μεγαλείο χαρακτήρα!, grandezza carattere !

ΑΦΙΕΡΩΜΑ, ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ SANTE

alexik

της Ένωσης Bianca Guidetti. Ακολουθώντας άλλες αναμνήσεις με συνδέσμους προχωρώντας στο ντοκιμαντέρ «Από τις όμορφες πόλεις που δόθηκαν στον εχθρό» και το συγκρότημα Assalti Frontali

Στις 22 μαρτίου, έφυγε ο αγαπημένος μας σύντροφος, ο ποιητής μας στις φυλακές, αυτός που μας τραγουδούσε για την αγάπη και τις εξεγέρσεις, η μνήμη μας.
Ιδρυτικό μέλος αυτού του συλλόγου, που πήρε το όνομά του από μια μεγάλη γυναίκα που ήταν η δικηγόρος και κηδεμόνας του. Ο Σάντε έζησε, και το έκανε τόσο έντονα.

Υπήρξε εργάτης, ληστής, ισοβίτης, ποιητής, επαναστάτης, εμπνευστής εξεγέρσεων, γευσιγνώστης του κρασιού.
Πάρα πολλά πράγματα να τα μειώσουμε σε έναν επιτάφιο, χωρίς να μετρήσουμε όλα αυτά που αντιπροσώπευε για κάθε έναν και καθεμία από εμάς, προσωπικά. Θα είναι χιλιάδες αναμνήσεις, από τους πολλούς που τον γνώρισαν, για να ανακατασκευάσουν τη ζωή, την ιστορία, την κληρονομιά του. σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, ξέρουμε ότι θα συνεχίσει να μας συντροφεύει, πως θα τον βρούμε δίπλα μας, μέσα μας, σε κάθε πράξη αλληλεγγύης και αγώνα. Έχουμε αφιερώσει μια εκδήλωση στο FB σε αυτόν, η οποία για δύο εβδομάδες θα συλλέγει αναμνήσεις, άρθρα, φωτογραφίες και βίντεο, σαν μια μορφή συλλογικής μνήμης, ένα μνημόσυνο.

Παρακάτω μεταφέρουμε μια μη εξαντλητική συλλογή, η οποία γίνεται όλο και πιο πλούσια. Μπορείτε να ακολουθήσετε τις ενημερώσεις εδώ και να γράψετε μια σκέψη, αν θέλετε. Σύλλογος Bianca Guidetti Serra. Μια ανάμνηση του Marcello Capuano.

Γνώρισα τον Σάντε μια ημέρα του νοέμβρη, γκρίζα κρύα βροχερή. Στην απαίσια φυλακή του Badu ‘e Carros. Στη μοναδική ώρα έξω από τα κελιά, δίχως ήλιο. Εδώ και λίγες ημέρες με είχαν μεταφέρει εκεί. Έξι μήνες μετά τη φυλάκιση μου σε απομόνωση.

Ο Σάντε ήταν μαζί με τον Picchio, σε μια γωνιά της αυλής, φτιαγμένης από τσιμέντο και συρματόπλεγμα. Δεν γνώριζα κανένα. Με φώναξε ο Picchio. Αυτός είχεμάθει για μια νέα άφιξη κάποιου από τον δικό του πολιτικό χώρο. Οι άλλοι γνώριζαν μα δεν πλησίαζαν. Έτσι γίνονταν εκείνους τους καιρούς.

Πήγα κοντά τους, οι τυπικότητες, σφίξαμε τα χέρια, είπαμε τα ονόματα μας Ποιος μεταξύ των συντρόφων δεν γνώριζε εκείνο το όνομα; ποιος δεν είχε διαβάσει την αδύνατη απόδραση; Ποιος δεν είχε νιώσει το αίμα να ανεβαίνει στα μάτια από τον θυμό;

Έμεινα να τον κοιτάζω. Χαμογελαστά μάτια που με υποδέχονταν Ένα ανοιχτό πρόσωπο, ευγενικό αλλά έκαναν εντύπωση οι βαθιές ρυτίδες που το διέσχιζαν. Τόσο αφύσικες. Λίγο είχαν να κάνουν με την ηλικία. Έμοιαζαν βαθιές ουλές. Ένας χάρτης από πληγές. Τα σημάδια των βασάνων βρίσκουν τους δρόμους τους. Και διηγούνται, όπως τα λόγια.

Μείναμε εκεί όλη την ώρα να μιλούμε. Εκείνοι να με ρωτούν γι’ αυτά που συνέβαιναν έξω. Εγώ να πληροφορούμαι για την απαισιότητα της φυλακής, για τη λειτουργία της. Την άλλη μέρα δεν ήταν πια εκεί, τον είχαν μεταφέρει. Τον συνάντησα ξανά χρόνια μετά, έξω από την φυλακή. Όλα είχαν αλλάξει γύρω Σε αυτόν είδα το ίδιο φιλόξενο βλέμμα, το ίδιο χαμόγελο. Την ίδια ευγένεια

Γεια σου Sante

από τον Fabrizio Salmoni, γιο της Bianca Guidetti Serra, και την οικογένειας του

Εκ των πραγμάτων, είναι το κείμενο το οποίο είχα γράψει όταν ήρθε τελευταία φορά στην Κοιλάδα και δεν μπορούσα, δεν μπορώ τώρα, να γράψω καλύτερα. Μετά βρήκα αυτή τη μουσική questa musica που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φόντο. Εκφράζει όλο εκείνο που μπορούμε να ακούσουμε σε στιγμές όπως αυτή. Ευχαριστώ. Μια αγκαλιά σε όλους. Για όσους γνώρισαν τον Σάντε είναι η ώρα της θλίψης.
Και για μια αγκαλιά στη σύντροφό του. Πριν από λίγο καιρό, ο Μάο Τσε Τουνγκ έγραψε ότι ο θάνατος ορισμένων είναι βαρύς σαν βουνό, κάποιων άλλων ελαφρύς όσο ένα φτερό. Σήμερα νιώθω ότι εκείνο το ρητό είναι πιο αληθινό από ποτέ. Γεια σου Sante, Την τελευταία φορά που ήρθες στο Τορίνο ένας γνωστός άθλιος δημοσιογραφίσκος από τη La Stampa σε καλωσόρισε με μερικά άρθρα που μείωναν τη ζωή σου σε ένα ποινικό πιστοποιητικό. Ήταν ο ίδιος που έγραφε στις αρχές των χρόνων 2000 ότι ο Tav θα έφερνε 90.000 θέσεις εργασίας. Ήταν, ή μάλλον, είναι ένας γεννημένος υπηρέτης. Ένα πράγμα που δεν θα μπορέσει ποτέ να ειπωθεί για εσένα. Αυτοί που σε γνωρίζουν ξέρουν τι έχεις κάνει, τι έχεις πληρώσει, τι υπέφερες, πόσα έχεις κάνει για να μας ενημερώσεις για τη σκοτεινή πλευρά του Κράτους. Εκείνοι που σε γνωρίζουν σε αγαπούν γι’ αυτό αλλά και για τον εσωτερικό σου πλούτο, για την ηρεμία σου όταν μιλάς, και με τη σειρά σου να κρίνεις το Κράτος που σε έκρινε. Σε γνώρισα προσωπικά στη ζωή μου αργά, όταν ήρθες στο Τορίνο με σκοπό την κηδεία της mamma Bianca. «Γεια, είμαι ο Sante» παρουσίασες τον εαυτό σου, με ένα χέρι στο λαιμό λόγω ενός ατυχήματος, και από εκείνη τη στιγμή έμοιαζα να σε γνωρίζω από πάντα. Φυσικά είχα ακούσει να μιλούν για εσένα στο στούντιο της Bianca και από τον Adriano Rovoletto όταν έρχονταν να την επισκεφτεί.
Aντιλαμβανόμουν ότι, πέρα ​​από την επαγγελματική σχέση που ωρίμασε στα χρόνια της δίκης, μαζί σας υπήρχε εκείνη η εγγύτητα που ένιωθε η Bianca για εκείνους τους πελάτες της που δεν ήταν ξένοι με το πολιτικό και ανθρώπινο συναίσθημά της, την επιθυμία της να καταλάβει, πάντα ήθελε να είναι μέρος της ευρείας στρατευμένης κοινότητας, των απλών ανθρώπων. Πιστεύω ότι οι συχνές επισκέψεις της στη φυλακή και στη συνέχεια στο Sermig από τον Piero Cavallero μαρτυρούν ακριβώς αυτά τα συναισθήματα. Και διατηρώ ζηλότυπα τον πίνακα που ζωγράφισε ο Piero και ο Adriano για εκείνη με πολύ στοργική αφοσίωση ζωγραφισμένη. Στα αξέχαστα χρόνια της πολιτικής στράτευσης, είχα διαβάσει το The Impossible Escape. Με εντυπωσίασε η ιστορία των καταχρήσεων, των βασανιστηρίων και της βίας του σωφρονιστικού συστήματος και με ενδυνάμωσε στις πεποιθήσεις που μας καθοδηγούσαν. Πιο πρόσφατα, ανέκτησα τα άλλα βιβλία σου και μου άρεσε ιδιαίτερα το η Ψυχή και ο Τοίχος L’Anima e il Muro με το ποίημα Stamane anche i mandorli sono fioriti– Σήμερα το πρωί άνθισαν και οι αμυγδαλιές, χειρόγραφο στο πίσω κάλυμμα λίγες μέρες αφότου έφυγε. Κάθε φορά που το διαβάζω ένας κόμπος μου σφίγγει τον λαιμό.
Γι’ αυτό το συμπεριέλαβα στο τέλος της παράστασης Le Stagioni di Bianca-Οι Εποχές της Μπιάνκα, την οποία ελπίζω ειλικρινά να μπορέσω να φέρω σύντομα στην Μπολόνια μέσω της Bianca Guidetti Serra Association. Εν τω μεταξύ, να προσέχεις. Για όλους εμάς είσαι μια αναντικατάστατη παρουσία. Fabrizio (με την Cecilia και Loretta Lisa)18 σεπτεμβρίου 2019

Sante Notarnicola, ζωντανά

του Francesco Piccioni, από το Contropiano.

Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Είχα καταβροχθίσει, όπως όλοι, το βιβλίο του L’evasione impossibile. Και αφού το διάβασα σκέφτηκα ότι τον κατάλαβα, κι ας μη τον γνωρίζω πραγματικά. Ήμουν νέος, τότε. Δεν είχα μεγάλη εμπειρία για συγκρίσεις. Και χωρίς αυτή, είναι καλύτερο να μένουμε σιωπηλοί. Πάντα, ακόμη και σήμερα.

Λίγα χρόνια αργότερα ήμουν ήδη ένας «παλιός», ένας δηλαδή που είχε περάσει πολλά, και ως εκ τούτου ήξερα ότι μεταξύ του να κάνεις και να μιλάς η διαφορά είναι μεγάλη. Και πως, εάν είσαι ένας σοβαρός άνθρωπος, τα πιο σημαντικά πράγματα μένουν συχνά στο στυλό.

Όταν έφτασα στις ειδικές φυλακές, όμως, είδα ότι και το ουσιώδες είχε κατά κάποιο τρόπο στάξει από το στυλό του Sante. Ίσως η Asinara ήταν ακριβώς όπως την περίμενες, μετά από δύο πλοία και μια ώρα ταξιδιού με τζιπ προς Fornelli, στο αντίθετο άκρο της Cala d’Oliva. Ανάμεσα σε μια θάλασσα που δεν φαίνεται από πουθενά αλλού, και άσχημα πρόσωπα με στολή. Χωρίς χειροπέδες, «γιατί έτσι κι αλλιώς, που να πας;” 

Στις ειδικές φυλακές υπήρχαν μόνο σύντροφοι που συνελήφθησαν για «σοβαρά θέματα», όπως πάντα χωρισμένοι σε διαφορετικές οργανωμένες ομάδες. Ή «κοινοί κρατούμενοι» που ήταν γενικά πραγματικά έξω από το κοινό. Εκείνη την εποχή οι ληστείες ήταν θέμα μικρών «σχηματισμών», ομάδων φίλων που γεννήθηκαν σαν εμάς στις γειτονιές και στη συνέχεια μεγάλωσαν μαζί. Υπήρχαν δεκάδες απαγωγές, ακόμη και την ίδια στιγμή, και αυτός που τις έκανε – μόλις πιάνονταν – κατέληγε εκεί, όχι στο »σωφρονιστικό ίδρυμα» κοντά στο σπίτι.

Όλοι άνθρωποι που σκέφτονταν να το σκάσουν, και ήταν ικανοί γι’ αυτό. Οι οποίοι «ζύγιζαν» για αυτό που είχαν δείξει ότι μπορούσαν να κάνουν, όχι λόγω φλυαρίας. Εάν δεν ξέρεις πώς να το κάνεις, μείνε σιωπηλός. Και μάθε.

Λίγοι οι μαφιόζοι, όχι ανήλικοι. λίγοι από αυτοί της ντραγκέτα. Δεν είχαν γίνει ακόμη «εχθροί» μας για να τους πολεμάμε. Και επίσης άνθρωποι της καμόρα, το 1980, δεν υπήρχαν πολλοί. Καθόλου διακινητές, ούτε προαγωγοί.

Πολλές ομάδες, πολλές «ηθικές», πολλές διαφορετικές ιδιότητες μέλους. Ο Σάντε ταξίδευε σε άλλο επίπεδο. Με τα χρόνια είχε κερδίσει τον σεβασμό όλων, ανεξάρτητα από το διαπραχθέν «έγκλημα» και το «κύκλωμα»”.

Το έπος της μπάντας Cavallero είχε τελειώσει εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Ο Carlo Lizzani είχε κάνει μια ταινία γι’ αυτήν, μεταξύ της αναγνώρισης και της καταδίκης (ούτε καν το PCI-ΚΚΙ, τότε, δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι εκείνοι οι »ληστές» γεννήθηκαν στο Mirafiori, μεταξύ των στρατευμένων του που ονειρεύονταν την Επανάσταση). Και δεν ήταν πλέον ο καιρός που κάποια διάσημη ηθοποιός «ζητούσε συνεντεύξεις» για να τον γνωρίσει.

Δεν ήταν αυτός ο λόγος που όλοι τον χαιρετούσαν. Ήταν εκείνο που είχε κάνει μέσα στη φυλακή και γυρνούσε από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά κρατουμένων. Μεγάλα και μικρά πράγματα, ίσως μόνο η σιγουριά ότι – αν έφτανε αργά το βράδυ, μετά το δείπνο, εκεί όπου βρίσκονταν αυτός – θα είχε φτάσει στο τραπέζι σου ένα πιάτο ζυμαρικά, ένας καφές, μερικά τσιγάρα. Είσαι εδώ, είσαι ένας από εμάς, δεν είσαι μόνος μεταξύ των φρουρών. Και δεν χρειάζεται να δώσεις τίποτα σε αντάλλαγμα.

Υπήρξε η περίοδος των ταραχών, όταν «της γης οι κολασμένοι» μπόρεσαν να διεκδικήσουν μια αξιοπρέπεια που η «αξιοπρεπής κοινωνία» τους αρνούνταν. Και ήταν ανάμεσα στους σιωπηλούς δασκάλους, χωρίς θόρυβο και «εξαναγκασμούς, με το ζόρι». Έσπερνε συνειδητοποίηση, συνείδηση, γνώση, προσοχή στον γείτονα, στον συγκρατούμενο, πρόβλεψη των κινήσεων του εχθρού, φροντίδα στην αφήγηση που θα έκανε τους ανθρώπους «έξω» να καταλάβουν αυτό που συνέβαινε «μέσα”.

Εν ολίγοις, είχε διδάξει στους άλλους να ξεπερνούν το «παράδοξο του φυλακισμένου», το οποίο οδηγεί σε απομόνωση και αδράνεια. να ανακαλύπτουν πως είναι παρόμοιοι μέσασε αυτή την κατάσταση, επομένως με κοινά συμφέροντα και δικαιώματα για να διεκδικήσουν. Πράγματα να γίνουν μαζί, χτίζοντας αμοιβαία εμπιστοσύνη στο πιο ατομικιστικό σύμπαν που υπάρχει.

Οι κρατούμενοι συχνά του εμπιστεύονταν τις οδυνηρές διαπραγματεύσεις. Αυτές που είχαν να κάνουν με τους διευθυντές και τους μπάτσους κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης. Όταν πρέπει να είσαι ήρεμος, ξεκάθαρος, να ξέρεις πού θέλεις να πας και να καταλαβαίνεις τι σκοπεύει να κάνει ο «εχθρός». «Μικρό μεγάλο ανθρωπάκι», όπως ακριβώς στην ταινία του Arthur Penn…

Για αυτόν τον λόγο, τον είχαν καλέσει και στη Favignana, μια Asinara της Σικελίας, με τα κελιά στην τάφρο ενός παλιού κάστρου επάνω στο λόφο. Ένας κοινός κρατούμενος, ένας οποιοσδήποτε που κανείς δεν ξέρει τι ήθελε, είχε «απαγάγει» τον νεαρό δικαστή επιτήρησης με τον οποίο είχε «ζητήσει ακρόαση».

Ήταν περίεργα χρόνια, αυτές οι χειρονομίες γίνονταν συχνά, ακόμη και για μεμονωμένους, προσωπικούς στόχους (μια μετακίνηση πιο κοντά στο σπίτι, μια άρνηση συνάντησης με τους οικείους κ.λπ.). Αλλά οι καραμπινιέροι του Dalla Chiesa μερικές φορές παρενέβαιναν σχεδόν με δική τους πρωτοβουλία, σε αυτές τις περιπτώσεις. Κάνοντας «αμερόληπτη» σφαγή κρατουμένων και ομήρων. Χωρίς δισταγμό, όπως στην Alessandria, το 1974 come ad Alessandria, nel 1974.

Η «διαπραγμάτευση» που πρέπει να γίνει σε αυτήν την περίπτωση ήταν απλή αλλά οριστική. Ήταν απαραίτητο να πείσουμε τον κρατούμενο να αφήσει τον δικαστή ελεύθερο, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τα δερμάτινα κεφάλια έδειχναν ήδη σημάδια ανυπομονησίας στην πόρτα εισόδου.

Κάλεσαν τον Σάντε και όχι άλλους, γιατί μόνο από αυτόν εκείνος ο καημένος τρελός κρατούμενος θα μπορούσε ίσως να είχε δεχτεί μια συμβουλή. Και να σώσει τη ζωή του.

Ο Σάντε τον έπεισε και σε εκείνους που τον ευχαριστούσαν – τον διευθυντή, κάποιον πολίτη υπάλληλο – απάντησε ότι το έκανε μόνο επειδή ενδιαφερόταν για τη ζωή του συγκρατούμενου του.

Τον ευχαρίστησε και ο δικαστής, ο οποίος ήξερε πολύ καλά τι θα συνέβαινε στην αντίθετη περίπτωση. Ήταν προορισμένος για μια εξαιρετική καριέρα, αυτός ο πολύ νέος δικαστής, Giovanni Falcone….

Το μεγαλείο του Σάντε ήταν να ξέρει πώς να είναι μόνος, αν χρειαστεί, σε έναν κόσμο όπου είναι σημαντικό – συχνά αποφασιστικό – »να είσαι σε μια ομάδα». Έξω οποιασδήποτε οργάνωσης, “batteria”, ομοιογενούς ομάδας. Μπορούσε να μιλά με όλους και όλοι τον άκουγαν. Και ο καθένας παρέμενε αυτό που ήταν, βρίσκοντας τον τρόπο να το κάνει.

Είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των 13 κρατουμένων, των οποίων οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, σε κάποιο σημείο, ζήτησαν την ελευθερία σε αντάλλαγμα για τη ζωή του Aldo Moro. Εν ολίγοις, ένας «σπουδαίος», για τον οποίο μιλούσαν σε κάθε φυλακή της Ιταλίας.

Και αυτός έγραφε ποιήματα, όταν η πόρτα έκλεινε χτυπώντας και τα δύο κλειδώματα, σου εύχονταν καληνύχτα. Προσπαθούσε να διατηρήσει την ανησυχία της ζωής ανάμεσα σε τοίχους από οπλισμένο σκυρόδεμα. Και το πετύχαινε.

Τα αντάλλαζε στην αυλή με τους άλλους φυλακισμένους ποιητές. Με τον Horst Fantazzini, τον Agrippino Costa, με οποιονδήποτε ένιωθε την ίδια ανησυχία.

Όταν δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή στίχων, ένα αντίγραφο κατέληξε να φτάσει στον Primo Levi. Σήμερα ένας «επιβεβαιωμένος» διανοούμενος, ο οποίος μπορεί να αξίζει ένα νύχι από τον συγγραφέα του «Αν αυτός είναι ένας άνθρωπος», θα φώναζε στην πρόκληση, θα καλούσε τους καραμπινιέρους και τους δημοσιογράφους για να διώξει από επάνω του τη σκιά της υποψίας συμπάθειας προς έναν κρατούμενο εκείνων των «διαστάσεων».

Ο παρτιζάνος που επέζησε από τον Άουσβιτς απάντησε. Εκτιμώντας, σχολιάζοντας, συμβουλεύοντας, «μπαίνοντας στην ουσία». Το μεγαλείο αναγνωρίζεται αμοιβαία με την πρώτη ματιά. Εάν έχεις δει ορισμένα πράγματα, μιλάς την ίδια γλώσσα. Και κανείς άλλος δεν μπορεί να την καταλάβει.

Έζησε μαζί μας, πρώην παιδιά μιας άλλης γενιάς, την ήττα μας, τις διαιρέσεις, τις προδοσίες, τους διαχωρισμούς. Σε ένα «τμήμα» της φυλακής τους έβλεπες να αλλάζουν από μέρα σε μέρα, να αλλοιώνουν το βλέμμα τους, να αδειάζουν τα μάτια από ζωή, να παίρνουν τη στάση κάποιου που μιμείται κάτι που δεν είναι πλέον. Και μετά ένα πρωί, ή ένα απόγευμα, να μεταφέρονται αλλού, σε πιο φιλόξενες φυλακές.

Ωστόσο, όταν αστειευόμασταν, σχεδόν κάθε μέρα, μπορούσες να τον ακούς να αξιώνει την πόλη όπου γεννήθηκε, την Castellaneta, κοντά στο Taranto. Επειδή γεννήθηκε εκεί και ο Rodolfo Valentino, επομένως…

.

Λίγα χρόνια αργότερα, στη συνήθη εναλλαγή μεταξύ πολύ δύσκολων περιόδων και στιγμών «χαλάρωσης», κάποιος αποφάσισε ότι θα μπορούσε να αρχίσει να βγαίνει. Μετά από «είκοσι χρόνια, οκτώ μήνες και μια ημέρα», όπως έγραψε σε ένα από τα πρώτα ποιήματα ως ημι-ελεύθερος. Επειδή ακόμη και εκείνη την ημέρα, αυτός, την θυμόταν.

Μας χαιρέτησε, στην «ειδική» του Cuneo, σχεδόν ζητώντας συγγνώμη που μας άφηνε εκεί ενώ αυτός πήγαινε να δει ξανά τα αστέρια και να ανοίγει επιτέλους διάπλατα τα μάτια για να φτάσει σε έναν ορίζοντα πιο μακριά από το τείχος που μας περιέκλειε. Εμείς του κάναμε γιορτή, τον σπρώχναμε έξω, «τι στο διάολο κάνεις ακόμα εδώ;». Με λόγια, φυσικά, ο καθένας απ’ το κελί του. Ο Σάντε ήταν ελεύθερος, ή σχεδόν.

Βρήκε έναν άλλο κόσμο. Ανάμεσα σε ασφαλίτες που παρακολουθούσαν εξονυχιστικά κάθε του βήμα και απελπιστικά αφελείς, γενναιόδωρους και φασαριατζήδες συντρόφους. Έμεινε έξω από κάθε οργανωμένο «κύκλο», και αυτή τη φορά. Προτιμώντας την ελευθερία να μιλά μόνο αν ήθελε και όπως ήξερε. Να μιλά για να ενημερώνει, όχι για να κατευθύνει. Επιλέγοντας τους φίλους με φροντίδα, λόγω χαρακτήρα και με σύνεση. Δεν του άρεσε να απογοητεύεται με τους ανθρώπους που υποδέχονταν.

Προτίμησε να διακινδυνέψει και με τη δουλειά. Αντί να παραμείνει απαθής και μέσα στις πληγές του «κοινωνικού ατομικού», των συνεταιρισμών που εξαρτώνται λίγο πολύ από τη φάτνη του Pds-Pd ή όπως λέγεται τώρα, άνοιξε το Mutenye, παμπ στο Pratello, άμεσο προορισμό των μπολονιέζων παρεών. Ένα τόπο του πνεύματος, όσο είχε τη δύναμη να στέκεται πίσω από τον πάγκο κάθε βράδυ.

Η στράτευση του επικεντρώθηκε στην Ιστορία και τις ιστορίες. Δεν υπήρξε αξιοπρεπής καθηγητής, από τα μέρη του, που δεν κατέληξε να μιλά μαζί του, να δημιουργεί μια έρευνα, μια ιδέα. Η Αντίσταση στους λόφους ήταν σκληρή, αιματηρή και ξεχασμένη με τον συνηθισμένο τρόπο της σκατένιας «αριστεράς». Καθιστώντας την εικόνα για να προβάλλεται μία φορά το χρόνο, κάνοντας το αντίθετο για 364 ημέρες.

Με πήρε μαζί του, πριν από λίγα χρόνια – γιατί οι λιγότερο ηλικιωμένοι από αυτόν βγήκαν και αυτοί μετά από «είκοσι χρόνια …» και βάλε – στους Sabbioni, στην άκρη της μικρής αβύσσου όπου οι ναζί πυροβόλησαν πολλούς αντάρτες. Με πήγε στο Monte Sole, στους λόφους του Marzabotto, για να σιωπήσω σε εκείνη την καταραμένη αυλή μιας μαζικής σφαγής, με τρύπες από τις σφαίρες ακόμα στους τοίχους και τον τάφο του Giuseppe Dossetti μπροστά στα πόδια.

Για να μετρήσουμε το μέγεθος των αντιφάσεων που αποκάλυψε εκείνος ο ιερέας μεταξύ των ιδρυτών των Χριστιανοδημοκρατών και έφτασε να γίνει ακόμη και πρόεδρος (ένας άλλος …), ο οποίος υπήρξε φασίστας και μετά παρτιζάνος και στο τέλος ήθελε να ταφεί εκεί.

Η έρευνα για το Monte Sole υπάρχει ακόμη, κάπου. Εγώ θα έκανα πολλούς να τη διαβάσουν…

Δεν ξέρω πώς να τελειώσω. Μια τόσο μεγάλη, πλούσια, ταλαιπωρημένη, γεμάτη ζωή, ένας σύντροφος και ένας φίλος … είναι σχεδόν αδίκημα να την κλειδώνεις μέσα σε τόσο λίγες γραμμές. Εσύ είσαι καλύτερος στο να λες πολλά με λίγα λόγια. Γεια σου, Σάντε.

Εκείνα τα λουλούδια για τη Μάρα. Μια ανάμνηση του Sante Notarnicola

από Oltre il PonteΠέρα από την Γέφυρα

Μια μνήμη του Sante Notarnicola, εργάτη, ληστή, ποιητή, επαναστάτη

Μόλις έμαθα για το θάνατο του Σάντε επέστρεψα στις όμορφες και έντονες ημέρες που πέρασα μαζί του ανάμεσα σε Trento και Bolzano τον μάιο του 2014. Αν και έχουν περάσει σχεδόν επτά χρόνια, έχω μια αρκετά σαφή ανάμνηση μιας συνάντησης που πάντα θα ζει στην καρδιά.

Στο Τρέντο, μαζί με τους συντρόφους μας, είχαμε οργανώσει μια σειρά πρωτοβουλιών με θέμα τη φυλακή «Παντού και κάθε φορά που είμαστε έγκλειστοι νιώθουμε άσχημα», και ποιος καλύτερος από τον Σάντε, με τα ποιήματα και την εμπειρία του, θα μπορούσε να ολοκληρώσει τον κύκλο;

Αφού ζήτησα από τους συντρόφους της Μπολόνια επαφή, του τηλεφώνησα και ήταν αμέσως διαθέσιμος και περίεργος να πάει σε μια περιοχή της Ιταλίας που δεν γνώριζε άμεσα, αν και τα χρόνια που βρίσκονταν πίσω από τον πάγκο της Pub Mutenye της οδού del Pratello είχε γνωρίσει πολλούς φοιτητές πανεπιστημίου από το Trento και το Bolzano που σπούδαζαν στη Μπολόνια. 

Πήγα να τον παραλάβω στο σιδηροδρομικό σταθμό του Τρέντο αργά το πρωί και δεν κρύβω το γεγονός ότι ένιωθα μια κάποια συγκίνηση να συναντήσω έναν σύντροφο που αντιπροσώπευε ένα κομμάτι της ιστορίας του επαναστατικού και ταξικού κινήματος αυτής της Χώρας: απουλιανός από την Castellaneta είχε ζήσει στο πετσί του τη διάκριση που επιφυλάχθηκε από το πιεμοντέζους στους νότιους μετανάστες, την πλέμπα του νότου όπως αυτός, είχε σχηματιστεί πολιτικά στο Banfo, το 9ο τορινέζικο γραφείο του PCI, δημιουργήθηκε λοιπόν στο Banfo στην γειτονιά Barriera di Milano όπου είχε μάθει ότι να είσαι κομμουνιστής είναι ο μόνος τρόπος να είσαι ένας άνθρωπος. Εδώ συμμετείχε στις πρώτες απεργίες, στους αγώνες ενάντια στους φασίστες προβοκάτορες και τους απεργοσπάστες, τις νυχτερινές εξόδους στα προάστια του Τορίνου για να γράψει στους τοίχους «Ζήτω η απεργία κάτω ο Valletta». Ως αγωνιστής της βάσης είχε βιώσει το τραύμα της έκθεσης Khrushcheev σχετικά με τα εγκλήματα του Στάλιν στο 20ο Συνέδριο της ΚΚΣΕ, η οποία, όπως έγραψε, «ήταν ένα πλήγμα για πολλούς συντρόφους και κουβαλούσαμε τα σημάδια για μεγάλο χρονικό διάστημα [… ] ήταν σαν ένα μαχαίρωμα στην πλάτη”. Και ύστερα, λίγα χρόνια μετά τις συγκρούσεις στην Piazza Statuto, τη δυσαρέσκεια για την ρεφορμιστική και διευκολυντική υποστροφή του ΚΚΙ που τον οδήγησε, μαζί με άλλους προλετάριους και σε μια εποχή στην οποία δεν υπήρχε τίποτα έξω από το κόμμα, να επιτεθεί στο κεφάλαιο μέσω ληστειών που σταδιακά έγιναν όλο και πιο τολμηρές, και αυτό τον οδήγησε, το 1967, να συλληφθεί μαζί με το υπόλοιπο της λεγόμενης Banda Cavallero. Μια ιστορία που αφηγήθηκε στη συνέχεια με έναν ιδιαίτερο τρόπο από τον σκηνοθέτη Carlo Lizzani στην ταινία Banditi a Milano-Ληστές στο Μιλάνο. Στη συνέχεια κατάφερε να μετατρέψει τη φυλακή σε ένα έδαφος αγώνα και στερημένος της ελευθερίας, διέσχισε ως πρωταγωνιστής τις κινητοποιήσεις που εξαπλώθηκαν και στην Ιταλία το ’68. Οι συναντήσεις του με τους κρατούμενους στη φυλακή αντικατόπτριζαν την ολοένα και πιο σκληρή κοινωνική σύγκρουση που διέσχισε τη χώρα: από τους αναρχικούς που συνελήφθησαν μετά τις φασιστικές βομβιστικές επιθέσεις της 25ης απριλίου 1969 έως τη σφαγή στην Piazza Fontana και το επακόλουθο νέο κύμα συλλήψεων αναρχικών με τον ακόλουθο θάνατο του Pino Pinelli. Τα επόμενα χρόνια είχε σημαντικές σχέσεις με τη Lotta Continua, καταφέρνοντας να θέσει το πρόβλημα του φυλακισμένου προλεταριάτου έξω από τους τοίχους, μέχρι τις σχέσεις με τους μαχητές των διαφόρων οργανώσεων του ένοπλου αγώνα. Με την πάροδο του χρόνου, έγινε σημείο αναφοράς για τους αγώνες των κρατουμένων ενάντια στη φυλακή, δεσμευμένος να οικοδομήσει αλληλεγγύη και πολιτική συνειδητοποίηση εκεί όπου η παραίτηση και ο εγωισμός θα έπρεπε να επικρατήσουν σύμφωνα με τις προθέσεις των δεσμοφυλάκων. Κατά τη διαδικασία δίκης, έφεσης του δεκεμβρίου 1971 Al processo d’appello del dicembre 1971 στο Milano δήλωσε:

Εσείς θα συνεχίσετε να φυλακίζετε όλους εκείνους που σας ενοχλούν ή αποτελούν κίνδυνο για την καθεστηκυία αταξία σας. Θα ρίξετε στη φυλακή τους ειρηνιστές, τους αντιρρησίες συνείδησης, εμείς θα τους βοηθήσουμε να ξεπεράσουν τη σκληρότητα και τις αντιξοότητες αυτής της ζωής και αυτού του περιβάλλοντος. Τους κοινούς κρατούμενους, τους απερίσκεπτους, τους απελπισμένους επαναστάτες, θα σας τους επιστρέψουμε με μια επαναστατική συνείδηση. Αυτή είναι η δέσμευσή μου, αυτό είναι το λάθος σας. Νομίζετε ότι έχετε κερδίσει και όμως, και μαζί μου, έχετε ήδη χάσει τη μάχη.

Αφού φόρτωσε τη βαλίτσα του στο αυτοκίνητο, τον πήγα για μια μπύρα στην Piazza Duomo, την οποία θαύμασε εκστασιασμένος. Καθισμένοι σε ένα τραπεζάκι στο πλάι της πλατείας ξεκινήσαμε να συζητάμε για το παρελθόν και το παρόν. Δεν είχε καλές αναμνήσεις για το Τρέντο, ούτε σε σχέση με την ηχώ των αγώνων των φοιτητών Κοινωνιολογίας που διέσχισαν την πόλη στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το πρώτο γεγονός που ήρθε στο μυαλό του ήταν το «χουνέρι», la “gogna” που στις 30 ιουλίου 1970 οι εργάτες του εργοστασίου Ignis έκαναν στους δύο φασίστες του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος Gastone del Piccolo και Andrea Mitolo, που βρέθηκαν με ένα τσεκούρι στην τσάντα, όταν μια ομάδα φασιστών τραμπούκων είχε επιτεθεί και μαχαιρώσει τους απεργούς εργάτες. Εκτός από αυτό, φυσικά, οι σκέψεις του πήγαν στην Margherita Cagol Mara, ιδρυτή και διοικητή των Ερυθρών Ταξιαρχών, που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης με τους καραμπινιέρους στην Cascina Spiotta, στο αγρόκτημα, τον ιούνιο του 1975. Για μεσημεριανό γεύμα φάγαμε σε ένα εστιατόριο στο κέντρο, πήρε όχι καλοψημένο κρέας και μίλησε για το πώς ήταν ένα πιάτο που στην εποχή του έτρωγε συχνά στις ταβέρνες που σύχναζαν οι εργάτες της Fiat. Δεν έκρυβε την έκπληξή του που – τα τελευταία χρόνια – προσκαλούνταν όλο και συχνότερα να μιλά για την εμπειρία του σε αναρχικούς χώρους, αυτός που ήθελε να μου πει αμέσως πώς ήταν σταλινικός, ένας ορισμός που για αυτόν σήμαινε μεγάλη πολιτική και ηθική συνέπεια. Σίγουρα αυτό που τον έκανε να συμπαθεί τους αναρχικούς ήταν το γεγονός ότι ήταν και είναι, αν όχι οι μόνοι, μεταξύ των πολύ λίγων που πολεμούν εναντίον του θεσμού των φυλακών. Και αυτός, ο οποίος μετά την απελευθέρωσή του ζούσε στην οδό del Pratello, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει μερικούς συντρόφους, ενώ έκαναν περιφρουρήσεις και συγκεντρώσεις σε αλληλεγγύη με τους νεαρούς κρατούμενους της φυλακής ανηλίκων σε εκείνο τον δρόμο.

Το απόγευμα μου ζήτησε να τον συνοδεύσω στο νεκροταφείο του Τρέντο, ήθελε να φέρει ένα λουλούδι στον τάφο της Μάρα. Είχε ήδη αναφέρει αυτή την επιθυμία του κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής μας συνομιλίας και ως εκ τούτου τις προηγούμενες ημέρες είχα ήδη πάει στο κοιμητήριο για να ψάξω τον τάφο της ώστε να πάμε «στα σίγουρα». Δεν κρύβω κάποιο συναίσθημα, μια συγκίνηση όταν θυμάμαι μια στιγμή της οποίας έχω ακόμα μια καθαρή εικόνα μπροστά στα μάτια μου. Στο κοντινό περίπτερο είχε αγοράσει ένα μπουκέτο με κόκκινα λουλούδια, δεν θυμάμαι ακριβώς ποια, και αφού έφτασε στον τάφο της, έβαλε τα λουλούδια στην πλάκα της Margherita Curcio Cagol στην οποία είναι γραμμένο Αυτός που χαρίζει τη ζωή του τη σώζει. Έμεινε σιωπηλός για λίγες στιγμές, σε περισυλλογή, εγώ ήμουν πολύ συγκινημένος, ένιωθα μερικές φορές ανεπαρκής, μπροστά σε αυτή την έντονη συνάντηση, αν και εικονική, δύο ανθρώπων που ανήκαν σε δύο διαφορετικές γενιές, που είχαν δώσει τα πάντα στην επιλογή τους να επαναστατήσουν και να παλέψουν. Μου είπε ότι στα πολλά χρόνια στη φυλακή συνέβαινε συχνά να μιλούν για τη Mara και αυτό που πάντα προέκυπτε ήταν ο μεγάλος σεβασμός γι’ αυτήν που, μπόρεσε να οργανώσει την απόδραση του άντρα και συντρόφου της Renato, που κατάφερε να κερδίσει σε ένα περιβάλλον που δεν είναι εύκολο, σε κάθε περίπτωση, για μια γυναίκα, η οποία αποδείχθηκε ικανή να βρει σύνθεση και ισορροπία μεταξύ των διαφόρων ψυχών και τάσεων της οργάνωσης. Αμέσως μετά που έμαθε για τον θάνατο της, ο Sante, που κρατούνταν τότε στη φυλακή μέγιστης ασφάλειας στο νησί Favignana, της αφιέρωσε το ποίημα Στη Mara:

Ο αποχαιρετισμός των συντρόφων ήταν πενιχρός / μετά στήλες μολυβιού που σε ξεσκίζουν / υπονοώντας στις αδύναμες ψυχές μια ευθραυστότητα που είναι όλη αστική κληρονομιά / η προσευχή μας έχει διαφορετικές αποχρώσεις / στο μυαλό ακριβείς οι στόχοι / και στην καρδιά η γενναιοδωρία σου παραμένει σταθερή εσύ που / με τα χέρια σου ορθάνοικτα έδωσες τα πάντα κάτω από έναν καθαρό ουρανό του ιουνίου.

Ο τάφος της Margherita Cagol στο κοιμητήριο του Trento

Αφού ξεκουραστήκαμε στο σπίτι και διαβάζοντας μερικές σελίδες του βιβλίου Το περιοδικό σύστημα του Primo Levi που είχε μαζί του, το βράδυ πήγαμε στον αναρχικό χώρο El Tavan, γεμάτο από συντρόφους και συντρόφισσες, για την παρουσίαση της συλλογής ποιημάτων του στο βιβλίο L’anima e il muro-Η ψυχή και ο τοίχος. Ξεκίνησε το βραδάκι αναστατώνοντας όλους, ευχαριστώντας για την πρόσκληση, διεκδικώντας γι’ ακόμη μια φορά τον σταλινισμό του, μιας και μεγάλωσε στο σχολείο του Banfo. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς μερικά από τα ποιήματά του που ελήφθησαν από τη συλλογή L’anima e il muro διαβάστηκαν με μουσική συνοδεία, κάτι που τον συγκίνησε. Μείναμε για αρκετές ώρες κουβεντιάζοντας σε ένα από εκείνα τα βράδια που δεν θα θέλατε ποτέ να τελειώσει.

Ο Sante στο Trento

Την επόμενη μέρα επαναλάβαμε τη βραδιά και στο Bolzano, σε μια τοπική βιβλιοθήκη που ήταν και πάλι πολύ γεμάτη, για να ακούσουμε τη μαρτυρία ενός συντρόφου που ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή των πιο σκληρών και πιο σημαντικών αγώνων που διέσχισαν τις ιταλικές φυλακές μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στο τέλος της βραδιάς, ενώ επιστρέφαμε στο αυτοκίνητο για να πάμε πίσω στο Τρέντο, περάσαμε κοντά σε ένα μνημείο αφιερωμένο στον καραμπινιέρο που σκοτώθηκε από τους ναζί, τον Salvo d’Acquisto, κάτι που του θύμισε ξανά μια στιγμή της μακράς κράτησής του και ξέσπασε σε γέλια ενθυμούμενος ένα ανέκδοτο που δυστυχώς δεν μου έρχεται στο μυαλό πλέον, σε αντίθεση με το όμορφο γέλιο του.

Στη συνέχεια αποφάσισε να περάσει μια άλλη μέρα μαζί μας και την επόμενη μαζί με την Lucia πήγαμε στο Monte Bondone για μεσημεριανό γεύμα σε ένα καταφύγιο που διευθύνονταν από συντρόφους: Θυμάμαι το βλέμμα του έκπληκτο από την ομορφιά του βουνού και των ακόμα χιονισμένων κορυφών, ευχαριστώντας για το «δώρο που του κάναμε». Έμεινα έκπληκτος που ήταν οπαδός της Γιουβέντους, της ομάδας των Agnelli και του το είπα: μου απάντησε πως ήταν μια επιλογή που συνδέονταν με την κατάστασή του ως μετανάστη από τον Νότο, ένα είδος αντίδρασης εναντίον των τορινέζων της Τορίνο, που συνδέονταν με την ομάδα των granata και ποτέ δεν καλοδέχονταν την πλέμπα από το νότο.

Χωρίς τον κίνδυνο να πέσουμε σε φτηνή ρητορική, εκείνες τις λίγες ημέρες που πέρασα μαζί του, το πράγμα που θυμάμαι με το μεγαλύτερο συναίσθημα ήταν το ισχυρό ανθρώπινο φορτίο που μετέφερε μαζί του. Ένας στοργικός σύντροφος, προσεκτικός στις συναισθηματικές πτυχές που φέρει μαζί του ο πολιτικός αγώνας, ένας σύντροφος που φρόντιζε τους άλλους, εκείνους που ήταν ακόμα στη φυλακή, και που είχε μια σπλαχνική αγάπη για τα βιβλία, συνιστώντας πολλά που στη συνέχεια διάβασα εγκαίρως, ικανός να ακούει με μεγάλη ταπεινοφροσύνη, χωρίς να βαραίνει τους άλλους με τον τεράστιο πλούτο εμπειριών του. Θυμάμαι ακόμα με αγάπη και έκπληξη την έκκλησή του μετά τη διαδήλωση ενάντια στο τείχος κατά των μεταναστών και στα σύνορα στο Μπρένερο, στις 7 μαΐου 2016, στην οποία ρωτούσε για την κατάσταση μας ζητώντας ενημερώσεις σχετικά με την υπόθεση. Σκέψου Σάντε, τώρα για εκείνη την διαδήλωση, η εισαγγελία του Μπολτζάνο, αφού είχε ήδη χαρίσει μερικές δεκαετίες φυλάκισης, ζητάει πάνω από 330 χρόνια εγκλεισμού για 63 συντρόφους/ες. Και ένα από τα ποιήματά σου που μου αρέσει περισσότερο έρχεται στο μυαλό. Η νοσταλγία και η μνήμη που μιλάει για τη γενιά που έτρεχε συμπαγής στον papa Cervi για να τον παρηγορήσει, για να παρηγορηθεί, τους εργάτες που διώκονταν από τους Scelba και Valletta, για όλους αυτούς που μέσα στην ιστορία, παρά τις χειρότερες βρωμιές και τη ατιμίες που διέπραξαν με ζήλο υπακούοντας στο νόμο, πάντα την βγάζουν στον αφρό. Πολλοί σύντροφοι/ες κινδυνεύουν να πληρώσουν ένα πολύ υψηλό τίμημα επειδή δεν γύρισαν από την άλλη πλευρά την ώρα που χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν – και πεθαίνουν – στη θάλασσα ή στα ορεινά περάσματα, κατά των οποίων ήθελαν να στρατιωτικοποιήσουν ένα σύνορο με συνημμένο τείχος. Η λεγόμενη κοινωνία, ειδικά σήμερα, δυσκολεύεται να καταλάβει τι οδήγησε, στο παρελθόν, όπως σήμερα, εκατοντάδες και χιλιάδες ανθρώπους να διακινδυνεύουν τη δική τους ελευθερία για να υπερασπιστούν αυτή άλλων. Ο λόγος, χθες όπως σήμερα, είναι ο ίδιος όπως περιέγραψες στον – Κομμουνισμό – ένα άλλο πανέμορφο ποίημα σου: Είναι ο ύμνος στην παντοτινή αγάπη: για τον άνθρωπο που τον εκμεταλλεύονται, καρφωμένο, καταπατημένο ο οποίος τελικά από το συνεργείο και από την φυλακή υψώνει το όπλο και το μέτωπο.

Γεια σου Sante, ευχαριστώ. Ένα brindisi σε σένα

Enzo

Η αλήθεια του Sante Notarnicola

του Paolo Persichetti, από Insorgenze.

Πριν από τέσσερα χρόνια, λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του πρώτου τόμου για την ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχών (Brigate rosse, dalle fabbriche alla campagna di primavera, από τα εργοστάσια έως την εαρινή εκστρατεία, Deriveapprodi μάρτιος 2017), γραμμένο μαζί με τον Marco Clementi και την Elisa Santalena, έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον Sante Notarnicola. Στον τόμο, όπου ένα ολόκληρο κεφάλαιο το οποίο επεξεργάστηκε η Elisa ασχολήθηκε με την πραγματικότητα της φυλακής (τη μεγάλη εποχή των αγώνων των κρατουμένων, τις εσωτερικές επιτροπές, τις διαμαρτυρίες στις στέγες, τη σκληρή καταστολή στις Murate και την Alessandria, τη μεταρρύθμιση που μπλοκαρίστηκε αμέσως, τη παραβολή των Nap, τη διαφοροποίηση, την σωφρονιστική κατάσταση εξαίρεσης και τις ειδικές φυλακές), αναπόφευκτα το όνομα του Σάντε, αποφασιστικού πρωταγωνιστή εκείνης της εποχής, επέστρεφε αρκετές φορές.

Αναφέραμε επίσης την αλληλογραφία που είχε με τον Primo Levi, ειδικότερα το απόσπασμα στο οποίο ο συγγραφέας εξηγούσε τη διαφωνία του σχετικά με τη χρήση του όρου «lager» (σε μια επιστολή της 5ης σεπτεμβρίου 1979), που χρησιμοποιούνταν ευρέως εκείνα τα χρόνια στη γλώσσα και στις δημοσιεύσεις του κινήματος των κρατουμένων και των κομμουνιστικών μαχόμενων οργανώσεων όταν περιέγραφαν τις τρομερές συνθήκες διαβίωσης και του σύστημα εγκλεισμού που δημιουργήθηκε στις ειδικές φυλακές μέγιστης ασφάλειας. Σύμφωνα με τον Primo Levi, αυτός ο όρος δεν ήταν επεκτάσιμος σε πραγματικότητες διαφορετικές από εκείνες που υπήρχαν στα ναζιστικά στρατόπεδα, όπως το Άουσβιτς. Η αντίρρηση του Λέβι, που ενισχύθηκε από την ευαισθησία του ως βετεράνου του ολοκαυτώματος, επικάλυπτε τη πραγματικότητα των στρατοπέδων εξόντωσης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ένα μοντέλο ολικής φυλάκισης πριν από την εμπειρία του ναζισμού. Ο μεγάλος συγγραφέας στη συνέχεια επικεντρώνονταν στο ποίημα που είχε δημιουργήσει ο Notarnicola στη φυλακή: ΄΄τα ποιήματα σου – έγραφε – [κάποια, όπως ξέρεις, ήδη τα εγνώριζα] είναι όμορφα, σχεδόν όλα: κάποια πανέμορφα, άλλα σπαραξικάρδια. Νομίζω πως, στο σύνολό τους, αποτελούν ένα είδος θεωρήματος, και μάλιστα είναι η απόδειξη: δηλαδή, ότι μόνο εκείνοι που έχουν υποφέρει ή υποφέρουν είναι ποιητές, και ως εκ τούτου η ποίηση κοστίζει ακριβά» (σελ. 132 ).
Ο Sante είχε τηλεφωνήσει για να μου μιλήσει για ένα γεγονός που τον είχε πικράνει πάρα πολύ. Ο καθηγητής Agostino Giovagnoli, σε ένα απόσπασμα του τόμου αφιερωμένο στην απαγωγή του Moro, η υπόθεση Moro, μια δημοκρατική τραγωδίαIl caso Moro, una tragedia repubblicana, είχε φτιάξει ένα ψεύτικο ιστορικό γι’ αυτόν. Καταγράφοντας τις αντιδράσεις που προκάλεσε το ανακοινωθέν νούμερο οκτώ των ερυθρών Ταξιαρχών, στο οποίο σε αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του Aldo Moro ζητούσαν την απελευθέρωση δεκατριών πολιτικών κρατουμένων, μεταξύ των οποίων το όνομα Notarnicola βρίσκονταν στην κορυφή της λίστας, έγραψε: «ο Σάντε Νοταρνικόλα αμέσως διαχωρίστηκε από το αίτημα των ταξιαρχιτών», (σελ. 202). Δεν ήταν καθόλου αλήθεια, εξάλλου, το άρθρο του Giuliano Zincone, το οποίο ανέφερε σε σημείωμα ο καθηγητής, δεν επιβεβαίωνε με τίποτα την λεπτομέρεια, ενώ πολλές εφημερίδες εκείνων των ημερών, συμπεριλαμβανομένης της εφημερίδας Corriere della sera, είχαν αναφέρει σωστά τη θέση του Notarnicola. Ο Σάντε είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να φτάσει στον Giovagnoli για να του εξηγήσει το σφάλμα και να εξασφαλίσει τη διόρθωση, αλλά δεν πήρε ποτέ απάντηση. Μου είπε τα γεγονότα και μου ζήτησε να επιστρέψω σε εκείνο το επεισόδιο το συντομότερο δυνατό, ίσως σε μια νέα έκδοση του βιβλίου, διευκρινίζοντας πώς τα πράγματα πήγαν πραγματικά σε εκείνες τις ενθουσιώδεις, ταραγμένες ώρες στην υπερφυλακή του Nuoro, όπου ήταν έγκλειστος.

Σήμερα, που μας άφησε, θέλω να ξεπληρώσω την υπόσχεση που του έδωσα.
Μετά την διάδοση του ανακοινωθέντος των Ερυθρών Ταξιαρχών, στις 30 απριλίου 1978, κλήθηκε από τον Διευθυντή της φυλακής, ο οποίος – μια πραγματικά απίστευτη λεπτομέρεια – τον άφησε μόνο του στο γραφείο μπροστά σε ένα τηλέφωνο, «πάρε όλο τον χρόνο που θέλεις και τηλεφώνησε σε όποιον θέλεις, εάν είναι απαραίτητο», είπε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Πολύ συγκεκριμένες διαταγές είχαν φτάσει από τους ανώτερους ορόφους του υπουργείου όπου κάποιος ήλπιζε με αυτόν τον τρόπο να καταφέρει να πάρει μια θέση από τον Νοταρνικόλα αποστασιοποιημένη, πολύ ισχυρή σε συμβολικό επίπεδο.

Στο άλλο άκρο της γραμμής ο Sante αναγνώρισε τη φωνή του Valentino Parlato από την εφημερίδα manifesto που προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον πείσει να πάρει απόσταση από αυτό το αίτημα ανταλλαγής, εμπιστευόμενος τη μακροχρόνια σχέση εκτίμησης και συνεργασίας που χτίστηκε μέσα στα χρόνια των αγώνων στις φυλακές. Η πίεση ήταν σημαντική, και για τον Σάντε ακούστηκε σαν ένας συναισθηματικός εκβιασμός που φαινόταν να τον βαραίνει ακόμη, αλλά είπε όχι. Το ίδιο πράγμα, σύμφωνα με τις εφημερίδες, συνέβη λίγο αργότερα με τον Paolo Brogi, ο οποίος καλούσε εκ μέρους της καθημερινής εφημερίδας Lotta Continua, μια εφημερίδα που περισσότερο από κάθε άλλη είχε δώσει φωνή στην εποχή των αγώνων και των εξεγέρσεων ενάντια στις συνθήκες της ζωής στις φυλακές. Μέσω του δικηγόρου Giannino Guiso, την επόμενη μέρα ο Notarnicola εξέδωσε μια σύντομη δήλωση που έβαζε τέλος σε οποιαδήποτε απόπειρα διαχωρισμού των κρατουμένων από το αίτημα για απελευθέρωση των Ερυθρών Ταξιαρχών: «Η μόνη λύση είναι η ανταλλαγή, και επειδή αυτό το Κράτος τη μόνη μεταρρύθμιση των φυλακών που ξέρει πώς να κάνει είναι αυτή των ειδικών φυλακών, έτσι και ο μόνος τρόπος για να ελευθερωθούν οι κρατούμενοι σύντροφοι είναι αυτός που προωθούν οι ερυθρές Ταξιαρχίες»1.

Κλείνω αυτές τις γραμμές με μια άλλη ιστορία του Sante: την άφιξη της Franca Salerno στη Badu ‘e Carros, την ειδική φυλακή του Nuoro. Συγκέντρωσα τη μαρτυρία του για την Liberazione σχετικά με το θάνατο της Franca, ιστορικής μαχήτριας των Nap. Ο Σάντε μιλούσε σαν ένα τυπωμένο βιβλίο, ήταν ένας υπέροχος αφηγητής ιστοριών, αισθάνομαι ακόμα τα ρίγη:
«H Franca έφτασε με το μωρό της λίγων ημερών. Κατείχε ένα απομονωμένο τμήμα, την βλέπαμε και την ακούγαμε. Υπήρξε μια άμεση κούρσα να πάρουμε τα κελιά που έβλεπαν στην πλευρό της. Το βράδυ όλες οι τηλεοράσεις έσβηναν και μια σουρεαλιστική σιωπή έπεφτε πάνω από τη φυλακή. Έτσι ξεκινούσε ο διάλογος. Παρόλο που ήμουν ένας από τους λίγους συντρόφους, και ως εκ τούτου είχα μια προνομιακή σχέση μαζί της, η Φράνκα ήταν πολύ προσεκτική να μην παραμελεί κανέναν. Το μωρό υιοθετήθηκε ευθύς αμέσως από ολόκληρη την φυλακισμένη κοινότητα και έτσι της έστελναν όλες τις συσκευασίες φαγητού που έφταναν από τις οικογένειες. Ένα πρωί, πράγμα ασυνήθιστο, με φώναξε από το κελί. Ξαφνικά η φυλακή σιώπησε. Το παιδί ήταν άρρωστο και οι φρουροί δεν έκαναν τίποτα. Η Φράνκα μου ζήτησε να καλέσω τον αρχηγό των φρουρών. Αυτή η απόλυτη σιωπή χτύπησε σαν απειλή γι’ αυτούς. Ο λοχίας έτρεξε ζητώντας μας να μείνουμε ήρεμοι λέγοντας πως ο γιατρός θα φτάσει μέσα σε 5 λεπτά. Ένα αυτοκίνητο είχε σταλεί για να τον φέρει. «Έχετε διακινδυνεύσει πολύ – του είπα -, είστε σκληροί, αλλά δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο θα μπορούσαμε να γίνουμε εμείς για κάτι τέτοιο που συμβαίνει». Ο Sante σταματά, είναι συγκινημένος. «Πόση δύναμη προήλθε από τους Nap, οργάνωση φτιαγμένη από φοιτητές και κρατούμενους. Αντιμέτωποι με την κατάρρευση που υπάρχει στις φυλακές σήμερα, θα ήθελα να πω στην Φράνκα «εσείς είχατε δίκιο» »

Γεια σου Sante!

  1. Corriere della sera, 1 μαίου 1978. Tutto quotidiano, 1 μαίου 1978.
Lear Cutillo

Έτρεχε το 1972, δεν είχα ακόμη συνέλθει από το ξύλο που ακολούθησε την εξέγερση στο Poggio reale και είχα διαβάσει όλα τα κόμικς, [μόνο τέτοια διάβαζα, που τριγυρνούσαν εκεί μέσα]. Ανάμεσα στα κάγκελα χανόμουν στα γαλανά νερά της Procida, όταν έφτασε ο Σάντε με το φορτίο του από βιβλία. Μετά τις παρουσιάσεις, τρομαγμένος από όλους εκείνους τους τόμους, δίχως και να το πολυπιστεύω, τόλμησα να ζητήσω να μου δώσει κάτι ελαφρύ για να διαβάσω. Ελαφρύ; Χαμογελώντας μου προσέφερε την εναλλακτική μεταξύ δυο τίτλων: ‘Κόκκινο αστέρι στην Κίνα’ και την »Αυτοβιογραφία του Malcom X». Καταβρόχθισα και τα δυο μέσα σε λίγες ημέρες. Ακολούθησαν πολλά άλλα και, με τα βιβλία κατέφτασαν και οι συζητήσεις ρυθμισμένες από το »εμπρός πίσω» για να καταναλώνουμε τις ώρες. Φτιάξαμε μια ‘τετράδα’ με έναν σάρδο σύντροφο που εκτελούσε καθήκοντα ‘γραφέα’ και διατηρούσε σαν ένα λείψανο αγίου ανάμεσα σε φύλλα χαρτιού μια ‘αιτησούλα’ του Antonio Gramsci, και ένα προλετάριο ρωμάνο ‘σύνδεσμο’, που φρόντιζε τις διασυνδέσεις μεταξύ των ένοπλων σχηματισμών της παρτιζάνικης αντίστασης. ήμουν είκοσι χρονών και ο μοναδικός μεταξύ μας με προοπτικές ελευθερίας. Εκείνοι οι μήνες άλλαξαν την οπτική μου για τον κόσμο. και των δυνατοτήτων για ανθρώπινες σχέσεις. Εκείνη με τον Σάντε Νοταρνικόλα υπήρξε μια συνάντηση – αρχή της ζωής που ήρθε στη συνέχει να με κάνει τον άνθρωπο που είμαι. Αιώνια αναγνώριση και αγάπη.

Από τις όμορφες πόλεις που δόθηκαν στον εχθρό

των Sante NotarnicolaBernardo Iovene, από Distribuzioni dal Basso

Bologna, Mάρτιος 1995.
50η επέτειος της αντίστασης και του Aπελευθερωτικού πολέμου.
Το Monte Sole έχει μια δική του ιδιαιτερότητα, ορατή μόνο στα σύνορα μεταξύ ημέρας και νύχτας: όταν το Monte Abelle, το Monte Caprara και όλα τα άλλα βουνά συγχωνεύονται με το σκοτάδι, το Monte Sole, στην κορυφή του, διατηρεί ακόμα, για μια στιγμή, όλο το φως της ημέρας. Τότε, αμέσως μετά, είναι η νύχτα που μεταδίδει την απόλυτη βασιλεία της σε όλα τα ζωντανά πλάσματα.

Και στο οροπέδιο αλλάζουν οι ήχοι, και οι θόρυβοι.
Η μόνη σιωπή είναι εκείνη των ανδρών, που εξοντώθηκαν από άλλους άντρες, πριν από πενήντα χρόνια.
«Τα άνθη σπάρτου στο Monte Sole εκρήγνυται τον μήνα μάιο:
και είναι τον μαγιού που τα σπάρτα του Μόντε Σόλε επικοινωνούν στους ζωντανούς, στους νεκρούς εκείνη την ανάμνηση,
και την επιστροφή ενός άλλου καλοκαιριού….”“

Εκείνη την ημέρα, ήταν ακριβώς έτσι … «ο καιρός ήταν παρόμοιος με αυτή την ημέρα βροχής και ομίχλης, υγρασίας και πλήξης, που σου τσακίζει τα κόκαλα, ανάμεσα στα βότσαλα και τα ερείπια, εκεί ακριβώς, όπου πριν από πενήντα χρόνια σταμάτησαν τoν χρόνο του.
Μα ούτε μια σταγόνα αίματος, εκείνου του αίματος … μόνο σκιές, επειδή η υπερβολική βροχή έχει σβήσει κάθε μνήμη και μόνο αυτή η ανυπόφορη πλήξη παραμένει, και η παγωνιά…

Οι συγγραφείς ευχαριστούν: Τον Franco Fontana, «ηθικό φύλακα» του πάρκου Monte Sole. τον Francesco Pirini, τους αντάρτες της Ταξιαρχίας Ερυθρό Αστέρι: Franco Fontana, Tommaso Ballotta, Guido Tordi. Την ένωση ANPI Μπολόνια, τον Gianpietro Lippi συγγραφέα του βιβλίου «Το κόκκινο αστέρι στο Monte Sole», τον Δήμο Marzabotto, την Περιφερειακή Επιτροπή για τις τιμές στους πεσόντες του Marzabotto.
Το documentario, 35 ‘, μπορείτε να δείτε εδώ qui. Όταν ο Primo Levi έγραφε στον Sante.

alexik

alexik

taggato con Assalti FrontaliAssociazione Bianca Guidetti SerraBernardo IoveneElisa SantalenaFabrizio SalmoniFrancesco PiccioniMarcello CapuanoMarco ClementiOltre il pontePaolo PersichettiPrimo LeviSante Notarnicola

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s