ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Ένα νέο βιβλίο πηγαίνει στις ρίζες της Πρώτης γραμμής, τον άλλο ένοπλο αγώνα

 

Το «ένοπλο κόμμα» ήταν μια δημοφιλής έκφραση ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Δημοσιογραφικά αποτελεσματική, ήταν όμως λανθασμένη και παραπλανητική. Ακόμη και σήμερα επηρεάζει, παραμορφώνοντας, την εικόνα της ιστορικής αυτής φάσης. Στην πραγματικότητα απέδιδε την εικόνα ενός συνεκτικού ένοπλου μπλοκ παρά τις διαιρέσεις. Η όλη εμπειρία του ένοπλου αγώνα ήταν έτσι τυποποιημένη στις έννοιες και τις συνεκδοχές της κύριας οργάνωσης, η οποία όμως ήταν η μόνη που πραγματικά φαντάζονταν τον εαυτό της ως ένοπλο κόμμα: τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν υπήρχε ένα «ένοπλο κόμμα», υπήρξε επίσης και ένα «ένοπλο κίνημα» που ακολουθούσε πολύ διαφορετικές, και συχνά αντίθετες, συντεταγμένες και λογικές.

Η ΚΥΡΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ στα όπλα ήταν η Prima linea, η δεύτερη σημαντική ένοπλη οργάνωση, στην οποία ωστόσο η πληθώρα διαφημιστικών δραστηριοτήτων και η σπάνια ιστοριογραφία δεν έδωσαν μέχρι στιγμής ιδιαίτερη προσοχή, επικεντρωμένες όπως ήταν – και όπως παρέμειναν – στις Br και ειδικότερα στην εντυπωσιακότερη δράση τους, την απαγωγή Moro. Αυτό το κενό, το οποίο όμως δεν ήταν πλήρες, καλύπτεται τώρα από τον Andrea Tanturli, ερευνητή στη Φλωρεντία με το βιβλίο Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας – Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), vol. 1 (DeriveApprodi, pp. 380, euro 25).

Είναι ένα βιβλίο που πραγματικά δεν πρέπει να χάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του ιταλικού επαναστατικού κινήματος της δεκαετίας του ’70. Αντιμετωπίζει την παραβολή της Pl με τα εργαλεία του ιστορικού, ακολουθώντας το χρονολογικό σχήμα αλλά χωρίς να επιδίδεται ούτε στην ανεκδοτολογία ούτε στο τυπικό δικαστικό μοντέλο που στολίζει περιγραφές επιθέσεων αλλά προσπαθεί αντ’ αυτού να ανακατασκευάσει, μέσα από ένα σχολαστικό έργο και επάνω σε ντοκουμέντα, τις πολιτικές ρίζες, την συγκυρία και το κοινωνικό πλαίσιο χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της Pl. Συγχρόνως συλλαμβάνει, μέσα στον καθόλου στρεβλωμένο καθρέπτη την ιστορία της Πγ, τη διαδρομή, το δίλημμα και τέλος την παθητική απόκλιση όλης εκείνης της πλευράς του κινήματος που, μετά από την καμπή, το ορόσημο του 1974, δεν είχε επιλέξει ούτε τη θεσμοποίηση ούτε το παράνομο κόμμα.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ απ’ ότι οι Br που πάντα προσέχουν κυρίως στη βάση του Pci-Κκι και του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, η Pl γεννιέται από το κίνημα και για το κίνημα. Οι μαχητές και τα ηγετικά στελέχη της, που προέρχονται κυρίως από τις εμπειρίες της συνεχούς Πάλης-Lotta continua και της εργατικής Εξουσίας-Potere operaio, διατηρούν επί μακρόν μια διπλή στράτευση: παρεμβαίνουν τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στις ένοπλες ενέργειες. Καθ ‘όλη τη φάση της κυοφορίας και στα πρώτα χρόνια η περιοχή της Χωρίς ανάπαυλα-Senza tregua, μετασχηματισμένη αργότερα στην Πρώτη γραμμή, θεωρεί την ένοπλη εμπειρία αναστρέψιμη: ένα εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή να τεθεί κατά μέρος ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες της ταξικής σύγκρουσης. Επί σειρά ετών περισσότερο «ημιπαράνομη-semiclandestina» παρά παράνομη, η Πγ είναι πολύ λιγότερο διαρθρωμένη από ότι οι BR, χωρίς μια πραγματική ομάδα κορυφής σε εθνικό επίπεδο, καθόλου προσεκτική στις ανάγκες του διαμερισμού, της τμηματοποίησης: συμβαίνει περισσότερες από μια φορές ορισμένοι αγωνιστές να αναγκάζονται να μη πάρουν μέρος σε ένοπλες δράσεις επειδή τραυματίστηκαν παίζοντας ποδόσφαιρο. Είναι παρούσα και δραστηριοποιείται κυρίως στο Μιλάνο, το Τορίνο και τη Φλωρεντία, εκτεινόμενη μέχρι τη Νάπολη. Από την άλλη πλευρά δεν πετυχαίνει ούτε η συνένωση με τους κομμουνιστικούς μαχόμενους Σχηματισμούς, παρά μια σύντομη φάση «ενοποιημένης διοίκησης», ούτε η «αποβίβαση» στην πρωτεύουσα, πιθανώς επειδή η ρωμαϊκή φάλαγγα των Br αποτελεί μια ανωμαλία, ούσα ένα είδος «κινηματίστικης φάλαγγας» .

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ αυτή καθεαυτή είναι ξεχωριστή από τις «ομάδες», οι οποίες έχουν το καθήκον να παρεμβαίνουν στο ζωντανό των συγκρούσεων με επιθέσεις λιγότερο στρατηγικού χαρακτήρα, έστω και αν στην πράξη οι δύο χώροι συχνά καταλήγουν να επικαλύπτονται. Η Pl γεννιέται αυστηρά συνδεδεμένη με τους αγώνες των εργατών, κυρίως σε καταστάσεις όπου το κίνημα είναι περισσότερο παρόν και οι συγκρούσεις περισσότερο αποφασιστικές, αλλά στη συνέχεια θα είναι προσεκτική στις συγκρούσεις που εξαπλώνονται στο κοινωνικό, στην οικολογία, την ηρωίνη, μέχρι τον φεμινισμό. Να την θεωρήσουμε «ένοπλο βραχίονα του κινήματος», τονίζει στον πρόλογο ο Tanturli, είναι όμως ένα λάθος. Η φιλοδοξία ήταν υψηλότερη: να κατευθύνει το κίνημα προς μια κατάληξη και μια νικηφόρα διέξοδο από την αντεπίθεση που έπαιρνε μορφή στο τέλος της ανερχόμενης φάσης της εργατικής σύγκρουσης.

Αυτό τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας αφιέρωσε εκτενώς στη φάση της «κύησης», ακριβώς τα έτη μεταξύ 1974 και 1977. Πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο χώρος της Χωρίς ανακωχή-Senza tregua, από τον οποίο θα γεννηθεί η Pl, αλλά ολόκληρη η αυτονομία ιδιαίτερα η μιλανέζικη. Η εν λόγω διατομή επιτρέπει να γίνει o απολογισμός της συνολικής εικόνας και της συζήτησης μέσα στην οποία ωρίμασε η ένοπλη επιλογή, σε τομείς πάντα μειοψηφικούς αλλά όχι ασήμαντους του κινήματος. Ήταν μια σε μεγάλο βαθμό αμυντική κίνηση, η προσπάθεια να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα που εμφανίζονταν σε μια προοπτική ήδη καθορισμένη, μετά την αναδιάρθρωση που ακολούθησε το πετρελαϊκό σοκ του ’73, υψώνοντας το διακύβευμα και μετακινώντας το έδαφος της ταξικής σύγκρουσης.

ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟΜΟ ο Tanturli θα ασχοληθεί με την τελευταία φάση της υπόθεσης Pl: τις διασπάσεις, τις «στρατηγικές οπισθοχωρήσεις», τη διάλυση, τη συλλογική διάσταση. Αλλά ήδη στο τέλος αυτού του τόμου καταγράφεται η ήττα του στοιχήματος της. Η «κινηματίστικη-movimentista» ένοπλη οργάνωση κατέληξε υιοθετώντας εκείνο το ταξιαρχίτικο μοντέλο σε αντίθεση με το οποίο γεννήθηκε. Ο Tanturli δικαιολογεί το στρίψιμο στο τιμόνι με τις συνέπειες της απαγωγής του Μόρο, η οποία ανάγκασε να επικρατήσουν σε όλους οι έννοιες της στρατιωτικής σύγκρουσης έναντι των πολιτικών, αλλά κυρίως στη διάλυση του κινήματος. Χωρίς το οποίο η Pl δεν είχε πλέον λόγο να υπάρχει.

* Πηγή: Andrea Colombo, IL MANIFESTO

ένοπλη πάλη, lotta armata

PRIMA LINEA Στα ίχνη της χίμαιρας. Ξεκινώντας από το βιβλίο “Prima linea. L’altra lotta armata”- »Πρώτη γραμμή. Η άλλη ένοπλη πάλη»

 

Ο προβληματισμός του Girolamo De Michele για την εργασία έρευνας του Andrea Tanturli «Prima linea. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981)”

 

Το να γράψει κάποιος ένα ιστορικό δοκίμιο  un saggio storico γύρω από την εμπειρία της Πρώτης Γραμμής Prima Linea (Pl) είναι ταυτόχρονα μια επίπονη και απαραίτητη εργασία. Πολύ επίπονη, επειδή η Pl είχε μια πολύπλοκη καταγωγή, η οποία δεν συμπυκνώθηκε αμέσως σε μια μοναδική, μονοσήμαντη και μονολιθική γραμμή: περισσότερο από ένα νήμα, η ιστορία της εμφανίζεται σαν ένα σχοινί που αποτελείται από πολλές μπλεγμένες απαρχές, από τις οποίες κρέμονται άλλα λυμένα σχοινιά. Σε αυτό να προσθέσουμε την απουσία αξιόπιστων ιστορικών ανακατασκευών, σε συνδυασμό με μια προφανή απροθυμία να διηγηθούν τη δική τους ιστορία εκ μέρους των αγωνιστών της (με λίγες εξαιρέσεις: ο Sergio Segio και, πιο πρόσφατα, η Susanna Ronconi και η Marina Premoli). Η γεφύρωση αυτού του κενού στην ιστορία των επαναστατικών μετα-68 κινημάτων στην Ιταλία δεν είναι μόνο ζήτημα ιστοριογραφικής πληρότητας: πρόκειται για την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική αναπαράσταση είναι πάντοτε μερική, πάντα διαμεσολαβούμενη από τα διαθέσιμα έγγραφα-ντοκουμέντα και την επιλογή που γίνεται επάνω σε αυτά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, στο φαντασιακό που έχει επικρατήσει, για την Πρώτη γραμμή έχουν δοθεί σε μεγάλο μέρος μια σειρά από παραπλανητικές-διαστρεβλωμένες αναπαραστάσεις: μια οργάνωση μικρότερη σε σύγκριση με τις κόκκινες Ταξιαρχίες, με «προδιάθεση» στη μεταμέλεια λόγω των υποκειμενικοτήτων που την συνέθεταν ( εκεί όπου κανένας από τους ιδρυτές της δεν μετανόησε), στερημένη μιας σταθερής πολιτικής γραμμής και επακόλουθης θεωρητικής επεξεργασίας – παρά το γεγονός της διαπίστωσης πως μια σταθερή ορθοδοξία έχει αντ ‘αυτού δημιουργήσει την εκτροπή των εκτελεστών στις φυλακές με αποτέλεσμα και συνέπεια την δημιουργία Κάιν από πλευράς του μεγαλύτερου μέρους των φυλακισμένων ταξιαρχιτών 1. Ακόμη και η σύγκριση, η ταυτοποίηση που μερικές φορές αναφέρεται από ορισμένους μαχητές, με την ταινία Il Mucchio selvaggio-Η άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah, βοηθά να δοθεί ένα picaresque-πικαρέσκο χρώμα στην ιστορία της Pl, αλλά κινδυνεύει να επιβεβαιώσει εκείνη την σιωπηρή συμφωνία στην κυρίαρχη ιστοριογραφία γύρω από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» που οδηγεί-αποδίδει ολόκληρη την ένοπλη εξέγερση στις BR. Μια ανακατασκευή που εμφανίζει την ένοπλη ανταρσία ως ένα μοναδικό φαινόμενο, ένα είδος UFO, με αμοιβαία ικανοποίηση εκείνων που θέλουν να αρνηθούν τη διαδεδομένη-διάχυτη φύση της και τις κοινωνικές της ρίζες, και εκείνων που θέλουν να ανοικοδομήσουν μιαν ιστορική τους νομιμοποίηση εκ των υστέρων.

Αυτό θα αρκούσε για να καταστήσει άξια προσοχής την έρευνα του Andrea Tanturli, μιας διδακτορικής διατριβής από την οποία προέρχεται ο πρώτος αυτός τόμος του βιβλίου Πρώτη γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας (1974-1981), ο οποίος πηγαίνει από τις απαρχές μέχρι το τέλος του 1979. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες πτυχές του ιστοριογραφικού έργου που αξίζει να επισημανθούν, να έρθουν στο φως. Όπως και οποιοσδήποτε αληθινός ιστορικός, ο Tanturli αναρωτήθηκε ποια έγγραφα και ερμηνευτικά πλαίσια να αποδεχτεί ή να απορρίψει: η επιλογή του αποτελεί ένα μικρό μάθημα στη μέθοδο. Σε πρώτη φάση κράτησε απoστάσεις από τις «continuistiche» ανακατασκευές [a] – από τα Κόκκινα Τετράδια Quaderni Rossi στις δολοφονίες των BR χωρίς ενδιάμεσες στάσεις – που εγκαινιάστηκαν από τον Angelo Ventura, τις συνωμοσιολογίες αλά Flamigni, και ορισμένες απερίσκεπτες ανακατασκευές του Gotor. Την ίδια στιγμή, ο Tanturli προειδοποιεί ότι «δεν θα βασίζεται, δεν θα δείξει εμπιστοσύνη μόνο στον ημερήσιο Τύπο για να ανασυγκροτήσει το χρονικό των επεισοδίων» (σ. 340), ούσες οι εφημερίδες «κατάσπαρτες από σφάλματα και ανακρίβειες» και σε κάθε περίπτωση «μια εξαιρετικά επίπεδη πηγή, μη προικισμένη στην εμβάθυνση και δύσκολης επαλήθευσης» (σ. 19).

Η χρήση των δικαστικών πρακτικών και των αναμνήσεων είναι πιο περίπλοκη: αν ο συγγραφέας επιλέγει να «δώσει πίστη, με την απαραίτητη προσοχή, στις δηλώσεις των μαχητών, ακόμη και των μεταμεληθέντων, πεπεισμένος ότι ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν συνολικά μια πιστή εικόνα της ζωής της οργάνωσης» (σ. 19),είναι επίσης αλήθεια ότι κατά την εξέταση των μεμονωμένων δηλώσεων εμφανίζεται μια σαφής υποψία προς ένα συγκεκριμένο είδος μεταμέλειας που, αντί να ανακατασκευάζει ή να ερμηνεύει «τρέφεται από εξαρτήσεις, τείνει να έρχεται να συναντήσει τα ερωτήματα των ανακριτών» 2. Βρισκόμαστε εδώ επάνω στην ράχη που χωρίζει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, εκείνη την ανακριτική και δικαστική, και εκείνη την πολιτική και ηθική. Εάν όντως «οι λέξεις» μετανοούντες» και » διαχωρισμένοι» επιβλήθηκαν τότε για να ορίσουν διαφορετικές κατηγορίες και νομικά μέτρα που χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε ανέκτησαν από το πιο σκοτεινό βάθος του ιταλικού παρελθόντος κατηγορίες θρησκευτικής προέλευσης όπως η μετάνοια», 3  ο διαχωρισμός υπήρξε έκφραση μιας προσπάθειας να λογαριαστούν με την ιστορία και τα δικά τους λάθη, μέσα στο πλαίσιο μιας ήττας των ένοπλων υποθέσεων των οποίων μόνο ένα μέρος των μαχητών θέλησε να λάβει υπόψιν. Με τα λόγια της Susanna Ronconi: «η διάσταση άνοιξε ένα χώρο, με τους τρόπους που κατέστησε εφικτούς η κατάσταση, και εκείνοι που εκείνη την εποχή δεν την αποδέχτηκαν σήμερα θα έπρεπε να την καταλάβουν, εκ των υστέρων. Ήμασταν οι πρώτοι που ανακατασκευάσαμε την ιστορία μας τοποθετώντας την μέσα στην ιστορία αυτής της χώρας, λέγοντας ότι εάν δεν είχαμε δίκιο είχαμε λόγους, και αυτοί που λεν ότι «ξεπουλήσαμε» μια ιστορία ψεύδονται γνωρίζοντας πώς το κάνουν». 4

Αφού εξερευνήθηκε η εργαλειοθήκη του ιστορικού, φτάνουμε στο αντικείμενο της κατασκευής του. Για την Πρώτη γραμμή ο Tanturli είναι ξεκάθαρος: «τα μέλη της Pl πρώτα από το να είναι παράνομοι μαχητές ήταν αυτόνομοι αγωνιστές». Αλλά η Pl δεν ήταν «sic et simpliciter» , όμορφα κι απλά θα έλεγα, ένας κώδικας κάλυψης για τον κεντρικό εγκέφαλο μιας υποτιθέμενης οργανωμένης Αυτονομίας, είναι επομένως απαραίτητο να βγούμε από το σχήμα της αθωότητας ή της ενοχής, μη ιστοριογραφικές κατηγορίες, πιο κατάλληλες για δικαστές που κάνουν τους ιστορικούς και ιστορικούς με το σύμπλεγμα, το κόμπλεξ των δικαστών » (σ. 8). Το οποίο σημαίνει αναγνώριση της πολυφωνίας, της ποικιλίας, της επιθυμητικής και σχιζομετροπολιτανικής φύσης, για να το πούμε στη γλώσσα της εποχής, της αυτονομίας: «Υπήρχαν περιοχές της αυτονομίας, οι οποίες, μολονότι δεν απέρριπταν την πολιτική βία, έμειναν μακριά από οργανωμένες εξελίξεις υπό την έννοια του ένοπλου αγώνα, άλλες που παρέμειναν μπλεγμένες λίγο-πολύ οικειοθελώς, άλλες που θα εξελιχθούν, όχι χωρίς τραύματα, σε παράνομους σχηματισμούς» (σ. 8). Και επομένως να αναγνωρίσουμε εκείνο το πολύπλοκο, πολυπληθή χαρακτήρα του χώρου της κοινωνικής και πολιτικής ανταρσίας που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ενότητα. Έτσι ένα βιβλίο σαν αυτό δεν μπορεί να είναι ο λόγος που κατατάσσει τα πάντα γύρω από την Pl, αλλά μια συμβολή, με τα εργαλεία της ιστορικής έρευνας, που θα έπρεπε – είναι μια ευχή και μια ελπίδα, καθώς και μια ανάγκη – να ενθαρρύνει έναν πολλαπλασιασμό αφηγήσεων, ίσως λιγότερο επιστημονικών και περισσότερο υποκειμενικών, ικανών να δώσουν λόγο, να εξηγήσουν «για την χίμαιρα που για μια φορά μονάχα ενώθηκε με τα κεφάλια στην piazza Solferino: πέθανε λόγω λειτουργικής ανεπάρκειας του τερατώδους οργανισμού της, όπως ορισμένα φτωχά πλάσματα που γεννήθηκαν στα εργαστήρια, πάρα πολύ ή ελάχιστα εξοπλισμένα για να ζήσουν, να αναπνέουν, να τραφούν, όπως κάνουν καθημερινά λιγότερο φιλόδοξοι οργανισμοί » 5.

Λίγο όπως ο Tristam Shandy, η Prima linea χρησιμοποιεί πολύ χρόνο για να γεννηθεί, παρόλο που οι συζητήσεις γίνονταν για πολύ καιρό. Αυτή δεν είναι μια γραμμική και τελεολογική διαδικασία που από τη Lotta continua-Συνεχή Αγώνα και το Potere Operaio-Εργατική Εξουσία, μέσα από την Senza Tregua-Χωρίς Ανακωχή, οδηγεί στην Pl, αλλά μια μια σειρά διασχίσεων, κατά την διάρκεια των οποίων κάθε βήμα περιλαμβάνει αποκτήσεις και απώλειες, οι οποίες ίσως αξίζουν μεγαλύτερη έρευνα και εμβάθυνση (σκέφτομαι κυρίως στη φιγούρα του Mario Dalmaviva). Και, αξίζει να το υπενθυμίζουμε, όπου κάθε πέρασμα δεν υπαγορεύεται από μια θεωρητική αφαίρεση, αλλά από την υποκειμενική ερμηνεία συγκεκριμένης δημιουργίας και ύπαρξης των αγώνων και των ανταγωνισμών. 6 Το οποίο καθιστά δύσκολο να προτείνουμε μια ανασυγκρότηση που να διακρίνει-να ξεχωρίζει «μια πρώτη και μια δεύτερη Πγ, στην οποία να διανέμουμε ετικέτες αυθορμητισμού και βιαιότητας» [σ. 8]: δηλαδή, τον μύθο της προέλευσης του οποίου ακολουθεί αναπόφευκτα μια καταστροφική πτώση. Εκ των πραγμάτων, είναι η ίδια κατηγορία «προέλευσης-καταγωγής» που πρέπει να υποβληθεί σε σκληρή κριτική: σαν η έξωση από τον Κήπο της Εδέμ να υπήρξε ο καρπός μιας προδοσίας της αρχέγονης αγνότητας, ήτοι ήταν ήδη εγγεγραμμένη στην πράξη της γέννησης. Κακή μυθολογία, και στις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, είναι αλήθεια ότι κάθε διαδικασία εκδηλώνει μια πολλαπλότητα δυνατοτήτων, και πως κάθε απόφαση συνεπάγεται τη μείωσή τους, αλλά και την εμφάνιση νέων δυνατοτήτων. Αλλά οι διαδικασίες και τα γεγονότα δεν συμβαίνουν in vitro, [β] αλλά μέσα σε κατοικημένα και απρόβλεπτα πλαίσια, από την αλληλεπίδραση των οποίων η δυναμική της δυνατότητας μπορεί να εκτιναχθεί εκ νέου ή να σκληρυνθεί μέχρι τη σύλληψη, την στάση, την διακοπή. Με αυτό τον τρόπο, ένα ερώτημα που αντηχεί στον πρωταγωνιστή του Piove allʼinsù Βρέχει προς τα πάνω – «Σίγουρα, θα άρεσε και σ’ εμένα να εντοπίσω ένα συγκεκριμένο σημείο κατά τις ημέρες εκείνες, και να δω πού αποφασίστηκε ο πόλεμος των ζωντανών και των νεκρών» –προορίζεται να παραμείνει εκκρεμής λόγω απουσίας, και ταυτόχρονα λόγω υπερβολής απαντήσεων: Piazza Fontana; Feltrinelli; Calabresi; Varalli; Ευλόγως, αξίζει να ακολουθήσουμε την πορεία των γεγονότων, για να επαληθεύσουμε σε ποιες στιγμές η πολλαπλότητα των πιθανών έχει αποκοπεί από την Μεγάλη Θεριστή της ιστορίας, μέχρι το σημείο να καταστεί η διαδρομή μη αναστρέψιμη. Για παράδειγμα, όταν έχει ξεπεραστεί το όριο της ανθρώπινης ζωής, κάνοντας την πολιτική ανθρωποκτονία μια συνηθισμένη, αν όχι αναπόφευκτη, πράξη: και εδώ, περισσότερο από κάθε άλλη θεώρηση, αξίζει η προοδευτική στρατιωτικοποίηση των λεξιλογίων, η παραδοχή της γλώσσας εκείνου του Κράτους που στην ανυπακοή είχε κηρύξει έναν πόλεμο δίχως ενδοιασμούς και χωρίς ανάπαυλα. Η Pl δεν γεννιέται με την ιδέα να ρίξει επάνω στο προλεταριάτο την κομματική γραμμή στην οποία οι μάζες, ανίκανες για αυτόνομη πρωτοβουλία, θα έπρεπε γλυκύτατα να υποβληθούν (για να αναπαράγουν ένα ταξίδι με τρένο που από την εορταστική αναχώρηση τον Οκτώβρη θα είχε για προορισμό τον χειμώνα της Σιβηρίας).

Αν θέλουμε να θέσουμε δύο κατευθυντήριες γραμμές, μπορούμε να τις εντοπίσουμε και να τις σχεδιάσουμε ξεκινώντας από την ανάγκη μιας «πολιτικής ανασύνθεσης της τάξης που καθοδηγείται από τους οργανωμένους (και ένοπλους) τομείς της τάξης, ένα σχέδιο ηγεμονίας του εργοστασίου επάνω στα νέα αναδυόμενα στρώματα του προλεταριάτου», και την πρόταση μιας δομής που τίθεται στην υπηρεσία του κινήματος, που έχει διαρθρωθεί σε πολλά επίπεδα – την οργάνωση αυτή καθεαυτή, τις ομάδες, τις περιπολίες – για να διασχίσουν αυτή τη «στενή πόρτα» που είναι ο «μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος». Ταυτόχρονα, εκθειάζεται-δοξάζεται «ο ολοκληρωτικός ανταγωνισμός μεταξύ του συστήματος των αναγκών του προλεταριάτου» και της «αναγκαιότητας του κεφαλαίου να επιβάλει τους δικούς του κανόνες σε ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση». Αν η επίθεση πρέπει να στρέφεται κατά της «απίστευτης εξάπλωσης των εκφραστών της κυριαρχίας», για τον Tanturli «καθίσταται αυθόρμητο να σκεφτόμαστε σε ένα είδος«μικροφυσικής της εξουσίας», ένα επί πλέον στοιχείο που τοποθετεί την Pl σε μια αν και επισφαλή επικοινωνία με το πολιτισμικό υπόβαθρο στη βάση του προβληματισμού επί της νεωτερικότητας «(σ. 133). Στις διατυπώσεις της Pl αντηχούν, δεν έχει σημασία το πόσο συνειδητά (όπως εξάλλου και σε μεγάλο μέρος της αυτονομίας) οι σελίδες του Foucault από τα βιβλία Επιτήρηση και τιμωρία και Μικροφυσική της εξουσίας. Αλλά εάν οι έρευνες του Foucault είχαν τις ρίζες τους στις πρακτικές των νέων εγκάρσιων αγώνων, έλειπε στις πρακτικές και τις θεωρίες του καιρού μια πλήρης κατανόηση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ υποταγής και υποκειμενισμού. Παραμένει πως «η ένδειξη συγκρουόμενων εδαφών όπως εκείνο της υγείας, της ψυχιατρικής, της περιβαλλοντικής τοξικότητας συνεπάγεται έναν λόγο για την ποιότητα της ζωής φιλόδοξο-ανεφάρμοστο στην εφαρμογή του, αλλά σε θέση να αντιληφθεί τις αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου και του μοντέλου ανάπτυξής του» (σ. 337).

Είναι επίσης αλήθεια ότι ολόκληρη η υπόθεση που υποστηρίζει τον γαλαξία της Pl και των ομάδων βασίζεται σε προϋποθέσεις που η σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων θα βαλθεί να διαψεύσει. Πρώτον, το ότι υποτίμησε το βάθος των διαδικασιών αναδιάρθρωσης σε εξέλιξη, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν ριζικά την ίδια την εργατική υποκειμενικότητα. Η αυτοματοποίηση, η επέκταση των γραμμών παραγωγής στην επικράτεια, η εξωτερική ανάθεση ήταν ήδη διαδικασίες σε εξέλιξη, κατά των οποίων οι επιδρομές στους χώρους μαύρης εργασίας, ή η βία εναντίον των μεμονωμένων προσώπων της «επιχειρησιακής διοίκησης» αποδεικνύονται ανίσχυρες. Το κεφάλαιο ξεκινούσε τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, ως απάντηση στον ισχυρό κύκλο των αγώνων που νευρώνουν το ’68 και των επόμενων χρόνων σε μεγάλο μέρος της Δύσης: ενάντια στις οποίες έλειπε η ικανότητα να φανταστεί μια πρακτική στο ύψος των περιστάσεων, της επίθεσης.

Η υποχώρηση του κοινωνικού εργάτη, που παρέμενε αναδιπλωμένος στον εαυτό του – και λόγω της ανικανότητας των διαφορετικών πραγματικοτήτων του κινήματος να τον ξεδιπλώσουν – οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση εκείνης της περιοχής της υπονόμευσης και της ανταρσίας από την οποία θα έπρεπε να ωφεληθεί, να αποκτήσει σφρίγος ο «εμφύλιος πόλεμος μακράς διάρκειας». Βλέποντας καλύτερα, μέσα στην Pl η έλλειψη επιβεβαίωσης μιας σαφούς ερμηνείας της σχέσης μεταξύ οργάνωσης και ομάδων, και η έλλειψη συγχώνευσης με άλλους μαχόμενους σχηματισμούς, έχουν τη ρίζα τους στην εξάντληση της ώθησης που προέρχεται από τους αγώνες. Ήδη σε τροχιά ξεφτίσματος, η Pl »θα καταναλώσει τις ενέργειες που της απέμειναν επιστρέφοντας στο περιβάλλον από το οποίο ξεκίνησαν όλα, το εργοστάσιο, το οποίο πλέον έχει σχεδόν ισοπεδωθεί στην συγκρουσιακή αρχιτεκτονική του» (σ. 357). Αλλά «να ταμπουρωθεί» στην ανάληψη ενός είδους «αντιπροσώπευσης, υποκατάστασης σε εκείνη που θα έπρεπε να είναι η δύναμη ενός κοινωνικού κινήματος» (Susanna Ronconi, σ. 335) είναι, εκ των πραγμάτων, η παραδοχή μιας ήττας.

Η εξάπλωση της ηρωίνης, με πολύ πιο καταστροφικές συνέπειες από τις βόμβες στις τράπεζες και τις πλατείες και στα τρένα – την οποία υπογραμμίζει ο συγγραφέας αρκετές φορές, αποτυπώνοντας τις ενέργειες των ομάδων ενάντια στους διακινητές μέσα στην «ανάδυση νέων επιπέδων και νέων μορφών ανταγωνισμού» (σ. 200) – είναι, στα ίσα με την αναδιάρθρωση της παραγωγής, κάτι που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τη δύναμη των όπλων (και που θα διασχίσει την ίδια Pl). Και πιστοποιεί τον κυνισμό του Κράτους που εξαπολύει έναν πόλεμο ενάντια σε μια ολόκληρη γενιά για να στραγγίξει τη θάλασσα της ανατροπής, της ανταρσίας.

Του οποίου κυνισμού, αξίζει να αναφέρουμε δύο έγγραφα. Την έκθεση του Dalla Chiesa του 1979 σχετικά με τη δραστηριότητα του ειδικού πυρήνα του, όπου επιδιώκεται με ωμά λόγια η επιτακτική απομάκρυνση »τουλάχιστον από την άσκηση της ποινικής δράσης» »εκείνων των στοιχείων που είναι ευρέως γνωστά ως εξωκοινοβουλευτικοί»: τους «έχοντες κουλτούρα» και τους «κομιστές» ως νομικούς εγγυητές και νομικίστικου χαρακτήρα – για «διευκολύνσεις» ή «συμβιβασμούς» » (pp. 178-79). Και μια επιστολή του Dino Sanlorenzo, ενός από τους δημιουργούς του διαβόητου ανώνυμου ερωτηματολογίου του τορινέζικου PCI-ΚΚΙ για την τρομοκρατία, σχετικά με την παρουσία του Segio και της Ronconi σε έναν κοινωνικό συνεταιρισμό το 1988: «Ο Δήμος ας τους δώσει και παραγγελίες, […] για παράδειγμα να γυαλίζουν και να τακτοποιούν τους τάφους εκείνων που σκότωσαν, φέρνοντας λουλούδια σε εκείνους που δολοφονήθηκαν από την Πρώτη γραμμή. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν τον εαυτό τους σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή να φτυαρίζουν χιόνι όταν υπάρχει» (σ. 326): όπου η εξίσωση των «ατόμων με ειδικές ανάγκες» με τις εργασίες στα νεκροταφεία, ή σε κάθε περίπτωση στα απόβλητα, λέει τα πάντα. Όμως πρέπει να υπογραμμιστεί, δίπλα στην υπερεκτίμηση της θέλησης του κοινωνικού εργάτη να κατέβει στο έδαφος του εμφυλίου πολέμου, η υποτίμηση της στρατιωτικής και κοινωνικής δύναμης της εξουσίας έναντι της οποίας οι διάφορες επιλογές του ένοπλου αγώνα διαρρήχθηκαν: ένα ακόμη σοβαρότερο πολιτικό σφάλμα σε ένα σχηματισμό ο οποίος είχε μια πολύ καλή διαίσθηση σχετική με τη μοριακή και δικτυωτή δομή της εξουσίας.

Αλλά αν τελείωσε η επανάσταση, αν το εργοστάσιο, την παραμονή των γιγαντιαίων αντιποίνων πρώτα με τις 61 πολιτικές απολύσεις, και στη συνέχεια με τους 14.500 που εκδιώχθηκαν (που ήταν και αυτές πολιτικές απολύσεις), ήδη έλαμπε από το πικρό φως που φωτίζει τα ερείπια: ήταν δυνατόν να σταματήσουν επάνω σε εκείνο τον δρόμο που θα είχε οδηγήσει σε ενέργειες, καταστροφικές τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, στη δολοφονία του Alessandrini, του Emanuele Iurilli και του William Waccher; Το στιγμιότυπο της κηδείας της Barbara «Carla» Azzaroni, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες σύντροφοι και συντρόφισσες, μπορεί να είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης αναστολής που θα μπορούσε ίσως να ήταν εφικτή: «Μια ήρεμη ματιά στην κατάσταση και σε εκείνη την κηδεία θα ήταν αρκετή για να παραιτηθούμε από τα αντίποινα, για να ψυχράνουμε τον θυμό και να ξεκινήσει μια σοβαρή εξέταση του τι πρέπει να κάνουμε. Αλλά ήταν λες και μπροστά σε κάθε σφάλμα και κάθε επιχειρησιακό πλήγμα να αυξάνονταν το πέπλο μπροστά στα μάτια και η θέα να θολώνονταν όλο και περισσότερο» 7. Λες και με τη δολοφονία του Emanuele Iurilli, του αθώου θύματος μιας ενέργειας αντιποίνων, « διαρρηγνύεται οριστικά το λεπτό νήμα μεταξιού που ακόμα μας έδενε στο κίνημα και στην πραγματικότητα» (Bruno Laronga, σ. 333), και διότι εκείνη η σχέση με την πραγματικότητα ήταν ήδη λεπτή σαν μια κλωστή.

Στις αναπαραστάσεις των διαφορετικών εκδηλώσεων του ανταγωνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, εμφανίζεται πάντα μια στιγμή στην οποία θα πρέπει να πούμε, και μερικές φορές το λέμε, 8 πως «δεν υπάρχει πλέον χρόνος». Ότι οι πιθανοί έχουν εξαντληθεί, και εν απουσία του δυνατού η ζωή, το κίνημα, το είναι, ασφυκτιά. Είναι αυτό το αίσθημα ασφυξίας που κλείνει αυτόν τον πρώτο τόμο: στο κατώφλι εκείνων των χρόνων Ογδόντα από τα οποία όχι λίγοι βγήκαν πλέον ζωντανοί. «Δεν αρκεί να είσαι σωστός, δεν φτάνει να έχεις δίκιο: πρέπει να σου το δώσουν το δίκιο «, είπε κάποιος, λόγια που ταιριάζουν επίσης στην ιστορία της Πρώτης γραμμής, στους πεσόντες αγωνιστές της (ο καθένας έχει το δικό του Spoon River, η καθεμιά από αυτές αξίζει σεβασμό) και στους πολλούς που έχουν ξαναρχίσει, με νέες μορφές, τους αγώνες που διακόπηκαν από την κράτηση: ένα μεγάλο μέρος εκείνων των εγκάρσιων αγώνων για το περιβάλλον, την αναγνώριση, το δικαίωμα στη ζωή των κρατουμένων, των τοξικομανών,των διαφορετικά κρατουμένων που οι σκέψεις και η εξυπνάδα της Pl είχε διαισθανθεί. Εμφανείς αντιφάσεις, οι οποίες βρίσκουν σε μια ιστορία που σήμερα φαίνεται μακρινή (αρκετά για να μπορεί να ιστοριοποιηθεί) καρστικές ρίζες και διαδρομές.

*****

a] continuismo Τάση μιας συγκεκριμένης ιστορικής κριτικής να υπογραμμίζει μια ουσιαστική συνέχεια μεταξύ στιγμών, φάσεων, ιστορικών εποχών που κανονικά θεωρούνται εντελώς διαφορετικές και διαφοροποιημένες

[β] in vitro  «Στο γυαλί», σχετικά με τη βιολογική διαδικασία που αναπαράγεται στο εργαστήριο εκτός του οργανισμού.»καλλιέργειες in vitro»

Note

  1. Σε σύγκριση με τους 911 καταδικασθέντες των Br, υπάρχουν 923 της Pl, στους οποίους προστίθενται οι 149 των οργανωμένων Κομμουνιστών για την προλεταριακή απελευθέρωση (Colp) και τους δεκάδες μαχητές άλλων μικρών ακρωνυμίων (βλέπε Renato Curcio, La mappa perduta, Ο χαμένος χάρτης Sensibili Alle Foglie 1994- Giorgio Galli, Κόκκινο Μολύβι, Piombo Rosso La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi Η πλήρης ιστορία του ένοπλου αγώνα από το 1970 μέχρι σήμερα, Baldini Castoldi Dalai 2004- Sergio Segio, Μια ζωή στην πρώτη γραμμή Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Για την περίοδο των «εκτελεστών των φυλακών» βλέπε τη νέα έκδοση του Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Κοντό φυτίλι. Μια ιστορία της Πρώτης γραμμής Milieu 2017, σελ. 206-219; και Toni Negri, Galera ed esilio, Φυλακή και Εξορία με την επιμέλεια του G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, σελ. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro Στην σελίδα facebook αφιερωμένη στο βιβλίο μπορείτε να βρείτε πολλά αρχειακά έγγραφα και άλλες πηγές (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) που ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, θέτει στη διάθεση των αναγνωστών.
  2. Η αναφορά αφορά στην κατάθεση του Michele Viscardi κατά τη διάρκεια της δίκης του Τορίνο στην Pl (συγκεκριμένα, σχετικά με την υπόθεση ενός «ποντικού» στο γραφείο του Εισαγγελέα του Τορίνο που παρέσχε πληροφορίες σχετικά με τον δικαστή Alessandrini: υπόθεση που δεν βρήκε επαλήθευση) (σ. 302).
  3. Adriano Prosperi, «ιταλική Τρομοκρατία. Οι πόρτες εισόδου και εξόδου » Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita, στο Παρελθόν και παρόν, Passato e presente, n. 96, 2015, σελ. 164, Ο Prosperi μιλά για την Monica Galfré, Ο πόλεμος τελείωσε. Ιταλία και η έξοδος από την τρομοκρατία 1980-1987, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film” Μια ζωή σαν ταινία», in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα Derive e approdi, 2017, σ. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Βρέχει προς τα επάνω Boringhieri 2006, σ. 156.
  6. Παραδειγματική, π.χ. η γένεση της Senza Tregua-Δίχως ανακωχή, μέσα στο εργοστάσιο Magneti Marelli του Sesto San Giovanni (σελ. 71-85), που ανακατασκευάστηκε επάνω στο ρυθμό των αγώνων και τις μάχες της αυτονομίας μέσα στην εργοστασιακή σύγκρουση.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Μια ζωή στην Πρώτη γραμμή, Rizzoli 2006, σ. 168.
  8. Δείτε το εισαγωγικό δοκίμιο των De Lorenzis, Guizzardi, Mita στο Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» »πληρώσατε ακριβά δεν πληρώσατε τα πάντα. περιοδικό »Κόκκινο»(1973-1979), Derive e Approdi 2008, σ. 69.

Πηγή: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale η πολιτιστική δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

a Ronconi e Marina Premoli). Colmare questa lacuna nella storia dei movimenti rivoluzionari post-68 in Italia non è solo questione di completezza storiografica: si tratta di riconoscere che ogni rappresentazione storica è sempre parziale, sempre mediata dai documenti disponibili e dalla selezione che su di essi si opera.

Non è casuale che, nell’immaginario che si è affermato, di Prima linea si siano data una serie di rappresentazioni in buona parte distorte: un’organizzazione minoritaria rispetto alle Brigate rosse, “predisposta” al pentimento in ragione delle soggettività che la componevano (laddove nessuno dei suoi fondatori si è pentito), priva di una salda linea politica e di una conseguente elaborazione teorica – a dispetto della constatazione che una salda ortodossia ha per contro prodotto l’aberrazione dei boia nelle carceri e il divenire Caino della parte maggioritaria dei brigatisti detenuti1. Anche il paragone, a volte evocato da alcuni militanti, con Il Mucchio selvaggio di Sam Peckinpah, contribuisce a dare un colore picaresco alla storia di Pl, ma rischia di confermare quel tacito accordo nella storiografia dominante sui cosiddetti “anni di piombo” che riconduce l’intera eversione armata alle sole BR. Una ricostruzione che fa apparire la sovversione armata come un fenomeno unico, una sorta di UFO, con reciproca soddisfazione di chi vuole negarne la natura diffusa e il radicamento sociale, e di chi vuole ricostruirsi una legittimazione storica a posteriori.

Basterebbe questo a rendere meritevole la ricerca di Andrea Tanturli, una tesi di dottorato dalla quale è tratto questo primo volume di Prima linea. L’altra lotta armata (1974-1981), che va dalle origini alla fine del 1979. Ci sono però anche specifici aspetti del lavoro storiografico che meritano di essere messi in luce. Come ogni vero storico, Tanturli si è chiesto quali documenti e quadri interpretativi accettare o rifiutare: la sua scelta costituisce una piccola lezione di metodo. Tanturli ha in prima battuta tenuto a distanza le ricostruzioni “continuistiche” – dai Quaderni Rossi agli omicidi BR senza fermate intermedie – inaugurate da Angelo Ventura, i complottismi alla Flamigni, e certe avventate ricostruzioni di Gotor. Al tempo stesso, Tanturli mette in guardia dallʼ«affidarsi alla sola stampa quotidiana per ricostruire la cronaca degli episodi» (p. 340), essendo i giornali «costellati da errori e imprecisioni», e comunque «una fonte estremamente piatta, poco incline allʼapprofondimento e di difficile verifica» (p. 19).

Più complesso lʼuso degli atti processuali e delle memorie: se lʼautore sceglie di «prestare fede, con le necessarie cautele, alle dichiarazioni dei militanti, anche di quelli pentiti, convinto che alcuni di essi abbiano restituito un quadro tutto sommato fedele della vita dellʼorganizzazione» (p. 19), è altresì vero che nel vagliare le singole dichiarazioni emerge un evidente sospetto verso una particolare tipologia di pentitismo che, invece di ricostruire o interpretare, «si nutre di condizionali, tende a venire incontro alle domande degli inquirenti»2. Siamo qui sul crinale che separa due diverse realtà, quella inquisitoria e giudiziaria, e quella politica e morale. Se infatti «le parole “pentiti” e “dissociati” si imposero allora a definire categorie diverse e misure di legge che senza accorgersene ripresero dal fondo più buio del passato italiano categorie di origine religiosa come il pentimento»,3 la dissociazione è stata espressione di un tentativo di fare i conti con la propria storia e i propri errori, nel quadro di una sconfitta delle ipotesi armate di cui solo una parte dei militanti hanno voluto prendere atto. Con le parole di Susanna Ronconi: «la dissociazione ha aperto uno spazio, nei modi che la situazione ha reso possibili, e anche chi allʼepoca non lʼha condivisa oggi dovrebbe, col senno di poi, capirlo. Siamo stati i primi a ricostruire la nostra storia collocandola nella storia di questo paese, dicendo che se non abbiamo avuto ragione avevamo delle ragioni, e chi dice che abbiamo “svenduto” una storia mente sapendo di farlo».4

Esplorata la cassetta degli attrezzi dello storico, veniamo allʼoggetto della sua costruzione. Su Prima line Tanturli è chiaro: «gli appartenenti a Pl prima di essere militanti clandestini furano militanti autonomi». Ma Pl non era «sic et simpliciter una sigla di copertura per il cervello centrale di una presunta Autonomia organizzata; è necessario quindi uscire dallo schema dellʼinnocenza o della colpevolezza, categorie non storiografiche, più adatte a giudici che si fanno storici e storici col complesso dei giudici» (p. 8). Il che significa riconoscere la natura plurale, variegata, desiderante e schizometropolitana, per dirla col linguaggio dellʼepoca, dellʼautonomia: «Ci furono aree dellʼautonomia, che, pur non rifiutando la violenza politica, furono relativamente immuni da sviluppi organizzati nel senso della lotta armata, altre che ci rimasero invischiate più o meno volontariamente, altre ancora che evolveranno, non senza lacerazioni, in formazioni clandestine» (p. 8). E dunque riconoscere quel carattere molteplice, moltitudinario dellʼarea della sovversione sociale e politica che non può essere ridotta ad unità. Dunque un libro come questo non può essere la parola che tutto squadri su Pl, ma un contributo, con gli strumenti propri della ricerca storica, che dovrebbe – è un auspicio, oltre che unʼesigenza – favorire una proliferazione di narrazioni, forse meno scientifiche e più soggettive, in grado di dar ragione «dellʼircocervo che per una volta soltanto si è unito per le teste in piazza Solferino: è morto per insufficienza funzionale del suo organismo mostruoso, come certe povere creature nate nei laboratori, troppo o troppo poco dotate per vivere, respirare, nutrirsi, come fanno quotidianamente organismi meno ambiziosi»5.

Un poʼ come Tristam Shandy, Prima linea impiega molto a nascere, pur parlando da lungo tempo. Non si tratta di un processo lineare e teleologico che da Lotta continua e Potere Operaio, attraverso Senza tregua, conduce a Pl, ma di una serie di attraversamenti, nel corso dei quali ciascun passaggio comporta acquisti e perdite, che forse avrebbero meritato un maggiore approfondimento (penso soprattutto alla figura di Mario Dalmaviva). E, vale ricordarlo, dove ogni passaggio non è dettato da unʼastrazione teorica, ma dallʼinterpretazione soggettiva del concreto darsi delle lotte e degli antagonismi.6 Il che rende difficile proporre una ricostruzione che distingua «una prima e una seconda Pl, a cui distribuire etichette di spontaneismo e di efferatezza» [p. 8]: ovvero, il mito dellʼorigine cui segue inevitabilmente una rovinosa caduta. Di fatto, è la stessa categoria di “origine” che va sottoposta a dura critica: come se la cacciata dal Giardino dellʼEden fosse il frutto di un tradimento dellʼoriginaria purezza, ovvero fosse già inscritta nellʼatto di nascita. Cattiva mitologia, in ambedue i casi. È invece vero che ogni processo manifesta una molteplicità di possibili, e che ogni decisione comporta la loro riduzione, ma anche il sorgere di nuove possibilità. Ma i processi e gli eventi non accadono in vitro, bensì allʼinterno di contesti popolati e imprevedibili, dalla cui interazione lo slancio del possibile può essere rilanciato oppure irrigidirsi fino allʼarresto. Detta così, una questione che risuona nel protagonista di Piove allʼinsù – «Certo, piacerebbe anche a me rintracciare un punto preciso lungo quei giorni, e vedere dove si è decisa la guerra dei vivi e dei morti» – è destinata a rimanere inevasa per assenza, e al tempo stesso per eccesso di risposte: piazza Fontana? Feltrinelli? Calabresi? Varalli? Più sensatamente, vale la pena di seguire il corso degli eventi, per verificare in quali momenti la molteplicità dei possibili è stata recisa dalla Grande Falciatrice della storia, sino a rendere irreversibile il percorso. Ad esempio, quando è stato oltrepassato il limite della vita umana, facendo dellʼomicidio politico un atto ordinario, se non inevitabile: e qui, più di ogni altra considerazione, vale la progressiva militarizzazione dei linguaggi, lʼassunzione della lingua di quello Stato che allʼinsubordinazione aveva dichiarato una guerra senza scrupoli e senza quartiere. Pl non nasce con lʼidea di calare sul proletariato la linea di partito cui le masse, incapaci di iniziativa autonoma, avrebbero dovuto docilmente assoggettarsi (per replicare un viaggio in treno già visto che dalla festosa partenza in Ottobre avrebbe avuto per destinazione lʼinverno siberiano). Neanche si riconosce nelle teorizzazioni dellʼoperaio sociale, un «neo-movimentismo» nel quale, come in un effetto-notte, lʼoperaio di fabbrica e il giovane operaio mobile del lavoro marginale, il disoccupato e lo studente proletario sono tutti bigi.

Volendo fissare due direttrici, potremmo tracciarle a partire dalla necessità di una «ricomposizione politica della classe guidata dai settori organizzati (e armati) della classe, un progetto di egemonia della fabbrica sui nuovi strati emergenti di proletariato»; e la proposta di una struttura che si metta al servizio del movimento, articolata su più livelli – lʼorganizzazione vera e propria, le squadre, le ronde – per attraversare quella «porta stretta» che è la «guerra civile di lunga durata». Al tempo stesso, viene esaltato «lʼantagonismo totale tra il sistema dei bisogni del proletariato» e la «necessità del capitale di imporre le proprie regole a tutta lʼorganizzazione sociale». Se lʼoffensiva va orientata contro «la proliferazione incredibile di figure di comando», per Tanturli «risulta spontaneo pensare a una sorta di “microfisica del potere”, ulteriore elemento che pone Pl in una seppur precaria comunicazione con il retroterra culturale alla base della riflessione sulla modernità» (p. 133). Nelle enunciazioni di Pl risuonano, non importa quanto consapevoli (come del resto in larga parte dellʼautonomia) le pagine del Foucault di Sorvegliare e punire e della Microfisica del potere. Ma se le ricerche di Foucault si radicavano nelle prassi delle nuove lotte trasversali, mancava alle pratiche e alle teorizzazioni del tempo una piena comprensione della complessa relazione fra assoggettamento e soggettivazione. Resta che «lʼindicazione di terreni conflittuali come quello della sanità, della psichiatria, della nocività ambientale sottintende un discorso sulla qualità della vita velleitario nella sua applicazione, ma in grado di cogliere le contraddizioni del mondo contemporaneo e del suo modello di sviluppo» (p. 337).

È altresì vero che lʼintera ipotesi che sorregge la galassia di Pl e delle squadre si basa su presupposti che la dura realtà dei fatti si incaricherà di smentire. In primo luogo, lʼaver sottovalutato la profondità dei processi di ristrutturazione in atto, che ridefiniscono in modo radicale la stessa soggettività operaia. Lʼautomazione, lʼallungamento delle linee di produzione sul territorio, lʼesternalizzazione erano processi già in corso, contro i quali le irruzioni nei luoghi del lavoro nero, o la violenza contro le singole figure del “comando dʼimpresa” si rivelano impotenti. Il capitale dava lʼavvio ai processi di globalizzazione, in risposta al potente ciclo di lotte che innerva il ʼ68 e gli anni successivi in buona parte dellʼOccidente: contro i quali mancava la capacità di immaginare una prassi allʼaltezza dellʼoffensiva.

Il rifluire dellʼoperaio sociale, che rimaneva ripiegato su se stesso – anche per lʼincapacità delle diverse realtà di movimento di dispiegarlo – determinò il progressivo restringimento di quellʼarea della sovversione dalla quale la “guerra civile di lunga durata” avrebbe dovuto trarre linfa. A ben guardare, dentro Pl la mancata affermazione di un’interpretazione chiara del rapporto fra organizzazione e squadre, e la mancata fusione con altre formazioni combattenti, hanno la loro radice nellʼesaurimento della spinta proveniente dalle lotte. Ormai in procinto di sfilacciarsi, Pl «consumerà le residue energie tornando nellʼambiente da cui tutto era cominciato, la fabbrica, ormai pressoché rasa al suolo nella sua architettura conflittuale» (p. 357). Ma «arroccarsi» nellʼassunzione di una sorta «di delega, di supplenza a quella che avrebbe dovuto essere la forza di un movimento sociale» (Susanna Ronconi, p. 356) è, di fatto, lʼammissione di una sconfitta.

La diffusione dellʼeroina, con esiti ben più devastanti delle bombe nelle banche e nelle piazze e sui treni – che lʼautore sottolinea più volte, inquadrando le azioni delle squadre contro gli spacciatori allʼinterno del «sorgere di nuovi terreni e nuove forme di antagonismo» (p. 200) – è, al pari della ristrutturazione della produzione, qualcosa che non poteva essere contrastata con la sola forza delle armi (e che attraverserà la stessa Pl). E attesta il cinismo dello Stato nello scatenare una guerra contro unʼintera generazione per prosciugare il mare della sovversione.

Del quale cinismo, vale la pena citare due documenti. La relazione del 1979 di Dalla Chiesa sullʼattività del proprio nucleo speciale, dove si richiede con crude parole lʼimperativo allontanamento «almeno dallʼesercizio dellʼazione penale» di «quegli elementi notoriamente indicati quali extraparlamentari»: gli «acculturati» e i «portatori – in veste di legalitari o garantisti – di “benevolenze” o “compromissioni”» (pp. 178-79). E una lettera di Dino Sanlorenzo, uno degli ideatori del famigerato questionario anonimo del Pci torinese sul terrorismo, sulla presenza di Segio e Ronconi in una cooperativa sociale nel 1988: «Il Comune gli dia pure delle commesse, […] per esempio lucidare e tenere in ordine le tombe di quelli che hanno accoppato, portare i fiori a quelli assassinati da Prima linea. Potrebbero dedicarsi agli handicappati o a spalare neve quando cʼè» (p. 326): dove lʼequiparazione degli «handicappati» a lavori cimiteriali, o comunque di scarto, dice tutto. Va però sottolineata, accanto alla sopravvalutazione della volontà dellʼoperaio sociale di scendere sul terreno della guerra civile, la sottovalutazione della forza militare e sociale del potere contro il quale le diverse opzioni di lotta armata si sono infrante: un errore politico ancor più grave in una formazione che aveva intuito più di qualcosa sulla struttura molecolare e reticolare del potere.

Ma se la rivoluzione era finita, se la fabbrica, alla vigilia della gigantesca rappresaglia dapprima dei 61 licenziati politici, e poi dei 14.500 espulsi (che erano anchʼessi licenziamenti politici), già riluceva della livida luce che illumina le macerie: era possibile arrestarsi su quella strada che avrebbe portato alle azioni, catastrofiche sul piano politico oltre che umano, dellʼassassinio di Alessandrini, di Emanuele Iurilli e di William Waccher?Lʼistantanea del funerale bolognese di Barbara “Carla” Azzaroni, cui parteciparono migliaia di compagni e compagne, può essere indicativa di uno stato di sospensione che sarebbe forse stato possibile: «Sarebbe bastato uno sguardo calmo alla situazione e a quel corteo funebre per rinunciare alla rappresaglia, per raffreddare la rabbia e cominciare un serio esame sul che fare. Ma era come se a ogni errore e a ogni smacco operativo crescesse il velo davanti agli occhi e la vista si appannasse sempre di più»7. Se con lʼassassinio di Emanuele Iurilli, vittima innocente di unʼazione di rappresaglia, «si rompe definitivamente il sottile filo di seta che ancora ci legava al movimento e alla realtà» (Bruno Laronga, p. 333), è perché quel rapporto con la realtà era già sottile come un filo.

Nelle ricostruzioni delle diverse manifestazioni del movimento antagonista degli anni ʼ70, compare sempre un momento nel quale si dovrebbe dire, e talvolta lo si dice,8 che «non cʼè più tempo». Che i possibili si sono esauriti, e in assenza del possibile la vita, il movimento, lʼessere, soffoca. È su questa sensazione di soffocamento che chiude questo primo volume: alle soglie di quegli anni Ottanta dai quali non nessuno è mai più uscito vivo. «Non basta avere ragione: bisogna che la ragione te la diano», ha detto qualcuno; un motto che si attaglia anche alla storia di Prima linea, ai suoi militanti caduti (ciascuno ha le proprie Spoon River, e ciascuna di esse merita rispetto), e ai molti che hanno ripreso, con nuove forme, le lotte interrotte dalla detenzione: in buona parte quelle lotte trasversali per lʼambiente, il riconoscimento, il diritto alla vita dei detenuti, dei tossicodipendenti, dei diversamente reclusi che le ragioni di Pl aveva intuito. Contraddizioni apparenti, che trovano in una storia che oggi sembra lontana (abbastanza da poter essere storicizzata) radici e percorsi carsici.

*****

Note

  1. A fronte dei 911 condannati delle Br, vi sono 923 di Pl, a cui si aggiungono i 149 dei Comunisti organizzati per la liberazione proletaria (Colp) e le decine di militanti di altre sigle minori (cfr. Renato Curcio, La mappa perduta, Sensibili Alle Foglie 1994; Giorgio Galli, Piombo Rosso. La storia completa della lotta armata dal 1970 a oggi, Baldini Castoldi Dalai 2004; Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006). Sul periodo dei “boia delle carceri” si vedano la nuova edizione di Sergio Segio, Miccia corta. Una storia di Prima linea, Milieu 2017, pp. 206-219; e Toni Negri, Galera ed esilio, a cura di G. De Michele, Ponte alle Grazie 2017, pp. 41-43. Nella pagina facebook dedicata al libro si possono trovare molti documenti archivistici e altre fonti  (primarie e secondarie) che la casa editrice del libro di Andrea Tanturli, DeriveApprodi, mette a disposizione dei lettori.
  2. Il riferimento è alla deposizione di Michele Viscardi durante il processo di Torino a Pl (nello specifico, sull’ipotesi di una “talpa” nella Procura di Torino che abbia fornito informazioni sul giudice Alessandrini: ipotesi che non ha trovato riscontri) (p. 302).
  3. Adriano Prosperi, “Terrorismo italiano. Le porte di entrata e di uscita”, in Passato e presente, n. 96, 2015, pp. 164; Prosperi sta recensendo Monica Galfré, La guerra è finita. LʼItalia e lʼuscita dal terrorismo 1980-1987.
  4. “Susanna Ronconi. Una vita da film”, in Rossella Simone, Donne oltre le armi, Derive e approdi, 2017, p. 98.
  5. Luca Rastello, Piove allʼinsù, Boringhieri 2006, p. 156.
  6. Esemplare ad es. la genesi di Senza Tregua allʼinterno della Magneti Marelli di Sesto San Giovanni (pp. 71-85), ricostruita sul ritmo delle lotte e del farsi dellʼautonomia allʼinterno del conflitto di fabbrica.
  7. Sergio Segio, Una vita in Prima linea, Rizzoli 2006, p. 168.
  8. Vedi il saggio introduttivo di De Lorenzis, Guizzardi, Mita a Avete pagato caro non avete pagato tutto. La rivista «Rosso» (1973-1979), Derive e Approdi 2008, p. 69.

Fonte: Girolamo De Michele, Il lavoro culturale

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ένας μακάβριος χορός απελπισμένων για να εξορκίσουν το φόβο

«Νάτος! Τελικά τον πιάσαμε τον κομμουνιστή εγκληματία! Στη φυλακή για να εκτίσει την ισόβια κάθειρξη! Ο Cesare Battisti, το σύμβολο της ιταλικής τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια των ετών του μολυβιού, έχει παραδοθεί στις αρχές μας. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε!».
Ας το παραδεχτούμε: μια κοινωνική τάξη που σκυλιάζει γύρω από ένα φάντασμα του παρελθόντος δείχνει πως δεν έχει μέλλον, προσπαθεί να καταναλώσει τους τελευταίους αναπνευστικούς πόρους για να εξορκίσει τον φόβο, τον φόβο εκείνο που προκύπτει από τα βάθη μιας κρίσης ενός κοινωνικού συστήματος που κράτησε πάρα πολύ και που έχει περπατήσει επάνω στους νεκρούς, στις καθημερινές σφαγές για να αποσπάσει υπεραξία και να επιταχύνει συνεχώς τη συσσώρευση κεφαλαίου και την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Το άτομο δεν είναι τίποτα μπροστά στις ιστορικές διαδικασίες και όλοι μας της δεκαετίας του εβδομήντα του περασμένου αιώνα – ούτως ή άλλως παρατεταγμένοι στα αριστερά – ήμασταν τίποτα μπροστά στην ψευδαίσθηση πως στεκόμασταν ένα βήμα μακριά από τον κομμουνισμό. Παρασυρθήκαμε από το πάθος να είμαστε στη σωστή πλευρά, εκείνη του αγώνα των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Ήμασταν επίσης απλοϊκοί όταν θεωρήσαμε την υποστήριξη μαζικών τομέων της κοινωνίας προς τους μαχόμενους σχηματισμούς ως διαθεσιμότητα στην κινητοποίηση για την υποστήριξη του «σκοπού» τους. Ο Cesare Battisti; Ένας από τους πολλούς, μόνο οι φανατικοί του ομφαλού τους ασκούνται στις διαφοροποιήσεις. Πληρώσαμε όλοι ένα αντίτιμο, με διάφορους τίτλους και με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των πολλών που εξαγοράστηκαν από μια εξουσία που έπαιξε μια φάρσα των ιδανικών μας. Φτύσαμε επάνω στον προδότη και τον μετανιωμένο, υπερεκτιμώντας έτσι τον αγορασμένο και υποτιμώντας τον αγοραστή
Ναι, επιδιώξαμε ένα ιδανικό, εκείνο του κομμουνισμού, μιας πιο ορθολογικής, πιο δίκαιης, ειλικρινέστερης και τιμιότερης, πιο αρμονικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας με μεγαλύτερο συναίσθημα, πιο ισότιμης και εξισωτικής. Ήμασταν λάθος, εξαπατήσαμε τους εαυτούς μας. Ο λαός, στη Δύση με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δεν ήθελε την κομμουνιστική επανάσταση και όλοι εμείς πολεμήσαμε ενάντια στον άνεμο, είχαμε αντιταχθεί στην ίδια λαϊκή βούληση που δεν κατανοούσε πως την εκμεταλλεύονταν και την καταπίεζαν ή το καταλάβαινε και εφησύχαζε, συμμορφώνονταν. Ένας λαός που υπομένει 1432 θανάτους στην εργασία τον χρόνο για δεκάδες χρόνια, τι να λέμε τώρα για θανάτους της τρομοκρατίας.
Στη συνέχεια η ιστορία, η πραγματική, ξέρει πώς να βάλει σωστά τα διάφορα κομμάτια του μωσαϊκού στο ίδιο καζάνι και σήμερα εκείνος ο λαός που κάποτε εφησύχασε, που μεγάλωσε μέσα σε ένα βάρβαρο και σκληρό σύστημα, στρέφεται εναντίον της. Όλοι εμείς, οι οποίοι ήμασταν μέρος εκείνου του περίεργου μάγματος της άκρας αριστεράς, υπήρξαμε ασυνείδητα πρόδρομοι αντικειμενικών αναγκαιοτήτων που σήμερα διαμορφώνονται περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Κύριοι; δεν θέλετε να τις ονομάσετε κομμουνισμό; Αποκαλέστε τες όπως θέλετε, αλλά εκείνοι οι ίδιοι νόμοι που σας έχουν υποστηρίξει για μισή χιλιετία θα σας θάψουν.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ απάντησε σε μια φίλη της όταν της έγραψε στη φυλακή και την ρώτησε αν άξιζε να βρίσκεται εκεί μέσα: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεταβλητό από την ανθρώπινη ψυχολογία. Ειδικά δεδομένου ότι η ψυχή των ανθρώπων κρύβει όπως η θάλαττα, η αιώνια θάλασσα, όλες τις λανθάνουσες δυνατότητες: θανατηφόρα ηρεμία και  καταιγίδα που βρυχάται, την χαμηλότερη δειλία και τον πιο άγριο ηρωισμό. Η μάζα είναι πάντοτε αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τις συνθήκες της στιγμής και είναι πάντα στα πρόθυρα να γίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που φαίνεται. Τι θαυμάσιος καπετάνιος θα ήταν εκείνος που θα πιλοτάριζε το πλοίο σύμφωνα με το πως παρουσιάζεται η επιφάνεια των νερών εκείνη τη στιγμή και δεν θα μπορούσε να προβλέψει την καταιγίδα που έρχεται από τα σημάδια του ουρανού και της θάλασσας! »
Ιδού, εμείς δεν υπήρξαμε καλοί καπετάνιοι, μπερδέψαμε τη δύναμη του λόγου και της σκέψης, την δύναμη της υπόθεσης, του σκοπού μας με το λόγο της δύναμης, και υπήρξαν και εκείνοι που μπέρδεψαν το όπλο της κριτικής με την κριτική των όπλων. Ενώ σήμερα η ιστορία παρουσιάζει το λογαριασμό όχι σε εμάς  «φτωχούς παραπλανημένους εκείνων των χρόνων»  αλλά σε σας που τρομοκρατημένοι από μια κρίση χωρίς διέξοδο χορεύετε με μακάβριο τρόπο γύρω από ένα άτομο για να εξορκίσετε τον φόβο και να αποθαρρύνετε τις μάζες από το να ξεκινήσουν »επικίνδυνους δρόμους εμπιστευόμενες υποκείμενα και άτομα που προορίζονται αργά ή γρήγορα στις εγχώριες φυλακές και στην δημόσια γελοιοποίηση».
Στην Ευρώπη, την γριά Ευρώπη, αυτή που έδωσε ζωή στο μεγαλύτερο ιστορικό κίνημα του ανθρώπου με τα μέσα παραγωγής, ίπταται το φάντασμα του χάους. Ο κομμουνισμός είναι νεκρός; Αυτή τη φορά η ψευδαίσθηση είναι δική σας αγαπητοί κύριοι. Η ιστορία στρέφεται εναντίον σας και δεν θα μπορέσετε να κάνετε τίποτα γι αυτό. Οι θεραπείες σας που επικεντρώνονται στην εθνικιστική κυριαρχία, δηλαδή στον ανταγωνισμό των εμπορευμάτων που ανυψώνονται σε νιοστή δύναμη, θα γίνουν φάρσα του συστήματος που επιμένετε να υπερασπίζεστε. Σας εξαγρίωνε το κόκκινο χρώμα σαν τον ταύρο στην αρένα; Ξεπετάγεται το κίτρινο όχι σαν τα συνδικάτα των εργοδοτών, αλλά ως νέο χρώμα, της ανατολής ενός νέου κινήματος των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Δεν υπάρχει πλέον το δρεπάνι και το σφυρί στα θυμωμένα μάτια σας; Να το σύμβολο των νέων διεκδικήσεων των μαζών που καταπιέζονται από τον τρόπο παραγωγής σας: μια νέα στολή, ένα απλό γιλέκο που φοριέται σαν εργαλείο ταυτοποίησης ενός κόσμου σε εξέγερση, μαζών ανθρώπων που εξοντώνονται από τον τρόπο παραγωγής, τον οποίο εσείς επιμένετε να υπερασπίζεστε, και που δεν θα μπορεί πλέον να ενσωματώνει και να τους κάνει εφησυχασμένους, να συμμορφωθούν.

Michele Castaldo

 

https://favacarpendiem.wordpress.com/2019/01/17/una-macabra-danza-di-disperati-per-esorcizzare-la-paura/

ένοπλη πάλη, lotta armata

Ο Battisti και η κακιά συνείδηση κάποιων “αριστερών”.

Se c’è qualcosa che rende più cupe queste ore, sono le reazioni di certa “sinistra” di fronte all’arresto di Battisti, e più in generale rispetto all’uso strumentale che viene fatto di questa vicenda per sciorinare giudizi sommari sull’intero ciclo di lotte degli anni Settanta.

ΡΩΜΗ»Η σύλληψη του Cesare Battisti στην Βολιβία είναι ένα εξαιρετικό νέο, για τις οικογένειες των θυμάτων και για την ιταλική δικαιοσύνη. Χάρη στις δυνάμεις της τάξης της Χώρας μας που συνέβαλαν στη σύλληψη του». Το δηλώνει σε ένα tweet η Laura Boldrini.  

Fornaro: Τώρα να φέρουμε πίσω και τον Casimirri                                                                   »H σύλληψη του Cesare Battisti είναι ένα καλό νέο γι αυτούς που πιστεύουν στη δικαιοσύνη και πολέμησαν ενάντια στην τρομοκρατία την εποχή των χρόνων του μολυβιού. Τώρα περιμένουμε τον ίδιο προορισμό για να εκδοθεί στην Ιταλία ένας άλλος επιφανής που διαφεύγει, ο Alessio Casimirri, που αυτή τη στιγμή διατηρεί εστιατόριο στην Νικαράγουα: ένας από τους πρωταγωνιστές της σφαγής στην οδό Fani όπου έχασαν τη ζωή τους οι πέντε άνδρες της συνοδείας του Aldo Moro». Το σημειώνει ο επικεφαλής των Ελεύθερων και Ίσων στην Camera, Federico Fornaro.

 

Πηγαίνουμε από τους εκ των υστέρων στρατηγούς, αυτούς που γνωρίζουν απ’ έξω κι ανακατωτά πως θα πρέπει να γίνει μια επανάσταση (αλλά όμως, ποιος ξέρει γιατί, πάντοτε αυτές τις πολύ σημαντικές πληροφορίες τις κρατούν πολύ σφιχτά για τον εαυτό τους) στους συνήθεις manettari, έτοιμους να κάνουν την ουρά στον «προοδευτικό» δικαστή της βάρδιας λες και είναι ο μαγικός αυλητής, μέχρι να φτάσουμε στους εκτός χρόνου διαχωρισμένους, εκείνους στους οποίους κανείς δεν ζήτησε τίποτα, αλλά που αν δεν μετανοήσουν αισθάνονται ένοχοι.

Το επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά (και επειδή κάποιος επιμελής λογοκριτής μας διέγραψε το χθεσινό ποστάρισμα στη σελίδα FB): για εμάς το γεγονός ότι ο Battisti είναι ένοχος ή όχι για τα εγκλήματα που του αποδίδονται μας ενδιαφέρει ελάχιστα ή καθόλου. Έχουμε προφανώς τις δικές μας ιδέες σχετικά με αυτό το θέμα, γνωρίζουμε πολύ καλά ποια ήταν η σημασία του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, αλλά δεν πιστεύουμε ότι αυτό είναι το σχέδιο επάνω στο οποίο βασίζεται ολόκληρο το ζήτημα αυτό. Αυτή η χώρα, αρέσει ή όχι, συγκλονίστηκε για πάνω από μια δεκαετία από έναν εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης, μια σύγκρουση που έκανε νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Περισσότερους από την δική μας, στην πραγματικότητα, αν θέλουμε πραγματικά να επιδοθούμε σε αυτή την μακάβρια καταμέτρηση. Έναν πόλεμο που έφερε στη φυλακή χιλιάδες προλετάριους που θάφτηκαν από βαριές ποινές. Έναν πόλεμο που, δυστυχώς, χάσαμε. Όλοι. Συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν πήραν τότε τον δρόμο του ένοπλου αγώνα. Και αυτή η ήττα μετριέται καθημερινά στην επισφάλεια των ζωών μας, στους μισθούς που δεν είναι ποτέ αρκετοί- που δεν φθάνουν ποτές, στη μαζική ανεργία. Σήμερα, πάνω από σαράντα χρόνια μετά το τέλος εκείνης της ιστορίας, η μανία και η εκδικητικότητα των νικητών εναντίον των ηττημένων, η damnatio memoriae – η κατάκριση της μνήμης στην οποία θέλουν να καταδικάσουν τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, είναι απλώς και μόνο η προσπάθεια να κλείσουν τους λογαριασμούς με τη δεκαετία του ’70, καθώς και η κατασταλτική εικόνα αυτού του Κράτους. Αυτή είναι η βαθιά αίσθηση, η βαθιά έννοια της ιστορίας Battisti ο οποίος, εκείνης της εποχής, ήταν εδώ που τα λέμε ένας μικρότερος πρωταγωνιστής. Και όποιος δεν το καταλαβαίνει, όσον αφορά εμάς, βρίσκεται στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος.

6534 letture totali 88 letture oggi  συνολικές και σημερινές αναγνώσεις
ένοπλη πάλη, lotta armata

Λευτεριά στον Battisti. Να ελευθερώσουμε τα χρόνια Εβδομήντα.

 

Από τη χθεσινή νύχτα, δυστυχώς, ο Cesare Battisti είναι και πάλι φυλακισμένος. Υπάρχει κάτι εξαιρετικά σημαντικό στη μανία με την οποία το ιταλικό Κράτος τον κυνηγάει αυτά τα χρόνια, κάτι που ξεπερνά την φιγούρα του, τη συγκεκριμένη περίπτωση του, και έχει τις ρίζες της στο φόβο που αυτός ο κύκλος ταξικών αγώνων, αυτός της δεκαετίας του ’70, μπόρεσε να προκαλέσει στις κυρίαρχες τάξεις αυτής της Χώρας. Μετά από περισσότερα από σαράντα χρόνια μας ενδιαφέρει πραγματικά πολύ λίγο να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα σε νομικό επίπεδο. Φυσικά, γνωρίζουμε ότι οι ερήμην εκδικάσεις βλάπτουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των εναγομένων, και πιστεύουμε ότι η ισόβια φυλάκιση είναι μια απάνθρωπη τιμωρία όσο μια θανατική ποινή, αλλά το σχέδιο επάνω στο οποίο λαμβάνει χώρα αυτή η υπόθεση είναι καθαρά πολιτικό. Είναι η εκδίκηση εκείνων που βγήκαν νικητές από αυτόν τον πόλεμο. Πρόκειται για την προειδοποίηση σε αυτούς που θα ήθελαν να προσπαθήσουν ακόμη και να φανταστούν να εφορμήσουν στον ουρανό. Για το λόγο αυτό, ενώ τα σκυλιά φρουράς εξακολουθούν να γαβγίζουν, θέλουμε να το πούμε δυνατά:

CESARE BATTISTI LIBERO. LIBERIAMO GLI ANNI SETTANTA. ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ CESARE BATTISTI. ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ

7791 letture totali 334 letture oggi, συνολικές και σημερινές αναγνώσεις
ένοπλη πάλη, lotta armata

Αλντομορολογία: μια ερμηνεία

Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, και μάλιστα εδώ και δεκαετίες, ένα είδος συλλογικού παραληρήματος, που αντί να ησυχάζει όπως συμβαίνει αργά ή γρήγορα στους αστικούς θρύλους, μεγαλώνει κάθε χρόνο.

Mιλάμε για τις μπούρδες, τις ψευτιές και την διετρολογία-συνωμοσιολογία [1.] σχετικά με την απαγωγή του Aldo Moro. Είναι πλέον τόσες πολλές και ποικίλες, που έχω κατά νου να τις συλλέξω και να τις αναλύσω σε ένα δοκίμιο. Μέχρι σήμερα, ο τίτλος του θα είναι: «Αλδομορολογία, ανάλυση ενός ντελίριου. Από τη λίμνη της Δούκισσας μέχρι τις μαλακίες του Σαντόρο.» Αλλά θα πρέπει να αναζητήσω έναν πιο ουδέτερο τίτλο, διότι η επιδημιολογία μας διδάσκει ότι η τεράστια μπούρδα που πυροβόλησε την πέμπτη ο Santoro δεν θα είναι η τελευταία.

Για όσους – τυχεροί αυτοί – δεν είδαν εκείνη την τηλεοπτική φάρσα το βράδυ της πέμπτης, ουσιαστικά ο Santoro εφηύρε ότι ο Franco Piperno έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ τον φεβρουάριο του 78 για να «συναντηθεί με τη CIA και να σχεδιάσει την απαγωγή Moro».

Γελάμε για να μην κλαίμε: όποιος ξέρει ελάχιστη ιστορία, γνωρίζει ότι ο Πιπέρνο είχε κερδίσει μια θέση ως «επισκέπτης επιστήμονας», “visiting scientist” στο MIT (μια θέση που δεν είναι τόσο αντάξια των οιονεί-διαμονών για σπουδές του Conte, ή της μαεστρίας του Renzi στην αγγλική γλώσσα, αλλά ας είμαστε ικανοποιημένοι). Ακριβώς λόγω της κατασταλτικής αναζωπύρωσης που ακολούθησε την απαγωγή του Moro, ο Piperno αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την αναγνωρισμένου κύρους θέση. Ο Piperno, μετά, δεν είχε κανένα ρόλο στις BR: μόνο οι ύστεροι ανόητοι επίγονοι του στρατηγού Dalla Chiesa είναι πεπεισμένοι ότι η Autonomia Operaia και το Potere Operaio είχαν κάτι να κάνουν με τις BR.

Ο κατάλογος των GMD (Μεγάλες Διετρολογικές Μαλακίες) θα είναι πολύ μακρύς. Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να πεθάνει η πεποίθηση ότι ο Moretti ήταν «ένας άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών», οι BR ήταν ετεροκαθοδηγούμενες (από οποιονδήποτε, από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, από εκείνες του Ισραήλ, την RAF, τους Βούλγαρους: μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει βάλει στην μέση τον Πούτιν, και είμαι έκπληκτος γι αυτό), στη Via Fani υπήρχαν μερικοί πολύ ταλαντούχοι και μυστηριώδεις ελεύθεροι σκοπευτές, και πάει λέγοντας με αυτό το παραληρηματικό βήμα.

Δεν έφτασε μια πλούσια μισή ντουζίνα από Κοινοβουλευτικές Επιτροπές που ουσιαστικά συνέβαλαν στη βιομηχανία χαρτιού και μελανιού. Δεν ήταν αρκετά δοκίμια ακριβή μέχρι σχολαστικότητας (όπως για παράδειγμα αυτό του Persichetti και των συνυπογραφόντων, και πολλά άλλα) τα οποία για εκείνες τις 55 ημέρες μας διηγήθηκαν όλα αυτά που μπορούν να ειπωθούν, αποσαφηνίζοντας κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί μετά από 40 χρόνια: προσμετρώντας επίσης πως οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές εκείνης της εποχής ήταν ανθρώπινα όντα, οπότε σίγουρα θα παραμείνει άγνωστο τι έφαγαν στο δείπνο τους οι φύλακες του Moro στις 28 απριλίου του 1978, και άλλα σκοτεινά και πολύ σημαντικά μυστήρια.

Τελειώνοντας με τα αστεία, προσπάθησα να βρω έναν λόγο, μιαν αιτία σε αυτό το παραλήρημα: που δεν είναι ακριβώς παραλήρημα . Προσπαθώ να προτείνω την ερμηνεία μου, τι εννοώ.

Γνωρίζουμε ότι οι BR πέρασαν από πολύ σημαντικά αιτήματα για την απελευθέρωση του Moro (απελευθέρωση 13 κρατουμένων με βαριές καταδίκες και κατηγορίες) μέχρι του σημείου – το τελευταίο διάστημα – να εκφράσουν ηπιότερα αιτήματα: φαίνεται ότι ένα άνοιγμα για την απελευθέρωση ενός μόνο κρατουμένου θα ήταν αρκετό, καθώς και μια «σιωπηρή αναγνώριση» των BR ως αντιστάθμισμα, για να εμποδιστεί ή τουλάχιστον να ανασταλεί η εκτέλεση του Moro: όταν διαπραγματευόμαστε, δεν πυροβολούμε, είπε ακριβώς ο Moretti.

Το «μέτωπο της αποφασιστικότητας, της σταθερότητας» ήταν αντίθετα αδιαπέραστο. Οι χριστιανοδημοκράτες – με τον Andreotti επικεφαλής – είχαν τον Μόρο για χαμένο, ειδικά μετά από τις σκληρές επιστολές που έγραψε στους συντρόφους του (σκεφτείτε το κατηγορητήριο εναντίον του Taviani ή τα μηνύματα που έστελνε στον Zaccagnini με τα γράμματα του ): ένας ελεύθερος Μόρο θα ήταν, για την DC, μια πραγματική κινούμενη νάρκη. Εδώ αναφέρουμε μιαν άλλη GMD [μαλακία]: ο Μόρο που έγραφε εκείνες τις επιστολές «δεν ήταν αυτός», ήταν σίγουρα βασανισμένος σωματικά και ψυχολογικά από τους φύλακες του, ή ακόμα και ναρκωμένος.

Για το ανυπόστατο αυτών των δηλώσεων αποφάνθηκε μάλιστα μέχρι και ο Mario Sossi, τον οποίο απήγαγαν και απελευθέρωσαν οι BR τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και σίγουρα ήταν γνωστό για το ότι δεν ήταν ένας δικαστής με συμπάθειες προς την αριστερά.

In cauda venenum, το άσχημο έρχεται τελευταίο. Το «μέτωπο της σταθερότητας» είχε τους πιo σκληρούς σημαιοφόρους του στα στελέχη του PCI. Πιθανόν, για να είναι πλήρως διαπιστευμένο ως «δημοκρατική δύναμη» και αξιόπιστη στη δύση ενόψει μιας επικείμενης εισόδου στην κυβέρνηση, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το να δείξουν ότι είναι αδιάλλακτοι, πιο ρεαλιστές από το βασιλιά. Εάν το ταξίδι του Piperno το φεβρουάριο του 78 είναι ένα παραμύθι, αντιθέτως πραγματικότητα ήταν το ταξίδι του Giorgio Napolitano στις ΗΠΑ τον απρίλιο του ’78, κατά τις ημέρες της απαγωγής. Εκτός από το γεγονός πως είχε αποτίσει στα κρυφά φόρο τιμής προς τον Gianni Agnelli, ο Napolitano έτυχε μεγάλης εκτίμησης στα αμερικανικά πολιτικά περιβάλλοντα: πιθανότατα λόγω του placet, της ψήφου εμπιστοσύνης – ή τουλάχιστον της ανοχής – των ηνωμένων πολιτειών στην είσοδο του ΚΚΙ στην κυβέρνηση να συμπεριλαμβάνονταν ως αντάλλαγμα για τη συνολική αδιαλλαξία του προς τις BR, πασιέντζα που παίχτηκε στο δέρμα του Aldo Moro.

Εάν πράγματι στο PCI αντέδρασαν στα πρώτα χρόνια λέγοντας ότι οι BR ήταν φασίστες, αργότερα αρνήθηκαν – όπως η Rossana Rossanda τους προέτρεψε με ειλικρινή επιδεξιότητα – να κοιτάξουν «στο οικογενειακό άλμπουμ» του μαρξισμού-λενινισμού για να αναγνωρίσουν στα πρόσωπα ορισμένων BR γνωστά πρόσωπα της οικογένειας.

Φθάνω λοιπόν στην εξήγηση του aldomorismο και της επιδημιολογίας των GMD. Βλέπουμε όντως ότι αγαπούν ιδιαίτερα να μιλούν διετρολογικά λέγοντας μαλακίες τα στελέχη της λεγόμενης «αριστεράς» : για να κατανοήσουμε πόσο πολύ αυτός ο ορισμός είναι ψεύτικος, δεν πρέπει να κάνουμε άλλο από το να θυμόμαστε ότι ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του είναι ακριβώς ο Michele Santoro.

Όλο αυτό το φαινομενικό παραλήρημα εξηγείται με μια ψυχολογικά απλή έννοια: ονομάζεται κακή συνείδηση. Μια ερμηνεία του τι συνέβη σε εκείνες τις 55 ημέρες βλέπει συνεπώς το PCI να πληρώνει με το δέρμα του Moro την οριστική «λύτρωση» του από την επαναστατική του προέλευση: όσοι γνωρίζουν την ιστορία της Αντίστασης και της περιόδου των πρώτων χρόνων μετά την αντίσταση μπορούν να καταλάβουν για τι πράγμα μιλάμε .

Sic stantibus rebus, είναι βολικό – για τους επιγόνους της «αριστεράς» που φιλοδοξούν στην κυβέρνηση ή για τους ύστερους κυνερνητικούς οπαδούς αυτής – το να φυσάν περισσότερο καπνό και ομίχλη επάνω σε εκείνα τα γεγονότα και τις ημέρες εκείνες, να προπαγανδίζουν μυστήρια και μισές αποκαλύψεις. Είναι μια πολύ γνωστή διαδικασία στην ψυχολογία: ονομάζεται αυταπάτη ή αυτο-απάτη, self deception. Αν πίσω από την απαγωγή του Moro υπάρχουν ίσως η CIA και η Mossad και οι μυστικές υπηρεσίες, τότε οι σύντροφοι του PCI έκαναν πολύ καλά να συμπεριφερθούν με εκείνη την γραμμή, όχι; Να είναι «εθνικά υποστηρικτικοί, αλληλέγγυοι» με τους χριστιανοδημοκράτες.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Aldo Moro και της συνοδείας του το γνωρίζουμε, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Πλήρωσαν όλοι μαζί με τη φυλακή. Ορισμένοι εξακολουθούν να υπόκεινται σε μέτρα κράτησης, αρχίζοντας από τον Mario Moretti (από το 1981 …).

Αυτά, τα γεγονότα. Μετά από 40 χρόνια, ίσως αρχίσουμε να καλωσορίζουμε τον πολλαπλασιασμό της Αλντομορολογίας, [Aldomorologia] με ιλαρότητα. Έτσι κι αλλιώς, το να ελπίζουμε ότι τελικά μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή την υπόθεση κλεισμένη, είδαμε να είναι αδύνατο.

1]. διετρολογία  – Στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα δείχνει, με πολεμικό τόνο,, την τάση, των λεγόμενων διετρολόγων, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους και αιτιάσεις, με την αξίωση ότι γνωρίζουν τι πραγματικά «στέκεται πίσω» σε κάθε μεμονωμένο γεγονός.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή ύστερα από ρητή συναίνεση της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

ένοπλη πάλη, lotta armata

Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα – Gli anni della lotta armata

Για τον εκδοτικό οίκο Bietti, η ενημερωμένη έκδοση του «Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, Χρονολογία μιας αποτυχημένης επανάστασης, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata» , βγήκε πέντε χρόνια μετά την πρώτη, του Davide Steccanella.

Ο Davide γεννήθηκε το 1962, οπότε το ’68 ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού και το ’78 ήταν ένας χαριτωμένος νεαρός με ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες. Πώς κατάφερε να συγκεντρώσει περισσότερες από 500 σελίδες χωρίς να έχει άμεση μνήμη των γεγονότων; Απλό. Μάζεψε στοιχεία και πληροφορίες και μας έδωσε έναν λεπτομερή απολογισμό των γεγονότων από το ’69 έως το 2017, καθώς και μια γενναιόδωρη προσφορά των πηγών που χρησιμοποίησε.

Φαίνεται ασήμαντο, κοινότυπο, αλλά δεν είναι καθόλου, σε μια εποχή όπως αυτή στην οποία οι έμπειροι σε αυτά τα θέματα, οι γνώστες, δεν φαίνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν αυτά που ισχυρίζονται. Σε μια εποχή άσχετης αλήθειας, μη πραγματικής, όπου αποφεύγουν να διαπιστώσουν και να επιβεβαιώσουν τα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν στην πάντα αποτελεσματική παροιμία: «Ψέμα στο ψέμα, κάτι θα παραμείνει στο τέλος».
Κάποιος υποστήριξε ότι το βιβλίο πηγαίνει πέρα της κρίσης του συγγραφέα καθώς στερείται παρατηρήσεων, σχολίων, σαν να ήταν δυνατή μια ουδέτερη λειτουργία στην αφήγηση κοινωνικών γεγονότων. Κατά τη γνώμη μου, και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του κειμένου, της αξίας του, το βλέμμα και οι επιρροές του συγγραφέα είναι πολύ παρούσες στην αφηγητική επιλογή. Γεμάτα σαράντα χρόνια από την απαγωγή Μόρο, στους εορτασμούς της μοναδικής αλήθειας που επιτρέπεται, γεμάτης διετρολογία, [ dietrologia – Στο πολιτικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιo υποδεικνύει, με πολεμικούς τόνους, την τάση, των αποκαλούμενων διετρολόγων dietrologi, να αποδίδουν στα γεγονότα της δημόσιας ζωής αιτίες διαφορετικές από εκείνες τις δεδηλωμένες ή προφανείς, συχνά υποθέτοντας μυστικούς λόγους, με την αξίωση πως γνωρίζουν αυτό που πραγματικά «βρίσκεται πίσω» από κάθε ενιαίο, μοναδικό γεγονός] και δημόσια προδιαγεγραμμένη ηθική, επιβεβλημένη, ο Ντάβιντε ενδιαφέρεται για την ανακατασκευή του ιστορικού πλαισίου, της ιστορικής συγκυρίας, της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, της αλληλοδιαδοχής των γεγονότων που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ξεσπάσματος του ένοπλου αγώνα στον οποίον ενεπλάκησαν χιλιάδες μαχόμενοι κομμουνιστές για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Κατανόηση η οποία θα μπορέσει να απελευθερώσει την 16η μαρτίου 1978 από την αλλοτριωμένη αφήγηση ενός ανεξήγητου, μυστηριώδους γεγονότος και σαν προερχόμενου από τον Άρη, για να το επιστρέψει και να το αποδώσει σε ένα πέρασμα, πολύ σημαντικότερο από άλλα, της μακράς ιστορίας της ταξικής σύγκρουσης εκείνων των χρόνων.

Όντως, το βιβλίο ανοίγει με αριθμούς: 269 ένοπλες ομάδες, 36.000 άνθρωποι που διερευνήθηκαν-ανακρίθηκαν, από τους οποίους 6.000 καταδικάστηκαν. Ωστόσο, η επίσημη χυδαία διαδεδομένη άποψη μιλά για μια χούφτα ψυχοπαθητικών, αιμοδιψών, ετεροκαθοδηγούμενων και, πάνω απ ‘όλα, ξένων στις ταξικές δυναμικές στις οποίες έλεγαν πως αναφέρονταν.
Αλλά κανένας κομμουνιστικός ανταρτοπόλεμος σε μια χώρα στο κέντρο της Ευρώπης δεν θα ζούσε περισσότερο από μία μέρα ούτε θα είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ αν δεν είχε τις ρίζες του ακριβώς στην καρδιά του πιο σημαντικού ταξικού αγώνα από την μεταπολεμική περίοδο.

Και ο Davide αρχίζει από εδώ. Από το εργατικό ’69 και τους φυσικούς του συμμάχους: το κίνημα των φοιτητών και των προλετάριων των αστικών προαστίων. Μια κατολίσθηση, ένα ρεύμα αέρα στο στάσιμο σενάριο που επιθυμούσε το αγκάλιασμα μεταξύ DC και PCI, [χριστιανοδημοκρατίας δηλαδή και Κκι] το οποίο έκλεινε σε ένα θανατηφόρο μπλόκο κάθε χώρο αντιπολίτευσης, αντιπαράθεσης, για να υποβαθμίσει την πολιτική δυναμική της χώρας σε θεσμικές διαμάχες.

Αυτό συνέβαινε μέσα σε χρόνια έκρηξης του πρωταγωνισμού μεγάλων κοινωνικών τμημάτων που βίωναν στον χώρο της καθημερινότητας το πως και πόσο η οργάνωση και οι αγώνες, εκτός των ορίων που επέβαλαν τα κόμματα και τα συνδικάτα, ήταν σε θέση να αντιπαρατεθούν και να εξουδετερώσουν την εκμετάλλευση, τoν μόχθο και το ραβδί των αφεντικών. Μέσα σε χρόνια συγκρούσεων στο δρόμο, στις πλατείες, εφευρετικότητα δημιουργό στόχων, εργαλείων αγώνων και οργανωμένων μορφών. Και κατακτήσεων, σε κάθε περιοχή της συνεργατικής διαβίωσης.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, η ιστορία ξετυλίγεται χρόνο με τον χρόνο. Οι εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, οι δομές βάσης του εργατικού κινήματος, οι πρώτες οργανώσεις και οι πρώτες ένοπλες ενέργειες, οι θεωρητικές αναφορές, οι εφημερίδες, τα έγγραφα, οι πρωταγωνιστές. Και η θέση στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού αγώνα που διέσχιζε την συζήτηση των κινημάτων. Και όχι μόνο εκείνων.

Για να περιγράψει το κλίμα εκείνων των ετών, ο Davide μας επισημαίνει μερικά επεισόδια που σήμερα θα ήταν αδύνατο ακόμη και να φανταστούμε. Όπως τη διακήρυξη-αυτοκαταγγελία μιας ομάδας διανοουμένων – από τον Giulio Argan και τον Paolo Mieli, μέχρι τον Sergio Saviane, τον Cesare Zavattini και άλλων – όσον αφορά το ξεκίνημα μιας έρευνας από τον εισαγγελέα του Τορίνο ενάντια σε αγωνιστές της Lotta Continua. Αυτά είναι τα λόγια τους: «Όταν οι πολίτες που κατηγορούνται από εσάς δηλώνουν ότι αν είναι αλήθεια ότι τα αφεντικά είναι κλέφτες είναι σωστό να πάμε να πάρουμε πίσω αυτό που έκλεψαν, το λέμε μαζί τους. Όταν αυτοί φωνάζουν ταξική πάλη, να οπλίσουμε τις μάζες, το φωνάζουμε μαζί τους … »   Για να επισημάνουμε πόσο η παρανομία και η ανατροπή, η εξέγερση είχαν εισέλθει πλήρως στο λεξιλόγιο του ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κόσμου, τόση μεγάλη ήταν η δύναμη και έλξη εκείνου του κινήματος το οποίο ανακοίνωνε την «επανάσταση που απέτυχε» για την οποία ο Davide μιλάει.

Σελίδες μετά από σελίδες και τα γεγονότα διασταυρώνονται με τη μνήμη, μερικές φορές σε αντίθεση, σχεδόν πάντα ως εκ νέου ανακάλυψη τόσο μεγάλης γενναιοδωρίας και πλούτου. Πολλές οι αναφορές και οι μαρτυρίες που αποδίδουν σώμα και αίμα στα γυμνά χρονικά των γεγονότων. Όπως και αυτό που μιλά για τον Martinο Zicchitella, που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια μιας δράσης το ’76, του οποίου παραμένει, σαν να ήταν χθες, η εικόνα του νεκρού σώματος στο έδαφος, το γεμάτο αίματα πρόσωπο, σχεδόν ποδοπατημένο από το μικρό πλήθος των αστυνομικών που έτρεξαν κοντά του. Γράφει γι αυτόν ο Giorgio Panizzari, μαχητής σύντροφος του στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες, Nuclei Armati Proletari, αναφερόμενος στην προηγούμενη φυλάκιση του Martinο, εκεί όπου είχε ωριμάσει και ανέπτυξε την πολιτική επιλογή του: «Μας ήρθαν νέα της βίαιης συμπεριφοράς στην οποίαν υποβάλλονταν, του έγραψα μια επιστολή στην οποία ζητούσα συγγνώμη για το ότι τον έβαλα στους Nap, και μου απάντησε ότι στη ζωή είχε χτίσει πολλά, αλλά το πιο όμορφο πράγμα ήταν αυτό που κάναμε. Μην ανησυχείς, μου έγραψε, έστω κι αν αυτοί με βασανίζουν, εγώ νιώθω καλά, οπότε δεν θα με απαλλοτριώσουν από τις αποφάσεις μου «.

Έτος 1978 και ο Davide σημειώνει: Βγαίνει ο δίσκος “Jazz” των Queen, η ταινία «Εγώ και η Annie» του Woody Allen κερδίζει το Όσκαρ και η Αργεντινή το παγκόσμιο πρωτάθλημα »μέσα στο σπίτι της». Στην Ιταλία η Juventus κερδίζει το scudetto και oι Matia Bazar το Sanremo με το τραγούδι «E dirsi ciao». Το κεφάλαιο κλείνει με το σκεπτικό πως αν το ’78 ήταν το έτος της πιο εντυπωσιακής δράσης στην ιστορία του ένοπλου αγώνα, τo ’79 θα είναι αυτό της μεγαλύτερης επέκτασής του. Και αυτή η παρατήρηση δεν θα ήταν δίχως νόημα αν στέκονταν μόνο στην ανάλυση της.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα, χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ακόλουθων γεγονότων, αναφέρεται στη σημείωση 18 που μεταφέρει ένα άρθρο του ιστολογίου του Paolo Persichetti, Insorgenze, με τίτλο Τι διάβαζε ένας ταξιαρχίτης τον σεπτέμβριο του 1978;   Cosa leggeva un brigatista nel settembre 1978?

Πέρα από κάθε πρόθεση διδασκαλική, για όσους ενδιαφέρονταν πραγματικά να κατανοήσουν, της ύπαρξης της ιστοριογραφικής μεθόδου ανάλυσης της τεράστιας υπάρχουσας τεκμηρίωσης με την οποίαν αποσυναρμολογούνται θρύλοι, φήμες, κλισέ κοινοί τόποι και καταρρέει ολόκληρη η διετρολογική-συνωμοσιολογική σκαλωσιά, η λεπτότης είναι η είδηση της ανεύρεσης και ενός βιβλίου της Kollantaj στη βάση της οδού Monte Nevoso. Τόσο για να μην σωθεί ούτε και η κριτική για machismo από το φεμινιστικό κίνημα, κριτική που επαναλαμβάνεται παρά το γεγονός ότι στις οργανώσεις του ένοπλου αγώνα η γυναικεία παρουσία ήταν μεγαλύτερη από οποιοδήποτε άλλο αριστερό πολιτικό σχηματισμό. Επιπλέον, ένα δείγμα του επαναστατικού εργατικού και φοιτητικού διεθνισμού, πολύτιμα εργαλεία για να καταλάβουμε έναν κόσμο που έβραζε ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές εξεγέρσεις, αντιστάσεις σε δικτατορικά καθεστώτα νεοφασιστικών διαδικασιών αποαποικιοκρατίας: ένας άλλος σοσιαλισμός φαινόταν ακόμα πιθανός!

Η κουλτούρα, οι πολιτικές και αξιακές πρακτικές του επαναστατικού κινήματος μπορούν να βρεθούν μέσα σε αυτή τη βιβλιογραφία, η ανάλυση της οποίας μπορεί να βοηθήσει στην εγκατάλειψη πολλών προκαταλήψεων αυτών που έχουν δημιουργήσει το δίκτυο μνήμης και που τους κάνουν να γράψουν, όπως και κάποιος σαν τον Gotor: » Αντικείμενα κοινά σε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων: όχι αρειανών, όπως κατέστησαν σιγά σιγά στην στρεβλή και επιφυλακτική μνήμη των συντρόφων τους, καθώς σιγά σιγά αυτοί χωρίζονταν από την ανθρώπινη και πολιτική εμπειρία που τους άγγιζε χωρίς να τους κατακλύσει. Περισσότερο από τις προθέσεις, συχνά σώθηκαν από καθαρή τύχη «.

Επίσης κείμενα για τον κόσμο της «νέας» τηλεόρασης των αφεντικών και των πολυεθνικών, όταν ο όρος παγκοσμιοποίηση ήταν ακόμα άγνωστος. Αλλά δεν υπήρχε «Η προέλευση της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους» του Ένγκελς, που ο Marco Bellocchio, Μάρκο Μπελόκιο βάζει σε κοινή θέα σε μια από τις πιο γελοίες σκηνές της ταινίας του ‘Καλημέρα νύχτα’, ‘Buongiorno notte’, στην οποία ζωγραφίζει τους ενοίκους της «φυλακής του λαού» σαν φρενιασμένους που μιλάν σαν να ουρλιάζουν συνθήματα. Είμαστε σε κατάσταση επείγουσας ανησυχίας αναμένοντας την καλλιτεχνική ελευθερία την οποίαν ο απερίγραπτος πρώην μαοϊκός σκηνοθέτης (που δεν είναι πλέον οπαδός του περίφημου κινέζικου κανόνα σύμφωνα με τον οποίο έχουν δικαίωμα λόγου μόνο όσοι έχουν κάνει έρευνα) θα χορηγήσει στον εαυτό του για το επόμενο έργο που ανακοινώθηκε για την επέτειο των σαράντα χρόνων του ’78!
Αλλά υπάρχουν και άλλα: αναλύοντας τις βιογραφίες των αγωνιστών μπορεί κανείς να διαψεύσει με βεβαιότητα την διαδεδομένη άποψη πως είχαν ενταχτεί ή πως προέρχονταν από την πολιτιστική κληρονομιά αυτών που αποχώρησαν από την FGCI [κομουνιστική νεολαία] της Emilia ή από εκείνη την μισο καθολική της σχολής κοινωνιολογίας του Trento. Από την «οικογενειακή φωτογραφία» μπορούμε να αναγνωρίσουμε την φυσιογνωμία πρωτοποριών εργοστασίων του Μιλάνο, του Τορίνο και της Γένοβας. Πρώην αγωνιστών των διαλυμένων εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ή από το κίνημα του ’77. Τμήματα βενετικής αυτονομίας, ιδιαίτερα του Porto Marghera. Πρώην συμμετεχόντων σε διαλυμένες ένοπλες ομάδες. Συνιστώσες της ναπολιτάνικης κοινωνικής πραγματικότητας και των αστικών προαστίων. Μέχρι τους σχηματισμούς των περιοχών της επαρχίας.
Η ταινία των αναμνήσεων εξακολουθεί να τρέχει. Επίθεση στην έδρα της περιφερειακής επιτροπής της DC, στην κεντρική πλατεία Piazza Nicosia, σε απόσταση αναπνοής από τα κυριότερα κτίρια της εξουσίας. Το κτίριο καταλαμβάνεται, οι παρόντες ακινητοποιούνται, αρχεία και έγγραφα αφαιρούνται. Έξω, μια αστυνομική περιπολία της αστυνομίας που κατέφθασε στον τόπο εξουδετερώνεται, με τον θάνατο δύο από τους τρεις αστυνομικούς. Πολύ σύνθετη δράση, για τον αριθμό των συμμετεχόντων, για το μέγεθος του χώρου και τη θέση του σε μια πολύ στρατιωτικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, στη διετρολογική ταξινόμηση του «δεν μπορεί να έχουν κάνει τα πάντα από μόνοι τους», δεν υπερβαίνει την επίθεση της via Fani.
Και ακόμη. Όπως συνέβη ήδη για την κηδεία του Walter Alasia («οι σύντροφοι της Magneti, που ήταν πολλοί και εμείς της Breda τοποθετηθήκαμε σε δύο φτερά: ο καθένας είχε το κόκκινο γαρύφαλλο του, οι γροθιές υψώθηκαν και τραγουδήσαμε την Διεθνή, l’Internazionale «), το φέρετρο της Barbara Azzaroni, μαχήτριας της Prima Linea που σκοτώθηκε μαζί με τον Matteo Caggegi σε ανταλλαγή πυρών, χαιρετίζεται από ένα επιβλητικό πλήθος συντρόφων, κλειστές γροθιές και κόκκινες σημαίες. Σημάδια των καιρών προκειμένου να αποκηρύξουμε τόσα ψέμματα, τόσα παραμύθια.

Χρόνια ’80. Ενώ η διεθνής κατάσταση αλλάζει ριζικά, στο Τορίνο η Fiat ανακοινώνει 15.000 απολύσεις και 23.000 cassa integrati. Είναι η αντεπίθεση των αφεντικών, η αποφασιστική ώθηση στη βιομηχανική αναδιάρθρωση σύμφωνα με την παραγωγική δομή της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων. [Cassa integrazione:Ταμείο συμπλήρωμα: παρέχει αποζημίωση ως αμοιβή σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασίας υπέρ των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που υφίστανται βιομηχανική κρίση σε περίπτωση αναστολής ή μείωσης της εργασιακής δραστηριότητας.]

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ήταν απαραίτητο να εξαλειφθούν οριστικά οι ανταγωνιστικές συμπεριφορές και οι πρωτοπορίες που μέχρι τότε εμπόδισαν τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής και των εργασιακών δραστηριοτήτων. Η «πορεία των 40 χιλιάδων λευκών κολάρων» κλείνει την μανούβρα τανάλιας και σηματοδοτεί την «παρακμή των εργατικών αγώνων και το τέλος μιας εποχής».

Ο Giorgio Cremaschi σχολίασε ότι εκείνη η περίπτωση «άλλαξε την ιστορία του ιταλικού καπιταλισμού θέτοντας τα θεμέλια για όλα εκείνα που θα συνέβαιναν τα επόμενα 30 χρόνια». Συμπεριλαμβανομένης της κρίσης των ένοπλων ομάδων, των διασπάσεων, των προδοσιών, των αποτυχημένων προσπαθειών αναδιοργάνωσης. Συμπεριλαμβανομένης της παρακμής της στρατηγικής που οι εΤ είχαν συλλάβει και ανέπτυξαν περί της κεντρικότητας ενός επαναστατικού υποκειμένου ικανού να τεθεί στο ύψος των περιστάσεων όσον αφορά στο ζήτημα της εξουσίας και της επανένωσης όλων των άλλων προλεταριακών πρωταγωνιστών μορφών αυτής της μακράς εποχής ριζοσπαστικών αγώνων: την εργατική τάξη των μεγάλων εργοστασίων. Τα χρόνια της ήττας, στο ύψος της απόπειρας, της προσπάθειας που έγινε.

Με αυτό ασχολείται το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου που, αφού πέρασα πολλά χρόνια να σκέφτομαι περί αυτού, αφήνω πρόθυμα στον προσεκτικό αναγνώστη.
Στη μνήμη του μέλλοντος, το απόσπασμα του Samuel Beckett από το Maelstrom, που γράφτηκε από τον Salvatore Ricciardi: «Πάντα προσπάθησα. Πάντα απέτυχα. Μην συζητάς. Δοκιμάστε ξανά. Θα αποτύχεις ξανά. Θα αποτύχεις καλύτερα. »

Επειδή μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να πέσουν θα είναι σε θέση να σηκωθούν.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της συντακτικής ομάδας του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA