φιλοσοφία, filosofia

Μία εξέγερση δίχως επανάσταση – Una rivolta senza rivoluzione

Maurizio Cannavacciuolo, Πορτρέτο ενός τζέντλεμαν, 2000, ελαιογραφία σε καμβά, 200×270 cm

Το κείμενο που δημοσιεύεται εδώ του Benedetto Vecchi – υπεύθυνου για τις πολιτιστικές σελίδες του «il manifesto» εδώ και δεκαετίες, και ενός από τους ιδρυτές του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi «- είναι ένα μη δημοσιευμένο του. Η τελευταία του γραφή που μας έδωσε το βράδυ πριν παραδοθεί σε μια ασθένεια κατά της οποίας είχε αγωνιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα με μεγάλο θάρρος και αξιοπρέπεια. Ήταν προοριζόμενο για τον δεύτερο τόμο του Kritik. Εγχειρίδιο επιβίωσης στην αγωνία του κεφαλαίου, ένα εκδοτικό σχέδιο που αργότερα συγχωνεύτηκε μέσα σε εκείνο το πολύ ευρύτερο, του «Machina». Και αυτό τον αριθμό μηδέν του «Machina» αφιερώνουμε στον Benedetto, περιμένοντας να μπορέσουμε να τον θυμόμαστε με ένα μεγάλο γεγονός προς τιμήν και στη μνήμη του.

Δεν υπήρξε ήπειρος που να μην έχει αναφερθεί στις δημοσιεύσεις των κοινωνικών δικτύων που ανακοίνωναν το γεγονός ότι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αγανακτισμένους άντρες και γυναίκες, απλά απρόθυμους να συνεχίσουν τη συνήθη καθημερινή τους ζωή. Βενεζουέλα, Βολιβία, Χιλή, Βραζιλία, αλλά και Ινδία, Ιράκ, Λίβανος, Καταλονία, Ηνωμένες Πολιτείες, Μεξικό, Χονγκ Κονγκ, Ιταλία. Μερική λίστα για διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις, η καθεμία διαφορετική, καθεμία γεννημένη με συγκεκριμένους λόγους στο τοπικό πλαίσιο που τις έχει δει να μεγαλώνουν. Συχνά είναι ταραχές, ανταρσίες, εξεγέρσεις που γεννιούνται σε αντίθεση με το status quo, με την κατεστημένη τάξη: μερικές φορές, σπάνια, φιλοξενούν μια νοσταλγία για το παρελθόν, διεκδικώντας την επιστροφή στο status quo ante. Ωστόσο είναι μορφές συλλογικής δράσης που διαβάζονται ανεξάρτητα από τη σεξουαλική διαφορά που τις χαρακτηρίζει. Η φεμινιστική παλίρροια, οι παραστάσεις των Non una di meno έχουν, όπου επενδύουν στη ρουτίνα μιας καθημερινότητας που συχνά χαρακτηρίζεται από πατριαρχία, ενδοοικογενειακή καταπίεση, σεξουαλική βία και γυναικοκτονία, δηλαδή τη γεύση ενός ασεβούς ριζοσπαστισμού, πολύ μακρινού από αυτόν που προτείνει ένας εισβολέας ενός σούπερ μάρκετ σε κάποια μητρόπολη. Ωστόσο, υπάρχει μια εικονογραφία που έχει συνοδεύσει αυτό το παγκόσμιο κύμα. Είναι μια φωτογραφική ακολουθία που προέρχεται από τη Λατινική Αμερική. Απεικονίζει έναν διαδηλωτή να αντιμετωπίζει και να γκρεμίζει έναν αστυνομικό. Αξίζει να σταθούμε στις φωτογραφίες. Ο αστυνομικός φέρνει στη μνήμη robocop, επειδή φοράει μια φόρμα, καλύτερα μια πανοπλία που μοιάζει με τον εξωσκελετό ενός ρομπότ. Τίποτα δεν φαίνεται από το πρόσωπο του άντρα που το φοράει. Αλλά και ο διαδηλωτής έχει ένα μη αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Φοράει ένα μπλουζάκι και παντελόνι όπως πολλοί. Το σώμα του δηλαδή προστατεύεται στο ελάχιστο, αλλά η στάση του επαναστάτη, του διαδηλωτή με τα παραποιημένα χαρακτηριστικά που είναι έτοιμος να παραμείνει αόρατος και μη αναγνωρίσιμος στην εξουσία, δεν τον κάνει τόσο διαφορετικό από τους νέους που φορούσαν αυστηρά μαύρα ρούχα στο Χονγκ Κονγκ, οι οποίοι στη σειριακή κατάσταση ενδυμάτων και χρωμάτων βλέπουν τον κύριο τρόπο για να ξεφύγουν από το διεισδυτικό βλέμμα και τις τεχνολογίες ελέγχου που αποτελούνται από συστήματα παρακολούθησης-επιτήρησης βίντεο και προηγμένο λογισμικό αναγνώρισης προσώπου που χρησιμοποιούν μεθόδους και τεχνικές ανάλυσης της τεχνητής νοημοσύνης. Η φωτογραφική ακολουθία έκανε τον γύρο των κοινωνικών δικτύων. Δεν λείπουν τα σχόλια εκείνων που την βλέπουν ως έκφραση μιας ισχυρής και τεχνολογικής καθιερωμένης δύναμης-συντεταγμένης εξουσίας, αλλά, που παρόλα αυτά νικάται από την άοπλη αλλά εκρηκτική δύναμη του λαού. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε αυτήν την ανάγνωση. Επιτρέψτε μου να είμαι σαφής. Το παγκόσμιο κύμα κινητοποίησης των τελευταίων ετών έχει θεωρηθεί ένας εφιάλτης από εκείνους που έχουν διαχειριστεί την εξουσία. Ήταν χρόνια που μια τόσο διαδεδομένη, εκτεταμένη κινητοποίηση δεν έπληττε τον κόσμο. Δηλαδή, από τις λεγόμενες αραβικές Ανοίξεις, από το Occupy και τους Αγανακτισμένους-Indignados που παγκόσμιες εξεγέρσεις δεν κλόνιζαν την ομαλή επιφάνεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αλλά με την ευκαιρία εκείνη δεν ήταν οι διαφορές το κύριο χαρακτηριστικό. Με ένα παιχνίδι λέξεων που η φιλοσοφία γνωρίζει καλά, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε εκείνο του τότε ένα φαινόμενο που σχετίζονταν με εξεγέρσεις που χαρακτηρίζονταν από επανάληψη και λίγη διαφορά. Αντιθέτως, αυτό που είδαμε να αυξάνεται την τελευταία περίοδο είναι ένα κύμα που τροφοδοτείται από διαφορές. Η καθιερωμένη δύναμη-η καθεστηκυία τάξη, τότε όπως σήμερα, λέκιασε, ξεθώριασε. Δηλαδή βρέθηκε στη γωνία, σε δυσκολία, έχει βιώσει την απονομιμοποίηση, διάβρωση της κοινωνικής συναίνεσης, την κριτική από την τοπική και διεθνή κοινή γνώμη. Αλλά τότε, όπως σήμερα, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ πλήρως. Αυτό που είδαμε να αναπτύσσεται δηλαδή ήταν ένα εξεγερτικό κύμα που εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά και άνισα σε ολόκληρο τον πλανήτη, αφήνοντας τους ανθρώπους έκπληκτους από την ικανότητά του να προσελκύει την επικοινωνιακή προσοχή, αλλά το οποίο δεν παρήγαγε μια πολιτική οργάνωση ικανή να αναμετρηθεί με την τροποποίηση των κοινωνικών σχέσεων που ήθελε να ανατρέψει. Είναι γύρω από αυτό – την ανάπτυξη της εξέγερσης μέσα σε διαφορές – που απαιτείται επιπλέον προσοχή και προβληματισμός-στοχασμός. Κατ’ αρχήν τα συνθήματα πολλαπλασιάζονται, οι αντάρτικες «ημερήσιες διατάξεις» εμπλουτίζονται με προοπτικές, ικανές να αφηγούνται μη ειρηνοποιημένους κόσμους, που αναφέρονται στη λεηλασία των πρώτων υλών, στην ανάπτυξη της φτώχειας στις μητροπόλεις, στην κριτική των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, στην απαλλοτρίωση των κοινών αγαθών από την πλευρά των επιχειρήσεων. Απουσιάζει, ή μάλλον βρίσκεται στο παρασκήνιο, το κάλεσμα στη ταξική πάλη, στη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αλλά είναι μόνο η αντανάκλαση εκείνης της διάρθρωσης του καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που καθιστά το κράτος πρόνοιας, το περιβάλλον, τη χρηματοδότηση, σημαντικά αλλά όχι κεντρικά στοιχεία σε καθεμία από τις διαδικασίες αξιοποίησης της ζωντανής εργασίας και της σύγκρουσης γύρω από την παραγωγή σχετικής και απόλυτης πλεονάζουσας αξίας-υπεραξίας, για να παραμείνουμε σε ένα κλασικά μαρξιστικό λεξικό. Και αν κάποιος τείνει τον δείκτη προς τις ταραχές των τελευταίων ετών, είναι το κλασικό παράδειγμα εκείνων που δεν θέλουν να κοιτάξουν πέρα ​​από τη μύτη τους. Για αυτόν, απλώς σηκώστε την πλάτη και προχωρήστε πέρα. Είναι επομένως απαραίτητο να επιστρέψουμε στη φωτογραφική ακολουθία, η οποία υπογραμμίζει το πολιτικό δυναμικό των εξεγέρσεων, την ικανότητα να αναμετρηθούμε με την συγκυρία, το απρόβλεπτο, αλλά και τον εφήμερο χαρακτήρα αυτής της ικανότητας ρήξης. Πρέπει πράγματι να ξεκαθαριστεί το πεδίο από μια παρανόηση, προκαταρκτική προϋπόθεση για τη συνέχιση κάποιου είδους προβληματισμού. Δεν πιστεύουμε εδώ στην ανάγκη για μια συγκεντρωτική πολιτική οργάνωση, δηλαδή ένα κόμμα με λενινιστική δομή. ή μια ένωση-ένα συνδικάτο εμποτισμένο με τον ιδρώτα του μετώπου της χειρωνακτικής εργασίας. Το λεξικό της επαναστατικής παλίρροιας είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, διαφοροποιημένο: μοιάζει περισσότερο με μια βαβέλ παρά με ένα δεκαδικό διάλογο μιας επερχόμενης επανάστασης, μιας επανάστασης που θα έρθει. Οι γυναίκες εφορμούν ενάντια στη δύναμη της πατριαρχίας, δείχνοντας στον καπιταλισμό τη σφαίρα-το πεδίο που ευνοεί την ανάπτυξή της. εκατομμύρια αγόρια και κορίτσια βλέπουν το ρολόι της ιστορίας να επιταχύνεται με μια κατεδαφιστική καταστροφή των περιβαλλοντικών πόρων και ζητούν να επιβραδύνουν την πορεία του. βόρεια και νότια του ισημερινού υπάρχουν εκείνοι που ζητούν να αντιστρέψουν την πορεία των πολιτικών λιτότητας. πολλοί ζητούν τον τερματισμό της επισφάλειας στις εργασιακές σχέσεις. το αίτημα εκδημοκρατισμού των εθνικών ή διεθνών θεσμών είναι γενικό και διαδεδομένο-διάχυτο. Μερικές φορές το πολιτικό λεξικό κλείνει το μάτι στα ζητήματα της ταυτότητας. Μερικές φορές το συγκολλητικό δουλεύεται με τις θέσεις του Ισλάμ, του Κομφούκιου, των κειμένων της Βέδας, αλλά πάντα ως πρόσφορο, ως μέσο, υποφύγιο. Η θρησκεία ως παραλλαγή του πολιτικού δηλαδή θεωρείται ως μια συντόμευση ή λίγο περισσότερο. Δηλαδή, κάθε πραγματικότητα, κάθε κίνημα, επεξεργάζεται το δικό του λεξιλόγιο, τη δική του ατζέντα, χωρίς να θέτει πάρα πολύ το πρόβλημα μιας παγκόσμιας γενίκευσης της δράσης του. Και αυτό συμβαίνει επίσης και για εκείνα τα κινήματα που έχουν μια παγκόσμια διάσταση ως τη φυσική τους κλίση. Οι Παρασκευές για το μέλλον-Fridays for future έχουν εξαπλωθεί σε πολλές πόλεις και μητροπόλεις του πλανήτη. Αρχικά υπήρχε μόνο η αγέρωχη χειρονομία ενός κοριτσιού, αλλά τότε αυτή η απροθυμία να είναι κάποιος συνένοχος στην καταστροφή του πλανήτη εξαπλώθηκε σαν ένας ιός, με τη συμμετοχή εκατομμυρίων αγοριών και κοριτσιών. Και αν η Greta Thunberg έχει γίνει το ζωντανό σώμα ενός τρόπου σκέψης και δράσης της οικολογικής πολιτικής δράσης που σπάει το κλουβί της ευρωπαϊκής στρατευμένης παράδοσης, που αποτελείται από ξεκάθαρες γραμμές διαχωρισμού, περιθωριοποίησης, διάκρισης – οι εταιρείες μολύνουν, τα Κράτη είναι συνένοχοι τους και η επιστήμη τους είναι όργανο θανάτου – για αυτούς τους νέους το μέλλον δεν φαίνεται τόσο γεμάτο απόγνωση και μιας καταστροφής που έχει ήδη ολοκληρωθεί. Αλλά είναι αυτό που διακυβεύεται στο παρόν, όπου οι καπιταλιστικές εταιρείες μπορούν να γίνουν σύντροφοι στους δρόμους, έτσι όπως σύμμαχοι μπορούν να είναι εθνικά Κράτη, ενώ η επιστήμη μπορεί να γίνει, πράγματι είναι ήδη, η σφαίρα που μπορεί να προσφέρει λύσεις στην περιβαλλοντική καταστροφή που βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά δεν έχει ακόμη καταναλωθεί πλήρως. Ωστόσο η ιογενής εξάπλωση αυτού του κινήματος δεν συμβαίνει λόγω της συνειδητής πολιτικής βούλησης, αλλά ως αποτέλεσμα μιας αντανάκλασης ενός τρόπου ύπαρξης, αντίληψης της σοβαρότητας της κατάστασης, της ύπαρξης μιας περιοχής όπου να βλέπουμε αντανακλαστικές ανησυχίες, δυσφορία, αλλά και φιλοδοξίες και επιθυμίες βελτίωσης της κατάστασης μας. Φυσικά, μέσα σε μια ενοποιημένη συσκευή που διαμορφώνει και παράγει κοινή γνώμη. Με άλλα λόγια, είναι συναισθήματα που σχετίζονται με την «σύλληψη» της κοινωνικής συνεργασίας από τις ψηφιακές πλατφόρμες. Θραύσματα τρόπων ζωής που προσλαμβάνονται ως αντικείμενα κατάκτησης από πλευράς εκείνου που ονομάζεται «καπιταλισμός της επιτήρησης». Και αν για τις εταιρείες όλα αυτά αφορούν τις πρώτες ύλες που πρέπει να αξιοποιηθούν οικονομικά – φτιάχνοντας κέρδος μέσω της ενεργοποίησης αυτού που ο οικονομολόγος Shoshana Zuboff αποκαλεί στο ‘ο καπιταλισμός της επιτήρησης‘ το «συμπεριφορικό πλεόνασμα», δηλαδή τις συμπεριφορές ενεργοποίησης και ανάπτυξης των ψηφιακών πλατφορμών μέσω της επικοινωνίας και της ανταλλαγής και του μοιράσματος συναισθημάτων και διαθέσεων από τους χρήστες – για τα κοινωνικά κινήματα, αυτό σημαίνει μόνο μια εκτίμηση της ιικής ικανότητας, όχι απαραίτητα πολιτικής, του μηνύματος τους. Σε αυτό το πήγαινε έλα μεταξύ συνενοχής, υποταγής και αδιαφορίας στον «αποικισμό» της ζωής που λειτουργεί από τις παγκόσμιες τεχνολογικές συσκευές, υπάρχει ένα πολιτικό εφάπαξ, ένας πολιτικός σβώλος που περιμένει να διαλυθεί. Όσον αφορά το παρόν, αυτό σημαίνει ότι η απουσία οποιασδήποτε χιλιετίστικης διάστασης από τα κοινωνικά κινήματα μεταφράζεται στην απόρριψη της καταστροφής ως πολιτικής κατηγορίας. Δεν υπάρχει κανένα χάσμα σε κοντινή απόσταση, ούτε μια επικείμενη καταστροφή να αποφύγουν, αλλά μια περιβαλλοντική υποβάθμιση σε εξέλιξη που έχει ήδη αλλάξει τον τρόπο ζωής, την κατανάλωση, την πρόσβαση στην τεράστια μάζα εμπορευμάτων που είναι ο καπιταλισμός. Περισσότερο από μια καταστροφή, τα σύγχρονα κινήματα σε εξέγερση είναι μια έκφραση αυτού του ανθρωποκενίου που έχει αλλάξει ριζικά τους όρους της σχέσης μεταξύ φύσης και πολιτισμού, μεταξύ κοινωνίας και φυσικού περιβάλλοντος-habitat naturale-φυσικού κατοικείν. Με άλλα λόγια, είναι κινήματα που εκφράζουν αυτές τις αλλαγές που έχουν ήδη ολοκληρωθεί στο χρόνο και στους μητροπολιτικούς χώρους. Όταν οι ειδήσεις για την Αμαζονία που φλέγεται, ή ολόκληρων περιοχών που καταβροχθίζονται από τις φλόγες στην Αυστραλία, την Ινδονησία και άλλες χώρες, καταγράφονται ως συνηθισμένες ειδήσεις, δεν πρόκειται για μια επιχείρηση απομάκρυνσης ή μείωσης των γεγονότων που έχουν μεγάλο αντίκτυπο οικονομικό, αλλά ένα παράδειγμα, μια απλοποίηση της κρίσης ενός αναπτυξιακού μοντέλου. Η κατάταξή τους ως «standard» ειδήσεων στο «εργοστάσιο της συναίνεσης» μαρτυρεί την πλέον διαδεδομένη πεποίθηση ότι το λεγόμενο ανθρωποκένιο είναι πλέον η υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπινου ζώου. Η αντίληψη της φύσης και της «αυτονομίας» της από την «κουλτούρα» έχουν δηλαδή μετατραπεί ριζικά. και αυτοί οι μετασχηματισμοί είναι πλέον μη αναστρέψιμοι. Η σκέψη για επιστροφή σε μια κατάσταση όπου εξακολουθούν ακόμη να υπάρχουν όρια μεταξύ επιστήμης και πολιτισμού, μεταξύ τεχνολογίας και της φύσης που αλλάζει δεν είναι μόνο μάταιη, αλλά απατηλή και εγκληματική από πολιτική άποψη. Με άλλα λόγια, τα κοινωνικά κινήματα λειτουργούν σε μια μη αναστρεψιμότητα που καταναλώνεται στο χρόνο και ακριβώς στους μητροπολιτικούς χώρους, γι’ αυτό είναι ανθεκτικά σε μια χιλιετίστικη, εσχατολογική διάσταση της δράσης τους. Δανειζόμενοι θεμάτων και επιχειρημάτων από το βιβλίο-μη βιβλίο The End of the World-la Fine del mondo-Το Τέλος του Κόσμου, του Ernesto De Martino, μπορούμε να πούμε ότι τα κοινωνικά κινήματα γνωρίζουν τον κίνδυνο μιας κοινωνικής και πολιτιστικής αποκάλυψης, αλλά ξέρουν επίσης ότι κάθε ανακοίνωση της προορίζεται να συντριβεί ενάντια στο αδιάκοπο έργο του ανθρώπινου ζώου επί του κοινωνικού σώματος και επί της ίδιας της φύσης, τόσο όσον αφορά τον βιότοπο όσο και τη βαθιά, γενετική δομή των ζωντανών όντων. Όταν Ερνέστο Ντε Μαρτίνο δίνει ζωή στο σχέδιο για το τέλος του κόσμου έχει κατά νου την έκλειψη του αγροτικού κόσμου, καθώς σηκώνεται κάτω από τα μάτια του, και το παρατηρεί με την έκπληξη και τον τρόμο αυτού που συγκλονίζεται από τη δύναμη της Προόδου, το προφίλ των καπνοδόχων και των αγροτών που μπαίνουν με ελπίδα στα πιρούνια του εργοστασίου. Το ανθρωποκένιο που κατοικείται από τα παιδιά των Παρασκευών για το μέλλον-Fridays for future είναι τώρα μια διαδοχή ανεμοδαρμένων νησιών πλαστικού στους ωκεανούς. Αλλά και σε αυτό, η εσχατολογία χωρίς την ανακοίνωση της αποκάλυψης είναι μια πολιτική ευκαιρία, μια ευκαιρία για μεταμόρφωση. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που φωνάζονται ή είναι γραμμένο στα πλακάτ από εκείνους που διαδηλώνουν, είναι «Δεν κάνουμε κηπουρική», αλλά μια παραλλαγή της ταξικής πάλης. Όλα αυτά για να πούμε ότι η περιβαλλοντική διάσταση έχει μια σημασία που δεν συγκρίνεται με το παρελθόν. Οι συγκρούσεις που αναπτύσσονται γύρω από την οικολογία επηρεάζουν τη μορφή-Κράτος, τη δημοκρατία, τους θεσμούς του κράτους πρόνοιας, την εργασία. Έχει σημασία, αλλά όχι κεντρικότητα, ωστόσο, επειδή όλες οι συγκρούσεις που πραγματοποιούνται από τα κοινωνικά κινήματα περιλαμβάνουν στοιχεία, τρόπους δράσης, μορφές διακυβέρνησης, «επιχειρήσεις του κεφαλαίου» προπαιδευτικές για την αναπαραγωγή ενός οργανωμένου κοινωνικού συστήματος – ή μιας μορφής ζωής, όπως η γερμανίδα φιλόσοφος Rahel Jaeggi χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό – αλλά καμία από αυτές δεν είναι κεντρικές. Η Nancy Fraser υποστηρίζει ότι πρόκειται για «συνοριακές συγκρούσεις», δηλαδή τοποθετούνται στα σύνορα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής αναπαραγωγής, αλλά αποφεύγουν τον «πυρήνα» του καπιταλιστικού καθεστώτος συσσώρευσης, την παραγωγή εμπορευμάτων, σχετικής και απόλυτης πλεονάζουσας αξίας-υπεραξίας. Τα κοινωνικά κινήματα, με τις ταραχές τους, τις εξεγέρσεις, τις ανταρσίες, εφορμούν στα σύνορα του καπιταλισμού, διαβρώνουν τη σταθερότητά του, κατανοούν τα χειριστικά στοιχεία της λειτουργίας του, αλλά χωρίς την μαρξιακή κριτική των πολιτικών οικονομικών, ωστόσο, δεν μπορούν πραγματικά να παραβιάσουν τα σύνορα του, αναγκάζονται συνεπώς να μετακινούνται σε χώρους που επιτηρούνται αυστηρά από τις ψηφιακές πλατφόρμες και από εθνικούς και διεθνείς νομικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν την κινητικότητα, την αγορά εργασίας, την παραγωγή και την κυκλοφορία της γνώσης, όπως τους κανόνες περί πνευματικών δικαιωμάτων-copyright, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και καταχωρημένων εμπορικών σημάτων. Η κριτική της πολιτικής φιλοσοφίας Ηπα καταγράφει ένα όριο των σύγχρονων εξεγέρσεων, το ότι είναι σε θέση να σπάσει το οικονομικίστικο κλουβί του τόσο μαρξισμού – η ταξική πάλη ως ουσιαστικά οικονομική πάλη εγγενής στην ισορροπία μεταξύ μισθών και κερδών -, της επένδυσης σε άλλους τρόπους συνολικής λειτουργίας του καθεστώς συσσώρευσης, αλλά για να εξαλείφει συχνά αυτά που συμβαίνουν στα ατελιέ της παραγωγής, προκειμένου να δώσει μεγαλύτερη προσοχή σε αυτό που ο David Harvey ονόμασε «συσσώρευση από απαλλοτρίωση». Η οικολογία, το κράτος πρόνοιας- il welfare state, η εργασία φροντίδας, η αναπαραγωγή δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από συγκρούσεις στα σύνορα της παραγωγής αγαθών. Αυτή η ανάγνωση, ωστόσο, οδηγεί ακριβώς στο να παραμείνουμε σε αυτήν την κατάσταση της πολιτικής αφασίας που η Fraser θα ήθελε να «θεραπεύσει». Το μάθημα των εξεγέρσεων αυτών των χρόνων είναι να επισημάνουμε ότι οι διακρίσεις, οι διαλεκτικές που σηματοδότησαν τόσο την εξέλιξη της κριτικής σκέψης έχουν τρέξει την πορεία τους. Για αυτόν τον λόγο, είναι δύσκολο να σκεφτούμε την πολικότητα μεταξύ της προόδου και της καταστροφής, καθώς ο κατά τα άλλα προσεκτικός και σε επίγνωση Franco Berardi Bifo συνεχίζει να προτείνει και πάλι και επισημαίνει την ανάγκη μιας απόσχισης των παραγωγών από γνώση από τις κανονικές πολιτικές μορφές, τόσο στη φιλελεύθερη όσο και στη ριζοσπαστική παραλλαγή και επαναστατική. Είναι σχεδόν αδύνατο να σκεφτούμε καν έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ της επίσημης και της πραγματικής υπαγωγής: μέχρι τώρα, σε αντίθεση με αυτό που ο Karl Marx εικονογράφησε, οι δύο στιγμές είναι στενά συνδεδεμένες. Δηλαδή, δεν υπάρχει ένα πριν – η επίσημη υπαγωγή που προηγείται της πραγματικής – και ένα μετά, αλλά μια συνύπαρξη. ταυτόχρονα, μια αναπόσπαστη σύγχυση είναι τώρα μεταξύ της παραγωγικής και της μη παραγωγικής εργασίας, δεδομένου ότι η εργασία χωρίς φράση-sans phrase αποτελείται από θέσεις σε δουλειές του ποδαριού (η εργασία πλήθος-folla τόσο αγαπητή από τις αγγλοσαξονικές κοινωνικές επιστήμες), αλλά και από ευρεία επισφάλεια, εξειδικευμένη εργασία και εργασία «φτωχή», χαμηλής αξίας και ποιότητας. από millenials και ψηφιακούς ιθαγενείς, αλλά και της παλιάς βιομηχανικής εργατικής τάξης · της εφοδιαστικής, της κατανάλωσης, της χειροκίνητης παραγωγής και των πολιτιστικών αντικειμένων μέσα σε μια ευμετάβλητη φύση της εργασίας που ωστόσο ακολουθεί τις περισσότερο ή λιγότερο μαλακές ιεραρχίες που δίνονται από τις γραμμές του χρώματος και του φύλου. Αλλά είναι όμως αυτός ο «πλουραλισμός» των μορφών εργασίας που ευνοεί επίσης τον πολλαπλασιασμό των μορφών ανυποταξίας σε αυτήν, που κυμαίνονται από τη διεκδίκηση εισοδήματος, κοινωνικών υπηρεσιών, την κριτική της πνευματικής ιδιοκτησίας, έως το μονοπωλιακό καθεστώς ιδιοκτησίας. Αυτό που προκύπτει από τη δράση των κοινωνικών κινημάτων, περισσότερο από μια «δομική» ανάλυση του καπιταλισμού, είναι επομένως μια αναδιαμόρφωση, ένας συνδυασμός μεταξύ όλων αυτών των στιγμών. Υπάρχει, αλλά το λεξικό είναι ύποπτο για την χείριστη ιστορικότητα που είχε στο σοβιετικό diamat-ιστορικό υλισμό, μια συνολικότητα σε δράση που κάνει τον καπιταλισμό να λειτουργεί ακριβώς ως ένα σύνολο που τροφοδοτεί τις διαφορές, που χρειάζεται διαφορές, και να τις ταΐζει. Οι «συγκρούσεις στα όρια, στα σύνορα» της Nancy Fraser είναι επομένως το viaticum, οι αποσκευές, οι κύριοι τρόποι για να τραφούν και να καλλιεργηθούν εκείνες οι προπαιδευτικές διαφορές για να ανανεωθούν πολιτικές και παραγωγικές μορφές του καθεστώτος συσσώρευσης. Μια κατάσταση που διαφορετικά θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια δίνη, η οποία από τα εργαστήρια παραγωγής οδηγεί σε όλες τις δραστηριότητες του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των χιλιάδων μορφών της χρηματοδότησης που στοχεύουν στην πραγματοποίηση της αξίας και στην ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων ιθαγένειας. Όχι μόνο. Η δίνη αφορά κυρίως τη λειτουργία των δοχείων ζωντανής εργασίας. Είναι στη σύνταξη και κυβέρνησή τους που δίδονται οι »μάχες στα σύνορα», λειτουργικές σε κάθε περίπτωση στην παραγωγή σχετικής και απόλυτης υπεραξίας. Αυτό είναι το μυστήριο, το αίνιγμα, το μυστικό που θα πρέπει να αποκαλυφθεί. Για να προσπαθήσουμε να το κάνουμε χρειάζεται μια μικρή παρέκκλιση προκαλώντας την οικονομική ανάλυση και τα νέα των τελευταίων εβδομάδων που βλέπουν ορισμένους δικηγόρους του Κονγκό ως πρωταγωνιστές. Η πρώτη πτυχή είναι η αναπαράσταση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας ως σχηματισμό μιας δίνης που από τα εργαστήρια παραγωγής συμπεριλαμβάνει ολοένα ενεργότερα και ξέφρενα τη διανομή, την κατανάλωση των εμπορευμάτων μέχρι την πίστωση. και στα φαντασμαγορικά χρηματοοικονομικά μέσα που καθιστούν τη χρηματοδότηση ένα εργαλείο για τον συντονισμό της παραγωγικής δραστηριότητας σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι χάρη σε αυτήν τη δίνη που διαψεύδεται μια από τις ισχυρότερες ρητορικές του σύγχρονου καπιταλισμού, δηλαδή ότι το Δίκτυο θα είχε ευνοήσει την ελεύθερη αγορά. Αυτό που εκδηλώνεται είναι ο σχηματισμός λίγων, ισχυρών παγκόσμιων μονοπωλίων που βασίζονται σε μικρές και έξυπνες επιχειρήσεις. Η ανάπτυξη με λίγη δουλειά γεννιέται μέσα σε αυτή την δίνη, ακόμα κι αν αυτό δεν συνεπάγεται τη στένωση των δοχείων της ζωντανής εργασίας. Αν μη τι άλλο, υπάρχει το ξεπέρασμα τους, γιατί καθιστά λιγότερο βέβαιο και σίγουρο το όριο μεταξύ του χρόνου εργασίας και του χρόνου ζωής, μεταξύ της εργασίας φροντίδας, της αναπαραγωγής και της παραγωγής. Από αυτή την άποψη, εκτός από τον πολλαπλασιασμό των συμβατικών μορφών, η ιδέα της δίνης μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε και τον διαχωρισμό και την απόσταση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας. Στη συνέχεια υπάρχουν τα νέα που προέρχονται από τη δημοκρατική Ρεπούμπλικα του Κονγκό-Repubblica democratica del Congo. Αφορά την ταξική δράση-la class action μιας ομάδας Κονγκολέζων με την υποστήριξη των Διεθνών Δικηγόρων για τα Δικαιώματα-International Rights Advocates (ΜΚΟ των ΗΠΑ) εναντίον ορισμένων πολυεθνικών υψηλής τεχνολογίας, dell’high-tech, που κατηγορούνται ότι εκμεταλλεύονται τους φυσικούς πόρους της χώρας για την παραγωγή των τεχνολογικών τους συσκευών. Apple, Dell, Microsoft, Google και άλλες μάρκες από την ελίτ της Silicon Valley μαζί με την Tesla και τον μεγαλύτερο παραγωγό κοβαλτίου, την ελβετική Glencore. Μια class action σημαίνει ότι ο τόπος επίλυσης της σύγκρουσης είναι μια αίθουσα δικαστηρίου και ότι βρισκόμαστε μέσα στο σύμπαν της νομισματικής ποσοτικοποίησης της εκμετάλλευσης. Δηλαδή, βρισκόμαστε μέσα στον κύκλο κιμωλίας της θυματοποίησης και της ρατσιστικοποίησης της εκμετάλλευσης, θα σχολίαζε ένας θεωρητικός ή μια θεωρητικός της «αποαποικιοκρατίας-decolonialità». Όμως το ανυψωμένο φρύδι της επαναστατικής αγνότητας δεν είναι ευπρόσδεκτο, όταν λογαριάζεται με τις εξεγέρσεις και τα κοινωνικά κινήματα. Αυτές είναι όντως «βρώμικες», αμφίσημες μορφές πολιτικής δράσης, οι οποίες δεν ακολουθούν τις λεωφόρους της συνέπειας, αλλά του πειραματισμού, του ενός βήματος εμπρός και δύο πίσω. Αλλά εκείνο που έχει σημασία μέσα σε αυτή την ιδέα της λεκάνης της εργασίας είναι ότι πρέπει να μελετηθούν και βαριές, κουραστικές, χειρωνακτικές εργασίες, όπως αυτή των ανθρακωρύχων, όπως ακριβώς ο δεσμός μεταξύ συσσώρευσης με απαλλοτρίωση και με παραγωγή είναι πλέον άρρηκτος. Ο λεγόμενος εξορυκτισμός είναι δηλαδή ο δίδυμος αδελφός του καπιταλισμού εντός και εκτός του Διαδικτύου, τροφοδοτώντας οικονομία κλίμακας, εξ ου και ο σχηματισμός μεγάλων παγκόσμιων μονοπωλίων. Αλλά για τη θλιβερή επιστήμη των οικονομικών, η δίνη είναι λειτουργική για την εξήγηση όλων των σχεδίων, πειραματισμός για τη μείωση του χρόνου πραγματοποίησης της αξίας, και του κέρδους: όσο πιο γρήγορη είναι η δίνη, μικρότερος είναι ο χρόνος που διατρέχει μεταξύ της παραγωγής ενός εμπορεύματος και πραγματοποίησης της αξίας λόγω της πώλησής του. Για τη λειτουργία των ζωντανών λεκανών-δοχείων εργασίας, η δίνη σημαίνει την αναγκαιότητα ενός έγκαιρου και γρήγορου συντονισμού των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Εδώ οι ψηφιακές τεχνολογίες παίζουν το διπλό ρόλο επιτήρησης, αλλά εκτελούν και παραστατικές λειτουργίες της κοινωνικής πραγματικότητας. Αντιμέτωποι με το ξεδίπλωμα των δοχείων της ζωντανής εργασίας, το δυναμικό των εξεγέρσεων, είναι απαραίτητο να επικεντρωθούμε στον κίνδυνο να χωθούμε σε παραδρόμους για να κόψουμε δρόμο ή να αναλάβουμε μια πνευματική και πολιτική στάση που σίγουρα δεν βοηθά στο να λύσουμε τα πολλά νήματα από άλλα τόσα κουβάρια. Τα τελευταία χρόνια η πεποίθηση ότι μια λαϊκίστικη αριστερή προσαρμογή θα λύσει όλα τα προβλήματα έχει προκύψει μέσα στα κινήματα. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η έμφαση πως η επιστροφή του Έθνους κράτους ως κεντρικού πολιτικού υποκειμένου στις διαδικασίες συσσώρευσης είναι η τάση που πρέπει να υιοθετείται από τα κινήματα. Από την άλλη πλευρά, η επιστροφή της φιγούρας του λαού, δηλαδή, ενός υποκειμένου που ζητά σύνθεση και ομοιογένεια, είναι το χαρακτηριστικό και αυτό που προέκυψε μετά την αποσύνθεση των κοινωνικών τάξεων των περασμένων δεκαετιών. Εξ ου και η ιδέα, που απορρέει άμεσα από τις σκέψεις του αργεντινού φιλόσοφου Ernesto Laclau και της φιλόσοφου Chantal Mouffe, ενός «αριστερού λαϊκισμού». Και στις δύο περιπτώσεις, ο λαϊκισμός θεωρείται ένα απαραίτητο χαρακτηριστικό του Πολιτικού. Μάλλον, δεν υπάρχει Πολιτικό χωρίς λαϊκισμό. Ένα λάθος προοπτικής, αυτό των Laclau και Mouffe, για να ήμαστε γενναιόδωροι. Επιπλέον, είναι πολιτικά αυτοκτονικό. Ο αριστερός λαϊκισμός είναι το κλασικό «ζεστό κομμάτι ύφασμα» με το οποίο να καλυφθούμε από τις κακές καιρικές συνθήκες, να καλυφθούμε από τη συνεχή αποσύνθεση των κοινωνικών τάξεων της οποίας ο σύγχρονος καπιταλισμός ήταν και είναι ικανός. Χρειάζονται περισσότερα για να μετρηθούμε με τη ευμετάβλητη φύση της ζωντανής εργασίας. Με άλλα λόγια, οι σύγχρονες εξεγέρσεις μας καλούν να εργαστούμε με τη φαντασία, να εφεύρουμε πολιτικές μορφές που μπορούν να επιτύχουν αυτό τον υπέροχο δεσμό-quel mirabile linkage μεταξύ της εξέγερσης και του ορισμού των σταθερών αντισταθμιστικών δυνάμεων-αντιεξουσιών, εναλλακτικών θεσμών στους κυρίαρχους. Δηλαδή, μας προσκαλούν να σκεφτούμε την επανάσταση. Ωστόσο, πρέπει να ξεφύγουμε από οποιοδήποτε παραιτούμενο, απελπισμένο, μελαγχολικό βλέμμα. Η τελευταία ταινία του Ken Loach – Συγγνώμη, Σας Χάσατε, Sorry, You Missed You – είναι ένα παράδειγμα. Περισσότερο από μια ταινία, είναι ένα κρύο, παγωμένο ντοκιμαντέρ που δεν παραχωρεί τίποτα ούτε στο σενάριο ούτε στην κάμερα, είναι μια θλιβερή μαρτυρία για το τέλος του εργατικού κινήματος, της αλληλεγγύης μεταξύ των καταπιεσμένων, δεν υπάρχει καν η δυνατότητα μιας ελπίδας που θα φαίνεται πάντα στο τέλος της σήραγγας της ζωής ή των κοινωνικών σχέσεων. Το τέλος του Εικοστού αιώνα συμπίπτει με την αποκάλυψη, αυτή ναι πολιτιστική και κοινωνική, του εργατικού κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι στο Sorry You Missed You – αν και σωστά θεωρείται στρατευμένο και έχει χρηματοδοτηθεί από διάφορες ομάδες εργαζομένων της εφοδιαστικής και των ντελιβεράδων που αγωνίζονται στην Αγγλία και την Ιταλία για την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους – δεν υπάρχει καμία ηχώ του τι συμβαίνει στη χώρα. Λείπει η αναφορά στις μάχες του Jeremy Corbin, σιωπηλό όσον αφορά το Brexit. Η πραγματικότητα περικλείεται σε τέσσερις δρόμους γεμάτους κυκλοφορία ή σχεδόν άδειες βεράντες που ζωντανεύουν για λίγα δευτερόλεπτα μόνο όταν παραδίδεται ένα πακέτο. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας αυτόνομος εργαζόμενος που πίστεψε στον μύθο του επιχειρηματία για τον εαυτό του και στη συνέχεια βρέθηκε μέσα στα χρέη και ξυλοκοπήθηκε, ενώ το μικροαφεντικό του νιώθει δυνατό από την ασπίδα που έχτισε επάνω στην εκμετάλλευση και την κακή τύχη των υφισταμένων του. Η διάλυση, η αποσύνθεση των κοινωνικών τάξεων μεταφράζεται, για τον Loach, στον κίνδυνο τερματισμού του εργατικού κινήματος ως πολιτικού υποκειμένου. Για τους αριστερούς λαϊκιστές, η «κουλτουραλιστική» μετατόπιση, και των πολιτικών δικαιωμάτων των κοινωνικών κινημάτων πρέπει να σταματήσει επικαλούμενα την προστατευτική ομπρέλα ακριβώς του λαού. Καλύτερα να ριχτούμε στην περιπέτεια μέσα στην ταραγμένη θάλασσα των κοινωνικών κινημάτων, να μείνουμε μέσα στη μεγάλη αναταραχή, μέσα στην μεγάλη αταξία, προσπαθώντας να φανταστούμε πολιτικές μορφές που ενισχύουν, που δίνουν αξία στις διαφορές. Στην πραγματικότητα, η δίνη συνοδεύει την ταχύτητα της σύνθεσης και της αποσύνθεσης των δοχείων της ζωντανής εργασίας, αλλά και της εισβολής και της εξίσου γρήγορης έκλειψης τους από τη δημόσια σκηνή. Γι’ αυτό την εξέγερση δεν ακολούθησε η επανάσταση τις τελευταίες δεκαετίες. Όχι τόσο επειδή υπήρξε μια προδοσία του ένδοξου λεξιλογίου του εργατικού κινήματος, είτε επειδή το βλέμμα στηρίχθηκε σε μετα-υλιστικά θέματα (τα δικαιώματα, τις ταυτότητες), αλλά λόγω μιας ανεπαρκούς οργανωτικής πολιτικής μορφής της λεκάνης-του δοχείου της ζωντανής εργασίας, ικανής να εκτιμήσει τις διαφορές ενισχύοντας τες πολιτικά, δίνοντας τους πολιτική αξία, αξιοποιώντας τες πολιτικά. Αυτό που χρειάζεται είναι η μετάφραση μιας συγκεκριμένης ουτοπίας σε μια συστατική δύναμη που να λειτουργεί ως μια αντίθετη δύναμη, μια αντιεξουσία ικανή να χτίσει δημόσιους χώρους, όπου τα σώματα ανδρών και γυναικών μπορούν να συναντηθούν, να ακούσουν ο ένας τον άλλον, να συζητήσουν, να αλλάξουν γνώμη, να ανταλλάξουν ιδέες και να αποφασίσουν ελεύθερα. Αυτό που χρειάζεται είναι μια μόνιμη συνέλευση που να λειτουργεί ως μόνιμη πολιτική οργάνωση. Αυτό διακυβεύεται, αυτή είναι η συγκεκριμένη ουτοπία που χρειάζεται να χτίσουμε. Αυτή είναι η πρόκληση που πρέπει να συλλέξουμε, έτσι ώστε η φωτογραφική ακολουθία να τελειώνει ναι με τη νίκη επί του ρόμποκοπ που στάλθηκε για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά και με το άνοιγμα χώρων ελευθερίας που να αντέχουν στο χρόνο και στον χώρο.

4 ιανουαρίου 2020

https://www.machina-deriveapprodi.com/post/una-rivolta-senza-rivoluzione

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s