ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«LES ORDRES-ΟΙ ΔΙΑΤΑΓΕΣ» ΤΟΥ MICHEL BRAULT

La Bottega del Barbieri

του Fabio Troncarelli

Στις 13 μαίου 1975 η ταινία »Les ordres» του Michel Brault, γνωστού σκηνοθέτη στον Καναδά αλλά σχεδόν άγνωστου στην Ευρώπη, προβλήθηκε στις Κάννες. Το έργο είχε μια τεράστια επιτυχία και ο συγγραφέας του κέρδισε, απροσδόκητα το βραβείο Palme d’Or για την σκηνοθεσία. Το άξιζε.

Λίγα λόγια για την «Les ordres» 1 .

Οκτώβριος 1970. Μετά τις απαγωγές του James Cross και του Pierre Laporte, από μέλη του απελευθερωτικού Μετώπου του Κεμπέκ, συνελήφθησαν τετρακόσια πενήντα άτομα, τα οποία παρέμειναν στη φυλακή χωρίς κάποια κατηγορία και στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθερα, χωρίς καμία δικαιολογία ή συγνώμη. Συγκεντρώνοντας τις μαρτυρίες ορισμένων από αυτούς τους ανθρώπους, ραμμένες μαζί με μια πρωτότυπη τεχνική δημιουργίας και επεξεργασίας (εναλλακτικές συνεντεύξεις, που αναδημιουργήθηκαν σε άμεσο κινηματογραφικό στιλ, με αναπαραγόμενες ακολουθίες πιο παραδοσιακές, που απεικονίζουν τη ζωή στη φυλακή, μερικές σε μαύρο και άσπρο, άλλες σε φυσικά χρώματα ) μπορούμε να ξαναζήσουμε τα γεγονότα σαν ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο μοιάζει ξεκομμένο, αλλά είναι κρυφά παθιασμένο.

Οι αστυνομικοί υπακούοντας σε μυστηριώδεις «εντολές» που δίνονται, δεν ξέρουμε καλά από ποιον, χτυπούν τα πάντα και όλους, συλλαμβάνοντας τη νύχτα μια σειρά ανθρώπους που θεωρούνται εχθροί της Εξουσίας.

Ποια είναι αυτή η Εξουσία; Η ταινία αρνείται να δείξει το πρόσωπό της και να πει το όνομά της. Ωστόσο, οι υπηρέτες αυτής της δύναμης, οι αστυνομικοί, δεν χτύπησαν τυχαία καμία πόρτα. Ο υποστηρικτής του αριστερού κόμματος Frap (Front d’action politique), ο άνεργος κοινωνικός λειτουργός, ο σοσιαλιστής γιατρός σε μια εργατική γειτονιά δεν ξέρουν τίποτα για το τι είχε συμβεί και φυσικά δεν είναι μέρος της τρομοκρατικής ομάδας. Αλλά είναι όλα άτομα που ασκούν κριτική στην κοινωνία: άτομα που θα ήθελαν να αλλάξουν τα πράγματα για μια πιο δίκαιη ζωή. Γι’ αυτό είναι εκ των πραγμάτων εχθροί εκείνων που ελέγχουν την «κανονικότητα». Όλοι όσοι συνελήφθησαν σε αυτή την ταινία θεωρούν τους εαυτούς τους «αθώους», και ισχυρίζονται ότι δεν έκαναν τίποτα λάθος και φυλακίστηκαν «κατά λάθος». Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον ισχύοντα ποινικό κώδικα, δεν έχουν παραβιάσει κανέναν νόμο, αλλά υπάρχει υποψία – χωρίς αποδεικτικά στοιχεία – ότι αποτελούν μέρος μιας «παράνομης ένωσης». Ωστόσο, εκείνοι οι συλληφθέντες έχουν διαπράξει το πιο επικίνδυνο έγκλημα για την Εξουσία: θέλουν να μεταμορφώσουν τις συνθήκες ζωής που επιτρέπουν στο τρέχον σύστημα να υπάρχει. Να γιατί πρέπει να σιωπήσουν. Δεν είναι «κατά λάθος» αν αυτοί οι χαρακτήρες βρίσκονται στη φυλακή. Σε μια Χώρα που ορίζεται ως πολιτισμένη, οι άνθρωποι προτιμούν να πιστεύουν ότι μόνο «κακοποιοί» καταλήγουν στη φυλακή. Όμως από την μια μέρα στην άλλη ανακαλύπτουμε ότι ο «δημόσιος εχθρός» σημαίνει μόνο εχθρό των οργανωμένων δυνάμεων και πως ο στρατός που αναπτύσσεται για να «προστατεύσει τον πληθυσμό» στην πραγματικότητα υπερασπίζεται μόνο ιδιοκτήτες μεγάλων εταιρειών, βουλευτές, δικαστικούς και άλλους προύχοντες.

Η ταινία καθιστά σαφές στους ηθοποιούς του δράματος ότι οι δημοκρατικά εκλεγμένοι υπουργοί τους ζουν σε έναν άλλο κόσμο. Όπως λέει η Marie Boudreau, η σύζυγος του συνδικαλιστή, ο κόσμος των απλών ανθρώπων «δεν είναι μεγάλος στη συνείδηση» αυτών των προσώπων.

Η πιο εξαιρετική πτυχή της ταινίας είναι η μεγάλη διακριτική ευχέρεια του σκηνοθέτη. Όλα φαίνονται ψιθυρισμένα. Ο θεατής θα ήθελε να φωνάξει. Και οι πρωταγωνιστές της ταινίας θα ήθελαν να το κάνουν. Αντίθετα, σχεδόν πάντα παραμένουν σιωπηλοί. Μερικές φορές διαμαρτύρονται, ακόμη και έντονα. Αλλά το κάνουν μιλώντας, λογικά, ζητώντας εξηγήσεις. Κανείς δεν αντιδρά βίαια. Είναι βαθιά πολιτισμένα όντα. Αυτό που συμβαίνει σε καθένα από αυτούς είναι κυριολεκτικά αδιανόητο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καθένας μένει άφωνος. Επειδή αυτό που συμβαίνει καταστρέφει το σύστημα λέξεων και συμβόλων μιας Χώρας που χαρακτηρίζεται ως «πολιτισμένη» – και είναι πραγματικά πολιτισμένη – αλλά που ξαφνικά, χωρίς κάποια εξήγηση, σταματά να είναι, πέφτει σε ένα απολύτως απρόβλεπτο παραλήρημα. Μια κρύα αυταπάτη, ένα ψυχρό παραλήρημα. Ένα black out του μυαλού, μια ολική αποσύνδεση, παρόμοια με εκείνη που ωθεί ένα άτομο να σκοτώσει και στη συνέχεια να ξεχάσει τα πάντα γιατί αυτό που συνέβη δεν ανήκει στον συνειδητό εαυτό.

Γι’ αυτό κανείς δεν μιλάει. Επειδή ο λόγος έχει καταργηθεί. Και δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο τόσο τρομερό και πάνω απ’ όλα τόσο ταπεινωτικό από το να εκτοξευτείς ξαφνικά σε ένα σύμπαν τρελών χωρίς να είσαι τρελός.

Όμως όλοι όσοι είναι εκεί, απογοητευμένοι, μπροστά μας δεν εκμηδενίζονται πραγματικά όπως φαίνoνται να είναι. Ένα κομμάτι ανθρωπιάς είναι ακόμα ζωντανό. Ξαφνικά το καταλαβαίνουμε όταν ένας από αυτούς, που καταστράφηκε από τον θάνατο του πατέρα του ενώ βρίσκεται στη φυλακή, αρχίζει να τραγουδά από μόνος του ένα παλιό λαϊκό τραγούδι, La complaintte à mon frère, το οποίο ακούγεται λυπηρό και θριαμβευτικό σαν ένα επικό τραγούδι που έγραψε ο Τυρταίος μέσα στα τείχη της ασηπτικής φυλακής, πολύ καθαρής, μοντέρνας, αποτελεσματικής, απάνθρωπης. Όλοι τον ακούν συγκινημένοι και μουρμουρίζουν ότι αυτό ήταν το τραγούδι που τραγουδούσαν οι πατέρες και νιώθουν σαν παιδιά και πάλι, γεμάτοι αυτοπεποίθηση μέσα στην καλοπροαίρετη παρουσία ενός πατέρα που μας διδάσκει να μην φοβόμαστε τη ζωή και τον θάνατο. Το μελαγχολικό τραγούδι κλείνει με ένα είδος αδέξιας παραπομπής από τον Bοήθιο, έναν ανάπηρο στίχο που ανακυκλώθηκε μέσα από χίλια αποσπάσματα από ένα ποίημα στο άλλο της Γαλλίας του 17ου αιώνα, και στη συνέχεια του Καναδά του δέκατου ένατου αιώνα φτάνοντας, ποιος ξέρει πώς – σαν μέσα σε ένα μπουκάλι που ρίχτηκε από ένα ναυαγό – στη μέση ενός λαϊκού τραγουδιού: «Repousser les faux maitres, voilà l’eternitè». Όπως ο Boήθιος στη φυλακή, ο σύγχρονος φυλακισμένος επαναλαμβάνει στον εαυτό του: Διώξε το σκοτάδι και τους ψεύτικους αφέντες του μυαλού σου και θα είσαι ελεύθερος… Και όπως ο Boήθιος στη φυλακή αυτός ο μικρός άντρας που στερείται τα πάντα δεν μπορεί να στερηθεί την αξιοπρέπεια του από κανέναν. όπως ο ρωμαίος φιλόσοφος, χάνοντας την καθημερινή ζωή του κερδίζει την αιωνιότητα.

Πριν από πολλά χρόνια, σε μιαν άλλη ζωή, γνωρίσαμε τον Brault, ο οποίος πέθανε το 2013. Στη μνήμη του βαθέος μαθήματός του για την ‘ανθρωπιά είναι τρόπος ζωής’, δημοσιεύουμε εκ νέου μια μίνι συνέντευξη από εκείνη την εποχή.

«Ο κινηματογράφος-αλήθεια είναι μια ασαφής φόρμουλα. Εγώ εκφράζω την αλήθεια μου όχι την Αλήθεια. Ξεκινώ από πραγματικές ιστορίες, όπως στην ταινία Les ordres, η οποία γεννήθηκε από τις ιστορίες ανδρών που συνελήφθησαν άδικα από την αστυνομία. Αλλά μετά παρεμβαίνω με την ευαισθησία μου. Και παρεμβαίνουν οι ηθοποιοί, οι χειριστές, οι φωτογράφοι. Το σημαντικό είναι να είμαστε συνεπείς με μια αρχική σύμβαση: στο ξεκίνημα οι ηθοποιοί μου δηλώνουν στο κοινό ότι είναι ηθοποιοί. Μετά από αυτό η ιστορία ξετυλίγεται σαν ντοκιμαντέρ, με τους ηθοποιούς που φαίνονται να είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές των γεγονότων.

Είναι λάθος να αναμιγνύουμε λίγο από πραγματικότητα και λίγο από μυθοπλασία. Πρέπει να ακολουθούμε μόνο έναν δρόμο. Αυτό που έχει σημασία είναι να βάλουμε τα φύλλα στο τραπέζι από την αρχή.

Με αυτό τον τρόπο έχω δημιουργήσει απαιτητικές, σοβαρές ταινίες, με προφανές περιεχόμενο που, ωστόσο, δεν είναι κηρύγματα ομιλούντων γρύλων, αλλά είναι τόσο φυσικές σαν ντοκιμαντέρ. Και αυτό ισχύει και για μια ταινία που χρησιμοποιεί αυθεντικά έγγραφα, όπως το ημερολόγιο ενός ανθρώπου που κατηγορείται αδικαιολόγητα και καταδικάστηκε σε καταναγκαστική εργασία. Όμως ομολογώ ότι σε μια τέτοια περίπτωση ένιωσα αγχωμένος: δεν ξέρω σε ποιο βαθμό είναι σωστό να χρησιμοποιώ τις αυθεντικές αναμνήσεις ενός ανθρώπου, εκθέτοντας τον στο κοινό. Εν πάση περιπτώσει, προσπαθώ να δώσω τον λόγο στους άλλους, να μην τον παίρνω στη θέση τους».

Στην φωτογραφία επάνω ένας από τους πρωταγωνιστές τραγουδά «Repousser les faux maitres, voilà l’eternitè»

1 Η ταινία είναι δύσκολο να βρεθεί στην Ιταλία. Για μια πρώτη εισαγωγή δείτεYves Lever, Les ordres de Michel Brault. Un volet de l’opération «Taire des hommes», στο Relations, δεκέμβριος 1974, σελ. 344-345.

La Bottega del Barbieri

La Bottega del Barbieri

taggato con BoezioCanadacarceriCinema veritàFabio TroncarelliFrap (Front d’action politique)Fronte di liberazione del QuébecJames CrossMarie BoudreauMichel Braultnemici del PotereNEWSLETTERbottegaPierre Laportepoliziotti

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s