αυτονομία, autonomia

Γραμμή συμπεριφοράς: να διαρρήξουμε την ενότητα της εργατικής Τάξης, να χτίσουμε την μηχανή του πολέμου, Ε

Η απεμπλοκή/διαχωρισμός εισοδήματος και παραγωγής δεν υπήρξε ένα απλό σύνθημα, ήταν κάτι που υλοποιούνταν στα εργοστάσια
καθημερινά μέσα από απουσίες, σαμποτάζ και απόρριψη των ρυθμών.
Ο εργατικός έλεγχος σήμαινε επίσης ότι οι εργάτες που απολύονταν για
πολιτικούς λόγους επέστρεφαν καθημερινά στο εργοστάσιο συνοδευόμενοι και προστατευμένοι από τους άλλους εργάτες για να συνεχίσουν να αναπτύσσουν την ανατρεπτική δραστηριότητά τους, ενώ συνέχιζαν να λαμβάνουν μισθό χάρη
στις συνδρομές και τους «φόρους» που κατόρθωναν να αποσπάσουν από τους διάφορους
προσωπάρχες, διοικητικούς, εμπόρους και μέλη της μπουρζουαζίας της περιοχής,
είτε μέσω άλλων παράνομων δραστηριοτήτων αυτοχρηματοδότησης, διότι,
όπως έγραψε το Rosso «το χρήμα πρέπει να το παίρνεις εκεί όπου βρίσκεται».

Ναι
Λοιπόν, αυτή ήταν μια πρακτική που ήδη βιώνονταν περιστασιακά από ομάδες
όπως η PO και η Lotta Continua, είναι ακριβώς αυτή την περίοδο που η Αυτονομία άρχισε να εφαρμόζει την απαλλοτρίωση τραπεζών σε μαζική
μορφή. Αυτή του 1974 στην Τράπεζα του Argelato, στην Emilia Romagna, η οποία
έληξε άσχημα με τη δολοφονία ενός καραμπινιέρου, έδωσε αφορμή για την πρώτη δίκη
στην οποία εμπλέκονταν άνθρωποι από την Αυτονομία σε πρακτικές αυτού του τύπου.
Αρχικά συνελήφθησαν μια ντουζίνα άτομα ανάμεσα στο χώρο
του Rosso και Puzz. ένας από τους κατηγορούμενους απαγχονίστηκε στη φυλακή και οι υπόλοιποι
κατηγορούμενοι έπρεπε να καταβάλουν ποινή φυλάκισης πολλών ετών. Τέλος, στις δίκες της Αυτονομίας της δεκαετίας του ’80, αγωνιστές κοντά στον Rosso καταδικάστηκαν. οι δικαστές
θεώρησαν, όπως συνήθιζαν να κάνουν, ότι εκείνη η ληστεία συνδέονταν με απόφαση της
«οργάνωση». Όμως αυτή του Argelato ήταν μόνο η πρώτη από τον μεγάλο αριθμό απαλλοτριώσεων που είχαν στόχο την πολιτική-ανατρεπτική δραστηριότητα.

Τις περισσότερες φορές πραγματοποιούνταν σε μικρές τράπεζες που δεν είχαν ακόμη εξελιγμένα μέσα προστασίας
και από τις οποίες ήταν ευκολότερο να φύγεις. Ο «εξαναγκασμός» της προλεταριακής εξουσίας,
επιπλέον, είχε ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, την πρακτική πυρπόλησης αυτοκινήτων ή το «πυροβολισμό στα πόδια» των υπευθύνων ή των διευθυντών
ιδιαίτερα μισητών από τους εργαζόμενους. αυτές οι ενέργειες
πραγματοποιούνταν από εδαφικές παρεμβάσεις «ομάδων» που συγκροτούνταν
εκείνη την περίοδο για να ασκήσουν την αντιεξουσία με συγκεκριμένο τρόπο και είχαν την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργατών. Πρακτικές όπως

Separ/acción, desubjetivización y «dictadura de las necesidades» 123

αυτές θεωρήθηκαν όχι τόσο ως ένα είδος διοίκησης
της δικαιοσύνης από τα κάτω – ευτυχώς οι εκδικητές δεν ήταν
ποτέ πολύ άφθονοι στην Αυτονομία — αλλά ως μηχανισμός
αποτροπής αλλά και της παραγωγικής δολιοφθοράς της κοινωνικής
και τεχνολογικής καινοτομίας: οι προσωπάρχες που δρούσαν αλαζονικά στις γραμμές
της παραγωγής αντικαταστάθηκαν σύντομα από ψηφιακές ή ηλεκτρονικές μηχανές. Για πολλούς, αυτού του είδους τα αποτελέσματα ήταν μια από τις πολλές επιβεβαιώσεις της εργατικής διαίσθησης, δηλαδή ότι οι αγώνες οδηγούν στην
ανάπτυξη του κεφαλαίου. Αλλά το πραγματικό πρόβλημα ήταν πάντα το
πώς να διακοπεί αυτό το διεστραμμένο κύκλωμα που οδηγεί από τους αγώνες σε ένα
νέο προσδιορισμό της ισχύος, μια νέα αποφασιστικότητα της εξουσίας και σε νέες στρατηγικές εκμετάλλευσης.
εκείνο του πώς να διακοπεί η αναπαραγωγή εκείνης της κοινωνικής σχέσης που
επιβάλλει σε όλους την ταύτιση με μια λειτουργία του κεφαλαίου.

Μεταξύ 1975 και 1976 το ζήτημα της ένοπλης ταξικής πάλης έγινε ένα από τα κεντρικά θέματα της εδαφικής και εθνικής συζήτησης.
Οι παράνομοι σχηματισμοί άρχισαν να αυξάνουν το εύρος των
δράσεων τους και αυτοί της Αυτονομίας άρχισαν να οργανώνονται για να δομήσουν μια μαχητική επέμβαση σε όλη την επικράτεια. Φτάνοντας
σε εκείνο το σημείο τoυ ανατρεπτικού πλούτου, έγραφε ο Νέγκρι στο Proletari e
Stato, Προλετάριοι και Κράτος
, ήταν απαραίτητο να υπάρχει «μια δύναμη πρωτοποριακής στράτευσης,
ικανή να βαθαίνει βίαια και διαρκώς την κρίση και
να απωθεί, στον ίδιο βαθμό, τη βία των αφεντικών
».14 Το σημείο που
κάνει τη διαφορά, αλλά που είναι πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί, αποτελούνταν από το
να μην αφήσουν την πρωτοποριακή δράση να αποσπαστεί από το Κίνημα,
στο να μην επιτρέψουν στη στρατιωτική λειτουργία να προχωρήσει πολύ μπροστά του και να απομακρυνθεί από αυτό,
ακόμη λιγότερο να αναλάβει πλήρως την πολιτική κατεύθυνση του Κινήματος.

Με άλλα λόγια, ήταν απαραίτητο να αποτραπεί η πολεμική λειτουργία
να συνθλίψει υπό το βάρος της παρέμβασής της τις υλικές και πνευματικές διαστάσεις
που, μαζί με αυτήν προφανώς, αποτελούσαν την από κοινού
ισχύ του. Αλλά ποιος και με ποια εξουσία θα μπορούσε να ερμηνεύσει ποιες ήταν σε κάθε περίσταση οι ενδείξεις μιας εικαζόμενης
κατεύθυνσης των μαζών; Δεν υπήρχε άλλη λύση από το να ακολουθηθεί ένα επιδέξιο κύκλωμα
μεταξύ αυθορμητισμού και οργάνωσης, μεταξύ διάχυτου αντάρτικου και
συγκεντρωτισμού της επίθεσης, μεταξύ της υποκειμενικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης και της άμεσης
ανασύνθεσης μέσα στη Κίνημα.
14 A. Negri, La classe ouvrière contre l’etat, Η εργατική τάξη ενάντια στο Κράτος, París, Éditions Galilée, 1978.

124 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

Όπως και να έχει, το 1976 άρχισαν να ωριμάζουν εντός του αυτόνομου χώρου θέσεις που έσπρωχναν ανοιχτά έναν μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό της
πολιτικοστρατιωτικής παρέμβασης. Για παράδειγμα οι μπολονιέζοι των αυτόνομων Επιτροπών,
Comitati autonomi —χώρος Rosso
— που υποστήριζαν ότι σε απάντηση
στα μέτρα εμφυλίου πολέμου που εξαπέλυε το κεφάλαιο — όχι μόνο τους
«ειδικούς νόμους», αλλά και όλα όσα επεδίωκαν την καταστροφή
της εργατικής εξουσίας και που υπέβαλαν τους ίδιους τους εργάτες στην αποδοχή ενός
ενεργού ρόλου στην αναδιάρθρωση και αστυνόμευση των
πρωτοποριών — δεν υπήρχε άλλος δρόμος από το να τονιστούν τα υποκειμενικά επίπεδα, δηλαδή, να αποκηρύξουν την επέκταση των κινημάτων για να παραχωρήσουν τον
πρωταγωνιστικό ρόλο στη στρατιωτική στρατηγική της άμεσης επίθεσης. Οι μπολονιέζοι αυτόνομοι απέρριπταν επίσης τον δρόμο της εξέγερσης, καθώς θεωρούσαν πως ήταν αδύνατο ένα μόνο χτύπημα να καταφέρει να καταρρίψει
τόσο τον οικονομικό όσο και τον πολιτικό μηχανισμό του Κράτους. Φαινόταν ακόμα
να κρατούν μια ιδέα της εξέγερσης αγκυροβολημένη στα σοβιετικά κλασικά,
χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η εξέγερση σε αυτά τα ύψη ισοδυναμούσε με ένα ασυνεχές ταξίδι στο οποίο μεγάλες στιγμές ρήξης και φάσεις
προβληματισμού, ομόκεντρες επιθέσεις και τακτικές αποσύρσεις αλληλοδιαδέχονταν δίχως λύση συνέχειας, και στις οποίες δεν υπήρχε πλέον μία ώρα Χ μετά την
οποίαν θα ξεκινούσε η δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά ένας πολλαπλασιασμός
των Χ ωρών, που ήταν ήδη τόσες όσα και τα τμήματα της σύγκρουσης που
η Αυτονομία ήταν ικανή να ταξιδέψει.

Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την Αυτονομία, δεν υπάρχει διαδήλωση από εκείνη τη χρονιά που να μην παραβρέθηκαν σύντροφοι οπλισμένοι με
πυροβόλα όπλα για να την υπερασπιστούν ή για να εκθέσουν μια «προληπτική» απειλή κατά των εχθρικών δυνάμεων:
Ανάμεσα στη κρίση του εργοστασίου και την έκρηξη της βίας στο δρόμο από τους
αυτόνομους η σχέση είναι στενή
. Το εργοστάσιο – η εργατική δουλειά – είναι
η «δύναμη» που διατηρείται, υπαινικτική, ταξική στρατηγική, κυβέρνηση […] Η βία στο δρόμο είναι άμεση, δεν παραπέμπει σε τίποτα, είναι εδώ και τώρα, γρήγορη.
Καταναλώνεται εξ ολοκλήρου στην πράξη της έκφρασης […] Οι δυνάμεις της τάξης
γεννιούνται για να «ελέγχουν» τον δρόμο, τις διαδηλώσεις. Οι αυτόνομοι
είναι εκεί για να του βάλουν φωτιά, του δρόμου
. Οι αυτόνομοι συγκρούονται από νωρίς με
τις δυνάμεις της τάξης, ένα οδόφραγμα. Οι δυνάμεις της τάξης
βγάζουν τις ασπίδες τους, τα γκλομπς τους. οι αυτόνομοι, τα πιστόλια τους
.15
15 L. Caminiti, «Il fattore A, ο παράγοντας Α» στο Gli Autonomi I, Οι Αυτόνομοι Ι, Roma, Deriveapprodi, 2007.

Separ/acción, desubjetivización y «dictadura de las necesidades» 125

Σε ένα πλαίσιο, μια συγκυρία εξαιρετικά βίαιης επίθεσης από τα όργανα του Κράτους και
των φασιστών κατά του Κινήματος – υπήρξαν εκατοντάδες θάνατοι
που προκλήθηκαν από τις σφαγές και από την καταστολή σε εκείνη τη χούφτα
χρόνων – υπήρχε μια επαρκής παρουσία όπλων στα χέρια των εξεγερμένων
—ο «διάχυτος οπλισμός» του Κινήματος. Μπροστά στο «συγκεντρωτικό [χαρακτήρα]»
του παράνομου κόμματος —σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει κανείς— μείωσε τον κίνδυνο αδιάκριτης σφαγής. Στις διαδηλώσεις,
οι αυτόνομοι αναγνωρίζονταν από το γεγονός ότι περισσότερο από το να σηκώνουν τις γροθιές τους και
να εκτοξεύουν τα συνθήματά τους όπως συνήθιζαν οι αγωνιστές της
αριστεράς, ύψωναν το χέρι τους στον αέρα με τον αντίχειρα ανοικτό και τον δείκτη
και τον μεσαίο ενωμένους ώστε να σχεδιάζουν τη σιλουέτα ενός πιστολιού: η Αυτονομία
ήθελε να τρομάξει τον εχθρό ή τουλάχιστον να επιστρέψει λιγάκι από τον φόβο
που φυτεύανε καθημερινά αστυνομικοί, φασίστες και τσιράκια των αφεντικών
ανάμεσα στους προλετάριους.

Σε κάθε περίπτωση, η επανοικειοποίηση της βίας ήταν
κάτι που όλοι στο Κίνημα ένιωθαν τη στρατηγική σημασία της: να κουβαλούν όπλα μαζί τους και να τα δείχνουν, να «κάνουν τον κόσμο να καταλαβαίνει» ότι
έχουν, αντί να τα χρησιμοποιούν ή να τα καταχρώνται, αυτό σήμαινε πάντα
η πρόσφατη ιστορία των επαναστατικών κινημάτων – σκεφτείτε
την περίπτωση των Μαύρων Πανθήρων των ΗΠΑ — όχι μόνο η άσκηση μιας
νόμιμης άμυνας αλλά κυρίως ένας αποτρεπτικός μηχανισμός. Υπήρχαν
εκατοντάδες ένοπλες εισβολές από αυτόνομους σε κέντρα διαχείρισης και
παραγωγής, αλλά οι σφαίρες, όταν πετούσαν, το έκαναν πάντα και μόνο για να τρυπήσουν τοίχους, παράθυρα και αυτοκίνητα, για να «υπογράψουν» την επίθεση
και να ενισχύσουν τους αγώνες: ποτέ δεν σκοτώθηκε κανείς στην πορεία αυτών των
δράσεων.

Οι ενέργειες των αυτόνομων κομάντο που κατέληξαν να τραυματίσουν κάποιον ιδιαίτερα μισητό χαρακτήρα είχαν την προέλευσή τους σε
μια πολιτική ένδειξη που προέρχονταν από την εργατική οργή και σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον
όσον αφορά την Αυτονομία, δεν στόχευε ποτέ πάνω από τη μέση. Οι μόνοι που έπεσαν από τους αυτόνομους, το ’77, δύο αστυνομικοί χτυπήθηκαν στις πιο σκληρές φάσεις του
εξεγερτικού τραντάγματος εκείνων των μηνών, θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό.
Με αυτό δεν θέλω να «σχετικοποιήσω» — ήταν σκληρά γεγονότα στα οποία
ακολούθησε μια αυτοκριτική που μοιράστηκε η πλειοψηφία — απλώς προσπαθώ
να βάλω τους αριθμούς στη θέση τους.
Σε κάθε περίπτωση, η επανοικειοποίηση, ειδικά για τους εργάτες, συνίστατο βασικά στο να πάρουν πίσω τον χρόνο. ίσως να μην υπήρξε ποτέ
μια πιο σκληρή πάλη μεταξύ κεφαλαίου και βιομηχανικού προλεταριάτου από αυτή
που δόθηκε την εποχή εκείνη, και είναι ενάντια στη στρατιωτική κατοχή από πλευράς

126 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

του καπιταλισμού εναντίον του οποίου η εργατική αυτονομία θα εξαπολύσει τις μαζικές επιθέσεις της.

Αγώνας ενάντια στην εργασία σημαίνει να ιστορείς όλη την ώρα την
επανάσταση, ούτε μια ώρα την παραγωγή: αυτό ήταν το μαζικό πρόγραμμα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντική μια εις βάθος μελέτη
σχετικά με τις απουσίες από το εργοστάσιο που δημοσιεύτηκε από το Primo Maggio το 1975.
αυτή η πρακτική αυτοάμυνας χρησιμοποιήθηκε πάντα από τους εργάτες
είχε γίνει τόσο διάχυτη και μαζική που είχε καταστεί μια πραγματική, αυθεντική μορφή αγώνα και ζωής που μιλούσε μια γλώσσα
νέα, που δεν ήταν πλέον απλώς η αφαίρεση του χρόνου από την παραγωγή,
αλλά και αυτή της απόρριψης της εργατικής ταυτότητας, αυτή των πρακτικών της
αποϋποκειμενοποίησης που φαίνονταν σε όλα τα τμήματα της κοινωνίας
ως το κέντρο της επαναστατικής δράσης: να διαχωρίζεσαι από τις ταυτότητες
που ήταν καρπός των μηχανισμών υποκειμενοποίησης έγινε, από
εκείνη την εποχή, προτεραιότητα του Κινήματος. «Via delle linee», »μακριά από τις γραμμές» [της αλυσίδας παραγωγής’16
έλεγε ένα τραγούδι αγώνα εκείνων των χρόνων, και οι γραμμές στέκονταν
παντού μέσα στον κοινωνικό ιστό, στο κοινωνικό εργοστάσιο: κανείς δεν ήθελε να μείνει «στη θέση του», καμία δεν ήθελε να παραμείνει «υποκείμενο», όλοι συνωμοτούσαν εναντίον
του Κράτους, της παραγωγής και… της μεταφυσικής.

Να εκλείπεις ως εργατική τάξη, ως φοιτητής, ως άνεργος, ως άνδρας,
ως γυναίκα, ως διανοούμενος, ως ομοφυλόφιλος, ως
συνταξιούχος, και μάλιστα ως αγωνιστής: εξαφάνιση όλων των κατηγοριών
που προέρχονται από το ανήκειν στον καπιταλιστικό πολιτισμό. ήταν η προσπάθεια, η πρόθεση
μιας μαζικής αποϋποκειμενοποίησης με στόχο την υπονόμευση των θεμελίων της
καπιταλιστικής ανάπτυξης, μια ένοπλη έξοδος από κάθε ταυτότητα συμπεριφορών
όπου η παλιά διαλεκτική των αφεντικών μετατρέπονταν σε ένα κομμάτι αντίκα
.
Όμως οι αγώνες της δεκαετίας του 1970, και όχι μόνο οι ιταλικοί, μας δείχνουν ότι μαζί με αυτούς που είχαν να κάνουν με τον καιρό εκείνο, άνοιγε ένας άλλος
φορέας σύγκρουσης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα —με τις εξεγέρσεις
των banlieues – των γαλλικών προαστίων ή κατά του gentrification, του εξευγενισμού των λαϊκών γειτονιών, για
παράδειγμα—και αυτός είναι, ο φορέας του διαστήματος, του χώρου: έστω και στιγμιαία απομάκρυνση εδαφών προς το Κράτος, τις εταιρείες, τη βιοδύναμη, προς τον έλεγχο
της κυβερνητικής.

Η μέτρηση του απαραίτητου χρόνου εργασίας παύει να είναι το κεντρικό ζήτημα
της σύγκρουσης, καθιστώντας τη δυνατότητα ή όχι δημιουργίας και διατήρησης
αυτόνομων μορφών ζωής που απαιτούν τόσο κάποιον χρόνο
δικό τους όσο και ένα χώρο για να ξεδιπλώσουν τις πρακτικές τους και να τις κάνουν να διαρκέσουν. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων εβδομήντα στην Ιταλία είμαστε μάρτυρες αυτού.
16 Θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «βγείτε από τη γραμμή» ή «έξω από τις γραμμές»

Separ/acción, desubjetivización y «dictadura de las necesidades» 127

η μετατόπιση των συγκρούσεων από το εργοστάσιο στην κοινωνία, από το χρόνο
εργασίας στο χώρο αυτής, από τον μισθό στην επιθυμία, από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, από την ταυτότητα στο γίγνεσθαι. Η αποσταθεροποίηση του κράτους και η καταστροφή της κοινωνικής τάξης έπρεπε να συμβαδίζουν για να επιτευχθεί
το κατάλληλο επαναστατικό κατώφλι για εκείνη την τεράστια «ανάγκη για
κομμουνισμό» που ζούσε μέσα στο κοινωνικό προλεταριάτο.
Αλλά σε αυτό το σημείο πρέπει να διευρύνουμε την προοπτική μας
να αντιληφθούμε σε όλο της το πλάτος την ανθρωπολογική ασυνέχεια
που παρήγαγε το κίνημα των αυτονομιών στον κόρφο της ιταλικής κοινωνίας. Έχει να κάνει με το να ζορίζουμε τα αυτιά μας ώστε να ακούσουμε τον εκκωφαντικό θόρυβο
μιας ρήξης που προέρχεται από εκείνη την εποχή, και που οφειλόταν στην
εισβολή στους δρόμους νέων «αναγκών» και νέων «όπλων»
συνδεδεμένων με νέες «υποκειμενικότητες» που συνήθιζαν να καθίστανται μηχανές
πολέμου γεμάτες επιθυμίες ως τρομερός μοχλός για να ανατρέψουν την
συμβολική και υλική κυρίαρχη τάξη.

Λέμε ακόμη περισσότερα: πρέπει να αλλάξουμε
εγγραφή, αφού από εδώ και πέρα ​​ξεκινά μια νέα ιστορία,
όπου ο άξονας των αυτόνομων αγώνων καμπυλώνεται, ανοίγει και μετατρέπεται
σε μια παραληρηματική καταιγίδα, μια χιλιόκεφαλη ύδρα, μια μυριάδα από
μικρές και βαθιές ρήξεις, ανατρεπτικές όχι γιατί σχημάτισαν ένα
συμπαγή στρατό έτοιμο για την αναμέτρηση ενάντια στο Κράτος
σε ισότιμη βάση – αυτό ήταν το μεγάλο λάθος των υπερασπιστών του ένοπλου αγώνα — αλλά λόγω της εξαπολύσεως ενός διάχυτου ανταρτοπόλεμου σε εκείνο το μοριακό επίπεδο στο οποίο η ίδια η κυβέρνηση
ασκείται καθημερινά, στην μπανάλ χορήγηση του πόνου ως
μίζερο υπόλοιπο της κοινωνικότητας της εργασίας.

συνεχίζεται

 #free_Michailidis 

Click to access TS-HIS16_Autonomia.pdf

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s