ένοπλη πάλη, lotta armata

27 σεπτεμβρίου 1975: οι τελευταίοι τουφεκισμένοι του φρανκικού καθεστώτος

27 settembre 1975: gli ultimi fucilati dal regime franchista
Την αυγή του τελευταίου σαββάτου του σεπτέμβρη του 1975, 5 άνθρωποι έγιναν κόσκινο από τα φασιστικά τουφέκια σε τρία διαφορετικά μέρη του Κράτους. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατο των 5, αυτή η ημερομηνία έχει μείνει στην ιστορία με μεγάλη θλίψη και πόνο, όχι μόνο επειδή υπήρξε ένα ακόμη φασιστικό έγκλημα, αλλά και για αυτό που αντιπροσωπεύει: μια παραδειγματική εκτέλεση, λίγο λιγότερο από ένα μήνα μετά το θάνατο του Φράνκο, για να χτυπηθούν δύο οργανώσεις η ΕΤΑ και το FRAP και για να τιμωρήσουν και να δείξουν αντίστοιχα πως το πρόβλημα των εθνικισμών και το κοινωνικό πρόβλημα στο ισπανικό Κράτος, πρέπει να επιλυθούν με ριζικό τρόπο και με την υψηλότερη τιμή σύμφωνα με το φασιστικό καθεστώς.
ένοπλη πάλη, lotta armata

Prospero Gallinari, όταν η Φάλλαγα νοσοκομιακοί τον περιέθαλψε στο νοσοκαμείο san Giovanni

Αέναη κίνηση

prospero-gallinari-2un-contadino-nella-metropoli

Από το βιβλίο Ένας αγρότης στην μητρόπολη. Αναμνήσεις ενός μαχητή των κόκκινων Ταξιαρχιών

Έσβησε το φως

[…] στις 24 Σεπτεμβρίου έχουμε ραντεβού με κάποιους απ’ τον πυρήνα για φαγητό, σε μια ταβέρνα, για να συζητήσουμε τα τελευταία θέματα. Ενημερώνω τους συντρόφους πως ο Μάριο με κάλεσε από ένα ιταλικό λιμάνι και ανεβαίνει την Αδριατική προς Βενετία. Πρέπει στη συνέχεια να οργανωθούμε για να πάμε να πάρουμε τα όπλα που μεταφέρει. Εν τω μεταξύ όμως σκεφτόμαστε τη δουλειά που έχουμε να κάνουμε αύριο. [….]
Να αλλάξουμε πινακίδες είναι μια δουλειά ρουτίνας, φτάνει να βρεις μια τρύπα όπου δεν σε βλέπουν. Η περιοχή όμως δεν είναι καλή. Υπάρχει ένα μπαρ κοντά στο μέρος όπου έχουμε παρκάρει τα αυτοκίνητα και υπάρχει κόσμος απ’ έξω. Μετακινούμαστε διακόσια μέτρα και μετά την Porta Metronia βρίσκουμε ένα χώρο στον οποίο καταφέρνουμε να χωθούμε. Εγώ θα πρέπει να καλύπτω από κάποια απόσταση τους άλλους που θα πρέπει…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 979 επιπλέον λέξεις

ένοπλη πάλη, lotta armata

Γράμμα στην Barbara Azzaroni

 

ανάμεσα στην καυστική οσμή των δακρυγόνων, σαν να μην είχαν περάσει είκοσι πέντε χρόνια, το σώμα του Francesco να γλιστράει μακριά κατά μήκος της οδού Mascarella, ακριβώς όπως εκείνο του Carlo Giuliani

Bologna, φεβρουάριος 2002

 

Σε έψαξα. Με το βλέμμα παρατήρησα μέσα στο πλήθος ανάμεσα στο σκοτάδι της

αίθουσας, ο λαιμός να καίει από τον καπνό πολλών τσιγάρων, ελπίζοντας να ξεχωρίσω

το μικροκαμωμένο σου κορμί ή τις θρασείς μπούκλες των μαλλιών σου. Μάταια.

Είμαι σίγουρος πως δεν ήσουν εκεί, ποιος ξέρει γιατί; Είχες κάτι καλύτερο να κάνεις;

Κρίμα, έχασες μια καλή ευκαιρία: ξέρεις μια ενδιαφέρουσα βραδιά,

στην οθόνη, μέσα σε μια έντονη σιωπή, μιλούσαν για εμάς, ναι, καλά κατάλαβες,

ακριβώς για μας. Στην πραγματικότητα, το πρόσχημα ήταν το ράδιο Αλίκη, το θυμάσαι έτσι δεν είναι;.

αλλά ήταν η καρδιά μας που μιλούσε για αγάπη και επιθυμίες, για φόβους και

αγωνίες

ανάμεσα στην ξινή μυρωδιά των δακρυγόνων, σαν να μην είχαν περάσει

είκοσι πέντε

χρόνια, το σώμα του Francesco που γλιστρά μακριά κατά μήκος της via Mascarella,

ακριβώς όπως εκείνο του Carlo Giuliani στη Genova, τον περασμένο ιούλη. Με

την ευκαιρία, το έμαθες; Μα σίγουρα, εσύ ήσουν πάντα προσεκτική, πληροφορημένη

επάνω στα “πράγματα” του κόσμου και δεν θα έχεις χάσει την συνήθεια.

Είμαι σίγουρος, θα είχες χαμογελάσει, παρόλα αυτά. Στην οθόνη τα πρόσωπα και

τα λόγια φίλων. Πρόσωπα που βάρυναν από τα χρόνια, τα χέρια

ζαρωμένα

που τινάζονται για να εξηγήσουν, που προσπαθούν να γίνουν κατανοητά. Εκείνα τα πρόσωπα,

εκείνα τα χέρια είναι ο καθρέπτης της ζωής μας. Αναμνήσεις για τις μελλοντικές γενιές,

έτσι λέμε, αν και δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο: κάθε άντρας και γυναίκα είναι πράγματι

κρατούμενος του χρόνου του και καταδικασμένος να καταναλώνει μια δικιά του

διαδρομή,

συμπεριλαμβανομένων των λαθών. Αλλά δεν θέλω να σε κάνω να βαρεθείς και μετά εσύ έλειπες.

Ναι, σίγουρα, έχεις δίκιο, ήσασταν πολλοί που λείπατε, αλλά μη νομίζεις πως αυτό σε δικαιολογεί. Πλέον έχω μπερδευτεί, τα πρόσωπα αλληλεπικαλύπτονται

σε σύγχυση, και τα ονόματα δεν τα θυμάμαι με ακρίβεια, είναι ένα ελάττωμα αλλά κάποιες φορές

μπορεί να είναι χρήσιμο; δεν είδα τον Maurizio που μια όμορφη μέρα αποφάσισε

να μην γράφει πλέον ποιήματα με τα βαρβιτουρικά πάνω στο San Luca,

και την Chiara, ποιος ξέρει αν αυτό ήταν τ’ όνομα της,

που αποφάσισε να περιμένει το τραίνο

ξαπλωμένη πάνω στις γραμμές του σταθμού του San Ruffillo,

ή τον Rigobello που μια μέρα

άδειας από το εργοστάσιο συνάντησε μια σφαίρα στην έξοδο

μιας τράπεζας στα μέρη του Marco Polo, αφού την λήστεψε, και πολλούς άλλους των οποίων έχασα κάθε ίχνος. Τι;; με ρωτάς αν έκλαψα Όχι, δεν

έκλαψα

και δεν είναι πως είμαι περήφανος γι αυτό. Εξάλλου δεν κατάφερα να κλάψω

ούτε

στην δική σου κηδεία ή όταν σε είδα στις ειδήσεις πεσμένη στο έδαφος μέσα

σε εκείνο το απαίσιο bar, σκεπασμένη με ένα πανί, τα μποτάκια εκτεθειμένα

στο πλευρό σου,

γιατί άραγε σου βγάλαν τα παπούτσια;

Φυσικά δεν έχει καμία

σημασία, μα βλέπεις τι ηλίθιες λεπτομέρειες παραμένουν

τυπωμένες

στην ανθρώπινη

μνήμη; Κι έτσι επέστρεψες στην Bologna στο σπίτι σου στο San Vitale και

μετά σε  συνοδέψαμε δίχως φωνές διότι δεν υπήρχε τίποτα να πούμε,

ο καθένας

με το παράπονο του, προς ένα πρέπει που ούτε εμείς

αναγνωρίζουμε.

Δεν ήσουν εκεί και δεν γνωρίζω την αιτία. Ίσως, τολμώ να πω, διότι αντιπροσωπεύεις,

παρά

την θέληση σου, τον χαμό της αθωότητας μας, την άλλη πλευρά

ενός ίδιου προσώπου

που κάθε άνθρωπος σέρνει κοπιαστικά μέσα του: ένοχος,

ένοχος,

ουρλιάζει η Ιστορία των νικητών και δεν είναι εύκολο να κερδίσεις ένα μέρος στην

“λεωφόρο των Δικαίων”, όπως πολύ καλά ξέρεις.

Barbara, συγχώρα με αν μετά τόσο πολύ καιρό σε ενοχλώ αλλά μου έλειψες και

ήθελα να στο πω

 

Φιλιά

Moreno

 

ΥΣΤ.:όταν τη συναντήσεις εκεί ψηλά στον παράδεισο, χαιρέτησε μου την Alice.

ένοπλη πάλη, lotta armata

Do you remember revolution? Στη μνήμη του Cesare Maino

 

Cesare Maino, μια ζωή αγώνων και φυλακής: το πεπρωμένο, λέγαμε κάποτε και ήταν γνωστό, κάθε πραγματικού επαναστάτη

Ο Cesare πέθανε. Εδώ και πάνω από ένα χρόνο, το μάθαμε μονάχα τώρα. Ο Cesare Maino, μια ζωή αγώνων και φυλακής: το πεπρωμένο, λέγαμε κάποτε και το ξέραμε, κάθε αληθινού επαναστάτη.

Ως αγόρι, στη Γένοβα του, είχε ήδη επιλέξει την πλευρά στην οποία θα στέκεται, με το ριγέ πουκάμισό του, στα οδοφράγματα κατά της κυβέρνησης Tambroni. Ήδη τότε, τον ιούλιο του ’60, ένιωσε στο πετσί του ποια ήταν η απάντηση για εκείνους που εξεγείρονται: καταστολή, θάνατος στους δρόμους-στις πλατείες. Και φυλακή. Γι αυτόν, εκείνη την φορά, μόνο 8 μήνες, μια γεύση από αυτό που τον περίμενε, μαζί με χιλιάδες άλλους.

Στη συνέχεια οι αγώνες του ’68 και η αγωνιώδης συνέπεια, ο Feltrinelli, οι GAP και η XXII οκτώβρη, οι BR και η τραγική γοητεία των όπλων ως εργαλείο δικαιοσύνης και απελευθέρωσης, ως απόσταση, ηθική και πολιτική, από αυτούς που την επανάσταση την κήρυτταν στα λόγια.

Η επανάσταση μπορεί να είναι μια παρεξήγηση, αλλά δεν είναι ένα γκαλά δείπνο. Το γνώριζε και συνέχισε, με όλα τα λάθη και τις κακουχίες που ποτέ δεν θα σβήσουν τη γενναιοδωρία μιας ζωής που δαπανήθηκε για το όνειρο κάποιου πράγματος, που τότε ονομάζονταν κομμουνισμός.

Πλήρωσε κάθε αντίτιμο, και περισσότερα ακόμα. Από το 1972 μια ζωή φυλακής, ξυλοδαρμών, αδύνατων αποδράσεων, κελιών απομόνωσης.

Μετά, τέλος, αυτό το είδος ελευθερίας που είναι μονάχα απουσία φυλακής. Μια νέα απομόνωση, ίσως πιο σκληρή, πιο δύσκολη να την υπομένεις. Ο πόνος μιας ελευθερίας που περιθωριοποιεί, που συντρίβει ζωές και μνήμη, που σε παραδίδει στις κακουχίες και θάβει στο περιθώριο, γεγονός που σε κάνει να πληρώσεις μέχρι και το τελευταίο αντίτιμο του ονείρου και της κοινωνικής συνθήκης. Που συντρίβει τις κοινότητες των αξιών και των συναισθημάτων. Που καθιστά αόρατες τις ζωές και ακόμη τους θανάτους. Βαριές ζωές σαν ογκόλιθοι, ελαφριοί θάνατοι σαν φτερά. Πέρασε ενάμισι χρόνος και κανείς δεν το έμαθε. Ίσως, εκείνη τη 22 μαΐου 1993, με την ύστατη πνοή να είχε μια τελευταία, τρομερή και οδυνηρή, σκέψη: πού είστε, πού καταλήξαμε όλοι;

(Νοέμβρης 1994)