ένοπλη πάλη · ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle · Uncategorized

Η Λεγεώνα Των Ψυχών

 Η Λεγεώνα των Ψυχών είναι επαναστατική οργάνωση.

Λεγεώνα Των ΨυχώνΣκοπός της δεν είναι να ανατρέψει το υπάρχον ολοκληρωτικό καθεστώς, αλλά να πείσει τους πολίτες που έχουν χάσει κάθε ελπίδα ευτυχούς διαβίωσης και επιβίωσης ότι μπορούν, αυτοί οι ίδιοι, να το καταστρέψουν.

Η Λεγεώνα των Ψυχών είναι τρομοκρατική οργάνωση.

Κατεδαφίζει κτίρια, ληστεύει τράπεζες, καταστρέφει την κρατική υπηρεσία προσωπικών δεδομένων, βάφει κόκκινο το κοινοβούλιο και, όταν δεν μπορεί να το αποφύγει, σκοτώνει.

Η Λεγεώνα των Ψυχών είναι μια ομάδα εφήβων.

Έντεκα ιδιαίτερα ταλαντούχοι έφηβοι, ιδιοφυείς ίσως, που προέρχονται από κάθε κοινωνική τάξη. Μετανάστες, τσιγγάνοι, μικροαστοί και μεγαλοαστοί, όλοι απόβλητοι και αποφασισμένοι. Αποφασισμένοι να αποδείξουν ότι πάντα υπάρχει μια εναλλακτική λύση, καλύτερη από την «καλύτερη δυνατή κοινωνία».

Η Λεγεώνα των Ψυχών είναι το δημιούργημα του Δασκάλου.

Ενός ανθρώπου που γνώρισε την κοινωνική αναγέννηση – καθώς και τον πρόωρο θάνατο – της δεκαετίας του εξήντα. Που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, έζησε στο δάσος, στην έρημο και στη θάλασσα – με ανθρώπους που κατείχαν μόνο όσα είχαν ανάγκη – και βίωσε την αδυναμία τους να αντιδράσουν στην αυτάρεσκη λαίλαπα του δυτικού πολιτισμού.

Η Λεγεώνα των Ψυχών είναι ένα μυθιστόρημα.

Ένα μυθιστόρημα για μια όχι και τόσο μακρινή δυστοπία. Για έναν διόλου θαυμαστό και διόλου καινούριο κόσμο όπου οι άνθρωποι έχουν πάψει να ελπίζουν, να ονειρεύονται και να πιστεύουν.

Η Λεγεώνα των Ψυχών είναι μια ιστορία πίστης.

Της πίστης ότι όλα είναι δυνατά, αρκεί να παλέψεις γι’ αυτά. Της βεβαιότητας ότι τίποτα δεν αλλάζει, αν δεν το αλλάξεις μόνος σου.

Η Λεγεώνα των Ψυχών είναι ο προπομπός του κόσμου που έρχεται.

Τρέχοντας – κι ας κουτσαίνει.

Λεγεώνα Των Ψυχών

ένοπλη πάλη

Πρώτη Γραμμή, η ταινία

εκδήλωση

laprimalineakeimeno

πρίμα λίνεα

bannercopertina-miccia-corta-new

copertina-unavita

la-prima-linea-locandina

damico1973-mirafiori02

phoca_thumb_m_anni 70 - manifestazione femminista

anni 70 -ragazza tra carabinieri

phoca_thumb_m_77

phoca_thumb_m_damico1974-frankfurt2

phoca_thumb_m_damico1976-libano01

anni70 scontri

phoca_thumb_m_anni 70 - manifestazione

phoca_thumb_m_anni 70 manif

“La Prima Linea”, η ταινία που θα ήθελε να θάψει τα χρόνια 70 κάτω από την ενοχή

primalinea“La Prima Linea”, il film che vorrebbe seppellire gli anni 70 sotto il senso di colpa
Posted on novembre 13, 2009
Insorgenze
“La Prima Linea”, η ταινία που θα ήθελε να θάψει τα χρόνια 70 κάτω από την ενοχή

Η ταινία που γύρισε ο Renato De Maria του οποίου δεν είχαμε την ανάγκη προτείνει το αίσθημα ενοχής σαν κλειδί ανάγνωσης των χρόνων 70. Ο Sergio Segio ακόμη μια φορά διαχωρίζει τη θέση του [όπως πάντα σύμφωνα με το στυλ του] από την ταινία που ο ίδιος ενέπνευσε με την άνοστη αυτάρεσκη ελεγεία με σάλτσα από D’ Αnnunzio που βρίσκεται στο Miccia corta.

Με ένα στυλ που κάποιες στιγμές προσπαθεί να μιμηθεί την μόδα gauchiste του noir, ο Segio διηγείται με μορφή εποποιίας την απόδραση που οργάνωσε, στις 3 ιανουαρίου του 1982, από τη φυλακή της Rovigo. Στην πραγματικότητα το φιλμ είναι ένα pastiche διαφορετικών ειδών : ξεκινάει με μια μακρά εισαγωγή ‘προφύλαξης’ [ δεν ξέρεις ποτέ, να μην εξοργίσουμε και τον δικαστή επιτήρησης ], στην οποία ο αναγνώστης προειδοποιείται και αισθάνεται τα γεγονότα που μας διηγείται δεν συνεπάγονται το ταξίδι που στη συνέχεια ακολούθησε ο πρωταγωνιστής, μετανιωμένος ευρέως για τα προηγούμενα κατορθώματά του. Αφού λοιπόν μας παρουσιάζει την προηγούμενη μετάνοιά του, ο συγγραφέας επιτέλους ξεκινά την περιπέτεια της διήγησης της επίθεσης στους τοίχους της της φυλακής.
Επεισόδιο που διηγείται, τουλάχιστον αυτή είναι η πρόθεση, με την οπτική αυτού που θα ήθελε να αναπαράξει λέξεις, συναισθήματα, συγκινήσεις της εποχής. Εκείνες τις αυθεντικές και ακέραιες, όχι αυτές που φιλτράρονται και παραμορφώνονται από την μνήμη. Στην πραγματικότητα, το λογοτεχνικό κατασκεύασμα που αναζητείται δεν βγαίνει, δεν τα καταφέρνει. Στην αλληλουχία της ημέρας παρενθέτονται,παρεμβάλλονται μακρά και βαρετά ιντερλούδια που καταντούν πραγματικά excursus πάνω στη γέννηση και την ιστορία της Πρώτης Γραμμής, που προτείνει ο αφηγητής μαζί με άλλες σκέψεις και εκτιμήσεις που κυμαίνονται στον χρόνο με μια άσχημη απόκρυψη εκ των υστέρων [; !] της συνέχειας που παρουσιάζεται σαν προηγούμενη προνοητικότητα. Όπου πάντα στο μεταξύ εάν κάποιος είχε παρεξηγήσει τις προθέσεις μιας διήγησης γύρω από την απόδραση αρκετά ευχάριστης, ή για την σχολαστική και επίμονη αναφορά μεγάλων αποσπασμάτων πάνω στον οπλισμό, τα διάφορα διαμετρήματα καλά λαδωμένα, τα χαρακτηριστικά τους, οι πιθανές χρήσεις που συνιστώνται [ που αποκαλύπτουν τον σταλινικό ultra μιλιταρισμό αυτού του χαρακτήρα που δεν έχασε την ευκαιρία να δικάσει και να σκοτώσει σύντροφο του, τον William Vaccher, που κατηγορήθηκε πως είχε κάνει κάποιες ομολογίες στους καραμπινιέρους], καθώς και τις αναφορές στα είδη σαμπάνιας και στα μοδάτα εστιατόρια που μοιάζουν να προκαταβάλουν τα χρόνια της Μιλάνο που έρχεται. Ο τόμος ολοκληρώνεται με μια σειρά από γράμματα και άρθρα που περιγράφουν την πολιτική διαδρομή που ακολούθησε την σύλληψη, για να θυμίσουν την φυλακισμένη εμπειρία που οδηγεί στη δημιουργία των ‘ομοιογενών περιοχών’, στη διαφοροποιημένη κρίση που αφορά στο παρελθόν, σε εκείνη την autocritica degli altri, την ‘αυτοκριτική των άλλων’, 233_a1 που πήρε το όνομα της«dissociazione della lotta armata», ‘διάστασης του ένοπλου αγώνα’. Παρά το ότι, σε εκείνο το 1982, στον Segio είχε ωριμάσει η πεποίθηση της αποτυχίας της ένοπλης πάλης, λέγει πως νιώθει να οδηγείται από μια αναπόφευκτη μοίρα : ‘δεν υπάρχει σωτηρία δυνατή για αυτόν που ονειρεύτηκε ν’ αλλάξει τον κόσμο’. Ανακυκλώνοντας μια εντυπωσιακή σειρά από αδέξιες αναμαλλιασμένες παραθέσεις, δίνει άδικο σε εκείνη τη γενιά που του στάθηκε δίπλα στον αγώνα, στο πλευρό του, και που την σέρνει στην ‘κατηγορία αυτών ου είναι καταδικασμένοι στην ήττα, που δεν διαλέγουν την εξορία αλλά να προχωρήσουν μέχρι τέλους, πληρώνοντας αυτό που χρειάζεται να πληρώσουν για το όνειρο που για μεγάλο διάστημα καλλιέργησαν’.
Σαν να βυθίζεται στην απαγγελία μιας κουρασμένης κόπιας από D’Annunzio, απεικονίζει τον εαυτό του και τους συντρόφους του τυλιγμένοι σε ατμόσφαιρα μαχητικού αισθητισμού, ‘ψυχές ικανές τρυφερότητας’ που διαλέγουν ‘να πεθάνουν όχι απ’ την αργή αιμορραγία της καθημερινότητας αλλά με βιασύνη, δίχως ημίμετρα, σαν λαμπάδες αναμμένες και από τις δύο πλευρές […] όχι από αρρώστια σωματική αλλά εκείνη της συνέπειας, από αγιάτρευτη πληγή της ψυχής’. Οπλισμένοι ποιητές, αναμαλλιασμένος στρατός, φυλή της ‘άγριας συμμορίας’ [του Sam Peckinpah ,« Tutti sogniamo di tornare bambini, anche i peggiori di noi. Forse i peggiori lo sognano più di tutti. »
(Don Jose), όλοι ονειρευόμαστε να γυρίσουμε μωρά, ακόμα και οι χειρότεροι από εμάς. Ίσως οι χειρότεροι να το ονειρεύονται περισσότερο.], 280px-Ilmucchioselvaggioμυθιστορήματα sturm und drang του δικού μας εξήντα επτά, ανυπόμονοι ονειροπόλοι, μύστες του carpe diem. ‘Οι ψυχές μας είναι αιώνιες και μας αποζημιώνουν για όλα’, εκείνοι του παρόλα αυτά, μαραμένα λουλούδια περισσότερο παρά λουλούδια του κακού, καταραμένοι χαμένοι αλλά εξαγορασμένοι που τα κατάφεραν. Οι λέξεις παίρνουν φωτιά βλέποντας ξανά την ποίηση της χειρονομίας, το μέτρημα της πρόθεσης που φέρνει σε ένα ηρωικό ‘βάδισμα προς τον καλό θάνατο’ μνήμης από Σαλό. Στα μισά από μίμηση του Marinetti και εκείνη του Vittoriale, δεν λείπει ούτε το ευτυχές χολυγουντιανό τέλος που καταδικάζει τους πρωταγωνιστές να ζήσουν επιτέλους ευχαριστημένοι και μετανιωμένοι. Πέρα από όλα αυτά, το βιβλίο μια χρησιμότητα την διατηρεί έτσι κι αλλιώς, μιας και μας δίνει την ευκαιρία να αντιληφθούμε καλύτερα την διεφθαρμένη οικειότητα της διάστασης και των πρωταγωνιστές της τους πλέον εξέχοντες, τις κρυφές πτυχές της, κάποια εχθρότητα, πολύ ψεύτικη συνείδηση. Υποδειγματική η αφρώδης δυσαρέσκεια προς εκείνους τους αγωνιστές που άσκησαν από πάντα κριτική προς το μοντέλο διάσταση. Ίσως να είναι η πρώτη φορά που ένας απ’ τους μεγαλύτερους εκφραστές εκείνου του κινήματος-θεσμού, που υπήρξε ακριβώς η διάσταση του ένοπλου αγώνα, αντιμετωπίζει ανοικτά προσπάθεια ανασύνθεσης εκείνης της διαδρομής. Η προσπάθεια υπήρξε. Η ανοικοδόμηση λιγότερο. Η ιστορία μπορεί να περιμένει. Από την ταινία, με την ρητορική της πάνω στη χαμένη γενιά, θα μπορούσαν να μας έχουν γλιτώσει.

ένοπλη πάλη

Χρήστος Κασίμης: Ο πρώτος νεκρός αντάρτης πόλης στην Ελλάδα

Η ιστορία και η «Ιστορία»  που το κράτος θέλει να θυμόμαστε αλλιώς.

Της Κατερίνας Δήμα

ελα

Το κράτος δεν μιλάει ποτέ για «ένοπλο αγώνα» αλλά για τρομοκρατία. Εάν μιλούσε για «ένοπλο αγώνα» θα σήμαινε ότι αναγνωρίζει τους περιορισμούς του τα ηθικά του ελείμματα και ότι τιμά τους επικριτές του σαν ίσους αντιπάλους, κάτι αδιανόητο για έναν κατασταλτικό μηχανισμό που απλά διαιωνίζει τον εαυτό του με σκοπό των έλεγχο των πολλών από τους λίγους.

Γι’ αυτό στους ένοπλους αγωνιστές, και στη διήγηση της ζωής και της δράσης τους δεν ταιριάζει η συναισθηματική γλώσσα, αυτή που εγείρει το θυμικό και τους δίνει βορά  στην αρένα του θεάματος. Ο λυρισμός που τους αναλογεί και τους χαρακτηρίζει, είναι η ίδια τους η ύπαρξη η αυταπάρνηση με την οποία έδωσαν τη ζωή τους για τις ιδέες τους, η αφοσίωση και το θάρρος που στρατεύτηκαν σε ένα όραμα που λίγοι τότε, και ακόμα λιγότεροι σήμερα, είναι έτοιμοι να καταλάβουν και να δεχτούν.

Στις 20 Οκτώβρη του 1977, το ιδρυτικό μέλος του ΕΛΑ Χρήστος Κασίμης, πέφτει τραυματισμένος στο κεφάλι από αστυνομικούς, σε συμπλοκή, στου Ρέντη, έξω από το εργοστάσιο της AEG. Ο Κασίμης και τρεις ακόμα σύντροφοί του, έχουν επιχειρήσει να τοποθετήσουν εκρηκτικά, στην εταιρεία γερμανικών συμφερόντων με σκοπό να ανατινάξουν τις εγκαταστάσεις της σε μία κίνηση έμπρακτης διαμαρτυρίας για τις υποτιθέμενες αυτοκτονίες των στελεχών της RAF:  στα λευκά κελιά τους το ίδιο διάστημα είχαν βρεθεί «αυτοκτονημένοι» στις γερμανικές φυλακές του Stammheim οι αγωνιστές τής «Φράξιας Κόκκινος Στρατός»  Andreas Baader, Gudrun Ensslin και Jan Carl Raspe. Ο Baader «αυτοκτόνησε» από σφαίρα πιστολιού στον αυχένα, η Ensslin βρέθηκε κρεμασμένη με ηλεκτρικό σύρμα, και ο Raspe βρέθηκε ετοιμοθάνατος στο κελί, χτυπημένος στο κεφάλι και πέθανε την επόμενη στο νοσοκομείο. Η Irmgard Möller μία τέταρτη αγωνίστρια, επέζησε παρά τα βαρύτατα τραύματα από τέσσερις μαχαιριές στο στήθος, ή οποία μάλιστα σε μεταγενέστερο χρόνο επισκέφτηκε την Ελλάδα και μίλησε για όλα αυτά.

Με την συμπλοκή στου Ρέντη αλλά και τη βόμβα που χτυπάει το γερμανικό προξενείο της Πάτρας, καθώς και το γερμανικό προξενείο στο Ηράκλειο της Κρήτης, ένα μπαράζ επιθέσεων και διαδηλώσεων εξαπλώνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Μεγάλες διαδηλώσεις σημειώνονται σε πολλές πόλεις της Γαλλίας και της Ιταλίας, ενώ βόμβες εκρήγνυνται στο γερμανικό προξενείο της Μαδρίτης, στα προξενεία του ‘Αμστερνταμ και Μάαστγκιχτ, επιθέσεις γίνονται σε εγκαταστάσεις των γερμανικών εταιρειών AEG και Telefunken Γένοβας Μιλάνου, ενώ βόμβα σκάει σε γραφείο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στο Βερολίνο, σε ενέργεια κατά την οποία και δέχεται πυροβολισμούς αστυνομικός σταθμός από μέλη της RAF που δεν είχαν συλληφθεί.

Την ίδια μέρα, στις 21 Οκτώβρη, στην Ελλάδα, και μία μέρα μετά τη συμπλοκή στου Ρέντη ο Χρήστος Κασίμης, με διαμπερές τραύμα από σφαίρα στο κεφάλι, πεθαίνει. Η επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας λέει ότι δολοφονήθηκε από τους συντρόφους του, γεγονός που οδηγεί στη σύλληψη του Γιάννη Σερίφη. (Η περίπτωση του Γιάννη Σερίφη, όπως έχει γραφτεί γι’ αυτόν, είναι μοναδική: Δεν πρόκειται για «συνήθη ύποπτο», αλλά για «αθώο με αναστολή». Μόλις απαλλάσσεται από κάποια κατηγορία, αμέσως μετά κατασκευάζεται μια νέα για να του ασκηθεί δίωξη.)

Σε κλίμα κρατικής τρομοκρατίας εκείνες τις μέρες, όπου ό,τι κινείται συλλαμβάνεται, ο αδελφός του Μιχάλης Κασίμης, σύρεται σε μετέπειτα δίκες με κατηγορίες για συμμετοχή στον ΕΛΑ, σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά του Ραφτόπουλου της ΓΣΕΕ, κ.α.  απ’ όπου αθωώνεται με ομόφωνες αποφάσεις.

Σιτς 23 Οκτώβρη προφυλακίζονται ο Νικόλας Άσιμος και πέντε εκδότες για τη συμμετοχή τους στις συγκεντρώσεις και πορείες των αναρχικών που ακολούθησαν τα γεγονότα της AEG και τη δολοφονία του Κασίμη, ενώ το ενδιαφέρον είναι ότι την ίδια μέρα το κράτος της «αστικής δημοκρατίας», με συνέπεια και συνέχεια στις φασιστικές πρακτικές, αποφυλακίζει μετά από κράτηση μόλις δεκαοκτώ μηνών, το βασανιστή  της χούντας Μπάμπαλη (ο οποίος και εκτελείται στις 31 Ιανουαρίου του 1979 από την οργάνωση  «Ιούνης ’78»).

Στις 24 Οκτώβρη δημοσιεύεται προκήρυξη από την «Ε.Ο. ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΣΙΜΗΣ»,  με λεπτομερείς αναφορές για τις ενέργειες των μελών του ΕΛΑ, σχετικά με την επιχείρηση ανατίναξης της AEG, καθώς και την αλήθεια για τις συνθήκες της δολοφονίας του Χρήστου Κασίμη από αστυνομικούς με πολιτικά. Λίγες μέρες μετά διοχετεύονται από τους συντρόφους του φάκελοι με έγγραφα και χαρτιά του Κασίμη στους δικηγόρους της οικογένειας, με αναγραφόμενες υποδείξεις ότι προορίζονται για τη γυναίκα του, και για ενημέρωση του πατέρα του.

Ο Χρήστος Κασίμης υπήρξε επίσης από τα βασικά στελέχη της «20ης Οκτώβρη»  (αντιδικτατορική οργάνωση) με την οποία διαφώνησε για την παύση του ένοπολου μετά την πτώση της χούντας και συνέχισε τη δράση συγκροτώντας μαζί με άλλους τον ΕΛΑ, την μαζικότερη ένοπλη οργάνωση στην Ελλάδα, με εκατοντάδες δράσεις στο ενεργητικό της,

Υπήρξε ακόμη πρωτεργάτης στην έκδοση του περιοδικού «Αντιπληροφόρηση»  (1975-1982). Αντίθετα με την εικόνα που προσπαθούσε να δημιουργήσει το κράτος για ένα «περιοδικό τρομοκρατικής οργάνωσης», όπως φαίνεται και από τη δικογραφία του ΕΛΑ, το μεγαλύτερο μέρος της ύλης του ήταν καθαρά δημοσιογραφικό με προσανατολισμό σε εργατικές κινητοποιήσεις, αναδημοσιεύσεις ανακοινώσεων, προκηρύξεων και δραστηριοτήτων εργατικών σωματείων.

Στην κηδεία του Χρήστου Κασίμη, που έγινε στο νεκροταφείο Χαλανδρίου μεταξύ συγγενών και φίλων οι σύντροφοί του τον αποχαιρετούν με σφιγμένες γροθιές και συνθήματα: «Θα εκδικηθούμε»,  «Το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει»,  ενώ η γυναίκα του Αλεξάνδρα Κασίμη λέει μεταξύ άλλων στον αποχαιρετισμό της: «Η κόρη μου και εγώ σ΄ευχαριστούμε για τον αγώνα σου. Ξέρω οι λαϊκοί αγωνιστές δεν χάνονται. Έχω εμπιστοσύνη στους συντρόφους σου και τους ευχαριστώ»…

ελα 1

«Ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη, είναι αγώνας της ελευθερίας ενάντια στην εξουσία».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΣΙΜΗΣ – ΑΘΑΝΑΤΟΣ

https://wordpress.com/read/post/feed/36392649/840841801

στον μεγάλο αγωνιστή από κλέοβη:

Ανέβηκε στις 26 Απρ 2010

This is the theme song of the film «Dead Man» by Jim Jarmusch, composed and performed solo by Neil Young.

ένοπλη πάλη

21/10/1977: Πεθαίνει ο Χρήστος Κασίμης. Ο πρώτος δολοφονημένος αντάρτης πόλης

«O Χρήστος Κασίμης δεν ήταν από εκείνους που έπαιρναν το λόγο και προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν το ακροατήριό τους.

 f_kasim

Oυδέποτε μιλούσε για την πλούσια αντιστασιακή του δράση, ως ένα από τα στελέχη της οργάνωσης «20 Oκτώβρη».  Hταν ένας σεμνός άνθρωπος, ένας ακέραιος αγωνιστής, που η ικανότητά του ήταν να κινητοποιεί τη σκέψη των ανθρώπων γύρω του, επίμονος και ακούραστος, πραγματικό παράδειγμα προς μίμηση. Eνας χαρισματικός άνθρωπος που τιμούσε την ιδιότητα του κομμουνιστή».

Χρήστος Τσιγαρίδας – Εφετείο ΕΛΑ 21/10/2009

Του Γ. Γ

Ξημέρωνε 20 Οκτώβρη 1977. Τέσσερις αντάρτες πόλης του Ενοπλου Λαϊκού Αγώνα προσπαθούν να τοποθετήσουν εκρηκτικούς μηχανισμούς σε Γερμανική επιχείρηση, στο εργοστάσιο της AEG στου Ρέντη σαν ένδειξη διαμαρτυρίας για τη δολοφονία μαχητών της RAF από το Γερμανικό κράτος. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, εντοπίζονται από μπάτσους και ακολουθεί σφοδρή μάχη. Τραυματίζεται από σφαίρα σοβαρά στο κεφάλι το ιδρυτικό μέλος του ΕΛΑ Χρήστος Κασίμης καθώς και δυο μπάτσοι (Στεργίου και Πλέσσας).

Την επομένη 21/10 η σφαίρα που δέχτηκε ο Χ. Κασίμης αποδεικνύεται θανατηφόρα και ο αντάρτης πόλεων αφήνει την τελευταία του πνοή.
Σε δυο μέρες γίνεται η κηδεία του με την νεκρώσιμη πομπή προς το νεκροταφείο στο Χαλάνδρι να μετατρέπεται σε διαδήλωση. Χιλιάδες κόσμου με σφιγμένες γροθιές και συνθήματα όπως «ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα», «το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει», συνοδεύουν τον αγωνιστή στην τελευταία του κατοικία  με την γυναίκα του Αλεξάνδρα Κασίμη να τον αποχαιρετά: «Η κόρη μας και εγώ σ΄ ευχαριστούμε για τον αγώνα σου. Ξέρω οι λαϊκοί αγωνιστές δεν χάνονται. Έχω εμπιστοσύνη στους συντρόφους σου και τους ευχαριστώ»…

Ο Χ. Κασίμης ήταν ο πρώτος αντάρτης πόλης του ΕΛΑ, που έπεσε νεκρός, με δεύτερο τον Χρήστο Τσουτσουβή.

Ο Ενοπλος Λαϊκός Αγώνας ήταν μια οργάνωση που έδρασε για μια εικοσαετία. Εχει αναλάβει την ευθύνη για περίπου 450 βομβιστικές ενέργειες, ενώ η μαζικότητα του καθώς και η έντυπη δραστηριότητά του είναι πρωτοφανή για τα μεταπολιτευτικά χρονικά.
Υπολογίζεται ότι εκατοντάδες άτομα πέρασαν απ’ τις γραμμές του, ενώ το περιοδικό του «Αντιπληροφόρηση», το οποίο κυκλοφόρησε από το Μάη του 1975 μέχρι το Φλεβάρη του 1982, σε 44 τεύχη, και στα οποία βρίσκουμε μια πλούσια καταγραφή των εργατικών και νεολαιίστικων κινητοποιήσεων των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, διαβάστηκε από δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες.

Εν κατακλείδι:

Ο Χρήστος Κασίμης ήταν έναν αγωνιστής που έπεσε μαχόμενος στον αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση. Ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας ήταν μια οργάνωση με δράση στην υπηρεσία της εργατικής τάξης και του λαού.
(Η εκτίμηση της ορθότητας των τακτικών επιλογών του και του πολιτικού του σκεπτικού, δεν αφορά το κράτος και τους μηχανισμούς του, αλλά το επαναστατικό κίνημα και τις διαδικασίες συζήτησης στο εσωτερικό του). 

Βαθύ κόκκινο

Lefteria:

18 Οκτώβρη 1977

To απόγευμα πραγματοποιείται από εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις διαδήλωση διαμαρτυρίας για τις δολοφονίες των γερμανών επαναστατών της RAF Α. Μπάαντερ, Γ. Ενσλιν και Γ.Κ. Ράσπε. Oι διαδηλωτές από την Ακαδημίας κατευθύνονται προς το Υπ. Εξωτερικών και τη Βουλή. Στο ύψος της οδού Ομήρου αστυνομικοί ανακόπτουν τους διαδηλωτές και ακολουθούν μικροσυμπλοκές και σπασίματα βιτρινών.
Αργότερα, όταν οι διαλυμένοι διαδηλωτές ξανασυγκεντρώνονται στο Πολυτεχνείο ακολουθεί νέα επίθεση των κρανοφόρων και συλλήψεις. Μικρές ομάδες διαδηλωτών γυρίζουν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα και οι κρανοφόροι τρέχουν να τους διαλύσουν. Από τους αναρχικούς συλλαμβάνονται οι Χ. Κωνσταντινίδης, Μ. Σύρπος, Π. Ματζουράνης, Σ. Παναγιωτίδου κι άλλα δύο άτομα στην Ακαδημίας…

19.10.1977

Νέα συγκέντρωση αναρχικών στο Πολυτεχνείο. Οι διαδηλωτές πηγαίνουν στα Προπύλαια και συγκροτούν πορεία στην Πανεπιστημίου. Κρανοφόροι επιτίθενται και διαλύουν την πορεία. Ακολουθεί «κρυφτούλι» των διαδηλωτών με τους κρανοφόρους στο κέντρο της Αθήνας…
Στην διάρκεια του κυνηγητού χρησιμοποιούνται πέτρες, μολότωφ και καταστρέφονται βιτρίνες. Συλλαμβάνεται η Σ. Λαγκαδινού…

– Συγκέντρωση ενάντια στις δολοφονίες των αγωνιστών της RAF γίνεται και στη Θεσσαλονίκη και πραγματοποιείται πορεία στο δυτικογερμανικό προξενείο. Κρανοφόροι και χωροφύλακες επιτίθενται…
Ακολουθεί πανδαιμόνιο και διακόπτεται η κυκλοφορία στην Εγνατίας. Το βράδυ ανακοινώνονται 13 συλλήψεις…

20.10.1977

Μάχη τα ξημερώματα ανάμεσα σε αστυνομικούς και ενόπλους έξω από τη λαχαναγορά του Ρέντη και κοντά στο εργοστάσιο της AEG. Τραυματίζεται βαριά στο κεφάλι ένας από τους ενόπλους, ο Χρήστος Κασίμης, και με διαμπερή τραύματα δύο αστυνομικοί, οι Στεργίου και Πλέσσας. Στον τόπο της σύγκρουσης βρίσκεται αυτοκίνητο με βόμβες. Αστυνομικοί «χτενίζουν» τη γύρω περιοχή για να βρουν τους άλλους ενόπλους.

21.10.1977

Πεθαίνει ο Χρήστος Κασίμης. Ο αρχιμπάτσος Καραθανάσης δηλώνει ότι ο Κασίμης ανήκε στην εξτρεμιστική αριστερά και λανσάρει την εκδοχή ότι δολοφονήθηκε από τους συντρόφους του… Από την αστυνομία ανακοινώνεται ότι γίνονται έρευνες για διεθνές κλιμάκιο αναρχικών τρομοκρατών στην Ελλάδα…

– Το ίδιο βράδυ τοποθετούνται βόμβες και γράφονται συνθήματα στο στρατιωτικό γερμανικό νεκροταφείο στο Διόνυσο: «1944:Αντάρτες ΕΛΑΣ 1977:Αντάρτες πόλης» «Βία στη βία του κράτους».

– Η Ασφάλεια με βάση εντολή της Εισαγγελίας αρχίζει έρευνες για να εντοπίσει τους ηθικούς αυτουργούς των επεισοδίων στις 18 και 19/10 στους δρόμους της Αθήνας.

22.10.1977 Δικάζονται οι συλληφθέντες στις διαδηλώσεις, 6 άτομα στην Αθήνα και 13 στην Θεσσαλονίκη…

– Σε εκτεταμένες έρευνες της αστυνομίας για την αποκάλυψη της δραστηριότητας των αναρχικών συλλαμβάνονται 16 άτομα. Ανάμεσά τους σαν ηθικοί αυτουργοί των επεισοδίων έχουν συλληφθεί μετά από έρευνα στα σπίτια τους οι εκδότες περιοδικών Ν. Μπαλλής, Γ. Φελέκης, Μ. Πρωτοψάλτης, Κ. Βασιλειάδης, Η. Μπακογιάννης, ο τραγουδιστής Ν. Άσιμος καθώς και οι Π. Μπαρμπούνης και Ι. Σταυρόπουλος. Στην πλατεία Κουμουνδούρου συνελλήφθησαν οι Γ. Βουγιούκος, Π. Γρίβας, Ζ. Νιφλής, Α. Βλαντάκης, Ι. Ζουμπουλάκη. Γ. Διαλυνάς, και Α. Κατρίνη γιατί κολλούσαν αφίσες-καλέσματα για την κηδεία του Χρήστου Κασίμη.

23.10.1977

Κηδεύεται ο επαναστάτης Χ. Κασίμης στο νεκροταφείο Χαλανδρίου. Εκατοντάδες σύντροφοι τον αποχαιρετούν με σφιγμένες γροθιές και συνθήματα «Θα εκδικηθούμε» «το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει». Τα συνεργεία της χωροφυλακής τραβούν χιλιόμετρα φίλμ… Η γυνάικα του Αλεξάνδρα Κασίμη τον αποχαιρετά: «Η κόρη μου και εγώ σ΄ευχαριστούμε για τον αγώνα σου. Ξέρω οι λαϊκοί αγωνιστές δεν χάνονται. Έχω εμπιστοσύνη στους συντρόφους σου και τους ευχαριστώ»…

– Δύο βόμβες σκάνε στο Ηράκλειο Κρήτης, η μια στην ταράτσα του γερμανικού προξενείου και η άλλη σε σούπερ-μάρκετ σταφιδοεξαγωγικής εταιρείας.

24.10.1977

Φτάνει στις εφημερίδες κείμενο της Ε.Ο. ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΣΙΜΗΣ όπου αναφέρονται με λεπτομέρειες οι ενέργειες της «Ομάδας για τη Διεθνιστική Αλληλεγγύη» για την πυρπόληση της αποθήκης και την ανατιναξη τμήματος του εργοστασίου της AEG, οι οποίες δεν ολοκληρώθηκαν μετά τη δολοφονία του Χ. Κασίμη από δύο αστυνομικούς (Πλέσσας, Στεργίου) με πολιτικά.

– Οι Σ. Λαγκαδινού, Ε. Μαθιουδάκης και Χ. Κωνσταντινίδης καταδικάζονται σε φυλακίσεις από 18 μήνες έως 3,5 χρόνια.

– Αφήνεται ελεύθερος ο μπάτσος -βασανιστής της χούντας- Π. Μπάμπαλης.

25.10.1977

Ο Γ. Τσαχτιρίδης καταδικάζεται σε 2 χρόνια φυλακή χωρίς αναστολή. Στη Θεσσαλονίκη καταδικάζονται οι 10 από τους κατηγορούμενους σε 22 με 28 μήνες φυλακής.

31.10.1977

Συλλαμβάνεται στην δουλειά του, σ΄ένα εργοστάσιο της Αγ. Βαρβάρας, ο εργάτης Γ. Σερίφης σαν ένας από τους 3 ενόπλους της «Διεθνιστικής Αλληλεγγύης» που διέφυγαν τον κλοιό της αστυνομίας μετά την συμπλοκή στο Ρέντη, και κατηγορείται μάλιστα ότι είναι αυτός σκότωσε τον Κασίμη…

H oμιλία της Αλεξάνδρας Κασίμη σε εκδήλωση στις 9.1.1978

pr_kasi2

Μνήμη

https://lefterianews.wordpress.com/2015/10/21/21101977-%CF%80%CE%B5%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CE%BF-%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CF%80%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82/

τιμή για πάντα στο νεκρό παλικάρι:

Neil Young & Johnny Depp (Dead Man)

κλέοβης

ένοπλη πάλη

Επιστολή από την φυλακή της Nadia Ponti Lettera dal carcere 1997

 ΕΠΙΣΤΟΛΉ ΤΗΣ NADIA PONTI

Rete Nazionale Sprigionare, Εθνικό Δίκτυο Να τους αποφυλακίσουμε

image

Γεια σε όλους,

λέγομαι  Nadia Ponti, είμαι 47 χρόνων, βρίσκομαι στον δέκατο έβδομο χρόνο στην φυλακή, καταδικασμένη σε ισόβια για συμβάντα που έχουν σχέση με την προηγούμενη δέσμευσή μου στις ερυθρές Ταξιαρχίες,  nelle Brigate Rosse. Είναι καλό να διευκρινίσουμε ευθύς εξ αρχής πως στην Ιταλία ισόβια σημαίνει τέλος ποινής ποτέ.

Γι αυτή την συνάντηση γνωρίζω μονάχα πως πρώην συμμετέχοντες στην ένοπλη πάλη, ιδιαίτερα γερμανοί, την έχουν προωθήσει για να υποστηρίξουν μια πολιτική λύση για τους πολιτικούς κρατούμενους που βρίσκονται ακόμη στην φυλακή στην Ιταλία και όχι μόνο. Η φίλη μου που ήρθε πριν λίγες ημέρες  να βρει στην φυλακή εμένα και τον σύντρόφό μου, με έναν φιλικό »εκβιασμό», μου μίλησε γι αυτή την πρωτοβουλία και που είπε: εγώ θα πάω, εσύ όμως γράψε κάτι.

Και γιατί μίλησα για  “εκβιασμό”: μισώ να γράφω, να το κάνω μου κοστίζει μιαν τρομερή κούραση διότι αντί να είναι μια διέξοδος, για μένα είναι μια νέκρωση.  Και μετά, δεν έχω πια ούτε είκοσι χρόνια στα πόδια μου…και συχνά συμβαίνει να έχω το κεφάλι μου κατειλημμένο να υπομένει πόνους. Να καταλαβαινόμαστε το σώμα έχει λόγους να πουλά και να εκφράζει  αδιαθεσία, θα ανησυχούσα εάν αισθανόμουν καλύτερα, αυτό όμως δεν αφαιρεί το γεγονός πως μου δημιουργεί προβλήματα εάν πρέπει να γράψω μέσα σε λίγο χρόνο. Η φυλακή καταβροχθίζει τις ενέργειες, και ύστερα από πολλά χρόνια αυτές που μου απέμειναν τις χρησιμοποιώ με σύνεση; οποιοδήποτε όμως πράγμα καταφέρω να γράψω, θεωρήστε το πάνω απ’ όλα μια πράξη εκτίμησης προς εκείνο που κάνετε.

Το πρώτο πράγμα που έχω να πω είναι γιατί βρίσκομαι ακόμη στην φυλακή ενώ εδώ και πολλά χρόνια θα μπορούσα να ήμουν έξω ελεύθερη ή ημιελεύθερη όπως το μεγάλο μέρος εκείνων που πήραν μέρος στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία:

για την αντίρρηση συνείδησης.

Όχι για μια προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά από σεβασμό στην αλήθεια, για να την τιμήσω. Και η αλήθεια είναι πως η μοναδική ατομική επιλογή, προσωπική, σε μιαν πολιτική οργάνωση, είναι η συμμετοχή και η προσήλωση στον σκοπό και τον σχεδιασμό της, ενώ οι πράξεις που διενεργήθηκαν δεν εξαρτώνται από την θέληση του ατόμου αλλά από συλλογικές αποφάσεις. Ο νόμος που πριμοδοτεί, που επιβραβεύει επιτρέπει να βγεις από την φυλακή  αφού αρνηθείς αυτή την αλήθεια και ο καθείς να αντιμετωπίσει την τύχη του ανεξάρτητα από τους άλλους. Εγώ δεν αισθάνομαι να συνεργαστώ σε μια πράξη αδικίας, δεν θα μπορούσα να ζω γνωρίζοντας πως το έχω κάνει.   Όπως κι αν το σκέφτεται κάποιος σήμερα, ανάλογα με την προσωπική του συνείδηση και ο καθένας με τις διαφορετικές του πεποιθήσεις, βρισκόμαστε στην φυλακή για το ίδιο παρελθόν.

Για να βγω από την φυλακή δεν μπορώ να καταστρέψω μέσα μου την έννοια και την αίσθηση των άλλων, και δεν μπορώ να ανταλλάξω και να ξεπουλήσω τους κριτικούς μου προβληματισμούς και σκέψεις μου για εκείνη την εμπειρία για να βγάλω έξω από την φυλακή κάποιον που θα ήταν το φάντασμά μου.

Η κριτική επί πληρωμή που πρέπει να κρατήσει λογαριασμό και να λάβει υπ’ όψη την ευχαρίστηση των δικαστών, εκπαιδευτών, ψυχολόγων, εγκληματολόγων, διευθυντών φυλακών, είναι κενή από πραγματική αξία, δεν εξυπηρετεί κανέναν.

Η κριτική σκέψη και ο στοχασμός επάνω στην εμπειρία του ένοπλου αγώνα που διεξήχθη στην Ευρώπη είναι απαραίτητη περισσότερο από ποτέ και επείγουσα, για όλους, μα έχω διαπιστώσει μέσα σε αυτά τα χρόνια εις βάρος μου πως μόνο η ελευθερία φέρνει στην αλήθεια, και όσο υπάρχει η φυλακή και θα εκκρεμούν δικαστικές συνέπειες επί των ανθρώπων που τον έζησαν δεν θα μπορεί να υπάρξει αλήθεια.

Μια εμπειρία όπως η δική μας που τέλειωσε ανάμεσα σε προδοσία, δήλωση μετανοίας και τέλος εξημέρωση, δεν θα υπήρχε ποτέ ανάγκη να πούμε πως δεν θα μπορεί ποτέ να διδάξει τίποτα όσο θα υπάρχει η φυλακή να επηρεάζει την κάθε λέξη.

Συνεχίζει να με εκπλήσσει κάθε φορά το να πρέπει να εξηγώ αυτό το πράγμα, σημάδι γκρίζων καιρών. Χρόνια πριν, χρόνια λιγότερο λασπωμένα και θολά απ’ ότι σήμερα, θα ήταν προφανές για τον οποιονδήποτε, και όχι απαραίτητα δεσμευμένο ή της αριστεράς, πως η εκδοχή η γνώμη και η άποψη αυτού που είναι έξω την ώρα που άλλοι βρίσκονται ακόμη στην φυλακή είναι εκ των πραγμάτων εξημερωμένες.  Πρέπει όμως να πω πως ενώ χρόνια πριν θα είχα θεωρήσει εθελοντική μια εξημερωμένη εκδοχή από πλευράς αυτού που φρόντιζε να τα βγάλει πέρα για τον εαυτό του, σήμερα καταλαβαίνω πως αντιθέτως συνέβη μέσα σε μιαν ασυνείδητη διαδικασία η οποία θα χρησιμεύσει στον σκοπό αλλά που δεν πρέπει να φανεί τέτοια, που στα μάτια του καθένα  (και των άλλων) πρέπει να έχει αιτιολογήσεις  “ευγενείς” που δεν πρέπει ποτέ να επεξηγούν το πραγματικό συμφέρον: την έξοδο από την φυλακή.

Λέγοντας αυτά δεν υπάρχει καμιά προσωπική μνησικακία προς άλλους.  Υπήρξα πάντα αρνητική σε νοοτροπίες διωκτικής φύσεως. Υπήρξα από τους λίγους που κατηγορήθηκα ως  “παραδομένη” και “δεξιά” ακριβώς από εκείνους που βγήκαν στην συνέχεια από την φυλακή, για παράδειγμα επειδή είχα υπερασπιστεί αυτούς που είχαν κάνει ομολογίες την στιγμή της σύλληψης υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για αδυναμία και όχι προδοσία. Και μετά ανάμεσα στους ελάχιστους που υποστήριξαν πως όποιος ήθελε να διαχωρίσει την θέση του ήταν καλό να το κάνει, διότι πάντα είναι καλύτερο  ένας να είναι ελεύθερος να είναι μαλάκας παρά αναγκασμένος να προσποιείται πως είναι κάτι που δεν είναι. Όλα είναι καλύτερα από το ψέμα και τον κομφορμισμό.  Για αυτό τον λόγο μέσα στον χρόνο κατηγορήθηκα από τα ίδια πρόσωπα πρώτα σαν  “παραδομένη” , και σαν κουτή “αμετανόητη” στην συνέχεια, όταν δεν θέλησα να ακολουθήσω τον δικό τους δρόμο για να βγω.

Μιλώ γι αυτά τα πράγματα διότι η γνώση για το ποιος υπήρξε αυτός που έζησε μιαν εμπειρία χρησιμεύει για να φτάσουμε στα προβλήματα που ετέθησαν απ’ την αποτυχία του.

Είχαμε κληρονομήσει από αυτούς που είχαν προηγηθεί από εμάς την ιδέα της κατάληψης της εξουσίας, της αλλαγής σε δυο χρόνους. Μα είχαμε όμως θεωρήσει δεδομένο πως μια επιλογή που είχαμε σκεφτεί δίχως δρόμο επιστροφής θα μας είχε αυτόματα αλλάξει, πλησιάζοντας προς αυτό που θα ήταν ”ο νέος άνθρωπος”.

Δεν στάθηκε έτσι; όπως λέει ο σύντροφός μου: “να φέρουμε προς το όριο της ελευθερίας τον σημερινό άνθρωπο θα πει ν’ απελευθερώσουμε την αλλοτρίωση και την ανωριμότητα που υπάρχουν μέσα του, και όχι να τον ελευθερώσουμε ήδη από αυτές. Η προσφυγή στην βία έκρυβε σε πολλούς μια εξάρτηση από την πιο απομακρυσμένη αξία αυτού του πολιτισμού της κυριαρχίας: την δυσφορία, και όχι ήδη την θέληση να βρίσκεσαι από πάνω της”. Και στην πραγματικότητα σε πολλούς που βρίσκονταν στην καταγωγή εκείνης της επιλογής δεν υπήρξε η βαθιά απόρριψη του παρόντος τρόπου ζωής, αλλά  η αίσθηση πως είχαν απορριφθεί, και αυτό κατέστη προφανές μόνον την στιγμή της ήττας.

Και αν αυτό βγήκε προς τα έξω μόνο εκείνη την στιγμή, σημαίνει πως μέσα σε εκείνo τoν τον καθορισμό, τον σχεδιασμό μπορούσες να παραμείνεις δίχως να θέτεις τον εαυτό σου υπό αμφισβήτηση.

Όταν γεννήθηκε ο ένοπλος αγώνας μπορούμε να πούμε πως υπήρξε μια προσπάθεια απελπισμένη και σίγουρα απλοϊκή υπεράσπισης των αχτίδων ελπίδας ενός κόσμου διαφορετικού να ζεις που νιώθαμε να κλείνει από επάνω μας; σε αντάλλαγμα μιας αύξησης μισθών και με την απειλή της απόλυσης, με την καταπίεση την καταστολή και την τρομοκρατία των σφαγών. Μια επιλογή αναγκαστική γι αυτόν που ήθελε να πάρει ένα εισιτήριο δίχως επιστροφή για την επανάσταση, διότι στην Ευρώπη δεν υπήρξε ένα κίνημα μη βίαιο  που να θέτει μιαν άλλη επιλογή για την αλλαγή που να μην είναι καιροσκοπικό, που να μην είναι ένα βολικό παραπέτασμα για να μην διακινδυνεύσει από πρώτο χέρι.  Όπως στην αναφορά του Gandhi που ανακτήθηκε από τον Martin Luther King: “Πιστεύω πως όταν η επιλογή είναι μόνο ανάμεσα στην δειλία και την βία, πρέπει να διαλέξουμε την βία .”

Η μνεία δυο ανθρώπων που έζησαν με ειλικρίνεια και έδωσαν όλον τους τον εαυτό στον μη βίαιο αγώνα δεν είναι μια αναφορά τυχαία, εμένα δεν με νοιάζει καθόλου να υπερασπιστώ τον ένοπλο αγώνα, μ’ ενδιαφέρει το πνεύμα, ο βαθμός ειλικρίνειας και ριζοσπαστικότητας  με τις οποίες έχουν βιωθεί οι επιλογές. Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράδοξο επιφανειακά, η επαναστατική βία είναι πιο κοντά στο πνεύμα της μη βίας, από αυτό που εδώ λαθραία χαρακτηρίστηκε  σαν μη βίαιο.

Όμως η αληθινή κριτική πρέπει να χρησιμεύει για να μάθουμε από τα λάθη, δεν χρησιμεύει να λέμε πως το λάθος είναι που τα κάναμε. Μπορούμε να πούμε πως αυτός που βλέπει άλλους να πνίγονται και βουτά αλλά δεν καταφέρνει να σώσει κάποιον έκανε λάθος υπολογισμούς. Και μπορούμε να σκεφτόμαστε πως καλύτερος είναι εκείνος που βουτά δίχως να λανθάνει, όχι εκείνος που δεν βουτά για να μην λαθέψει.

Με ενδιαφέρει να μπορώ να ασκώ κριτική σε βάθος ανηλεώς όρια και λάθη, διότι όλα τα βήματα προς τα εμπρός που έχουν κάνει οι καταπιεσμένοι προέρχονται από την εμπειρία των λαθών τους, κάθε νίκη υπήρξε ο καρπός αυτού που είχε διδάξει μια ήττα.

Σημάδι σβησμένων καιρών το οποίο δεν πρέπει να νιώσουμε σαν σοβαρή ζημιά για όλους γεγονός πως αυτός που έζησε εκείνη την εμπειρία δεν μπορεί να εκφραστεί,  το γεγονός πως δεν μπορούμε μαζί – ποιος ήταν και ποιος δεν ήταν – να πάμε μέχρι το βάθος των γιατί δεν μπόρεσε να κάνει βήματα μπροστά στον δρόμο του αγώνα ενάντια στην λογική της εξουσίας, αλλά παρέμεινε μέσα σε μιαν αντιπαράθεση αμυντική μέσα σε κείνη την λογική. Ζήσαμε ένα σύστημα σκέψης που έβαζε τόσο λίγο σε αμφισβήτηση του υπάρχοντος πως ο επαναστάτης που νίκησε μπόρεσε με την σειρά του να γίνει καταπιεστής, και ο ηττημένος, μην έχοντας να ξεπεράσει μέσα του εκείνη την λογική, καθίσταται εύκολα εργαλείο προπαγάνδας των ισχυρών που στοχεύουν να καταστρέψουν στους καταπιεσμένους την ίδια την ιδέα της δυνατότητας αλλαγής.

;Eνα σύστημα που κληρονομήσαμε από την ιστορία της αριστεράς : αντί να ξεπεράσουμε τα όρια της όπως πιστεύαμε, τα οδηγήσαμε μέχρι τις τελευταίες συνέπειες.

Ξεκινώντας από την θεσμική αριστερά που συνέβαλε στην ενοχοποίηση μιας ολόκληρης γενιάς. Της οποίας οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι για να μην κοιτάξουν τα δικά τους λάθη, δεν είχαν για τα δικά μας λάθη ούτε ένα ψιχουλάκι εκείνης της πλατιάς ανεκτικότητας που τόσο πολύ και αφειδώς παρείχαν για τους ισχυρούς οι οποίοι   – αυτό πρέπει να το υπενθυμίζουμε αυτούς τους καιρούς – είναι πάντα και μέχρι αποδείξεως του εναντίον εκείνοι των σφαγών και του συστήματος της διαφθοράς.  Εκείνοι που έχτισαν ένα κόσμο όπου το 20% του πληθυσμού καταναλώνει το 80% των πόρων, στον οποίον κάθε ημέρα εκατομμύρια ανθρώπων πεθαίνουν από πείνα και αρρώστιες. Που ομιλούν για την αξία  της ζωής για να υπερασπιστούν όλο αυτό το έργο και υποστηρίζουν πολέμους στους οποίους, άσηπτα, φτάνει να πατήσουν ένα κουμπί για να σκοτώσουν εκατοντάδες χιλιάδες αβοήθητων ανθρώπινων υπάρξεων, μωρών, γέρων, γυναικών. Για όλο αυτό ξέρουν να είναι  τόσο πολύ ανεκτικοί, κατανοούν τα πάντα….

Αυτή η αριστερά τόσο προσκολλημένη στα μικρά προνόμια της κάστας της που δεν ήξερε να φανταστεί άλλο από την καταστολή μπροστά σε ένα κίνημα διάχυτο και στην δραματική έκφραση μιας ανάγκης αλλαγής.

Εάν με ακραία κούραση, επιστρέφω ακόμη εδώ στο παρελθόν είναι διότι το ανακινούμε, αγνοούμε μαζί με τα πρόσωπα με σάρκα και οστά την κληρονομιά διδαγμάτων τους, και δεν μπορούμε να προοδεύσουμε δίδοντας απάντηση στην ερώτηση που ξεκάθαρα θέτει ένα δεκαοχτάχρονο αγόρι ήδη στα 500, ο Etienne De la Boétie:

“θα ήθελα μόνο να καταφέρω να αντιληφθώ πως γίνεται τόσοι πολλοί άνθρωποι να υπομένουν έναν τύραννο που δεν έχει καμία δύναμη εκτός από εκείνη που του δίδεται… να βλέπω εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπων υποταγμένους σαν άθλιους… διότι φαίνεται πως είναι γοητευμένοι και σχεδόν μαγεμένοι μπροστά και μόνο στο όνομα ενός απέναντι στον οποίον δεν θα έπρεπε ούτε την δύναμη του να φοβούνται, ούτε να αγαπούν τις ποιότητές του καθώς συμπεριφέρεται απέναντί τους με απάνθρωπο τρόπο και βάρβαρο. …Και έχει περισσότερο (από εσάς) την ελευθερία στα χέρια του που εσείς του αφήνετε να σας καταπιέζει και να σας καταστέλλει μέχρι να σας εξοντώσει … να σας κάνει εθελοντές υπηρέτες”. (Λόγος επάνω στην Θεληματική Δουλεία, Discorso sulla Servitù Volontaria).

Εάν η σύγκρουση για να αφαιρέσουμε και να κατακτήσουμε εξουσία, δεν υπήρξε ο δρόμος για να βρούμε την λύση σε αυτή την ερώτηση, είναι στο να διαφύγουμε από την εξουσία που πρέπει να την ψάξουμε, για να αδράξουμε από την καρδιά και απ’ το μυαλό την θεληματική εθελοντική δουλεία της οποίας όλοι ασθενούμε, τόσο άρρωστοι ώστε τις περισσότερες φορές δεν αντιλαμβανόμαστε πως σκεφτόμαστε σαν αυτούς που πιστεύουμε πως πολεμούμε.

Ένας δρόμος που δεν έχει “δυο χρόνους” ούτε το άλλοθι της αναμονής καλύτερων καιρών και περιστάσεων, δίχως τις ιδεολογικές ακαμψίες που αποκλείουν  – διότι ο καθένας ξεκινά από σημεία διαφορετικά και είναι φυσικό να το εκφράζει με διαφορετικές γλώσσες -. Στον οποίον ευθύς εξαρχής ο καθένας θα αποτραβηχτεί σαν μη συνεργάτης όλου αυτού που συμβάλλει στο να δώσει την δυνατότητα επιβίωσης σε ένα σύστημα κυριαρχίας, γενόμενος με τρόπο εποικοδομητικό και όχι μονάχα αρνητικά, ένας εθελοντής χτίστης της ελευθερίας συνείδησης.

Παρά το ότι είναι λίγο ορατό είναι η αίσθηση του άλλου, εκείνο που μέχρι τώρα εμπόδισε την καταστροφή της ανθρωπότητας, και όσο κι αν είναι δειλό και μπερδεμένο αυτό το δυνατό συναίσθημα ψάχνει δρόμους για να αναδυθεί.

Σε αυτό το αίσθημα απαντά εν μέρει η διάχυση της πρακτικής του εθελοντισμού. Δεν με ενδιαφέρει εδώ να επικεντρωθώ στην χρήση με πονηρούς σκοπούς που σε μεγάλο μέρος χρησιμοποιούν τον εθελοντισμό για να ρυθμιστούν και υποστηριχθούν οι δυσκολίες της εξουσίας, δεν είμαι αφελής για να μην το γνωρίζω, φτάνει το παράδειγμα των θεραπευτικών κοινοτήτων για τους τοξικομανείς, αληθινά υποκαταστήματα των φυλακών και μια πραγματική μπίζνα, veri e propri business.

Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι πως η διεκδίκηση κάνει την εξουσία ένα φετίχ, δίνει διάρκεια και στην επαναστατική οδό σε εκείνη την ανάγκη αρχής, κύρους που βρίσκεται στην βάση αυτής της κατάρας που είναι η εθελοντική δουλεία, χάριν της οποίας πρέπει να είσαι πάντα στην αναμονή κάποιου που θα σου πει τι να κάνεις, και στον οποίον στην συνέχεια να αποδώσεις τις ευθύνες των αποτυχιών.  Είναι μια ψεύτικη πολεμική εκείνη που αποδίδει κάθε πολιτικό εκφυλισμό στην κακία ή στην προδοσία των αρχηγών. Αυτή γεννιέται πριν απ’ όλα από την ανάγκη κύρους, αρχής που προέρχεται από τα χαμηλά μιας άρρωστης ανθρωπότητας.

Στην άνοιξη της πηγής του εθελοντισμού υπάρχει η δυνατότητα της υπέρβασης αναθέσεων, των αντιπροσωπεύσεων και των δυο χρόνων, στην οποίαν ο καθένας ξεκινά από εκείνο που μπορεί να κάνει αμέσως για τον εαυτό του και για τους άλλους, αλλάζοντας τον τρόπο της ζωής του, σπάζοντας τον διαχωρισμό ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν, πράττοντας εκείνο που νιώθει δίκαιο και παύοντας να συνεισφέρει να γίνεται εκείνο που θεωρεί λανθασμένο, αναλαμβάνοντας αυτός ο ίδιος την ευθύνη.

Εν ολίγοις μια άσκηση ανθρώπου νέου στην πραγματικότητα και όχι στις προθέσεις που πρέπει να επαληθευθούν σε έναν δεύτερο χρόνο που δεν έρχεται ποτέ, μια δυνατότητα “πολιτιστικής επανάστασης” που αυτό-διδάσκει στην ελευθερία. Στην οποίαν αυτό που ένας λέει πως θα κάνει για την αγάπη του κοινού καλού δεν κάνει τον καθένα έναν υπογράφοντα λευκών επιταγών για άλλους ή για τον ίδιον ήδη ικανοποιημένο από τις ευγενείς προθέσεις που δηλώνει.

Nαι, το ξέρω, αυτά είναι λόγια που από τους πρακτικούς της πολιτικής στα αριστερά κατηγορούνται για εσωτερικότητα και συναισθηματισμό ρομαντικό όπου αντιθέτως χρειάζεται η ψυχρή ανάλυση. Μια ανάλυση τόσο κρύα που να έχει χάσει κάθε αναφορά στο ανθρώπινο μέσα σε οικονομικούς υπολογισμούς  επάνω σε απίθανες συμβατότητες. Εκείνη που έχει σπείρει μια νοοτροπία αντιδραστική σε έναν λαό που πιστεύει πως είναι αριστερός και μάλλον δεν ξέρει πια να αναγνωρίζει πως η φυλακή έχει μια λειτουργία να αφαιρεί την αντίληψη των κοινωνικών συγκρούσεων, οι μόνες συγκρούσεις που τον αφορούν, όχι οι εσωτερικές φιλονικίες στις διαμάχες της εξουσίας.  Που αποκαλεί επανάσταση τις δίκες σε δικαστήρια εκείνης της πλευράς του συστήματος που κατέστη παρωχημένη.  Που κάνει διαδηλώσεις με ανθρώπινες αλυσίδες που αγκαλιάζουν  τα δικαστήρια, που εξυμνεί τους δικαστές όπως πολλοί τότε επευφημούσαν τον ένοπλο αγώνα. Είμαι έτοιμη να βάλω στοίχημα πως πολλοί είναι οι ίδιοι, διότι οι επευφημίες  απαντούν πάντα στον ίδιο μηχανισμό: αναθέτεις  άλλους να δράσουν στην θέση σου για να ικανοποιήσεις την δυσαρέσκεια προς τους δυνατούς, παρά να προσδώσεις στον εαυτό σου την ευθύνη να τους έχεις ακολουθήσει.

Άλλοι απ’ την αριστερά που αντιθέτως πιστεύουν πως βρίσκονται από την δική σου πλευρά, νομίζουν ότι ακόμη και με όλο τον σεβασμό για τα χρόνια φυλάκισής σου αυτά είναι παλιά ζητήματα. Και πως αυτό το θέμα με τον εθελοντισμό είναι καρπός λιγάκι της θέλησής σου να είσαι προσκολλημένος προς κάτι και λίγο της μερικής θέας στην οποίαν σε υποχρεώνει η φυλακή.

Είναι αλήθεια πως είναι, παλιά ζητήματα καμιάς χιλιάδας χρόνων, εάν θέλουμε. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος και η ένταση με τον οποίον τα ζούμε, το να βρούμε τον δρόμο για να κάνουμε τα βήματα προς το ξεπέρασμά τους.

Όπως είπε ο γάλλος ιστορικός  Michelet, όταν ερωτεύτηκε μια γυναίκα και διαμέσου αυτής αγάπησε την υπόθεση των καταπιεσμένων, στο »Οι γυναίκες της επανάστασης»,  “Le donne della rivoluzione”:

“Δεν υπάρχουν νέα πράγματα να ανακαλύψουμε, H έλευση μιας ιδέας δεν είναι τόσο η πρώτη εμφάνιση της συνταγής της όσο η οριστική της επώαση, όταν, καλωσορισμένη στην ισχυρή θέρμη της αγάπης, ανθίζει γονιμοποιημένη από την δύναμη της καρδιάς. Ιδεών και συστημάτων αφθονούμε. Ποιο θα μας σώσει? Περισσότερα από ένα μπορούν να το κάνουν. Εξαρτάτε από τις συγκυρίες.… Το σημαντικό, το δύσκολο, είναι να βρει έναν πυρήνα καλής θέλησης θέρμης ορμής και θυσίας συνειδητής που καθιστά ζωντανή την δυνατότητα.”

Προέρχομαι από μιαν οικογένεια και από ένα περιβάλλον εργατικό κομουνιστικό, και με αυτούς εγνώρισα τα αισθήματα αλληλεγγύης, την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό του ανθρώπου. Αλλά επίσης πως αυτά τα υψηλά συναισθήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν αντί προς την συνείδηση κάνουμε έκκληση προς τον δογματισμό, στην ανάθεση,  στις ιδεολογικές αγκυλώσεις. Και πως από αυτό γεννιέται η έλλειψη εμπιστοσύνης στους εαυτούς μας και στους άλλους που φέρνει στην παραίτηση και αδυνατεί να αναγνωρίσει αυτό που ήδη υπήρξε δυνατό.

Είναι ακριβώς αναγνωρίζοντας στον άλλον μέρος τους εαυτού σου που παίρνει δύναμη η εμπιστοσύνη στους εαυτούς μας, στις δυνατότητές μας, απ’ όπου στην ανθρώπινη ιστορία έρχονται τα βήματα εμπρός σε έναν τρόπο διαφορετικό να ζεις, εκείνα που αναγνωρίζονται εύκολα βλέποντάς τα σε αυτό που ελευθέρωσε την μοίρα των τελευταίων.

Το διαζύγιο, το κλείσιμο των ψυχιατρείων, η έκτρωση, προέρχονται από εκείνο το συναίσθημα που σε κάνει να νιώθεις κομμάτι μιας κοινής μοίρας, εκείνου του  “το προσωπικό είναι πολιτικό” που έτεινε να ενώνει το λέγειν και το πράττειν. Από εκείνα τα ανοικτά σπίτια όπου έβρισκε ένα κρεβάτι για να κάνει έρωτα  αυτός που δεν είχε διότι θα μπορούσε να τύχει και σ’ εσένα, και το έβρισκες ίσως κατειλημμένο όταν ήθελες να πας να κοιμηθείς. Όπου έβρισκε καταφύγιο το έγκυο κορίτσι  που διώχθηκε από το σπίτι. Όπου μάλωνες εξαγριωμένος με μιαν φίλη σοβαρά ανάπηρη, μέχρι σημείου να διακινδυνεύσεις να μην είσαι ευαίσθητη στις δυσκολίες της μιας και την ένιωθες τόσο ίση με εσένα.

Σήμερα αυτή μας η επιλογή αντίρρησης συνείδησης αρνούμενοι να βγούμε από την φυλακή διαμέσου του προσωπικού προνομίου, ζει ακόμη στην μοναξιά. Ακόμη και αυτοί που βρίσκονται κοντά μας παρότι την σέβεται, αισθάνεται τόσο απογοητευμένος ώστε να μας ζητά να τα παρατήσουμε παρά να μας στηρίζει και να μας δίνει δύναμη. Αλλά επίσης καταφέρνω να μην την ζω σαν μια επιλογή απεγνωσμένη, απελπισίας. Η σχέση με τον σύντροφό μου  – αυτά που ζήσαμε μαζί, με έκανε να αναγνωρίσω σε αυτόν την ίδια την δική μου ευαισθησία, με έκανε να νιώσω τα όριά μου όχι σαν μιαν ντροπή από την οποίαν να υπερασπιστώ αλλά σαν την χαρά να βρίσκω στην σχέση με τον άλλον την υπέρβασή τουςc – είναι αυτό που μου δίνει δύναμη και δείχνει διαρκώς πως αυτός ο δρόμος είναι εφικτός.

Δεν ενδιαφέρει εάν, όπως μου ειπώθηκε, συμπυκνωμένο σε τόσο λίγες λέξεις αυτό μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα αξιολύπητο ειδύλλιο, υπάρχει πάντα αυτός που θα καταλάβει για ποιο πράγμα ομιλώ.

Όσο δε για την μερική όψη που προκαλείται από την φυλακή, κι αυτό θα είναι αλήθεια, είναι όμως μια τομή όπου όλα είναι πιο καθαρά, όπου μπορείς να βλέπεις με γυμνό μάτι την πιο μεγάλη αχρειότητα όπως την πιο εκπληκτική ανθρώπινη αντίσταση.

Πριν από λίγο καιρό έφτασε στην φυλακή μια κοπέλα είκοσι χρονών που έκανε χρήση ναρκωτικών από τα δεκατρία της, ζούσε μπουκωμένη ψυχοφάρμακα ώστε έμοιαζε με ζόμπι. Ζήτησε να μάθει από πότε βρισκόμουν στην φυλακή και γιατί; όταν έμαθε πως είχα την ισόβια ποινή διότι υπήρξα μια  “τρομοκράτισσα”, με εξέπληξε δυο φορές, διότι ήξερε ότι για εμάς μιλούσαν για απονομή χάριτος, και στην συνέχεια διότι κοιτώντας με μου είπε: αλλά εσύ δεν πιστεύεις και πολύ αλήθεια?

Ήταν αλήθεια, η εξυπνάδα της και η ευαισθησία ήταν ακόμη εκεί μέσα της θαμμένες απ’ τα ναρκωτικά που της είχαν κλέψει την ζωή. Ένα θαύμα σπαρακτικό, που λέει πως η ανθρωπιά που παρά τα όσα επιβίωνε μέσα της άξιζε τον αγώνα για ένα μέλλον όπου άλλα παιδιά να μην ληστευτούν από την  chance, από την ευκαιρία που σε αυτήν δεν έγινε δεκτή.

Στην φυλακή αναγνωρίζεις αμέσως το νόημα και την δυναμική των πραγμάτων από το γεγονός πως διεγείρει την αντίσταση ή διευκολύνει την αχρειότητα, την ευτέλεια. Είναι ένας τόπος “προνομιακός” για πειραματισμό.

Αυτά τα χρόνια στην φυλακή η μοναξιά θα ήταν ολοκληρωτική αν δεν ήταν για τους γέρους μας, και τους εθελοντές. Σε αυτούς οφείλω την επιβίωσή μου φυσική και εν μέρει ηθική. Διαφορετικά απ’ τον σωφρονιστικό νόμο και από το μεγάλο μέρος της αριστερής πολιτικής, εκείνοι οι εθελοντές δεν εξάρτησαν την σχέση τους μαζί μου με το  “πως σκεφτόμουν τα πράγματα”.

Θεωρώ αυτό ένα υψηλό μάθημα για τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους βασισμένες στον σεβασμό και την αλληλεγγύη; όχι σαν ρητορική ανάταση μιας προσωπικής εμπειρίας αλλά σημαντική στην ουσία της. Ο μηχανισμός εγκλεισμού καταστροφής των ανθρώπων για να μπλοκαριστεί δεν χρειάστηκε να περιμένει να ετοιμαστεί ένα κίνημα πολλών ανθρώπων, έφτασε μόνον ένας.

Αυτό είναι περισσότερο από κάτι στο οποίο να προσκολληθείς – αν και, να είναι ξεκάθαρο, προτιμώ πάντα να βρίσκομαι ανάμεσα σε εκείνους που προσκολλώνται σε κάτι παρά σε τίποτα. – Είναι μια δυνατότητα να βγεις άμεσα και με συγκεκριμένο τρόπο από την λογική της διεκδίκησης που διαιωνίζει την ανάγκη αρχής και κύρους, με μια πρακτική που ενδυναμώνει την αυτονομία των ανθρώπινων όντων, και που διαρρηγνύει άμεσα την αλυσίδα των ατέλειωτων συνενοχών που βρίσκεται στην βάση του συστήματος κυριαρχίας και του επιτρέπει να επιβιώνει.

Και ούτε δίδω το παράδειγμα της φυλακής μόνον επειδή ζω εδώ. Μα διότι είναι ο αρμός του κοινωνικού συστήματος της υπακοής και της τιμωρίας.

Συνάντησα λίγο καιρό νωρίτερα ένα αγόρι είκοσι χρονών που, διαφορετικά από πολλούς άλλους, είχε την τύχη να έχει έναν πατέρα που τον έμαθε στο να είναι υπεύθυνος με τον εαυτό του. Ήρθε να μας βρει στην φυλακή για να μας βοηθήσει σε μιαν εργασία για άτομα με ειδικές ανάγκες που κάνουμε σαν εθελοντές. Όταν τον ερώτησα εάν η φυλακή του είχε κάνει εντύπωση μου απάντησε αρνητικά, πως έμοιαζε με το σχολείο του.  Μου άνοιξε την καρδιά μου ; αν και με τρόπο ασυναίσθητο, ενστικτωδώς έπιασε το κοινό νόημα:

η καταγωγή της φυλακής βρίσκεται στην εκπαίδευση στην υπακοή και στην τιμωρία. Σχολείο και φυλακή έχουν τον ίδιο “αρχιτέκτονα”, και εάν αυτός το είδε θα μπορώ εγώ ποτέ να συμβάλλω και να το κρύψω αντί να το πολεμήσω?

Ελπίζω πως όχι, όποιο κι να είναι το μέλλον και η μοίρα μου. Μην πιστέψετε πως έχω την κλίση του μάρτυρα; αντίθετα, βρίσκεται στην επιθυμία μου ζωής το να μην παραιτηθώ να βγω απ’ την φυλακή ολόκληρη, ψυχή και σώμα; ξέρω επίσης πως με αυτό υπερασπίζομαι μια κληρονομιά ελευθερίας που αφορά όλους. Και για αυτό μπορώ να πω δίχως φόβο να φανώ αξιολύπητη  πως θα ήθελα να μην πεθάνω στην φυλακή, πως θα ήθελα να μπορώ να σταθώ επί μακρόν με τον σύντροφό μου δίχως τον έλεγχο των φυλάκων, πως θα ήθελα να αγκαλιάσω τους γέρους μου και να τους στηρίξω στα γηρατειά τους, ύστερα από το ότι αυτοί απλόχερα μας στήριξαν και έζησαν μαζί μας όλα αυτά τα χρόνια δίχως ποτέ να ζητήσουν ούτε μια φορά να κάνουμε συμβιβασμούς με την συνείδησή μας για να βγούμε, παρά το ότι ζουν με τον φόβο να πεθάνουν χωρίς να μπορέσουν να μας ξαναδούν έξω.

Για να γίνει όμως αυτό δυνατό, η μάχη για την αμνηστία πρέπει να είναι το άνοιγμα στον δρόμο προς την κατάργηση της ποινής ισόβιας κάθειρξης, εκείνο το τέλος ποινής ποτέ για το οποίο σας μιλούσα στην αρχή, μια ντροπή που βαραίνει στην συνείδηση ολονών, για να την φέρουμε σε μιαν ποινή πρόσκαιρη σε ευρωπαϊκά επίπεδα. Να φτάσουμε επιτέλους να λέμε πως  15 anni φυλάκισης θα έπρεπε να φτάνουν ότι κι αν έχει κάνει κάποιος. Για να μπορούμε να μας επιτρέψουμε να αρχίσουμε ξανά να σκεφτόμαστε σε έναν κόσμο όπου η κοινωνική εκδίκηση της φυλακής δεν είναι πλέον απαραίτητη.

Οι εξτρεμιστές του όλα αμέσως που δεν θα αφαιρέσουν μια μέρα φυλακής σε κανέναν, και εκείνοι της καιροσκοπίας σε αναμονή καλύτερων καιρών, μου θυμίζουν έναν παλιό σύντροφο εργάτη. Παλιό γιατί ήταν γέρος και σύντροφος διότι ακόμα αγωνίζονταν δίπλα σε εμένα κοριτσάκι με έναν σεβασμό τέτοιο που τόλμησα να του ζητήσω συμβουλή. Πήγαινα σε συναντήσεις και συνελεύσεις και δεν  ξεχώριζα ανάμεσα στα τόσα λόγια, μου φαίνονταν πως όλοι είχαν δίκιο και τον ερώτησα τι έπρεπε να κάνω για να προσανατολιστώ. Μου απάντησε:

“Όταν ένας θέλει να πάει προς τον νοτιά προχωρά προς εκείνη την κατεύθυνση, και εάν δεν καταφέρει να φτάσει, λιγότερο ή περισσότερο θα έχει κάνει ένα κομμάτι του δρόμου που τον φέρνει κοντύτερα στον προορισμό. Εκείνοι που σου εξηγούν πως για να πας στον νότο χρειάζεται καμιά φορά να πας λιγάκι βόρεια, ή εκείνοι που το τμήμα του δρόμου δεν είναι ποτέ αρκετό για να το σπαταλήσουν, ας τους καταμέρους: ότι κι αν σου λένε, όποιο θέμα κι αν χρησιμοποιούν, θα σε κοροϊδέψουν”.

όπως έλεγε ένα τραγούδι παλιό καμιά εικοσαριά χρόνια: “πέντε πάπιες πετούσαν προς τον νότο, μια μόνον έφτανε, εκείνη όμως η πτήση της σίγουρα θέλει να πει πως χρειάζονταν το πέταγμα”.

Un abbraccio, μια αγκαλιά

Nadia

Φυλακή της Opera – Milano μάιος 1997

image

ένοπλη πάλη

Μας άφησε ο Carlo Picchiura «picchio» ci ha lasciato

Στον σύντροφο, στον φίλο στον αδελφό Carlo Picchiura που μας άφησε αυτές τις τελευταίες μέρες του αυγούστου.

Γεια σου Carlo, ας περιμένουμε λιγάκι; ας περιμένουμε να σταματήσουν οι κουβεντούλες, τα νέα να στραφούν προς αλλού, για να ζήσουμε ξανά μαζί σου κάποιες στιγμές από τις πολλές  –όχι-ελεύθεροι- που περάσαμε μαζί στις ειδικές φυλακές.  Να μη συμβεί, όπως ενθυμούμενοι τον  Prospero όταν μας άφησε και αυτός,που σηκώθηκε μια φασαρία αρρωστημένη. Αυτοί οι »δημοκρατικοί» κύριοι θεωρούν ανάρμοστο το ότι εμείς, οι ανατρεπτικοί, οι τρομοκράτες, οι επαναστάτες, θυμούνται με αγάπη αυτούς που μας συνόδεψαν σε αυτό το άνισο και ανώμαλο διάστημα του δρόμου.  Δεν ανέχονται πως ανάμεσά μας, »εμείς οι κακοί» μπορούμε να  ανταλλάξουμε θύμησες αγάπης!

Εσένα  “Picchio” τα χρονικά σε αγνόησαν. Δεν σε θεωρούσαν έναν »αρχηγό», έναν “comandante”, ΄΄διοικητή», έτσι αποφάσισαν. Από την άλλη ήσουν ακριβώς εσύ να μου υπενθυμίζεις να μην τρέχω πίσω από τα μπάχαλα; ήσουν εσύ εκείνος που στο ίδιο κελί, στην φυλακή στο Trani και μετά –τιμωρητική μεταγωγή- στην Badu’ ‘e Carros, την στιγμή της μέγιστης σκληράδας, ή ακόμη στην υπέρ-φυλακή της Novara, μου έλεγες να περιμένω να σταματήσουν οι θόρυβοι στο βάθος και, με ηρεμία, να σκεφτούμε αυτό που πρέπει να κάνουμε. Αυτό μου έμαθες  Carlo, να είμαι υπομονετικός, ακόμη και τότε που όλα γύρω ήταν σε ταραχή και υπερένταση, υπερκινητική νευρικότητα, διότι – λέγαμε- εάν δεν παρέμβουμε αμέσως με μια πολιτική θέση ποιος ξέρει τι θα σκεφτούν εκείνοι και οι άλλοι!

Κι εσύ έλεγες, ας τους να σκέφτονται ότι θέλουν, έτσι κι αλλιώς η πραγματικότητα κινείται στις δικές της διαδρομές, μην δίνεις σημασία στα κουτσομπολιά. Να μαστε εδώ να συζητάμε ακόμη : σε αυτό εγώ σου ασκούσα κριτική πως ήσουν λιγάκι υπερβολικά »ντετερμινιστής, αιτιοκράτης». Όμως εσύ την τελείωνες εκεί την πολεμική και με έφερνες στο παράθυρο όπου ανάμεσα στα κάγκελα φαίνονταν παραλληλόγραμμα γαλάζιου ουρανού που διασχίζονταν από τα βέλη του πετάγματος των πουλιών, πάντα πολλά στο  Nuoro. Ήταν κυρίως  Falconiformi, Γεράκια νομίζω, που οι σάρδοι αποκαλούσαν   “poiane”, εσύ όμως με έκανες να προσέξω τις διαφορές ανάμεσα στο ένα και το άλλο, l’astore, il gheppio, il falcopecchiaiolo, il capovaccaio εξηγώντας μου πως για να τα αναγνωρίσεις χρειάζονταν να παρατηρείς με προσοχή τα φτερά τους, “remiganti”, εκείνες τις πένες στο τέλος των φτερών που είναι ο τομέας αερομεταφοράς τους.

Ίσως να μην είμαι ακριβής, κάνω λάθη στα ονόματα και στην περιγραφή της πτήσης των αρπακτικών, όμως, αγαπημένε “Picchio”, τα διακόψαμε τα μαθήματα, δεν μπορέσαμε να τα συνεχίσουμε απ’ όταν αφήσαμε πίσω μας εκείνες τις βρωμερές παράγκες που ονομάζουν φυλακές. Εσύ επέστρεψες στο αγαπημένο σου  Veneto για να φύγεις μετά στην Bologna για δουλειά, εγώ επέστρεψα στην Ρώμη και οι κανονισμοί εμπόδιζαν στον καθένα μας να αφήσει τον »δήμο κατοικίας του». Μετά, ξαφνική και αναπάντεχη, η αρρώστια. Εσύ!, εσύ που θεωρούσουν ένας »βράχος»,  una “roccia”, ποτέ ένα κρυολόγημα, μια γρίπη, ποτέ μια πάθηση, σε εκείνα τα βρωμερά μέρη. Εγώ, αντιθέτως με τον αιώνιο πονόλεμο και το κρύο, εκείνο το καταραμένο κρύο που δεν κατάφερνα ποτέ να πετάξω από επάνω μου. Κι έφυγες, έτσι ! Τι στον πούτσο!!!

Ποιος ήταν ο  Carlo? Εσείς δεν το ξέρετε! Δεν το ξέρετε διότι διότι δεν γνωρίζετε τίποτα για εμάς. Για εσάς travet, γραφειοκράτες  της παρούσας τάξης  δεν ήταν ένας  “ιδεολόγος” και δεν του αφιερώσατε ούτε για γραμμή στα χρονικά.  Bravi! Μα τι ξέρετε εσείς για εμάς? Εσείς άνδρες και γυναίκες καταδεκτικοί σε κάθε επιθυμία της εξουσίας και των μεγάλων ΜΜΕ δεν μπορείτε να το ξέρετε διότι δεν θελήσατε να μάθετε τίποτα, για αυτούς που σας αμφισβήτησαν και, ίσως, σας φόβησαν επίσης πάρα πολύ.  Δεν το ξέρετε διότι δεν θελήσατε να μάθετε την ιστορία μας ούτε τις πολιτικές μας και ανθρώπινες διαδρομές . Ακόμη λιγότερο θελήσατε να μάθετε το γιατί μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια εκείνων των γενεών εξεγέρθηκαν εναντίον σας για να τινάξουν στον αέρα το εκμεταλλευτικό σας σύστημα όπως επίσης και την αλαζονεία σας και τις δικές σας  καταχρήσεις.  Μιλήσατε απ’ το μυαλό σας για οργανωτικά σχήματα, για κακούς δασκάλους, ιδεολογίες, leader και “comandanti”. Επινοήσατε τα πάντα διότι είχατε και έχετε φόβο να μας κοιτάξετε από κοντά, να μας κοιτάξετε στα μάτια.

Μας κρίνατε και μας δικάσατε σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα για να μας θάψετε κάτω από αιώνες, χιλιετίες φυλακής ελπίζοντες πως από εμάς δεν θα παρέμενε ούτε η ανάμνηση. Εμείς, εκείνες οι γυναίκες και εκείνοι οι άνδρες που είχανε ουρλιάξει πως έπρεπε όλα να αλλάξουν και είχαν ξεκινήσει να το κάνουν! Μετά, αν και κάναμε λάθη, λιγότερα ή περισσότερα, η κραυγή αποδείχθηκε ακριβής και η σημερινή πραγματικότητα μας το φτύνει κατάμουτρα, σε όλους. Τώρα που οι δυνατοί έχουν εκ νέου ανάψει τις μηχανές των θανατηφόρων συσκευών τους.  Όπως εσύ έλεγες   Carlo, η πραγματικότητα δεν δίνει καθόλου σημασία σε δικαστές και κακογράφους!

Γεια σου “Picchio” το ξέρω, και οι δυο μας το ξέρουμε πως δεν υπάρχει ένα μέρος ούτε ένας καιρός όπου θα ξανασυναντηθούμε. Όπου θα αρχίσουμε ξανά τις αναμμένες συζητήσεις μας  για το Sceptulin (εγώ συνεχίζω να μην συμφωνώ, το ξέρεις! eheh”); όπου θα διατρέχουμε τις σπαστικές ώρες της εξέγερσης στην ειδική φυλακή του Trani και τις στιγμές της σφαγής; όπου να θυμηθούμε τότε που στην υπέρ-φυλακή της, με ότι βρήκαμε μπροστά μας και κοροϊδεύοντας τους φρουρούς, καταφέραμε να αποστάξουμε εκείνο το απαίσιο κρασί που μας άφηναν να αγοράζουμε στα »ψώνια» για να βγάλουμε γκράπα, τοξική σίγουρα, μα που απολαύσαμε μεθώντας παταγωδώς; όπου να σε δουλεύω για την όρεξή σου να τρέχεις ακόμη και στον πιο στενό »περίπατο» της ειδικής φυλακής, εκείνες τις μεγάλες λεκάνες τσιμέντου λίγων τετραγωνικών μέτρων.

 Δεν ήθελες να αποδεχτείς πως το κράτος μια ημέρα θα σου είχε δέσει τα πόδια που αγαπούσαν να τρέχουν στους λόφους και στα βουνά στην πατρίδα σου, το Βένετο, και συνέχιζες με πείσμα να πηγαίνεις πάνω κάτω σ’ εκείνο το τσιμέντο κοιτάζοντας ψηλά τα πουλιά να πετούν. Εάν ήμουν ένας αυτόχθονας ινδιάνος αμερικανός θα σε φανταζόμουν να τρέχεις με μιαν ανάσα τα »πράσινα λιβάδια», όμως κανείς δεν μου απαγορεύει να σε τρέχεις πίσω από εκείνο το διπλοσάινο, εκείνο το falco pecchiaioloastore,  για να μάθεις εάν εκείνο το αρπακτικό πετά ακόμη στους ουρανούς της Σαρδηνίας.

Γεια σου σύντροφε “picchio” ήταν ωραίο που σε γνώρισα!

salvatore

contromaelstrom

Al compagno, all’amico al fratello Carlo Picchiura che ci ha lasciato in questi ultimi giorni di agosto.

Ciao Carlo, aspettiamo un po’; aspettiamo che il chiacchiericcio si plachi, che la cronaca vada oltre, per rivivere con te alcuni momenti dei tanti –non-liberi- passati insieme nelle carceri speciali. Che non succeda, come nel ricordare Prospero quando anche lui ci ha lasciati, che si innalzi uno schiamazzo malsano. Lor signori “democratici” ritengono disdicevole che noi, i sovversivi, i terroristi, i rivoluzionari, si ricordi con amore chi ci ha accompagnato in questa tratto di strada sconnesso e accidentato. Non sopportano che tra noi, “i cattivi” ci si possa scambiare ricordi affettuosi!

A te “Picchio” le cronache ti hanno ignorato. Non ti ritenevano un “capo”, un “comandante”, hanno deciso così. D’altronde eri proprio tu a ricordarmi di non rincorrere gli schiamazzi; eri tu quello che nella stessa cella, a Trani e poi –trasferimento punitivo- a

Δείτε την αρχική δημοσίευση 799 επιπλέον λέξεις