αυτονομία, autonomia

Daddo και Paolo

15 Aπριλίου 2012
Daddo e Paolo
 Pagherete caro, pagherete tutto, θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για όλα
Foto di Tano D'Amico
Στις 2 φεβρουαρίου 1977 στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης ενάντια στη φασιστική επιθετικότητα της προηγούμενης ημέρας στο πανεπιστήμιο όπου ένας φοιτητής, ο Guido Bellachioma, τραυματίστηκε, χτυπημένος από μια σφαίρα στο κεφάλι, στην πλατεία Indipendenza υπάρχει μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Δύο αριστεροί αγωνιστές – οι Leonardo “Daddo” Fortuna και Paolo Tomassini – και ένας αστυνομικός, ο Domenico Arboletti, πέφτουν στο έδαφος. Κανείς δεν έχει δει ακριβώς τι συνέβη, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πώς ξεδιπλώθηκαν τα γεγονότα. Υπάρχει αίμα στην άσφαλτο, και οι τραυματίες βρίσκονται σε σοβαρή κατάσταση.
Υπάρχουν μερικές εικόνες των στιγμών πριν από τους πυροβολισμούς, της επίθεσης στα γραφεία των τραμπούκων του Msi της οδού Sommacampagna, η οποία καταστράφηκε και κάηκε σε αντίποινα για τον τραυματισμό του Bellachioma, στην οποία συμμετείχε μεγάλος αριθμός στρατευμένων, και υπάρχουν εικόνες στιγμών μετά την μάχη – οι δύο αγωνιστές, συνειδητοί, αιμορραγούντες, από τα πόδια, από τον ώμο, και ο αστυνομικός δίχως αισθήσεις, πυροβολημένος στο κεφάλι. Αυτά τα πράγματα φαίνονται, είναι γνωστά. Και ο κόσμος σχεδόν αμέσως μιλά για αυτά, δημοσιεύονται. Αλλά κανείς δεν είδε πώς συνέβησαν. Κανείς δεν έχει ακριβή γνώση της ακολουθίας των γεγονότων στην πλατεία, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει λεπτομερώς για τη στιγμή των πυροβολισμών. Οι διαδηλωτές δεν το γνωρίζουν, οι αστυνομικοί δεν το γνωρίζουν, δεν ξέρουν τίποτα εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» στην διαδήλωση, απολαμβάνοντας μια προνομιακή θέση, κρεμάμενοι από τα παράθυρα της νέας εφημερίδας του Eugenio Scafari, «la Repubblica». Σαν σε ένα film του Kurosawa, ο καθένας μπορεί να πει τη δική του αλήθεια χωρίς να διαψευσθεί, ο καθένας μπορεί να πει αυτό που είδε χωρίς να είναι ακριβώς αυτό που είδε κάποιος άλλος. Μόνο αυτή η φωτογραφία, αυτές οι δύο φωτογραφίες, με τον Daddo να επιστρέφει για να πάρει μαζί του τον ήδη χτυπημένο στα πόδια σύντροφο του, μαζεύει το όπλο του Paolo και προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την κόλαση, θα μπορούσαν να ρίξουν φως. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναμφισβήτητα. Αλλά αυτές οι εικόνες εξαφανίζονται. Εξαφανίζονται όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά να επιτρέψουν την αλήθεια. Η αλήθεια του πολιτικού κινήματος εκείνη την εποχή είναι αυτή: δύο νέοι αριστεροί αγωνιστές τραυματίστηκαν από αστυνομικούς που ίσως έμοιαζαν φασίστες, που είχαν ανοίξει πυρ, και του οποίου πυρός αμύνθηκαν. Είναι αθώοι και αντιφασίστες. Είναι αθώοι επειδή είναι αντιφασίστες. Αυτή είναι η αλήθεια του κινήματος, το οποίο επιτρέπει μια άμεση υπεράσπιση και μια ανάληψη ευθύνης των ενεργειών των Paolo και Daddo. Χωρίς εάν και δίχως αλλά, το κίνημα αντιδρά άμεσα αναπτύσσοντας ακόμη περισσότερο την διαμαρτυρία: δεν ανεχόμαστε πλέον τους φασίστες να πυροβολούν ατιμώρητα, δεν ανεχόμαστε πλέον τους συγκαλυμμένους αστυνομικούς να μας κυνηγούν στις πλατείες με ατιμωρησία. Και τα δύο αυτά είναι αληθινά – όσο αληθινό είναι το καμουφλάρισμα των αστυνομικών στην πλατεία, θα γίνει δημόσιο σκάνδαλο κατά την ημέρα του φόνου της Giorgiana Masi και των φωτογραφιών των αστυνομικών του Cossiga μεταμφιεσμένων σε διαδηλωτές με το όπλο στα χέρια – και η δημοκρατική άποψη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί σύμφωνα με την αλήθεια του κινήματος. Η διαδήλωση είναι γεμάτη αγανάκτηση και εξαπλώνεται: στη πορεία για να ζητήσουν την ελευθερία του Paolo και του Daddo θα είναι τριάντα χιλιάδες. Γιατί η απόκρυψη αυτής της φωτογραφίας, αυτών των φωτογραφιών επιτρέπουν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγανάκτηση, αυτή την αντίδραση-την απάντηση του κινήματος; Επειδή εκεί θα γίνονταν σαφές ότι ο Paolo και ο Daddo στην πλατεία πήγαν οπλισμένοι. Και δεν είναι ότι κάποιος πηγαίνει οπλισμένος στην Piazza Indipendenza για να πυροβολήσει τα ψαρόνια, τα οποία έτσι κι αλλιώς γίνονται ενοχλητικά. Όμως, το κίνημα εκείνων των ημερών – πόσο μάλλον η δημοκρατική κοινή γνώμη – δεν μπορεί να νομιμοποιήσει πολιτικά με την υποστήριξή του, δημόσια με την υπεράσπισή του, στην πλατεία ο κόσμος να πηγαίνει οπλισμένος. Δεν υπάρχει ακόμη η πολιτική νομιμοποίηση των όπλων στους δρόμους – και από την άλλη δεν θα υπάρξει ποτέ μια πειστική και ανοιχτή υποστήριξη, εκτός από τις πραγματικές εξεγερσιακές στιγμές όπως της 11ης μαρτίου στη Μπολόνια και η 12ης μαρτίου στη Ρώμη. Μερικές φορές θα βιωθεί ως ένα καπέλωμα, μερικές φορές ως ευλογία. Αλλά αυτό υπήρξε, ήταν και θα είναι πάντα η καταραμένη σχέση μεταξύ υποκειμενικών πρωτοβουλιών ομάδων και συλλογικής εξυπνάδας και σοφίας, γενικότερα. Το κίνημα όταν θα διασπαστεί, όταν θα λυγίσει και θα υποχωρήσει δεν θα είναι σίγουρα λόγω του ζητήματος των όπλων ή της βίας. Εκείνος που λέει αυτό λέει ένα απροκάλυπτο ψεύδος: το επίπεδο της σύγκρουσης, η επιβίωση της ίδιας της σύγκρουσης, περιελάμβανε τα όπλα. Είτε λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της εξέγερσης είτε της μακράς πορείας της επανάστασης, λόγω του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου ή του λαϊκού στρατού, ήταν κοινή συνείδηση που την μοιράζονταν όλοι, ότι όποιο κι αν ήταν το πέρασμα, η διαδρομή θα ήταν βίαιη, οπλισμένη. Το Κράτος και οι ένοπλες συμμορίες του, με στολή ή παράνομες, δεν θα είχαν παραμείνει με τα χέρια τους ακίνητα, είχαν πιάσει ήδη δουλειά, χωρίς έλεος. Τα όπλα είναι εκεί, και τριγυρίζουν μες το κίνημα. Πράγματι, το να οπλιστείς είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό που σε διακρίνει, η άρση της ασάφειας περί του λόγου για την ταξική βία και για να το οδηγήσει στην πραγματικότητά του, την συγκεκριμενοποίηση του. Μεταξύ του 1972 και του 1976 δεν έγινε τίποτα άλλο παρά να συσσωρεύονται όπλα και να αποκρύπτονται, ληστεύοντας οπλοπωλεία, αρπάζοντας τα από τους vigilantes, ή από τα σπίτια όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν, αγοράζοντας τα στη μαύρη αγορά. Χρησιμοποιούνται για τον αντιφασισμό, χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσουν τα μικρά κεφάλια στα εργοστάσια, για να καλυφθούν οι σύντροφοι κατά τη διάρκεια κάποιας πράξης προπαγάνδας ενάντια στην Κρατική μηχανή ή των καπιταλιστικών εκπροσωπήσεων, θα χρησιμοποιηθούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό, ποιος ξέρει. Ο Paolo και ο Daddo είναι μεταξύ εκείνων που τα όπλα τα έχουν. Και τα παίρνουν μαζί τους στην πλατεία. Από την άλλη πλευρά, όμως, το να οπλίζεσαι δεν είναι τα πάντα, τα όπλα δεν είναι τα πάντα, αυτό του να θεωρείται ως κύριο ζήτημα να οπλίζεσαι, είναι ο ταξιαρχίτικος λόγος. Και αν σε ολόκληρη την Ιταλία παράνομοι ταξιαρχίτες υπάρχουν ίσως κάποιες δεκάδες, [εκατοντάδες είναι η αλήθεια] στη Ρώμη δεν υπάρχει ίχνος από αυτούς, [στην πραγματικότητα υπάρχουν δεκάδες]. Στη Ρώμη δεν μπορείς να είσαι ταξιαρχίτης, δεν έχει νόημα με εκείνο το κίνημα που υπάρχει. Οι αγώνες για το δικαίωμα στη στέγαση, για μια όλο και πιο προσιτή υπηρεσία υγείας, για την αυτομείωση των λογαριασμών, για τη συνεχώς αυξανόμενη σχολική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έχουν ριζώσει μια τεράστια προλεταριακή δύναμη και συνείδηση. Ο κομμουνισμός – ή εκείνο που είναι το δικαίωμα να βλέπεις να ικανοποιούνται οι δικές σου ανάγκες, να παίρνεις τα πράγματα σύμφωνα με τις επιθυμίες σου – δεν είναι ζήτημα του μέλλοντος, είναι εδώ και τώρα. Είναι το κίνημα του Εβδομήντα επτά που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμα. Σε ολόκληρη την Ιταλία ξεκίνησε η διαμαρτυρία κατά της μεταρρύθμισης του Malfatti στα Πανεπιστήμια, που βλέπει φοιτητές και ερευνητές μαζί, αλλά δεν υπάρχει η σπίθα που θα πυρπολήσει το λιβάδι. Το κίνημα στην πραγματικότητα εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από δομές οργανωμένες στην επικράτεια, από πυρήνες της πρώην εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που διασχίζεται από τη δική της κρίση και απελευθερώνει δυνάμεις. Μόνο αυτές οι δομές γνωρίζουν ακριβώς – ή έχουν όλα τα εργαλεία για να ανοικοδομήσουν το επεισόδιο – τι συνέβη. Αλλά δεν το ανεμίζουν στους τέσσερις αέρηδες, δεν το κάνουν γραμμή της διάκρισης, της αξίωσης, της διεκδίκησης. Η μόνη κόκκινη γραμμή που μπορεί να επιτρέψει μια αυθόρμητη αμυντική αντίδραση, ένα κάλεσμα ύπαρξης είναι ο αντιφασισμός. Υπήρξε το επεισόδιο της επίθεσης στη Sapienza, με μια ομάδα φασιστών που πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο τραυματίζοντας έναν σπουδαστή. Πρόκειται για ένα μη φυσιολογικό πράγμα, άνευ προηγουμένου, απειλητικό πράγμα, που δεν μπορεί να ληφθεί υπ’ όψη σαν να είναι μια σύγκρουση μεταξύ συμμοριών, και φέρνει στη μνήμη ένα τρομερό παρελθόν, έναν φοβερό χουλιγκανισμό, τραμπουκισμό. Αν είχε περάσει ατιμώρητα, θα επρόκειτο για ένα σημείο μη επιστροφής. Αυτή είναι η υπεράσπιση που κάνει το κίνημα στους Paolo και Daddo. Δύο παράλληλες ιστορίες τρέχουν δίπλα δίπλα: δύο νέοι αντιφασίστες, έχουν δεχτεί επίθεση, αθώοι, δύο ένοπλοι προβοκάτορες στην πλατεία. Στη μέση, αυτή η εικόνα.
Foto di Tano D'Amico

Στη μέση επίσης, η θέση που παίρνει αμέσως το κομμουνιστικό Κόμμα.
Το Κκι παίζει ένα τεράστιο παιχνίδι σε εθνικό επίπεδο. Ο Enrico Berlinguer θύμισε στον κόσμο το σενάριο της Χιλής, το οποίο οδήγησε στην ανατροπή του Salvador Allende και στο στρατιωτικό πραξικόπημα, για να υποστηρίξει ότι δεν αρκεί να έχεις την αριθμητική πλειοψηφία του 51% για να κυβερνήσεις, και αντιθέτως απαιτείται ένα βαθύτερο σύμφωνο μεταξύ των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων του Εικοστού αιώνα: κομμουνιστών και καθολικών. Είναι ο «ιστορικός συμβιβασμός», η φόρμουλα που εφηύρε και πρότεινε ο κομμουνιστής γραμματέας για να σιωπήσει την πιο οπισθοδρομική και δεξιόστροφη πλευρά της χώρας και για να παροτρύνει την πιο ευέλικτη, πιο ανοιχτή, πιο πρόθυμη να κυβερνήσουν μαζί. Το Pci έθεσε υποψηφιότητα για την ηγεσία της χώρας, ισχυρό της δημοκρατικής και εθνικής του παράδοσης, του ριζώματος του, του εκλογικού του σώματος, της ηθικής του. Ο Berlinguer μιλά στον λαό του, στους εργάτες του, για θυσίες που πρέπει να γίνουν στο όνομα της εθνικής σωτηρίας, σε μια Χώρα που διέρχεται μια δραματική οικονομική κρίση και με ένα θλιβερό διεθνές πλαίσιο, αλλά είναι σε θέση να απευθυνθεί σε ολόκληρο το έθνος, στην πολιτική του τάξη, στην ελίτ του, με μια ομιλία σχετική με το «ηθικό ζήτημα», για την ανάγκη τα κόμματα να χαλαρώσουν το σφίξιμο με την τανάλια τους στο Κράτος. Ο Berlinguer παίζει το ίδιο παιχνίδι σε διεθνές επίπεδο, αναζητώντας τη δική του αυτονομία, χτίζοντας έναν άξονα με τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα – το γαλλικό, το ισπανικό – στο όνομα του ευρωκομμουνισμού, και σπάζοντας τα με τη Μόσχα, κόβοντας εκείνο τον ομφάλιο λώρο που είναι πλέον πνιγηρός. Θα έρθει η άμυνα της «ατλαντικής ομπρέλας» και του «τέλους της προωθητικής ώθησης της Οκτωβριανής Επανάστασης». Και όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι μικροπράγματα. Υπονομεύει, βάζει στόχο το σύμφωνο της Γιάλτας και τον ρόλο της Ιταλίας, προσπαθώντας να βγάλει έξω το δυναμικό της κομμουνιστικής ηγεμονίας επί της ιταλικής κοινωνίας από την κατάρα του «παράγοντα Κ», τον αποκλεισμό των κομμουνιστών από οποιαδήποτε πιθανότητα κυβέρνησης.
Μικροπράγματα λοιπόν πρέπει να φαίνονται στον Berlinguer, στους κομμουνιστές, οι ζυμώσεις του πανεπιστημίου. Προβλήματα, μέσα σε ένα τόσο μεγαλοπρεπές, τόσο φιλόδοξο εννοιολογικό και πολιτικό πλαίσιο. Ποιοι είναι αυτοί οι τέσσερις ξεσαμάρωτοι που θέτουν σε κίνδυνο έναν όμορφα καθορισμένο πίνακα, ένα τόσο κουραστικό αλλά φωτεινό μονοπάτι; Που θέτουν ακριβώς υπό αμφισβήτηση το «διαπραγματευτικό νόμισμα» που έχουν για να κυβερνήσουν οι κομμουνιστές, δηλαδή την ικανότητα ελέγχου της κοινωνικής αντιπολίτευσης; Οι κομμουνιστές πολεμούν και οι κομμουνιστές κυβερνούν: Οι κομμουνιστές πρέπει να κυβερνήσουν επειδή είναι σε θέση να ενεργοποιήσουν και να απενεργοποιήσουν τον διακόπτη του αγώνα. Αυτό είναι το αξίωμα. Και με βάση αυτό το αξίωμα δεν είναι πραγματικά δυνατό να φανταστεί κανείς ότι υπάρχει κάποιος, κάτι, που το αμφισβητεί.
Οι κομμουνιστές πρέπει επομένως να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη φασιστική επιθετικότητα, δηλαδή πρέπει να εγγυηθούν στην τρομαγμένη δημοκρατική γνώμη ότι είναι σε θέση να κινητοποιήσουν την εθνική πολιτική, να την αναπτύξουν, να εξασφαλίσουν ασφάλεια από τους θεσμούς, να επηρεάσουν δημοκρατικά τους μηχανισμούς. οι κομμουνιστές πρέπει να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη μεταρρύθμιση του Μαλφάττι, δεν μπορούν να αφήσουν ακάλυπτη μια πλευρά της κοινωνικής κινητοποίησης. Είναι το δικό τους έργο αγώνα. Οι κομμουνιστές, ωστόσο, πρέπει να ελέγχουν την πλατεία, το πανεπιστήμιο. Είναι η κυβερνητική δουλειά τους. Ολόκληρη η θέση των κομμουνιστών καταναλώνεται σε αυτό το εύρος των θέσεων: από τη μία πλευρά θα καταδικάσουν τον Paolo e Daddo ως προβοκάτορες, και σε αυτή την γραμμή – προς το κίνημα – ποτέ δεν θα γυρίσουν πίσω, δεν θα ψάχνουν τους λόγους, δεν θα συζητήσουν τις αιτίες, δεν θα αντιτάξουν μια πολιτική, παραδομένοι σε ένα έργο δημόσιας τάξης. Από την άλλη πλευρά, θα προσπαθήσουν να κατακτήσουν το πανεπιστήμιο, να απομακρύνουν κάθε ενοχλητικό εμπόδιο [με κάθε μέσο, από τις χυδαίες λυρικές στροφές του Trombadori έως τις λίστες προγραφής]: και θα είναι ο Λάμα που έρχεται με την ομάδα περιφρούρησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να πάρει πίσω την Sapienza.
Είναι οι κομμουνιστές που μπαίνουν με απλωμένα τα πόδια, κάνοντας φάουλ, υπαγορεύουν την ατζέντα και τους οργανισμούς, που ανεβάζουν τον πήχη. Δεν νοιάζονται καθόλου γι’ αυτούς τους δύο, ο Paolo και Daddo, είναι τραυματισμένοι, είναι αντιφασίστες. Το Pci βλέπει πιο μακριά, προσπαθεί να προχωρήσει περισσότερο: αυτoί οι δύο είναι προβοκάτορες. Και η πρόκληση παίζει το παιχνίδι της αντίδρασης: οι αριστεροί avant-gardists και οι δεξιοί τραμπούκοι είναι στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα, απειλώντας τη δημοκρατική και κυβερνητική αξιοπιστία του Κκι.
Στις 17 φεβρουαρίου – την ημέρα του Lama στο πανεπιστήμιο της Ρώμης – θα είναι το κλείσιμο των λογαριασμών.
Για αυτό το κλείσιμο των λογαριασμών μεταξύ του κινήματος και των κομμουνιστών, η Piazza Indipendenza στις 2 φεβρουαρίου είναι επομένως μια «ψεύτικη αρχή». Η σύγκρουση θέσεων μεταξύ του κινήματος και των κομμουνιστών δεν είναι άμεση, στη μέση υπάρχει το ζήτημα του αντιφασισμού, της τραμπούκικης επιθετικότητας στο πανεπιστήμιο, των αστυνομικών που μεταμφιέζονται στην πλατεία με ένα ρόλο προβοκατόρικο ή σε κάθε περίπτωση με έναν τρόπο παρουσίας του Κράτους ανησυχητικό, σκοτεινό. Από ένστικτο, από διαίσθηση, από πάθος, η δημοκρατική γνώμη δεν μπορεί παρά να τοποθετηθεί με τον Paolo και τον Daddo. Η εκστρατεία συναγερμού για τους «προβοκάτορες» που ξεκίνησε το Κκι βιώνεται εξ ολοκλήρου ιδεολογική ή ως καρπός μιας πολιτικής γραμμής, ίσως ιερής, αλλά άκαμπτης και αφηρημένης, άκαμπτης επειδή αφηρημένης. Γαμώτο, οι φασίστες πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο. γαμώτο, οι αστυνομικοί, χωρίς διακριτικά και δίχως στολή, πυροβολούν σε ύψος ανθρώπου στις πλατείες. Αυτά είναι τα γεγονότα, τα πράγματα που έχουν σημασία τώρα. Οι κομμουνιστές θα βρεθούν έτσι να τρεκλίζουν, πίσω από την πλατεία και το κίνημα, από πολιτική άποψη. Αποτυγχάνουν να πείσουν στους δρόμους, τη διαμαρτυρία, ότι το κύριο ζήτημα, το θέμα της ημερήσιας διάταξης, είναι η απομόνωση των προβοκατόρων. Τα πράγματα αντιστρέφονται: είναι οι κομμουνιστές που είναι απομονωμένοι. Και κοίτα, αυτό δεν είναι κάτι στον ουρανό των ιδεών: σημαίνει ότι το πανεπιστημιακό τμήμα του Κκι δεν ξέρει τι να κάνει και τραυλίζει, σημαίνει ότι η κομουνιστική νεολαία, Fgci [υπήρχαν οι D’Alema, οι Adornato, οι Veltroni, οι Mussi, όχι άνθρωποι της πίσω σειράς] δεν ξέρει τι να κάνει και κινείται σε τακτικές και συντακτικές πράξεις εξισορρόπησης, αυτό σημαίνει ότι στα γραφεία του κόμματος – που τότε υπήρχαν, στις γειτονιές, και ήταν πυκνοκατοικημένα και πυκνοσύχναστα – συζητούν για τα γεγονότα και δεν ξέρουν τι ψάρια να πιάσουν, όταν δεν συμβαίνει κομμουνιστές αγωνιστές να εκφράζουν την υποστήριξή τους στους «αντιφασίστες συντρόφους». Επειδή όλα μπορούν να συζητηθούν, για όλα μπορούμε να διαφωνήσουμε και να μαλώσουμε, αλλά όχι για τον αντιφασισμό.
Γι’ αυτό οι κομμουνιστές στέλνουν τον Lama στο πανεπιστήμιο. Είναι μια τεράστια κίνηση, από πολιτική άποψη και εικόνα. Πότε πήγε ξανά ο επικεφαλής του πιο σημαντικού ιταλικού συνδικάτου στο πανεπιστήμιο για να μιλήσει με τους φοιτητές, με το κίνημά τους; Εάν κάποιος κάνει μια έρευνα για ολόκληρη την ιστορία του μεταπολεμικού ιταλικού συνδικαλισμού, δεν θα βρει το παραμικρό ίχνος παρόμοιου επεισοδίου. Όλο το «εργατικό» κύρος πέφτει σαν τον άσσο στη μπρίσκολα. Είναι μια απελπισμένη κίνηση. Και αλαζονική. Θα μπορούσε να ήταν ένα μεγαλοφυές, μια εξαιρετική πρωτοβουλία, ένα γεγονός ικανό να ανακατέψει τα χαρτιά και προάγγελος τεράστιων μετασχηματισμών: ο κόσμος της εργασίας, αυτός των χεριών με τους κάλους, συναντούσε μια νέα παραγωγική φιγούρα, αυτή της άυλης εργασίας, των επισφαλών μικροεργασιών, που προορίζεται για ένα επισφαλές μέλλον χωρίς δικαιώματα. Τα εργατικά Επιμελητήρια θα είχαν συναντήσει την μη εργασία, την μαύρη εργασία, αόρατη, άυλη εργασία. Αν είχε πραγματοποιηθεί αυτή η συνάντηση, αν είχαν τεθεί οι προϋποθέσεις για να συζητήσουν, να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο, να αμφισβητήσουν ο ένας τον άλλο, η όλη ιστορία του ιταλικού εργατικού κινήματος θα είχε μεταμορφωθεί. Ακόμα, σήμερα, 2012, είμαστε εδώ και μιλάμε γι’ αυτό. Οι προϋποθέσεις ήταν όλες εκεί: για μήνες το κίνημα συναντιόνταν με τους μεταλλουργούς, οι οποίοι τότε ήταν μια ομοσπονδία και εξέφραζαν θέσεις σε αντίθεση με τους ηγέτες των συνδικάτων και πιο ανοιχτοί στους αγώνες. Οι μετασχηματισμοί παραγωγής, η εισαγωγή της τεχνολογίας στο εργοστάσιο, η εντατικοποίηση των ρυθμών από τη μία και οι μηχανές εξοικονόμησης εργασίας από την άλλη, άλλαζαν το γενικό πλαίσιο αναφοράς. Η κρίση ήταν εκεί. Αυτή της εργασίας και εκείνη της παραγωγής.
Αντιθέτως, ο Λάμα ήρθε με τον αέρα του εξολοθρευτή, δυσαρεστημένος που ένα τέτοιο μνημείο εθνικής ενότητας μεταξύ επιχειρήσεων και παραγωγών – δηλαδή, ο ίδιος – ενοχλούνταν από τέσσερις ταραξίες. Ήρθε, ο Λάμα, στο πανεπιστήμιο, αλαζονικός και ενοχλημένος, να κάνει κήρυγμα, να διορθώσει την πρακτική. Και, επιπλέον, έφερε μαζί του τα στρατεύματα της ομάδας περιφρούρησης. Έτσι για να καταλαβαινόμαστε.
Πώς τελείωσε, ξέρουμε. Άνω κάτω. Και εκεί, αντιμέτωποι με το έγκλημα της προδοσίας που διέπραξε το κίνημα, καταναλώθηκε κάθε πιθανό ίχνος κουβέντας. Το κίνημα παρέμεινε απομονωμένο και απομονώθηκε, η σύγκρουση μέσα στην εργασία βαθαίνει μεταξύ της ρεφορμιστικής αριστεράς που ανέλαβε την κρίση του κεφαλαίου – της οποίας οι κοινωνιολογικές διατριβές γύρω από τις δύο κοινωνίες (άρθρο του Asor Rosa στην εφημερίδα του κόμματος «l’Unità» στις 20 φεβρουαρίου 1977, μετά ένα βιβλίο του ιδίου έτους) θα γίνουν προγραμματικές με το συνέδριο του Eur (φεβρουάριος ’78) – και μια επαναστατική αριστερά που αισθάνθηκε τα βήματα του κολοσσιαίου μετασχηματισμού και δεν ήθελε να πληρώσει το λογαριασμό με θυσίες και λιτότητα. η σύγκρουση μέσα στην πολιτική βαθαίνει, ανάμεσα σε μια ρεφορμιστική αριστερά που, αντιμέτωπη με την κρίση της αντιπροσώπευσης στο όνομα της αυτονομίας της, επέλεξε το Κράτος και μια επαναστατική αριστερά που αρνούνταν οποιαδήποτε εκπροσώπηση και αγωνίζονταν για ένα νέο επίσημο σύνταγμα που να ξεκινούσε από κάτω, από την κοινωνική συμμετοχή στην απόφαση, από τη συνέλευση ως τόπου εκλογής των νέων σοβιέτ.
Όλα αυτά είναι ήδη εκεί, στις 2 φεβρουαρίου, αλλά δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί. Αρχίζουν να παίρνουν αυτό το σχήμα που θα εκραγεί και θα ξεδιπλωθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του Εβδομήντα επτά. Πρόκειται να ανέβει στη σκηνή – η οποία στη συνέχεια θα καταληφθεί απότομα και ανεπανόρθωτα από τη σύγκρουση μεταξύ του Κράτους και των κόκκινων Ταξιαρχιών με την απαγωγή του Μόρο και ολόκληρης της ιταλικής πολιτικής. Υπάρχει μια νέα πολιτική οντότητα στην Ιταλία, ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, η γενιά που πάει από είκοσι έως τα τριάντα χρόνια. Είναι ο καρπός της μαζικής εκπαίδευσης, της αστικοποίησης των προαστίων, της εξάπλωσης της στράτευσης και της αριστερής άποψης σε γειτονιές και χώρους εργασίας. Είναι το αποτέλεσμα μιας εξαιρετικής κοινωνικής κινητικότητας προς το κέντρο που είναι επίσης μια πολιτική κινητικότητα, πράγματι η πολιτική κινητικότητα είναι ο δρόμος προς την κοινωνική κινητικότητα: νέοι από καλές αστικές οικογένειες έχουν ανακαλύψει τις περιφέρειες και νέοι από τις περιφέρειες έχουν ανακαλύψει τον κόσμο των καλών μπουρζουάδικων οικογενειών. Αυτή η ταξική ανασύνθεση δεν είναι μια στρατηγική συμμαχία μεταξύ τεχνικών και εργατών, μεταξύ υπαλλήλων με άσπρους γιακάδες και αυτών με μπλε φόρμες όπως στην συνδικαλιστική παράδοση ή μια πολιτική σύνθεση εντός των κομματικών γραφείων, με τον οργανικό διανοούμενο, αλλά γίνεται βιογραφική. Ο Daddo προέρχεται από μια καλή αστική οικογένεια που ζει σε μια υψηλή συνοικία, στη Balduina, όπου υπάρχουν γιατροί, δικηγόροι, καθηγητές πανεπιστημίων. Ο Paolo προέρχεται από την Primavalle, μια γειτονιά που βρίσκεται πάντα στα όρια μεταξύ της προλεταριακής αξιοπρέπειας και της υποπρολεταριακής υποβάθμισης. Η φιλία τους, η κοινή τους στράτευση είναι το προϊόν αυτών των μετασχηματισμών: και οι δύο προδίδουν την καταγωγή τους, τις γειτονιές τους, τα πεπρωμένα τους. Όπως και αυτοί, χιλιάδες νέοι, δεκάδες χιλιάδες. Το κίνημα του Εβδομήντα-επτά. Για να προχωρήσει, αυτή η νέα οικονομική και πολιτική οντότητα, αυτό το υποκείμενο γνωρίζει ότι μόνο ο εξτρεμισμός, η παρανομία η βία είναι το μέσο. Το ξέρει από την εμπειρία, όχι από το κεφάλι. Ενάντια σε όλα και σε όλους: εναντίον των φασιστών, ενάντια στο σχολείο, ενάντια στους ρεφορμιστές, ενάντια στο Κράτος, ενάντια στα αφεντικά, ενάντια στην αριστερά.
Το κίνημα δεν είναι αθώο, δεν είναι θύμα καταστολής. Το κίνημα οπλίζεται. Και αν οπλίζεται, έχει χάσει όλη την αθωότητά του. Θα πληρώσετε ακριβά, θα πληρώσετε για τα πάντα.
Εκείνη η φωτογραφία του Paolo και Daddo στην Piazza Indipendenza θα τα είχε πει όλα αυτά. Σήμερα ξέρουμε ότι τα λέει όλα αυτά. Τότε, δεν ήταν η ώρα, όχι ακόμη. Για αυτό εξαφανίστηκε. Δεν είναι μια αφαίρεση, ίσως ένα κατάλοιπο μετριοφροσύνης. Λίγες μέρες, μερικοί μήνες θα περάσουν και όλα θα καταρρεύσουν.
Ανεξάρτητα για το πόσες λεπτομέρειες μπορεί να μιλήσει μια εικόνα, κανένα βλέμμα δεν θα τις δει με τον ίδιο τρόπο. Κάθε βλέμμα θα τις διαβάσει με τον δικό του τρόπο. Κάθε λεπτομέρεια θα πει την ιστορία που θέλουμε να ακούσουμε.
Σε μια συνέντευξη [στην Antonella Parmentola, «η φευγαλέα στιγμή», online, σε σκηνοθεσία του Cesare Lanza] πριν από λίγο καιρό, ο Giampiero Mughini, ο οποίος δεν είναι ακριβώς ο τελευταίος ανόητος, είπε: «Αγόρασα αυτές τις δύο φωτογραφίες (με πλησιάζει και μου τις δείχνει) από τον Tano D’Amico, έναν φωτογράφο που μίλησε για τον λαό της αριστεράς χρόνο με το χρόνο και λήψη με τη λήψη. Αυτές οι φωτογραφίες είναι από το 1977, που απεικονίζουν τον Paolo και τον Daddo, δύο ακροαριστερούς αγωνιστές που συμμετείχαν σε μια ανταλλαγή πυροβολισμών στη πλατεία και τους οποίους εκείνοι της αριστεράς είχαν περιγράψει ως ήρωες και αγίους. Όπως μπορείς να δεις από τις φωτογραφίες, είχαν και οι δύο από δυο πιστόλια. Τι είδους ήρωες και άγιοι είναι αυτοί που πηγαίνουν σε μια πορεία με δύο όπλα στα χέρια τους;»
Ο Leonardo Fortuna πέθανε πριν από σχεδόν ένα χρόνο. Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Για εμάς παραμένει «Daddo», ο σύντροφος που γυρνά πίσω για να πάρει μαζί του τον τραυματισμένο φίλο του, γιατί κανείς δεν πρέπει να μείνει πίσω.
Όχι ένας άγιος, ήταν μια διαλυμένη ζωή η δική του, άσωτη. Αλλά ο ήρωάς μας, ναι.
Foto di Tano D'Amico

Οι φίλοι του Daddo: Claudio, Giancarlo, Lanfranco, Turi.
Άκουσε την παρουσίαση, στη Ρώμη, βιβλιοπωλείο Altroquando, μάρτιος 2012
http://www.lanfranco.org/audio/presentazione_daddo.mp3

http://ambaradam.altervista.org/articoli1399.html?id=542&fbclid=IwAR1XaNry3xfE478n_0pAC9WLqsMYP5H_4osBsmBLb6ONK9zDkOA5WG5Wdmk

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Daddo και Paolo

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s