φιλοσοφία, filosofia

Διαλεκτικός υλισμός και οικολογικό ζήτημα

της Eleonora Fiorani*

Το ακόλουθο κείμενο προέρχεται από μια ραδιοφωνική συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στις 27 φεβρουαρίου 1988 κατά τη διάρκεια της εκπομπής «A VOCE – ομιλών περιοδικό για μια ανταγωνιστική κουλτούρα» από το Radio Città 103 της Μπολόνια, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «La Contraddizione-Η Αντίθεση» στον αριθμό 12, του μαΐου-ιουνίου 1989. Ευχαριστούμε τον Roberto Sassi που το ανέκτησε και το έθεσε ξανά σε κυκλοφορία.

******

Η «εξαφάνιση του μαρξισμού» και οι παραγωγικές δυνάμεις

Δεν μιλάμε πλέον για «κρίση του μαρξισμού», ο μαρξισμός είναι μια «ξεχασμένη» σκέψη και είναι μια ξεχασμένη σκέψη στο βαθμό που, σήμερα, η ίδια η έννοια του «νεωτερισμού» βρίσκεται σε κρίση. Ο μαρξισμός είναι σκέψη της νεωτερικότητας, είναι η θεωρία που αναλύει τα θεμελιώδη στοιχεία της πραγματικότητας, από την άποψη της παραγωγής και του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος ζει τη λεγόμενη «δεύτερη μεγάλη επανάσταση» που είναι η βιομηχανική. Σήμερα, όταν αμφισβητείται η ίδια η βιομηχανική επανάσταση, θέτονται υπό συζήτηση τα περιεχόμενα της νεωτερικότητας, σήμερα ο μαρξισμός φαίνεται να έχει εξαφανιστεί. Στην πραγματικότητα δεν βρίσκεται στα μέσα ενημέρωσης, στην πραγματικότητα είναι μια στιγμή απουσίας λόγω μιας σειράς πολύ περίπλοκων αιτιών.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αίτια είναι η δραματική εμφάνιση σήμερα της διαμάχης για τις «παραγωγικές δυνάμεις». Σε αντίθεση με όλη την ανάλυση που έγινε στην «καυτή» στιγμή, όταν οι παραγωγικές δυνάμεις ενσωματώθηκαν απευθείας στο κεφάλαιο (τόσο στην οργάνωση της εργασίας όσο και στον τρόπο παραγωγής) και η οποία ερμήνευσε αυτή τη διαδικασία ως ένα διαφορετικό «άλμα» του καπιταλισμού, ο Μαρξ υποστήριζε ότι υπάρχει μια θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ μέσων και τρόπων παραγωγής, μεταξύ παραγωγικών μέσων και σχέσεων παραγωγής. Υποστήριζε ότι ένα σύστημα «καταρρέει», αλλά επίσης ότι χρειάζεται πάντα ο «νεκροθάφτης», γιατί τίποτα δεν καταρρέει από μόνο του. Και αυτή είναι η μεγάλη συνεισφορά του Λένιν που εξέτασε μέχρι βάθους αυτόν τον νεκροθάφτη.

Σήμερα δεν είναι τυχαίο ότι το πρόβλημα των παραγωγικών δυνάμεων βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Η έννοια των παραγωγικών δυνάμεων δεν περιορίζεται απλώς στην τεχνολογία: μέσα στο πρόβλημα των παραγωγικών δυνάμεων βρίσκεται αυτό που ονομάζεται «πρόβλημα του υπερπληθυσμού”. Έτσι, ο τρόπος με τον οποίο παρεμβαίνουμε τεχνολογικά στη γη, στη φύση, με τον οποίο χειριζόμαστε τα υλικά, ο τρόπος με τον οποίο οργανώνουμε την εργασία και αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα, του πληθυσμού, με λίγα λόγια εκείνα που είναι τα κεντρικά θέματα της συζήτησης σήμερα, είναι ακριβώς τα προβλήματα των παραγωγικών δυνάμεων και είναι πάνω σε αυτά που η σκέψη του Μαρξ είναι ακόμα ζωντανή και επίκαιρη. Εάν θεωρούμε τις παραγωγικές δυνάμεις ως καθοριστικό στοιχείο και όχι ως στοιχείο αντίφασης, όπως έκανε ο Μαρξ, πιστεύουμε ότι πρέπει να τροποποιήσουμε τις παραγωγικές δυνάμεις και όχι τον τρόπο παραγωγής. πιστεύουμε ότι το πρόβλημα είναι να αλλάξουμε, ή να καταλογίσουμε στην επιστήμη και την τεχνολογία, εκείνα που είναι, στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματα μιας ενσωμάτωσης αυτών των στοιχείων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Είναι μια εξαιρετικά στενή οπτική, τυφλή, σε σχέση με την τεχνολογία, τις επιστημονικές γνώσεις, τη χειραγωγική ικανότητα του ανθρώπου. είναι γι’ αυτό που ο τρόπος με τον οποίο χρειάζεται να ανακρίνουμε ξανά τον μαρξισμό δεν είναι μόνο στο επίπεδο των κατηγοριών. Είναι επίσης, απαραίτητο, να πάμε και να δούμε τι είναι αυτή η «τεχνολογική κρούστα» που έχει οικοδομήσει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και πώς, στην πραγματικότητα, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, του ανθρώπου με το περιβάλλον του, μπορεί να δοθεί ξανά «στην εξερεύνηση», σε μια επανεξερεύνηση του χώρου με διαφορετικούς τρόπους. Σε αυτό το επίπεδο οι κατηγορίες του μαρξισμού είναι εξαιρετικά χρήσιμες, ακριβώς για την ανάγνωση αυτής της πραγματικότητας και για την εστίαση σε αυτήν την αντίφαση μεταξύ του τρόπου παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων. Σήμερα, ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια εξαιρετικά «ώριμη» φάση, όπως θα έλεγε ο Μαρξ, το πρόβλημα των παραγωγικών δυνάμεων βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, αλλά οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι ο ανταγωνιστής ή ο εχθρός, ο εχθρός βρίσκεται αλλού. Το πρόβλημα των παραγωγικών δυνάμεων, εάν το θέσουμε λανθασμένα, μας εμποδίζει να δούμε εκείνα που είναι τα κέντρα της εξουσίας, όπου πραγματοποιείται πραγματικά η δόμηση του συστήματος. Ο κίνδυνος της τρέχουσας «κρίσης του μαρξισμού», ή καλύτερα της «εξαφάνισης του μαρξισμού», είναι ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να δούμε εκείνον που είναι ο αρχιτέκτονας του δικού μας τρόπου – όχι ακριβώς ικανοποιητικού – να ζούμε και να παράγουμε.

Ταξική πάλη και αγώνας του είδους

Είναι ιδιάζων του μαρξισμού ότι η ταξική πάλη και η πάλη του είδους είναι το ίδιο πράγμα, φυσικά όσον αφορά το προλεταριάτο. Είναι το ίδιο πράγμα γιατί ο μαρξισμός είναι επίσης σχεδιασμός μιας διαφορετικής κοινωνίας που ανασυνθέτει, αυτή τη βαθιά ρήξη μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης που έχει προελεύσεις προηγούμενες του καπιταλισμού. Για αυτό ο κομμουνισμός πρέπει να θεωρηθεί ως μια νέα πραγματικότητα, η οποία συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τη φύση. Στο μαρξισμό λοιπόν υπάρχει ένας λόγος είδους που, ωστόσο, δεν είναι ποτέ απλά ένας λόγος για την «ανθρώπινη φύση». Η μαρξιστική ανθρωπολογία είναι μια υλιστικού τύπου ανθρωπολογία: υπάρχει αυτή η «οριακή σκέψη» στον μαρξισμό, η σκέψη με την έννοια ότι αναπτύχθηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς μόνο εντός ορισμένων ορίων και στο βαθμό που επικράτησε η ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Ωστόσο, ο μαρξισμός ορίζεται ως διαλεκτικός υλισμός και ο Μαρξ, όχι μόνο στα νεανικά του γραπτά αλλά και στο Κεφάλαιο, επεξεργάζεται μια έννοια της ύλης, μια έννοια συγκεκριμένου υλισμού που βασίζεται στον ορισμό του ανθρώπου ως «ύπαρξης ανάγκης»: οι άνθρωποι είναι εκείνοι που εκφράζουν συγκεκριμένες ανάγκες, το σύστημα παραγωγής ανταποκρίνεται σε αυτές τις ανάγκες. Τώρα, στον μαρξισμό αρθρώνεται μια ανθρωπολογία η οποία αναλύει, για παράδειγμα, όλες τις συνθήκες της καθημερινής ζωής: είναι παράδοση του εργατικού κινήματος, και ιδιαίτερη στον μαρξισμό, η διερεύνηση και ανάλυση των συνθηκών της υλικής ζωής και η ανάγνωση αυτών σε σχέση με το παραγωγικό σύστημα.

Σήμερα, αυτός ο τύπος ανάλυσης πρέπει να γίνει με την επανεξέταση του μαρξισμού και χρησιμοποιώντας μια ολόκληρη σειρά πολιτιστικών εργαλείων που δεν υπάρχουν στην κουλτούρα μας ή που υπάρχουν στο περιθώριο. Για παράδειγμα, η «νέα γεωγραφία», η οποία είναι σήμερα μια κοινωνική, πολιτική γεωγραφία, η οποία αμφισβητεί, αναρωτιέται σχετικά με τα περιεχόμενα και τα προβλήματα των διαφόρων πολιτισμών: από τις μελέτες όσον αφορά τους ανατολίτικους πολιτισμούς, έως τις μελέτες για τον «τεχνολογικό φλοιό», σε εκείνες που αφορούν τον φυτικό μανδύα και τον μετασχηματισμό του, τον επαναπροσδιορισμό του σημερινού τοπίου και την ταυτοποίησή του ως αστικού τοπίου. Για παράδειγμα οι ιστορικές μελέτες, της «νέας ιστορίας», οι οποίες αναλύουν το πρόβλημα της «μεγάλης διάρκειας» ή μελέτες ακόμη πιο ξένες στον πολιτισμό μας που είναι αυτές της «εθνοβοτανικής» ή ακόμη και της «νέας προϊστορίας». Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς σήμερα αναρωτιόμαστε για την προϊστορία, και όχι για παράδειγμα για τη μεσαιωνική κοινωνία, πηγαίνοντας πέρα της πρώτης μεγάλης επανάστασης, της νεολιθικής, για να κατανοήσουμε και συλλέξουμε μια ολόκληρη σειρά στοιχείων που έχουμε χάσει στην πορεία μας. Αναρωτιόμαστε για τη μοίρα του ανθρώπου στο μέλλον κοιτάζοντας πάντα προς τα πίσω, με μια πολύ περίεργη προοπτική που είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος σχεδιάζει το παρόν και το μέλλον.

Αυτά τα εργαλεία μας επιτρέπουν να δούμε, για παράδειγμα, πώς ο πολιτισμός μας είναι μια ευρωκεντρική κουλτούρα που διαβάζει για παράδειγμα τη μετάβαση από την κοινωνία των συλλεκτών σε εκείνη των αγροτών ως υποχρεωτικό πέρασμα στη γεωργία. Ενώ όταν μελετάμε ανατολίτικους πολιτισμούς, συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει η πιθανότητα-δυνατότητα να είμαστε καθιστικοί χωρίς απαραίτητα να είμαστε αγρότες: ανάντη αυτών των πολιτισμών υπάρχει εκείνη η σχέση που έχει οριστεί ως «η σεβαστή φιλία» μεταξύ του φυτού και του ανθρώπου. Σεβαστή φιλία που σημαίνει ισορροπία μεταξύ της ανάπτυξης της κοινωνίας, ή της «δεύτερης φύσης», και της «πρώτης φύσης», μια ικανότητα να διατηρούμε τις φυσικές ισορροπίες, να μπαίνουμε σε αυτές, που έχουμε χάσει σήμερα. Ωστόσο δεν πρέπει να θεωρούμαι την φύση ως «αρμονία», αλλιώς την θεοποιούμε, δεν πρέπει να ξεχνάμε τους φυσικούς κατακλυσμούς: ο άνθρωπος δεν είναι η μόνη καταστροφική δύναμη. Ωστόσο, το πρόβλημα της σχέσης ανθρώπου-φύσης είναι το κεντρικό πρόβλημα, επειδή ο άνθρωπος είναι ένα φυσικό ον, με τη φύση του που χτίζει φύση χειραγωγώντας την. Η σχέση ανθρώπου-φύσης είναι θεμελιώδης για την επιβίωση του ίδιου του ανθρώπου: το περιβάλλον δεν είναι κάτι για να το χειριζόμαστε χωρίς συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι παραγωγικές δυνάμεις πρέπει να αναπτύσσονται και όχι να καταστρέφονται.

Το καπιταλιστικό σύστημα είναι το σύστημα της σπατάλης, της καταστροφής και του θανάτου. Το πρόβλημα της ταξικής πάλης γίνεται τότε σαφές ως πάλη του είδους, γιατί είναι ζήτημα επαναπροσδιορισμού της ίδιας της έννοιας του ανθρώπου και της κοινωνίας σε σχέση με το περιβάλλον του και ο μαρξισμός έχει πολλά να πει σχετικά με αυτό. Είναι απλώς ζήτημα να ξαναβρούμε αυτά τα πράγματα, που μια ορισμένη «παραγωγικίστικη» παράδοση του εργατικού κινήματος έχει ξεχάσει, καθιστώντας τα ιδανικά του καπιταλιστικού συστήματος την δική του κορώνα παρέμβασης. Όταν εμείς αποτιμούμε σε χρήμα την υγεία, βρισκόμαστε μέσα σε αυτό το σύστημα και αποδεχόμαστε τους κανόνες του, όταν για τις θέσεις εργασίας ξεχνάμε τα περιεχόμενα θανάτου ενός εργοστασίου, είμαστε μέσα και αποδεχόμαστε τους κανόνες αυτού του συστήματος. Ο μαρξισμός δεν έχει αποδεχτεί ποτέ τους κανόνες του συστήματος και με αυτή την έννοια ορίζει την δική του ανθρωπολογία.

Μαρξισμός και κλάδοι της οικολογίας

Το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ των «επιστημονικών κλάδων της οικολογίας» («εθνοβοτανική», «νέα γεωγραφία», «νέα προϊστορία» κ.λπ.) και του μαρξισμού είναι αρκετά περίπλοκο. Η εγκυρότητα μιας ιστορικής, γεωγραφικής, εθνοβοτανικής έρευνας κ.λπ. έγκειται στο γεγονός ότι αυτή παρέχει, μεταξύ άλλων, μια σειρά υλικών, αναγνώσεων, κατηγοριών με τις οποίες είναι απαραίτητο να αναμετρηθούμε. Το «ζωντανό έργο» του ερευνητή είναι, ως τέτοιο, εξαιρετικά σημαντικό και χρήσιμο.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των επιστημονικών κλάδων και του μαρξισμού εξαρτάται, πρώτα απ’ όλα, από το γεγονός ότι ο μαρξισμός έχει καταστεί περιέργως «οικονομία», αντί να είναι «κριτική της οικονομίας». Ο Μαρξ εγκαταλείπεται την στιγμή κατά την οποία η ιστορία διαχωρίζεται από τα οικονομικά και τα οικονομικά γίνονται το πεδίο στο οποίο κάποιος λειτουργεί μόνο με τα μαθηματικά, ενώ η ιστορία παραμένει κάτι άλλο. Υπό αυτήν την έννοια, είναι πολύ σημαντικό, για παράδειγμα, το γεγονός οι Les Annales να προτείνουν μια έννοια «συνολικής ιστορίας» στην οποία τίποτα που να αφορά τον άνθρωπο να μην είναι ξένο στην ιστορία. Αυτή η αντίληψη είναι αναμφίβολα κοινή στην ιστοριογραφία των «Annales»^ και στη μαρξιστική ιστοριογραφία, αν και παραμένουν θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο ιστοριογραφικών μεθοδολογιών..

Δυστυχώς, η έννοια της ιστορίας στον Μαρξ, τα ιστορικά του έργα, συγκαταλέγονται στα πράγματα που δεν μελετούνται και αναλύονται επαρκώς. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι στον Μαρξ η ιστορία είναι και ιστορία-σχέδιο, ότι ο Μαρξ επεξεργάζεται μια έννοια της ιστορίας στην οποία υπάρχει η οπτική του παρελθόντος και η ικανότητα σχεδιασμού προς το μέλλον, είναι ένα από τα στοιχεία που λείπουν ακριβώς στην ανάλυση του μαρξισμού που αφαιρεί μόνο την οικονομική πτυχή. Όχι μόνο αυτό, αλλά όλη η συμβολή του Ένγκελς έχει περικοπεί από τον μαρξισμό, και επομένως όλο αυτό που αφορά τη φύση, τη διαλεκτική της φύσης, την υλιστική βάση.

Μέσα από τους κλάδους της οικολογίας, αυτό που το 1900 έκανε να εξαφανιστεί επανεμφανίζεται, δηλαδή επανεμφανίζεται η πραγματικότητα, η ύλη. Χρησιμοποιώντας αυτούς τους κλάδους είναι δυνατόν να επαναπροσδιορίσουμε την πραγματικότητα και, ως εκ τούτου, να επαναπροσδιορίσουμε τον υλισμό μέσα στη νεωτερικότητα. Αυτό είναι το δύσκολο θεωρητικό σημείο, ακριβώς τον εικοστό αιώνα που έχει διαλύσει τα πάντα μέσω της γλώσσας, διέλυσε τα πάντα στη λογική και, σε αυτό το σημείο, διέλυσε και τη λογική και το υποκείμενο. Συνθέτοντας, είναι απαραίτητο να τεθούν αυτοί οι κλάδοι σε σχέση με τον μαρξισμό, για να επανεμφανιστεί το πραγματικό, η ύλη, η φύση.

Η σχέση μεταξύ ανθρώπου – φύσης και οι κοινωνικές σχέσεις

Στην ιστορία υπάρχουν δύο τύποι γεωργίας, δύο τύποι αναπαραγωγής. Από τη μία πλευρά οι αρχαίοι πολιτισμοί των κονδύλων, που διατηρούν μια προσωπική σχέση με τον κόνδυλο, δηλαδή, ο άνθρωπος αναλαμβάνει τη σχέση με το φυτό στην μοναδικότητά του, μέσω μιας σειράς τελετoυργικών. Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο κόσμος του σίτου, όπου ο άνθρωπος χρησιμοποιεί μια σχέση με τα φυτά τυποποιώντας τα, όπως συμβαίνει ακριβώς με ένα χωράφι σιταριού, όπου τα φυτά γίνονται όλα ίδια, δεν έχουν πλέον όνομα, δεν έχουν πλέον ατομικότητα, ιδεολογίες, αίσθηση του ιερού. Να λοιπόν, υπάρχει ένας στενός σύνδεσμος μεταξύ αυτής της διαφορετικής αλληλοσύνδεσης να επεξεργαζόμαστε το φυτό (ή το ζώο φυσικά) και του τρόπου με τον οποίο θα οικοδομηθούν, στη συνέχεια, όλες οι άλλες υπερκατασκευές, ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αναλαμβάνει, μετά, τη σχέση με τον κόσμο ως σύνολο και επομένως ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι είναι μεταξύ τους, σχετίζονται. Όταν εκμεταλλευόμαστε το φυτό και όταν εκμεταλλευόμαστε το ζώο, έτσι εκμεταλλευόμαστε και τον άνθρωπο.

Ο Engels, στα νεανικά του γραπτά, δηλώνει ότι η πώληση της γης είναι ξεπερασμένη μόνο από την πώληση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, η εκμετάλλευση της γης ξεπερνιέται μόνο από την εκμετάλλευση του ανθρώπου επί του ανθρώπου. Και η εκμετάλλευση της γης είναι η πράξη που βρίσκεται πριν από την καπιταλιστική κοινωνία. Η ιδιωτικοποίηση της γης – που σημαίνει: «κάνω αυτή τη γη ότι θέλω», την σπαταλάω, δεν είναι πλέον όλων, δεν είναι πλέον ένα αγαθό, δεν είναι πλέον αξία χρήσης»- είναι η ιδρυτική πράξη του καπιταλισμού. Και αυτή η πράξη είναι ένα με την πώληση του εργατικού δυναμικού, με τη μείωση του ανθρώπου σε εργατικό δυναμικό. Η πώληση της γης και η πώληση της εργατικής δύναμης είναι ίδια πράξη. Η σχέση που έχουμε με τη φύση είναι η σχέση που έχουμε με τον άνθρωπο, είναι ο τρόπος με τον οποίο εκπροσωπούμε την πραγματικότητα και χτίζουμε το φαντασιακό μας, το συμβολικό μας, τον τρόπο παραγωγής μας.

Από μια επιστημολογική άποψη, οι τύποι των κωδικών που οι διάφορες κοινωνίες καθιερώνουν στη σχέση με τα φυτά και στη σχέση με τα ζώα είναι πολύ ενδιαφέροντες. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πόσα πολλά αυτοί οι κωδικοί αποκαλύπτουν για τη σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας, μεταξύ των ανθρώπων, των θεσμών, της οικονομίας, της σχέσης με την πολιτική. Πόσα αποκαλύπτουν για τον πολιτισμό, τόσο στις συνολικές κοινωνικές πτυχές όσο και στις ατομικές πτυχές, στην ευαισθησία, στην καθημερινή ζωή. Είναι σημαντικό επειδή αυτά είναι τα πράγματα που διαρκούν, που συνεχίζονται με την πάροδο του χρόνου, που είναι πιο δύσκολο να αλλάξουν. Αυτά είναι τα πράγματα επάνω στα οποία καταρρέουν οι επαναστάσεις, στα οποία «τρώγονται» οι επαναστάσεις, γιατί αν δεν αλλάζεις την καθημερινότητα, μια επανάσταση «θα φαγωθεί» Μια επανάσταση δεν είναι επαρκώς ανατρεπτική εάν αποτύχει να ανατρέψει τις συνήθειες της καθημερινής ζωής, τα πράγματα που διαρκούν για αιώνες.

Περιβαλλοντική καταστροφή και ιστορική μνήμη

Δεν μπορούμε να μην θέσουμε στους εαυτούς μας το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης, δεν μπορούμε, να μην το θέσουμε στην ημερήσια διάταξη, θα ήταν σαν να δεχόμαστε τον θάνατό μας. Ίσως βρισκόμαστε ήδη σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή, είναι μια πρόκληση κατά της ιστορίας. Το πρόβλημα τίθεται από τον μαρξισμό με όρους «σοσιαλισμού ή βαρβαρότητας», με την έννοια ότι βρισκόμαστε στο σημείο της ρήξης, και το έχουμε ήδη ξεπεράσει εν μέρει, με τη φύση. Είναι ένας μύθος, όμως, να σκεφτόμαστε μια ισορροπία με τη φύση, φανταζόμενοι μια καλή φύση, μια «μητέρα» φύση, μια αρμονία χωρίς αντιφάσεις: η φύση δεν είναι καλή και ο άνθρωπος δεν είναι καλός, η φύση είναι και κακή. Στην πραγματικότητα είναι αυτοί οι όροι που δεν γίνονται αποδεκτοί από τον μαρξισμό, είναι αυτός ο τρόπος να ανθρωπολογίζουμε τη φύση που δεν είναι καλός

Το πρόβλημα με τη νεωτερικότητα, για να το πούμε με τα λόγια του Braudel, είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον «συστολές» και «επεκτάσεις» με την παλιά έννοια του όρου, διότι καπιταλισμός σημαίνει επίσης ότι ο πληθυσμός μεγαλώνει, σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πλέον διαφορετικοί πολιτισμοί, αλλά υπάρχει ένας και μοναδικός πολιτισμός. Η νεωτερικότητα, ξεκινώντας από την ανακάλυψη της Αμερικής, αντιπροσωπεύεται από τους «ιππότες που δεν κατεβαίνουν από τα άλογα», οι οποίοι δεν αφήνουν τον εαυτό τους να κατακτηθεί από άλλους πολιτισμούς, οι οποίοι ρίχνουν κάτω τα εμπόδια μεταξύ των διαφόρων πολιτισμών και επιβάλλουν. Εμείς έχουμε επιβάλει τον δυτικό πολιτισμό, έχουμε καταστρέψει τους «πολιτισμούς του φυτικού”.

Ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει ένα σύστημα-κόσμο όπου η υποανάπτυξη και οι καταστροφές είναι ένα με την ανάπτυξη, είναι το «άλλο κέρατο». Οι γεωγράφοι μελετούν τώρα πώς ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει με την καταστροφή, να επιστρέφει στα μέρη όπου υπήρξαν σεισμοί για να ζήσει εκεί, με την προοπτική μιας περιοχής που αποσχίζεται. Μελετούν πώς συνηθίζουμε να ζούμε γνωρίζοντας ότι σύντομα δεν θα έχουμε πλέον αναπνεύσιμο αέρα, οπότε πώς συνηθίζουμε να ζούμε μαζί με την καταστροφή.

Είναι όπως κατά τη διάρκεια τoυ ναζισμού, όλοι ήξεραν αυτό που συνέβαινε, όλοι γνωρίζουμε σήμερα ότι πεθαίνουμε, αλλά παραδόξως αντί να επαναστατήσουμε όλοι, συζούμε με αυτή την ιδέα σαν να ήταν ένα πράγμα, τελικά, που μπορεί να λυθεί με ένα μαγικό ραβδί, ξαφνικά. σαν να ήταν απλώς ένα διαφημιστικό κόλπο, ή κάτι που δεν μας αφορά επειδή έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε σε είκοσι ή τριάντα χρόνια, άλλοι θα το σκεφτούν, ή θα βρεθεί μαγικά μια τεχνική λύση. Δεν υπάρχουν μαγικές τεχνικές λύσεις: και δεν είναι αλήθεια ότι πρόκειται για θέμα ελέγχου της τεχνολογίας: το πρόβλημα είναι ο τρόπος παραγωγής. είτε αντιμετωπίζουμε αυτό το «κέρατο», αυτό τον «κόμπο», που είναι αυτός που θέτει ο μαρξισμός, ή στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ο θάνατος.

Η συνήθεια της καταστροφής δεν είναι, στην περίπτωσή μας, να εντοπιστεί σε μια «αδράνεια» των μαζών, αλλά στο βάρος μιας ήττας, πράγμα που είναι πολύ διαφορετικό. Το εργατικό κίνημα πάντα μάθαινε πολύ περισσότερα από τις ήττες του παρά από τις νίκες του. Η ιστορία του εργατικού κινήματος δεν αποτελείται από πολλές νίκες, εκείνες που υπήρξαν, όμως, βάρυναν και άλλαξαν τον κόσμο. Η ιστορία του εργατικού κινήματος είναι μια σκληρή ιστορία, η οποία έχει υποστεί πολλές ήττες. Η σοβαρότητα της σημερινής μας κατάστασης είναι ότι δεν υπάρχει μια ισορροπία, μια επαρκώς σε βάθος συνειδητοποίηση, για εκείνη που υπήρξε η τελευταία μεγάλη περίοδος, η οποία δεν είναι το ’68 αλλά είναι το ’68 / ’77, ή καλύτερα είναι η δεκαετία του ’60 και του ’70 μέσα στην πολυπλοκότητά τους, εκείνη που ήταν σχεδόν μια εικοσαετία αγώνων στην Ιταλία. Η έλλειψη αυτής της ανάλυσης, αυτού του προβληματισμού, το γεγονός ότι δεν υπάρχει, για αυτή την περίοδο, εκείνο που έκανε ο Λένιν για το 1905, είναι ένα πολύ σοβαρό, πολύ βαρύ πράγμα. Σήμερα η ιστορία δεν γίνεται πλέον σε ατομικό επίπεδο, αλλά στο επίπεδο μιας μεγάλης παραδειγματικής υπόθεσης: είναι όλα μηχανογραφημένα, ελέγχονται μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, σύντομα δεν θα είναι πλέον δυνατό να δημιουργηθεί ιστορία ανεξάρτητα, αυτόνομα.

Το πρόβλημα της μνήμης, δηλαδή της κριτικής συνειδητοποίησης σχετικά με το παρόν και το μέλλον σε σχέση με το παρελθόν, είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα του πολιτισμού μας. Επειδή σε ένα σημείο καταλήγουμε να πιστεύουμε στις εικόνες αντί για εκείνο που συνέβη: όλο και περισσότερο η εικόνα γίνεται αυτό που είναι αξιόπιστο. Σε αυτά τα δύσκολα χρόνια, σε αυτά τα χρόνια απουσίας, όταν σκεφτόμαστε στο παρελθόν μας, το θεωρούμε ως το παρελθόν κάποιου άλλου, σαν να έχουν περάσει αιώνες μεταξύ αυτού που συνέβη πριν από λίγα χρόνια και αυτού που συμβαίνει τώρα. Μερικές φορές αισθανόμαστε σαν σκιά. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι καταντήσαμε σκιές από έναν συγκεκριμένο τύπο κουλτούρας. Είναι απαραίτητο να μην επιτρέψουμε αυτή την επιχείρηση. Να σταματήσουμε να είμαστε σκιές και να ξαναπάρουμε το δικό μας νήμα στα χέρια, το παρελθόν μας, την ιστορία μας και να αρχίσουμε να την διηγούμαστε ξανά, να αρχίσουμε ξανά να μαρτυρούμε, να ξεκινήσουμε εκ νέου την μαρτυρία.

*μαρξίστρια φιλόσοφος, που έφυγε τον μάρτιο του 2021

^Annales. Το Histoire, Sciences Sociales είναι ένα γαλλικό ακαδημαϊκό περιοδικό που καλύπτει την κοινωνική ιστορία που ιδρύθηκε το 1929 από τους Marc Bloch και Lucien Febvre. Το περιοδικό οδήγησε σε μια προσέγγιση στην ιστορία γνωστή ως Σχολή Annales. Wikipedia (Αγγλικά)

(la grafica di copertina è di Paolo Burani)

11 Aprile 2021 – © Riproduzione possibile DIETRO ESPLICITO CONSENSO della REDAZIONE di CONTROPIANOUltima modifica: 11 Aprile 2021, ore 11:34STAMPA

Argomenti:

https://contropiano.org/fattore-k/2021/04/11/materialismo-dialettico-e-questione-ecologica-0137991

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s