αυτονομία, autonomia

Νεανικό προλεταριάτο ενάντια στη μητρόπολη, ε

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, μια διάσπαση στη Senza Tregua προκάλεσε
αφενός τη γέννηση των Comitati Comunisti Rivoluzionari- Επαναστατικών Κομουνιστικών Επιτροπών,
μια νόμιμη δομή που συμμετείχε και στον ένοπλο αγώνα με
άλλα αρκτικόλεξα και, από την άλλη, σε παράνομες οργανώσεις, τις Unità Comuniste Combattenti-Κομουνιστικές Μαχόμενες Μονάδες και την Prima Linea-Πρώτη Γραμμή. Παράλληλα, άλλες ομάδες
της Αυτονομίας, εντός της περιοχής του Rosso, έδωσαν ζωή στις Brigate Comuniste-ΚομουνιστικέςΤαξιαρχίες από τις οποίες διασπάστηκαν λίγο αργότερα οι
Formazioni
Comuniste di Combattimento-Κομουνιστικοί Μαχόμενοι Σχηματισμοί.

Αν οι Κομουνιστικές Ταξιαρχίες ήταν στην πραγματικότητα
το όνομα με το οποίο οι ομάδες γύρω από το Rosso ανελάμβαναν την ευθύνη για ορισμένες ενέργειες ένοπλης δολιοφθοράς —και σε αυτήν την περίοδο υπήρχαν δεκάδες και
δεκάδες αρκτικόλεξα που οδήγησαν σε ενέργειες αυτού του τύπου, η PL και
οι FCC ήταν ομάδες που είχαν δομηθεί ως αυθεντικοί οργανισμοί, οργανώσεις
ανεξάρτητες, αν και, τουλάχιστον σε αυτή την πρώτη φάση, διατήρησαν

40 «Rompamos el gueto del barrio, Να σπάσουμε το γκέτο της γειτονιάς», Rosso, núm. 8, 24 de abril de 1976

164 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

μια στενή σχέση με το Κίνημα. Οι περισσότεροι αγωνιστές τους
εξακολούθησαν μάλιστα να παρεμβαίνουν δημόσια, συνέχισαν δηλαδή να πολεμούν στις νόμιμες δομές στο εργοστάσιο και στις γειτονιές.
Δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα που οι ένοπλες παράνομες παρατάξεις
να πάρουν τα ηνία, βρισκόμαστε ακόμα στην εποχή που η
διάχυτη και οργανωμένη Αυτονομία «κυβερνούσε» τους δρόμους.

Μετά το καλοκαίρι του 1976, οι αγώνες ξανάρχισαν, αποκτώντας ολοένα και μεγαλύτερη ένταση. Το φθινόπωρο ένας σημαντικός αριθμός ένοπλων δράσεων
χτυπούν εργοστάσια και πόλεις: στο Τορίνο δέχεται επίθεση η Singer,
στο Μιλάνο στις 20 οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια εργατικής διαδήλωσης, αυτόνομα κομάντο επιτίθενται στο Φαρμακευτικό Ινστιτούτο Angeli καταστρέφοντας
το κέντρο υπολογιστών, πυρπολούν τα συνεργεία της De Angeli Frau (ένα
κλωστοϋφαντουργείο), κλείνουν τα κεντρικά γραφεία της Comunione e Liberazione με 21
μολότοφ, σπάνε τα τζάμια μιας δεξιάς εκδοτικής και
τελικά απαλλοτριώνουν τα ποτά ενός σούπερ μάρκετ.

Οι Κομουνιστικές Ταξιαρχίες
πυρπολούν τα αυτοκίνητα των διευθυντών τριών εργοστασίων στη Γένοβα,
την ίδια ώρα αναλαμβάνουν την ευθύνη στο Τορίνο για το κάψιμο έξι αυτοκινήτων
«φρουρών» της Fiat. Πίσω στο Μιλάνο, στις 12 νοεμβρίου, τρεις
ένοπλοι μαχητές των Unità Comuniste Combattenti εισβάλλουν
στην Assofarma αφαιρώντας τα αρχεία και τα χαρτοφυλάκια του διευθυντή, μαζί με
πολλά άλλα τέτοια πράγματα.

Αλλά αυτή είναι η στιγμή των Κύκλων, το Καυτό τους Φθινόπωρο.
Πέρα από την επιτυχημένη καμπάνια των αυτομειώσεων στον κινηματογράφο, είναι
ξεκάθαρα οι καταλήψεις νέων κύκλων και κολεκτίβων που γεννιούνται στο
Μιλάνο, όπως η Romana-Vittoria και το corso Garibaldi ή το Colectivo
Autónomo de la Barona, που εστιάζουν ιδιαίτερα στα χωράφια
της οργάνωσης των προλεταριακών περιπολιών ενάντια στη μαύρη εργασία, των
τ«κόκκινων αγορών», της απαλλοτρίωσης και της κατάληψης σπιτιών. Οι συλλογικότητες οργανώνουν επίσης αυτομείωση στα μέσα μαζικής μεταφοράς: επιβιβάζονται στα λεωφορεία, σαμποτάρουν τις μηχανές επικύρωσης και διανέμουν φυλλάδια ή ανεβαίνουν σε ομάδα και περιμένουν να φτάσει
ο ελεγκτής ώστε να αφαιρέσουν το σημειωματάριο με τα πρόστιμα από τα χέρια του, και όταν κατεβαίνουν γεμίζουν
γκράφιτι στο πλάι του λεωφορείου. Ή, όπως συνέβη στις 3 δεκεμβρίου,
σε μια δράση που αργότερα θα επαναλαμβανόταν δεκάδες φορές, παρουσιάζονται
πολλοί από αυτούς σε ένα σούπερ μάρκετ και καλούν τους ανθρώπους εκεί να οικειοποιηθούν το είδος, κάτι που αρχίζουν να κάνουν αμέσως.
η απαλλοτρίωση δεν διαρκεί περισσότερο από ένα λεπτό.

Δεν πρέπει να συγχέουμε την
ιστορία των Κύκλων με εκείνη των κοινωνικών κέντρων όπως το Leoncavallo, το οποίο καταλήφθηκε το 1975 από μια ομάδα αγωνιστών από διάφορες

Separ/acción, desubjetivización y «dictadura de las necesidades» 165

οργανώσεις της άκρας αριστεράς και πως, παρά την καινοτομία της
εμπειρίας, που είχε την εποχή των Κύκλων —όπως θυμάται ο Primo
Moroni
, ο «βιβλιοπώλης του Κινήματος» – μια μάλλον παραδοσιακή στάση στην πολιτική του πράξη και ελάχιστης κατανόησης της νεανικής πραγματικότητας της
μητρόπολης, σε αντίθεση με άλλες όπως της Santa Marta.

Σήμερα το Leoncavallo, που είχε την «ένδοξη» εποχή του στη δεκαετία του
’80, υπάρχει ακόμα, σε άλλο σημείο της πόλης, αλλά κανείς δεν το
θεωρεί πλέον ένα κοινωνικό κέντρο. Είναι μόνο ένας από τους πολλούς χώρους της
μιλανέζικης κινηματικής σκηνής. Με τον ίδιο τρόπο που στη δεκαετία του ογδόντα ήταν μέσα
στην πρωτοπορία του «νέου τρόπου άσκησης πολιτικής», στα τελευταία
δέκα χρόνια υπήρξε της πολιτικής και πολιτιστικής παρακμής των εκατοντάδων
ιταλικών κοινωνικών κέντρων που γεννήθηκαν μετά από αυτό, πολλά από τα οποία
έχουν γίνει φορείς «αστικής επαναπροσαρμογής» —δηλαδή,
της καταστροφής—των λαϊκών περιοχών των πόλεων, ή έχουν
περιοριστεί σε εργοστάσια ψυχαγωγίας με πολύ χαμηλό επίπεδο πολιτικής κουλτούρας που, σε ακραίες περιπτώσεις, εκτίθεται σαν να ήταν ένα ηλίθιο
σήμα αναγνώρισης, ή ακόμα χειρότερα, ένα λογότυπο. Αυτά που ακόμα
αντιστέκονται με ένα αυτόνομο πνεύμα και συλλογική αναζήτηση μπορούν να
μετρηθούν στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Στις 27 και 28 νοεμβρίου 1976, στο Πανεπιστήμιο, Università
Statale του Μιλάνου καλείται μια εθνική συνέλευση των νεανικών Κύκλων της πόλης από την οποία
βγαίνει ένα έγγραφο στο οποίο γράφουν:
[…] Το Parco Lambro υπήρξε ένας πιστός καθρέφτης της πραγματικότητας της περιθωριοποίησης,
μοναξιάς και δύναμης ώστε να αλλάξουμε τα πράγματα […] Ο αγώνας για την αυτομείωση των κινηματογράφων μετατράπηκε σε ένα παλμό, μια ώθηση μέσα στους νέους
και το σύστημα […] που η δύναμη που έχουμε συσσωρεύσει φτάνει όχι μόνο
στους κινηματογράφους, αλλά και στα θέατρα, στις πίστες χορού και σε όλους τους
χώρους ιδεολογικής βίας που επιβάλλει η μπουρζουαζία
[…] Το δικό μας
όχι στην κοινωνία των θυσιών είναι το δικαίωμα να καταλαμβάνουμε θέατρα και κοινωνικά κέντρα
από την οποία ζητάμε χρηματοδότηση, είναι το δικαίωμα κατάληψης κατοικιών
να μοιραζόμαστε, είναι το δικαίωμα να επιβάλουμε πολιτικές τιμές στα εστιατόρια,
τα καταστήματα ρούχων ή σούπερ μάρκετ. Πρέπει να συσσωρεύσουμε δύναμη, δύναμη
για να ζούμε, δύναμη για να χρησιμοποιούμε ενάντια στο αφεντικό
… […]

166 Un comunismo más fuerte que la metrópoli

Η γλώσσα που υιοθετήθηκε από τους Κύκλους είναι αυτή των «ινδιάνων», το μανιφέστο
έκκλησης για το χάπενινγκ των μιλανέζων κυριαρχείται από δύο χέρια που
διασταυρώνονται κρατώντας ένα τόμαχοκ, στο οποίο αναγράφεται: »Ήρθε η ώρα ώστε
οι φυλές των ανθρώπων να ενωθούν για να διώξουν από τη γη τους
ψεύτικους φίλους του ανθρώπου. Έχουμε ξεθάψει το τσεκούρι του πολέμου’
‘.
Η ουσιαστική ανακάλυψη ήταν ότι το νεανικό προλεταριάτο, οι φεμινίστριες, οι άνεργοι, οι «παρίες-περιθωριακοί» ή ο κοινωνικός εργάτης δεν αναμετρούνταν
ούτε με το σχολείο ούτε με το εργοστάσιο ως χώρο συνάθροισης, αλλά
απευθείας με την επικράτεια, και σε αυτό δεν υπήρχε μια ιδεολογία που να αξίζει: στην επικράτεια ο καθένας οργανώνονταν μέσα από τον άμεσο αγώνα, χωρίς
διαμεσολαβήσεις, για την ικανοποίηση των αναγκών. Η ανασύνθεση
του κινήματος δεν περνούσε πλέον από τη στρατηγική των διεκδικήσεων,
αλλά με την άμεση υλοποίηση του στόχου, το χτίσιμο των
υλικών εναλλακτικών λύσεων ζωής εδώ και τώρα, με την κεφαλαιακή και ένοπλη κατάληψη
της επικράτειας
.

Η αρχή του «Κινήματος του ’77» ξεκινά νωρίτερα, υπό αυτή την έννοια, τώρα, από το 1976. Εδώ έσπασε και η συμμαχία
μεταξύ των αυτόνομων ρωμαίων, των I Volsci με αυτούς του χώρου του Rosso. Ο κόσμος των Volsci κατηγορούσε τους άλλους για την αυξανόμενη έλλειψη ενδιαφέροντος ως προς το μεγάλο
εργοστάσιο και για την θεματική, σύμφωνα με τους σημερινούς, των «σοβιέτ», συνεχίζοντας
μια μονομερή εκστρατεία υπέρ των «αναδυόμενων» στρωμάτων (νέοι,
γυναίκες, ομοφυλόφιλοι), ξεχνώντας πολύ γρήγορα τον εργατισμό. Στο
Μιλάνο, όπου είχε καταληφθεί ένα παλιό πλοίο που ονομάζεται Fabbricone,
προκαλείτε μια παρόμοια παρεξήγηση μεταξύ των αγωνιστών της αυτόνομης Συνέλευσης της Alfa Romeo και των περισσότερων από αυτούς του Rosso.

Οι πρώτοι δεν καταλαβαίνουν τα νεαρά «φρικιά» και τις φεμινίστριες και ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το πλοίο ως παραδοσιακό πολιτικό αρχηγείο. οι άλλοι,
αντίθετα, υπερασπίζονται μια γραμμή ανοίγματος προς τη διαφορετικότητα και τις νέες
νεανικές συμπεριφορές. Ο Paolo Pozzi κάνει μια υποβλητική περιγραφή
στo βιβλίο Εξέγερση-Insurrezione: «Στο Fabbricone υπήρχαν τα πάντα: μια θεατρική ομάδα που
ονομαζόταν Teatro Emarginato, ένας αυτοδιαχειριζόμενος παιδικός σταθμός, μια σκηνή για παραστάσεις και δεκάδες χώροι για
συναντήσεις. Έτσι ήταν συνηθισμένο να φτάνουμε εκεί και να τους βρίσκουμε μαζεμένους, την
ίδια ώρα αλλά σε διαφορετικούς χώρους, τις διοικούσες ομάδες αυτών
από το Rosso, τη Senza Tregua και τα διαφορετικά ρεύματα που διαχωρίστηκαν από τη Lotta Continua. Για να μην αναφέρουμε τις μέρες πριν από τις διαδηλώσεις, όταν το Fabbricone μετατρέπονταν σε εργοστάσιο παραγωγής μολότοφ
[…] Στο τέλος
των πάρτι, σχηματίζονταν διαφορετικά ζευγάρια σε κάθε περίσταση, στο Fabbricone καταναλώθηκε η κρίση εκατοντάδων οικογενειών. Οι γυναίκες κυβερνούσαν
[…] Στον φανταστικό κόσμο του Fabbricone, η ζωή σε παρέσυρε χωρίς
να πρέπει να καταβάλεις προσπάθεια. Ήταν αρκετό να αφεθείς σαν ένα κομμάτι

Separ/acción, desubjetivización y «dictadura de las necesidades» 167

φελλού στο νερό. Μια κλωστή ρεύματος και όλα άρχιζαν ξανά
να τρέχουν
».41 Δυστυχώς, οι εντάσεις μεταξύ «εργατιστών» και «μητροπολιτάνων» έκαναν αυτόν τον «φανταστικό κόσμο» να μπει πολύ σύντομα.
σε παρακμή: τσακωμοί, διαμάχες που υποδήλωναν μια ρήξη όχι μόνο γενεών
αλλά που βύθιζε τις ρίζες της σε μια πολιτική κουλτούρα, αυτή του εργοστασιακού εργατισμού, η οποία δεν καταλάβαινε τον ανθρωπολογικό μετασχηματισμό που
κυοφορούνταν. Ή ίσως τον αντιλαμβάνονταν και έβλεπε μέσα του τη δική του παρακμή.
Ωστόσο, το έγγραφο του μαρτίου των Αυτόνομων Πολιτικών Κολεκτίβων του Rosso διατηρεί μια σαφή και σταθερή θέση σχετικά με τη θετικότητα
της αντίφασης μεταξύ οργανωμένης αυτονομίας και συνολικής αυτονομίας
των κινημάτων, και για τη δυνατότητα διατήρησης ενιαίου αγώνα ταξικού και απελευθερωτικού: «Δηλώνουμε ξεκάθαρα ότι δεν πιστεύουμε πως το εγχείρημα της επίθεσης της εργατικής αυτονομίας είναι στο ύψος των περιστάσεων αν
αυτό δεν εμφανίζεται, πρώτα απ’ όλα, ως ικανότητα πολιτικής σύνθεσης
των αναγκών απελευθέρωσης
».42

Η ανάλυση αποκάλυπτε, μάλιστα, πώς
μέσα σε μια συγκυρία άγριας καπιταλιστικής επίθεσης, ο συνδικαλιστικός και κομματικός ρεφορμισμός στόχευε στον διαχωρισμό, βίαιο και περιθωριακό, των «αγώνων
για την εργασία» με σεβασμό στη νεολαία και τις φεμινίστριες. Στόχος του
ήταν ξεκάθαρα να διαιρέσει το προλεταριάτο μεταξύ μιας «εξασφαλισμένης» εργατικής τάξης και ενός μη παραγωγικού «περιθωριοποιημένου» στρώματος: κορπορατισμός
ενάντια στον κομμουνισμό. Είναι σίγουρο ότι η «σύνθεση» των κινημάτων ήταν
στην πραγματικότητα μια αδύνατη επιχείρηση όσο παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του πώς να φτιαχτεί μια μητροπολιτική οργάνωση των αυτονομιών
που να μην πνίξει την επεκτατικότητα, την διάδοση της επιθυμίας για απελευθέρωση μέσα στην απαραίτητη
ανασύνθεση των αγώνων και των προλεταριακών στρωμάτων. Αν μέχρι τότε η ανασύνθεση γινόταν «αυθόρμητα», τώρα
το πρόβλημα της οργάνωσής της γινόταν όλο και πιο πιεστικό,
γνωρίζοντας επί πλέον καλά ότι το άτυπο της κοινωνικής και προλεταριακής αυτονομίας
αντιπροσώπευε από μόνο του ένα ισχυρό όριο στις κατασταλτικές επιχειρήσεις
που εφαρμόζονται από το συλλογικό κεφάλαιο.

συνεχίζεται

 #free_Michailidis 

Click to access TS-HIS16_Autonomia.pdf

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s