θεωρία, teoria

Η επαναστατική πυρκαγιά ενάντια στην ανθρακοποίηση του πλανήτη

(το δεύτερο παγκόσμιο κύμα εξεγέρσεων και αυτό εναντίον του οποίου μάχεται)

Maurizio Cannavacciuolo, Tre guerrieriΤρεις πολεμιστές, 2000, olio su tela-ελαιογραφία σε καμβά, 200×350 cm

Χαλάζι και φωτιά αναμεμιγμένα

με αίμα ρίχτηκαν στη γη

και ένα τρίτο της γης κάηκε, και ένα

τρίτο των δέντρων κάηκαν, και όλο το πράσινο χορτάρι κάηκε.

Aποκάλυψη 8-7

On est là, on est là

Pour l’honneur des travailleurs et pour un monde meilleur, Για την τιμή των εργαζομένων και για έναν καλύτερο κόσμο

On est là

Τραγούδι των κίτρινων γιλέκων- gilets jaunes

Κρίση της διακυβέρνησης

Το 2001, μετά το G8 στη Γένοβα, ένα κείμενο ανάλυσης εκείνων των ημερών έφερε στη μνήμη την τεράστια διαδήλωση της 21ης ​​ιουλίου, στην οποία άνθρωποι όλων των ηλικιών, συχνά με όλη την οικογένειά τους, που ήρθαν από όλη την Ιταλία, φώναζαν την αγανάκτησή τους μετά τη δολοφονία του Carlo Giuliani. Μας χτύπησε πολύ η συμπεριφορά της αστυνομίας, η οποία τότε εμφανίστηκε ως μια πραγματική καινοτομία, κάτι νέο: «Να κόψουν στη μέση μια ειρηνική διαδήλωση τριακοσίων χιλιάδων ανθρώπων, να λυσσάξουν με δακρυγόνα εναντίον των διαδηλωτών που διατρέχουν μέσα σε αταξία τους δρόμους είναι μια μάλλον απροσδόκητη πρακτική, ίσως χαρακτηριστική μιας δικτατορίας σε κρίση. Όταν είδα τους αστυνομικούς να κάνουν αυτό φοβήθηκα περισσότερο από ό, τι μου έλαχε την προηγούμενη μέρα, όταν η σύγκρουση ήταν πιο σκληρή και πιο άμεση: είχαμε την αίσθηση ότι ήταν ικανοί για οτιδήποτε, για όλα. Στην πραγματικότητα έκαναν τα πάντα».

Επίθεση χωρίς λόγο και με εξαιρετική βαρβαρότητα σε μια διαδήλωση στην οποία υπάρχουν άνθρωποι όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων οικογενειών με παιδιά, είναι μια πρακτική που μου φάνηκε εκείνη την στιγμή υπερβολική, δυσανάλογη και γεμάτη αυταρχικούς κινδύνους, αλλά η ίδια εκείνη πρακτική στη συνέχεια μετατράπηκε σε κανονική συμπεριφορά των διαδηλώσεων στη Γαλλία, είτε πρόκειται για τα κίτρινα γιλέκα-gilets jaunes, είτε για εκείνους που αντιτίθενται στην αντι-μεταρρύθμιση των συντάξεων. Με βάση ιστορικές συγκρίσεις, ορισμένοι συγγραφείς που επικρίνουν τη συζήτηση για την ασφάλεια λένε ότι η βία δεν έχει αυξηθεί στις σύγχρονες κοινωνίες. Αντιθέτως, σύμφωνα με αυτούς η βία μειώθηκε. Αλλά υπάρχει σαφώς μια πλευρά που σκοπεύει να ξεφύγει από αυτή την τάση. Εάν υπάρχει μια μορφή βίας που αυξάνεται στις σύγχρονες κοινωνίες είναι εκείνη που χτυπά τις λαϊκές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις. Στη Γαλλία η αστυνομία τραυματίζει σοβαρά περισσότερους ανθρώπους από ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια, [όπως και στην Ελλάδα]. Στο Ιράκ, την Αϊτή, τη Χιλή, οι αντίπαλοι πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ομάδες θανάτου. Στο Χονγκ Κονγκ οι απαγωγές και οι αναγκαστικές εξαφανίσεις εναλλάσσονται με τις εκτοπίσεις στην ηπειρωτική Κίνα. Στο Ιράν η εξέγερση του νοεμβρίου 2019 συνετρίβη με σφαγή.

Αυτή η αύξηση του επιπέδου καταστολής προδίδει την ανησυχία των κυβερνώντων και τη δυσκολία τους να βρουν στρατηγικές άλλες από τις κατασταλτικές για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης ακυβερνησίας των πληθυσμών. Συγκεκριμένα η πολιτική του φόβου, η οποία θα πρέπει να αναδημιουργήσει μια εθνική ενότητα ενάντια σε έναν ή περισσότερους εχθρούς που σε μεγάλο βαθμό επινοούνται, δεν είναι πλέον σε θέση να επιβληθεί. Για παράδειγμα στις έντονες διαδηλώσεις ποταμούς μετά την επίθεση ενάντια στο Charlie Hebdo, είδαμε να εισβάλει στη σκηνή μια μεγάλη αγάπη του λαού για την αστυνομία «του», με ανθρώπους που προσφέρουν λουλούδια στους αστυνομικούς, ή χειροκροτούσαν τους ελεύθερους σκοπευτές, μέχρι σημείου ο κάκιστος τραγουδιστής Renaudm που προσποιείται ότι είναι διαδηλωτής, έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο Αγκάλιασα έναν μπάτσο. Αλλά ξεκινώντας από το 2016 και τις διαδηλώσεις ενάντια στο νόμο για την εργασία, άρχισε ο κόσμος να φωνάζει το διάσημο σύνθημα «tout le monde deteste la police-όλος ο κόσμος απεχθάνεται την αστυνομία». Και με την καταστολή που έχει χτυπήσει τα κίτρινα γιλέκα και εναντίον των απεργών κάθε εβδομάδα δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι ξαναρχίζουν αυτή την κραυγή.

Η «Etat d’urgence», το Κράτος-η Κατάσταση έκτακτης ανάγκης που εγκαθιδρύθηκε μετά τις επιθέσεις της 13ης νοεμβρίου 2015 στο Bataclan, οδήγησε σε απαγόρευση διαδηλώσεων. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε να πραγματοποιηθεί μια διαδήλωση μόλις εννέα ημέρες αργότερα. Καλέστηκε για να υποστηρίξει τους μετανάστες, απαγορεύτηκε αλλά πραγματοποιήθηκε ούτως ή άλλως, μεταμορφωμένη πάνω από όλα σε μια διαδήλωση ενάντια στην ίδια την «Etat d’urgence». Στη συνέχεια, δώδεκα διανοούμενοι ξεκίνησαν μια δημόσια έκκληση για να αμφισβητήσουν εκείνο το μέτρο που είχε ως σκοπό να εμποδίσει όσους ήθελαν να διαδηλώσουν κατά της Cop21 που πραγματοποιoύνταν στο Παρίσι εκείνη την εποχή. Δέχτηκε βίαιη επίθεση από την αστυνομία στην πλατεία Place de la Repubblique η συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων που έδειξε ότι η πολιτική του φόβου δεν μπορούσε να πνίξει τον κοινωνικό θυμό, και αυτό αποδείχθηκε και πάλι τον επόμενο χρόνο με τις διαδηλώσεις κατά του εργατικού νόμου «loi travail» και με το κίνημα Nuits Debout, κάθε Νύχτα Έξω.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν ακυρώθηκε ποτέ, αλλά μάλλον έγινε μέρος του κοινού δικαίου. Οι κύριες διατάξεις της έχουν τηρηθεί τόσο καλά που οι αστυνομικοί μπόρεσαν να συνεχίσουν να πραγματοποιούν νυχτερινές επιδρομές έξω από οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο ρίχνοντας πόρτες, λεηλατώντας διαμερίσματα, με τους κατοίκους να δένονται με χειροπέδες και να σέρνονται στο έδαφος από μασκαρεμένους και σούπερ οπλισμένους αστυνομικούς. Αυτή η οπισθοδρόμηση των νομικών εγγυήσεων δεν εμπόδισε το κίνημα των gilets jaunes ούτε εκείνο, που ξεκίνησε το 2019, το οποίο εξακολουθεί να αναπτύσσεται σε πολλούς τομείς.

Η οπισθοδρόμηση των νομικών εγγυήσεων προστίθεται στην αύξηση της αστυνομικής βίας, σε ένα δικαστικό ξεσάλωμα εναντίον διαδηλωτών, και φέρνει στο φως το χάσμα που μεγαλώνει μεταξύ δύο κόσμων, εκείνου των κυρίαρχων θεσμών και μέσων μαζικής ενημέρωσης και αυτού της καθημερινής ζωής και των παθών μεγάλων τομέων του γαλλικού πληθυσμού. Το φιάσκο της πολιτικής του φόβου είναι το φιάσκο των ιερών εθνικιστικών ενώσεων, [το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα, είναι και αυτό που παρακολουθούμε τον τελευταίο χρόνο στις ΗΠΑ]].

Η δολοφονία του χασάπη Soleimani από τον χασάπη Τραμπ θα μπορούσε να μας κάνει να σκεφτούμε ότι για άλλη μια φορά, όπως συνέβη στη Συρία, ο πόλεμος θα κατάφερνε να καταβροχθίσει την επανάσταση. Μετά από εκατοντάδες ανθρώπους που σκοτώθηκαν από την καταστολή των διαδηλώσεων το νοέμβριο, και μετά την κηδεία του ηγέτη των Φρουρών της Επανάστασης που ακολούθησε ένα εκατομμύριο ανθρώπων (αριθμός που δεν είναι πολύ σημαντικός σε μια χώρα 82 εκατομμυρίων κατοίκων, όπου ακόμη και η δυνατότητα αναγκαστικής κινητοποίησης από τους πολιτοφύλακες του καθεστώτος είναι τεράστια) μπορούσαμε να φοβηθούμε ότι η ιερή αντι-αμερικανική ενότητα θα είχε καταπνίξει την εξέγερση μεγάλων κομματιών του πληθυσμού που επωάζεται εδώ και δύο δεκαετίες. Αλλά η ακούσια κατάρριψη ενός αεροσκάφους που κουβαλούσε τις ελπίδες πολλών αστικών οικογενειών αμερικανών πολιτών ιρανικής καταγωγής έδειξε την αμέλεια του καθεστώτος και γέννησε διαδηλώσεις που απογειώθηκαν από τον φοιτητικό κόσμο. Θα μπορούσαμε επίσης να φοβηθούμε ότι η σύγκρουση στο ιρακινό έδαφος των αμερικανικών και ιρανικών δυνάμεων θα μπορούσε να δώσει το έναυσμα για την επανέναρξη των ενδοομολογικών συγκρούσεων, αλλά οι ιρακινές διαδηλώσεις αντιθέτως κινητοποίησαν σιίτες και σουνίτες αρνούμενους οποιαδήποτε παρέμβαση. Ωστόσο, χωρίς να καταφύγουμε σε οποιαδήποτε θεωρία συνωμοσίας, μπαίνουμε στον πειρασμό να δούμε πίσω από αυτές τις χειρονομίες και πίσω από το παραδοσιακό παιχνίδι των δυνάμεων που συγκρούονται αλλά αποφεύγουν τον πόλεμο, μια προσπάθεια να ακολουθήσουν τον ρυθμό των πληθυσμών, έναν τρόπο να φέρουν πίσω τους λαούς της περιοχής (Ιράν, Ιράκ, Λίβανο) εντός ομολογιακών, [θρησκευτικών] λογικών που οι κρατικές δυνάμεις ξέρουν πώς να ελέγχουν. Όμως, όπως έχουμε δει μέχρι τώρα, δεν είναι βέβαιο ότι αυτός ο μηχανισμός θα λειτουργήσει.

Η ώρα των παγκοσμιοποιημένων εξεγέρσεων

Το πρώτο κύμα εξεγέρσεων το οποίο ξεκίνησε με τις αραβικές ταραχές και ανταρσίες, που στην πραγματικότητα δεν τελείωσαν ποτέ, ακολουθείται από ένα νέο κύμα που χαρακτηρίζεται από εμβάθυνση της κυκλοφορίας των μεθόδων εξέγερσης. Εάν η πλατεία Ταχρίρ επέκτεινε την επιρροή της σε όλο τον πλανήτη, από την Puerta de Sol στο Πάρκο Gezi έως τις Nuits Debout στη Γαλλία, αυτό συνίστατο μόνο στην κατάληψη των πλατειών. Αλλά εδώ είμαστε, τώρα έχουμε μπει στην εποχή των παγκόσμιων αναταραχών. Από τη μία μέχρι την άλλη πλευρά του πλανήτη, με κίτρινα γιλέκα και λέιζερ, εφαρμογές και συνθήματα, τεχνικές λεηλασίας και μεθόδους ειρηνικής εισβολής, η γραμματική της εξέγερσης μοιράζεται όλο και περισσότερο. Από το Αλγέρι στο Σαντιάγο, από τη Βαγδάτη στο Χονγκ Κονγκ, από το Quito στο Χαρτούμ, από το Conakry στη Βηρυτό, εκατομμύρια άνθρωποι άρχισαν να κινούνται, εκατοντάδες άνθρωποι πέθαναν, αλλά σε μεγάλο αριθμό επέστρεψαν για να αναμετρηθούν και πάλι με τα αέρια και τις σφαίρες. Ένας πολύγλωσσος κωδικός πρόσβασης-σύνθημα εμφανίστηκε στην πρόσοψη ενός χιλιανού ουρανοξύστη, ή γραμμένος σε έναν τοίχο του Χονγκ Κονγκ: «Δεν θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, επειδή το πρόβλημα είναι η κανονικότητα». Σήμερα η κανονικότητα είναι η αδυσώπητη προσπάθεια να υποτάξουν την κοινωνία στους κανόνες ενός Πινοσέτ και μιας Θάτσερ, ενώ ο πλανήτης βράζει, το νερό εξαντλείται, οι θάλασσες ανεβαίνουν σε επίπεδο και αδειάζουν από ζωή, ο αέρας γίνεται όλο και πιο τοξικός από το Σίδνεϊ στο Σαν Πάολο στο Μεξικό στο Πεκίνο στο Δελχί. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα θυμούνται ότι τα χρόνια Είκοσι του 21ου αιώνα ήταν εκείνα στα οποία ένα δεύτερο κύμα πολύμορφων εξεγέρσεων ενώθηκε από έναν κοινό εχθρό: μια κανονικότητα unbreathable, τοξική, στην οποία ζεις μη μπορώντας να αναπνεύσεις.

Δεν θέλουμε να εξομοιώσουμε την μελαγχολία της θυσίας του Mohamed Bouazizi στον Sidi Bouzid, και τις βυζαντινές συζητήσεις σχετικά με τη σύνταξη ενός νέου συντάγματος στην Piazza della Repubblica, την ηρωική χειρονομία της κοσμικής και κομμουνιστικής συριακής αντίστασης που εξοντώθηκε από βόμβες και βασανιστήρια και το αμερικανικό κίνημα Occupy, με το περίεργο τελετουργικό της επανάληψης σε ομόκεντρους κύκλους των ομιλιών των ομιλητών χωρίς μικρόφωνο. Αλλά μόνο οι χοντροί ιδεολογικοί φακοί θα μπορούσαν να μας εμποδίσουν να δούμε τις εντυπωσιακές ομοιότητες: για παράδειγμα, τη γέννηση του κινήματος των gilets jaunes ενάντια στην επιβολή φόρου καυσίμων και την ιρανική απόφαση να σταματήσει μια κρατική επιδότηση για την αγορά βενζίνης. Σε έναν κόσμο που μας έκανε να εξαρτόμαστε από την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, η κακή διαχείρισή τους μπορεί να έχει τα ίδια αποτελέσματα που κάποτε μπορούσε να έχει η αύξηση της τιμής του ψωμιού: θα έπρεπε να είμαστε εντελώς τυφλοί για να μην παρατηρήσουμε τις ομοιότητες μεταξύ των ζητημάτων αντιδιαφθοράς στο Μαυροβούνιο (2012), στην Τζακάρτα και στο Αλγέρι (2019), περνώντας από το Σεράγεβο, το Βουκουρέστι και το Manikeng (2018).

Επιπλέον, πώς μπορούμε να μη δούμε την ομοιότητα των διαδικασιών που οδηγούν πολλά από αυτά τα κινήματα να αρνούνται να σταματήσουν, και μάλιστα να επεκτείνονται όταν η αρχική διεκδίκηση έχει ικανοποιηθεί λίγο ή πολύ; Για παράδειγμα, το κίνημα των κίτρινων γιλέκων-gilets jaunes, το οποίο πέρασε από την άρνηση ενός φόρου στο αίτημα παραίτησης για τον Macron, ή το κίνημα του Χονγκ Κονγκ, το οποίο πέρασε από την κατάργηση του νόμου περί έκδοσης στην καθαρή και απλή άρνηση της εξουσίας του Πεκίνου. Αλλά η κύρια ομοιότητα που μπορεί να βρεθεί είναι ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται αυτά τα κινήματα και διαιωνίζονται παρά την καταστολή. Ο αυθορμητισμός και η εφευρετικότητα τους συμβαδίζουν με την απόστασή τους από τη θεσμική δημοκρατία (όταν υπάρχει), καθώς και από τις οργανώσεις που θα έπρεπε να αναλάβουν τις αξιώσεις και διεκδικήσεις των πολιτών. Ακόμα και όταν τα συνδικάτα είναι εν μέρει στην αρχή της κινητοποίησης, όπως στη Βοσνία ή τον Ισημερινό, ή στη Γαλλία κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων κατά της «loi travail», πρέπει να παρατηρήσουμε μια δυναμική αυτονομίας και αυτοοργάνωσης, λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωμένης, που έχει περισσότερο ή λιγότερο χρόνο για να τελειοποιηθεί. Ταυτόχρονα το ρεπερτόριο των δράσεων είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: εφήμερη κατάληψη στους δρόμους, μερικές φορές συνοδευόμενη από την πιο διαρκή κατοχή των πλατειών, συγκρούσεις με την αστυνομία μέχρι την ανταρσία και εξέγερση.

Η δημιουργία μιας άλλης χρονικότητας, διαφορετικής από αυτή της οικονομίας και του Κράτους, είναι το κοινό σημείο όλων αυτών των κινημάτων. Η ικανότητά τους να επιμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα χάρη στις τακτικές συναντήσεις που διοργανώνονται αυθόρμητα, τις παρασκευές ή τα σάββατα, είναι μια από τις πτυχές που μας αναγκάζουν να αναγνωρίσουμε το θάρρος που επιδεικνύεται ενάντια στη βία της εξουσίας. Σε αντίθεση με τις συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την αποστράτευση, τα τακτικά ραντεβού επιτρέπουν τη δύναμη του κινήματος να επιβεβαιώνεται και να ενισχύεται από καιρό σε καιρό. Το απλό γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι συνεχίζουν να βρίσκουν ο ένας τον άλλον κάθε εβδομάδα εξαναγκάζοντας τη εξουσία να πνίγει στα χημικά το κέντρο της πόλης, αυτή η απλή επιμονή κάνει όλους να νιώθουν ότι τίποτα δεν είναι κανονικό. Το πείσμα επιβραδύνει το χρόνο. Και από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι είτε πρόκειται για μια έκρηξη θυμού που για πολύ καιρό περιορίζονταν, ή ότι είναι μια αντίδραση στην αγριότητα της καταστολής, η ανταρσία επιταχύνεται. Η επιτυχία των κίτρινων γιλέκων συνίσταται στο ότι ήταν σε θέση να εναλλάσσουν επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις, χρησιμοποιώντας την ικανότητα εκφοβισμού των ταραχών για να λάβουν παραχωρήσεις, και αυτό τους έδωσε τη δύναμη να διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Συχνά η δημιουργία και υπεράσπιση χώρων για ανταλλαγή απόψεων επιτρέπει στο κίνημα να επιβάλλει τον δικό του ρυθμό. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος εξάντλησης όταν η δημιουργία μιας συνθήκης αυτονομίας του λόγου γίνεται η κύρια δραστηριότητά του. Οι Nuits Debout προσφέρουν ένα παράδειγμα καρικατούρα αυτής της υπερτροφίας της συζήτησης, με ατέρμονες κουβέντες σχετικά με τη διαδικασία και με έναν δημοκρατικό φορμαλισμό που είναι ακόμη πιο έντονος καθώς δεν κάνουν τίποτα άλλο από συζήτηση. Επιτυχημένα παραδείγματα μιας ισορροπίας μεταξύ δράσης και λόγου βρίσκονται στο Χονγκ Κονγκ και την πλατεία Ταχρίρ.

Η Aυτοκρατορία δεν είναι μια πυραμιδική πολιτική κατασκευή όπως μπορούσαν να είναι οι αρχαίες αυτοκρατορίες, αλλά είναι μια συνένωση δικτύων ισχύος που δεν εκτελούν όλα τη λειτουργία τους στο ίδιο επίπεδο ή με τον ίδιο τρόπο. Συνεπώς, αυτό ενάντια στο οποίο συγκρούονται οι εξεγερμένοι είναι ατέλειωτα πιο περίπλοκο από μια κρατική δύναμη-εξουσία ή τον ιμπεριαλισμό του παρελθόντος. Τα αφεντικά του CAC40, [1] που τηλεφώνησαν στον Macron για να διαμαρτυρηθούν για τη λεηλασία των όμορφων συνοικιών στις οποίες κατοικούν, και οι οποίοι ζήτησαν να χρησιμοποιηθούν οι σκληροί τρόποι ενάντια στα gilets jaunes, είναι μέρος αυτής της παγκόσμιας υπερ-μπουρζουαζίας των οποίων οι δραστηριότητες δεν αγνοούν τα σύνορα, τα οποία χρησιμοποιούν μόνο για το δικό τους κέρδος. Η λύσσα στο να τυφλώνουν τα μάτια, να καίνε τα πνευμόνια, να σπάνε και να φυλακίζουν τα κορμιά που έπρεπε να υποστούν τα κίτρινα γιλέκα όταν απελευθερώθηκαν τα φασιστικά ένστικτα των αστυνομικών, προέρχεται όχι μόνο από την ψυχο-άκαμπτη προσωπικότητα του προέδρου, αλλά κυρίως από τον επιτακτικό χαρακτήρα της αποστολής την οποία η πλανητική τάξη του έχει εμπιστευτεί: να ολοκληρώσει τη νεοφιλελεύθερη συμμόρφωση της Γαλλίας. Αφού γέννησε τον Macron από το τίποτα, δηλαδή, από το φυτώριο αμέτρητων μηδενικών που έχουν διαμορφωθεί από τις σχολές επιχειρήσεων, η παγκοσμιοποιημένη υπερ-αστική τάξη θα μπορούσε κάλλιστα να τον στείλει πίσω στο τίποτα, με κάποια θαυματουργή πράξη δικαστικο-επικοινωνιακή όπως αυτή που τον έφερε στο προσκήνιο. Η συνειδητοποίηση αυτής της ευθραυστότητας εξηγεί αναμφίβολα τις μπαρόκ πτυχές της προσωπικότητας, την υπερβολική αλαζονεία του, και η ίδια συνειδητοποίηση είναι η προέλευση της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του Τραμπ ή του Μπολσονάρο, [πως μου θυμίζουν όλα αυτά Αθήνα-Ελλάδα!]

Για όλους και όλες εκείνες που επαναστατούν ενάντια στο γεγονός ότι το χρήμα και η εξουσία έχουν λιγάκι την τάση να κατρακυλούν προς τα ψηλά, υπάρχει μια δυσκολία: να εντοπίσουν, πέρα ​​από τη φιγούρα ενός περισσότερο ή λιγότερο λαογραφικού ηγέτη, τον απόλυτο εχθρό. Έτσι, η κομούνα του Quito, στοχεύοντας τον πρόεδρο και το κοινοβούλιο, σταμάτησε για να εκτελέσει με ζήλο μια παγκόσμια πολιτική που αποφασίστηκε αλλού: Ο Moreno έκανε παραχωρήσεις, αλλά η νεοφιλελεύθερη πορεία που αυτός ενσωματώνει δεν θα σταματήσει μέχρις ότου η αντιπολίτευση του να είναι χωρίς σύνορα, όπως ο νεοφιλελευθερισμός.

Ενάντια στον μοναδικό εχθρό, η πληθώρα των κόσμων

Ο διεθνισμός βασίζονταν σε μια διπλή άγκυρα: την κατάσταση των εργατών και των εθνών-Κρατών. Σήμερα, η εξέλιξη της εργασίας καθιστά όλο και λιγότερο υποστηρικτή την ιδέα (που ήταν έτσι κι αλλιώς πάντα λανθασμένη) σύμφωνα με την οποία υπάρχει μόνο μία κοινωνική ομάδα που, λόγω της θέσης της, θα μπορούσε να ανατρέψει τον καπιταλισμό, σε μια ιστορική στιγμή στην οποία τα Κράτη δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα επίπεδο μεταξύ άλλων στο δίκτυο των μεγάλων δυνάμεων, η επιθυμία να δοθεί καθολική εμβέλεια στις αμέτρητες εκδηλώσεις-διαδηλώσεις που προκαλούν την παγκόσμια κρίση διακυβέρνησης-governance δεν μπορεί να λάβει τη μορφή μιας Διεθνούς. Η προσπάθεια άμεσης οργάνωσης ενός συντονισμού των εξεγέρσεων δεν θα οδηγούσε παρά σε μια νεο-λενινιστική καρικατούρα, μια μικρο-γραφειοκρατία χωρίς να πιάσει την πραγματικότητα, μια επιπλέον ΜΚΟ. Αυτά τα τελευταία χρόνια έχουμε παρατηρήσει τη δυσκολία να κάνουμε να συγκλίνουν οι αγώνες που έχουν διαφορετικούς στόχους στην εθνική επικράτεια: την ελεύθερη κυκλοφορία των sans-papiers-δίχως χαρτιά και τον τερματισμό της αστυνομικής βίας στις λαϊκές γειτονιές. τη μάχη κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη και τη μάχη κατά της πυρηνικής ενέργειας · τον αγώνα ενάντια στη ρύπανση ενός εργοστασίου ή κατά του κλεισίματος ενός άλλου (ή ίσως του ίδιου) · την αντίθεση στα περιττά και επιβαλλόμενα μεγάλα έργα. Η επανάληψη του μάντρα της σύγκλισης των αγώνων παγκοσμίως θα σήμαινε μόνο την παγκοσμιοποίηση της ήττας.

Πώς δεν μπορούμε να μη χαρούμε που βλέπουμε διαδηλωτές να φορούν κίτρινα γιλέκα στο Βέλγιο όπως και στο Ιράκ ή να βλέπουμε ομπρέλες να εμφανίζονται στις διαδηλώσεις του σαββάτου στο Παρίσι και να ακούμε μια παρέμβαση στο όνομα του κινήματος του Χονγκ Κονγκ κατά τη διάρκεια μιας δράσης του Extinction Rebellion; Είναι εξαιρετικό ότι τα αντιπολιτευτικά κινήματα σε όλο τον κόσμο στέλνουν το ένα στο άλλο σημάδια συνενοχής, και μπορούμε να ελπίζουμε ότι αυτά θα συνδέονται όλο και περισσότερο, ότι θα ψάξουν συμμαχίες μεταξύ τους και με όλο αυτό που αντιτίθεται στην αυτοκρατορία. «Fin du monde» και «fin du mors»: η σύνδεση των δύο θεμάτων σηματοδοτεί τη γέννηση μιας συλλογικής συνείδησης που, πέρα ​​από τις κυβερνήσεις και τις αυτοκρατορικές δυνάμεις, ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τον τελικό εχθρό, την καπιταλιστική ανάπτυξη.

Είναι δυνατή μια κοινή πρακτική ενάντια στον τελικό εχθρό; Τι υπάρχει κοινό μεταξύ του φαντασιακού και της καθημερινής ζωής των εξεγερμένων του Χονγκ Κονγκ, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους τρέφονται με ψευδαισθήσεις για τις αρετές της καπιταλιστικής δημοκρατίας, και των papous που αναγνωρίζουν τη ζημία που αυτή προκαλεί στην επικράτειά τους, στους κοινοτικούς δεσμούς και τον πολιτισμό τους; Ο κόσμος ενός ιρακινού ανέργου είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν ενός μαύρου αμερικανού που αξιώνει, που διεκδικεί την αξία της ζωής του, και δεν είναι καν κοντά σε αυτόν ενός αλγερινού που δηλώνει κουρασμένος από την κλεπτοκρατία. Μου φαίνεται ότι προς το παρόν η κύρια εφικτή πρακτική είναι αυτή της ανταλλαγής επαφών μεταξύ κόσμων.

Εντάξει, έχουμε έναν κοινό εχθρό. Αλλά αυτό το γενικό δεδομένο θα είναι όλο και πιο ισχυρό εάν ζει με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τα μέρη και τις στιγμές. Πριν προσπαθήσουμε με κάθε κόστος μια ενοποιητική συζήτηση, μου φαίνεται ότι το πρώτο καθήκον είναι να διερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε τις ιδιαιτερότητες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν είναι ακριβώς συμβατές μεταξύ τους. Ο καθένας από εμάς, από τώρα και στο εξής, όπου κι αν βρίσκεται, να συμμετάσχει σε αυτό που παρουσιάζεται ως το αποφασιστικό ζήτημα αυτής της αρχής της χιλιετίας, εκείνης που αντιπαραθέτει ουτοπίες μας σε μια καπιταλιστική τάξη που θέλει να διαχειριστεί μέχρι το τέλος την καταστροφή που έχει προκαλέσει. Όσο πιο μοναδικοί είμαστε, τόσο πιο πλούσιες θα είναι οι συναντήσεις μας, και τόσο πιο νόημα θα έχει η συλλογική επεξεργασία χρήσιμων στρατηγικών για να πραγματοποιήσουμε αυτό που είναι τώρα το επαναστατικό έργο-σχέδιο των καιρών μας: να κάνουμε τον κόσμο αναπνεύσιμο.

Αυτό που δίνει δύναμη στο σημερινό κίνημα είναι η «giletjaunisation» του, ο »κιτρινογιλεκισμός» του δηλαδή. Η συνδικαλιστική βάση που είναι η καρδιά του κινήματος, και η οποία εμπόδισε τα συνδικάτα να το κλείσουν μέσα σε ένα τελετουργικό μηνιαίων διαδηλώσεων, αντλεί την τρέχουσα μαχητικότητά της από την ήττα των προηγούμενων κινητοποιήσεων και από το παράδειγμα των gilets jaunes, των κίτρινων γιλέκων. Ένα μέρος της συνδικαλιστικής βάσης συμμετείχε στην εμπειρία των gilets. Πολλοί συνδικαλιστές που βρίσκονταν στις «rotonde», στις κυκλικές συναντήσεις, διαπίστωσαν το θάρρος και την επιμονή του κινήματος, και το γεγονός ότι κατάφερε να υπονομεύσει, να θέσει σε κρίση τη μακρονιστική δύναμη και εξουσία. Σήμερα, στις διαδηλώσεις, ακόμα και κάτω από τις σημαίες των συνδικάτων, δεν τραγουδιέται πλέον η Διεθνής, αλλά τα τραγούδια που έχουν δημιουργήσει τα κίτρινα γιλέκα ξεκινώντας από τα τραγούδια των οπαδών του ποδοσφαίρου. Αυτός ο ρόλος των club οπαδών μπορεί να βρεθεί από την άλλη πλευρά στην Αίγυπτο, στην Αλγερία, παντού, επειδή οι οπαδοί του ποδοσφαίρου υπήρξαν το τελευταίο καταφύγιο της όχι εξημερωμένης ανώνυμης λαϊκής δημιουργικότητας. Το πιο γνωστό από αυτά τα τραγούδια έχει ένα ρεφρέν που λέει: «On est là, meme si Marcon ne le veut pas»- ‘Είμαστε εδώ, ακόμα κι αν ο Marcon δεν το θέλει’, και εκφράζει τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η απλή επιβεβαίωση της παρουσίας είναι από μόνη της ανατρεπτική. Είμαστε εδώ όπου δεν πρέπει να είμαστε, είμαστε εδώ όπου δεν θέλουν να είμαστε, και αυτή η υπέροχη δήλωση δεν έχει τελειώσει να παράγει τα αποτελέσματά της.

Αυτό το κείμενο γράφτηκε καθώς οι καθηγητές του Clermont Ferrand έριξαν τα εγχειρίδιά τους πέρα από τα κιγκλιδώματα της πρυτανείας. ενώ στο κέντρο εκφόρτωσης του Ivry, το μεγαλύτερο στην περιοχή του Παρισιού, οι απεργοί αντιστέκονταν στην επίθεση της αστυνομίας και έκλειναν την πύλη εισόδου τη στιγμή που το νοσοκομειακό προσωπικό του Saint Louis στο Παρίσι πετούσε τα λευκά σακάκια του μπροστά στον διευθυντή που ήρθε να παρουσιάσει τα αιτήματά του, επαναλαμβάνοντας έτσι τη χειρονομία των δικηγόρων της Caen ενώπιον του υπουργού δικαιοσύνης σε μια εποχή που η πρυτανεία του Παρισιού δέχονταν εισβολή από τους Black Prof-Μαύρους Καθηγητές, μια ομάδα αγωνιστών καθηγητών σε αγώνα, στην οποία εντάχθηκαν απεργοί από όλους τους τομείς. Η κυκλοφορία των αμαξοστοιχιών δεν έχει επιστρέψει ακόμη στην κανονικότητα, όπως και στο παρισινό μετρό. Πολλά τερματικά λιμένων, διυλιστήρια, αποθήκες είναι ακόμα μπλοκαρισμένα. Οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους και οι υπάλληλοι του μετρό βρίσκονται στη τεσσαρακοστή δεύτερη ημέρα της απεργίας τους. Τιμή σε όλους. Ο αγώνας συνεχίζεται.

[1]. Το CAC 40 είναι ένας δείκτης αναφοράς του γαλλικού χρηματιστηρίου. Ο δείκτης αντιπροσωπεύει ένα μέτρο σταθμισμένο με κεφαλαιοποίηση των 40 πιο σημαντικών μετοχών μεταξύ των 100 μεγαλύτερων αγορών στο Euronext Paris.

https://www.machina-deriveapprodi.com/post/l-incendio-rivoluzionario-contro-la-carbonizzazione-del-pianeta

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s