αυτονομία, autonomia

Ασυνέχεια και ανασύνθεση, Δ

Παρά τον μπρατσωμένο λενινισμό και τις λειτουργίες που συχνά
παρουσίαζαν κάποιες αυτόνομες συνιστώσες, τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονταν, αποκεντρωμένο, με εδαφικές συλλογικότητες που διατηρούσαν αυτονομία
απόφασης και τον συγκεντρωτισμό που επιφυλάσσονταν μόνο για τις μεγάλες στιγμές επίθεσης, η πρόκληση σε κάθε δογματισμό, η σημασία
που δίδονταν στις προσωπικές σχέσεις εντός των συλλογικοτήτων τους, οι οποίες συχνά
μοιράστηκαν σπίτια και πόρους, θυμίζει, για να πούμε την αλήθεια—και ξέρω πολύ
καλά πως δεν θα αρέσει σε πολλούς, περισσότερο τον τρόπο οργάνωσης και ζωής
της Naródnaya Volia παρά αυτής των μπολσεβίκων και, στο τέλος της δεκαετίας
του 1970, με την έκρηξη των ένοπλων μικροσχηματισμών, θυμίζει
επίσης αυτήν των σοσιαλεπαναστατών με την μαχόμενη τους οργάνωση.
Μεταξύ άλλων, οι αυτόνομοι θα μοιράζονταν με τους ναροντνικούς όχι μόνο
την εχθρότητα του κομμουνιστικού κόμματος, αλλά και την damnatio memoriae, την κατάρα της μνήμης.

Το έγγραφο που εμφανίστηκε στο τελευταίο τεύχος του Potere Operaio του
νοεμβρίου 1973 και περιέχει τα συμπεράσματα ενός σεμιναρίου
που διεξήχθη από ένα τμήμα των αγωνιστών του PO στην Πάντοβα, ανάμεσα στις
29 ιουλίου και 4 αυγούστου, επικύρωνε αυτά που φαίνονταν ήδη στην πράξη, ακόμη
και αν χρησιμοποιούσε μια γλώσσα ξεπερασμένη, αναγνώριζε στην οργάνωση των αυτονομιών τη μόνη δυνατότητα να ακολουθηθεί στον αγώνα για τον
κομμουνισμό στο πλαίσιο που είχαν καθοριστεί:
[…] τη θεωρητική διαμεσολάβηση, την πρακτική διάρθρωση, τον συγκεντρωτισμό της
απόφασης για επίθεση ενάντια στον κυκλικό χαρακτήρα του κινήματος, δεν
τα αναγνωρίζουμε σε κάποιον εξουσιοδοτημένο μηχανισμό, δεν τα θέτουμε σε
κάποιο καταμερισμό εργασίας, δεν τα στερεώνουμε σε καμία κάθετη δομή […] Αυτό είναι το τελευταίο τεύχος του Potere Operaio. Η ανάπτυξη
της εργατικής κατεύθυνσης των αγώνων και της οργάνωσης έχει διαλύσει τις
οργανωτικές περιπτώσεις των ομάδων. Ένα μέρος των συντρόφων
που σήμερα έχουν υπογράψει σε αυτό το τελευταίο τεύχος του Potere Operaio έχουν ζήσει
όλη του την εμπειρία. Και δεν την αρνούνται. […] Ωστόσο, τώρα

74 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

οι σύντροφοι πρέπει και πάλι, όπως έκαναν πάντα, να αντιπαραβάλουν
τα αποτελέσματα της εμπειρίας τους με τις αναγκαιότητες της εργατικής
οργάνωσης και τη διαδικασία ανάπτυξής της: με αποφασιστικότητα, χωρίς ντροπαλότητα,
χωρίς τύψεις, ο καθένας πρέπει να αποφασίσει σε ποια πλευρά στέκεται […].
Έχουμε απορρίψει την ομάδα και τη λογική της για να βρισκόμαστε στο πραγματικό κίνημα,
για να βρισκόμαστε στην οργανωμένη Αυτονομία
.15

Στη Ρώμη, οι αυτόνομες εργατικές κολεκτίβες της Via dei Volsci (ένας
δρόμος της λαϊκής γειτονιάς του San Lorenzo), που σχετίζονταν μέχρι εκείνη τη στιγμή με την ομάδα Il Manifesto, και με την οποία είχαν σχέση
σημαντικές εμπειρίες αγώνα, ιδιαίτερα στα νοσοκομεία και
σε ορισμένες εταιρείες παροχής υπηρεσιών όπως η ENEL (εταιρεία ηλεκτρισμού)
και SIP (τηλεφωνική εταιρεία), έγιναν ο πόλος αναφοράς
της Αυτονομίας όχι μόνο της πρωτεύουσας, αλλά όλων των κεντρικών και νότιων της
Ιταλίας. Στη Ρώμη υπήρξαν σημαντικές αυτόνομες εμπειρίες όπως αυτή
των Κομμουνιστικών Επιτροπών ορισμένων κολεκτίβων κοντά στο χώρο του
Rosso, που σχετίζονταν με το περιοδικό Linea di Condotta, αλλά οι Volsci
αναμφίβολα είχαν μεγαλύτερη προέκταση, ευρύτερη, και λαϊκές ρίζες βαθύτερες
από οποιαδήποτε άλλη συλλογικότητα. Αυτό των Volsci ήταν, μεταξύ των
διαφορετικών ιταλικών αυτόνομων ρευμάτων, το μετριότερο πνευματικά, με μια στάση επάρκειας απέναντι στη θεωρητική έρευνα,
δυσάρεστο και κοντόφθαλμο. αυτό οφειλόταν και στην κοινωνική του σύνθεση, γνήσια πληβεία, και που οι Volsci ήξεραν πάντα να διασχίζουν με μια μεγάλη «κομμουνιστική σύνεση». Ωστόσο μεσοπρόθεσμα
αυτό το χαρακτηριστικό θα τους οδηγήσει, κατά τη διάρκεια και μετά το 1977, σε πολλαπλάσιες
διαφωνίες με τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα (βασικά νεολαίας και φεμινιστικό), αλλά κυρίως σε ένα κενό
πολιτικής πρότασης, πέρα ​​από τη ριζοσπαστικοποίηση της αντιπαράθεσης στον
δρόμο. γι’ αυτό πολλοί νέοι αγωνιστές προτίμησαν να καταταγούν
στις BR (που στην πρωτεύουσα αποτελούνταν κυρίως από
από τα πρώην ενδιάμεσα στελέχη του Potere Operaio).
Η παρέμβασή του, εκτός από τη θεμελιώδη στους τόπους εργασίας και στις γειτονιές, χαρακτηριζόταν από μια σκληρή πρακτική αντιφασισμού σε ανοιχτό πόλεμο με τον θεσμικό φασισμό και που,
διαφορετικά σε σχέση με άλλες συνιστώσες της Αυτονομίας, αποτελούσε γι’ αυτούς
μια αναμφισβήτητη κεντρική θέση στο επαναστατικό ταξίδι. Αν η
αντιφασιστική πολιτική των ομάδων ακολούθησε ως επί το πλείστον τη νόμιμη οδό

15 άρθρο της συντακτικής ομάδας του Potere operaio, νούμερο 50, σεπτέμβριος του 1973.

Cesura: el partido de Mirafiori 75

ώστε να τεθεί εκτός νόμου το ακροδεξιό κόμμα MSI (Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα), προσπαθώντας να επαναλάβουν την επιτυχία της διαβούλευσης για
το διαζύγιο του έτους 1974, η πρακτική των Volsci και γενικά της
Αυτονομίας ήταν αποκλειστικά αυτή της άμεσης δράσης κατά των γραφείων και των
φασιστών στρατευμένων που ειδικά στη Ρώμη είχαν πάντα
-και έχουν ακόμα- ισχυρή ρίζα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι
στην Ιταλία, αυτά είναι τα χρόνια της «στρατηγικής της έντασης», τα χρόνια κατά τα
οποία σκάνε οι φασιστικές βόμβες στο Μιλάνο, στη Μπρέσια ή στα τρένα
που μεταφέρουν τους μετανάστες, τοποθετημένες κρυφά από τα
σώματα του Κράτους, και πως είναι τα χρόνια που οι φασίστες γίνονται η ένοπλη πτέρυγα της αντίδρασης ενάντια στους κομμουνιστές φοιτητές και εργάτες. Επίσης στην Πάντοβα οι πρώτες σημαντικές ενέργειες
των αναδυόμενων Βενετικών Πολιτικών Κολεκτίβων για την Εργατική Εξουσία,
με τις οποίες θα κατακτήσουν μια ορισμένη πολιτική ηγεμονία στην περιοχή αυτή,
θα έχουν σαν στόχο τους να εξαφανίσουν τη φασιστική παρουσία στην πράξη: «λίγα
λόγια, πολλά μπαστούνια», «pocas
palabras, palos muchos
».

Τέλος πάντων, συνολικά, ο
αγώνας ενάντια στους φασίστες ήταν ένας «μικρότερος» λόγος για την Αυτονομία.
σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο πάντα έδινε μεγαλύτερη σημασία σε αυτό που πραγματικά πίστευε
ως κεντρικό ζήτημα, δηλαδή το μονοπώλιο της νόμιμης βίας
που ασκείται από το Κράτος.
Πολλοί πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη βίαιη ριζοσπαστικοποίηση του
Κινήματος, από τη μια, και το πέρασμα στον ένοπλο αγώνα πολλών
στρατευμένων, από την άλλη, ως μια αντίδραση στη «στρατηγική της έντασης»,
στις «μαύρες δολοπλοκίες» που ξεκίνησαν με την βόμβα της Piazza Fontana
στο Μιλάνο το 1969 και τη συνακόλουθη ανάγκη απάντησης σε μια
πιθανή αυταρχική μετατόπιση του Κράτους, αλλά, αν και αυτά τα γεγονότα καθόρισαν μια επιτάχυνση, δεν αποτελούν μια πειστική εξήγηση. Αυτό ήταν μόνο ένα, παρά τη σημασία του, από τα διαφορετικά κόκκινα νήματα που δένονταν άγρια ​​με το Κίνημα.
Εν τέλη, η βία της αντιπαράθεσης ήταν μέσα στα πράγματα: στη ριζοσπαστικοποίηση των κατασταλτικών οργάνων του Κράτους και της καπιταλιστικής αντεπίθεσης αντιστοιχούσε, ανεξάρτητα από τις φασιστικές δολοπλοκίες, μια επαναστατική στρατηγική, τόσο του Κινήματος όσο και των
οργανωμένων συνιστωσών του. Η σκληρότητα της αντιπαράθεσης ήταν εγγενής στην αλλαγή της εποχής που επιβεβαίωνε τον εαυτό της και αμφότερα τα μέρη,
Κίνημα και Πολιτεία, προχώρησαν γρήγορα σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Σε
αυτό το πεδίο πρέπει να ειπωθεί και να επιβεβαιωθεί μια θεμελιώδης αλήθεια: όλοι
στο Κίνημα, πίστευαν πώς κάνουν την επανάσταση και όλοι γνώριζαν
πως δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ένα γεύμα γκαλά. Τούτου λεχθέντος, είναι εξίσου
σίγουρο ότι οι διαφορές ήταν πολλές, και όχι ασήμαντες,

76 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

για τον τρόπο αντιμετώπισης του στρατιωτικού ζητήματος. Σύμφωνα με τον Emilio Quadrelli, ο οποίος
αφιέρωσε μια μελέτη στο ζήτημα, το πώς της Αυτονομίας
ήταν σε όρους μάλλον αρκετά «ορθόδοξους» διότι προέβλεπε, όπως πάντα
έχει συμβεί στην κομμουνιστική παράδοση, μια διάκριση μεταξύ του
νόμιμου και του παράνομου πεδίου, στο οποίο ο κυρίως πολιτικός χαρακτήρας
του πρώτου ποτέ δεν τέθηκε υπό συζήτηση, ενώ οι ένοπλες ενέργειες λειτουργούσαν πάντα και μόνο ως «στήριγμα για
να ενισχύσουν και εξομαλύνουν την πορεία προς την πολιτική πρωτοβουλία η οποία, ξεκινώντας από τις
«κόκκινες βάσεις», έπρεπε να κοινωνικοποιηθεί στην επικράτεια».16

Η εξήγηση
του Quadrelli έχει σίγουρα πολλά δίκια, αλλά μου φαίνεται
πως δεν αντικατοπτρίζει, λόγω της υπερβολικής «τυποποίησης» της, έναν κόσμο σε συνεχή κίνηση, όπου το στρατιωτικό ζήτημα διασταυρώνεται και
με τη σειρά του περνά από όλα τα επίπεδα του αγώνα, πράγμα που σημαίνει ότι
ακριβώς επειδή ο ένοπλος αγώνας υποτάσσονταν στη μορφή της
ζωής, αποκτούσε με τη σειρά του τον χαρακτήρα της, εμποδίζοντάς τον έτσι να μετατρέπεται
σε μια «ξεχωριστή» διάσταση. Η επιλογή των Brigate Rosse-Ερυθρών Ταξιαρχιών ήταν, αντιθέτως, αυτή της ενοποίησης του πολιτικού επιπέδου με το στρατιωτικό, αλλά
πάνω από όλα ήταν να δίδει στον ένοπλο αγώνα ένα απόλυτο πολιτικό νόημα – το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, διαμόρφωνε ολοκληρωτικά τον τρόπο ζωής
των αγωνιστών, διαχωρίζοντάς τους από τους υπόλοιπους. Με τον καιρό αυτό
οδήγησε τις BR σε μια αυξανόμενη παρανόηση των δυναμικών
του Κινήματος, και στην αναζήτηση μια «συμμετρικής» αντιπαράθεσης με
το Κράτος που δεν μπορούσαν παρά να χάσουν.

Ενώ το αυτόνομο κίνημα ήταν ισχυρό και ευρύ, η πρωτοβουλία ομάδων όπως οι Brigate Rosse
ήταν μειοψηφική στην ιταλική κοινωνία, αλλά αμέσως μετά,
όταν το Κίνημα αδυνάτισε, αμφιταλαντευόμενο, ανασφαλές ή δεν είχε έναν
επαρκή στρατηγικό χώρο, αναπνοή, η υπερλενινιστική επιλογή της αυτονομίας του πολιτικού (τόσο με ένοπλη όσο και θεσμική έννοια)
ανέλαβε γρήγορα τη «σκηνή, το σενάριο».
Σε κάθε περίπτωση, ήταν οι αυτόνομες κολεκτίβες που σχετίζονταν με την
Via dei Volsci και το περιοδικό Rivolta di Classe-Ταξική Εξέγερση που, μεταξύ των ετών 1973
και 1975, έδωσαν αφορμή για μια εντυπωσιακή σειρά αγώνων στις λαϊκές ρωμαϊκές γειτονιές,
με καταλήψεις σπιτιών και μαζικές αυτομειώσεις στους λογαριασμούς ρεύματος, φυσικού αερίου, νερού και τηλεφώνου.
16 E. Quadrelli, Autonomia Operaia. Scienza della politica e arte della guerra dal ‘68 ai movimenti
globali, Εργατική Αυτονομία. Επιστήμη της πολιτικής και τέχνη του πολέμου από το ’68 στα παγκόσμια κινήματα
, Rímini, NdA Press, 2008.

Cesura: el partido de Mirafiori 77

Οι αγώνες για την κατάληψη σπιτιών στη γειτονιά του San Basilio,
τον σεπτέμβριο του 1973, πήραν τη μορφή μιας εξέγερσης λαϊκής, στην οποία ήταν αφιερωμένο ένα διάσημο τραγούδι αγώνα και στην οποία
ο νεαρός αγωνιστής Fabrizio Ceruso έχασε τη ζωή του. Μιλάμε
για συγκρούσεις με μεγάλους αριθμούς: τουλάχιστον 3.000
σπίτια καταλήφθηκαν, και οι αυτομειώσεις ήταν περίπου 25.000
. Όλοι
οι αγώνες άσκησαν την αυτοάμυνα: όσον αφορά το
ηλεκτρικό ρεύμα ασκούνταν πικετοφορίες στους κεντρικούς μετρητές στις οποίες
πήραν μέρος και οι εργάτες υπεύθυνοι για την αποσύνδεση. στην
περίπτωση της τηλεφωνίας, όταν διατάχθηκαν αναγκαστικές αποσυνδέσεις, παρενέβησαν σύντροφοι οι οποίοι, ως μορφή πίεσης, αποσύνδεσαν τις
θεσμικές και βιομηχανικές γραμμές ή αυτές των αστικών γειτονιών, ή
ανατίναξαν τους τηλεφωνικούς πίνακες. Τελικά κατακτήθηκε μια
«κοινωνική μπάντα» υπηρεσιών σε πολιτικές τιμές. Οι Volsci επινόησαν έτσι
την έννοια της «προλεταριακής ζώνης» – ενώ στο Βένετο προτιμούσαν
τον όρο «ομοιογενείς ζώνες» – για να υποδείξουν τα εδάφη στα οποία
ήταν σε ισχύ μια αποτελεσματική αντιεξουσία. Ξεκινώντας από το 1974, θα συνεργαστούν
για δύο χρόνια με την εφημερίδα Rosso, που είχε έδρα το Μιλάνο.

είναι
ενδιαφέρον να εξετάσουμε τη διαφορά στη σύλληψη που μπορεί να ανιχνευθεί
στη διαφορετική διατύπωση προλεταριακών ζωνών και ομοιογενών ζωνών: εάν
οι πρώτες υπεδείκνυαν περιοχές στις οποίες ο ίδιος ο τρόπος προλεταριακής ζωής
σημάδευε την πολιτική του αξία και τα επίπεδα οργάνωσης ήταν υποταγμένα σε αυτήν, η ομοιογένεια στα βενετικά εδάφη οφειλόταν κυρίως στο επίπεδο οργάνωσης που,
μέσα από ένα νεολενινιστικό μοντέλο, όπου το «κόμμα» ήταν κατά κάποιο τρόπο
εξωτερικό στις μορφές ζωής, την ίδια στιγμή που επιδίωκε τους μετασχηματισμούς της κοινωνικής σύνθεσης, επέβαλε πάνω τους τη δική του πολιτική μορφή. Με τρόπο πιο πειστικό και ενδιαφέροντα για την σήμερον ημέρα, σε
άλλες περιοχές, όπως Μιλάνο ή Μπολόνια, οι δύο διαστάσεις, αυτή της επινόησης και κοινής χρήσης ενός τρόπου ζωής, και αυτή της οργάνωσης, θα γίνουν
δυσδιάκριτες στην αυτόνομη πολιτική πρακτική.

Αυτή η τελευταία ήταν, για
από την άλλη, η πλειοψηφούσα στρατηγική επιλογή στο Κίνημα του 1977.
Οι αγώνες των αυτομειώσεων και των καταλήψεων έδωσαν ένα
ρυθμό και μια μορφή ιδιόμορφη στην Αυτονομία, που της επέτρεψε να ξεχωρίσει γρήγορα από την πολιτική των ομάδων. Στο Τορίνο, λοιπόν, ξεκίνησαν οι αυτομειώσεις στα δημόσια μέσα μεταφοράς,
υποστηρίχθηκαν ακόμη και από το συνδικάτο, ένας αγώνας που θα αναπαραχθεί αμέσως σε πολλά άλλα μέρη της Ιταλίας, ξεκινώντας
από το Βένετο, όπου η κινητικότητα από τα
χωριά προς τις πόλεις και τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα ήταν


78 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

τεράστια. Εκεί, επίσης, ξεκίνησαν αυτομειώσεις του φωτός και
τηλεφώνου
:: σε όλη την περιοχή του Πιεμόντε οι αυτομειώσεις ήταν
πάνω από 150.000. Στο Μιλάνο οι αυτόνομες συλλογικότητες
άρχισαν να δραστηριοποιούνται σε ένα πιο επιθετικό έδαφος από αυτό των αυτο-μειώσεων,
με τη διενέργεια απαλλοτριώσεων σε σουπερμάρκετ.

συνεχίζεται

#FreePanoulis #free_Michailidis How can I help #freepanoulis

Click to access TS-HIS16_Autonomia.pdf

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s