αυτονομία, autonomia

Ασυνέχεια και ανασύνθεση, B

Μετά το συνέδριο της Ροζολίνα, το οποίο
πραγματοποιήθηκε τον ιούνιο του 1973, έμειναν ανοιχτά για ένα
χρόνο και κάτι κάποια γραφεία του Potere Operaio σε διάφορα μέρη στην Ιταλία, αλλά
η μοίρα του είχε σφραγιστεί. Μερικοί πέρασαν στις διαφορετικές ψυχές της
Αυτονομίας, άλλοι μπήκαν στις Brigate Rosse- ερυθρές Ταξιαρχίες, άλλοι επέστρεψαν στα σπίτια τους ή στα επαγγέλματά τους.

Η ιστορία του Potere Operaio και οι λόγοι διάλυσής του είναι
πολύπλοκοι και θα απαιτούσαν μια ξεχωριστή συζήτηση. όμως πρέπει να σκεφτούμε ότι αυτό το ζόρισμα του χρόνου μέχρι τη ρήξη,
επί του εξεγερτισμού, του παρανομισμού, του αντικρατισμού του, επί της σύλληψης του
σχετικά με τις κόκκινες βάσεις, τον άγριο και ταυτόχρονα ακριβή τρόπο
παραγωγής θεωρίας του και, τέλος, σχετικά με τη δέσμευση του για την άσκηση της δύναμης ώστε
να επεκτείνει τους χώρους κομμουνισμού υπήρξαν μια κληρονομιά που θα παρέμενε
παρούσα στην αυτόνομη πρακτική. Αντίθετα, η Lotta Continua ακολούθησε ένα
αντιφατικό μονοπάτι, ένα μονοπάτι που τα επόμενα χρόνια παρήγαγε
την κατάρρευση της, αν και η επίσημη διάλυσή της δεν έγινε παρά το 1976.

Εν τω μεταξύ, πολλοί από τους αγωνιστές της είχαν ήδη εισέλθει στους
αυτόνομους σχηματισμούς ή στον ένοπλο αγώνα. Άλλες ομάδες, με μια
ορισμένη συνέπεια και πυκνότητα, και με μεγάλη παρουσία σε εργασιακά περιβάλλοντα,
αν και αισθάνθηκαν τη στρατηγική ανάγκη για αυτονομία, δεν κατανοούσαν την πολιτική στιγμή και τις αναδυόμενες ανάγκες. Ας διαβάσουμε αυτό
που έγραφε η Avanguardia Operaia το 1973:

64 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

[…] Η Ιταλία δεν βιώνει μια ταραχώδη περίοδο οξείας κοινωνικής κρίσης στην οποία
ολοένα αυξανόμενες προλεταριακές μάζες κινούνται, αλλά μια περίοδο κατά την οποία η ταξική πάλη εκφράζεται θεμελιωδώς σε συνδικαλιστικό επίπεδο, δηλαδή, σε ένα οπισθοδρομικό επίπεδο. οι μάζες βιώνουν τα προβλήματά τους με όρους άμεσων απαιτήσεων, και η ίδια τάση
να περάσει στο πεδίο της πολιτικής πάλης, που σήμερα εκδηλώνεται στους
αγώνες για τις συμφωνίες, είναι πολύ διστακτική
.
Avanguardia Operaia, «I cub: origine, sviluppo e prospettive-Οι ενωτικές επιτροπές βάσης: προέλευση, ανάπτυξη και προοπτικές».

Μια νέα γενιά αγωνιστών πίεζε παντού, λειτουργώντας ως παράγοντας αποσύνθεσης όχι μόνο της κοινωνίας,
αλλά και των
κομμάτων και των ομάδων της αριστεράς που μέχρι τότε
είχαν
προσπαθήσει να κυβερνήσουν την εξέγερση σε εξέλιξη. Στην πραγματικότητα, είναι συνηθισμένο λάθος να πιστεύουμε ότι η Αυτονομία διατηρεί μια γραμμική συνέχεια με
κάποια ρεύματα προηγούμενα του έτους 1968 και,
κατά φυσικότερο τρόπο,
με τον εργατισμό, ειδικά με το Potere Operaio. Ο Mario Tronti, ο
κυριότερος θεωρητικός του εργατισμού, δεν κάνει λάθος όταν σήμερα υποστηρίζει
ότι εκείνη η κομμουνιστική αίρεση είχε σύντομη ζωή και τελείωσε το 1969, ακόμη
πριν έρθουν στο φως οι ομάδες και η ίδια η Αυτονομία. Η αλήθεια
είναι ότι το αυτόνομο νεφέλωμα συμπυκνώθηκε ξεκινώντας από την αμφισβήτηση
σε αυτούς που οι αυτόνομοι όριζαν ως «τα παλιά τρομπόνια» του
’68 και σε μια βαθιά ρήξη με την όλη παράδοση του Εργατικού Κινήματος. Σίγουρα η σχέση μεταξύ της Αυτονομίας και του εργατισμού συνέχισε να είναι ισχυρή και η μέθοδος ερμηνείας των αγώνων συνέκλινε
σε πολλά αυτόνομα συστατικά, όπως ακριβώς συναντούμε, σε
περισσότερο ή λιγότερο μικρό τόνο, άλλες επιρροές όπως ο λουξεμβουργισμός,
ο συμβουλιασμός, ο σπαρτακισμός, ο αναρχοσυνδικαλισμός, ο ντανταϊσμός,
οι καταστασιακοί…

Ωστόσο, ο καθορισμός και ο προσδιορισμός της αυτόνομης εμπειρίας ξεκινώντας μόνο από ένα από αυτά τα νήματα είναι το πιο λανθασμένο πράγμα
που μπορεί να γίνει, πρώτα απ’ όλα λόγω της ασυνέχειας που η Αυτονομία
ενσαρκώνει στο επίπεδο της «υποκειμενικότητας» και επίσης γιατί με αυτόν τον τρόπο ο πλούτος μιας επαναστατικής τροχιάς της οποίας χαρακτηριστικό βρίσκεται
δίκαια στην αδυναμία να την κατατάξουμε άκαμπτα σε κάποια
συμφέρουσα ιδεολογική ταυτότητα. Παραφράζοντας τον Guattari, που μίλησε
για το γαλλικό έτος ’68 σε σχέση με το 1936, μπορούμε να πούμε ότι ένας επαναστάτης στην Ιταλία του ’77, από την άποψη της επιθυμίας, είναι μιας
άλλης φυλής, με σεβασμό στον μεγαλύτερο αδερφό του, από τον Μάιο του 1968. Καμία
συνέχεια στην αλλαγή!

Cesura: el partido de Mirafiori 65

Μόνο εκείνοι που ήξεραν να λυγίζουν, να ανοίγουν και να προσκολλώνται, έστω και οδυνηρά,
τη δική τους υποκειμενικότητα στις διαδικασίες πάλης που καθορίζονταν
σε
κάθε στιγμή κατάφερναν να περάσουν όλες τις φάσεις: «Μόνο αυτοί που επιτρέπουν στον εαυτό τους
να αλλάξουν για το κίνημα είναι, τελικά, κομμουνιστές
».9
Μια άλλη αλήθεια έχει επισημάνει ο ίδιος ο Τρόντι τα τελευταία χρόνια, όταν
δηλώνει ότι το Εργατικό Κίνημα —που εννοείται ως το σύνολο των
αντιπροσωπευτικών του θεσμών — χάνει ακριβώς εκείνη τη στιγμή
που φαινόταν ότι κέρδιζε, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, και
έχασε γιατί κέρδισε η «υπαρκτή δημοκρατία», ηττήθηκε στο βαθμό που
ενσωματώθηκε στην καπιταλιστική διακυβέρνηση, εκμηδενίστηκε από το να είναι
πολύ λίγο «εξτρεμιστικό» και όχι το αντίθετο, όπως θα μας έκαναν να πιστεύουμε ορισμένες κοινοτοπίες. Για αυτό το λόγο το κίνημα των αυτονομιών και οι ίδιοι οι αυτόνομοι συναντήθηκαν,
σε μια δεδομένη στιγμή, στην υποχρεωτική θέση πως πρέπει να δώσουν μια
μάχη ενάντια στο Εργατικό Κίνημα. Στη δεκαετία του 1960 το σύνθημα
εργατική εξουσία και η ίδια η ένδειξη της εργατικής υποκειμενικότητας ήθελαν
να σημαίνουν ήδη κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που εξακολουθούν να εννοούν για τους «κλασικούς» εργάτες, δηλαδή κάτι και κάποιον που χαρακτηρίζεται
«έξω από τη σχέση με το σύστημα της οικονομίας και της πολιτικής».10

Το προλεταριάτο είχε καταστρέψει με τα ίδια του τα χέρια οποιαδήποτε
δυνατότητα οικονομικού ή κοινωνιολογικού ορισμού του·
«εργατική τάξη» είχε καταστεί, για και μέσα στο Κίνημα, μόνο
στην κοινή ονομασία της παραγωγής της αυτονομίας, το όνομα του
εχθρικού διαχωρισμού από την κοινωνία του κεφαλαίου, η ισχυρή επίκληση
της δυνατότητας εξαφάνισης τόσο του Κράτους όσο και της ταυτότητας
που προέρχονταν από την μισθωτή εργασία. Για το λόγο αυτό, το είδος της σχέσης που
υπήρχε μεταξύ του operaismo [εργατισμού], [obrerismo] και του Potere Operaio και, ως εκ τούτου
με την Αυτονομία, μπορεί να οριστεί, με λουκατσιανό τρόπο, ως «ορθοδοξία
στη μέθοδο», παρά ως πιστότητα σε ένα δόγμα και σε ένα υποκείμενο.
και η μέθοδος, στον πιο ριζοσπαστικό εργατισμό, παρακάμπτοντας τους κοινωνιολογισμούς του, ταυτίζεται με τη μορφή της ζωής: γίγνεσθαι-προλετάριοι, ζώντας με
τους προλετάριους, είναι το πρώτο και αναπαλλοτρίωτο άρθρο της μεθόδου της
εργατικής έρευνας—ένα από τα πιο τρομερά όργανα αυτόνομης οργάνωσης που επινοήθηκε από τον σύγχρονο κομμουνισμό—που
αναπτύχθηκε από τον στρατευμένο εργατισμό και θα παρέμενε πάντα ως
η μάρκα του, το στίγμα του, συμπεριλαμβανόμενο και στις διαδοχικές, επόμενες εμπειρίες των διαφορετικών αυτόνομων ρευμάτων.

9 Lauso Zagato, Altroquando. Cella di isolamento e dintorni, Αλλιώς. Κελί απομόνωσης και περιβάλλον χώρος, Milán, Milano Libri Edizioni, 1980.

10 Franco Berardi Bifo, Le ciel est enfin tombé sur la terre, Ο ουρανός έπεσε επιτέλους στη γη, París, Le Seuil, 1978.

66 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

Και, κατά πάσα πιθανότητα, είναι ό,τι έχει απομείνει περισσότερο ζωντανό
εκείνης της εξαιρετικής κομμουνιστικής εμπειρίας. Επομένως, το άλλο
θεμελιώδες άρθρο της μεθόδου συνίσταται στη μεροληψία της
άποψης: μόνο το μέρος γνωρίζει το σύνολο και αυτή η μονομερής γνώση,
κομματική, αντιτίθεται αναγκαστικά στο σύνολο.

Τέλος,
ο ριζοσπαστικός εργατισμός είναι αντιρεφορμιστικός, πάντα: δεν πρόκειται μόνο για μια
πολιτική της σύγκρουσης, αλλά μιας αμετάκλητα επαναστατικής πολιτικής. Σε όλους εκείνους που ακόμη και σήμερα απευθύνονται στον εργατισμό ως πρότυπο του
σκέπτεσθαι, υποβάλλοντάς τον συχνά στους πιο τολμηρούς νεορεφορμιστές,
πρέπει πάντα να τους υπενθυμίζονται αυτές οι τρεις απαιτήσεις, ελάχιστες αλλά αναφαίρετες, μέσα από τις οποίες ζουν την πνευματικότητά τους.
Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπήρχε ουδόλως οργανωτική συνέχεια μεταξύ του Potere Operaio και της Autonomía. από την άλλη, αυτοί
που το υποστήριξαν με περισσότερη πεποίθηση ήταν οι δικαστές που διέταξαν και καθοδήγησαν
τις δίκες κατά των αυτόνομων στα τέλη της δεκαετίας του 1970, για να
επιδείξουν την πραγματικότητα των φαντασμάτων τους, γεμάτη μοναδικές κατευθύνσεις και
αιώνιες, κρυφούς γραμματείς και σκλάβους στρατιώτες του Μεγάλου Γέροντα, όπου
το Κίνημα εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα της «πλοκής-συνομωσίας» μιας χούφτας
καθηγητών πανεπιστημίου.

Σε απάντηση στην ερώτηση-ανάκριση του εισαγγελέα του
Lucio Castellano, αυτόνομου σχετιζόμενου με το περιοδικό Metrópoli, ο οποίος
συνελήφθη μαζί με εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες μετά την κλήση
της έρευνας της «7ης απριλίου» του έτους 1979, υπάρχει μια εκθαμβωτική
αποκάλυψη-έκθεση αυτής της αλήθειας:

Αυτό που σας ενδιαφέρει πάνω από όλα είναι να μειώσετε, να καταντήσετε το κίνημα αυτών των χρόνων, μέσα
στις διάφορες μορφές έκφρασής του, σε κάτι που μπορείτε να καταλάβετε
με τη γλώσσα σας, δηλαδή σε μια μυστική συμφωνία, σε μια συνομωσία. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει
ένας «κεντρικός εγκέφαλος», μια «σκιώδης κυβέρνηση».
Όχι μόνο αυτό. για να μπορείτε να το «καταλάβετε» πλήρως, ώστε
να είναι αξιόπιστο στα μάτια σας, αυτή η «κυβέρνηση» πρέπει να είχε σχηματιστεί
στα πανεπιστήμια, να περιστρέφεται γύρω από κάποιους καθηγητές, μια «διευθυντική τάξη» με την έννοια που καταλαβαίνετε εσείς[…]. το να καταλάβετε την
τρομοκρατία για εσάς σημαίνει να δημιουργήσετε μια εικόνα που είναι
όσο το δυνατόν πιο όμοια με τον κόσμο που γνωρίζετε, για να υποδείξετε μια σειρά από εξουσιαστές και ρεύματα που ενώνονται με ιεραρχικό τρόπο και κατευθύνονται από τους
«δασκάλους, τους καθηγητές». Ξέρω ότι στο εσωτερικό των χώρων εξουσίας που
παράχθηκε υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που ταράχθηκαν
με άτακτο τρόπο, χωρίς ξεκάθαρες ιδέες και δίχως ομόφωνους στόχους, κάνοντας τα πιο ανόμοια πράγματα και, μερικές φορές, τον πόλεμο, αναμειγνύοντας χαρτιά και

Cesura: el partido de Mirafiori 67

ενοποιημένες ιεραρχίες, πάγιε., αναλαμβάνοντας κινδύνους και πληρώνοντας προσωπικά την
νέα ελευθερία που είχε κατακτηθεί. Είστε πεπεισμένος
ότι ο κόσμος αποτελείται από προστάτες αφεντικά και υπηρέτες και ότι αυτοί
οι τελευταίοι σπάνια μπορούν να κάνουν μεγάλη ζημιά: είστε πεπεισμένος ότι
το ζήτημα της δύναμης τίθεται πάντα με τους προτεινόμενους
από τον Σαίξπηρ όρους του πολέμου μεταξύ συγγενών. Αυτά τα πράγματα
που μου καταλογίζονται είναι μέρος της κουλτούρας σας, όχι της δικής μου. Αρνούμαι ότι
δημιούργησα την οργάνωση για την οποία μιλάτε όχι από φόβο προς εσάς, Κύριε Gallucci, αλλά επειδή θα φοβόμουν αυτήν την οργάνωση.
Η εικόνα που προσπαθείτε να μας επιβάλετε είναι απεχθής σε μένα. Δεν μας
στέλνετε στη φυλακή ως ανατρεπτικούς ή τρομοκράτες, αλλά «ως αρχηγούς» ανατρεπτικών και τρομοκρατών, με το ίδιο συνένοχο και αυστηρό κλείσιμο του ματιού
με το οποίο θα συνοδεύατε τον γιο σας στο σχολείο. Δεν είμαι μέλος της οικογένειάς σας
.

Ανάκριση του Lucio Castellano μπροστά στον δικαστή, 12 ιουνίου του 1979.

Η μόνη εμφανής συνέχεια, εκατό και πλέον ετών, που μπορεί να βρεθεί στις ροές του Κινήματος, ήταν στην επιθυμία για ανατροπή,
στο συλλογικό γίγνεσθαι μιας σχέσης με τον κόσμο, στην ανάπτυξη πάντα νέων συναισθηματικών παιδειών, στην καθημερινή επανεφεύρεση
του κομμουνισμού, αλλά όλα αυτά διέρχονταν από άλλα μονοπάτια, πιθανώς άγνωστα στην υψηλή εργατιστική θεωρία, που σίγουρα αρνούνταν
στους γελοίους «κομματικούς», και προφανώς εντελώς ακατανόητα σε
δικαστές και δημοσιογράφους.
Κατηγορίες που σφυρηλατήθηκαν από τον εργατισμό, όπως η «απόρριψη της εργασίας», ήταν καλά ενσωματωμένες στον αυτόνομο θεωρητικό-πρακτικό οπλισμό, αλλά υποβλήθηκαν σε άλλες ερμηνείες, σε άλλες χρήσεις,
άλλα μέσα και έτσι συναντήθηκαν με άλλες έννοιες και φιγούρες που ο
εργατισμός δεν θα μπορούσε να κατορθώσει, όπως οι γυναίκες και ο φεμινισμός,
η νεολαία και η επανοικειοποίηση της ζωής, η μαζική διανόηση και
το τέλος της μισθωτής εργασίας, η ομοφυλοφιλία και η απελευθέρωση των
στοργών, η «φασαρία» και η έκρηξη των αστικών περιφερειών, και άλλων
μειονοτήτων που έβαζαν όλο και περισσότερο φωτιά στην πολιτική σκηνή εκείνης της δεκαετίας
. Η κατηγορία της «ανασύνθεσης» ήταν για αυτό
το λόγο μια από τις θεμελιώδεις κατηγορίες, μεταξύ των πολλών άλλων που
χρησιμοποίησαν οι αυτόνομοι. Όντως μιλάμε για την οργάνωση «μιας ταξικής ανασύνθεσης υφασμένης στον αργαλειό των προλεταριακών αναγκών και του
χώρου, ως δυνατότητα ταξινόμησης εμπειριών, υποθέσεων

68 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

και αντιφάσεων, επικυρωμένων από το κίνημα».11

Ωστόσο,
προσπαθούσε ταυτόχρονα να πραγματοποιήσει μια ‘αποσύνθεση’
τόσο της κοινωνίας όσο και της τάξης, δηλαδή ένα διαχωρισμό/δράση των μηχανισμών εξουσίας που έθετε κάθε «υποκειμενικότητα» ξεκινώντας από την μη αναγώγιμη μοναδικότητά της: η δύναμη της Αυτονομίας
στέκονταν και στην ικανότητα να κάνει κάθε διαφορά να αλληλεπιδρά με το κοινό πλέξιμο
,
δηλαδή να μεταμορφώνει τη ζωή του καθενός ξεκινώντας από την έκφραση της
μοναδικότητας και, αντιστρόφως, αφήνοντας τη συλλογική διάσταση να μεταμορφώνει
τη ζωή των ατόμων
. Η Αυτονομία ήταν ο συλλέκτης μέσω του οποίου
αυτές οι ροές περνούσαν, και προς τις δύο κατευθύνσεις, οι οποίες, οργανωμένες με αυτό τον τρόπο μετατρέπονταν σε επαναστατικές δυνάμεις
. Tελικά έχει να κάνει με το
«να είσαι αυτόνομος από, και μέσα, στην ίδια την αυτονομία».12

Η Αυτονομία ήταν ένα είδος «διαίρει και πολλαπλασίαζε» που δεν προφέρθηκε από κάποιον προφήτη και ακριβώς για τον λόγο αυτό το σύνθημα ήταν ακόμη
πιο αποτελεσματικό
.

συνεχίζεται

#FreePanoulis #free_Michailidis How can I help #freepanoulis

Click to access TS-HIS16_Autonomia.pdf

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s