνια, εκμεταλλευόμενος την προνομιακή σου θέση για να παραβιάζεις το νόμο και να δημοσιοποιήσεις την περιφρόνησή σου για το δίκαιο αυτής της χώρας διεθνώς.

Το (πολιτικό) άσυλο του Σνόουνντεν στη Ρωσία – το μόνο πράγμα που βρίσκεται ανάμεσα σε αυτόν και δεκαετίες σε ένα κλουβί μέγιστης ασφαλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες για το «έγκλημα» της αποκάλυψης αντισυνταγματικής κατασκοπείας από αξιωματούχους του Ομπάμα – είναι εξίσου περιφρονημένο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους πολιτικούς κύκλους της ελίτ των ΗΠΑ ως κάτι επαίσχυντο και μάλλον προδοτικό παρά ως μια τέλεια νομική ασπίδα σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις ασύλου κατά των διώξεων από το εκδικητικό και διαβόητα κατασταλτικό κράτος ασφαλείας των ΗΠΑ.

Εδώ βλέπουμε την τυφλή προπαγάνδα στην οποία οι πολίτες των ΗΠΑ υπόκεινται στο άπειρο. Το άσυλο χορηγείται πάντα όταν επεκτείνεται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ σε αντιφρονούντες ή περιθωριοποιημένους από κατώτερες χώρες, αλλά δεν είναι ποτέ εγγυημένο όταν χορηγείται από άλλες χώρες σε αντιφρονούντες των ΗΠΑ ή σε άλλους δημοσιογράφους και ακτιβιστές των οποίων την τιμωρία απαιτούν οι ΗΠΑ. Αυτή η διαστρεβλωμένη διατύπωση είναι ισχυρή επειδή τα αμερικανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης καταφέρνουν να διασπείρουν την τοξική μυθολογία ότι οι ΗΠΑ έχουν δικαιώματα και δικαιώματα μοναδικά που δεν έχουν οι μικρότερες χώρες, διότι, σε αντίθεση με αυτές, οι ΗΠΑ είναι μια δημοκρατία εραστής της ελευθερίας που τιμά τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και εγγυάται σταθερά τις πολιτικές ελευθερίες της ελεύθερης έκφρασης, του ελεύθερου Τύπου και της δέουσας-δίκαιης δίκης για όλους τους ανθρώπους.

Την επόμενη φορά που κάποιος θα κάνει αυτή τη δήλωση, ρητά ή όχι, να του πείτε να κοιτάξει τη μοίρα του Julian Assange, ενός από τους πιο αποτελεσματικούς δημοσιογράφους και ακτιβιστές αυτής της γενιάς στην έκθεση των εγκλημάτων, των εξαπατήσεων και της διαφθοράς των κύριων κέντρων εξουσίας των ΗΠΑ, ειδικά του κράτους μόνιμης αστυνόμευσης. ο Assange δεν είναι καν αμερικανός πολίτης, έχοντας περάσει μια μοναχά εβδομάδα στη ζωή του σε αμερικανικό έδαφος και μη έχοντας κανένα απολύτως καθήκον – νομικό, δημοσιογραφικό ή ηθικό – να προστατεύει τα μυστικά των ΗΠΑ.

Αλλά δεν έχει σημασία: όποιος αψηφά αποτελεσματικά τη δύναμη των ΗΠΑ πρέπει και θα συντριβεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ελευθερία του λόγου και του Τύπου και άλλες αστικές εγγυήσεις παρέχονται μόνο σε εκείνους που απέχουν σημαντικά από την αμφισβήτηση της αμερικανικής άρχουσας τάξης: δηλαδή σε εκείνους που δεν χρειάζονται αυτά τα δικαιώματα. Εκείνοι που χρειάζονται αυτά τα δικαιώματα – εκείνοι που διαφωνούν και είναι δυσαρεστημένοι – απολαμβάνουν την άρνηση, αποδεικνύοντας οριστικά ότι αυτά τα δικαιώματα υπάρχουν μόνο στην περγαμηνή, πως στην πραγματικότητα είναι τεχνητά και απατηλά για εκείνους που πραγματικά τα χρειάζονται και τα αξίζουν.

da qui από εδώ

(μετάφραση σε επιμέλεια Francesco Masala, per i riferimenti/link si rimanda all’articolo originale)

taggato con Acluasilo politicoChen GuangchengColumbia Journalism ReviewCommittee to Protect JournalistsDeborah Taylordiritto di asiloDOJ (Dipartimento di Giustizia Usa)Edward SnowdenEspionage ActevidenzaFreedom of the Press Foundationgiusto processoGlenn GreenwaldJulian AssangeLaura Poitraslibertà di informareLula da SilvaMargaret SullivanNEWSLETTERbottegaprigione di Belmarshprocesso AssangeWashington Post

La Bottega del Barbieri

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s