ιστορία, storia

Ο ήρωας, η θέληση και το τίποτα

Δημοσιεύτηκε στις  · in Recensioni · στις Κριτικές

του Sandro Moiso

Victoria Ocampo, 338171 T. E. (Lawrence d’Arabia), Λόρενς της Αραβίας, Eκδόσεις Settecolori, Milano 2021, σελ. 112, 16,00 ευρώ

Θυμάμαι πως είδα την ταινία του David Lean, Lawrence of Arabia, για πρώτη φορά στην ηλικία των δέκα το 1963. Έχω ακόμη πολύ παρούσα την εικόνα του μεγάλου και ασφυκτικά γεμάτου κινηματογράφου στον οποίο προβάλλονταν σε πρώτη προβολή. Καπνός τσιγάρων, θεατές να κάθονται παντού, στις σκάλες ή να στέκονται όρθιοι κατά μήκος των τοίχων. Σίγουρα έπρεπε να είναι Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά, καθώς αυτές ήταν οι μόνες ημερομηνίες που ήταν δυνατό να πάω σε πρώτη προβολή με τους δικούς μου.

Αυτή η ταινία έμεινε μέσα μου, μαζί με τον πρωταγωνιστή της που ερμηνεύτηκε υπέροχα σε ένα προβληματικό κλειδί από τον Peter O’Toole, και ίσως είναι το κινηματογραφικό έργο που έχω δει περισσότερες φορές στη ζωή μου, μαζί με το The Wild Bunch του Sam Peckinpah, την Άγρια Συμμορία, άλλη ταινία επίσης όχι τόσο μακριά στα περιεχόμενα της πρώτης. Για αυτούς τους λόγους, ακόμη και σήμερα, αν κάποιος με ρωτούσε στο φτερό ποια είναι η αγαπημένη μου ταινία, δεν θα είχα καμία αμφιβολία να απαντήσω ότι είναι ακριβώς εκείνη.

Ο El Aurens, έτσι όπως τον αποκαλούσαν οι άραβες, δεν έμεινε χαραγμένος στο μυαλό και την καρδιά μου μόνο για τις επικές σκηνές και τα μεγαλοπρεπή πανοραμικά του ή για τις γιγαντιαίες και κραυγαλέες μορφές των αρχηγών αραβικών φυλών που έπαιζαν οι Anthony Quinn και Omar Sharif.
Όχι, από τότε με σημάδεψε η εικόνα του ήρωα που ηττήθηκε από την Ιστορία και τα αυτοκρατορικά παιχνίδια που προέκυψαν από αυτά τα γεγονότα, και από εκείνα τα γεωπολιτικά για τα οποία ήταν πρωτεργάτης, με ένα ασήμαντο, που όμως ίσως το έψαξε, ατύχημα μοτοσικλέτας. Με τα χρόνια οι υποθέσεις του νιτσεϊκού ήρωα, ο οποίος στο τέλος μιας συνεχούς αναζήτησης για την υπέρτατη προσπάθεια και την απόλυτη και οριστική πράξη, βρίσκεται εξαπατημένος, χρησιμοποιείται και περιθωριοποιείται από τους γκρίζους εκτελεστές των αυτοκρατορικών γραφειοκρατιών και των οικονομικών συμφερόντων που συνδέονται με το πετρέλαιο, με έκαναν να προβληματιστώ σχετικά με τη ματαιοδοξία των ατομικών δοκιμασιών και βουλήσεων, ακόμη και των καλύτερων και πιο ηρωικών, προς την Ιστορία και τις τελλουρικές κινήσεις της, των οποίων πάνω από όλα μετράνε, περισσότερο από εκείνες στην επιφάνεια βίαιες αλλά σύντομες, εκείνες οι υπόγειες και αργές αλλά ασταμάτητες.

Ο αντισυνταγματάρχης Τόμας Έντουαρντ Λόρενς (1888 – 1935) ήταν αρχαιολόγος, βρετανός αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών και συγγραφέας. Γνωστός με το ψευδώνυμο του Λόρενς της Αραβίας, γιορτάζεται ακόμα σήμερα ως ένας από τους ηγέτες της αραβικής εξέγερσης κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.
Ο Lawrence όντως ήταν υποστηριχτής του αραβικού εθνικισμού και τον θυμούνται ως ένα από τους πιο αμφιλεγόμενους και συζητούμενους πρωταγωνιστές της εξέγερσης των αραβικών φυλών ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία στις αρχές του εικοστού αιώνα στην περιοχή μεταξύ Higiaz, [στη Σαουδική Αραβία] και Transjordan, [Εμιράτο της Υπεριορδανίας].
Το 1922 βασανισμένος και απογοητευμένος, αφού είδε την ευρωπαϊκή διπλωματία να μετατρέπει τον στρατιωτικό θρίαμβο του σε κοροϊδία, ο Τ.Ε. Lawrence κατατάσσεται στη RAF ως απλός αεροπόρος με το ψεύτικο όνομα Ross, διατηρώντας ένα αυστηρό μυστικό ως προς την πραγματική του ταυτότητα. Πέθανε, σε περιστάσεις που δεν ήταν ακόμη πλήρως ξεκαθαρισμένες, λόγω ατυχήματος με μοτοσικλέτα στην ηλικία των 47 χρόνων

Όλα αυτά για να πούμε ότι το κείμενο της Victoria Ocampo, που αρχικά δημοσιεύτηκε στην Αργεντινή το 1942, στη συνέχεια στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία το 1947 και σήμερα στην Ιταλία για πρώτη φορά από έναν εκδοτικό οίκο του οποίου η συντακτική γραμμή σίγουρα δεν είναι κοντά σε αυτό που εκφράζει η σύνταξη της Carmilla, επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιμετωπίσει, από μια οπτική που υπογραμμίζει τη σιδερένια βούληση, τους χαρακτήρες ενός ανθρώπου που, στο τέλος ενός ταραγμένου και υποδειγματικού ταξιδιού, κατέληξε να λογαριαστεί με αυτό το γκρεμίζομαι προς το πουθενά που φαίνεται να αποτελεί, μαζί με το τυπικά θέμα του εικοστού αιώνα για τον νιχιλισμό του ατόμου ως αρχιτέκτονα του δικού του και του πεπρωμένου άλλων, την τελευταία αληθινή ουσία της σύγχρονης προσωπικής εμπειρίας.

Και μετά το ότι αυτή η ακραία εμπειρία έχει αναζητηθεί και επιτευχθεί εθελοντικά ή ως συνέπεια της ήττας της ατομικής βούλησης είναι κάτι επάνω στο οποίο αξίζει να σταματήσουμε, να παραμείνουμε ξανά, καθώς και η κατάσταση απόσπασης από τα πράγματα του κόσμου, που μας προτάθηκε και υποδηλώθηκε από τις ανατολικές φιλοσοφίες (η Ocampo μιλά για το ντάρμα του Τόμας Έντουαρντ Λόρενς), θα μπορούσε να αποκαλυφθεί πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αναγνώριση και αποδοχή μιας ανυπέρβλητης κατάστασης από την οπτική του μεμονωμένου ατόμου.

Είναι ένας ακούραστος αγώνας ενάντια στο «μισητό» εγώ Λόρενς που ο «άλλος κι όχι ο εαυτός του» Τ.Ε. οδηγεί για μεγάλο μέρος της ζωής, σύμφωνα με το βλέμμα της συγγραφέα. Μια αντιπαράθεση που γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις σελίδες του πιο σημαντικού και αποκαλυπτικού κειμένου της προσωπικότητας του Lawrence, των επτά πυλώνων της σοφίας, από την οποία θα παρθεί αργότερα και το σενάριο της ταινίας του David Lean.

Μια συστηματική αναζήτηση απομάκρυνσης από το εγώ λαμβάνοντας διαφορετικά ψευδώνυμα κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της ζωής του (μεταξύ των οποίων εκείνα των T.E. Smith, T.E. Shaw και John Hume Ross) αποκαλύπτει τη σαφή επιθυμία να εξαφανιστεί από τις σελίδες του άλμπουμ της οικογένειας της βρετανικής αυτοκρατορίας.

Ένας εξαιρετικά αντιφατικός χαρακτήρας τον οποίο υποδύθηκε μια συγγραφέας που υπήρξε εξίσου: αργεντινή από τη γέννησή της, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα υιοθέτησε τη γαλλική κουλτούρα και γλώσσα ως πνευματική πατρίδα κι έκφραση, ενώ η αριστοκρατική της προέλευση και το γεγονός ότι ήταν μια γνωστή αντίπαλος της κυβέρνησης του Juan Perón μεταξύ του 1946 και του 1955 (γι’ αυτό φυλακίστηκε το 1953), την ταυτοποίησαν για έναν συντηρητικό και ελιτιστικό πολιτιστικό προσανατολισμό, αν και οι προσωπικές της σχέσεις και η εκδοτική της δραστηριότητα την κράτησαν σε επαφή με πολλούς συγγραφείς διαφορετικών ιδεολογικών σφραγίδων. Πιθανώς ο πιο σημαντικός ρόλος της ήταν εκείνος, ξεκινώντας από το 1931, ιδρύτριας του περιοδικού «Sur», το οποίο θα δημοσίευε συγγραφείς αργεντίνους, όπως ο Jorge Luis Borges, ο Adolfo Bioy Casares, ο Ernesto Sábato και ο Julio Cortázar, και συνέβαλαν στη διάδοση προς το αργεντίνικο κοινό των γραπτών ξένων συγγραφέων, ιδίως γάλλων, άγγλων και αμερικανών.

Συχνά στο επίκεντρο των κοσμικών και λογοτεχνικών σκηνών, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η Victoria Ocampo (1890 – 1979) ήταν, όπως ο ήρωάς της, για τον οποίο είπε: «Βυθίζομαι στον Λόρενς. Τον αγαπώ. Αναπνέω … Το αίμα μου κυκλοφορεί καλά όταν τον διαβάζω. Τον θαυμάζω και είμαι ευτυχισμένη που υπήρξε», γοητευμένη και έλκονταν από το τίποτα. Το κενό εκείνης της απεριόριστης ερήμου που είχε περιβάλει τις πράξεις του λεπτού εγγλέζου που προορίζονταν να γίνει, περισσότερο από έναν γίγαντα, μια προμηθεϊκή φιγούρα της μεσανατολικής πολιτικής των πρώτων είκοσι χρόνων του εικοστού αιώνα, ο οποίος κατευθύνθηκε αμέσως προς την ήττα παρά τις αρχικές επιτυχίες.

Μια ζωή, εκείνη του Λόρενς, που χαρακτηρίζεται, στις μαρτυρίες όλων εκείνων που τον γνώρισαν και που αναφέρονται ευρέως στο κείμενο, από την προσπάθεια να ξεπεράσει τα φυσικά όρια της σωματικότητας μέσω ασκητικών πρακτικών (σωματική δραστηριότητα που προορίζεται να αντέξει τις πιο ακραίες κλιματικές και στρατιωτικές συνθήκες, σεξουαλικές και διατροφικές αποχές), στο όνομα της επιβεβαίωσης μιας ατομικότητας που, προφανώς, σκόπευε να απελευθερωθεί και από τα αναγραφικά όρια που επιβάλλει το όνομα (εξ ου και ο αριθμός καταχώρησης που αναφέρεται από τον τίτλο), αλλά ο οποίος απέτυχε, στην προσπάθειά του να πετάξει πάνω από την Ιστορία και την υλικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων και γεγονότων.

Όταν ο Λόρενς μιλάει για τους νεαρούς άγγλους που πολέμησαν μαζί του και για τους οποίους αισθάνεται ευτυχισμένος να είναι συμπατριώτης, αγανακτεί που θυσιάζονται όχι για να κερδίσουν τον πόλεμο, αλλά ώστε να μπορέσει η Αγγλία να διαθέτει σιτάρι, ρύζι και πετρέλαιο της Μεσοποταμίας.
Η νίκη επί του εχθρού ήταν απαραίτητη. Το έκαναν, λέει, ο Λόρενς. Αλλά ο πόλεμος που κέρδισε δεν σήμαινε σιτάρι, ρύζι και πετρέλαιο γι’ αυτόν. Υπερηφανεύεται, ως τη μεγαλύτερη δόξα του, ότι έσωσε, σε τριάντα μάχες, το αίμα των δικών του. «Όλες οι επαρχίες που υπόκεινται στην Αυτοκρατορία δεν άξιζαν έναν νεκρό νεαρό άγγλο για μένα» 1.

Είναι ο Lawrence του «Τίποτα δεν είναι γραμμένο», φράση που χαρακτηρίζει την κεντρική σκηνή της ταινίας του David Lean, όταν ο πρωταγωνιστής επιστρέφει για να τα βάλει με το «αμόνι του Αλλάχ» (το ξηρότερο μέρος της ερήμου Negev) στη διάρκεια του πιο ζεστού διαστήματος της ημέρας για να σώσει ένα βεδουίνο που χάθηκε κατά τη διάρκεια της νυχτερινής πορείας.
Σκηνή που προορίζεται να σηματοδοτήσει και το αποκορύφωμα της ταινίας και την τύχη της δράσης του Λόρενς αφού, για να αποτρέψει τη διάλυση του στρατού του που αποτελείται από διαφορετικές φυλές, στόχος του οποίου είναι να αιφνιδιάσει την οθωμανική φρουρά της Άκαμπα, θα είναι στη συνέχεια αναγκασμένος να σκοτώσει εκείνο τον ίδιο άνθρωπο που είχε σώσει. έτσι ώστε το αίμα του να μην πέσει στα χέρια, ήδη προσβεβλημένα, μιας φυλής διαφορετικής από εκείνη στην οποία ανήκε και έτσι να αποτρέψει την έναρξη μιας καταστροφικής και ατελείωτης διαμάχης.

Είναι σίγουρα ένα συμβολικό επεισόδιο ακόμη περισσότερο από πραγματικό, αλλά εξυπηρετεί τέλεια για να κατανοήσουμε την αδυναμία του ατόμου, ακόμη και της ισχυρότερης και πιο αποφασιστικής προσωπικότητας, μπροστά στις περιπτώσεις της Ιστορίας και των ουρανίων δυνάμεων που την κινούν, είτε αυτές ανήκουν στον ουρανό ή σε εκείνες της πολιτικής και των υλικών οικονομικών δυνάμεων.

Σίγουρα, ωστόσο, ολόκληρη η αφήγηση των επιχειρήσεων τoυ δικού μας επηρεάστηκε από τον «ανατολισμό», αποικιοκράτη και μετά από όλα ρατσιστή, για τον οποίο μιλούσε ο Edward Said 2 σχετικά με μια εικόνα των αραβικών και/ή των αποικιακών λαών που τους έβλεπε να καθοδηγούνται και να αφυπνίζονται από τους εκπροσώπους μιας πιο «σύγχρονης και προηγμένης» κοινωνίας: της ευρωπαϊκής ακριβώς. Έτσι, ενώ μεταξύ νοεμβρίου 1915 και μαρτίου του επόμενου έτους η συνθήκη Sykes-Picot είχε ήδη διαμορφωθεί, μια μυστική συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, η οποία καθόριζε τις αντίστοιχες σφαίρες επιρροής τους στη Μέση Ανατολή (ή Μικρά Ασία όπως ορίστηκε τότε) μετά την ήττα της οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η οποία επικυρώθηκε τον μάιο του 1916, ο Λόρενς μπορούσε ακόμα να επιδιώκει πατερναλιστικά τους δικούς του στόχους, έτσι όπως επισημαίνει η Ocampo λίγο μετά την προηγουμένως επαναλαμβανόμενη δήλωση: «Τι περίμενε λοιπόν; Σε τι στόχευε ντυμένος άραβας μεταξύ των αράβων και άγγλος μεταξύ των εγγλέζων; «Αν έχω δώσει πίσω στην Ανατολή [μας λέει] λίγο αυτοσεβασμό, έναν σκοπό, κάποια ιδανικά […], έχω καταστήσει, μέχρι κάποιο σημείο, αυτούς τους ανθρώπους κατάλληλους σε μια νέα «κοινοπολιτεία», ‘commonwealth’, όπου οι κυρίαρχες φυλές θα ξεχάσουν τις βάναυσες ενέργειές τους και όπου οι λευκοί, οι κόκκινοι, οι κίτρινοι, οι καφέ και οι μαύροι θα στέκονται δίπλα-δίπλα τοποθετώντας τους εαυτούς τους χωρίς προκατάληψη στην υπηρεσία του κόσμου»” 3.

Αλλά ήταν επίσης συνειδητοποιημένος του γεγονότος ότι ο πατερναλισμός του αποικιακού στιλ θα έπρεπε, με τη δύναμη των περιστάσεων, να εξακολουθήσει να λογαριάζεται με την πραγματική πολιτική του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας:

Η επίμονη επιθυμία του οι άραβες, ενωμένοι και ελεύθεροι, να μπορούν να κάνουν να αναγεννηθεί ο πολιτισμός τους, ως απαραίτητη νότα μεταξύ των άλλων, τονίζονταν καθώς προχωρούσε η εκστρατεία της ερήμου. Και στους άραβες είχε υποσχεθεί ακριβώς την ελευθερία στο όνομα της Αγγλίας. Οι άραβες δεν θα είχαν πολεμήσει για να περάσουν από τα χέρια των τούρκων σε εκείνα των βρετανών ή τους γάλλων, και ο Λόρενς το γνώριζε αυτό. Ήξερε επίσης ότι η σταθερότητα των υποσχέσεων της κυβέρνησής του ήταν αμφίβολη και βασίζονταν στο κύρος των αραβικών νικών για να απαιτήσει τη τήρησή τους αυτός ο ίδιος.
Σιγά-σιγά τα πράγματα μπλέχτηκαν. Ο Lawrence βασανίζονταν μεταξύ της πίστης στους ηγέτες του, στην πατρίδα του και της πίστης στους άραβες ηγέτες, στους άραβες που είχαν πιστέψει στον λόγο του και στο πρόσωπό του και που γι’ αυτό είχαν πάει να σκοτωθούν. Πιθανότατα δεν μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά για την εσωτερική του σύγκρουση στους μεν ή τους άλλους. Στο τριακοστό έτος του, φυλακισμένος αυτού του διλήμματος, και πριν εισέλθει στη Δαμασκό νικηφόρος, ο Λόρενς ήταν ήδη αηδιασμένος μιας δόξας που του φαίνονταν να βασίζεται στην εξαπάτηση […] «Οι άραβες με πίστευαν. Ο Allenby, ο Clayton [οι ανώτεροι του] με εμπιστεύονταν, ο σωματοφύλακας μου [που προέρχονταν από άραβες] πέθαινε για μένα. Άρχισα να αναρωτιέμαι αν η όποια δόξα βασίζονταν όπως η δική μου επάνω σε μια εξαπάτηση» 4.

Η θέληση, το ιδανικό, η εξαπάτηση και το κενό κατέληγαν σε εκείνο το σημείο συμπίπτοντας και ορίζοντας τον μοναδικό πιθανό χώρο δράσης για τον ήρωα, από τον ομηρικό και δαντέσκο Οδυσσέα έως τον βρετανό μυστικό πράκτορα που προοριζόταν να δράσει στη Μέση Ανατολή της πρώτης παγκόσμιας σύγκρουσης. Όπως έγραψε ο ίδιος ο Λόρενς στους Επτά πυλώνες της Σοφίας:

Όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Όσοι ονειρεύονται τη νύχτα στις σκονισμένες ντουλάπες του μυαλού τους, ανακαλύπτουν, όταν ξυπνήσουν, τη ματαιοδοξία αυτών των εικόνων. αλλά είναι εκείνοι που ονειρεύονται κατά τη διάρκεια της ημέρας επικίνδυνοι άνθρωποι, γιατί μπορεί να απαγγέλλουν το όνειρό τους με ανοιχτά μάτια, για να το κάνουν πραγματικότητα. Ήταν αυτό που έκανα εγώ. Είχα σκοπό να δημιουργήσω ένα νέο Έθνος, να αποκαταστήσω μια παρηκμασμένη επιρροή, να δώσω σε είκοσι εκατομμύρια Σημίτες τη βάση επάνω στην οποία να χτίσουν ένα εμπνευσμένο παλάτι ονείρων για την εθνική τους σκέψη. Ένας τόσο υψηλός σκοπός έκανε έκκληση στην εγγενή αριστοκρατία των συναισθημάτων, και τους ώθησε να αναλάβουν μια γενναιόδωρη πλευρά στην υπόθεση. Αλλά, όταν κερδίσαμε, κατηγορήθηκα ότι θέτω σε κίνδυνο τα βρετανικά κέρδη στα πετρέλαια της Μεσοποταμίας, και ότι καταστρέφω τη γαλλική αποικιακή πολιτική στο Λεβάντε 5.

Η επακόλουθες ιστορικές έρευνες έτειναν, σχεδόν όλες, να μειώσουν τον ρόλο του οδηγού και δημιουργού που ο Lawrence είχε την τάση να αποδίδει στον εαυτό του ή που του αποδόθηκε από τους πρώτους βιογράφους, μειώνοντάς τον συχνά, όπως αναφέρει ο Nemi D’Agostino σε ένα σημείωμα που προστέθηκε το 1974 στο πιο διάσημο έργο του, σε ένα αποτυχημένο ήρωα, του οποίου το ρομαντικό όνειρο παρέμενε συντηρητικό, ενώ η εκστρατεία του, εκτός από την επιτυχία που επιτεύχθηκε με την κατάκτηση της Άκαμπα, κατέγραψε μια σειρά αποτυχιών, που εξουδετερώθηκαν μόνο από την αγγλική προέλαση στο Σινά και την Παλαιστίνη, η οποία επέτρεψε τελικά στους άραβες την πολιτική νίκη της εισόδου στη Δαμασκό 6.

Σίγουρα, όμως, η ιδανική έλξη που άσκησε ο άγγλος κυνηγός της περιπέτειας στην αργεντινή συγγραφέα οδήγησε αυτή την τελευταία σε σκέψεις ψυχολογικής, φιλοσοφικής και λογοτεχνικής φύσεως, πολύ διαφορετικές από αυτές που εκτίθενται μέχρι τώρα.

“Ίσως το λάθος του ήταν να βυθιστεί στην απόρριψη. Αλλά μπορούμε να αποκαλέσουμε λάθος αυτό που αναμφισβήτητα υπήρξε το ντάρμα του; Όπως εκείνη του Arjuna στο πεδίο της μάχης, η ψυχή του ήταν απογοητευμένη. Τίποτα δεν μπορούσε να διαλύσει το άγχος που την παρέλυε. Όπως ο Arjuna, ο Lawrence δεν ήθελε πλέον ούτε νίκη, ούτε τιμές, ή ευχαρίστηση. Ήταν ένας κάτοικος των μεγάλων πεδιάδων. Και είναι σε αυτή την περιοχή, γεμάτη απουσίες, που πραγματοποιήθηκε η συνάντησή μας” 7.

Αν και όλα αυτά δεν μειώνουν καθόλου ένα βιβλίο που μπορεί εύκολα να προταθεί σε όσους έχουν υποστεί τουλάχιστον μία φορά τη γοητεία του άγγλου τυχοδιώκτη και της ερήμου, και εσωτερική, που πάντα συνόδευε την εικόνα του.

https://www.carmillaonline.com/2021/06/23/la-volonta-e-il-nulla/


  1. Victoria Ocampo, 338171 T. E., Eκδόσεις Settecolori, Milano 2021, σελ. 48  
  2. Edward Said, Orientalismo. L’immagine europea dell’Oriente, Ανατολικολογία. Η ευρωπαϊκή εικόνα της Ανατολής, Feltrinelli, Milano 2002  
  3. V. Ocampo, op.cit., σελ. 48-49  
  4. Op. cit., σελ. 49-50  
  5. T. E. Lawrence, I sette pilastri della saggezza, Bompiani, Milano 2002 (XXI edizione), p. 15  
  6. Nemi D’Amico, Nota (gennaio 1974) in T.E. Lawrence, Υπόμνημα, op.cit., σελ. 799-812  
  7. V. Ocampo, op.cit., σελ. 18 -19  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s