αθλητισμός, sport

Ο dottor Sócrates. Το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με το βίτσιο να πίνει και να υψώνει την γροθιά του

του Gioacchino Toni

Andrew Downie, Il Dottor Socrates. Calciatore, filosofo, leggenda, Ποδοσφαιριστής, φιλόσοφος, θρύλος, Le Milieu, Milano, 2018, σελ. 319, € 19,90

«Αυτό το βιβλίο είναι ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά: στη νοσταλγία μας, στις ψευδαισθήσεις μας. Όχι, δεν μπορεί να υπήρξε ένας πρωταθλητής και άνθρωπος όπως ο Δρ Sócrates. Ο Downie είναι ο νέος Πλάτωνας, ένας Πλάτωνας της μπάλας. Και μας διηγείται, από τη γέννηση μέχρι το θάνατο (την ημέρα του πολυπόθητου πρωταθλήματος που κατέκτησε η Corinthians), από τα πρώτα γκολ μέχρι τις απογοητεύσεις (όπως εκείνο το απόγευμα, λυπηρό μοναχικό και τελικό, της 5 ιουλίου 1982 στο «Sarrià» της Βαρκελώνης: 3-2 για το Ιταλία του αναγεννημένου Pablito Rossi», »ο θάνατος της ομορφιάς» για τους βραζιλιάνους), από την πανεπιστημιακή αποφοίτηση στο όνειρο, που επιτεύχθηκε, της Δημοκρατίας σε ένα έθνος, από το 1964 έως το 1984, που τραυματίστηκε και προσβλήθηκε από μια επαίσχυντη δικτατορία, εκείνος ο (σχεδόν) από τύχη ποδοσφαιριστής, ένας από τους πιο διαυγείς-καθαρούς πρωταγωνιστές του brasileiro εικοστού αιώνα» (Darwin Pastorin)

Με αυτά τα λόγια ο Darwin Pastorin προλογίζει το βιβλίο που αφιερώνει ο Andrew Downie στον «δικό» μας Σόκρατες, εκείνον που μπόρεσε να εισέλθει στον θρύλο ενός λαού που, πλαταίνοντας τα βραζιλιάνικα σύνορα, κατέληξε να καταλαβαίνει όλους εκείνους που ακόμη και μπροστά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ξέρουν να αναγνωρίζουν τα χαρακτηριστικά του επαναστάτη και του ονειροπόλου που κινείται ασκώντας τον στόχο της ελευθερίαςpraticando l’obiettivo della libertà.

Γαντζωμένοι με νύχια και με δόντια στα σκουριασμένα κλουβιά που δημιουργήθηκαν για να διαφλάξουν, αξιοθρήνητα, τους ιερούς τόπους του αθλητισμού από τον συρφετό που καταλαμβάνει τις κερκίδες της καθημερινής ζωής ή μπροστά στις οθόνες μιας τηλεόρασης, που αν υπολογίσεις σωστά όλα εκτελούν την ίδια λειτουργία, πολλοί έχουν αναγνωρίσει σε εκείνο τον άχαρο λεπτό και μουσάτο κάτι περισσότερο από ένα μεγάλο ποδοσφαιριστή. Πολλοί είδαν σε αυτόν, συνεχίζει ο Pastorin, «την υψηλή και σθεναρή φωνή ενός λαού που ζητά, ακόμη και από τους πρωταθλητές του ποδοσφαίρου, να αγωνιστούν για ένα συλλογικό καλό, να κατέβουν στο γήπεδο όχι μόνο για τη νίκη, αλλά για τις κατακτήσεις εκείνων που θέλουν να ξεφύγουν από τη σκιά, να δώσουν οριστικά στους εαυτούς τους φως και ελευθερία, να γίνουν αρχιτέκτονες και όχι υποτακτικοί, θηράματα του δικού τους πεπρωμένου » (σελ. 7-8).

Ποιος ξέρει, σε αυτή την εποχή του play station ποδοσφαίρου, πόσοι, μεταξύ των νεότερων, έχουν ακούσει για την Κορινθιανή δημοκρατία, Democracia Corinthiana. Και ποιος ξέρει πόσοι, μεταξύ των πιο μεγάλων, τη θυμούνται ακόμα αφού ήπιαν το μυαλό τους με τον ήχο των καταγεγραμμένων χειροκροτημάτων και των συναισθημάτων ενοχής διότι τόλμησαν να κάνουν μεγάλα όνειρα.

Το βιβλίο του Downie ανοίγει διηγούμενο την ιστορία της ομάδας της Βραζιλίας που κατέβηκε στο γήπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, μιλώντας για εκείνη την seleção που ήταν ικανή να εκφράσει μια ομορφιά παιχνιδιού που έχει χαρακτεί στο συλλογικό φαντασιακό των φιλάθλων του ποδοσφαίρου σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν η ομάδα των Zico, Toninho Cerezo, Leandro, Júnior, Serginho και του Sócrates. Ήταν το μουντιάλ στο οποίο αυτή η χρυσή ποδοσφαιρική γενιά είδε τον δρόμο της να διακόπτεται απροσδόκητα, στο Στάδιο Sarrià, από την Ιταλία, ένα μονοπάτι που φαίνονταν διαγεγραμμένο και θα έπρεπε να κορυφωθεί με την ύψωση στον ουρανό του τροπαίου. Αλλά το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι αδίστακτο, ανηλεές. «Χάσαμε με την Ιταλία, χάσαμε με τη γαμημένη μαλακισμένη Ιταλία», ο Paulo Isidoro επαναλάμβανε πολλές φορές εκείνη την ημέρα πηγαίνοντας στα αποδυτήρια. Ο Zico μίλησε για θάνατο του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τον Sócrates η seleção «δεν θα έδινε ποτέ ξανά μια τέτοια λαμπερή παράσταση».

«Ωστόσο, εκείνη η ήττα δεν μετατράπηκε σε ένα είδος άλφα και ωμέγα για έναν άνθρωπο του οποίου η ύπαρξη πήγαινε πολύ πέρα απ’ το ποδόσφαιρο. Ακόμη και όταν η Βραζιλία προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την Ιταλία στην πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του, ο Sócrates σκέφτονταν μεγαλύτερες μάχες. Είχε ήδη δώσει ζωή σε εκείνη που θα γίνονταν η Κορινθιανή Δημοκρατία, η πιο ελπιδοφόρα επίδειξη δύναμης των παικτών σε μια ομάδα υψηλού επιπέδου. Οι ποδοσφαιριστές της Corinthians αναλάμβαναν τον έλεγχο του συλλόγου και απαιτούσαν να έχουν λόγο στη διοίκησή του. Ο Σόκρατες ζητούσε ελευθερία, και όχι μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε όλη τη Βραζιλία να κάνει το ίδιο, απορρίπτοντας τη στρατιωτική δικτατορία και επανοικειοποιούμενη τη χώρα. Είχε δύναμη και προσωπικότητα, και ένα έθνος εκατόν τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολουθούσε κάθε κίνηση του. Ένα όνειρο είχε σβήσει στην Ισπανία. Αλλά δεν θα άφηνε και το άλλο να του ξεφύγει τόσο εύκολα: την δημοκρατία» (σελ. 18).

Ο Sócrates, ακόμα και με όλες τις αντιφάσεις του, ήταν πάντα διαφορετικός. «Σε μια χώρα όπου το μελόδραμα διαλαλούνταν δυνατά και ανεμίζονταν σε κάθε γωνιά του δρόμου, στις οθόνες των τηλεοράσεων και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, ο Σόκρατες ήταν ακριβώς το αντίθετο των συναισθηματικών συμπατριωτών του» (σελ. 19). Δεν κατανοούσε αυτή την υπερβολική προσκόλληση στο ποδόσφαιρο, όσο κι αν ήταν διασκεδαστικό, δεν έπαυε να είναι ένα παιχνίδι. «Όταν οι άνθρωποι με ρωτούν ποια ήταν η πιο λαμπρή περίοδος που έχω ζήσει στο ποδόσφαιρο, απαντώ: »Γάμα τα, η δόξα για μένα ήταν οι απαρχές με την Raio de Ouro», γιατί ταξίδευα στο πίσω μέρος ενός φορτηγού μαζί με ένα σωρό από αγόρια όλα διαφορετικά μεταξύ τους […] Κάθε ένα από αυτά είχε μια διαφορετική ζωή και διαφορετικές ανάγκες. Γαμώτο, εγώ είχα φάει μεσημεριανό, και μερικοί από αυτούς όχι, και πηγαίναμε να παίξουμε ποδόσφαιρο! Ήταν μια εμπειρία που μου δίδαξε πράγματα που δεν είχα μάθει ποτέ στο σχολείο, πράγματα που κανείς ποτέ δεν μου είχε πει στο σπίτι. Γιατί ο πατέρας μου τα είχε περάσει όλα αυτά. Μόνο με την πάροδο του χρόνου ανακάλυψα όλες τις δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσει. Ποτέ δεν ήθελε να το μάθουμε» (p. 24).

Δεκάξι χρόνων ο Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, μπήκε στις νεανικές ομάδες της Botafogo αλλά αν το ποδόσφαιρο τον διασκέδαζε, το πραγματικό του όνειρο ήταν να γίνει γιατρός, σε σημείο να μπορέσει να αρπάξει από την εταιρεία την δυνατότητα να παρακάμψει μερικές εβδομαδιαίες προπονήσεις με σκοπό να ακολουθήσει ένα βραδινό σχολείο που τον προετοίμαζε για τις πανεπιστημιακές εξετάσεις. Έβρισκε απλώς γελοίο να τρέχει γύρω γύρω τον αγωνιστικό χώρο ή να πηδά επί τόπου, αυτός απλά ήθελε να έχει τη μπάλα ανάμεσα στα πόδια του. Μια κάποια ελευθερία σε σχέση με τις προπονήσεις ήταν σε θέση να τη διατηρήσει ακόμα και όταν ο νεαρός ποδοσφαιριστής, το 1973, κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με το Botafogo που του εξασφάλιζε ένα, αν και φτωχό, μισθό.

Έχοντας περάσει πολύ γρήγορα από τις νεανικές στην πρώτη ομάδα, ο Σόκρατες αντιλαμβάνεται οτι έχει πολύ χαμηλότερη αθλητική κατάσταση από τους αντιπάλους του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ήταν ακριβώς αυτό το έλλειμμα να τον ωθήσει να εφεύρει κινήσεις και εναλλακτικές λύσεις παιχνιδιού. «Το χτύπημα με την φτέρνα έγινε το εμπορικό του σήμα και τον αναγνώρισε ως έναν από τους πιο αυθεντικούς και συναρπαστικούς ποδοσφαιριστές της εποχής του. Οι οπαδοί ξεσπούσαν σε ζητωκραυγές από χαρά μπροστά σε εκείνες που έμοιαζαν με πινελιές ελεύθερης φαντασίας, αν και σπάνια ήταν τέτοιες. Ήταν ένας ρεαλιστής ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε εκείνη την κίνηση για έναν σκοπό, όχι για να προσελκύσει την προσοχή. Ο Zico έλεγε ότι αυτό τον καθιστούσε έναν αίνιγμα για τους αντιπάλους αμυντικούς, που δεν ήξεραν πώς να συμπεριφερθούν. Ο Pelé ειρωνεύτηκε λέγοντας πως αυτός ήταν πολύ καλύτερος με γυρισμένη την πλάτη παρά οι περισσότεροι από τους άλλους παίκτες απέναντι από την εστία » (σελ. 37). Στη συνέχεια θα περάσει στην Corinthians, ομάδα στην οποία κάνει το ντεμπούτο του στον εναρκτήριο αγώνα του Campeonato Paulista μπροστά σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες θεατές και, το 1979, έρχεται η πρώτη κλήση στην εθνική.

Την εποχή εκείνη η πλειοψηφία των φιλάθλων του ποδοσφαίρου ήταν λαϊκής προέλευσης και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική, όπως από την άλλη και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές. Τα πράγματα άλλαξαν μετά το 1979, όταν «στην σκιά των πρώτων μαζικών απεργιών κατά του καθεστώτος που οργάνωσαν οι εργάτες στην μεταλλουργία του Σαν Πάολο […], η πολιτική έκανε την εμφάνιση της στις κερκίδες» (σελ. 82). Μετά την ανάκληση ενός από τα πιo σκληρά στρατιωτικά διατάγματα ορισμένοι οπαδοί των Corinthians πήραν θάρρος και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σήκωσαν ένα πανό που ζητούσε γενική αμνηστία.

«Ο Sócrates δεν ήταν ένας ποδοσφαιριστής διανοούμενος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλούσε περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Πίστευε ότι το ποδόσφαιρο έπρεπε να παίζεται ή να παρακολουθείται, πως δεν έπρεπε να είναι αντικείμενο συζητήσεων. […] Από την άλλη πλευρά μιλούσε για οτιδήποτε άλλο. Η δημόσια εικόνα του, ειδικά μετά τις πρώτες σελίδες που κέρδισε για τον πολιτικό και κοινωνικό του ακτιβισμό, ήταν εκείνη ενός σοβαρού ανθρώπου με μια βραχνή φωνή, ο οποίος μιλούσε με σοφία και κρατώντας αποστάσεις επάνω σε σοβαρά θέματα. Αλλά με εκείνους που περνούσαν χρόνο μαζί του, με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνεντευκτές, με εκείνους που άκουγαν συνομιλίες και παρουσιάσεις μετά την αποχώρηση του, δεν ήταν καθόλου σοβαρός. Αντιθέτως, ήταν ξεκαρδιστικός και αυτοειρωνικός, και κάθε δικαιολογία ήταν καλή για να κοροϊδέψει, είτε επρόκειτο για άλλους είτε τον εαυτό του» (p. 117).

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, μετά από σύντομη απάντηση στις ποδοσφαιρικές ερωτήσεις, ο γιατρός μετακινούσε γρήγορα τη συζήτηση επάνω σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, για την κατάσταση της εκπαίδευσης και της υγείας. «Ο ακτιβισμός του συνέπεσε με μια αυξανόμενη απαίτηση για αλλαγή σε όλους τους τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Η αλλαγή ήταν στα χείλη όλων, και ο Σόκρατες ήταν μια από τις φωνές που εκφράζονταν με περισσότερη ορμητικότητα υπέρ αυτής. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Βραζιλίας ένας αθλητής είχε ένα μεγάφωνο, και οι οπαδοί τον άκουγαν » (σελ. 164). Στη δεκαετία του Ογδόντα, η συντριπτική πλειοψηφία των βραζιλιάνων παικτών προέρχονταν από τα φτωχότερα περιβάλλοντα της χώρας και οι βραζιλιάνικες ελίτ έβλεπαν στο ποδόσφαιρο, «ένα καταφύγιο για εγκληματίες οι οποίοι δεν είχαν καμία εναλλακτική λύση για να ξεφύγουν από τη φτώχεια που καταπίεζε τη χώρα». Οι σύντροφοι του Σόκρατες στην Corinthians ήταν νέοι με ελάχιστη εκπαίδευση που έβλεπαν στο ποδόσφαιρο τη μόνη δυνατή διαφυγή από τη δυστυχία, την μιζέρια, και όταν «μιλούσε για πολιτικές θεωρίες ή τους υποκινούσε να βελτιωθούν από μια προσωπική σκοπιά, αυτοί γελούσαν στο πρόσωπο του, τον κορόιδευαν » (p. 168).

Ο θρίαμβος της Corinthians συμπίπτει με ένα σημαντικό έτος για τον Sócrates όχι μόνο από αθλητική άποψη. Κατά τη διάρκεια του τελικού ο γιατρός γιόρτασε το γκολ υψώνοντας τη γροθιά στον ουρανό εγκαινιάζοντας έτσι έναν τρόπο πανηγυρισμού που θα επαναλαμβάνονταν. «Είχε δει τον Reinaldo να γιορτάζει τα γκολ με αυτόν τον τρόπο και είχε μεγάλο σεβασμό για την υποστήριξη που επέδειξε ο επιθετικός της Ατλέτικο Μινέιρο απέναντι στους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους και τους ντόπιους, τους αυτόχθονες. Αργότερα ανέφερε τους Μαύρους Πάνθηρες του Μεξικού του 1968, για τους οποίους γνώριζε σίγουρα την αντιφασιστική ιστορία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε – είχε γιορτάσει μερικά γκολ με εκείνο τον τρόπο από το 1978 – αλλά συμφωνούσε απόλυτα με την προοδευτική πορεία που είχε παντρευτεί και άρχισε να το επαναλαμβάνει πιο συχνά » (pp. 173-174).

«Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη απόφαση των τελευταίων μηνών του 1982 λήφθηκε σε ένα πανεπιστήμιο και όχι από έναν ποδοσφαιριστή, έναν προπονητή ή έναν διοικούντα. Αν και υπήρχε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, το κίνημα δεν είχε ακόμα ένα όνομα. Οι άνθρωποι μιλούσαν για αυτό χρησιμοποιώντας τη φράση «παίκτες στην εξουσία», ή αποκαλούσε την Κορίνθιανς «Η Δημοκρατική Ομάδα» και τα γεγονότα που το αφορούσαν «Κορινθιανή Επανάσταση». Η κρίσιμη καμπή ήρθε το νοέμβριο, μετά από μια συζήτηση που διεξήχθη στην Pontificia Universidade Católica de São Paulo. Εκείνη την ημέρα, οι Olivetto, ο Σόκρατες και ο Adilson κάθονταν σε ένα πάλκο μπροστά σε εκατοντάδες φοιτητές και οπαδούς για να συζητήσουν περί του κινήματος και των στόχων του, τους συνόδευε με το ρόλο του animatore της συνάντησης ο Juca Kfouri, ο οποίος κάποια στιγμή με σαρκαστικό τόνο συνόψισε τα θέματα που καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς: «Συνεπώς, αν οι ποδοσφαιριστές συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις του συλλόγου, αν οι διοικούντες δεν τους σταματήσουν και αν ο φωτισμένος τύπος δεν σταματήσει να τους υποστηρίζει, αυτή που θα δούμε θα είναι μια δημοκρατία, μια Δημοκρατία Corinthiana”» (p. 174).

Η εμπειρία της κορινθιακής δημοκρατίας άλλαξε την καθημερινή ζωή του συλλόγου. Οι παίκτες αποφάσιζαν συλλογικά τις στρατηγικές στο γήπεδο και τη ζωή έξω από αυτό. Ο τύπος της Βραζιλίας ήταν αναπόφευκτα διαιρεμένος σε αυτή την επιλογή αυτοδιαχείρισης. Αν ορισμένοι δημοσιογράφοι υποστήριζαν την εμπειρία, η συντριπτική πλειοψηφία έδειξε εχθρότητα προς αυτήν. «Ο απλός κόσμος, εν τω μεταξύ, παρακολουθούσε προσεκτικά και συζητούσε τη σημασία της σε μια ιστορική φάση που όλο και περισσότερο έμοιαζε με ορόσημο. Η Βραζιλία το 1983 ήταν πλέον στην κόψη του ξυραφιού, και οι τελευταίες επιδράσεις της οικονομικής άνθησης μειώνονταν, έπαιρναν την κάτω βόλτα. Στην αρχή του έτους το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 30%, ο πληθωρισμός έφθασε στα υψηλότερα μηνιαία επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών και η κυβέρνηση εισήγαγε πολιτική ελέγχου των τιμών σε μια προσπάθεια στήριξης της οικονομίας. Η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται, όπως και το δημόσιο χρέος, και οι εντάσεις διαχέονταν στους δρόμους, όπου απεργίες και λεηλασίες έγιναν ο κανόνας, συνήθεια » (p. 179).

Μετά την απογοήτευση του ισπανικού μουντιάλ, το 1984, ο παίκτης περνά από την Κορίνθιανς, όπου σημείωσε 172 γκολ σε 298 αγώνες, στη Φιορεντίνα. «Την πρώτη επίσημη ημέρα στη νέα του ομάδα, ο Sócrates ενώθηκε με τους συντρόφους του για μια σειρά ιατρικών εξετάσεων. Ενώ περίμενε τη σειρά του να ανέβει στο διάδρομο για τις καρδιακές και αναπνευστικές εξετάσεις, άναψε νωχελικά ένα τσιγάρο. Όταν ο γιατρός μπήκε στην αίθουσα δεν ήθελε να πιστέψει τα μάτια του. «Μα τι κάνεις, καπνίζεις; Θα κάνουμε σπιρομέτρηση! «φώναξε. «Ακριβώς, γιατρέ, θερμαίνω τους πνεύμονές μου», απάντησε αυτός απαθής. Οι σύντροφοι έσκασαν στα γέλια και ο γιατρός βγήκε αηδιασμένος από το δωμάτιο «(σελ. 207).
«Ήταν σαν να περνάς από το Καρναβάλι του Σαλβαδόρ ντε Μπαΐα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων», δήλωσε ο γιατρός που έφτασε στο ιταλικό πρωτάθλημα. «Οι προπονήσεις σε υψόμετρο και η έντονη προετοιμασία δεν ήταν η δύναμή του. Κατά τη διάρκεια της πρώτης κούρσας λιποθύμησε, ενώ στη δεύτερη έριξε την πετσέτα μετά από δέκα λεπτά. Όταν οι συμπαίκτες του τελείωσαν το ημίωρο του τζόκινγκ, βρήκαν να τους περιμένει τον ατυχή βραζιλιάνο και μια από τις τυπικά σωκρατικές ερωτήσεις του. «Γιατί πρέπει να τρέχω πάνω και κάτω στους λόφους; εγώ θέλω να τρέχω με την μπάλα”» (p. 208).

Αν στην Κορίνθιανς οι σύντροφοι έτρεχαν για τον ίδιο και τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ποδοσφαιρικές δεξιότητές του αλλά και για το ότι ήταν χαρισματικός, στην Ιταλία οι παίκτες δεν έπαιζαν για διασκέδαση και δυσκολεύονταν να αντέξουν την έλλειψη επαγγελματισμού του και τη συνεχή αποφυγή των θυσιών . Σίγουρα η στάση του έδειχνε κάποιες αντιφάσεις όσον αφορά τις κολεκτιβιστικές διακηρύξεις του. «Η απροθυμία των ιταλών να κοινωνικοποιήσουν ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα για κάποιον σαν κι αυτόν που θεωρούσε θεμελιώδη την φιλία και τη συντροφικότητα, και η ψυχρότητα που εμφανίστηκε προς αυτόν του αύξησε την αίσθηση μοναξιάς » (p. 212).

Ο Sócrates παρουσιάστηκε στους εκστασιασμένους οπαδούς της Φλωρεντίας χαιρετώντας τους με σηκωμένη την γροθιά και το πράγμα εξόργισε τους ιδιοκτήτες του συλλόγου, τους χριστιανοδημοκράτες Pontello. Η εμπειρία της Kορινθιανής Dημοκρατίας ήταν γνωστή στους μωβ ηγέτες: «Ήμασταν προετοιμασμένοι και ξέραμε τι να περιμένουμε από αυτόν. Θυμηθείτε ότι η Φλωρεντία είναι μια ιστορικά αριστερή πόλη, και οι οπαδοί της ομάδας της είναι αριστεροί. Για εμάς δεν ήταν ένα πρόβλημα. Μας ενδιέφερε περισσότερο η απόδοση του στον αγωνιστικό χώρο. Αλλά ήταν τόσο διαφορετικός και sui generis- ιδιαίτερος που οι σύντροφοι τον έβρισκαν παράξενο. Αν είσαι διαφορετικός και κάνεις την ομάδα να κερδίζει, τότε τα προβλήματα εξαφανίζονται. Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν έρχονται, όλα γίνονται περίπλοκα. Ήταν ένας καλός παίκτης, αλλά δεν ήταν αρκετό. Οι λόγοι που δεν τα πήγε καλά δεν είναι ούτε τακτικοί ούτε τεχνικοί. Απλώς δεν προσαρμόστηκε στην ιταλική ζωή. Ποτέ δεν ενσωματώθηκε. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με τους φίλους του για να τον βοηθήσουμε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε » (p. 215).

Στην σύντομη ιταλική εμπειρία η σχέση με τους συντρόφους και τους ιδιοκτήτες δεν απογειώθηκε ποτέ. «Στον τρίτο από το τέλος αγώνα του πρωταθλήματος η Φιορεντίνα αντιμετώπιζε την Ουντινέζε στο σπίτι και ο τραυματισμένος Σόκρατες παρακολούθησε τον αγώνα με σορτς και σαγιονάρες. Έφτασε καθυστερημένος, και αντί να κατευθυνθεί στην κερκίδα των επισήμων, πήρε μια μπύρα και στάθηκε πίσω από τα προστατευτικά λίγα μέτρα από την πλάγια γραμμή. Αγνόησε τις χειρονομίες των διοικούντων που τον προσκαλούσαν να καθίσει στη θέση του. Σε κάποια στιγμή ήρθε κοντά του ένας φίλος, ένας κωμικός από την πόλη, στον οποίο πρότεινε να πάνε να παρακολουθήσουν το δεύτερο ημίχρονο στην Curva Fiesole, το πέταλο των φανατικών, μεταξύ των ultrà. Τους δυο υποδέχτηκαν σαν ήρωες και η εμπειρία να περάσουν σαράντα πέντε λεπτά δίπλα στους πραγματικούς οπαδούς παρέμεινε για πάντα μια από τις πιο ζωντανές, ζωηρές αναμνήσεις της ιταλικής του εμπειρίας. Ωστόσο, αυτή η πρόκληση απλώς χρησίμευσε για να επιδεινώσει τις σχέσεις με διευθυντές και συμπαίκτες. Οι Pontello ήταν εξοργισμένοι που τους σνόμπαρε και οι ποδοσφαιριστές νόμιζαν ότι τα είχε παίξει. Οι αποστάσεις μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πλέον αγεφύρωτες » (p. 217).

Με την ευκαιρία του καρναβαλιού ο Σόκρατες οργανώνει, μαζί με άλλους βραζιλιάνους, ένα μεγάλο πάρτι, «πέρασε εβδομάδες εγγράφοντας κασέτες με τα αγαπημένα του τραγούδια της samba, αγόρασε διακόσια λίτρα μπύρας, αρκετά ορεκτικά για να ταίσει ένα πλήρες στάδιο και ένα γουρουνόπουλο για ένα υπαίθριο μπάρμπεκιου παρά τις θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν «(σελ. 218). Στο πάρτι προσκάλεσε επίσης την ομάδα. «Οι σύντροφοι προετοιμάστηκαν όλοι ντυμένοι με κοστούμια, δείχνοντας την τυπική ιταλική κομψότητα, και αυτός, στη συνηθισμένη στολή του από τσαλακωμένα ρούχα και ταλαιπωρημένα αθλητικά παπούτσια, δεν έχασε χρόνο κάνοντας την γιορτή περισότερο βραζιλιάνικη. Πήρε ένα ζευγάρι ψαλίδια κηπουρικής και γελώντας πονηρά άρχισε να πετσοκόβει τις γραβάτες Armani και Dolce & Gabbana των καλεσμένων του. Οι Oriali, Massaro, Galli και ο Gentile ήταν μοναχά μερικοί από αυτούς που κατέληξαν στα νύχια του και δεν μπορούσαν παρά να παραδοθούν μπροστά σε αυτό το αστείο. Ο Passarella γονάτισε ικετεύοντας τον για την σωτηρία του ακριβού του αξεσουάρ. Ο Antognoni του είπε έτοιμος να βάλει τα κλάματα ότι η γραβάτα ήταν δώρο από τη μητέρα του. Αλλά ο Sócrates τους αγνόησε χαριτολογώντας και τις ξέσκισε μια μετά την άλλη, πριν τους σφίξει μες την αγκαλιά του […] «Τώρα είμαστε μια πραγματική ποδοσφαιρική ομάδα», είπε. «Τώρα, μπορούμε πραγματικά να αφήσουμε το πνεύμα της Κορινθιανής Δημοκρατίας να πάρει το επάνω χέρι» »pp. 218-219).

Τα πράγματα δεν πήγαν με αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός δεν κατάφερε ποτέ να εγκλιματιστεί στην Ιταλία και, παρά το ότι είχε ένα ακόμη χρόνο συμβολαίου, το 1985 αποφάσισε να πακετάρει τις βαλίτσες για να επιστρέψει στη Βραζιλία παίζοντας σε Φλαμένγκο, Σάντος και στη συνέχεια να τελειώσει την καριέρα του το 1989 στην Botafogo. Ο Sócrates δεν είχε αγαπήσει ποτέ τα αποχαιρετιστήρια παιχνίδια των μεγάλων ποδοσφαιριστών, «αποκαλούσε αυτές τις ευκαιρίες συναισθηματικoύς παραλογισμούς, και έφυγε με τον τρόπο του, με τις λιγότερες δυνατές τυμπανοκρουσίες. Στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ένα αντίο που θα είχε παραμείνει ανεκπλήρωτο, με μπύρες και φίλους, και όχι με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα και ακόμη λιγότερο μπροστά σε ένα πλήθος λατρείας. «Ήθελα να μαζέψω όλους τους ανθρώπους που είχα αγαπήσει, και να ετοιμάσω μπύρες και όλα τα υπόλοιπα», είπε. «Τους ανθρώπους μου, αυτό φανταζόμουν, σίγουρα όχι έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Θα ήθελα να το κάνω έτσι, να τους μαζέψω όλους, ακόμη και τους διευθυντές, όλους εκείνους που έπαιξαν ένα ρόλο στη ζωή μου και με τους οποίους είχα μια καλή σχέση με κάποιον τρόπο. Ήθελα να τους προσκαλέσω για μπάρμπεκιου και στη συνέχεια να παίξουμε ποδόσφαιρο. Να πώς το φανταζόμουν. Αλλά ένα αντίο; Όχι, δεν μου αρέσουν τα αντίο «. Αντιθέτως, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να τελειώσει την καριέρα του με την Κορίνθιανς, και αφού απέρριψε προσφορές και από την Ιαπωνία, ο Σόκρατες αποχαιρέτησε την Σάντος και επέστρεψε στην Μποταφόγκο για ένα σύντομο κύκνειο άσμα εκεί όπου όλα ξεκίνησαν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα. […] Στις 26 νοεμβρίου 1989, ο Sócrates κατέβηκε στο γήπεδο για τελευταία φορά ως επαγγελματίας στην ισοπαλία με 1-1 ενάντια στην Itumbiara, στην πολιτεία Goiás. Μόνο χίλιοι θεατές τον είδαν να κατευθύνει το κέντρο της ομάδας του πριν αποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια στα μισά του δεύτερου ημιχρόνου. Είχε τελειώσει. Δεν υπήρξαν ούτε φωνές ούτε επίσημες ανακοινώσεις για τον αποχαιρετισμό του. Ο πόνος ήταν αφόρητος, καθώς και τα πειράγματα. Μετά από δεκαεπτά χρόνια, πάνω από επτακόσιοι αγώνες και πάνω από τριακόσια τέρματα, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας έλεγε φτάνει. Τουλάχιστον σαν παίκτης » (pp. 269-271).

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή του στο βιβλίο για τον ποδοσφαιριστή που ήθελε να μάθει ιταλικά διαβάζοντας Τις επιστολές από τη φυλακή του Antonio Gramsci για τη σημασία που είχε το κείμενο στον «ανθρώπινο, κοινωνικό και φιλοσοφικό του σχηματισμό», γράφει ο Pastorin: «ο Γιατρός υπήρξε και τα δυο: Όνειρο και Πραγματικότητα, Γνώση και Φαντασία, η αίσθηση μιας εξαιρετικής «φαντασίας στην εξουσία». Ένας επαναστάτης σε δύσκολους καιρούς, ένας πρωταθλητής στο λυκόφως της χαράς του ποδοσφαίρου. Εκείνος ο αδελφός τον οποίο πολλοί από εμάς αγάπησαν και τον οποίον θα αγαπάμε για πάντα » (p. 9).

Ο Δρ Sócrates, το τακουνάκι που η μπάλα ζήτησε από τον Θεό … με τη συνήθεια να πίνει και την γροθιά σηκωμένη, είχε προβλέψει να πεθάνει τη ημέρα που η Κορίνθιανς θα κέρδιζε έναν τίτλο. Και έτσι πήγαν τα πράγματα. Στις 4 δεκεμβρίου 2011, μόλις στα πενήντα επτά, με την σωματική του κατάσταση εξαντλημένη και εξαιτίας των αλκοολικών υπερβολών του, έφυγε «ο αρχηγός της πιο δυνατής σελεσάο που δεν κέρδισε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ο αρχηγός της Κορινθιανής Δημοκρατίας, του πιο συγκλονιστικού προοδευτικού κινήματος που τάραξε ποτέ τον παλιομοδίτικο κόσμο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας». Έφυγε ήσυχα όπως αρμόζει σε όσους απεχθάνονται την ειδωλολατρία, την ώρα που η Corinthians του κέρδιζε, όπως είχε προβλέψει. «Θέλω να πεθάνω την κυριακή, την ημέρα που η Κορίνθιανς θα κερδίσει έναν τίτλο». Και έτσι ήρθαν τα πράγματα.


Sócrates  su Carmilla:

Segnali di fumo: Sócrates – Lorenzo Iervolino
di Nicola Gobbi e Simone Scaffidi
[segnalazione a fumetti del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario (2014)]

Sócrates: vita, morte e rivoluzione in un libro
di Simone Scaffidi Lallaro
[recensione del libro L. Iervolino, Un giorno triste così felice. Sócrates, viaggio nella vita di un rivoluzionario(2014)]

 

TAGGED WITH → •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  •  • 
αθλητισμός, sport

Η αποθέωση των πολιστών του Ολυμπιακού στο «Γ. Καραϊσκάκης»

 

Η αποστολή της ομάδας πόλο του Ολυμπιακού πήγε στο «Γ. Καραϊσκάκης» όπου περίπου οπαδοί των ερυθρολεύκων τους αποθέωσαν. (Photos + Videos)

Την αποθέωση που τους αξίζει γνώρισαν ο Θοδωρής Βλάχος και οι παίκτες του. Λίγες ώρες μετά την άφιξη τους στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» η αποστολή των ερυθρόλευκων παρέα πάντοτε με το κύπελλο του Champions League πήγαν στο «Γ. Καραϊσκάκης» όπου και γνώρισαν την αποθέωση.

Από νωρίς ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται έξω από το «Γ. Καραϊσκάκης» όπου και είχε δοθεί το σχετικό ραντεβού.

Φυσικά, όσο περνούσε η ώρα ο κόσμος αυξανόταν και όταν πια εμφανίστηκε η αποστολή όλοι γνώρισαν την αποθέωση.

Η αποστολή έφτασε από του Ρέντη με το πούλμαν της ποδοσφαιρικής ομάδας και έγινα αποδεκτή με καπνογόνα.

Η συνέχεια βρήκε τους πολίστες του Ολυμπιακού να μπαίνουν μέσα στην εγκατάσταση του γηπέδου.

Δείτε video απο τη ζωντανή μετάδοση που έκανε στο Facebook ο Ερασιτέχνης Ολυμπιακός.

αθλητισμός, sport

Ο βραζιλιάνος Socrate στην Ιταλία των χρόνων ’80

Αέναη κίνηση

Il Socrate brasiliano nell’Italia degli anni ’80

Μια εξωπραγματική κορύφωση, σαν ο επιτιθέμενος να επιπλέει επάνω σε ένα μαξιλάρι με αέρα, παπούτσια-hovercraft χωρίς τριβές. Η δράση κόβει την περιοχή σαν ένα νυστέρι, κλωτσάει την μπάλα στο πίσω μέρος του διχτυού. Σε πρώτο πλάνο το πρόσωπο ενός ανθρώπου πολύ μακρινού από τα ανθρωπομετρικά μέτρα των σημερινών ποδοσφαιριστών. Η Seleçao γιορτάζει. Η εθνική ομάδα που θα έκανε τον Pertini να σηκωθεί όρθιος μετά από ένα αστραπιαίο προβάδισμα.
Για τους ιταλούς είναι ένα σημείο καμπής κεντρικής σημασίας, το οποίο οδηγεί σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές στην άσκηση της εθνικής εμμονής: το «πως ήμασταν» να αρωματίζει όλες τις σάλτσες, καλύτερα σε γλυκό και έξω απ’ τη φωτιά. Οι βραζιλιάνοι, αντίθετα, θυμούνται εκείνο τον αγώνα ως την «Tραγωδία της Sarrià».
Στο δέκατο τρίτο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου, για τους χρυσοπράσινους, η τραγωδία εξακολουθεί να φαίνεται ακόμη μακρινή. Είναι…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 884 επιπλέον λέξεις

αθλητισμός, sport

Γροθιές και σοσιαλισμός: ένα ταξίδι στην κουβανική πυγμαχία

Stampa

Pugni e socialismo: un viaggio nella boxe cubana

Felix Savon, ο πιο νικηφόρος κουβανός πυγμάχος της ιστορίας.

 

“Η κυριαρχία του ρίνγκ είναι η έννοια της δέσμευσης, η έννοια των χορδών, η έννοια του χώρου, ποια είναι η θέση μου, ποια είναι η θέση σου, τι πρέπει να κάνω εγώ, τι πρέπει να κάνεις εσύ, ποια είναι η τακτική σου, ποια θέλω να ακολουθήσεις εσύ, και ποια τακτική αποφασίζω εγώ, και όποιος κάνει αυτό κερδίζει.”

Guillermo Vinent, καθηγητής του karate του Eide στο Santiago de Cuba.

 

Πολύ συχνά ο αθλητισμός, η λογοτεχνία και η πολιτική έχουν ανακατευτεί στην παραγωγή καλλιτεχνικών και πολιτιστικών αριστουργημάτων, πολλές φορές αυτό συνέβη στο πλαίσιο του Κέντρου και του Νότου της αμερικανικής ηπείρου, δημιουργώντας αξέχαστες σελίδες ικανές να δώσουν πίσω στον αθλητισμό την αρχική του ουσία, εκείνη την ονειρική και μαγική που βρίσκεται μέσα σε κάθε μορφή τέχνης και που στη σημερινή εποχή δυστυχώς βιάζεται μέσα στην λατρεία του χρήματος, στην εμπορευματοποίησή της. Ο πρόσφατα αποθανών Eduardo Galeano εξέφραζε τον εαυτό του με αυτό τον τρόπο σχετικά με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στη Γαλλία: «ένα άθλημα που μετατρέπεται σε πρόταση συλλογικής αλλοτρίωσης σε πλανητική κλίμακα, βασισμένης στην αντίθεση μεταξύ Βορρά και Νότου του κόσμου, μεταξύ Χωρών που εισάγουν παίκτες και άλλων που τους εξάγουν. »

Στο βιβλίο του «Ομορφιές και μιζέριες του παιχνιδιού του ποδοσφαίρου», ο Galeano αντιθέτως σκιτσάρει ένα διαφορετικό είδος ποδοσφαίρου, μέσα από ιστορίες που φέρνουν πίσω την ομορφιά του παιχνιδιού για το παιχνίδι, αρνούμενος, απορρίπτοντας το γεγονός μια τέχνη να γίνεται βιομηχανία και σχεδιάζει, παραδείγματος χάριν σελίδες όπως εκείνες που αφορούν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, που παίχτηκαν στη στρατιωτική δικτατορία της Αργεντινής, όπου μέσα στις θάλασσες λίγα χιλιόμετρα μακριά από τις αθλητικές εγκαταστάσεις ρίχνονταν τα σώματα των εξαφανισμένων, των desaparecidos.

Ο Galeano ήταν ουρουγουανός, όπου το futbol είναι το εθνικό σπόρ. Στην Κούβα, σε μία από τις σημαντικότερες, αν όχι την πιο σημαντική χώρα της πρόσφατης αμερικανικής πολιτικής ιστορίας, είναι ένα άλλο άθλημα που κυριαρχεί και εμπνέει πολυάριθμα έργα, ντοκιμαντέρ, σκέψεις και προβληματισμούς μεταξύ του ρίνγκ και των δρόμων: η πυγμαχία. Και είναι ακριβώς για την κουβανική πυγμαχία που μας μιλάει το βιβλίο «Pugni e Socialismo, Γροθιές και σοσιαλισμός – Λαϊκή ιστορία του μποξ στην Κούβα, Storia popolare della boxe a Cuba», κείμενο που γράφτηκε από τους Giuni Ligabue και Chiara Gregoris, εκδόθηκε από την RedStar Press και συνοδεύεται από το «Gancho Swing», ένα docufilm αφιερωμένο στην πρακτική του μποξ στην Κούβα.

Η αθλητική δραστηριότητα στην Κούβα είναι εγγυημένη σε όλους, και είναι ελεύθερη, δωρεάν, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, όπως στο ντοκιμαντέρ μας υπενθυμίζει ο τρεις φορές ολυμπιονίκης Felix Savon ο οποίος, με γνώμονα τις διδασκαλίες άλλων πρωταθλητών της Κούβας που προηγήθηκαν όπως ο Teofilo Stevenson και ο Alcide Sagarra, έβαλε μπροστά την αγάπη για τη χώρα του, τον λαό του και την επανάσταση στην επιτυχία και τα χρήματα που του προσφέρθηκαν επανειλημμένα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διαβόητη, πρόστυχη αντι-κομμουνιστική δραστηριότητα της «αγοράς» των κουβανών πυγμάχων .

Αν είχαμε γεννηθεί στην Κούβα, όπως εξηγούν οι συγγραφείς μας, ακόμα κι αν δεν μας άρεσε η πυγμαχία, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι ‘αυτή και να την συζητήσουμε με τον οποιονδήποτε. Στην πραγματικότητα, όλοι και όλες οι κάτοικοι του νησιού γνωρίζουν τις δόξες της κουβανικής πυγμαχίας, και όλες και όλοι γνωρίζουν πού να βρουν το γυμναστήριο της γειτονιάς. Το ντοκιμαντέρ των Chiara και Giuni μας κάνει να γνωρίσουμε έναν διαφορετικό κόσμο του αθλητισμού, στον οποίο αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι: φτιαγμένο όχι από ανταγωνισμό, χρήματα, επιθυμία για ταπείνωση και καταστροφή του αντιπάλου, αλλά πάθος, χαμόγελα και κοινότητα.

Στη χώρα μας μόνο τα τελευταία χρόνια ο κόσμος της πυγμαχίας ανακτά το χώρο του κάτω από τους προβολείς και στις καρδιές των ανθρώπων: θα προτιμούσαμε να το κάνει αυτό μέσω της γέννησης και της ανάπτυξης των λαϊκών γυμναστηρίων, παρά με τις συναντήσεις εκατομμυρίων που προβάλλονται στο ItaliaUno. Θα προτιμούσαμε «την κουβανέζικη σχολή» της πυγμαχίας από ένα ακόμη μέσο μαζικής αποσπάσεως της προσοχής που θα ήθελαν να μας προτείνουν οι ηγέτες μας της μοναδικής σκέψης, της φιλελεύθερης-καπιταλιστικής σκέψης. Στο βιβλίο και στο docufilm περιγράφεται η κοινωνική σημασία της πυγμαχίας, με την έννοια όχι της πυγμαχίας προς την κοινωνία, αλλά της κοινωνίας προς την πυγμαχία: δηλαδή μαθαίνουμε το πόσο η πυγμαχία και ο αθλητισμός εν γένει στην Κούβα είναι ένα απαραίτητο τούβλο της ατομικής και συλλογικής πορείας ζωής των κουβανών, δίπλα και εντελώς συνυφασμένο με την εκπαίδευση.

Οι αθλητές παρακολουθούνται από υπερ-εκπαιδευμένους τεχνικούς από πολύ νεαρή ηλικία, τόσο αθλητικά όσο και ψυχολογικά και σχολαστικά, κάθε δάσκαλος γνωρίζει και μελετά τόσο τα φυσικά όσο και τα σχεσιακά χαρακτηριστικά, όπως ο χαρακτήρας, η οικογενειακή και οικονομική κατάσταση κάθε αθλητή του. Επιπλέον, ο δάσκαλος ανησυχεί για την σχολική και ακαδημαϊκή του επίδοση, επειδή στην Κούβα μπορείς να έχεις όσο ταλέντο θέλεις αλλά δεν θα ανέβεις εκείνη που οι κουβανοί αποκαλούν «πυραμίδα», δηλαδή πρώτα το μονοπάτι της διδασκαλίας και στη συνέχεια της προπόνησης των κουβανών αστεριών, αν δεν έχεις αποδεκτά αποτελέσματα στο σχολείο.

Στην προσέγγιση αυτή γίνεται ορατό, στον αθλητισμό, το χέρι της κουβανικής Επανάστασης, που θέλησε να είναι η αθλητική δραστηριότητα μια διαδρομή βελτίωσης για όλα τα άτομα, το έπραξε για παράδειγμα μέσω της έννοιας της «προστασίας του αθλητή» που εκφράζεται, στην πυγμαχία, στην επιλογή της ερασιτεχνικής δραστηριότητας, κυρίως, παρά σε εκείνη την επαγγελματική. Αυτή η τελευταία στην πραγματικότητα θέτει σε κίνδυνο την υγεία των πυγμάχων σε αγώνες με εξαντλητικούς γύρους και χωρίς προστασία του κεφαλιού, και αποτελεί έκφραση του καπιταλιστικού αθλητισμού και συνδέεται αποκλειστικά με την αξία και το κέρδος.

Η «κουβανική σχολή» επικεντρώνει όλη τη διδασκαλία στην τεχνική και στην τακτική, σε ίσια και μακρά χτυπήματα, όχι στη δύναμη και το σκοπό της βλάβης του αντιπάλου. Δεν ανεβαίνει ο αθλητής στο ρινγκ μέχρι να μάθει να χτυπάει ευθεία, gancho και swing (uppercut και crochet) με μια καλή τεχνική.

Ενώ παρακολουθούμε το «Gancho Swing» αισθανόμαστε φωτισμένοι από τη διαφορετική προσέγγιση στο άθλημα που περιγράφουν οι μαθητές, οι δάσκαλοι, οι νέοι και οι παλιοί πρωταθλητές, αλλά και άνθρωποι που δεν το ασκούν αλλά το καθιστούν θέμα προβληματισμού και κουβέντας της καθημερινής ζωής. Εντυπωσιασμένοι από τις εικόνες που απεικονίζουν προπονήσεις και sparring, εικόνες που απλώνονται για να μοιραστούμε απλά πλάνα στα οποία οι αθλητές ζουν άλλες στιγμές που δεν σχετίζονται με την πυγμαχία ή μιλούν για στιγμές ζωής των «χαρακτήρων» που δεν πρωταγωνιστούν στο ρινγκ, όπως των οικογενειών των αθλητών, των οπαδών, κοινών ανθρώπων που είναι σε θέση να δώσουν μια βαθιά συμβολή στην περιγραφή αυτής της πραγματικότητας.

Σε αυτό το σημείο φαίνεται λογικό να αναρωτηθούμε γιατί στο στερέωμα του αθλητισμού γνωρίζουμε τους αμερικανούς μπασκετμπολίστες, τους ποδοσφαιριστές της Βραζιλίας, αλλά κανέναν από τους Κουβανούς πυγμάχους. Θα είναι ένα είδος αντικομουνιστικής λογοκρισίας ακόμη και στον τομέα του αθλητισμού; Ίσως επειδή είναι μέρος ενός μη επαγγελματικού κυκλώματος και επομένως λιγότερο «επιρρεπείς στο κέρδος»; Το γεγονός είναι ότι οι κουβανοί πυγμάχοι είναι εκείνοι που έχουν κερδίσει περισσότερο στον κόσμο και, τόσο για όσους γνωρίζουν ήδη τις πράξεις τους, όσο για εκείνους που αγνοούν, που βρίσκονται στο σκοτάδι, σίγουρα δεν είναι σπαταλημένος χρόνος εκείνος που προορίζεται στην ανάγνωση του «Pugni e Socialismo, Γροθιές και Σοσιαλισμός «και στην προβολή του» Gancho Swing, Άπερκατ Κροσέ «!

αθλητισμός, sport

Δυο αθλητικές ιστορίες: ο Arturo Merzario και ο Lupo

Αέναη κίνηση

Δημοσιεύτηκε στις   Wu Ming

[Στο τεύχος σεπτεμβρίου του περιοδικού GQ (ιταλική έκδοση) αναφερόμαστε με τον δικό μας τρόπο σε μια διάσημη ιστορία, αυτή της «φωτιάς του ring», Nürburgring 1976. Μια μέρα στη ζωή δύο ανδρών: ο ένας ονομάζεται Niki Lauda, ο άλλος Arturo Merzario . Μας ενδιαφέρει κυρίως ο δεύτερος.
Κερδίζουμε το ριμπάουντ, και με την μπάλα στα χέρια σας προσφέρουμε επίσης ένα ακόμη κείμενο. Αυτό γράφτηκε από έναν από τους πιο εκτιμημένους σχολιαστές εδώ στο Giap και στο Lipperatura, δηλαδή τον Luka, τον άνθρωπο που συνηθίσαμε να γνωρίζουμε ως Wu Ming 3, the man formerly known as Wu Ming 3. Μιλά για έναν ποδοσφαιριστή. Κάποιον που αποτραβήχτηκε έξω από το μεγαλύτερο θέαμα-γεγονός στον κόσμο. Που είναι και ένας άλλος τρόπος να ριχτείς μέσα στις φλόγες για να σώσεις κάτι, κάποιον.]
.

1 αυγούστου 1976. Η άσφαλτος τρέχει στη μέση της βλάστησης, από τη μία πλευρά της πίστας το…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.962 επιπλέον λέξεις

αθλητισμός, sport

Duncan Edwards, ο πιο μεγάλος. Πρόλογος στην ιταλική έκδοση

Δημοσιεύτηκε στις   

Working Class Hero

La madre Teti, la dea dai piedi d’argento, ridisse           
che due sorti mi portano al termine di morte;
se, rimanendo, combatto intorno a Troia,
perirà il mio ritorno, la gloria però sarà eterna;
se invece torno a casa, alla mia patria terra,
perirà la nobile gloria, ma a lungo la vita
godrò, non verrà subito a me destino di morte
– Iliade, IX, 410-416 Ιλιάδα

Η μητέρα Θέτις, η θεά με τα ασημένια  πόδια, επανέλαβε
ότι δύο μοίρες με οδηγούν στο τέρμα του θανάτου
εάν, παραμένοντας, παλεύω γύρω από την Τροία,
θα αφανιστεί η επιστροφή μου, η δόξα όμως θα είναι αιώνια
αν αντίθετα επιστρέψω σπίτι, στην πατρίδα μου τη γη μου,
θα χαθεί η ευγενική δόξα, αλλά τη ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα
θα απολαύσω, δεν θα έρθει αμέσως σε μένα μοίρα θανάτου

Let us die young or let us live forever
We don’t have the power, but we never say never
Sitting in a sandpit, life is a short trip
The music’s for the sad man
– Alphaville, Forever Young

Σε έναν από τους εξωτερικούς τείχους του Old Trafford, το στάδιο της Manchester United, υπάρχει μια πινακίδα που τιμά τη μνήμη των πεσόντων της 6ης φεβρουαρίου 1958. Είναι μια ημερομηνία που σφραγίζεται με φωτιά στην ιστορία της αγγλικής λέσχης, η οποία σηματοδοτεί το τέλος των Busby Babes , των παιδιών του Matt Busby που την μεταμόρφωναν σε ισχυρότερη ομάδα στην Ευρώπη. Εκείνη τη μέρα στο αεροδρόμιο του Μονάχου υπήρχε χιόνι, και αυτό βοήθησε να εμποδιστεί η απογείωση του αεροπλάνου που θα έπρεπε να φέρει στο σπίτι τους κόκκινους διαβόλους, i Red Devils, που επέστρεφαν από ένα αγώνα του ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Η ειρωνεία της τύχης ήθελε η συντριβή να συμβεί πριν ακόμη το αεροπλάνο αποκολληθεί από το έδαφος. Παρόλα αυτά οι μισοί από τους επιβάτες έχασαν τη ζωή τους.   

Εννέα χρόνια μετά την τραγωδία της Superga, στην οποία είχε εξαφανιστεί η Μεγάλη Τορίνο, il Grande Torino, το αγγλικό ποδόσφαιρο γνώρισε το ίδιο πένθος, αναστατωμένο, διαταραγμένο σε συναισθηματικό επίπεδο, και ακρωτηριασμένο σε εκείνο το ιστορικό. Η τραγωδία ξήλωσε πράγματι τους καλύτερους νέους παίκτες από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την αγγλική εθνική ομάδα, αλλάζοντας έτσι την ιστορία του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Είναι η διατριβή, η θέση πολλών μαρτύρων που εμφανίζονται σε αυτό το βιβλίο. Βιβλίο του οποίου δεδηλωμένη πρόθεση είναι, ωστόσο, μια άλλη, να δώσει μια απάντηση στην ερώτηση που κάθε φίλαθλος τουλάχιστον μία φορά στη ζωή έχει κάνει. Ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών;
Ο σκεπτικισμός του συντάκτη, του συγγραφέα την πρώτη φορά που πέφτει επάνω στην απάντηση ενός παλιού λάτρη του ποδοσφαίρου είναι ο ίδιος με του αναγνώστη που πρόκειται να αντιμετωπίσει αυτές τις σελίδες. Ο Duncan Edwards; Ας μην κάνουμε αστεία, παρακαλώ. Ενός παίκτη που πέθανε μόλις στα είκοσι ένα μπορεί να ειπωθεί στην καλύτερη περίπτωση ότι θα γίνονταν ο μεγαλύτερος, αλλά βάζοντας τον μπροστά από την ιδιοφυία που ξεδιπλώνεται του Pelé ή του Maradona, ή των Ρονάλντο και Μέσι της εποχής μας, ακούγεται σαν μια πρόκληση, προβοκάτσια.
Αλλά το βιβλίο του Leighton είναι κάθε άλλο παρά προκλητικό. Η μέθοδος διερεύνησης του είναι απλή και γραμμική: να ξαφρίσει τον θρύλο του Duncan Edwards και των Busby Babes από την αύρα της αγιότητας λόγω του τραγικού τους τέλους, για να αντιμετωπίσει και να ασχοληθεί με απλά αθλητικά χρονικά. Ο Leighton καταβροχθίζει, αλέθει άρθρα επί άρθρων, είτε πρόκειται για εκθέσεις και αναφορές των παιχνιδιών νεανικών πρωταθλημάτων σε τοπικές εφημερίδες, ή εκείνων των συναντήσεων της Πρώτης αγγλικής κατηγορίας και της εθνικής σε μεγάλες εφημερίδες του βασιλείου. Συνθέτει έτσι την ιστορία, την αφήγηση μιας καριέρας τόσο γρήγορης όσο ήταν σύντομη. Και ενώ διερευνά τις γραπτές πηγές, δεν παραιτείται από τη συζήτηση με μάρτυρες που ζουν ακόμα ή από την αναφορά των δηλώσεων εκείνων που έχουν χαθεί. Με αυτό τον τρόπο σκιαγραφεί την προσωπικότητα του πρωταθλητή, ένα μη δευτερογενές συστατικό για την αξιολόγηση του μεγέθους του.
Τελικά φθάνει να δώσει μια απάντηση καθόλου ρομαντική, αλλά ουσιαστικά τεχνική και ψυχολογική, που μας αφήνει έκπληκτους, αποπροσανατολισμένους από τη σαφήνεια και την απλότητα της.

Αυτή είναι και η ιστορία ενός ήρωα. Ήρωα με την κλασική έννοια, μια φιγούρα που συνδυάζει τη δύναμη και το πεπρωμένο του Αχιλλέα με την ηρεμία και την ανθρωπιά του Έκτορα. Νέος, δυνατός και υγιής, τέλειος για να ενσαρκώνει τον ιδανικό τύπο γιο της Aλβιώνας, σήμερα ο Edwards απεικονίζεται σε ένα άγαλμα στο κέντρο της πόλης όπου γεννήθηκε και όχι μπροστά σε ένα γήπεδο όπως άλλοι μεγάλοι του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Duncan Edwards, ποιος ήταν αυτός; Οι μαυρόασπρες ταινίες στο Youtube μας δίνουν την λαμπερή φιγούρα ενός αγοριού με πρόσχαρο πρόσωπο, με ένα ισχυρό σουτ σαν λίγα και μια μεγάλη γκάμα από πάσες. Τίποτα άλλο.
Το μητρώο μας λέει ότι γεννήθηκε το 1936, στην μικρή πόλη Dudley, στη λεγόμενη Black Country, Μαύρη Χώρα, περιοχή των West Midlands που παίρνει το όνομά της από την εμφάνιση του τοπίου. Μαύρο γιατί κυριαρχείται από τις φλέβες και τα ανθρακωρυχεία, από τα μεγάλα εργοστάσια παραγωγής χάλυβα και από τις βιομηχανικές αναθυμιάσεις που έκρυβαν τον ήλιο και δηλητηρίαζαν τον αέρα. Ένα τοπίο που έχει εμπνεύσει ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές συγγραφέων όπως ο Dickens και ο Tolkien, αυτός ο τελευταίος μεγάλωσε λίγα μίλια πιο πέρα.
Κάτω από εκείνο τον ουρανό χρώματος μολυβί απλώνονταν μια θάλασσα από σπίτια βαλμένα στη σειρά, αυτών που κέρδιζαν για να ζήσουν σε εκείνα τα εργοστάσια και στα ορυχεία.

Από εκεί έρχονταν ο ήρωας που αποθανατίστηκε από το μύθο των καταπληκτικών Busby Babes. Και από εκεί δεν προχώρησε πολύ περισσότερο. Μόνο μια μεταφορά στο βορρά, σε ένα άλλο βιομηχανικό αστικό συγκρότημα , εκείνο του Μάντσεστερ, σε ένα ελαφρώς αστικό σπίτι, όπου μοιράζονταν τους χώρους με τoυς άλλους απογόνους της United.
Ο Έντουαρντς ήταν γιος της εργατικής τάξης και ενσωμάτωνε τα όνειρα εξαγοράς-λύτρωσης εκείνων που είχαν βγει από τον πόλεμο και επιδίωκαν να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Μια λύτρωση που δεν περνούσε τότε μέσα από τον πλουτισμό, επειδή δεν μπορούσε να γίνει έτσι, οι αθλητικοί νόμοι της εποχής το απαγόρευαν. Ήταν μάλλον ζήτημα αποφυγής του ορυχείου ή του κλιβάνου, προσφέροντας έτσι μια λιγότερο αχάριστη μοίρα από αυτή των πατέρων.
Αν δεν κοιτάξουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρισκόταν το Old Trafford, το Θέατρο των Ονείρων που περιβάλλονταν από καμινάδες, όπου έβγαιναν στη σκηνή πολλά από τα κατορθώματα των Busby Babes, λίγα μπορεί να δει κανείς από την εικόνα του Edwards. Η υπερηφάνεια εκείνων που πήγαιναν στο γήπεδο αντανακλάται σε αυτή των παικτών του Matt Busby. Ένα σάββατο στα δύο στις τρεις το μεσημέρι, οι Babes έπαιζαν για τους δικούς τους ανθρώπους, για εκείνη την εν δυνάμει Mancunia Worker Republic που είχε το επίκεντρo της στο Old Trafford.

Nα γιατί ο Jimmy Murphy, το αδιαχώριστο δεξί χέρι του Busby, χαμογελούσε μπροστά στην αυταρέσκεια του θεατρικού Mohammed Ali όταν τον άκουγε να λέει ότι ήταν ο μεγαλύτερος και απαντούσε: «Ο μεγαλύτερος υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που ονομάζεται Duncan Edwards». Αυτοί οι τραχείς άντρες, ο Murphy, ο Busby, οι οποίοι με τη σειρά τους βγήκαν από τις ουαλικές κοιλάδες και τα ορυχεία της Σκωτίας, ξεπλυμένοι αλλά με πρόσωπα που μιλούσαν για δουλειά και μόχθο και πόλεμο, έβλεπαν στον Edwards την πρακτική υλοποίηση του ποδοσφαίρου έτσι όπως το ήθελαν: ένα παιχνίδι φτιαγμένο από δύναμη, μαεστρία, ταχύτητα και πολλή θάρρος. Μία μάχη προσομοιωμένη, έντεκα ενάντια σε έντεκα, η οποία επιτέλους δίνονταν στα ίσα, μεταξύ ανδρών, ανεξάρτητα από την προέλευση και τα επώνυμα. Ήταν η ευκαιρία για εκείνους που έρχονταν από τις «μαύρες» περιοχές της χώρας να δείξουν σε όλους από τι πάστα ήταν φτιαγμένοι, χωρίς την προοπτική ενός άλματος που θα τους εκτόξευε στο αντίθετο άκρο της κοινωνικής σκάλας.
Σήμερα είναι αδιανόητο οι ποδοσφαιριστές των μεγάλων συλλόγων να μην είναι τόσο πλούσιοι και διάσημοι όσο οι ηθοποιοί του Χόλιγουντ ή τα ροκ αστέρια, με δίπλα τους φίλες και συζύγους που φαίνονται (και μερικές φορές είναι) μοντέλα. Το αστέρι Κριστιάνο Ρονάλντο μπορεί να προσφερθεί να διευθετήσει τα δάνεια εκατομμυρίων του με τις φορολογικές αρχές υπογράφοντας μια λευκή επιταγή, όπως ένας άραβας σεΐχης. Παρακαλώ, γράψτε εσείς το ποσό. Όσο ταπεινή κι αν είναι η προέλευση του, ο άνθρωπος που ξέρει να παίζει εξαιρετικά καλά το ποδόσφαιρο είναι στην κορυφή του κόσμου, και εκείνη την προέλευση του την βλέπει με κιάλια. Τα εκατομμύρια των κοινών θνητών που τον βλέπουν να παίζει βλέπουν εκείνον που τα κατάφερε, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το ατομικό όνειρο της επιτυχίας, της φήμης, του πλούτου, έναν που θα μπορούν να θαυμάσουν και να ζηλέψουν, σίγουρα όχι κάποιον με τον οποίον μπορούν να ταυτιστούν συλλογικά.

Η ιστορία του Duncan Edwards έρχεται λοιπόν από έναν άλλο κόσμο και ένα άλλο ποδόσφαιρο, που μερικές φορές θα μπορούσε να φανεί συγκινητικό. Στη δεκαετία του ’50, δεν παίζονταν σε όμορφους χλοοτάπητες αλλά αγγλικά, αντιθέτως, τα παιχνίδια παλεύονταν συχνά μέσα στη λάσπη χωρίς φυλακισμένους, με εξοπλισμό και υλικά από  τρίτο χέρι, και σεμνές επιστροφές στο σπίτι με δημόσια μέσα μεταφοράς ή ιδιωτικά πεντάλ. Όλα χωρίς την κάλυψη των σημερινών μέσων μαζικής ενημέρωσης, έτσι ώστε οι πρωταθλητές να αναγνωρίζονται μόνο από τους δικούς τους οπαδούς, ίσως γείτονές τους.
Ο Leighton, ωστόσο, στέκεται μακριά και αποφεύγει να δείξει επιείκεια και νοσταλγία για τις παλιές μέρες. Αντίθετα, προσφέρει μια πολύ διαυγή ματιά στους κινδύνους και τα όρια εκείνου του ποδοσφαίρου. Φυσικοί κίνδυνοι, σωματικοί, όταν οι κανονισμοί ήταν πολύ πιο ήπιοι όσον αφορά τις αντιπαραθέσεις του παιχνιδιού, και περιορισμούς στην ελευθερία των παικτών, των ποδοσφαιριστών να διαπραγματεύονται τις αμοιβές και τις εταιρικές υποχρεώσεις, δηλαδή το επαγγελματικό τους πεπρωμένο.

Κυρίως, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο του «αρχαίου» έπους των Busby Babes επάνω στο οποίο φαίνεται να επιμένει ο Leighton, δηλαδή την σημασία που είχε η φιλία σε εκείνη την εμπειρία. Το παρατσούκλι, η ονομασία προέρχονταν από το γεγονός ότι ήταν κάτι λίγο παραπάνω από έφηβοι. Το σύστημα επιλογής και προετοιμασίας που είχε στηθεί από τον Matt Busby στη Manchester United στόχευε στους πολύ νέους. Ο Busby τους έψαχνε και τους φρόντιζε, περιμένοντας τους να είναι έτοιμοι, χωρίς βιασύνη προκειμένου να μην κάψουν τα μεταβατικά στάδια.  Έτσι τα αγόρια μεγάλωναν μαζί, ζούσαν μαζί, μαζί προπονούνταν και περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους, και όταν έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο αυτό γίνονταν μια ακόμη στιγμή της κοινής ζωής τους. Οι δεύτεροι πατεράδες τους Busby και Murphy σχημάτιζαν με αυτό τον τρόπο μια συμπαγή ομάδα, την οποία ούτε η καλή ούτε η κακή τύχη θα μπορούσε να διασπάσει. Μαζί έκαναν πράξη μια γενετική και πνευματική επανάσταση στο ποδόσφαιρο, η οποία συνέπεσε με μια ευρύτερη μεταμόρφωση της κοινωνίας και του φαντασιακού.
Αυτό το βιβλίο είναι επομένως και η ιστορία μιας ομάδας φίλων και του στοιχήματος, της πρόκλησης, που εκτόξευσαν στον κόσμο. Μια ιστορία χωρίς ένα ευτυχές τέλος, επειδή το παιχνίδι μετατράπηκε σε τραγωδία, σαν να είχε αντικαταστήσει ένας πραγματικός πόλεμος τον προσομοιωμένο πόλεμο, με νεκρούς, τραυματίες και επιζώντες οι οποίοι επλήγησαν από το αίσθημα της ενοχής.

Ένας από αυτούς τους επιζώντες είναι ακόμα στο σπίτι του στο Old Trafford. Ο Sir Bobby Charlton, γεννημένος το 1937, δεν χάνει την ευκαιρία να θυμάται αυτή τη σύντομη αλλά έντονη εποχή δόξας που έχει σημάδεψε τη ζωή του για πάντα. Είναι η ζωντανή μνήμη αυτός, ο επιζών φίλος της σφαγής, ο οποίος έκανε αυτό που θα έπρεπε να κάνει ο Έντουαρντς: να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, τη χρυσή Μπάλα, να λάβει την τιμητική διάκριση του ιππότη και να γίνει ένας διευθυντής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ . Ακούγοντας τον να μιλά σήμερα κάνει μια ορισμένη εντύπωση, αλλά τα λόγια του όμως είναι απολύτως διαυγή, όταν λέει: «Ο Duncan Edwards ήταν ο μόνος παίκτης που με έκανε να αισθάνομαι κατώτερος. Ήταν φανταστικός και τον αγαπούσα. »
Η αρχή αυτού του βιβλίου, στην οποία ο Leighton φαντάζεται πως θα συνέβαιναν τα πράγματα εάν οι δύο φίλοι είχαν επιζήσει και οι δύο, είναι μια πικρή αντίστροφη υπόθεση στην ιστορία, αυτή στην οποία ο Αχιλλέας της Britannia κερδίζει τον πόλεμο και επιστρέφει σπίτι για να μεγαλώσει παιδιά και να γεράσει. Το φινάλε είναι ένα Σαιξπηρικό δράμα αντιθέτως, στο οποίο τα θανατηφόρα συμπτώματα συσσωρεύονται μέχρι να φτάσουν στην καταστροφή, μετά σε ένα αδύναμο και ακόμη και σκληρό νήμα ελπίδας, στη συνέχεια στην τραγωδία και το πένθος. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει τον εαυτό του ευγνώμονα στον Leighton για την διακριτικότητα με την οποία ασχολείται με τη μοίρα των συγγενών του Edwards, χωρίς να επιδίδεται σε λεπτομέρειες οίκτου και λέγοντας λίγα πράγματα που ήδη λένε τα πάντα.
Ο κατάλογος των μεταθανάτιων, post mortem αφιερωμάτων και εορτασμών δείχνει πόσο μεγάλο ήταν το αντίκτυπο που είχε εκείνη η εξαφάνιση στον κόσμο του βρετανικού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, αλλά δεν λέει ακόμα τίποτα για την κληρονομιά του ή καλύτερα για το συμβολικό φορτίο που φέρνει μαζί της η φιγούρα του.  Δεν είναι τυχαίο ότι ο Leighton μιλάει για αυτόν ως ένα ηθικό πρότυπο για τον αθλητισμό. Και μάλλον δεν κάνει λάθος.

Πρώτα απ ‘όλα, επειδή ο Edwards δεν γνώρισε ποτέ τον ναρκισσισμό του πρωταθλητή. Έχοντας ζήσει πριν από την μεγάλη θεαματοποίηση του ποδοσφαίρου στην τηλεόραση, γλίτωσε τη μετατροπή των παικτών σε αστέρια της show business, κάτι που θα ήταν ασυμβίβαστο με τον ντροπαλό χαρακτήρα του, την ταπεινοφροσύνη και το πάθος του για το ίδιο το παιχνίδι, αυτό καθεαυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία όντως ότι μια συγκεκριμένη αφήγηση του ποδοσφαίρου για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επικοινωνιακή, με καταναγκαστική επιμονή στο ατομικό ταλέντο, σε συνδυασμό με τις αστρονομικές τζίφρες που καταβάλλονται για τους μεγάλους παίκτες, καταλήγει να ρυθμίζει, να επηρεάζει την αντίληψη του παιχνιδιού και αυτήν που ο πρωταθλητής έχει για τον εαυτό του.
Πόσες φορές έχουμε δει και ξαναδεί το δεύτερο γκολ του Ντιέγκο Μαραντόνα κατά της Αγγλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μεξικό, κάτι που πολλοί θεωρούν ότι είναι το πιο όμορφο που έγινε ποτέ; Ένας δαιμόνιος και άπιαστος παίκτης ξεκινά με την μπάλα στα πόδια από την μέση του γηπέδου, ντριμπλάρει ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα συμπεριλαμβανομένου του τερματοφύλακα και σκοράρει. Συγκρίνετε το με το γκολ που περιγράφεται σε αυτό το βιβλίο στη σελίδα 179, όπου η δράση ξετυλίγεται σε ολόκληρο το γήπεδο και είναι χορική, και με το ίδιο αντίκτυπο, με ισοπαλία στις εντυπώσεις θα έχουμε ξεκάθαρη την διαφορά μεταξύ δύο εικόνων του πρωταθλητή πολύ διαφορετικών.

Δίχως να παραπέμπουμε στην εκκεντρική προσωπικότητα του Maradona, σκεφτείτε επίσης τα λόγια του Ρονάλντο σχετικά με τη νεανική του ηλικία στην United, σε μια πολύ πιο πρόσφατη εποχή: «Όταν άρχισα να παίζω στη Manchester United ξεκίνησα να το πιστεύω: είδα ότι δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με το ταλέντο μου, την αφοσίωσή μου, τις προσπάθειές μου, την ποδοσφαιρική ηθική μου. Κανείς δεν μπορεί να συγκριθεί με μένα, κανείς άλλος δεν θα είναι ποτέ Κριστιάνο Ρονάλντο. »

Το εγώ του σύγχρονου πρωταθλητή αντικαθιστά το «εμείς» της ομάδας με ένα πλήθος μοναδικών κτητικών επιθέτων. Ταλέντο, αφοσίωση, προσπάθεια, αθλητική δεοντολογία, γίνονται ατομικές ιδιότητες που αποθεώνουν την αριστεία, την υπεροχή του ατόμου.
Αν και συχνά βρέθηκε να κάνει την διαφορά μέσα στο γήπεδο, ο Edwards, για την συγκυρία, το ρόλο, τη νοοτροπία και τον χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε ποτέ να ειδωθεί με αυτό τον τρόπο ούτε να μιλήσει έτσι, με αυτό τον τρόπο ο ίδιος, ούτε να μιλήσουν άλλοι έτσι γι αυτόν.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίον ο Edwards μπορεί να είναι ένα μοντέλο είναι η αυθεντικότητα του, η οποία τον τοποθετεί σε αντίθεση με τους υποψήφιους στο θρόνο του καλύτερου παίκτη στην ιστορία.
Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στους Di Stéfano, Pelé, Best, Cruyff, Maradona, Platini κ.λπ., μέχρι τον Messi και τον Ronaldo;
Η απάντηση είναι εύκολη: όλοι είναι επιθετικοί. Οι μισοί από αυτούς είναι οι αριθμοί 10, σέντερ φορ, εκείνοι που ολοκληρώνουν τις ενέργειες, οι οποίοι ντριμπλάρουν τις άμυνες, οι οποίοι σκοράρουν.
Ο Έντουαρντς μπορούσε να παίξει και σέντερ φορ, στην πραγματικότητα, και μερικές φορές το έκανε με εμφανείς συνέπειες στα αποτελέσματα των αγώνων, αλλά πρώτα απ ‘όλα ήταν ένας αμυντικός. Στην πλάτη του φορούσε τον αριθμό 6 και έπαιζε σε εκείνο το διάστημα μεταξύ της άκρης της περιοχής και του κέντρου του γηπέδου που ήταν το κλειδί για το ποδόσφαιρο τότε. Μεσαίος ακραίος ή η αριστερός στο κέντρο, αν προτιμάτε, ο ίδιος αφιερώνονταν έντονα τόσο στην απαγόρευση του παιχνιδιού των αντιπάλων όσο και στην προώθηση ενεργειών προς τα εμπρός. Ενέργειες που μπορούσαν να προκληθούν από τα διάσημες μακρινές του πάσες για τους ακραίους, ή από τα ανοίγματα του για τους κεντρώους, ή ακόμα και από πραγματικά ασταμάτητoυς καλπασμούς προς τα εμπρός .
Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει είναι ότι ξεκινούσε από θέση oπισθοχωρημένη, από τα πίσω. Ο Duncan Edwards δεν ήταν ένας goleador, δεν κέρδισε ποτέ την κορυφαία βαθμολογία των σκόρερς. Σκοράριζε, και πολύ μάλιστα, αλλά κυρίως σταματούσε το παιχνίδι του αντιπάλου, όταν ήταν απαραίτητο, έσωζε την εστία, και υπαγόρευε την επανεκκίνηση προς τα εμπρός, όταν δεν ξεκλείδωνε το αποτέλεσμα με μια τορπίλη κάτω από το οριζόντιο δοκάρι. Σε ορισμένες περιπτώσεις έκανε όλα αυτά μαζί.

Αν λοιπόν η ιστορία των πράξεών του με τα Busby Babes ή με την εθνική αγγλική ομάδα μπορεί να είναι μεταφορά αλτρουισμού, αντοχής, θάρρους, αφοσίωσης, ας σηκώσει το χέρι αυτός που δεν θα υποδείκνυε αυτές τις αξίες ως πυξίδα στα αγόρια που ξεκινούν σήμερα να κλωτσούν μια μπάλα με έναν αριθμό στη φανέλα, ή πιο απλά να αντιμετωπίζουν τη ζωή. Για το λόγο αυτό, ενώ ο Leighton ψάχνει σε αυτόν έναν καλό άγγλο ήρωα, η φιγούρα του Edwards υπερβαίνει τα βρετανικά νησιά και καθίσταται καθολική ακριβώς επειδή λειτουργεί ως ένας μύθος ή ένας θρύλος.
Λέγεται ότι δόθηκε στον Αχιλλέα μια επιλογή. Να έχει μια μακρά και ειρηνική ζωή, χωρίς να αφήσει το σημάδι, ή μια σύντομη και γρήγορη ζωή σαν ένα βέλος, γεμάτη αξέχαστες πράξεις
Ο αχαιός ήρωας επέλεξε τη δόξα.

Ίσως ο Duncan Edwards δεν είχε χρόνο να εκφράσει όλη την ποδοσφαιρική δυναμική του, αλλά με αυτόν τον τρόπο γλίτωσε και από τους τραυματισμούς, την παρακμή, το τέλος της καριέρας του σε κάποια ομάδα της Βόρειας Αμερικής ή την συμπαιγνία με το σύστημα ισχύος και εξουσίας που έγινε το ποδόσφαιρο διεθνώς. Ακόμη και όταν ο τελευταίος φίλος θα τον έχει αγγίξει, θα έχει έρθει σε επαφή μαζί του στο άλμπουμ των αναμνήσεων, ο «Big Dunc» θα εξακολουθεί να παραμένει αθάνατος, να αποθανατίζεται σε κάθε σκηνικό, σε κάθε μαύρο και άσπρο πλάνο, ως αρχαίος πολεμιστής στο πεδίο της μάχης. Για πάντα νέος. Για πάντα ισχυρός. Για πάντα μεγάλος. Ένα διακριτικό φάντασμα, όμορφο, που κάθε νεανική ομάδα θα ήθελε να έχει στα αποδυτήρια ένα λεπτό πριν από την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο, ικανό να την καθησυχάσει με την εντυπωσιακή παρουσία του, ένα χαμόγελο και τις σωστές λέξεις:
«Στο τέλος όλα θα πάνε καλά, γιατί το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που ανταμείβει όσους δείχνουν θάρρος. Ας μπούμε μέσα, παιδιά, πάμε! »

Bologna, μάρτιος 2018

[La biografia di Duncan Edwards, η βιογραφία του Duncan Edwards που έγραψε ο James Leighton και μεταφράστηκε από το Wu Ming 4 θα βγει στα βιβλιοπωλεία την πέμπτη 26 απριλίου, giovedì 26 aprile]

https://www.wumingfoundation.com/giap/2018/04/duncan-edwards-il-piu-grande-prefazione-alledizione-italiana-di-wu-ming-4/#more-33627

αθλητισμός, sport

O μύθος που λέγεται Ayrton Senna

Πέρασαν 22 χρόνια από το θάνατο του σπουδαιότερου για πολλούς οδηγού όλων των εποχών. Το ONEMAN θυμάται τον οδηγό, τον άνθρωπο, το θρύλο.

SHARES

Είναι περιπτώσεις ανθρώπων που τα λόγια δεν αρκούν για να τους περιγράψεις. Που οι λέξεις δεν φτάνουν για να μεταφέρουν το μεγαλείο του είναι τους. Που παρότι έχουν ‘φύγει’, η αγάπη του κόσμου τους κρατάει για πάντα εδώ. Ολοζώντανους. Στη μνήμη, στην καρδιά. Μία τέτοια περίπτωση είναι αυτή του Ayrton Senna.

Για πολλούς, ήταν ο κορυφαίος οδηγός όλων των εποχών. Θρύλος της Formula 1, εθνικός ήρωας για τους Βραζιλιάνους, ίνδαλμα που ενέπνευσε χιλιάδες νέους οδηγούς. Το ταλέντο του ήταν πηγαίο, αγνό και ασύγκριτο. Το πάθος του ήταν συγκλονιστικό, η οδήγησή του σε έκανε κάποιες φορές να ανατριχιάζεις, η αφοσίωσή του στο στόχο τσάκιζε κόκκαλα.

Ήταν Άνθρωπος με το ‘Α’ διόλου τυχαία κεφαλαίο και άφησε πίσω του σπουδαία κληρονομιά. Παρότι γόνος πλούσιας οικογένειας, βρισκόταν στις προσευχές των πιο φτωχών. Τους χάριζε ελπίδα, περηφάνια, ήταν ο δικός τους Ayrton. Κανένας άλλος οδηγός στην ιστορία των αγώνων δεν άφησε τόσο ανεξίτηλα το σημάδι του.

Σήμερα, 22 χρόνια μετά από εκείνη την καταραμένη Πρωτομαγιά του 1994 που ‘έφυγε’ για να κατακτήσει τις πίστες του ουρανού, όλα τα παραπάνω ισχύουν σε αμείωτο βαθμό. Ο Ayrton είναι εδώ, παντού, στη σκέψη και την καρδιά των απανταχού, των εκατομμυρίων θαυμαστών του. Αντικείμενο λατρείας, ακόμα και εμμονής.

Τουλάχιστον κάπως έτσι μας τον περιγράφει ο Βασίλης Τσακίρογλου, εκλεκτός συνάδελφος που αφιέρωσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του στον Senna, αποτυπώνοντας το σε τρία χορταστικά βιβλία για το σπουδαίο Βραζιλιάνο.

«Για μια περίοδο τουλάχιστον, ο Senna για εμένα ήταν τα πάντα, κυριολεκτικά. Και αυτή η περίοδος δεν ήταν όταν έτρεχε στη Formula 1, ενόσω δηλαδή ήταν ζωντανός και ακμαίος. Για κάποιο λόγο που έχει να κάνει με δικά μου, προσωπικά ζητήματα -ή ίσως ελλείμματα, ποιος ξέρει;- ο Senna είχε γίνει μια παντοδύναμη φιγούρα, ένα φάντασμα στο οποίο είχα υποταχθεί πλήρως. Επί ένα μεγάλο διάστημα, πριν καν αρχίσω με αυτή καθαυτή τη συγγραφή της βιογραφίας του, ο Senna ήταν το προσωπικό μου τοτέμ: Επένδυσα όλη μου την ενέργεια, όσο περισσότερο χρόνο ήταν δυνατόν, τη δημιουργικότητά μου, τη σκέψη μου, θα έλεγα την ύπαρξή μου ολόκληρη σε αυτόν. Προσδοκούσα ότι χάρη στη δική του παρέμβαση, με κάποιο μαγικό τρόπο, οτιδήποτε με απασχολούσε θα λυνόταν αυτομάτως με την έκδοση του βιβλίου που έγραφα για εκείνον».

Ο Β. Τσακίρογλου μας ταξιδεύει στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ύπαρξης του Ayrton

«Τυπικά είμαι άθεος και απεχθάνομαι οποιαδήποτε μυστικιστική ή μεταφυσική πίστη. Ουσιαστικά όμως αφέθηκα οικειοθελώς να δοθώ ολοκληρωτικά στη λατρεία του Senna. Το ‘γιατί;’ δεν έχει τόση σημασία, όπως δεν έχει σημασία για έναν φανατικό το εάν πιστεύει ότι, πυροδοτώντας τη ζώνη με τα εκρηκτικά που έχει πάνω του υπηρετεί τον Αλλάχ ή τον Σάι Μπάμπα. Σημασία έχει ο νοητικός μηχανισμός που μετατρέπει έναν φαινομενικά φυσιολογικό άνθρωπο σε ένα μονοδιάστατο, πλήρως αφοσιωμένο πλάσμα. Το έζησα, δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν το μετανιώνω καθόλου…».

Αυτό το ‘μεταφυσικό’ στοιχείο, ήταν άρρηκτα συνδεμένο με τον Ayrton. Ήταν πολύ θρήσκος, με κάθε ευκαιρία αναφερόταν σε Εκείνον και Εκείνον μνημόνευε κάθε που έκανε κάτι εξωπραγματικό. Όπως για παράδειγμα στις κατατακτήριες δοκιμές του Grand Prix του Μονακό το 1988. Στο Grand Prix-δοκιμασία, με τις μπαριέρες να στέκουν εφιαλτικά κοντά στην αγωνιστική διαδρομή, έτοιμες να τιμωρήσουν παραδειγματικά κάθε μικρό λάθος, κάθε στιγμιαία απροσεξία. Ειδικά τότε, με τη θηριώδη και σχεδόν ανίκητη McLaren-Honda MP4/4, σε μία εποχή που το αριστερό χέρι προσπαθούσε να βάλει χαλινάρι στο θεριό κρατώντας το τιμόνι και το δεξί άλλαζε από το λεβιέ σχέσεις στο ταλαιπωρημένο γύρο με το γύρο κιβώτιο. Παρότι στους δρόμους του Πριγκιπάτου το πραγματικό τούνελ είναι μικρό σε μήκος, για τον Ayrton όλα γύρω του εκείνη τη στιγμή είχαν μετατραπεί σε ένα τούνελ τεράστιο, σε μία άλλη διάσταση όπου πιλοτάριζε με τα πόδια να χορεύουν στα πεντάλ, κινούμενος με εξωπραγματικό ρυθμό. Ένα δευτερόλεπτο πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους, ενάμιση, δύο, ο άνθρωπος βρισκόταν ‘αλλού’.

Θυμάμαι –και ανατριχιάζω- το κομμάτι του βραβευμένου ντοκιμαντέρ ‘Senna’ του Asif Kapadia. Εκείνος ο γύρος, ο απόλυτος γύρος, με τον μπρουτάλ ήχο του ιαπωνικού V6 Turbo να διακόπτεται από λόγια του Ayrton. Μέσα σε δύο μόλις λεπτά, αποτυπωνόταν όλος ο ‘θρύλος’. Οκ, σε super short βερσιόν αλλά ευτυχώς υπάρχουν και άνθρωποι που αφοσίωσαν εαυτούς στο να εμβαθύνουν σε αυτόν όσο πάει. Στην πρεμιέρα του στη χώρα μας, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, είχα την τιμή να προλογίσω το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ αλλά στη συζήτηση με το κοινό, που ακολούθησε της προβολής, βρέθηκα κι εγώ να ακούω αφοσιωμένος σαν μικρό παιδάκι τα λόγια του Βασίλη Τσακίρογλου που ήταν επίσης παρών. Άλλωστε, κανένας άλλος Έλληνας δεν ξέρει τόσα πολλά, δεν έχει σκαλίσει τόσο βαθιά, δεν έχει παθιαστεί τόσο πολύ με αυτόν τον ‘ήρωα’. Σε βαθμό που ξεκίνησε να γράψει ένα βιβλίο και αυτά έγιναν… τρία!

«Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι με τον Senna δεν μπορώ να θέσω περιορισμούς πρακτικού τύπου. Επισήμως ξεκίνησα να γράφω περίπου τον Μάρτιο του 2003, υπολογίζοντας ότι τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους ή το πολύ σε δώδεκα μήνες θα είχα έτοιμο προς έκδοσιν ένα βιβλίο ‘φυσιολογικού’ μεγέθους, έκτασης 300-350 σελίδων, δηλαδή την πρώτη βιογραφία του Ayrton Senna στα ελληνικά. Η κυκλοφορία της οποίας θα συνέπιπτε με την Πρωτομαγιά του 2004 και τη συμπλήρωση δεκαετίας από τον θάνατό του. Τελικά, τον Αύγουστο του 2005 κυκλοφόρησε το ADeus, με την ένδειξη ‘Τόμος Α’’. Το σχήμα του ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό ενός «κανονικού» βιβλίου, ήταν σχεδόν 600 σελίδες και ζύγιζε περί το ενάμιση κιλό. Τον Δεκέμβριο του 2008 τα πράγματα χειροτέρεψαν ακόμη περισσότερο, με την κυκλοφορία του Β’ Τόμου ενός έργου-μαμούθ».

Δεν υπερβάλλει. Τα δύο αυτά βιβλία που έχω την τύχη να κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου, σε προκαλούν με το μέγεθός τους να παρατήσεις ότι κι αν έχεις να κάνεις, να αφήσεις στην άκρη κάθε λογής υποχρεώσεις και να αρχίσεις να ‘ρουφάς’.

«Τουλάχιστον την άνοιξη του 2014, η Key Books με απάλλαξε από τις τύψεις ότι είχα δημιουργήσει ένα θηριώδες, ανοικονόμητο έργο, εκδίδοντας το ‘Senna-Το Πνεύμα της Ταχύτητας’. Το οποίο, επιτέλους, ήταν ένα νορμάλ βιβλίο -ή τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως μοιάζει με κάτι τέτοιο. Πρόκειται gια μια βιογραφική μελέτη που φιλοδοξεί να σκάψει βαθιά στο μυαλό και την ψυχή του Senna. Αυτό ήταν το θεμελιώδες στοίχημα, όχι η καταγραφή της πορείας του στα Γκραν Πρι, η ανατομία της οδήγησής του κ.λπ. Από μια άλλη άποψη, ο Senna ήταν καταφανώς ένας εξαιρετικά χαρισματικός άνθρωπος και μια περίπτωση άξια διερεύνησης από πολλές απόψεις. Είναι πάμπολλες οι πτυχές της προσωπικότητάς του που με γοήτευσαν κατ’ αρχήν αλλά και στη διάρκεια της συγκέντρωσης του βιογραφικού υλικού, της συγγραφής του βιβλίου κ.λπ.»

«Κυρίως, όμως, νομίζω ότι ο βασικός και ισχυρότερος πόλος έλξης ήταν η πνευματική του δύναμη, το βάθος και το εύρος της σκέψης του. Ο Senna ήταν μια μεγαλοφυία, κάποιος που ωθούσε το ίδιο του το πνεύμα σε ανεξερεύνητες περιοχές, το μυαλό του πήγαινε τόσο μακριά ώστε έφτανε να τρομάζει ακόμη και ο ίδιος από την διεισδυτική του ισχύ».

Εύλογα αναρωτιέμαι: κατά τη διάρκεια αυτής της ενδελεχούς έρευνας, της κατάκτησης μέχρι πρότινος απόρθητων κάστρων σχετικά με τα άδυτα της προσωπικότητας του Ayrton, τι συνάντησε, τι ανακάλυψε ο Βασίλης που δεν γνώριζε και τον συγκλόνισε;

Σκέφτεται, ψάχνει στα άδυτα τις σκέψης, σε ένα λαβύρινθο που πλέον δεν υπάρχει κλωστή για να τον επαναφέρει στην είσοδό του: «Αυτό είναι ερώτημα που, πραγματικά, πολύ δύσκολα μπορεί να απαντηθεί. Γιατί δεν θυμάμαι πια τι δεν ήξερα για τον Senna, μια προσωπικότητα που με απασχολεί επί σχεδόν τρεις δεκαετίες. Επίσης, δεν ανέχομαι την προσέγγιση του οπαδού-συγγραφέα και υιοθετώ συνειδητά την αποστασιοποίηση του επιστήμονα-μελετητή (όσο και εάν αυτό ακούγεται υπερβολικό για τον Senna, ο οποίος ούτε εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς έκανε, ούτε επαναστάσεις υποκινούσε, ούτε διακρίθηκε σε κάτι άλλο πέραν της F1).

Με δεδομένη την ψυχρότητα, λοιπόν, του «αντικειμενικού» παρατηρητή, δύσκολα θα εκπλησσόμουν πχ από την ικανότητα του Senna να οπτικοποιεί στο μυαλό του έναν γύρο σε μια δεδομένη πίστα, ταυτόχρονα να χρονομετρά νοερά την επίδοσή του αλλά και να προτείνει βελτιώσεις στον εαυτό του. Για κάποιον αμύητο στην νοοτροπία του Senna, όλο αυτό ακούγεται παρανοϊκό, για κάποιον άλλον όμως (όπως εγώ) ο οποίος έμαθε να περιμένει τα πάντα από αυτόν τον μεγαλοφυή τύπο, δεν υπάρχει κάτι αλλόκοτο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, συνοψίζοντας τα πιο εντυπωσιακά, κατά την άποψή μου, στοιχεία της προσωπικότητας του Senna, θα έλεγα ότι ήταν η δύναμη της σκέψης και της αυτοανάλυσής του, καθώς και η κολοσσιαία αυτοπεποίθησή του».

Αυτή η δύναμη της προσωπικότητάς του, σε συνδυασμό με το αστείρευτο ταλέντο και την ανεξάντλητη δίψα κατάκτησης της κορυφής, οδήγησαν σε σπουδαίες εντός πίστας κόντρες. Μάχες που θυμόμαστε και αναπολούμε το τιμημένο παρελθόν της κορωνίδας του μηχανοκίνητου αθλητισμού, χορογραφίες που έχουν αποτυπωθεί τόσο έντονα στο μυαλό μας που δεν χρειαζόμαστε YouTube για να θυμηθούμε ‘τα  βήματά’ τους.

Όπως η μνημειώδης άμυνα που ο Βραζιλιάνος έπαιξε στους τελευταίους γύρους του GP Μονακό του 1992, όταν με την ανίσχυρη McLaren-Honda MP4-7A έκλεισε με μαεστρία κάθε παραθυράκι στον χείμαρρο Nigel Mansell με την Williams-Renault FW14B. Αν και το πραγματικό αντίπαλο δέος για τον Senna, είχε όνομα και λεγόταν Alain Prost.

«Το ότι το alter ego του Senna, τυπικά ο μεγαλύτερος εχθρός του, ήταν ο Γάλλος, ένας αληθινός γίγαντας των αγώνων και κατ’ εξοχήν ‘εγκεφαλικός’ οδηγός, λέει πολλά. Εάν γινόταν ποτέ να συνδυαστεί και να αλληλοσυμπληρωθεί το πνευματικό δυναμικό Senna και Prost, το αποτέλεσμα θα ήταν ένα υπερόπλο, μια -ειρηνική, ή έστω περιορισμένη στις πίστες- πυρηνική βόμβα», λέει ο Βασίλης.

Δύο τόσο σπουδαίοι αλλά ταυτόχρονα τόσο διαφορετικοί οδηγοί. Εκπρόσωποι διαφορετικών σχολών, διαφορετικής φιλοσοφίας. Ομολογώ (και μη ληφθεί ως ασέβεια μέρα που είναι) πως αν έπρεπε να διαλέξω στρατόπεδο, θα διάλεγα εκείνο του Γάλλου. Πιτσιρικάς ακόμα, προτιμούσα την αναλυτική σκέψη από τον παρορμητισμό. Τη λογική από το πάθος. Ίσως να έφταιγε και η αδυναμία μου να ακολουθήσω οποιαδήποτε πίστη – να ταυτιστώ με κάποιον που είναι τόσο δοσμένος σε μία ανώτερη δύναμη. Αιγόκερος βλέπεις, πραγματιστής όσο πάει.

Αυτό που πολλοί αγνοούν, είναι πως η αλληλοεκτίμηση αυτών των δύο σπουδαίων πρωταθλητών εξελίχθηκε σε δυνατή φιλία όταν έπαψαν να προσπαθούν να χωρέσουν τους εγωισμούς τους εντός της πλάτους μερικών μέτρων αγωνιστικής διαδρομής. Ίσως η εντός πίστας κόντρα τους να ήταν αναπόφευκτη, ο θρόνος χωράει πάντα μόνο έναν.

Το 1994 με τον Prost πλέον εκτός Formula 1, ο Senna μεταπήδησε στη Williams στοχεύοντας στο να χτίσει μία νέα αυτοκρατορία. Όμως η χρονιά ξεκίνησε άσχημα, η πίεση ήταν μεγάλη και η ανάγκη να υπερβάλλει εαυτόν ήταν αναπόφευκτη.

«Είπαμε πριν για την αυτοπεποίθησή του Ayrton», σημειώνει ο Βασίλης Τσακίρογλου. Όφειλε να πιστεύει ότι είναι θεός και, έπεισε τον εαυτό του ότι αυτό ήταν: Ένας μικρός θεός, άτρωτος, τα πανθ’ ορών και τα πάντα προλαμβάνων».

Δυστυχώς αυτό το τελευταίο, έμελλε να μην είναι αληθινό. Αποδείχθηκε θνητός και μάλιστα με τον πιο τραγικό τρόπο. Πρωτομαγιά 1994, όπως και φέτος, Πάσχα για τους Ορθόδοξους. Grand Prix Αγίου Μαρίνου στην πίστα της Ίμολα, σε ένα τριήμερο που φάνταζε εξ αρχής καταραμένο. Ο Rubens Barrichello είχε ένα σοβαρό ατύχημα την Παρασκευή, με τη Jordan του να απογειώνεται. Το Σάββατο ο Roland Ratzenberger έχασε τη ζωή του στις κατατακτήριες δοκιμές όταν η Simtek του καρφώθηκε στον τοίχο.

Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, ο Senna είχε προμηθευτεί μία αυστριακή σημαία για να τιμήσει τον αδικοχαμένο συνάδελφό του σε περίπτωση νίκης. Όμως όσο πλησίαζε η ώρα της εκκίνησης φάνταζε και πιο απόμακρος, βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις.

Ο αγώνας άρχισε επεισοδιακά, με ατύχημα, το αυτοκίνητο ασφαλείας βγήκε για να οριοθετήσει το ρυθμό. Όταν αυτό αποχώρησε, ο Senna οδηγούσε την κούρσα και μπαίνοντας στον έβδομο γύρο ήρθε η καταστροφή. Η Williams δεν έστριψε ποτέ στη στροφή Ταμπουρέλο, έπεσε με 233 km/h στον τσιμεντένιο τοίχο. Ο Senna ήταν ακόμα ζωντανός όταν απεγκλωβίστηκε από το μονοθέσιο του αλλά  παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του γιατρού της FIA, Sid Watkins, δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή.

Στα 22 χρόνια που έχουν περάσει, έχουν γραφτεί πολλά σχετικά, έχουν ειπωθεί πολύ περισσότερα. Μέχρι και θεωρίες συνωμοσίας για ελεύθερο σκοπευτή (!) αν και όλα καταλήγουν σε κατασκευαστική αστοχία της κολώνας του τιμονιού της Williams. Υπήρξαν λαϊκά και όχι μόνο δικαστήρια αλλά για πολλούς, ακόμα δεν έχει απονεμηθεί ‘δικαιοσύνη’ για τον χαμό του Ayrton. Ο Βασίλης συμφωνεί.

«Σε μεγάλο βαθμό συμφωνώ ότι αυτή είναι η αυθόρμητη αίσθηση -και σε αυτό το πνεύμα έχω γράψει το σχετικό κεφάλαιο στο ‘Senna-Το Πνεύμα της Ταχύτητας’. Εάν δικαιοσύνη σημαίνει η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας και ο κολασμός των υπαιτίων ενός αδικήματος, τότε υπ’ αυτή τη στενή έννοια, δικαιοσύνη δεν αποδόθηκε, παρόλη την διάρκεια του δικαστικού σίριαλ στα ιταλικά δικαστήρια. Από την άλλη, όμως, η δικαιοσύνη, εκτός από μια αφηρημένη έννοια που άπτεται της ηθικής, των ιδανικών κ.λπ, έχει μια απολύτως πρακτική διάσταση: Έγκριτοι νομικοί, από διάφορες χώρες, εκπροσωπώντας διαφορετικές σχολές δικαίου, θεώρησαν ότι η υπόθεση έκλεισε με την απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Εκεί τελείωσε το ζήτημα, οριστικά και αμετάκλητα. Και πάλι, όμως, η δική μου θεωρία, για την οποίαν έχω συζητήσει εκτενώς με ειδικούς, έμπειρους περί τη Φόρμουλα 1, με βετεράνους διεθνείς δημοσιογράφους οι οποίοι γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία των ομάδων κ.λπ, πηγαίνει λίγο παρακάτω. Ας μου επιτραπεί όμως να μην εκθέσω εδώ το τι απάντηση έδωσα εγώ στον εαυτό μου στο επίμονο και πιεστικό ερώτημα ‘ποιος σκότωσε τον Senna;’. Το ραντεβού με οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο, δεν γίνεται να δοθεί παρά μόνο στις σχετικές σελίδες του βιβλίου μου».

Σεβαστό! Ας περάσουμε στην επόμενη ερώτηση λοιπόν. Αν κάτι κέρδισε η Formula 1 από την απώλεια του Ayrton ήταν η δραματική βελτίωση των επιπέδων ασφαλείας – πέρασαν 21 χρόνια για να θρηνήσουμε ξανά απώλεια στην κορωνίδα του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πως θα ήταν όμως τα πράγματα αν δεν είχε ‘φύγει’ ο Senna;

«Σε ό,τι αφορά στις εκτιμήσεις για ένα διαφορετικό μέλλον, η δική μου άποψη είναι εξίσου έγκυρη ή αληθοφανής όσο και οποιουδήποτε άλλου: Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα μπορούσε να έχει συμβεί ‘εάν’, ‘εάν δεν κ.λπ. Προσωπικά, πάντως, πιστεύω ότι ο Senna θα δυσκολευόταν πολύ να συμβιβαστεί με την, απολύτως φυσιολογική, κάμψη της απόδοσής του. Θα αντιστεκόταν πολύ περισσότερο από όσο θα έπρεπε στη νέα γενιά πιλότων και ιδιαίτερα στον Michael Schumacher. Έχω την αίσθηση ότι ο Senna θα παρασυρόταν από τον εγωισμό του και θα έμενε στους αγώνες πιο πολύ από όσο θα έπρεπε για να διατηρήσει την αίγλη και τον θρύλο του. Επίσης, εικάζω ότι, όταν πια θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την αγωνιστική δράση, θα περνούσε μια βαθιά υπαρξιακή κρίση, θα πειραματιζόταν ακόμη και με την πολιτική, τελικά όμως θα αποτραβιόταν σε έναν δικό του κόσμο. Στο επίκεντρο του οποίου θα παρέμενε, όπως πάντα, ο εαυτός του».

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση και με βρίσκει σύμφωνο. Πώς να πειστεί ένας τόσο σπουδαίος οδηγός, ένας τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής, να φύγει νωρίς; Ή έστω έγκαιρα;

Αντίστοιχα στην περίπτωση του συγγραφέα, πόσο εύκολο είναι να πειστεί κανείς να σταματήσει να μοιράζεται σκέψεις με τους ‘ομόθρησκους΄; Για το τέλος λοιπόν ρωτάω τον Βασίλη αν σε αυτές τις μερικές χιλιάδες σελίδες, έχει γράψει όλα όσα είχε μέσα του για το ίνδαλμά του. Αν έχει έρθει η ώρα να πατήσει φρένο στη δική του εμμονή.

«Πιστεύω πως ναι, έχω κλείσει με το κεφάλαιο Senna, άλλα δέντρα δεν κινδυνεύουν να κοπούν και να μετατραπούν σε χαρτί -τουλάχιστον όχι εξαιτίας μου και όχι για την έκδοση άλλου ενός βιβλίου υπογεγραμμένου από εμένα και αφιερωμένο στον Senna. Το ‘Πνεύμα της Ταχύτητας’ περιέχει το απόσταγμα όλης αυτής της πολυετούς, επίπονης, αλλά και ανεκτίμητης ‘συμβίωσής’ μου με τον Senna. Ακόμη και εγώ έπρεπε να απεξαρτηθώ κάποτε από τον Ayrton».

Ο ‘τοίχος’ της Ίμολα που στήθηκε για τα 20 χρόνια από την απώλεια του Senna

Για κανένα λόγο όμως, δεν θα πάψει τόσο ο Βασίλης όσο και τα εκατομμύρια θαυμαστών του ανά τον κόσμο να τον λατρεύουν. Είχα την τύχη να βρεθώ στην Ίμολα, στις εκδηλώσεις για την επέτειο 20 ετών για την απώλειά του. Σε ένα διήμερο-γιορτή για το μηχανοκίνητο αθλητισμό τον οποίο βοήθησε να γίνει τόσο δημοφιλής. Με χιλιάδες κόσμου να κάνουν ουρές για να επισκεφτούν την έκθεση που είχε στηθεί στο ιταλικό σιρκουί. Ο Senna ήταν εκεί. Το πνεύμα του ήταν εκεί.

Αντί επιλόγου, θα σας παραθέσω ένα video με τη ζωντανή εκτέλεση ενός τραγουδιού που γράφτηκε στη μνήμη του και που ακούσαμε εκείνη την ημέρα σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Senna. Ο λόγος για το ‘Ayrton’ από τον Paolo Montevecchi. Απολαύστε το…

* Το βιβλίο ‘Ayrton Senna – Το Πνεύμα της Ταχύτητας’ κυκλοφορεί από την Key Books σε όλα τα βιβλιοπωλεία. Είναι επίσης διαθέσιμο μέσω της ιστοσελίδας www.keybooks.gr

http://www.oneman.gr/keimena/diabasma/malebox/o-muthos-poy-legetai-ayrton-senna.4036976.html