ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Η Mάστιγα του Θεού «, του Zamjàtin: μια διαλεκτική της βαρβαρότητας και του πολιτισμού

Παρακμή

– του Cédric Monget –

Δεν είναι όλα τα ρωσικά μυθιστορήματα μακρά, αλλά όλα έχουν κάτι καθολικό, παγκόσμιο. Ως εκ τούτου, η σύντομη διήγηση του Zamjàtin για την παιδική ηλικία του Attila ανοίγει μια ευρεία σκέψη για τη δολοφονική διαλεκτική μεταξύ βαρβαρότητας και πολιτισμού.

Η βαρβαρότητα μας στοιχειώνει, η βάρβαρη ζωή μας δελεάζει. Οι κουρασμένες ψυχές μας ύστερων Ευρωπαίων είναι σαν να αποκλείονται από ένα εσωτερικό όριο με το οποίο συγκρούονται. Ζηλεύουμε τον βάρβαρο που σκοτώνουμε, ζηλεύουμε τον θάνατό του γιατί μαρτυρεί, παρεμπιπτόντως, μια ζωτικότητα που δεν ανήκει πλέον σε εμάς. Γραμμένη στο Παρίσι – εκείνη που μεταξύ 1928 και 1955 ήταν μια δεύτερη Αθήνα – το «Η Μάστιγα του Θεού» του Evgenij Zamjàtin το εξηγεί. Τα λίγα κεφάλαια που απαρτίζουν αυτό το ημιτελές μυθιστόρημα, είναι ταυτόχρονα τόσο άνοιγμα όσο και κλείσιμο ενός έργου και ταυτόχρονα η αρχή ενός άλλου έργου που ποτέ δεν θα δει το φως: ο Zamjàtin πεθαίνει το 1937. Μεταφρασμένο για πρώτη φορά στα γαλλικά το 1975, το μυθιστόρημα δημοσιεύεται και πάλι σε μια αναθεωρημένη και διορθωμένη έκδοση από τις εκδόσεις Noir sur Blanc, il romanzo viene oggi nuovamente pubblicato in una versione rivista e corretta dalle edizioni Noir sur Blanc. Από τις πρώτες αντιδράσεις, η πρωτοβουλία φαίνεται να εκτιμήθηκε ιδιαίτερα.

Η ιστορία είναι διττή, και ακολουθεί δύο χαρακτήρες που δεν μπορούν να είναι διαφορετικότεροι ο ένας από τον άλλο: Attila και Priscus, Πρίσκος.
Ο Αττίλας είναι παιδάκι. Ο πατέρας του Moundzouk, βασιλιάς των Ούννων, αποφασίζει να τον στείλει στη Ρώμη ως όμηρο, υποκύπτοντας έτσι στους κανόνες και τις παραδόσεις της ρωμαϊκής διπλωματίας. Για να προστατευθεί η Ρώμη από μια προδοσία των βαρβαρικών βασιλιάδων που είχε υποδουλώσει, τι μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικό από την απειλή της ζωής των παιδιών τους;

Τι θα μπορούσε να είναι πιο συνετό και έξυπνο, από το να προνοήσεις στην εκπαίδευση αυτών των παιδιών – ανάμεσα στα οποία κάποια προορίζονται να βασιλέψουν – έτσι ώστε να αφιερωθούν στη Ρώμη; Τον έχουν εμπιστευτεί στον υπηρέτη του πατέρα του, τον γηραιό Adolb, έτσι ο Attila αφήνει πατέρα και αδελφό και στέλνεται σε έναν κόσμο από τούβλα, μάρμαρο και ηλιοφάνεια. Στη Ρώμη, ο Αττίλας δεν είναι ευτυχισμένος. Δεν μπορεί να καταλάβει ούτε τον τόπο ούτε τους ανθρώπους. Απορρίπτει αυτό το νέο κόσμο και απορρίπτεται από αυτόν. Μαζί με τα άλλα παιδιά, βάρβαρους ομήρους σαν αυτόν, υπομένει τις διδασκαλίες του γηραιού Bassus-Βάσσου περισσότερο από ότι αυτός αντιλαμβάνεται. Η Ρώμη είναι παρακμιακή. Ο Βάσσος είναι σοφός, αλλά ο Αττίλας δεν το αντιλαμβάνεται και τον μισεί, μισεί τα πάντα, μισεί την πόλη και τον δάσκαλο. Δεν εμπιστεύεται τη διδασκαλία που έλαβε, παρουσιάζεται παιδικά ασεβής, ανώφελα αντάρτης, αδέξια προσβλητικός, εκεί όπου η λεπτότητα του Bassus καταλήγει πάντα να τον ταπεινώνει. Μια μέρα, ετοιμάζεται να απαντήσει με μια μαχαιριά στην ειρωνεία του γέρου, αλλά η Ρώμη – όχι η πόλη, αλλά ο εγχώριος κόκορας του αυτοκράτορα Ονορίου – εισβάλλει στην αίθουσα μαζί με την αδερφή του αυτοκράτορα, Placidia-Πλακιδία. Το γελοίο της κατάστασης και η υπέροχη ομορφιά του κοριτσιού διαλύουν την ένταση και σώζουν τον γέρο σοφό: γελοίο και πανέμορφο, γηρατειά και σοφία, ποιος καλύτερος ορισμός της παρακμής θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ;
Με το θάνατο του δασκάλου του, του ιστορικού Eusebius-Ευσέβιου, ο Priscus αφήνει την Κωνσταντινούπολη για τη Ρώμη για να γράψει την ιστορία του. Εκεί, στο σχολείο του Bassus μαθαίνει την σοφία. και στο σχολείο της Placidia τις απολαύσεις του πορνείου. Σε τελική ανάλυση, σίγουρα δεν είχε έρθει στη μητέρα του κόσμου για «να εξετάσει με τα μάτια ενός γιατρού που μελετά έναν άρρωστο»! Και το να μελετάς τις αρετές και τα βίτσια της, να τα βιώνεις από πρώτο χέρι, δεν είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσεις τη Ρώμη, να την βιώσεις; Σίγουρα, ο Priscus δεν αγνοεί καθόλου τους πειρασμούς του ιστορικού υλισμού: «Υπάρχουν σχεδόν δύο εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν στη Ρώμη. Η πόλη διαθέτει σαράντα έξι χιλιάδες σπίτια ηδονής, χίλια επτακόσια ογδόντα παλάτια, οκτακόσια πενήντα ιαματικά λουτρά, χίλιες τριακόσιες πενήντα δύο δημόσιες πισίνες και σιντριβάνια, είκοσι οκτώ βιβλιοθήκες, εκατόν δέκα εκκλησίες, δύο τσίρκο, πέντε θέατρα […] Επιπλέον, κανείς δεν μπορεί να πει πόσα αγάλματα υπάρχουν, μερικοί εκτιμούν πως είναι περισσότερα από δέκα χιλιάδες, αλλά κατά τη γνώμη μου πιστεύω ότι υπάρχουν τόσα όσοι είναι οι άνθρωποι που ζουν». Αλλά να που επιστρέφουμε αμέσως σε μια δήλωση παρακμής: «Υπάρχουν πολλά που βρίσκονται κομμάτια κατά γης λόγω του πρόσφατου σεισμού. Με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν άλλοι τόσοι οι ζωντανοί κατεστραμμένοι… »

Ο Priscus είναι ένας ηθικολόγος, αλλά αυτός, όπως και ο Bassus, είναι ένας από τους «κομματιασμένους» ζωντανούς.
Ο Αττίλας δεν είναι. δεν είναι ένα άγαλμα που έχει καταρρεύσει, αλλά ένα αιχμηρό σπαθί, τόσο καθαρό όσο σκληρό. Ο Attila και ο Priscus στην πραγματικότητα δεν συναντιούνται ποτέ. Και οι δύο προέρχονται από αλλού. Και οι δύο φεύγουν για να επιστρέψουν στο εκεί από όπου προέρχονται. Ο Attila είναι χαρούμενος γι’ αυτό, ενώ ο Priscus θα είχε προτιμήσει να παραμείνει στην αγκαλιά της Placidia. Ο Αττίλας περνά από τη βαρβαρότητα στη βαρβαρότητα, μέσω της παρακμής, όπως ακριβώς ο Πρίσκος περνά από την Κωνσταντινούπολη στην Κωνσταντινούπολη μέσω της Ρώμης. Δεν έχουν τίποτα κοινό, εκτός από τον Bassus, αλλά εάν αυτός στέλνει τον πολιτισμένο πίσω στον πολιτισμό, εμποδίζοντας τον με σκληρό τρόπο να παραδοθεί στην αποσύνθεση, αυτός ωστόσο αποτυγχάνει να τραβήξει τον Αττίλα από τη βαρβαρότητα.
Τι μας λέει ο Zamjàtin; Σίγουρα δεν κάνει μια απολογία της βαρβαρότητας. Ο Zamjàtin δεν είναι πλέον ένας από αυτούς τους «Σκύθους» που πίστευαν στη βαρβαρότητα το 1917, θεωρώντας την ως αναγέννηση του πολιτισμού. Στο «Η μάστιγα του Θεού«, ο Αττίλας είναι μονάχα μια δύναμη, σχεδόν μια φυσική, τεκτονική δύναμη. δεν είναι άλλο παρά καταστροφή, αίμα και σφαγή. Αν μετά από αυτόν θα πρέπει να υπάρχει αναγέννηση, αυτή δεν θα είναι έργο του. Αυτός είναι εκεί για να καταστρέψει: να καταστρέψει τη Ρώμη, όλες τις Ρώμες. αλλά σε αυτό το μυθιστόρημα τι είναι η Ρώμη για τον Zamjàtin; Η Ευρώπη; Η νεοσυσταθείσα σοβιετική Αυτοκρατορία; Ο ίδιος ο πολιτισμός;

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, άλλοι, αργότερα, πολύ αργότερα, θα ξαναχτίσουν, ίσως. Μπορεί…
Στον Στάλιν, ο Ζαμιάτιν είπε ότι ο χαρακτήρας του Αττίλα δεν ήταν καθόλου σκοταδιστικός. Αλλά θα μπορούσε να επαναλάβει το ίδιο πράγμα αφού έγραψε αυτά τα επτά κεφάλαια; Δεν μοιάζει με τη μεγάλη θυελλώδη νύχτα που προαναγγέλλει την γλυκιά δύση του πολιτισμού; Και λοιπόν ποια ελπίδα απομένει για εμάς τους πολιτισμένους, για εμάς τους παρακμιακούς, αφού είπαμε – μαζί με τον Πρίσκο – τις ακόλουθες τελευταίες λέξεις: «τα χέρια μας είναι ήδη παρόμοια με τα αδύναμα χέρια των γέρων, και το πεπρωμένο μας βρίσκεται στα χέρια άλλων λαών» ;

– Cédric Monget – Δημοσιεύτηκε στο PHILITT στις 23/3/2021 –

πηγή Phillitt

https://francosenia.blogspot.com/2021/03/decadenza.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s