ένοπλη πάλη, lotta armata

Annamaria και Luca Mantini. Αδελφοί και αδελφές επαναστάτες

του Vincenzo Morvillo

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι annamaria-mantini.jpg

Βγήκε για τις εκδόσεις Dea το βιβλίο, Annamaria e Luca Mantini: fratelli e sorelle rivoluzionari” είναι, όπως δηλώνει το πίσω κάλυμμα, «ένα αφιέρωμα αγάπης στους πεσόντες. Ένας φόρος τιμής στην Ιστορία. Θραύσματα κοινωνικής και πολιτικής αλήθειας που στρώνουν τον δρόμο, τα μονοπάτια της μνήμης των υποτελών και εκμεταλλευόμενων τάξεων».

Ένα βιβλίο με πολλές φωνές: συνεντεύξεις με ανθρώπους οι οποίοι, με διάφορους τρόπους και σε διαφορετικούς χρόνους, γνώρισαν προσωπικά τόσο τον αδελφό όσο και την αδερφή. Οι συγγραφείς μας αφηγήθηκαν ιστορίες, ανέκδοτα, γεγονότα που έζησαν σε μια ιστορική περίοδο που είναι ακόμη λίγο γνωστή.

Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζουν τα ονόματα των Pasquale AbatangeloNicola AbatangeloAntonio De LaurentisGiovanni Gentile Schiavone. Σύντροφοι της Annamaria και του Luca μέσα σε εκείνη την οργάνωση που γεννήθηκε το 1974, και της οποίας τα αρχικά δεν είχαν μικρή απήχηση στο επαναστατικό κίνημα, όχι μόνο ιταλικό.

Εκείνο που, κατά τη δεκαετία του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οδήγησε μια ολόκληρη γενιά, σε κάθε γωνιά της γης, να προσπαθήσει – ενώ ακολουθούσε διαφορετικά μονοπάτια – την ανατροπή του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού μοντέλου καπιταλιστικού αποτυπώματος και την καταστροφή του φιλελεύθερου-αστικού Κράτους.

Ονειρευόμενοι να οικοδομήσουν ένα σύστημα βασισμένο στην κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, της αλληλεγγύης και της ισότητας, παρά στην ατομική ιδιοκτησία, το κέρδος και την εκμετάλλευση.

Εκείνη η οργάνωση πήρε το όνομα των Nap (Nuclei Armati Proletari-Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες) και μάζεψε μεταξύ των τάξεων της τα πιο περιθωριακά στρώματα του νέου μητροπολιτικού προλεταριάτου και υποπρολεταριάτου, ιδίως του νότιου.

Επιβλήθηκε τόσο μέσα στις φυλακές, όπου τότε το lumpen συχνά πολιτικοποιούνταν, ωριμάζοντας το σχηματισμό της δικής του ταξικής συνείδησης, όσο και κοινωνικά, στο πλαίσιο του Ένοπλου Αγώνα για τον Κομμουνισμό, ο οποίος, για πάνω από μια δεκαετία, διεξήγαγε έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης εναντίον ενός Κράτους ταξικού και σφαγιαστικό.

Επομένως, το βιβλίο συλλέγει μαρτυρίες αγώνων, βασανισμένων χρόνων, τεράστιων αλλαγών, όπου οι ιδεολογίες ήταν ένα συνεχές κίνητρο για νέα ιδανικά εξέγερσης.

Μεταξύ των μαρτυριών, υπάρχουν επίσης εκείνες ενός συντρόφου (Vincenzo Morvillo) και μιας συντρόφισσας (Chiara Pannullo) νεότερων οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν προσωπικά τον Luca και την Annamaria για προφανείς λόγους ηλικίας, έχουν παρακολουθήσει τη σύγκρουση των χρόνων ’70 με ταξικό ενδιαφέρον και την πολιτική τους ιστορία.

Στη συνέχεια, δημοσιεύουμε τη συνεισφορά του συντρόφου Morvillo, τακτικού συνεργάτη της εφημερίδας μας. Καλή ανάγνωση…

*****

Annamaria και Luca Mantini: αυτός που είναι αγαπητός στον ουρανό πεθαίνει νέος

Όταν ο φίλος και σύντροφος Pasquale Abatangelo, ένας από τους ιδρυτές του Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων και ένας από τους πιο συνεπείς και σκληροτράχηλους μαχητές της οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1974, μου ζήτησε να σχεδιάσω μια «ανάμνηση» των Annamaria και Luca Mantini, ομολογώ ότι με συγκλόνισε μια έξαψη σχεδόν εφηβική.

Μια ζέση λόγω της προοπτικής να μπορέσω να γράψω για εκείνους τους δύο νεαρούς αντάρτες, που πέθαναν για το κοινό κομμουνιστικό ιδεώδες μας.

Δύο παιδιά κάτι λίγο πάνω από τα είκοσι, των οποίων τη σύντομη ζωή ανέκαθεν κοιτούσα, από τις πρώτες εκδηλώσεις της προσωπικής μου εξέγερσης ενάντια στο αστικό σύστημα, με θαυμασμό και ζήλο μιας αμετάκλητης επιλογής. Δύο αγόρια των οποίων ο θάνατος, ειδικά της Annamaria – όπως, εξάλλου, αυτός των πολλών συντρόφων που δολοφονήθηκαν από το χέρι ενός Κράτους κατά του οποίου αντέταξαν τα σώματα τους και το λαμπερό όραμα ενός καλύτερου κόσμου – μου αφήνει, ακόμα και σήμερα που ξεπέρασα τα πενήντα, μια αίσθηση απογοήτευσης και μίσους που δεν μαλάκωσε ποτέ.

Καλλιεργημένο μέσα στην περιφρόνηση για εκείνους που, θεωρώντας τους εαυτούς τους αφεντικά της ζωής μας, μας αντιπαραθέτουν μεταγενέστερες επιταγές, των οποίων η ημερομηνία είσπραξης αναβάλλεται από μέρα σε μέρα, από μήνα σε μήνα, από χρόνο σε χρόνο. Μέχρι το ίδιο το τέλος των ημερών. Το τέλος μιας ύπαρξης που συλλαμβάνεται στο σημάδι του δυαδικού δόγματος παράγεις-καταναλώνεις.

Αλλά σε εκείνο τον ενθουσιασμό για τον οποίο μίλησα, ακολούθησε, αμέσως μετά, μια βαθιά ανησυχία.

Δεν ήθελα να εγκαταλείψω την τιμή, αν και πιεστική, που μου προσφέρονταν. Αλλά, ταυτόχρονα, αναρωτιόμουν τι θα έγραφα ποτέ για τα δύο αδέλφια που χάθηκαν, τόσο τραγικά και πρόωρα, σκοτωμένα από το οπλισμένο χέρι του ταξικού αντιπάλου και τα οποία δεν γνώρισα.

Από την άλλη πλευρά, όταν ο Luca και η Annamaria Mantini πήραν τα όπλα ενάντια στην εγκληματική κακία του Κεφαλαίου και για τον Κομμουνισμό, και πέθαναν γι’ αυτόν, ήμουν μόλις έξι ή επτά χρονών.

Πρέπει μετά να βάλουμε στον λογαριασμό, και το επιπλέον αντίτιμο του δέους, μιλώντας για τους Nap, για έναν ναπολιτάνο κομμουνιστή, όπως είμαι εγώ. Οι Προλεταριακοί Ένοπλοι Πυρήνες είχαν, όντως, μια βαθιά διείσδυση στον κοινωνικό ιστό που βρίσκεται στα περιθώρια της ναπολιτάνικης νομιμότητας, αποτελώντας ένα θεμελιώδες κομμάτι εκείνου του κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος, το οποίο συνέκλινε, στη Νάπολη, στον ένοπλο αγώνα.

H επίδραση τους στο λαϊκό υφάδι, τόσο στην πόλη όσο και στο νότο, ήταν τέτοια ώστε, αν ήταν δυνατόν, ακόμη πιο σημαντική από αυτή των ίδιων των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Και αυτό εξηγείται εύκολα, λαμβάνοντας υπόψη την πολύ ιδιαίτερη ταξική σύνθεση της πόλης μας. Στην οποία, η εξίσου ιδιαίτερη προέλευση και διαμόρφωση των Nap, ταίριαζε απόλυτα.

Οι Nap γεννήθηκαν, όντως, ως κομμουνιστικός ένοπλος σχηματισμός, ικανός να συγκεντρώσει ένα μεγάλο μέρος του έξω από το νόμο και φυλακισμένου προλεταριάτου του νότου.

Εκείνα τα χρόνια, στη Νάπολη, όπου στην πραγματικότητα απουσίαζε μια πραγματική εργατική τάξη – με εξαίρεση την Italsider του Bagnoli και την Alfasud του Pomigliano d’Arco – το προλεταριάτο και το μητροπολιτικό υποπρολεταριάτο αποτελούνταν συχνά από τα λαϊκά στρώματα που έβρισκαν, στην παρανομία, τον άμεσο δρόμο τους για την επιβίωση και την ικανοποίηση των βασικών αναγκών

Επομένως, οι Nap, γεννήθηκαν και επικράτησαν – κυρίως στη Νάπολη και στο Νότο – σε εκείνο το ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο και συγκυρία.

Όπως μας αφηγείται με ωραίο τρόπο ο Valerio Lucarelli, συγγραφέας του καλά τεκμηριωμένου δοκιμίου «Θα ήθελα το μέλλον να είναι σήμερα. Ανταρσία, Εξέγερση και Ένοπλη Πάλη-Vorrei che il futuro fosse oggi. Ribellione, Rivolta e Lotta Armata»- που εκδόθηκε το 2010 από τον εκδοτικό οίκο L’ancora del Mediterraneo – οι επΠ σχηματίστηκαν από ένα πλευρό της Lotta Continua, το οποίο συγκροτήθηκε από το Collettivo delle Carceri, την Κολεκτίβα των Φυλακών, όπου ισχυροποιούνταν στη Φλωρεντία η εμπειρία του Συλλογικότητας Τζορτζ Τζάκσον-George Jackson στη γειτονιά της Santa Croce από τον ίδιο τον Luca Mantini.

Λούμπεν που πολιτικοποιήθηκε στη φυλακή και στην παράνομη πρακτική, ενάντια στην καταπίεση ενός συστήματος που απέκλειε και αποκλείει τις υποτελείς τάξεις · και που στις αναγνώσεις του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν, ένωνε εκείνες του Φραντς Φανόν (οι καταραμένοι της γης), του Τζακ Λόντον (Η σιδερένια φτέρνα) και του ίδιου του Τζορτζ Τζάκσον, στρατευμένου στο Κόμμα του Μαύρου Πάνθηρα-Black Panther Party και συγγραφέα του pamphlet, της μπροσούρας Με το αίμα στα μάτια-Col sangue agli occhi.

Οι επΠ διαισθάνθηκαν ότι, στην περίμετρο των νέων μητροπόλεων που προέκυψαν στην Ιταλία, ξεκινώντας από το τέλος της δεκαετίας του ’60 και καθ’ όλη τη διάρκει των χρόνων ’70 της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, άρχισε να παίρνει σχήμα και να επιβάλλεται εκείνο το σχολαστικό σύστημα ασφαλείας, εκείνο το σύμπαν για το οποίο μίλησε ο Foucault και εκείνη η Μικροφυσική της εποπτικής εξουσίας – κατασταλτική-καταπιεστική στην προέλευση της, ακόμη πριν και από άμεσα τιμωρητική – η οποία σταδιακά κατέληξε να επεκτείνεται και να συγκροτείται από πραγματικές σωφρονιστικές πόλεις, όπου η προληπτική ποινικοποίηση μεγάλων τομέων των λαϊκών στρωμάτων που θεωρούνταν επικίνδυνα, ως εκτός νόμου παραγωγοί και καταναλωτές φυλακών, έθετε το αστικό Κράτος ως τον νέο εγγυητή των κατασταλτικών ροών, σε ένα μέτρο άμεσα ανάλογο με τη νέα πολιτική και οικονομική δομή που το Μονοπωλιακό Διεθνές Κεφάλαιο σκόπευε να δώσει στον εαυτό του μέσω της χρηματοδότησης της ίδιας της οικονομίας.

Μια διορατικότητα που οι Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες δεν μπόρεσαν να αναπτύξουν μέσω ενός διαρθρωμένου και σε βάθος θεωρητικού στοχασμού και ενός τεράστιου σώματος πολιτικών εγγράφων. Πράγμα που, από την άλλη πλευρά, μπόρεσαν να κάνουν πολύ καλά εκείνες οι Ερυθρές Ταξιαρχίες στις οποίες, όχι τυχαία, και ακριβώς μέσω του σωφρονιστικού εγκλεισμού συγκλίνουν, ξεκινώντας από το δεύτερο μισό των χρόνων ’70, πολλοί πρώην ναπιστές.

Ένα ένστικτο διαίσθηση, αυτό των Nap, το οποίο, ωστόσο, είχε τη μεγάλη αξία, όπως γράφει ο ίδιος ο Lucarelli: «να φέρει στο φως έναν κόσμο ξέχωρο, αυτό των ασύλων-ψυχιατρείων και των φυλακών, που είναι φτιαγμένος από συνεχή παρενόχληση, βασανισμούς και την οριστική εξαφάνιση κάθε ελάχιστου υπαρξιακού δικαιώματος«.

Από την άλλη πλευρά, η επαίσχυντη και αμετάβλητη υποβάθμιση των φυλακών και η εξάπλωση, ολοένα και πιο διαδεδομένη στο παρόν μας, σωφρονιστικών θεσμών στους οποίους η ανθρωπιά χάνει τη σημασία της, είναι η απόδειξη ότι εκείνος των Nap υπήρξε ο οιωνός μιας δυτικής κοινωνίας η οποία έφτασε, πλέον, στα όρια της παρανοϊκής δυστοπίας.

Κοινωνία στην οποία, τα τελευταία τριάντα χρόνια, η βιοπολιτική και ο έλεγχος των σωμάτων από πλευράς της Εξουσίας έφτασε στο σημείο να αντικατασταθεί σταδιακά, από μια ψυχοπολιτική – σύμφωνα με τον ορισμό του νοτιοκορεάτη φιλόσοφου Chul Han – ως νέα και ολοένα και πιο διαβρωτική και διάχυτη συσκευή παρακολούθησης, που έχει συλληφθεί από τον τεχνοκρατικό νεοφιλελευθερισμό και τις εκλεπτυσμένες μορφές κυριαρχίας του.

Εν ολίγοις, έχουμε περάσει από αυτό που δήλωνε ο Foucault, σχετικά με τους μηχανισμούς ελέγχου που τελειοποιήθηκαν από τον δέκατο όγδοο αιώνα έως τον εικοστό αιώνα, δηλαδή: «Όταν σκέφτομαι στη μηχανική της εξουσίας, σκέφτομαι στην λεπτομερή, σχολαστική μορφή ύπαρξής της, στο σημείο κατά το οποίο η εξουσία αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα των ατόμων, φτάνει στο σώμα τους, έρχεται να εισαχθεί στις χειρονομίες τους, τη στάση και τις συμπεριφορές τους, τις ομιλίες τους, τη μάθησή τους, την καθημερινή τους ζωή«.

Σε αυτό που γράφει ο Chul Han σήμερα, ήτοι: «Το άτομο που εκμεταλλεύεται τον εαυτό του φέρνει ένα πεδίο εργασίας μαζί του στο οποίο είναι το ίδιο θύμα και εκτελεστής. Ως υποκείμενο που αυτοεκτίθεται και αυτοπαρακολουθείται, φέρει μαζί του ένα πανοπτικό στο οποίο είναι κρατούμενο και φύλακας». Μια τρομακτική βελτίωση των συσκευών-μηχανισμών ασφαλείας, που συνέβη τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η οποία σαφώς προκαλεί τρόμο.

Μια ανύψωση της κουλτούρας που παραμένει στα όρια της νομιμότητας και κατασταλτικής, στην παρουσία της οποίας είναι προφανές ότι η πρακτική της παρανομίας και της έξω από το νόμο πραγματικότητας, ως τρόπου καταπολέμησης του καπιταλιστικού συστήματος και του κρατικού και αστυνομικού του χωροφύλακα, που επιβλήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των χρόνων ’70 και μέρους της δεκαετίας του ’80, φάνηκε να είναι υγιής και σωτήρια, από την άποψη της επανοικειοποίησης των ζωτικών χώρων και μιας ανθρώπινης διάστασης.

Η ίδρυση των Nap μπολιάστηκε ακριβώς στο υψηλότερο σημείο εκείνου του αγώνα, ο οποίος κατέστη, σχεδόν αναπόφευκτα, ένοπλος.

Το όνειρο του Luca και της Annamaria Mantini, όπως και των συντρόφων τους, ήταν να ανατρέψουν, στο όνομα του Κομμουνισμού, της Ελευθερίας και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, ένα σύστημα που περιθωριοποιούσε και περιθωριοποιεί, απέκλειε και αποκλείει, από πάντα, της «γης τους κολασμένους». Εκείνους που, μετά τον διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, επισημαίνονται από τα αφεντικά και μόνο αργότερα από την κοινότητα της πόλης, ως κακοποιοί.

Προλετάριοι και υποπρολετάριοι που, για να ξεφύγουν από την κατάσταση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης τους, αναγκασμένοι να αναζητούν μια δουλειά στις μεγάλες πόλεις, υποκείμενοι στις πιέσεις της «ευημερίας», εκδιώκονται πίσω, αποκλείονται, και δεν έχουν άλλο δρόμο από να παραβιάσουν τους νόμους.

Το 1972, οι κρατούμενοι προλετάριοι έγραφαν – στον τόμο Να απελευθερώσουμε όλους της γης τους κολασμένους, εκδόσεις Lotta Continua: »Όσο πιο ανεπτυγμένη είναι μια καπιταλιστική χώρα (και καπιταλιστική χώρα εννοούμε και χώρες όπως η Σοβιετική Ένωση ή η Πολωνία, επειδή εκεί υπάρχει η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο όπως εδώ σε εμάς), τόσο περισσότερο η «εγκληματικότητα» αυξάνεται και οι φυλακές γεμίζουν. Πράγματι, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η «εγκληματικότητα», κρίνοντας τουλάχιστον από το πόσο πλήρεις είναι οι φυλακές, είναι η υψηλότερη στον κόσμο. Επειδή η «εγκληματικότητα», αυτή για την οποία κάποιος καταλήγει στη φυλακή, είναι το αποτέλεσμα της μιζέριας, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, δηλαδή του καπιταλισμού. Τα αφεντικά χρησιμοποιούν την παραβατικότητα, επισημαίνοντας στην περιφρόνηση των μαζών – χρησιμοποιώντας τις εφημερίδες τους – τα φτωχαδάκια, τους χειρονάκτες της κλοπής, εκείνους τους καημένους που με το δικό τους δόγμα έχουν πάρει τον δρόμο του εγκλήματος. Δίνουν έτσι ξανά στους εαυτούς τους μια παρθενιά, και συνηθίζουν τους ανθρώπους να σκέφτονται ότι οι μόνες ληστείες, εκβιασμοί, κλοπές, δολοφονίες, είναι αυτές που γίνονται από αυτά τα απελπισμένα άτομα με το «πιστόλι στο χέρι», και όχι εκείνες που κάθε μέρα (αυτοί οι ίδιοι) διαπράττουν με την εκμετάλλευση. Προετοιμάζουν την κοινή γνώμη για την αστυνομία που πυροβολεί και σκοτώνει, καταδικάζοντας σε θάνατο, χωρίς δίκη, πίσω από το βολικό παραβάν της «υπεράσπισης της ηρεμίας των πολιτών. Ο καπιταλισμός στην ουσία του δεν είναι απλώς ένα οικονομικό σύστημα που αποτελείται από επιχειρήσεις, αγορές, πωλήσεις, αγορές, κόστος και κέρδη. Δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο και καταστρέφει τη φύση. Είναι επίσης ένας αδίστακτος αγώνας μεταξύ ληστών: αυτόν που ονομάζουν «ανταγωνισμό»”».

Επάνω σε αυτό το νήμα σκέψης, καρπό της επεξεργασίας της Κολεκτίβας Φυλακών της Lotta Continua ήρθε να εισέλθει η εμπειρία των Ένοπλων Επαναστατικών Πυρήνων. Αυτές ήταν οι ανατρεπτικές αρχές που καθοδήγησαν και όπλισαν το χέρι των Luca και της Annamaria Mantini και όλων των συντρόφων τους στον Αγώνα.

Για τον Λούκα και την Ανναμαρία, ωστόσο, αυτό το όνειρο ενός διαφορετικού κόσμου έπρεπε να γκρεμιστεί σχεδόν αμέσως, πηγαίνοντας να γίνει κομμάτια ενάντια στις σφαίρες που ρίχτηκαν από τους υπερασπιστές του Νόμου και του αστικού Κράτους!

Ο Luca έπεσε το πρωί της 29ης Οκτωβρίου 1974. Κατά τη διάρκεια μιας ληστείας σε μια τράπεζα, η οποία ξεκίνησε άσχημα και τελείωσε, δυστυχώς, ακόμη χειρότερα. Αφήνω την διήγηση εκείνων των στιγμών, δραματικών και μοιραίων, στο παθιασμένο στυλό του Pasquale Abatangelo, ο οποίος στο βιβλίο του «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα», “Correvo pensando ad Anna”, τις κάνει να ξεχυθούν από τη μνήμη, σαν μια ταινία που έχει δει πολλές φορές στην καρδιά της νύχτας.

Ζώντας τες, καθώς τις διάβαζα, ένιωθα τη διεισδυτική γεύση του πυρακτωμένου σιδήρου των όπλων. Ένιωθα στη μύτη μου τον αέρα εκείνου του πρωινού, βρεγμένο με το νεαρό αίμα του Luca και του Sergio Romeo, που θα τον ακολουθήσει στον άνεμο λίγες στιγμές αργότερα. Ένιωθα το φόβο να μετατρέπεται σε παγωμένο θυμό στον εγκέφαλο, και τον οργασμό της μάχης να διαλύεται στη θλίψη. Μέχρι την απίστευτη απόγνωση απέναντι στην τραγωδία που συνέβη.

Γράφει ο Pasquale: «Ο Λούκα αποφάσισε τα πάντα σε μια στιγμή. Μουγκρίζω πως έπρεπε να μαζέψουμε τον σύντροφο, έσπρωξε το πεντάλ του φρένου, και έβαλε την όπισθεν, καθώς τσίριζαν τα λάστιχα γλιστρώντας προς τα πίσω. Μετά, ξαφνικά, το αυτοκίνητο έσβησε, κι εγώ έβαλα τις φωνές: «Ω Λούκα, τι κάνεις, ξεκίνα αμέσως αυτό το αυτοκίνητο». Αλλά ο φίλος μου ήταν νεκρός, το πρόσωπό του είχε πέσει επάνω στο τιμόνι και τα χέρια να κρέμονται στο σώμα».

Το ιδανικό της Προλεταριακής Δικαιοσύνης ξεσκισμένο στα δαγκώματα από τα σκυλιά φύλακες της εξουσίας, που είχαν στηθεί σε ενέδρα να φρουρούν τα χρήματα που δεν είναι καν δικά τους, αλλά στημένα από τον ιδρώτα εκείνων που, σε αυτές τις τράπεζες, δεν θα μπορέσουν ποτέ να βάλουν το πόδι. Εάν όχι, στην καλύτερη περίπτωση, ακριβώς για να τις ληστέψουν. «Τι είναι η ληστεία μια τράπεζας σε σύγκριση με την ίδρυση μιας τράπεζας;» έγραφε ο Bertolt Brecht. Μια πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης, μια απαλλοτρίωση για αναδιανεμητικούς σκοπούς. Μια απαλλοτρίωση που έληξε, στην περίπτωση αυτή, τραγικά.

Ο θάνατος της Annamaria, από την άλλη πλευρά, δεν έχει τίποτα το μοιραίο. Αλλά είναι η προκαθορισμένη και δειλή πράξη, που πραγματοποιείται από πέντε μπάτσους, κρυμμένους σαν ποντίκια, στη σκιά.

Η Annamaria, προς τιμήν του σκοτωμένου αδερφού της, ίδρυσε τον Πυρήνα 29 Οκτώβρη. Η υπόσχεση ενός αγώνα που δεν παραδίδεται. Η ομάδα γίνεται πρωταγωνίστρια διαφόρων ενεργειών εναντίον ανδρών του Κράτους. Μετά την απαγωγή του δικαστή Di Gennaro, στη Ρώμη ανακαλύπτονται ορισμένα κρησφύγετα των Nap. Ένα, στη οδό Due Ponti, είναι εκείνο όπου ζει η Annamaria.

Το πρωί της 7ης Ιουλίου 1975, οι αστυνομικοί μπαίνουν όταν το διαμέρισμα είναι άδειο. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, πέντε παραμένουν μέσα. Είναι μια το πρωί όταν η Annamaria αποχαιρετά τους Antonio Lo Muscio και Nicola Pellecchia. Φτάνει στην είσοδο του σπιτιού και βάζει το κλειδί στην κλειδαριά. Ανοίγει την πόρτα.

Ο επιλοχίας Antonio Tuzzolino δεν της δίνει χρόνο να πάρει ούτε μια τελευταία ανάσα. Το χρόνο να καταλάβει ότι ο θάνατος την περίμενε πίσω από μια πόρτα. Χλευαστικός, έτσι όπως μπορεί να είναι μόνο η σκληρή μάσκα ενός ανώνυμου θεού. Ένας μαριονετίστας που, από ψηλά, τράβηξε τα νήματα στη μαριονέτα Tuzzolino, με φορεσιά αστυνομικού και οπλισμένου με πιστόλι. Η σιωπή μετά τον πυροβολισμό είναι παγωμένη, τρομακτική. Μια θανατική ποινή εκτελεσμένη, χωρίς την εντολή κάποιου δικαστηρίου.

Ένας καφκικός θάνατος. Επειδή το σφάλμα της Annamaria ήταν ένα από αυτά που δεν μπορούν να τροποποιηθούν. Το ότι θέλησε να ανατρέψει την κατεστημένη τάξη, που βασίζεται στην ανισότητα. Έχοντας θελήσει να σκαρφαλώσει στις κορυφές του ουρανού.

Φυσικά, Κράτος, Αστυνομία και Τύπος είχαν πολύ διαφορετική άποψη. Σύμφωνα με την εκδοχή που παρέχεται από την Αστυνομική Διεύθυνση, στην πραγματικότητα, το κορίτσι, συνειδητοποιώντας την παρουσία των αστυνομικών, προσπάθησε αμέσως να κλείσει την πόρτα, μπλοκάροντας έτσι το χέρι του λοχία που «λόγω ενός τραγικού λάθους» πυροβόλησε.

Το κοινό, συνηθισμένο, αχρείο, «τραγικό λάθος» που, με τακτικό και σχεδόν γκροτέσκο ρυθμό, οι Δυνάμεις της Τάξης αυτής της απίστευτης χώρας μας προσφέρουν σε κάθε φόνο που διαπράττεται εναντίον ενός προλετάριου, ενός εργαζομένου, ενός διαδηλωτή, ενός σπουδαστή, ενός τοξικομανούς ή ενός πολίτη με ψυχιατρικά προβλήματα.

Οι επακόλουθες αποκαλύψεις, φυσικά, απέρριψαν γρήγορα αυτήν την ανοικοδόμηση. Η Ανναμαρία είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού και αμέσως ο επιλοχίας έριξε μια σφαίρα που έπληξε, από περίπου 50 εκατοστά απόσταση, το κορίτσι στο πρόσωπο, ακριβώς κάτω από το αριστερό ζυγωματικό. Ένας αηδιαστικός φόνος, ο οποίος εξακολουθεί να φωνάζει για εκδίκηση!

Muore giovane colui ch’al cielo è caro, έγραφε ο Μένανδρος, Πεθαίνει νέος αυτός που είναι αγαπητός στον ουρανό. Ωραία λοιπόν, όταν ο Pasquale Abatangelo μου ζήτησε να γράψω μια «ανάμνηση μου» των Luca και Annamaria Mantini, αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις που ήρθαν στο μυαλό μου.

Λόγια τοποθετημένα σε επιγραφή, από τον Giacomo Leopardi, στον δικό του ύμνο XXVII. Εκείνος του οποίου ο τίτλος μιλά για Έρωτα και Θάνατο: «Αδελφοί, ταυτόχρονα, Έρωτας και Θάνατος θα γεννήσουν τη μοίρα. Πράγματα εδώ κάτω τόσο όμορφα ο κόσμος δεν έχει, ούτε τ’ αστέρια. Το καλό γεννιέται από το ένα, γεννιέται η μεγαλύτερη ευχαρίστηση που βρίσκεται στη θάλασσα της ύπαρξης. η άλλη κάθε μεγάλο πόνο, κάθε μεγάλο κακό ακυρώνει. Πανέμορφο κορίτσι, γλυκό στην όψη μας, όχι όπως οι δειλοί άνθρωποι σε ζωγραφίζουν, απόλαυσε το αγόρι συνόδευσε πολλάκις την Αγάπη. και πετάξτε μαζί την θανατηφόρα οδό…».

Τα δύο αδέλφια, ο Luca και η Annamaria Mantini, ενσαρκώνουν την υπέροχη, ανήσυχη, τραγική ομορφιά που συνδυάζει τον Έρωτα με το Θάνατο. Τα λόγια του Leopardi μοιάζουν γραμμένα γι’ αυτούς. Για εκείνο το όνειρο της Αγάπης και της Ελευθερίας που τους κατέκλυσε, μέχρι το θάνατο.

Ένας θάνατος γεμάτος λαχτάρα για ζωή, όπως ο πίνακας του Chagal «On the city-Στην πόλη»-“Sulla città”. Ένας θάνατος που γίνεται, ακόμη και σήμερα, υπόσχεση αγώνα. Για ένα μέλλον χωρίς σωφρονιστικά ιδρύματα, χωρίς ψυχιατρεία, χωρίς φυλακές. Για ένα μέλλον χωρίς τάξεις. Για τον κομμουνισμό!

Vincenzo Morvillo

10 Ιουνίου 2021 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO Τελευταία μετατροπή: 10 Ιουνίου 2021, ώρα 6:55

Θέματα:

https://contropiano.org/news/cultura-news/2021/06/10/annamaria-e-luca-mantini-fratelli-e-sorelle-rivoluzionari-0139709

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s