αυτονομία, autonomia

Εργατική αποξένωση

Για να πολεμήσει το κεφάλαιο, η εργατική τάξη πρέπει να πολεμήσει τον εαυτό της
καθόσον κεφάλαιο
.
Mario Tronti, Obreros y capital. Εργάτες και κεφάλαιο

Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970, η σχέση μεταξύ εργατών και αφεντικών,
στη FIAT του Τορίνο, και γενικότερα στα ιταλικά εργοστάσια, που ήταν πάντα τεταμένη, έπεσε κατακόρυφα μέχρι να φτάσει σε ένα σημείο ρήξης
μη αναστρέψιμο από το 1973. Η εταιρεία αυτοκινήτων αντιμετώπιζε
δυσκολία στην άσκηση της αντεξεγερτικής πολιτικής της:
σημαντικές μεταθέσεις εργατών, υφέρπουσα ρομποτοποίηση, απολύσεις
στην αλυσίδα, αποκέντρωση παραγωγής, συνεργασία με
τα συνδικάτα για τον έλεγχο και τον περιορισμό της εργατικής ανυπακοής.
Ο ρητός στόχος της ηγεσίας των αφεντικών ήταν να καταστρέψει την πολιτική οργάνωση του ισότιμου εργάτη – αυτή που επινοήθηκε από τον
εργάτη-μάζα κατά την προηγούμενη δεκαετία—με σκοπό, να εκμηδενίσει τα επίπεδα δύναμης του και να σπάσει τον «εργατικό έλεγχο» επί της οργάνωσης της εργασίας, που είχε επιβληθεί στα εργοστάσια χάρη στον αγώνα. Ωστόσο, αντιμέτωποι με την αδυναμία του κεφαλαίου να παράγει αυτό το αποτέλεσμα βραχυπρόθεσμα, οι στρατηγοί του επέλεξαν να παρακάμψουν το εμπόδιο, επιτιθέμενοι
στη «τεχνική σύνθεση» της τάξης, προχωρώντας σε ένα σταδιακό άδειασμα

48 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

λειτουργιών του μεγάλου εργοστασίου, για να διαχυθεί αυτό σε όλη την επικράτεια. Έτσι, στόχος ήταν να φτάσει σε ένα επίπεδο εκμετάλλευσης και
ολοκληρωμένου ελέγχου, τόσο με τον κατακερματισμό της παραγωγής σε αμέτρητες
μικρές επιχειρήσεις, όπως και καθιστώντας την ίδια την επικράτεια άμεσα παραγωγική μέσω μιας βίαιης και ταχείας διείσδυσης
της λογικής της καπιταλιστικής αξιοποίησης της ίδιας της ζωής, σε όλους τους τομείς
της κοινωνίας. Ένα παραγωγικό μοντέλο που πραγματοποιήθηκε μόνο στη
δεκαετία του 1980, αμέσως μετά την ήττα των αυτόνομων κινημάτων. Ο ρόλος των συνδικάτων ήταν να αδειάσουν την αυτονομία των εργατών
μέσω μιας γραφειοκρατικής χρήσης των Συμβουλίων του Εργοστασίου και όλων
των άλλων δομών επιφορτισμένων με τον έλεγχο των εργατών, ένα χαλινάρι
οι δυνάμεις αυτές μέσω των οποίων προσπάθησαν να μεσολαβήσουν και να εκτρέψουν τις ισχυρές
εξεγερτικές παρορμήσεις που προέρχονταν από το εργοστάσιο. Σίγουρα ο
ρόλος του Κράτους σε όλη αυτή την αναταραχή θα έπρεπε να είναι και όντως ήταν κεντρικός. Αυτό παρήγαγε μια επιτάχυνση στην εμβάθυνση
των πιο αυστηρά «πολιτικών» θεματικών στο Κίνημα, κάτι
που, συγκεκριμένα, σήμαινε τίποτα λιγότερο από μια μετωπική αντιπαράθεση με τους κυβερνητικούς μηχανισμούς σε όλα τα επίπεδα και με
όλα τα μέσα.

Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η FIAT του Τορίνο, εκείνη την εποχή το μεγαλύτερο εργοστάσιο της Ευρώπης με περίπου 150.000 εργαζόμενους, αντιπροσώπευε το πρίσμα μέσα από το οποίο διαμορφώθηκαν όλες οι άλλες μορφές
παραγωγής και αγώνα που διεξήχθησαν στη χώρα. Γι’ αυτό,
o θρίαμβος ή η ήττα στη FIAT είχε στρατηγική σημασία. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, για όσους αγωνίζονταν στο εργοστάσιο και έξω από αυτό,
σίγουρα δεν ήταν «το εθνικό συμβόλαιο» που ήταν πραγματικά μέσα
στο παιχνίδι και, παρά τις εξαγγελίες, μήτε οι αυξήσεις στους μισθούς οι οποίες δεν ήταν πλέον ίσες για όλους, αν και αυτό ήταν το σύνθημα του Θερμού Φθινοπώρου. Πολύ λιγότερο αφορούσε την κατάκτηση συνθηκών
καλύτερης εργασίας, αλλά τη δυνατότητα, ή όχι, να κρατηθεί ανοιχτή και
να διευρυνθεί ξανά η στενή πόρτα μέσα από την οποία μια επανάσταση κατά της
εργασίας, που προσδιορίζονταν όλο και πιο αποφασιστικά ως μια επανάσταση
εναντίον του Κράτους, θα μπορούσε να συνεχίσει να επιβάλλεται.

Πολλοί επαναστάτες εργάτες σκέφτονταν ότι η μάχη εκείνη την εποχή σήμαινε
να αντιστέκονται, δηλαδή, να μην επιτρέψουν στο αφεντικό να αναδιαρθρώσει την παραγωγή
και διατηρώντας τα επίπεδα ισχύος τους εντός του εργοστασίου, ορμώμενοι
με αυτόν τον τρόπο σε έναν αμυντικό αγώνα, ίσως ένοπλο, που θα επιβεβαίωνε την
άκαμπτη εργατική ταυτότητα τους. Ωστόσο, οι αγώνες που

Cesura: el partido de Mirafiori 49

πραγματοποιούνταν στην Ιταλία, υπαινίσσονταν, αντίθετα, τόσο την εργατική άρνηση της
αναπαραγωγής ως διαθέσιμης εργατικής δύναμης —δηλαδή, ως κεφάλαιο—, καθώς και την επέκταση της σύγκρουσης έξω από τα εργοστάσια
. Επιπλέον, η
πάντοτε ανανεωμένη ανακάλυψη συνίστατο στο ότι το Κράτος δεν ήταν μια
ουδέτερη φιγούρα, «πάνω από τα μέρη», αλλά ένας θεμελιώδης παράγοντας
της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, ο αγώνας του εργοστασίου στη δεκαετία του 1970 δεν είναι πλέον διαμορφωμένος ως ένας αποκλειστικά οικονομικός αγώνας και
προβάλλεται τελικά στο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα: αγώνας ενάντια στην παραγωγή και ενάντια στην εντολή της επιχείρησης, για να αρνηθεί τον εαυτό της ως εργατική τάξη και
να περάσει στην επίθεση της Κρατικής εξουσίας
.

Στην Ιταλία το εργοστάσιο βρίσκονταν στο λυκόφως του, ήταν η αυγή της διάχυτης μητρόπολης. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν σήμαινε το τέλος της εργασιακής σύγκρουσης, αλλά μάλλον ότι επρόκειτο να εξαπλωθεί γρήγορα σε όλη την κοινωνία,
διαπερνώντας κάθε συγκεκριμένο αγώνα με το σοφό μείγμα αυτοοργάνωσής της, φαντασίας και δύναμης. Όλες οι θέσεις, θεσμικές
ή/και ένοπλες, οι οποίες αντίθετα επέμεναν στη διατήρηση των
επιπέδων εργατικής δύναμης μέσα στα εργοστάσια, ήταν χαμένες
μεσοπρόθεσμα. Επιπλέον, καθεμία από τις μορφές οργάνωσης που
αναπτύχθηκαν στο Εργατικό Κίνημα απορροφήθηκαν μέσα στο
παράδειγμα της κυβερνησιμότητας.

Η οργανωμένη εργατική Αυτονομία παρέμεινε, για ορισμένο χρονικό διάστημα,
να κρέμεται πάνω από αυτό το διχάλα, ίσως ήταν πολύ αργά, γύρω
στο έτος 1977 και ωθούμενη από το Κίνημα, να προσπαθήσει να αναπτύξει
πιο προσεκτικά την επιλογή του μητροπολιτικού αγώνα, και να φανταστεί άλλες λύσεις στην εργασιακή σύγκρουση, ενώ η γενναιοδωρία
των στρατευμένων της εργατικής αντίστασης, στην πραγματικότητα, δεν έσωσαν ούτε την τάξη ούτε
τα εργοστάσια. Σε κάθε περίπτωση, η εργατική ακαμψία, σε συνδυασμό με τις
αυτόνομες συμπεριφορές οδήγησαν στην επινόηση μιας ολόκληρης σειράς από
τεχνικές πάλης, δολιοφθοράς, αντιπαραγωγής, εσωτερικού ανταρτοπόλεμου, που καθόρισε μια άνευ προηγουμένου κατάσταση ακυβερνησίας
στα εργοστάσια.3
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η ήττα του «μακρού
ιταλικού μάη» σφραγίστηκε ακριβώς όταν, το έτος 1980, η FIAT,
αφού έδιωξε τους πιο μάχιμους αγωνιστές, χάρη στην
άνευ όρων παράδοση των συνδικάτων και του PCI-ΚΚΙ, κατάφερε να απολύσει χιλιάδες
ανθρώπων, δηλαδή ολόκληρης της γενιάς που είχε δώσει τους αγώνες
τα προηγούμενα χρόνια, με τη συμβολική εναντίωση του μπλοκ της


3 Δείτε για το σκοπό αυτό τη μονογραφία του Emilio Mentasti, La «Garde rouge» raconte. Histoire du
Comité ouvrier de la Magneti Marelli, Η «κόκκινη φρουρά». Ιστορία της
εργατικής Επιτροπής του Magneti Marelli, (Milán, 1975-1978), París, Les nuits rouges, 2009.

50 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

μικρής μπουρζουαζίας, με την περίφημη πορεία των 40.000 στελεχών στο
Τορίνο. Η ήττα της εργατικής τάξης ολοκληρώθηκε, καθώς και η πολιτική, ακόμη και ανθρώπινη, καταστροφή της. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε
μια νέα εποχή, που ο Πάολο Βίρνο, ένας πρώην αγωνιστής της Αυτονομίας που αργότερα έγινε ένας από τους πιο λαμπρούς θεωρητικούς αυτού
που ονομάζεται post-operaismo [μετα-εργατισμός], χαρακτήρισε ως την εποχή του
«κυνισμού, φόβου, οπορτουνισμού». Ο μολυβένιος ουρανός της δεκαετίας
του 1980 αντικατέστησε τον φλογερό κόκκινο ουρανό της δεκαετίας του εβδομήντα, και η στενή πόρτα
έμοιαζε να κλείνει για πάντα. Ας πάμε όμως πίσω στο έτος 1973.

Κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, η FIAT καταφεύγει στη διαδικασία ρύθμισης της
απασχόλησης, προσπαθώντας να διώξει από τα εργοστάσια τους εργάτες που είναι πιο αφοσιωμένοι στη σύγκρουση, αλλά οι συμβασιακές μάχες αρχίζουν σιγά-σιγά να εξαπλώνονται στα εργαστήρια, στα συνεργεία, για να γίνονται όλο και πιο επιθετικοί,
μέχρι να συμβεί η έκρηξη του μαρτίου: «Εκδηλώνονται
όλες οι μορφές πάλης: από την απουσία στο σαμποτάζ, από την τιμωρία των αφεντικών έως τη δίωξη των φασιστών, από το να σταματούν τις
γραμμές συναρμολόγησης έως τις βίαιες διαδηλώσεις, από τον αποκλεισμό
των τελικών προϊόντων μέχρι την επ’ αόριστον απεργία, για να φτάσουμε στη
στρατιωτική κατάληψη του εργοστασίου».4

Μάλιστα, κατά τον μήνα μάρτιο, τα συνδικάτα, διαισθανόμενα την
αυξανόμενη οργή των εργαζομένων, αρχίζουν να καλούν ασυνεχείς απεργίες
λίγων ωρών που δεν έκαναν κακό στο αφεντικό, και αυτό το μόνο
που κατάφερε ήταν να δώσει στους εργάτες μια ενοχλητική αίσθηση απογοήτευσης. Τα
πράγματα έπρεπε να αλλάξουν και γρήγορα. Στο τεύχος απριλίου του Rosso,
ακόμα τότε «δεκαπενθήμερο περιοδικό της Ομάδας Γκράμσι» του Μιλάνο, οι
εργάτες από τα εργαστήρια του Mirafiori λένε ότι όλα ξεκίνησαν μια μέρα
στην οποία έκαναν συνέλευση χωρίς τους «bonzos» του σωματείου.
Οι εργάτες κάθισαν στα τραπέζια της τραπεζαρίας και άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, διαπίστωσαν ότι όλοι συμφώνησαν να θεωρήσουν
εντελώς ανεπαρκή τη μορφή αγώνα που οι εκπρόσωποι του
Εργοστασιακού Συμβουλίου διεξήγαγαν. Επιπλέον, ανακάλυψαν επίσης
χάρη στους νεότερους, πως υπήρχαν άλλοι τρόποι να είναι μαζί: όχι
γραφειοκρατικοί, πιο ζωντανοί, πιο όμορφοι και αυτό σε κάνει πιο δυνατό. Αποφάσισαν να αλλάξουν το σύστημα. Όπως και το 1969, άρχισαν να γίνονται εσωτερικές διαδηλώσεις στα εργοστασιακά τμήματα, αλλά αυτή τη φορά έγιναν
με οδηγό τους νέους εργάτες που με τα πρόσωπά τους καλυμμένα από μαντήλια

4 A. Negri, «Appendice 4 de Partito operaio contro il lavoro-Παράρτημα 4 του εργατικό Κόμμα ενάντια στην εργασία» στο AA.VV. Crisi e organizzazione
operaia-Κρίση και εργατική οργάνωση, Milán, Feltrinelli, 1974.

Cesura: el partido de Mirafiori 51

κόκκινα, τιμωρούσαν τα αφεντικά, τους φρουρούς, απεργοσπάστες και ρουφιάνους, σπάζοντας μηχανήματα, σαμποτάροντας τα τελικά προϊόντα. Στο επόμενο
Συμβούλιο Εργοστασίου έφτασαν σε διαδήλωση και οι αντιπρόσωποι των συνδικάτων
είχαν έναν σοβαρό φόβο μήπως τους χτυπήσουν: οι εργάτες διέκοψαν
το συμβούλιο λέγοντας ένα απλό «αρκετά, μέχρι εδώ». Στις 23 μαρτίου, κατά τη διάρκεια
της πολλοστής απεργίας με εσωτερική διαδήλωση, άρχισαν να προετοιμάζουν το
σχέδιο επίθεσης: αποκλεισμός εμπορευμάτων στην έξοδο, πικετοφορίες στις
πύλες εισόδου του εργοστασίου, κινητές ομάδες εργατών για να
ελέγχουν τα διάφορα τμήματα. Στις 26 ξεκίνησε ο πρώτος ωριαίος αποκλεισμός,
αλλά την επόμενη μέρα το πράγμα έγινε πιο σοβαρό, ο θόρυβος-η φήμη κυκλοφόρησε
στα τμήματα, τις τραπεζαρίες, παντού. κατασχέθηκαν τα ποδήλατα
των αφεντικών και των απεργοσπαστών, και οργανώθηκαν αντικαταστάσεις των εργατών
στις διάφορες πύλες. κόκκινοι φρουροί σκαρφάλωσαν στους φράχτες, τα κάγκελα του εργοστασίου,
τα τηλέφωνα των φρουρών της FIAT κατασχέθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν
για την ανταλλαγή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.

Η οργάνωση του
αγώνα, από φετίχ που λατρεύτηκε από τους πιο διαφορετικούς εφευρέτες της «εξωτερικής συνείδησης» του προλεταριάτου, μετατράπηκε σε κάτι που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της
δράσης, στο εσωτερικό του. Η κατάληψη του Μιραφιόρι δεν χρωστούσε
τίποτα σε κανέναν, ούτε στο σωματείο, ούτε στο ΚΚΙ, ούτε στις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες: όλοι ξαφνιάστηκαν και βρέθηκαν με το ερώτημα του
πώς ήταν δυνατόν μια τέτοια οργάνωση αγώνα, όσο αόρατη
κι αν μπορούσε να είναι, δεν είχε γίνει αντιληπτή ούτε προβλέφθηκε σε όλο το
πλάτος της από την πλευρά των στρατηγών της.
Δεν είχε καμία σχέση με κανενός είδος αυθορμητισμού. Ήταν
ο πρακτικός και ανεξίτηλος αυτοστοχασμός των εξεγερμένων που τη δημιούργησε και
καθόρισε την έμφυτη δύναμή της στο εργοστάσιο, όχι για να το κάνει να λειτουργήσει καλύτερα, αλλά για να το καταστρέψει, ως σύνολο εκμετάλλευσης
και κυριαρχίας, κόπωσης και βλαβερότητας.

Οι εκπρόσωποι του PCI και του
συνδικάτου άρχισαν να καταλαβαίνουν τι συνέβαινε και προσπάθησαν να
συκοφαντήσουν αυτούς που σήκωναν τους αγώνες, με τις συνηθισμένες
κατηγορίες: «τυχοδιώκτες», «προβοκάτορες». Ήταν πολύ αργά, οι αντιεπαναστάτες μπορούσαν να αποσυρθούν μόνο για να παίξουν χαρτιά
στην τραπεζαρία. Αν στις 28 μαρτίου καλέστηκε μια αυτόνομη απεργία των
8 ωρών, στις 29 ο αποκλεισμός ήταν ολοκληρωτικός, οι κόκκινες σημαίες εμφανίστηκαν σε όλες τις πύλες του εργοστασίου, υπάλληλοι και στελέχη απορρίφθηκαν
από τις πικετοφορίες, και επιπλέον άρχισαν να βγαίνουν τα μπλόκα
έξω από το εργοστάσιο, στους οδικούς κόμβους, όπου
οι καταληψίες ζητούσαν από τους οδηγούς βοήθεια για τη χρηματοδότηση του κοινού ταμείου. Η κατάληψη του Mirafiori ξεχείλιζε. το πολιτικό σύνθημα ήταν
ξεκάθαρο: να βγούμε από τους φράχτες του εργοστασίου, να κατακτήσουμε την περιοχή.

52 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

Εν τω μεταξύ, νεαροί εργάτες με κόκκινα μαντήλια δεμένα στο μέτωπό τους
διέτρεχαν τα τμήματα φωνάζοντας ήχους που κανείς δεν καταλάβαινε, φωνάζοντας λέξεις φαινομενικά δίχως σημασία. Έτσι υπονομεύτηκε και η παραδοσιακή γλώσσα των εργατικών αγώνων, έγινε κομμάτια
και εκτοξεύτηκε ενάντια στην εργασία: ήταν οι πρώτοι, δίχως να το ξέρουν, «ινδιάνοι
μητροπολιτάνοι». Ήταν η πρώτη αντανάκλαση και η πρακτική της γλώσσας του
Radio Alice, του διάσημου ραδιοφωνικού σταθμού του Κινήματος της Μπολόνια, που γοήτευσε τόσο πολύ τον Felix Guattari, είχε μια από τις ημερομηνίες γέννησής του εδώ. Έξω από
τις πύλες του εργοστασίου κρεμάστηκε μια ταμπέλα: «Εδώ κυβερνάμε εμείς».
Να ήταν αυτή η περίφημη εργατική εξουσία;
Ο συνολικός αποκλεισμός θα διαρκούσε «μόνο» τρεις μέρες, αλλά ήταν μια εμπειρία
που σηματοδότησε μια ριζική αλλαγή στις ιταλικές επαναστατικές πρακτικές και φαντασία. Ούτε το φθινόπωρο του 1969, όταν το εργοστάσιο
συγκλονίστηκε από ένα πολύ σκληρό και νικηφόρο κίνημα αγώνα, που οδήγησε στην κατοχή και τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό.
Λοιπόν, στο Mirafiori, στο μεγαλύτερο και πιο προηγμένο τεχνολογικά από τα ιταλικά εργοστάσια, η αυτόνομη οργάνωση μάχης
εξαπέλυσε μια γιγαντιαία επίθεση στην παραγωγή, αλλά όχι μόνο, το περιεχόμενο και οι ίδιες οι μορφές της σύγκρουσης είχαν αλλάξει.

Αν στις προηγούμενες καταλήψεις του ίδιου αυτού εργοστασίου —το 1920, κατά τη διάρκεια
του διάσημου Bienio Rojo, της Κόκκινης Διετίας, και το 1945, την εποχή της αντιφασιστικής αντίστασης — οι εργάτες είχαν δείξει τέλεια την ικανότητά τους να το κάνουν να λειτουργεί καλύτερα από ό,τι μπορούσε το αφεντικό,
το 1973 δεν δούλευε κανείς. αντιθέτως όσοι αγωνίζονταν ανησυχούσαν
ακριβώς ώστε οι εργαζόμενοι που
ήθελαν να δουλέψουν να παραμείνουν εκτός, (μόνο για μια μέρα οι πικετοφορίες επέτρεψαν να εισέλθουν οι
υπάλληλοι επιφορτισμένοι με τη μισθοδοσία…). Ακόμα και τα λεωφορεία
που μετέφεραν εργάτες από τα χωράφια στο εργοστάσιο πυρπολήθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι νεαροί Απάτσι του Τορίνο είχαν καταλάβει ότι για να δώσουν συνέπεια στο «χτύπημα» έπρεπε να επέμβουν
καταστροφικά στην παγκόσμια ροή της παραγωγής, επομένως
επίσης στην κυκλοφορία και την καπιταλιστική χρονικότητα που απλωνόταν κατά μήκος των οδών της μητρόπολης. Η εποχή της ηθικής της εργασίας, τυπική του επαγγελματία εργάτη, είχε σίγουρα φτάσει στο τέλος της: η άρνηση της εργασίας γινόταν συμπεριφορά
των μαζών, δεν ήταν πλέον μια θεωρητική αφαίρεση, μια αφηρημένη έννοια, αν είχε υπάρξει
ενίοτε, αλλά μια αμέσως αντιληπτή ανατρεπτική πρακτική και

Cesura: el partido de Mirafiori 53

μετρήσιμη. Η αποξένωση των εργατών απέναντι στις μηχανές, την ανάπτυξη και την εργασία, από μια παθητική δύναμη είχε γίνει μια επιβλητική
ανατρεπτική δραστηριότητα: είχε γίνει αυτονομία.
Οι νεαροί εργάτες, μετανάστες και παιδιά μεταναστών από το νότο της
Ιταλίας ή το Πιεμόντε, που είχαν ζήσει τα τελευταία χρόνια της
ευρέως διαδεδομένης εξέγερσης έξω από τις παραδοσιακές οργανώσεις του Εργατικού Κινήματος, δεν είχαν καμία παραγωγική ηθική, καμία επιθυμία να
βελτιώσουν αυτό που απλώς όρισαν ως «σκατένια δουλειά»,
καμία προδιάθεση για ιεραρχία έξω από το εργοστάσιο ή το κόμμα:
δεν ήθελαν πια να είναι εργάτες. Ήθελαν να ζουν, ήθελαν να ικανοποιούν τις ανάγκες τους, ήθελαν να δημιουργούν νέες κοινότητες. Δεν ήθελαν πλέον να «απελευθερώσουν την
εργασία», αλλά «να αγωνίζονται κατά της εργασίας». Αυτή η σύγκρουση συναντούσε τον
λόγο ύπαρξης της λιγότερο στην ωρίμανση της παραδοσιακής «ταξικής συνείδησης», παρά στην υλική αφαίρεση που πραγματοποιούσαν οι νέοι εργάτες
σχετικά με όλα όσα ένιωθαν ως άρνηση της ίδιας της ζωής τους:
Το μπλοκάρισμα της παραγωγής σήμαινε να δώσουν ελευθερία στα ρεύματα της επιθυμίας. Ήταν άνθρωποι, έγραφε ο Bifo, «που δουλεύουν μόνο τον αυστηρά
απαραίτητο χρόνο για να αγοράσουν το εισιτήριο για το επόμενο ταξίδι, οι οποίοι ζουν
σε συλλογικά σπίτια, κλέβουν το κρέας στα σούπερ μάρκετ, που δεν θέλουν πλέον να ξέρουν τίποτα σχετικά με το να αφιερώσουν όλη τους τη ζωή σε μια εκνευριστική, επαναλαμβανόμενη δουλειά
και επίσης κοινωνικά άχρηστη».5

La novela de Nanni Balestrini Vogliamo tutto, Το μυθιστόρημα του Nanni Balestrini Τα θέλουμε όλα
6
η ιστορία της συναισθηματικής εκπαίδευσης ενός νεαρού νότιου εργάτη της FIAT κατά τη διάρκεια
των αγώνων του έτους 1969, είναι το πιο διδακτικό ανάγνωσμα, περισσότερο από δεκάδων
άλλων κοινωνιολογικών δοκιμίων, για να κατανοήσουμε τη φυσιογνωμία αυτών των νέων
άγριων εργατών.
Το να απουσιάζουν άρχισε να γίνεται ευρέως διαδεδομένο, αγγίζοντας τις κορυφές του 25%.
Στην περίοδο που ξεκίνησε η γενικευμένη πρακτική των αυτομειώσεων, τίποτα δεν ήταν πιο φυσιολογικό από τη μονομερή αυτομείωση του
ωραρίου εργασίας. Ωστόσο, και πάλι δεν ήταν αρκετό.
Η συγκρουσιακή διάθεση πίεζε για να ξεχειλίσει έξω από τα κάγκελα του
εργοστασίου, να εμπλέξει την περιοχή και να συναντήσει αυτή που αναπτύχθηκε
στις γειτονιές, στα σχολεία, στους δρόμους μιας μητρόπολης που το προλεταριάτο άρχισε να νιώθει ως άμεσο εχθρό, ως έδαφος

5 F. Berardi Bifo, Η καταστροφική ουτοπία του Potere Operaio. Εργασία τεχνική κίνημα στο πολιτικό εργαστήριο
του ιταλικού Εξήντα οκτώ, Roma, DeriveApprodi, 1998
.
6 N. Balestrini, Lo queremos todo, Madrid, Traficantes de Sueños, Τα θέλουμε όλα, Μαδρίτη, Διακινητές Ονείρων, 2006.

54 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

αχανές και κατακερματισμένο, τμηματοποιημένο, και στο οποίο επεκτείνονταν η πλήρης καπιταλιστική αναδιάρθρωση
της παραγωγής και της ζωής. Το πρόβλημα από αυτή
τη στιγμή, ήταν: πώς να εξαπολύσουν μια επίθεση στη μητρόπολη; Πως
να δημιουργήσουν ζώνες μαζικής παρανομίας στην καρδιά του εχθρικού εδάφους;
Πώς να μπλοκάρουν και να κάνουν να καταρρεύσει αυτή η τεράστια ροή αγαθών, τα
σημάδια της εντολής, αυτών οι οποίοι διοικούν δηλαδή, που η μητρόπολη του κεφαλαίου συνεχώς κυκλοφορεί και που σκοτώνουν; Το πρόβλημα για τους αυτόνομους θεωρητικούς ήταν να βρουν μια πολιτική και οργανωτική λύση τόσο στους αγώνες των εργαζομένων όσο και στις
τις κοινωνικές συγκρούσεις που μεγάλωναν στην πόλη. Και, όπως πάντα, η απάντηση ήρθε από την πράξη, από τον αυτόνομο πολλαπλασιασμό ανατρεπτικών συμπεριφορών, από τον οργανωμένο αυθορμητισμό του προλεταριάτου
σε απελευθέρωση. Η θεωρία έρχεται πάντα αργότερα
, παρά τα όσα λένε
φιλόσοφοι και αστυνομικοί.

Εκείνη την στιγμή υπήρξε μια στροφή στο παράδειγμα των
αυτόνομων αγώνων, που άρχισαν να λειτουργούν ως πολεμική μηχανή
πολλαπλασιαζόμενη: από την αυτονομία των εργαζομένων στη διάχυτη αυτονομία.
Σε κάθε περίπτωση, στις 9 απριλίου το αφεντικό ενέδωσε σε πολλά από τα αιτήματα και υπεγράφη η νέα συμφωνία των μεταλλομηχανικών. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε και τα συνδικάτα έμειναν ικανοποιημένα, αλλά οι εργαζόμενοι
συνέχισαν να βαθαίνουν περιέργως τον απειλητικό διαχωρισμό τους.
Εν τω μεταξύ, το Mirafiori βρίσκεται ακόμα στα χέρια των εξεγερμένων. Όπως και
αλλού, σε πολλά ιταλικά εργοστάσια ένα είδος αντιοικονομίας άρχισε να συνοδεύει την αντισυμπεριφορά των εργατών.

Μου μίλησε ένας αυτόνομος που εργαζόταν στο εργοστάσιο της Alfa Romeo στο Μιλάνο για την
ιστορία μιας παράνομης κουζίνας, που οργανώθηκε από τους αυτόνομους μέσα στο
εργοστάσιο, που συχνά δεν δυσαρέστησε ούτε τα στελέχη του εκτελεστικού,
λαμβάνοντας υπόψη την ανώτερη ποιότητα αυτού που καταναλώνονταν σε σύγκριση
με την καντίνα της εταιρείας, χωρίς να ξεχνάμε την ατμόσφαιρα φιλικότητας
την οποίαν μπορούσες να αναπνεύσεις εκεί. Στις πόλεις άρχισε να επεκτείνονται
οι «κόκκινες αγορές», όπου μπορούσαν να αγοραστούν καταναλωτικά αγαθά
σε τιμές πολύ χαμηλότερες από ό,τι στην κανονική διανομή, και αμέσως μετά οι αυτόνομοι προσέθεσαν την πρακτική της άμεσης απαλλοτρίωσης, οικειοποίησης των
εμπορευμάτων. Αυτό συνέβη και με την κατάληψη σπιτιών και των πρώτων χώρων νεανικής συνάθροισης, τόσο στις πόλεις όσο και στους
μικρότερους επαρχιακούς τόπους. Η αποξένωση σήμαινε και αυτά τα πράγματα, την αυτόνομη οργάνωση της ζωής με βάση τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες, που από την άλλη δεν ήταν και τόσο στοιχειώδεις:
φάτε, ζήστε, κάντε έρωτα, γελάστε, καπνίστε, μιλήστε, εν ολίγοις, απολαύστε


Cesura: el partido de Mirafiori 55

τη ζωή μαζί, ελεύθερα δωρεάν και με «κομμουνιστικό τρόπο». Αγώνας για την εξουσία
δεν σήμαινε πλέον, όπως στους κλασικούς, να παλεύεις για να καταλάβεις την
κρατική μηχανή, αλλά να επεκτείνεις τις απελευθερωμένες ζώνες όπου να αναπτυχθεί ένας
κομμουνιστικός τρόπος ζωής: ενάντια στο Κράτος, χωρίς σοσιαλιστικές μεταβάσεις,
χωρίς να αναθέτεις σε κάποιον, χωρίς να εγκαταλείπεις τίποτα από την άποψη της
ικανοποίησης από κοινού των αναγκών. Υπό αυτή την έννοια, παρά τις
σημαντικές προσπάθειες για την αναζήτηση της νομιμότητας από πολλούς,
στο επίπεδο της οργάνωσης των μητροπολιτικών αγώνων δεν υπήρχε θέση
για τον μαρξισμό-λενινισμό.
Η κρίση, η καταστροφή, η αληθινή, είναι αυτή η συσσώρευση αρνητικότητας που μετατρέπεται σε θετικότητα της επίθεσης, αυτή η διεκδικούμενη
αποξένωση από την παραγωγή αγαθών, αυτή η ιδιοποίηση των
χώρων για να ανατρέψουν τους χρόνους και τη χρήση τους, αυτή η βίαιη απόρριψη
των εργατών να είναι εργατικό δυναμικό που διευρύνεται και καθίσταται
μαζική απόρριψη οποιασδήποτε μορφής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Είναι,
από τη μια, η κρίση της κοινωνικής διοίκησης, και από την άλλη, η εξέγερση
ενός νέου τρόπου ζωής που αναζητείται.

Το κόμμα του Μιραφιόρι είναι πολύ περίεργο, χωρίς γραμματείς, χωρίς αξιωματούχους, ίσως και χωρίς αγωνιστές. «Κόμμα του Mirafiori» σήμαινε συνειδητή συμμετοχή ενός μέρους ενάντια στο σύνολο, η διάλυση
της μισθωτής εργασίας, οι κραυγές οργής που μετατρέπονται σε δράσεις
δολιοφθοράς αλλά και καταστροφής της πολιτικής εκπροσώπησης και
το εκτόπισμα από τον πόλεμο θέσεων στον διάχυτο ανταρτοπόλεμο. Ένα
κόμμα όλων των δίχως κόμμα, μια νέα μοριακή μορφή φιλίας
πολιτικής που συγκροτήθηκε ενάντια στον παντοτινό εχθρό, μια οργάνωση για την αποδιοργάνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας, μια μηχανή
πολέμου κατά του Κράτους. Ο κομμουνισμός τώρα ή ποτέ.
Το Mirafiori ήταν ήδη παντού και οι αυτόνομοι ήταν οι μόνοι
που το κατάλαβαν και που άντλησαν τις οφειλόμενες συνέπειες.
Εν τω μεταξύ, το έτος 1973 τελειώνει με τη Χιλή του Αλιέντε να πνίγεται στο αίμα του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 11ης σεπτεμβρίου, με την υποστήριξη
των Ηνωμένων Πολιτειών του Κίσινγκερ, και με τη σφαγή των ελλήνων φοιτητών
στην Αθήνα. Το PCI, τρομοκρατημένο από την εικόνα του Palacio de la
Moneda βομβαρδισμένου από τους στρατιωτικούς, δεν βλέπει άλλη επιλογή από το να πετάξει
το σύνθημα του «ιστορικού συμβιβασμού» με το κόμμα των αφεντικών, τη
Χριστιανική Δημοκρατία. Μια πολιτική που, όπως οξυδερκώς έχει προτείνει ο Lanfranco Caminiti, δεν είναι μόνο μια πράξη παράδοσης στον φόβο
του αντιδραστικού πραξικοπήματος, αλλά και μια σκληρή απάντηση σε ένα μέρος


56 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

της βάσης του κόμματος που, σύμφωνα με τα λόγια του γραμματέα του, Enrico Berlinguer, «ίσως ένιωθε να ελκύεται υπερβολικά από τους «τυχοδιώκτες» και ήθελε να
εγκαταλείψει το δημοκρατικό και ενιαίο έδαφος για να επιλέξει άλλη στρατηγική
από χίμαιρες».7
Από την άλλη, για όλους σχεδόν τους υπόλοιπους αγωνιστές
κομμουνιστές η σημασία των γεγονότων της Χιλής ήταν να τους κάνει να αρχίσουν να
σκέφτονται να οπλίσουν το Κίνημα.

Σε αντίθεση με ό,τι σκέφτονταν οι ομάδες που προέρχονταν από την
δεκαετία του εξήντα, ο διεθνισμός, ειδικά για τους αυτόνομους, δεν
μπορούσε πλέον να σημαίνει τη συλλογή χρημάτων και το στήσιμο οργανωτικών επιτροπών για την υποστήριξη
των αγώνων του Τρίτου Κόσμου, αλλά να αντιστέκονται και να επαναστατούν σε κάθε χώρα, σε κάθε
πόλη, στον ίδιο τους τον εαυτό. Χωρίς να ξεχάσω να προσθέσω ότι «οι βιετκόνγκ
κερδίζουν γιατί χτυπούν σκληρά».
Η χρονιά κλείνει σε διεθνές επίπεδο με την επίθεση της ETA που
στη Μαδρίτη τινάζει στον αέρα το αυτοκίνητο του Carrero Blanco -ναυάρχου και κολώνας του
καθεστώτος του Φράνκο στην Ισπανία—κάνοντάς το να πετάξει πάνω από είκοσι μέτρα.
Από την άλλη, στην Ιταλία, όπως λένε, είναι ώριμες οι συνθήκες για να αρχίσει η Αυτονομία να υφαίνει τον ιστό της ανατροπής
που τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1977, θα οδηγούσε στην έκρηξη μιας αληθινής εξέγερσης.

#FreePanoulis #free_Michailidis How can I help #freepanoulis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s