θεωρία, teoria

Mια κριτική στη κοινωνία της μόνιμης Αποκάλυψης

Δημοσιεύτηκε στις  · in Recensioni ·στις Κριτικές

του Sandro Moiso

Francesco “Kukki” Santini, Apocalisse e sopravvivenza. Considerazioni sul libro «Critica dell’utopia capitale» του Giorgio Cesarano e sull’esperienza della corrente comunista radicale in Italia, Αποκάλυψη και επιβίωση. Σκέψεις για το βιβλίο «Κριτική της ουτοπίας του κεφαλαίου» του Τζόρτζιο Τσεζαράνο και την εμπειρία του ριζοσπαστικού κομμουνιστικού ρεύματος στην Ιταλία (νέα αναθεωρημένη και διευρυμένη έκδοση), Edizioni Colibrì, Milano 2021, pp. 176, 15,00 euro

Αυτοί γεννήθηκαν για μια ζωή που μένει να επινοηθεί. στο μέτρο που έζησαν, είναι για αυτήν την ελπίδα που κατέληξαν να σκοτωθούν (Raoul Vaneigem, Banalità di base, Βασικά μικροπράγματα)

Επιστρέφοντας για μια στιγμή από την εξορία στο νησί της Πάτμου και αναγκασμένος να βάλει τα πόδια του στην τρέχουσα πραγματικότητα, ο ευαγγελιστής Ιωάννης σίγουρα θα εκπλαγεί να δει πώς η σύγχρονη ανθρωπότητα έχει συνηθίσει να ζει, αν και θα ήταν ίσως καλύτερα να πούμε να επιβιώνει, μέσα σε μια συνεχή αποκάλυψη: κλιματική, οικονομική, πολιτική, στρατιωτική, υγειονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική.
Μια αυθεντική κόλαση την οποία, αυτός που εξακολουθεί να αντιπροσωπεύεται στη χριστιανική εικονογραφία ως ο αετός, λόγω της προνοητικότητας και της βαθιάς οραματικής του ικανότητας, δεν θα μπορούσε να προβλέψει ούτε στους πιο τρομερούς εφιάλτες του.

Αυτή η επίγεια Αποκάλυψη, η οποία δεν έχει εξελιχθεί ακόμη σε οριστικό αγώνα μεταξύ του Καλού και του Κακού, παρόλο που εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει κατά τη διάρκεια των αιώνων λόγω πολιτικοστρατιωτικών και θρησκευτικών σταυροφοριών που υποσχέθηκαν, από διάφορες και αντικρουόμενες οπτικές, τον θρίαμβο του πρώτου επί του δευτέρου, είχε, όμως και από τις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα του εικοστού αιώνα, έναν πρόδρομο, ακολουθούμενο από έναν μικρό αριθμό οπαδών, στον Giorgio Cesarano.

Όπως αναφέρει ο Francesco «Kukki» Santini συνοψίζοντας το έργο του Giorgio Cesarano (1928-1975) με τίτλο, ακριβώς, Αποκάλυψη και ΕπανάστασηApocalisse e Rivoluzione (με τον Gianni Collu, όπως βεβαιώνεται από τη σελίδα τίτλου του χειρογράφου, Dedalo, Bari 1973):

Σύμφωνα με τον Cesarano, οι εποχές των καπιταλιστικών αντιθέσεων στενεύουν, και είναι απαραίτητο η επαναστατική διαλεκτική να πιέσει την καταστροφική διαδικασία στην οποία το κεφάλαιο συγκρούεται με τα θερμοδυναμικά όρια της βιόσφαιρας, προετοιμάζοντας αποκαλυπτικές συνέπειες.
Όλες οι ιστορικές αντιφάσεις αθροίζονται για να σχεδιάσουν την προοπτική της τελικής σύγκρουσης που αντιπαραθέτει το κεφάλαιο – το οποίο έχει αποικήσει όχι μόνο τη φυσική προέκταση του Πλανήτη αλλά και την εσωτερικότητα των σκλάβων του – στο ανθρώπινο είδος. Βιώνουμε τις πρώτες φάσεις της «βιολογικής επανάστασης», απάντηση της ζωντανής σωματικότητας ενάντια στον κίνδυνο εκμηδένισης και υπέρβασης των ορίων όλων των «ιστορικών» επαναστάσεων.
Στη κίνηση του, το κεφάλαιο πραγματοποιεί τη διαδικασία της επανένταξης που εγκαινιάστηκε, από την μακρινή ακόμη περίοδο αρχής του είδους, από τον υφιστάμενο συνδυασμό του βιολογικού σώματος – αδύναμου και ανυπεράσπιστου μπροστά στην τρομακτική και εχθρική φύση – με το εργαλείο -πρόθεση. Από αυτήν την πρωταρχική αλλοτρίωση και μετά, το εργαλείο-πρόθεση συνέχισε να αναπτύσσεται εις βάρος της σωματικότητας και της ευαισθησίας του είδους, γενόμενο το UT που υποτάσσει κάθε «ιστορική» ανάπτυξη στον εαυτό του. Η αρχαία αλλοτρίωση του «νοήματος» της ζωής, την οποία οι κυρίαρχες θρησκευτικές και στρατιωτικές κάστες τείνουν να οικειοποιηθούν, δημιουργεί τη συσσώρευση σημείων-σημαδιών και συμβόλων που σχηματίζουν τη γλώσσα, χωρισμένη από το σώμα του είδους και τις ανάγκες επικοινωνίας του. Η δεσμευμένη γλώσσα, που έχει υποστεί απαγωγή, με τη σειρά της παράγει το Εγώ που διαχωρίζεται από το ασυνείδητο, από το απωθημένο, από την «ενστικτώδη» επιθυμία, ως εκπρόσωπο του καθήκοντος-του πρέπει να είναι, και του κοινωνικού κανόνα, τυπικών μιας συλλογικής ιστορικής εμπειρίας που βασίζεται στην εργασία και την ταλαιπωρία 1.

Ας σταματήσουμε για λίγο, μόνο για να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με όσα μόλις αναφέρθηκαν εδώ.
Αυτό που θα γινόταν ένα από τα μανιφέστα της ιταλικής ριζοσπαστικής κριτικής 2, συνοδευόμενο από το επακόλουθο Manuale di sopravvivenza, Εγχειρίδιο της επιβίωσης (Dedalo, Bari 1974 και Bollati Boringhieri, Tορίνο 2000), είχε ήδη συλλέξει μέσα του διάφορα ερεθίσματα προερχόμενα από τη δουλειά του Jacques Camatte για το γένος-gemenweisen, (οργανική ανθρώπινη κοινότητα), και το ολοκληρωτικό κεφάλαιο, από την ιδέα της γλώσσας ως ιού που πάρθηκε από το έργο του William Burroughs-Ουίλιαμ Μπάροουζ και από τις καταστροφικές προβλέψεις που περιλαμβάνονταν στην έκθεση που ανέθεσε η Λέσχη της Ρώμης-Club di Roma στο MIT και δημοσιεύτηκε το 1972 με τον τίτλο The Limits of Development-I limiti dello sviluppo, τα όρια της ανάπτυξης.

Χωρίς να αφεθεί να φυλακιστεί από τη σκέψη που περιέχεται στο έργο των δύο συγγραφέων ή των αμερικανών ερευνητών που έγραψαν την Έκθεση, ο Cesarano προκαλούσε και άνοιγε τον προβληματισμό προς μονοπάτια που ακόμα δεν είχαν εξερευνηθεί από την παραδοσιακή επαναστατική σκέψη. Έτσι, είναι δυνατό να κατανοήσουμε σήμερα, σε εκείνες τις λίγες γραμμές, τις ρίζες των διαδοχικών επεξεργασιών του πριμιτιβισμού του John Zerzan ή των επεξεργασιών που θα ακολουθούσαν στη συνέχεια σχετικών με το πέρασμα των γνώσεων από την εργατική τάξη στο ανθρώπινο είδος στο σύνολο του των καθηκόντων του αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και την παρασιτική και θανατηφόρα ανάπτυξή του.

Ωστόσο προκαταλαμβάνοντας, ήδη από τότε, μια κριτική του καταστροφισμού καπιταλιστικής κοπής, η οποία, αποφεύγοντας το πρόβλημα της ταξικής σύγκρουσης, που δεν μπορεί να εξαλειφθεί από τις σχέσεις παραγωγής και από τις επιλογές χρήσης των πόρων, θα ερχόταν, στις μέρες μας, να αναβιώσει τον πράσινο καπιταλισμό και την επανεύρεση του πυρηνικού ως «καθαρής» ενέργειας.
Άλλωστε, τις τελευταίες ημέρες, η καταγγελία του υπουργού για την Οικολογική Μετάβαση της πιθανής αύξησης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 40% δεν έκανε άλλο από το να παρατείνει τον συναγερμό ασφάλειας στον οποίο βασίστηκαν για χρόνια, σε μια αυθεντική επιδημική διαδοχή συνεχών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, οι κυβερνήσεις για να διατηρήσουν, με τον φόβο, την εξουσία τους επί των κυβερνημένων, χωρίς να χρειάζεται ποτέ να αμφισβητήσουν τον τρόπο παραγωγής που προκαλεί πραγματικά καταστροφές και μη βιώσιμα απόβλητα, φθορές και σπατάλες για το είδος και τον πλανήτη. Πράγματι, αν μη τι άλλο, κατηγορώντας το είδος στο σύνολό του μέσω της διατύπωσης της θεωρίας του Ανθρωπόκαινου, αντί να αποφεύγει να μιλήσει, πιο σωστά, για Κεφαλαιόκαινο 3.

Η επανάσταση, όπως παραδοσιακά η υψηλή μαγεία και η θρησκεία, αντιμετωπίζει τον εξωτερικό εχθρό μέσω πραγματικού πολέμου. Αυτή δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη σύγκρουση με όλες τις εικόνες του Εαυτού, που τον αναπαράγουν κατά την ομοιότητα του κεφαλαίου ως ποσότητα αξίας σε διαδικασία, σύμβολο, ρόλο, λειτουργία της απουσίας ζωής, που εισάγεται στην κοινωνία στην οποία κυκλοφορεί και πραγματοποιείται ( ή απαξιώνεται) ως άυλο εμπόρευμα και όχημα της γλώσσας.
Το κεφάλαιο, από την άλλη πλευρά, μοιράζεται τα περιεχόμενα της μετάνοιας και του χιλιασμού με τη θρησκεία: αφενός απειλεί την αποκάλυψη, αφετέρου καλεί κοντά του το είδος ως ένα κοπάδι επιβίωσης, πλαισιωμένο από τις νέες νεοχριστιανικές ιδεολογίες της αμφιβολίας, το προβλήματος, της αυτοκριτικής.
Η παραγωγή ανθρώπων νέου τύπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πλανητικού σχεδίου τoυ λιμού: μεταφορά του μεγαλύτερου όγκου της παραγωγής υλικών αγαθών στην περιφέρεια του καπιταλιστικού κόσμου και αντικατάστασή του από τον αποικισμό της εσωτερικότητας και τη δημιουργία νέων αντίστοιχων εμπορευμάτων (κοινωνικοί ρόλοι, φάρμακα, θεραπευτικές κοινότητες, υπηρεσίες) 4.

Ο Santini έγραφε πριν από δεκαετίες για ένα βιβλίο που εμφανίστηκε το 1973, αλλά θα ήταν αρκετό να προσθέσουμε στη λίστα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία σήμερα έχουν κυριολεκτικά αποικίσει το μυαλό και το φαντασιακό του είδους, για να έχουμε μια πλήρη εικόνα της Αποκάλυψης σε εξέλιξη και της ανάγκης να ξεπεραστεί η απλή επιβίωση με μια επαναστατική αναστροφή. Αν και, προς το παρόν, φαίνεται κάπως μακρινή από το να φθάνει.

Εκείνη την εποχή, η ίδια η «ένοπλη» επιλογή φαινόταν να προβάλλει ακόμη τους αγωνιστές μέσα στον κόσμο της αφού με αυτόν τον τρόπο ο πραγματικός πόλεμος αντικαθιστούνταν με την αυτο-αξιοποίηση μέσω της αιματηρής θυσίας και του τελετουργικού ηρωισμού, αλλά, πάντα σύμφωνα με τον Cesarano, η προοπτική του κεφαλαίου για οριστική υποταγή του είδους, κάνοντάς το να μιλάει με τη δική του φωνή, επρόκειτο να αποτύχει.

Το κίνημα της επανάστασης, αν και με την απαραίτητη αλλά όχι αναπόφευκτη καθυστέρηση των ατυχημάτων του πάθους, αν και με τις απώλειες που προκλήθηκαν από την απελπισία και τη μοναξιά λόγω της ανάγκης να επινοήσει τον εαυτό του άμεσα και να μην υποχωρήσει από τα επίπεδα της ριζοσπαστικότητας που επιτεύχθηκαν, ετοιμάζεται να αποκαλύψει το ψεύτικο του πλασματικού κόσμου στον οποίο κάθε σώμα αποσπάται από το είναι και καταργείται, και, περνώντας μέσα από όλες τις ιδεολογίες και τις μεταμφιέσεις του ανόργανου που έγινε άνθρωπος, πλησιάζει στην τελική μάχη και τη νίκη 6.

Το δράμα που προκύπτει από την ανάγνωση της ανθολογίας των κειμένων του Φραντσέσκο Σαντίνι, που προτάθηκε από τον πάντα διεγερτικό και προσεκτικό Eκδοτικό Οίκο Colibrì, αναδύεται όμως από το γεγονός ότι μπροστά σε τόσο κριτική και πολιτική αποφασιστικότητα οι κυριότεροι πρωταγωνιστές εκείνης της σεζόν (Eddy Ginosa το 1971, ο Giorgio Cesarano το 1975 και ο ίδιος ο Santini το 1996) αποφάσισαν όλοι, με έναν αποφασιστικά τελειωτικό τρόπο, να μην υποκύψουν στη μετριότητα της στιγμής, όπως ακριβώς θα είχε κάνει ο Guy Debord, ένας από τους βασικούς εμπνευστές τους, το 1994.

Το Je mange pas de ce pain-la Δεν τρώω αυτό το ψωμί του Benjamin Péret, γίνονταν μια απόλυτη επιταγή, τέτοια ώστε να διασφαλίσει ότι η σπασμωδική προσδοκία του γεγονότος της επανάστασης να λήξει, λόγω της παρατεταμένης απουσίας της, που συνέπεσε με τη στωική απόφαση να αποκηρύξει μια μη ζωή, της οποίας η μοναδική αξία, για όσους την έζησαν συνειδητά, θα μπορούσε να αποτελείται μόνο από κατάθλιψη και αίσθημα αδυναμίας. Όχι παράδοση λοιπόν, αλλά ακραία επιβεβαίωση της ετερότητας απέναντι σε έναν κόσμο που δεν είναι ακόμη έτοιμος να λάβει τον ριζοσπαστισμό ενός μηνύματος που, από την άλλη πλευρά, η μπουρζουαζία της εποχής είχε ήδη αντιληφθεί και καταστείλει μέσω συλλήψεων και κατηγοριών συμμετοχής στα πιο σκοτεινά του σχέδια, ακριβώς προς τους αναρχικούς και προλεταριακούς κύκλους, στους οποίους η ριζοσπαστική κριτική, ενώ διεκδικούσε την κομμουνιστική φύση της, είχε βρει μεγαλύτερη ακρόαση και αποδοχή.

Μεταξύ των αναδημοσιευμένων κειμένων, εκτός από αυτό που περιέχεται ήδη στην Χρονολογία της ζωής-Cronologia della vita και τα έργα που εισήγαγε ο τρίτος τόμος των πλήρων έργων του Giorgio Cesarano, που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο Critica dell’Utopia Capitale-Kριτική της Ζωτικής Ουτοπίας για λογαριασμό του πολιτιστικού συλλόγου «Centro d’iniziativa, Κέντρο πρωτοβουλίας Luca Rossi», συμπεριλαμβάνονται διάφορες συνεισφορές του Santini που εμφανίστηκαν στο περιοδικό« Insurrezione-Εξέγερση» και σε άλλες συγκυρίες. Μεταξύ αυτών η πιο σημαντική είναι ακριβώς εκείνη που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο και στην οποίο ο συγγραφέας, ξεκινώντας από την αυτοκτονία του Cesarano, σημειώνει μια ιστορία της προέλευσης και των εξελίξεων της ιταλικής ριζοσπαστικής κριτικής, υποδεικνύοντας τις ρίζες της στο κίνημα του 1968, στην Καταστασιακή Διεθνή και στα πιο διαυγή ρεύματα της κομμουνιστικής σκέψης, συμβουλιακής και αναρχικής, ακόμα κι αν, με πιο προσεκτική εξέταση, η ριζοσπαστική κριτική διέφερε από όλα αυτά.

Όχι μόνο ιστορία, αλλά και απαραίτητη κριτική εκτίμηση μιας εμπειρίας που χάνοντας σε μεγάλο βαθμό το αποφασιστικό ραντεβού με αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει την ουσιαστική επιβεβαίωση των προσδοκιών της, δηλαδή το κίνημα του ’77, έληξε, σύμφωνα με τον Santini, πολύ συχνά με το κλείσιμο στον εαυτό της, μαραίνοντας. Όπως γράφει ξανά:

Προς το τέλος του ’76, ενώ οι μικροί πυρήνες «ριζοσπαστών» που βρίσκονταν σε διάφορες ιταλικές πόλεις έτειναν να υιοθετήσουν μια στάση κενής ανωτερότητας που θα τους καθιστούσε ανίκανους να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε αποτελεσματική παρέμβαση, υπήρχαν ευκαιρίες συνάντησης με τους Κύκλους του Νεανικού Προλεταριάτου- Circoli del Proletariato Giovanile και την ανερχόμενη Αυτονομία.
[…] Ξεκινώντας από τα τέλη του ’76, με την εμπειρία των Κύκλων του Νεανικού Προλεταριάτου, που προαναγγέλθηκαν από τις συγκρούσεις την άνοιξη του ’75, η ιταλική κατάσταση άνοιξε γρήγορα, προσφέροντας για άλλη μια φορά στους επαναστάτες πλούσιες ευκαιρίες για κοινωνική επικοινωνία.
Η εμφάνιση στη σκηνή της πολιτικής της Εργατικής Αυτονομίας δεν ήταν από μόνη της μια καινοτομία. Στην πραγματικότητα, η Αυτονομία μπορεί δικαίως να θεωρηθεί τίποτα άλλο παρά μια μορφή επακόλουθης αριστερής στράτευσης. Η εξήγηση για την επιτυχία της Αυτονομίας έγκειται ουσιαστικά στην σαφή επιλογή της πρακτικής της παρανομίας και βίας από πλευράς της. Η αναταραχή που προκλήθηκε στο πολιτικό σκηνικό από τις αυτόνομες ομάδες άνοιξε ένα πέρασμα μέσα στο οποίο μπόρεσαν να εισβάλλουν και να το διαπεράσουν οι αγριεμένοι των μητροπόλεων..
[…] Τα μεγάλα κινήματα της Ρώμης και της Μπολόνια τους πρώτους μήνες του ’77 εκπλήρωναν το όνειρο για τις μεγάλες ένοπλες εξεγέρσεις έξω και ενάντια στα πολιτικο-συνδικαλιστικά rachet που διαβρώνονταν από τους ριζοσπάστες για πολλά χρόνια. Το 1977 δεν είχε το εύρος, το κοινωνικό βάθος και τη διάρκεια του προηγούμενου κινήματος του 1967-1969. Ωστόσο, επέφερε μια ακόμη πιο ευνοϊκή κατάσταση για τον ριζοσπαστικό κομμουνισμό.
Εν τω μεταξύ, αυτή τη φορά η μαχητική-στρατευμένη πολιτική των ομάδων – που για πολλά χρόνια αποτελούσαν μια τροχοπέδη και ένα μπλοκάρισμα με το οποίο, θέλοντας η μη, οι επαναστάτες έπρεπε να λογαριαστούν – χτυπήθηκε αμέσως από την άγρια ​​και κοροϊδευτική κριτική ενός κινήματος που εξέφραζε ως δική του προϋπόθεση την ανάγκη να παλέψει για τον εαυτό του, για τη ζωή του καθενός, ενάντια στη θυσία, την πλήξη, την εργασία, για να αλλάξει αμέσως τον εαυτό μας, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα ανοιχτά την πολιορκία του κόσμου των εμπορευμάτων. Επιπλέον, αυτή τη φορά, το σταλινικό μπλοκ ΚΚΙ-CGIL που αναγνωρίστηκε ως ο εχθρός. τάχθηκε αμέσως ανοιχτά ενάντια στο κίνημα και, για πρώτη φορά, έχασε τελείως τον έλεγχο της πλατείας, των δρόμων 7.

Για τον Φραντσέσκο Σαντίνι, όπως και για τη ριζοσπαστική κριτική πριν και για το περιοδικό «Insurrezione» στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η μαγνητική βελόνα της επαναστατικής πολιτικής πυξίδας έπρεπε πάντα να κατευθύνεται-απευθύνεται στην κατεύθυνση των εξεγερτικών επεισοδίων, βίας και παρανομίας (όπως επιβεβαιώνεται περαιτέρω από τα γραπτά για τον comontismo, τα οποία χαρακτηρίζονταν από το ότι ήταν μαζικά και συχνά αυθόρμητα, σχεδόν πάντα με το μητροπολιτικό νεανικό προλεταριάτο στο ρόλο του βασικού πρωταγωνιστή.

Μια αντίληψη που έβλεπε στον επαναστάτη εκείνον που ήξερε να καταλαβαίνει και να παρακολουθεί με προσοχή (αν δεν είναι σε θέση άμεσης συμμετοχής) όλες τις πιθανές προσδοκίες της επανάστασης που έρχονταν, όσο προσωρινές και παροδικές κι αν ήταν, με σκοπό να καταρτίσει έναν αυθεντικό άτλαντα των εξεγερμένων πόλεων και της πορείας προς την απελευθέρωση του είδους από τον τρέχοντα κυρίαρχο τρόπο παραγωγής. Ένα γεγονός που, όπως μας διδάσκουν οι μέρες μας, θα μπορούσε να καταστεί ξανά απαραίτητο στο άμεσο μέλλον μας, σε κάθε γωνιά του κόσμου και σε κάθε συγκυρία ανιχνεύσιμη στη σύγκρουση μεταξύ του είδους και του κεφαλαίου.

Η Ιταλία της Ρώμης και της Μπολόνια του ’77 προστέθηκε, ως νέο εξεγερτικό εργαστήριο, στο Ντιτρόιτ, το Stettino, το Γκντανσκ, το Μπέλφαστ, το Όκλαντ, το Τορίνο του Κόρσο Τραϊάνο, το Παρίσι του μαίου και πολλές άλλες πόλεις σε εξέγερση, όπως η Μινεάπολη σήμερα, Βηρυτός, Σαντιάγκο της Χιλής, Βαρκελώνη, Χονγκ Κονγκ, οι γαλλικές πόλεις στις οποίες εισέβαλαν τα κίτρινα γιλέκα και οι νεαροί από τα banlieues, προάστια, και πολλές άλλες εξακολουθούν να σηματοδοτούν και θα σημαδεύουν με ακρίβεια το μονοπάτι στον οδικό άτλαντα της επανάστασης. Η οποία, αναπόφευκτα, και όλο και περισσότερο, δεν μπορεί παρά να είναι ανώνυμη και τρομερή.

Και μονάχα γι’ αυτόν τον λόγο, το κείμενο που προτείνεται εδώ θα πρέπει να διαβαστεί από όποιον θέλει να τοποθετηθεί στην σωστή πλευρά των οδοφραγμάτων του σήμερα και του αύριο. Με τη βεβαιότητα ότι μόνο η υπόσχεση για άπειρη ανάπτυξη του καπιταλισμού συνιστά από μόνη της μια απατηλή ουτοπία, σε αντίθεση με αυτά που πολλοί υπηρέτες του σκοπού του ήθελαν πάντα να μας κάνουν να πιστεύουμε, για να πριονίσουν τα πόδια του φαντασιακού και της ουσιαστικότητας της εγκυρότητας της επανάστασης.


  1. Francesco “Kukki” Santini, Esposizione sintetica degli scritti teorici e d’intervento di Giorgio Cesarano, Appendice 1 a F. “Kukki” Santini, Apocalisse e sopravvivenza, Έκθεση των θεωρητικών γραπτών και παρεμβάσεων του Giorgio Cesarano, Προσάρτημα 1 στο F. «Kukki» Santini, Αποκάλυψη και επιβίωση, Edizioni Colibrì, Milano 2021, pp. 90-91  
  2. Της οποίας έγινε λόγος ήδη εδώ qui su Carmilla  
  3. Όπως προτείνει αντ’ αυτού ο Jason W. Moore στο Antropocene o Capitalocene? Scenari di ecologia-mondo nell’era della crisi planetaria, Ανθρωπόκαινο ή Κεφαλαιόκαινο; Σενάρια οικολογίας-κόσμος στην εποχή της πλανητικής κρίσης, Ombre Corte, Verona 2017  
  4. F. “Kukki” Santini, op. cit. pp.91-92  
  5. Σχετικά με τη ριζοσπαστική κριτική στην εμπειρία του ένοπλου αγώνα, δείτε και πάλι Αλεξικέραυνα και σωσίες, Parafulmini e controfigure, ειδικό τεύχος του περιοδικού «Insurrezione», μάιος 1979 εδώ qui ή ολόκληρο το βιβλιαράκι, που περιέχει αποσπάσματα από το Τρομοκρατία ή επανάσταση-Terrorismo o rivoluzione του Raoul Vaneigem (1972) και από την Αποκάλυψη και Επανάσταση-Apocalisse e Rivoluzione (1973), που αναδημοσιεύτηκε με τον ίδιο τίτλο από τις Eκδόσεις Anarchismo στη σειρά «Προσωρινά βιβλιαράκια» με τον αριθμό 28 και έφθασε στην τρίτη έκδοση τον νοέμβριο του 2013
  6. F. K. Santini, Esposizione sintetica degli scritti teorici e d’intervento di Giorgio Cesarano, Appendice 1, Περίληψη των θεωρητικών γραπτών και παρεμβάσεων του Giorgio Cesarano, Προσάρτημα 1, op.cit., p. 92  
  7. Francesco “Kukki” Santini, La grande occasione del’77, in Apocalisse e sopravvivenza, Η μεγάλη ευκαιρία του ’77, στην Αποκάλυψη και επιβίωση, op.cit., pp. 73-74  

TAGGED WITH → ’68 • ’77 • antropocene • Apocalisse • Apocalisse e Rivoluzione • autonomia operaia • banlieues • Barcellona • Beirut • Belfast • Benjamin Péret • Bologna • Capitale • capitalocene • carestia • catastrofismo • classe operaia • Comontismo • Corso Traiano • Critica dell’Utopia Capitale • critica radicale italiana • Danzica • Detroit • Eddy Ginosa • Edizioni Colibrì • Francesco Kukki Santini • gilets jaunes • Giorgio Cesarano • Giovanni evangelista • green capitalism • Guy Debord • Hong Kong • I limiti dello sviluppo • illegalità • Jacques Camatte • John Zerzan • lingua • lotta armata • Manuale di sopravvivenza • Minneapolis • modo di produzione • Oakland • Parigi • Patmos • proletariato giovanile • Rivoluzione • Roma • Santiago del Cile • specie umana • Stettino • Torino • violenza • William Burroughs

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s