αθλητισμός, sport

Duncan Edwards, ο πιο μεγάλος. Πρόλογος στην ιταλική έκδοση

Δημοσιεύτηκε στις   

Working Class Hero

La madre Teti, la dea dai piedi d’argento, ridisse           
che due sorti mi portano al termine di morte;
se, rimanendo, combatto intorno a Troia,
perirà il mio ritorno, la gloria però sarà eterna;
se invece torno a casa, alla mia patria terra,
perirà la nobile gloria, ma a lungo la vita
godrò, non verrà subito a me destino di morte
– Iliade, IX, 410-416 Ιλιάδα

Η μητέρα Θέτις, η θεά με τα ασημένια  πόδια, επανέλαβε
ότι δύο μοίρες με οδηγούν στο τέρμα του θανάτου
εάν, παραμένοντας, παλεύω γύρω από την Τροία,
θα αφανιστεί η επιστροφή μου, η δόξα όμως θα είναι αιώνια
αν αντίθετα επιστρέψω σπίτι, στην πατρίδα μου τη γη μου,
θα χαθεί η ευγενική δόξα, αλλά τη ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα
θα απολαύσω, δεν θα έρθει αμέσως σε μένα μοίρα θανάτου

Let us die young or let us live forever
We don’t have the power, but we never say never
Sitting in a sandpit, life is a short trip
The music’s for the sad man
– Alphaville, Forever Young

Σε έναν από τους εξωτερικούς τείχους του Old Trafford, το στάδιο της Manchester United, υπάρχει μια πινακίδα που τιμά τη μνήμη των πεσόντων της 6ης φεβρουαρίου 1958. Είναι μια ημερομηνία που σφραγίζεται με φωτιά στην ιστορία της αγγλικής λέσχης, η οποία σηματοδοτεί το τέλος των Busby Babes , των παιδιών του Matt Busby που την μεταμόρφωναν σε ισχυρότερη ομάδα στην Ευρώπη. Εκείνη τη μέρα στο αεροδρόμιο του Μονάχου υπήρχε χιόνι, και αυτό βοήθησε να εμποδιστεί η απογείωση του αεροπλάνου που θα έπρεπε να φέρει στο σπίτι τους κόκκινους διαβόλους, i Red Devils, που επέστρεφαν από ένα αγώνα του ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Η ειρωνεία της τύχης ήθελε η συντριβή να συμβεί πριν ακόμη το αεροπλάνο αποκολληθεί από το έδαφος. Παρόλα αυτά οι μισοί από τους επιβάτες έχασαν τη ζωή τους.   

Εννέα χρόνια μετά την τραγωδία της Superga, στην οποία είχε εξαφανιστεί η Μεγάλη Τορίνο, il Grande Torino, το αγγλικό ποδόσφαιρο γνώρισε το ίδιο πένθος, αναστατωμένο, διαταραγμένο σε συναισθηματικό επίπεδο, και ακρωτηριασμένο σε εκείνο το ιστορικό. Η τραγωδία ξήλωσε πράγματι τους καλύτερους νέους παίκτες από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την αγγλική εθνική ομάδα, αλλάζοντας έτσι την ιστορία του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Είναι η διατριβή, η θέση πολλών μαρτύρων που εμφανίζονται σε αυτό το βιβλίο. Βιβλίο του οποίου δεδηλωμένη πρόθεση είναι, ωστόσο, μια άλλη, να δώσει μια απάντηση στην ερώτηση που κάθε φίλαθλος τουλάχιστον μία φορά στη ζωή έχει κάνει. Ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών;
Ο σκεπτικισμός του συντάκτη, του συγγραφέα την πρώτη φορά που πέφτει επάνω στην απάντηση ενός παλιού λάτρη του ποδοσφαίρου είναι ο ίδιος με του αναγνώστη που πρόκειται να αντιμετωπίσει αυτές τις σελίδες. Ο Duncan Edwards; Ας μην κάνουμε αστεία, παρακαλώ. Ενός παίκτη που πέθανε μόλις στα είκοσι ένα μπορεί να ειπωθεί στην καλύτερη περίπτωση ότι θα γίνονταν ο μεγαλύτερος, αλλά βάζοντας τον μπροστά από την ιδιοφυία που ξεδιπλώνεται του Pelé ή του Maradona, ή των Ρονάλντο και Μέσι της εποχής μας, ακούγεται σαν μια πρόκληση, προβοκάτσια.
Αλλά το βιβλίο του Leighton είναι κάθε άλλο παρά προκλητικό. Η μέθοδος διερεύνησης του είναι απλή και γραμμική: να ξαφρίσει τον θρύλο του Duncan Edwards και των Busby Babes από την αύρα της αγιότητας λόγω του τραγικού τους τέλους, για να αντιμετωπίσει και να ασχοληθεί με απλά αθλητικά χρονικά. Ο Leighton καταβροχθίζει, αλέθει άρθρα επί άρθρων, είτε πρόκειται για εκθέσεις και αναφορές των παιχνιδιών νεανικών πρωταθλημάτων σε τοπικές εφημερίδες, ή εκείνων των συναντήσεων της Πρώτης αγγλικής κατηγορίας και της εθνικής σε μεγάλες εφημερίδες του βασιλείου. Συνθέτει έτσι την ιστορία, την αφήγηση μιας καριέρας τόσο γρήγορης όσο ήταν σύντομη. Και ενώ διερευνά τις γραπτές πηγές, δεν παραιτείται από τη συζήτηση με μάρτυρες που ζουν ακόμα ή από την αναφορά των δηλώσεων εκείνων που έχουν χαθεί. Με αυτό τον τρόπο σκιαγραφεί την προσωπικότητα του πρωταθλητή, ένα μη δευτερογενές συστατικό για την αξιολόγηση του μεγέθους του.
Τελικά φθάνει να δώσει μια απάντηση καθόλου ρομαντική, αλλά ουσιαστικά τεχνική και ψυχολογική, που μας αφήνει έκπληκτους, αποπροσανατολισμένους από τη σαφήνεια και την απλότητα της.

Αυτή είναι και η ιστορία ενός ήρωα. Ήρωα με την κλασική έννοια, μια φιγούρα που συνδυάζει τη δύναμη και το πεπρωμένο του Αχιλλέα με την ηρεμία και την ανθρωπιά του Έκτορα. Νέος, δυνατός και υγιής, τέλειος για να ενσαρκώνει τον ιδανικό τύπο γιο της Aλβιώνας, σήμερα ο Edwards απεικονίζεται σε ένα άγαλμα στο κέντρο της πόλης όπου γεννήθηκε και όχι μπροστά σε ένα γήπεδο όπως άλλοι μεγάλοι του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Duncan Edwards, ποιος ήταν αυτός; Οι μαυρόασπρες ταινίες στο Youtube μας δίνουν την λαμπερή φιγούρα ενός αγοριού με πρόσχαρο πρόσωπο, με ένα ισχυρό σουτ σαν λίγα και μια μεγάλη γκάμα από πάσες. Τίποτα άλλο.
Το μητρώο μας λέει ότι γεννήθηκε το 1936, στην μικρή πόλη Dudley, στη λεγόμενη Black Country, Μαύρη Χώρα, περιοχή των West Midlands που παίρνει το όνομά της από την εμφάνιση του τοπίου. Μαύρο γιατί κυριαρχείται από τις φλέβες και τα ανθρακωρυχεία, από τα μεγάλα εργοστάσια παραγωγής χάλυβα και από τις βιομηχανικές αναθυμιάσεις που έκρυβαν τον ήλιο και δηλητηρίαζαν τον αέρα. Ένα τοπίο που έχει εμπνεύσει ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές συγγραφέων όπως ο Dickens και ο Tolkien, αυτός ο τελευταίος μεγάλωσε λίγα μίλια πιο πέρα.
Κάτω από εκείνο τον ουρανό χρώματος μολυβί απλώνονταν μια θάλασσα από σπίτια βαλμένα στη σειρά, αυτών που κέρδιζαν για να ζήσουν σε εκείνα τα εργοστάσια και στα ορυχεία.

Από εκεί έρχονταν ο ήρωας που αποθανατίστηκε από το μύθο των καταπληκτικών Busby Babes. Και από εκεί δεν προχώρησε πολύ περισσότερο. Μόνο μια μεταφορά στο βορρά, σε ένα άλλο βιομηχανικό αστικό συγκρότημα , εκείνο του Μάντσεστερ, σε ένα ελαφρώς αστικό σπίτι, όπου μοιράζονταν τους χώρους με τoυς άλλους απογόνους της United.
Ο Έντουαρντς ήταν γιος της εργατικής τάξης και ενσωμάτωνε τα όνειρα εξαγοράς-λύτρωσης εκείνων που είχαν βγει από τον πόλεμο και επιδίωκαν να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Μια λύτρωση που δεν περνούσε τότε μέσα από τον πλουτισμό, επειδή δεν μπορούσε να γίνει έτσι, οι αθλητικοί νόμοι της εποχής το απαγόρευαν. Ήταν μάλλον ζήτημα αποφυγής του ορυχείου ή του κλιβάνου, προσφέροντας έτσι μια λιγότερο αχάριστη μοίρα από αυτή των πατέρων.
Αν δεν κοιτάξουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρισκόταν το Old Trafford, το Θέατρο των Ονείρων που περιβάλλονταν από καμινάδες, όπου έβγαιναν στη σκηνή πολλά από τα κατορθώματα των Busby Babes, λίγα μπορεί να δει κανείς από την εικόνα του Edwards. Η υπερηφάνεια εκείνων που πήγαιναν στο γήπεδο αντανακλάται σε αυτή των παικτών του Matt Busby. Ένα σάββατο στα δύο στις τρεις το μεσημέρι, οι Babes έπαιζαν για τους δικούς τους ανθρώπους, για εκείνη την εν δυνάμει Mancunia Worker Republic που είχε το επίκεντρo της στο Old Trafford.

Nα γιατί ο Jimmy Murphy, το αδιαχώριστο δεξί χέρι του Busby, χαμογελούσε μπροστά στην αυταρέσκεια του θεατρικού Mohammed Ali όταν τον άκουγε να λέει ότι ήταν ο μεγαλύτερος και απαντούσε: «Ο μεγαλύτερος υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που ονομάζεται Duncan Edwards». Αυτοί οι τραχείς άντρες, ο Murphy, ο Busby, οι οποίοι με τη σειρά τους βγήκαν από τις ουαλικές κοιλάδες και τα ορυχεία της Σκωτίας, ξεπλυμένοι αλλά με πρόσωπα που μιλούσαν για δουλειά και μόχθο και πόλεμο, έβλεπαν στον Edwards την πρακτική υλοποίηση του ποδοσφαίρου έτσι όπως το ήθελαν: ένα παιχνίδι φτιαγμένο από δύναμη, μαεστρία, ταχύτητα και πολλή θάρρος. Μία μάχη προσομοιωμένη, έντεκα ενάντια σε έντεκα, η οποία επιτέλους δίνονταν στα ίσα, μεταξύ ανδρών, ανεξάρτητα από την προέλευση και τα επώνυμα. Ήταν η ευκαιρία για εκείνους που έρχονταν από τις «μαύρες» περιοχές της χώρας να δείξουν σε όλους από τι πάστα ήταν φτιαγμένοι, χωρίς την προοπτική ενός άλματος που θα τους εκτόξευε στο αντίθετο άκρο της κοινωνικής σκάλας.
Σήμερα είναι αδιανόητο οι ποδοσφαιριστές των μεγάλων συλλόγων να μην είναι τόσο πλούσιοι και διάσημοι όσο οι ηθοποιοί του Χόλιγουντ ή τα ροκ αστέρια, με δίπλα τους φίλες και συζύγους που φαίνονται (και μερικές φορές είναι) μοντέλα. Το αστέρι Κριστιάνο Ρονάλντο μπορεί να προσφερθεί να διευθετήσει τα δάνεια εκατομμυρίων του με τις φορολογικές αρχές υπογράφοντας μια λευκή επιταγή, όπως ένας άραβας σεΐχης. Παρακαλώ, γράψτε εσείς το ποσό. Όσο ταπεινή κι αν είναι η προέλευση του, ο άνθρωπος που ξέρει να παίζει εξαιρετικά καλά το ποδόσφαιρο είναι στην κορυφή του κόσμου, και εκείνη την προέλευση του την βλέπει με κιάλια. Τα εκατομμύρια των κοινών θνητών που τον βλέπουν να παίζει βλέπουν εκείνον που τα κατάφερε, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το ατομικό όνειρο της επιτυχίας, της φήμης, του πλούτου, έναν που θα μπορούν να θαυμάσουν και να ζηλέψουν, σίγουρα όχι κάποιον με τον οποίον μπορούν να ταυτιστούν συλλογικά.

Η ιστορία του Duncan Edwards έρχεται λοιπόν από έναν άλλο κόσμο και ένα άλλο ποδόσφαιρο, που μερικές φορές θα μπορούσε να φανεί συγκινητικό. Στη δεκαετία του ’50, δεν παίζονταν σε όμορφους χλοοτάπητες αλλά αγγλικά, αντιθέτως, τα παιχνίδια παλεύονταν συχνά μέσα στη λάσπη χωρίς φυλακισμένους, με εξοπλισμό και υλικά από  τρίτο χέρι, και σεμνές επιστροφές στο σπίτι με δημόσια μέσα μεταφοράς ή ιδιωτικά πεντάλ. Όλα χωρίς την κάλυψη των σημερινών μέσων μαζικής ενημέρωσης, έτσι ώστε οι πρωταθλητές να αναγνωρίζονται μόνο από τους δικούς τους οπαδούς, ίσως γείτονές τους.
Ο Leighton, ωστόσο, στέκεται μακριά και αποφεύγει να δείξει επιείκεια και νοσταλγία για τις παλιές μέρες. Αντίθετα, προσφέρει μια πολύ διαυγή ματιά στους κινδύνους και τα όρια εκείνου του ποδοσφαίρου. Φυσικοί κίνδυνοι, σωματικοί, όταν οι κανονισμοί ήταν πολύ πιο ήπιοι όσον αφορά τις αντιπαραθέσεις του παιχνιδιού, και περιορισμούς στην ελευθερία των παικτών, των ποδοσφαιριστών να διαπραγματεύονται τις αμοιβές και τις εταιρικές υποχρεώσεις, δηλαδή το επαγγελματικό τους πεπρωμένο.

Κυρίως, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο του «αρχαίου» έπους των Busby Babes επάνω στο οποίο φαίνεται να επιμένει ο Leighton, δηλαδή την σημασία που είχε η φιλία σε εκείνη την εμπειρία. Το παρατσούκλι, η ονομασία προέρχονταν από το γεγονός ότι ήταν κάτι λίγο παραπάνω από έφηβοι. Το σύστημα επιλογής και προετοιμασίας που είχε στηθεί από τον Matt Busby στη Manchester United στόχευε στους πολύ νέους. Ο Busby τους έψαχνε και τους φρόντιζε, περιμένοντας τους να είναι έτοιμοι, χωρίς βιασύνη προκειμένου να μην κάψουν τα μεταβατικά στάδια.  Έτσι τα αγόρια μεγάλωναν μαζί, ζούσαν μαζί, μαζί προπονούνταν και περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους, και όταν έβγαιναν στον αγωνιστικό χώρο αυτό γίνονταν μια ακόμη στιγμή της κοινής ζωής τους. Οι δεύτεροι πατεράδες τους Busby και Murphy σχημάτιζαν με αυτό τον τρόπο μια συμπαγή ομάδα, την οποία ούτε η καλή ούτε η κακή τύχη θα μπορούσε να διασπάσει. Μαζί έκαναν πράξη μια γενετική και πνευματική επανάσταση στο ποδόσφαιρο, η οποία συνέπεσε με μια ευρύτερη μεταμόρφωση της κοινωνίας και του φαντασιακού.
Αυτό το βιβλίο είναι επομένως και η ιστορία μιας ομάδας φίλων και του στοιχήματος, της πρόκλησης, που εκτόξευσαν στον κόσμο. Μια ιστορία χωρίς ένα ευτυχές τέλος, επειδή το παιχνίδι μετατράπηκε σε τραγωδία, σαν να είχε αντικαταστήσει ένας πραγματικός πόλεμος τον προσομοιωμένο πόλεμο, με νεκρούς, τραυματίες και επιζώντες οι οποίοι επλήγησαν από το αίσθημα της ενοχής.

Ένας από αυτούς τους επιζώντες είναι ακόμα στο σπίτι του στο Old Trafford. Ο Sir Bobby Charlton, γεννημένος το 1937, δεν χάνει την ευκαιρία να θυμάται αυτή τη σύντομη αλλά έντονη εποχή δόξας που έχει σημάδεψε τη ζωή του για πάντα. Είναι η ζωντανή μνήμη αυτός, ο επιζών φίλος της σφαγής, ο οποίος έκανε αυτό που θα έπρεπε να κάνει ο Έντουαρντς: να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, τη χρυσή Μπάλα, να λάβει την τιμητική διάκριση του ιππότη και να γίνει ένας διευθυντής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ . Ακούγοντας τον να μιλά σήμερα κάνει μια ορισμένη εντύπωση, αλλά τα λόγια του όμως είναι απολύτως διαυγή, όταν λέει: «Ο Duncan Edwards ήταν ο μόνος παίκτης που με έκανε να αισθάνομαι κατώτερος. Ήταν φανταστικός και τον αγαπούσα. »
Η αρχή αυτού του βιβλίου, στην οποία ο Leighton φαντάζεται πως θα συνέβαιναν τα πράγματα εάν οι δύο φίλοι είχαν επιζήσει και οι δύο, είναι μια πικρή αντίστροφη υπόθεση στην ιστορία, αυτή στην οποία ο Αχιλλέας της Britannia κερδίζει τον πόλεμο και επιστρέφει σπίτι για να μεγαλώσει παιδιά και να γεράσει. Το φινάλε είναι ένα Σαιξπηρικό δράμα αντιθέτως, στο οποίο τα θανατηφόρα συμπτώματα συσσωρεύονται μέχρι να φτάσουν στην καταστροφή, μετά σε ένα αδύναμο και ακόμη και σκληρό νήμα ελπίδας, στη συνέχεια στην τραγωδία και το πένθος. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει τον εαυτό του ευγνώμονα στον Leighton για την διακριτικότητα με την οποία ασχολείται με τη μοίρα των συγγενών του Edwards, χωρίς να επιδίδεται σε λεπτομέρειες οίκτου και λέγοντας λίγα πράγματα που ήδη λένε τα πάντα.
Ο κατάλογος των μεταθανάτιων, post mortem αφιερωμάτων και εορτασμών δείχνει πόσο μεγάλο ήταν το αντίκτυπο που είχε εκείνη η εξαφάνιση στον κόσμο του βρετανικού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, αλλά δεν λέει ακόμα τίποτα για την κληρονομιά του ή καλύτερα για το συμβολικό φορτίο που φέρνει μαζί της η φιγούρα του.  Δεν είναι τυχαίο ότι ο Leighton μιλάει για αυτόν ως ένα ηθικό πρότυπο για τον αθλητισμό. Και μάλλον δεν κάνει λάθος.

Πρώτα απ ‘όλα, επειδή ο Edwards δεν γνώρισε ποτέ τον ναρκισσισμό του πρωταθλητή. Έχοντας ζήσει πριν από την μεγάλη θεαματοποίηση του ποδοσφαίρου στην τηλεόραση, γλίτωσε τη μετατροπή των παικτών σε αστέρια της show business, κάτι που θα ήταν ασυμβίβαστο με τον ντροπαλό χαρακτήρα του, την ταπεινοφροσύνη και το πάθος του για το ίδιο το παιχνίδι, αυτό καθεαυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία όντως ότι μια συγκεκριμένη αφήγηση του ποδοσφαίρου για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επικοινωνιακή, με καταναγκαστική επιμονή στο ατομικό ταλέντο, σε συνδυασμό με τις αστρονομικές τζίφρες που καταβάλλονται για τους μεγάλους παίκτες, καταλήγει να ρυθμίζει, να επηρεάζει την αντίληψη του παιχνιδιού και αυτήν που ο πρωταθλητής έχει για τον εαυτό του.
Πόσες φορές έχουμε δει και ξαναδεί το δεύτερο γκολ του Ντιέγκο Μαραντόνα κατά της Αγγλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μεξικό, κάτι που πολλοί θεωρούν ότι είναι το πιο όμορφο που έγινε ποτέ; Ένας δαιμόνιος και άπιαστος παίκτης ξεκινά με την μπάλα στα πόδια από την μέση του γηπέδου, ντριμπλάρει ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα συμπεριλαμβανομένου του τερματοφύλακα και σκοράρει. Συγκρίνετε το με το γκολ που περιγράφεται σε αυτό το βιβλίο στη σελίδα 179, όπου η δράση ξετυλίγεται σε ολόκληρο το γήπεδο και είναι χορική, και με το ίδιο αντίκτυπο, με ισοπαλία στις εντυπώσεις θα έχουμε ξεκάθαρη την διαφορά μεταξύ δύο εικόνων του πρωταθλητή πολύ διαφορετικών.

Δίχως να παραπέμπουμε στην εκκεντρική προσωπικότητα του Maradona, σκεφτείτε επίσης τα λόγια του Ρονάλντο σχετικά με τη νεανική του ηλικία στην United, σε μια πολύ πιο πρόσφατη εποχή: «Όταν άρχισα να παίζω στη Manchester United ξεκίνησα να το πιστεύω: είδα ότι δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με το ταλέντο μου, την αφοσίωσή μου, τις προσπάθειές μου, την ποδοσφαιρική ηθική μου. Κανείς δεν μπορεί να συγκριθεί με μένα, κανείς άλλος δεν θα είναι ποτέ Κριστιάνο Ρονάλντο. »

Το εγώ του σύγχρονου πρωταθλητή αντικαθιστά το «εμείς» της ομάδας με ένα πλήθος μοναδικών κτητικών επιθέτων. Ταλέντο, αφοσίωση, προσπάθεια, αθλητική δεοντολογία, γίνονται ατομικές ιδιότητες που αποθεώνουν την αριστεία, την υπεροχή του ατόμου.
Αν και συχνά βρέθηκε να κάνει την διαφορά μέσα στο γήπεδο, ο Edwards, για την συγκυρία, το ρόλο, τη νοοτροπία και τον χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε ποτέ να ειδωθεί με αυτό τον τρόπο ούτε να μιλήσει έτσι, με αυτό τον τρόπο ο ίδιος, ούτε να μιλήσουν άλλοι έτσι γι αυτόν.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίον ο Edwards μπορεί να είναι ένα μοντέλο είναι η αυθεντικότητα του, η οποία τον τοποθετεί σε αντίθεση με τους υποψήφιους στο θρόνο του καλύτερου παίκτη στην ιστορία.
Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στους Di Stéfano, Pelé, Best, Cruyff, Maradona, Platini κ.λπ., μέχρι τον Messi και τον Ronaldo;
Η απάντηση είναι εύκολη: όλοι είναι επιθετικοί. Οι μισοί από αυτούς είναι οι αριθμοί 10, σέντερ φορ, εκείνοι που ολοκληρώνουν τις ενέργειες, οι οποίοι ντριμπλάρουν τις άμυνες, οι οποίοι σκοράρουν.
Ο Έντουαρντς μπορούσε να παίξει και σέντερ φορ, στην πραγματικότητα, και μερικές φορές το έκανε με εμφανείς συνέπειες στα αποτελέσματα των αγώνων, αλλά πρώτα απ ‘όλα ήταν ένας αμυντικός. Στην πλάτη του φορούσε τον αριθμό 6 και έπαιζε σε εκείνο το διάστημα μεταξύ της άκρης της περιοχής και του κέντρου του γηπέδου που ήταν το κλειδί για το ποδόσφαιρο τότε. Μεσαίος ακραίος ή η αριστερός στο κέντρο, αν προτιμάτε, ο ίδιος αφιερώνονταν έντονα τόσο στην απαγόρευση του παιχνιδιού των αντιπάλων όσο και στην προώθηση ενεργειών προς τα εμπρός. Ενέργειες που μπορούσαν να προκληθούν από τα διάσημες μακρινές του πάσες για τους ακραίους, ή από τα ανοίγματα του για τους κεντρώους, ή ακόμα και από πραγματικά ασταμάτητoυς καλπασμούς προς τα εμπρός .
Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει είναι ότι ξεκινούσε από θέση oπισθοχωρημένη, από τα πίσω. Ο Duncan Edwards δεν ήταν ένας goleador, δεν κέρδισε ποτέ την κορυφαία βαθμολογία των σκόρερς. Σκοράριζε, και πολύ μάλιστα, αλλά κυρίως σταματούσε το παιχνίδι του αντιπάλου, όταν ήταν απαραίτητο, έσωζε την εστία, και υπαγόρευε την επανεκκίνηση προς τα εμπρός, όταν δεν ξεκλείδωνε το αποτέλεσμα με μια τορπίλη κάτω από το οριζόντιο δοκάρι. Σε ορισμένες περιπτώσεις έκανε όλα αυτά μαζί.

Αν λοιπόν η ιστορία των πράξεών του με τα Busby Babes ή με την εθνική αγγλική ομάδα μπορεί να είναι μεταφορά αλτρουισμού, αντοχής, θάρρους, αφοσίωσης, ας σηκώσει το χέρι αυτός που δεν θα υποδείκνυε αυτές τις αξίες ως πυξίδα στα αγόρια που ξεκινούν σήμερα να κλωτσούν μια μπάλα με έναν αριθμό στη φανέλα, ή πιο απλά να αντιμετωπίζουν τη ζωή. Για το λόγο αυτό, ενώ ο Leighton ψάχνει σε αυτόν έναν καλό άγγλο ήρωα, η φιγούρα του Edwards υπερβαίνει τα βρετανικά νησιά και καθίσταται καθολική ακριβώς επειδή λειτουργεί ως ένας μύθος ή ένας θρύλος.
Λέγεται ότι δόθηκε στον Αχιλλέα μια επιλογή. Να έχει μια μακρά και ειρηνική ζωή, χωρίς να αφήσει το σημάδι, ή μια σύντομη και γρήγορη ζωή σαν ένα βέλος, γεμάτη αξέχαστες πράξεις
Ο αχαιός ήρωας επέλεξε τη δόξα.

Ίσως ο Duncan Edwards δεν είχε χρόνο να εκφράσει όλη την ποδοσφαιρική δυναμική του, αλλά με αυτόν τον τρόπο γλίτωσε και από τους τραυματισμούς, την παρακμή, το τέλος της καριέρας του σε κάποια ομάδα της Βόρειας Αμερικής ή την συμπαιγνία με το σύστημα ισχύος και εξουσίας που έγινε το ποδόσφαιρο διεθνώς. Ακόμη και όταν ο τελευταίος φίλος θα τον έχει αγγίξει, θα έχει έρθει σε επαφή μαζί του στο άλμπουμ των αναμνήσεων, ο «Big Dunc» θα εξακολουθεί να παραμένει αθάνατος, να αποθανατίζεται σε κάθε σκηνικό, σε κάθε μαύρο και άσπρο πλάνο, ως αρχαίος πολεμιστής στο πεδίο της μάχης. Για πάντα νέος. Για πάντα ισχυρός. Για πάντα μεγάλος. Ένα διακριτικό φάντασμα, όμορφο, που κάθε νεανική ομάδα θα ήθελε να έχει στα αποδυτήρια ένα λεπτό πριν από την είσοδο στον αγωνιστικό χώρο, ικανό να την καθησυχάσει με την εντυπωσιακή παρουσία του, ένα χαμόγελο και τις σωστές λέξεις:
«Στο τέλος όλα θα πάνε καλά, γιατί το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που ανταμείβει όσους δείχνουν θάρρος. Ας μπούμε μέσα, παιδιά, πάμε! »

Bologna, μάρτιος 2018

[La biografia di Duncan Edwards, η βιογραφία του Duncan Edwards που έγραψε ο James Leighton και μεταφράστηκε από το Wu Ming 4 θα βγει στα βιβλιοπωλεία την πέμπτη 26 απριλίου, giovedì 26 aprile]

https://www.wumingfoundation.com/giap/2018/04/duncan-edwards-il-piu-grande-prefazione-alledizione-italiana-di-wu-ming-4/#more-33627

αθλητισμός, sport

O μύθος που λέγεται Ayrton Senna

Πέρασαν 22 χρόνια από το θάνατο του σπουδαιότερου για πολλούς οδηγού όλων των εποχών. Το ONEMAN θυμάται τον οδηγό, τον άνθρωπο, το θρύλο.

SHARES

Είναι περιπτώσεις ανθρώπων που τα λόγια δεν αρκούν για να τους περιγράψεις. Που οι λέξεις δεν φτάνουν για να μεταφέρουν το μεγαλείο του είναι τους. Που παρότι έχουν ‘φύγει’, η αγάπη του κόσμου τους κρατάει για πάντα εδώ. Ολοζώντανους. Στη μνήμη, στην καρδιά. Μία τέτοια περίπτωση είναι αυτή του Ayrton Senna.

Για πολλούς, ήταν ο κορυφαίος οδηγός όλων των εποχών. Θρύλος της Formula 1, εθνικός ήρωας για τους Βραζιλιάνους, ίνδαλμα που ενέπνευσε χιλιάδες νέους οδηγούς. Το ταλέντο του ήταν πηγαίο, αγνό και ασύγκριτο. Το πάθος του ήταν συγκλονιστικό, η οδήγησή του σε έκανε κάποιες φορές να ανατριχιάζεις, η αφοσίωσή του στο στόχο τσάκιζε κόκκαλα.

Ήταν Άνθρωπος με το ‘Α’ διόλου τυχαία κεφαλαίο και άφησε πίσω του σπουδαία κληρονομιά. Παρότι γόνος πλούσιας οικογένειας, βρισκόταν στις προσευχές των πιο φτωχών. Τους χάριζε ελπίδα, περηφάνια, ήταν ο δικός τους Ayrton. Κανένας άλλος οδηγός στην ιστορία των αγώνων δεν άφησε τόσο ανεξίτηλα το σημάδι του.

Σήμερα, 22 χρόνια μετά από εκείνη την καταραμένη Πρωτομαγιά του 1994 που ‘έφυγε’ για να κατακτήσει τις πίστες του ουρανού, όλα τα παραπάνω ισχύουν σε αμείωτο βαθμό. Ο Ayrton είναι εδώ, παντού, στη σκέψη και την καρδιά των απανταχού, των εκατομμυρίων θαυμαστών του. Αντικείμενο λατρείας, ακόμα και εμμονής.

Τουλάχιστον κάπως έτσι μας τον περιγράφει ο Βασίλης Τσακίρογλου, εκλεκτός συνάδελφος που αφιέρωσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του στον Senna, αποτυπώνοντας το σε τρία χορταστικά βιβλία για το σπουδαίο Βραζιλιάνο.

«Για μια περίοδο τουλάχιστον, ο Senna για εμένα ήταν τα πάντα, κυριολεκτικά. Και αυτή η περίοδος δεν ήταν όταν έτρεχε στη Formula 1, ενόσω δηλαδή ήταν ζωντανός και ακμαίος. Για κάποιο λόγο που έχει να κάνει με δικά μου, προσωπικά ζητήματα -ή ίσως ελλείμματα, ποιος ξέρει;- ο Senna είχε γίνει μια παντοδύναμη φιγούρα, ένα φάντασμα στο οποίο είχα υποταχθεί πλήρως. Επί ένα μεγάλο διάστημα, πριν καν αρχίσω με αυτή καθαυτή τη συγγραφή της βιογραφίας του, ο Senna ήταν το προσωπικό μου τοτέμ: Επένδυσα όλη μου την ενέργεια, όσο περισσότερο χρόνο ήταν δυνατόν, τη δημιουργικότητά μου, τη σκέψη μου, θα έλεγα την ύπαρξή μου ολόκληρη σε αυτόν. Προσδοκούσα ότι χάρη στη δική του παρέμβαση, με κάποιο μαγικό τρόπο, οτιδήποτε με απασχολούσε θα λυνόταν αυτομάτως με την έκδοση του βιβλίου που έγραφα για εκείνον».

Ο Β. Τσακίρογλου μας ταξιδεύει στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ύπαρξης του Ayrton

«Τυπικά είμαι άθεος και απεχθάνομαι οποιαδήποτε μυστικιστική ή μεταφυσική πίστη. Ουσιαστικά όμως αφέθηκα οικειοθελώς να δοθώ ολοκληρωτικά στη λατρεία του Senna. Το ‘γιατί;’ δεν έχει τόση σημασία, όπως δεν έχει σημασία για έναν φανατικό το εάν πιστεύει ότι, πυροδοτώντας τη ζώνη με τα εκρηκτικά που έχει πάνω του υπηρετεί τον Αλλάχ ή τον Σάι Μπάμπα. Σημασία έχει ο νοητικός μηχανισμός που μετατρέπει έναν φαινομενικά φυσιολογικό άνθρωπο σε ένα μονοδιάστατο, πλήρως αφοσιωμένο πλάσμα. Το έζησα, δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν το μετανιώνω καθόλου…».

Αυτό το ‘μεταφυσικό’ στοιχείο, ήταν άρρηκτα συνδεμένο με τον Ayrton. Ήταν πολύ θρήσκος, με κάθε ευκαιρία αναφερόταν σε Εκείνον και Εκείνον μνημόνευε κάθε που έκανε κάτι εξωπραγματικό. Όπως για παράδειγμα στις κατατακτήριες δοκιμές του Grand Prix του Μονακό το 1988. Στο Grand Prix-δοκιμασία, με τις μπαριέρες να στέκουν εφιαλτικά κοντά στην αγωνιστική διαδρομή, έτοιμες να τιμωρήσουν παραδειγματικά κάθε μικρό λάθος, κάθε στιγμιαία απροσεξία. Ειδικά τότε, με τη θηριώδη και σχεδόν ανίκητη McLaren-Honda MP4/4, σε μία εποχή που το αριστερό χέρι προσπαθούσε να βάλει χαλινάρι στο θεριό κρατώντας το τιμόνι και το δεξί άλλαζε από το λεβιέ σχέσεις στο ταλαιπωρημένο γύρο με το γύρο κιβώτιο. Παρότι στους δρόμους του Πριγκιπάτου το πραγματικό τούνελ είναι μικρό σε μήκος, για τον Ayrton όλα γύρω του εκείνη τη στιγμή είχαν μετατραπεί σε ένα τούνελ τεράστιο, σε μία άλλη διάσταση όπου πιλοτάριζε με τα πόδια να χορεύουν στα πεντάλ, κινούμενος με εξωπραγματικό ρυθμό. Ένα δευτερόλεπτο πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους, ενάμιση, δύο, ο άνθρωπος βρισκόταν ‘αλλού’.

Θυμάμαι –και ανατριχιάζω- το κομμάτι του βραβευμένου ντοκιμαντέρ ‘Senna’ του Asif Kapadia. Εκείνος ο γύρος, ο απόλυτος γύρος, με τον μπρουτάλ ήχο του ιαπωνικού V6 Turbo να διακόπτεται από λόγια του Ayrton. Μέσα σε δύο μόλις λεπτά, αποτυπωνόταν όλος ο ‘θρύλος’. Οκ, σε super short βερσιόν αλλά ευτυχώς υπάρχουν και άνθρωποι που αφοσίωσαν εαυτούς στο να εμβαθύνουν σε αυτόν όσο πάει. Στην πρεμιέρα του στη χώρα μας, στο Γαλλικό Ινστιτούτο, είχα την τιμή να προλογίσω το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ αλλά στη συζήτηση με το κοινό, που ακολούθησε της προβολής, βρέθηκα κι εγώ να ακούω αφοσιωμένος σαν μικρό παιδάκι τα λόγια του Βασίλη Τσακίρογλου που ήταν επίσης παρών. Άλλωστε, κανένας άλλος Έλληνας δεν ξέρει τόσα πολλά, δεν έχει σκαλίσει τόσο βαθιά, δεν έχει παθιαστεί τόσο πολύ με αυτόν τον ‘ήρωα’. Σε βαθμό που ξεκίνησε να γράψει ένα βιβλίο και αυτά έγιναν… τρία!

«Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι με τον Senna δεν μπορώ να θέσω περιορισμούς πρακτικού τύπου. Επισήμως ξεκίνησα να γράφω περίπου τον Μάρτιο του 2003, υπολογίζοντας ότι τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους ή το πολύ σε δώδεκα μήνες θα είχα έτοιμο προς έκδοσιν ένα βιβλίο ‘φυσιολογικού’ μεγέθους, έκτασης 300-350 σελίδων, δηλαδή την πρώτη βιογραφία του Ayrton Senna στα ελληνικά. Η κυκλοφορία της οποίας θα συνέπιπτε με την Πρωτομαγιά του 2004 και τη συμπλήρωση δεκαετίας από τον θάνατό του. Τελικά, τον Αύγουστο του 2005 κυκλοφόρησε το ADeus, με την ένδειξη ‘Τόμος Α’’. Το σχήμα του ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό ενός «κανονικού» βιβλίου, ήταν σχεδόν 600 σελίδες και ζύγιζε περί το ενάμιση κιλό. Τον Δεκέμβριο του 2008 τα πράγματα χειροτέρεψαν ακόμη περισσότερο, με την κυκλοφορία του Β’ Τόμου ενός έργου-μαμούθ».

Δεν υπερβάλλει. Τα δύο αυτά βιβλία που έχω την τύχη να κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου, σε προκαλούν με το μέγεθός τους να παρατήσεις ότι κι αν έχεις να κάνεις, να αφήσεις στην άκρη κάθε λογής υποχρεώσεις και να αρχίσεις να ‘ρουφάς’.

«Τουλάχιστον την άνοιξη του 2014, η Key Books με απάλλαξε από τις τύψεις ότι είχα δημιουργήσει ένα θηριώδες, ανοικονόμητο έργο, εκδίδοντας το ‘Senna-Το Πνεύμα της Ταχύτητας’. Το οποίο, επιτέλους, ήταν ένα νορμάλ βιβλίο -ή τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως μοιάζει με κάτι τέτοιο. Πρόκειται gια μια βιογραφική μελέτη που φιλοδοξεί να σκάψει βαθιά στο μυαλό και την ψυχή του Senna. Αυτό ήταν το θεμελιώδες στοίχημα, όχι η καταγραφή της πορείας του στα Γκραν Πρι, η ανατομία της οδήγησής του κ.λπ. Από μια άλλη άποψη, ο Senna ήταν καταφανώς ένας εξαιρετικά χαρισματικός άνθρωπος και μια περίπτωση άξια διερεύνησης από πολλές απόψεις. Είναι πάμπολλες οι πτυχές της προσωπικότητάς του που με γοήτευσαν κατ’ αρχήν αλλά και στη διάρκεια της συγκέντρωσης του βιογραφικού υλικού, της συγγραφής του βιβλίου κ.λπ.»

«Κυρίως, όμως, νομίζω ότι ο βασικός και ισχυρότερος πόλος έλξης ήταν η πνευματική του δύναμη, το βάθος και το εύρος της σκέψης του. Ο Senna ήταν μια μεγαλοφυία, κάποιος που ωθούσε το ίδιο του το πνεύμα σε ανεξερεύνητες περιοχές, το μυαλό του πήγαινε τόσο μακριά ώστε έφτανε να τρομάζει ακόμη και ο ίδιος από την διεισδυτική του ισχύ».

Εύλογα αναρωτιέμαι: κατά τη διάρκεια αυτής της ενδελεχούς έρευνας, της κατάκτησης μέχρι πρότινος απόρθητων κάστρων σχετικά με τα άδυτα της προσωπικότητας του Ayrton, τι συνάντησε, τι ανακάλυψε ο Βασίλης που δεν γνώριζε και τον συγκλόνισε;

Σκέφτεται, ψάχνει στα άδυτα τις σκέψης, σε ένα λαβύρινθο που πλέον δεν υπάρχει κλωστή για να τον επαναφέρει στην είσοδό του: «Αυτό είναι ερώτημα που, πραγματικά, πολύ δύσκολα μπορεί να απαντηθεί. Γιατί δεν θυμάμαι πια τι δεν ήξερα για τον Senna, μια προσωπικότητα που με απασχολεί επί σχεδόν τρεις δεκαετίες. Επίσης, δεν ανέχομαι την προσέγγιση του οπαδού-συγγραφέα και υιοθετώ συνειδητά την αποστασιοποίηση του επιστήμονα-μελετητή (όσο και εάν αυτό ακούγεται υπερβολικό για τον Senna, ο οποίος ούτε εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς έκανε, ούτε επαναστάσεις υποκινούσε, ούτε διακρίθηκε σε κάτι άλλο πέραν της F1).

Με δεδομένη την ψυχρότητα, λοιπόν, του «αντικειμενικού» παρατηρητή, δύσκολα θα εκπλησσόμουν πχ από την ικανότητα του Senna να οπτικοποιεί στο μυαλό του έναν γύρο σε μια δεδομένη πίστα, ταυτόχρονα να χρονομετρά νοερά την επίδοσή του αλλά και να προτείνει βελτιώσεις στον εαυτό του. Για κάποιον αμύητο στην νοοτροπία του Senna, όλο αυτό ακούγεται παρανοϊκό, για κάποιον άλλον όμως (όπως εγώ) ο οποίος έμαθε να περιμένει τα πάντα από αυτόν τον μεγαλοφυή τύπο, δεν υπάρχει κάτι αλλόκοτο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, συνοψίζοντας τα πιο εντυπωσιακά, κατά την άποψή μου, στοιχεία της προσωπικότητας του Senna, θα έλεγα ότι ήταν η δύναμη της σκέψης και της αυτοανάλυσής του, καθώς και η κολοσσιαία αυτοπεποίθησή του».

Αυτή η δύναμη της προσωπικότητάς του, σε συνδυασμό με το αστείρευτο ταλέντο και την ανεξάντλητη δίψα κατάκτησης της κορυφής, οδήγησαν σε σπουδαίες εντός πίστας κόντρες. Μάχες που θυμόμαστε και αναπολούμε το τιμημένο παρελθόν της κορωνίδας του μηχανοκίνητου αθλητισμού, χορογραφίες που έχουν αποτυπωθεί τόσο έντονα στο μυαλό μας που δεν χρειαζόμαστε YouTube για να θυμηθούμε ‘τα  βήματά’ τους.

Όπως η μνημειώδης άμυνα που ο Βραζιλιάνος έπαιξε στους τελευταίους γύρους του GP Μονακό του 1992, όταν με την ανίσχυρη McLaren-Honda MP4-7A έκλεισε με μαεστρία κάθε παραθυράκι στον χείμαρρο Nigel Mansell με την Williams-Renault FW14B. Αν και το πραγματικό αντίπαλο δέος για τον Senna, είχε όνομα και λεγόταν Alain Prost.

«Το ότι το alter ego του Senna, τυπικά ο μεγαλύτερος εχθρός του, ήταν ο Γάλλος, ένας αληθινός γίγαντας των αγώνων και κατ’ εξοχήν ‘εγκεφαλικός’ οδηγός, λέει πολλά. Εάν γινόταν ποτέ να συνδυαστεί και να αλληλοσυμπληρωθεί το πνευματικό δυναμικό Senna και Prost, το αποτέλεσμα θα ήταν ένα υπερόπλο, μια -ειρηνική, ή έστω περιορισμένη στις πίστες- πυρηνική βόμβα», λέει ο Βασίλης.

Δύο τόσο σπουδαίοι αλλά ταυτόχρονα τόσο διαφορετικοί οδηγοί. Εκπρόσωποι διαφορετικών σχολών, διαφορετικής φιλοσοφίας. Ομολογώ (και μη ληφθεί ως ασέβεια μέρα που είναι) πως αν έπρεπε να διαλέξω στρατόπεδο, θα διάλεγα εκείνο του Γάλλου. Πιτσιρικάς ακόμα, προτιμούσα την αναλυτική σκέψη από τον παρορμητισμό. Τη λογική από το πάθος. Ίσως να έφταιγε και η αδυναμία μου να ακολουθήσω οποιαδήποτε πίστη – να ταυτιστώ με κάποιον που είναι τόσο δοσμένος σε μία ανώτερη δύναμη. Αιγόκερος βλέπεις, πραγματιστής όσο πάει.

Αυτό που πολλοί αγνοούν, είναι πως η αλληλοεκτίμηση αυτών των δύο σπουδαίων πρωταθλητών εξελίχθηκε σε δυνατή φιλία όταν έπαψαν να προσπαθούν να χωρέσουν τους εγωισμούς τους εντός της πλάτους μερικών μέτρων αγωνιστικής διαδρομής. Ίσως η εντός πίστας κόντρα τους να ήταν αναπόφευκτη, ο θρόνος χωράει πάντα μόνο έναν.

Το 1994 με τον Prost πλέον εκτός Formula 1, ο Senna μεταπήδησε στη Williams στοχεύοντας στο να χτίσει μία νέα αυτοκρατορία. Όμως η χρονιά ξεκίνησε άσχημα, η πίεση ήταν μεγάλη και η ανάγκη να υπερβάλλει εαυτόν ήταν αναπόφευκτη.

«Είπαμε πριν για την αυτοπεποίθησή του Ayrton», σημειώνει ο Βασίλης Τσακίρογλου. Όφειλε να πιστεύει ότι είναι θεός και, έπεισε τον εαυτό του ότι αυτό ήταν: Ένας μικρός θεός, άτρωτος, τα πανθ’ ορών και τα πάντα προλαμβάνων».

Δυστυχώς αυτό το τελευταίο, έμελλε να μην είναι αληθινό. Αποδείχθηκε θνητός και μάλιστα με τον πιο τραγικό τρόπο. Πρωτομαγιά 1994, όπως και φέτος, Πάσχα για τους Ορθόδοξους. Grand Prix Αγίου Μαρίνου στην πίστα της Ίμολα, σε ένα τριήμερο που φάνταζε εξ αρχής καταραμένο. Ο Rubens Barrichello είχε ένα σοβαρό ατύχημα την Παρασκευή, με τη Jordan του να απογειώνεται. Το Σάββατο ο Roland Ratzenberger έχασε τη ζωή του στις κατατακτήριες δοκιμές όταν η Simtek του καρφώθηκε στον τοίχο.

Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, ο Senna είχε προμηθευτεί μία αυστριακή σημαία για να τιμήσει τον αδικοχαμένο συνάδελφό του σε περίπτωση νίκης. Όμως όσο πλησίαζε η ώρα της εκκίνησης φάνταζε και πιο απόμακρος, βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις.

Ο αγώνας άρχισε επεισοδιακά, με ατύχημα, το αυτοκίνητο ασφαλείας βγήκε για να οριοθετήσει το ρυθμό. Όταν αυτό αποχώρησε, ο Senna οδηγούσε την κούρσα και μπαίνοντας στον έβδομο γύρο ήρθε η καταστροφή. Η Williams δεν έστριψε ποτέ στη στροφή Ταμπουρέλο, έπεσε με 233 km/h στον τσιμεντένιο τοίχο. Ο Senna ήταν ακόμα ζωντανός όταν απεγκλωβίστηκε από το μονοθέσιο του αλλά  παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του γιατρού της FIA, Sid Watkins, δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή.

Στα 22 χρόνια που έχουν περάσει, έχουν γραφτεί πολλά σχετικά, έχουν ειπωθεί πολύ περισσότερα. Μέχρι και θεωρίες συνωμοσίας για ελεύθερο σκοπευτή (!) αν και όλα καταλήγουν σε κατασκευαστική αστοχία της κολώνας του τιμονιού της Williams. Υπήρξαν λαϊκά και όχι μόνο δικαστήρια αλλά για πολλούς, ακόμα δεν έχει απονεμηθεί ‘δικαιοσύνη’ για τον χαμό του Ayrton. Ο Βασίλης συμφωνεί.

«Σε μεγάλο βαθμό συμφωνώ ότι αυτή είναι η αυθόρμητη αίσθηση -και σε αυτό το πνεύμα έχω γράψει το σχετικό κεφάλαιο στο ‘Senna-Το Πνεύμα της Ταχύτητας’. Εάν δικαιοσύνη σημαίνει η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας και ο κολασμός των υπαιτίων ενός αδικήματος, τότε υπ’ αυτή τη στενή έννοια, δικαιοσύνη δεν αποδόθηκε, παρόλη την διάρκεια του δικαστικού σίριαλ στα ιταλικά δικαστήρια. Από την άλλη, όμως, η δικαιοσύνη, εκτός από μια αφηρημένη έννοια που άπτεται της ηθικής, των ιδανικών κ.λπ, έχει μια απολύτως πρακτική διάσταση: Έγκριτοι νομικοί, από διάφορες χώρες, εκπροσωπώντας διαφορετικές σχολές δικαίου, θεώρησαν ότι η υπόθεση έκλεισε με την απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Εκεί τελείωσε το ζήτημα, οριστικά και αμετάκλητα. Και πάλι, όμως, η δική μου θεωρία, για την οποίαν έχω συζητήσει εκτενώς με ειδικούς, έμπειρους περί τη Φόρμουλα 1, με βετεράνους διεθνείς δημοσιογράφους οι οποίοι γνωρίζουν την εσωτερική λειτουργία των ομάδων κ.λπ, πηγαίνει λίγο παρακάτω. Ας μου επιτραπεί όμως να μην εκθέσω εδώ το τι απάντηση έδωσα εγώ στον εαυτό μου στο επίμονο και πιεστικό ερώτημα ‘ποιος σκότωσε τον Senna;’. Το ραντεβού με οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο, δεν γίνεται να δοθεί παρά μόνο στις σχετικές σελίδες του βιβλίου μου».

Σεβαστό! Ας περάσουμε στην επόμενη ερώτηση λοιπόν. Αν κάτι κέρδισε η Formula 1 από την απώλεια του Ayrton ήταν η δραματική βελτίωση των επιπέδων ασφαλείας – πέρασαν 21 χρόνια για να θρηνήσουμε ξανά απώλεια στην κορωνίδα του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πως θα ήταν όμως τα πράγματα αν δεν είχε ‘φύγει’ ο Senna;

«Σε ό,τι αφορά στις εκτιμήσεις για ένα διαφορετικό μέλλον, η δική μου άποψη είναι εξίσου έγκυρη ή αληθοφανής όσο και οποιουδήποτε άλλου: Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα μπορούσε να έχει συμβεί ‘εάν’, ‘εάν δεν κ.λπ. Προσωπικά, πάντως, πιστεύω ότι ο Senna θα δυσκολευόταν πολύ να συμβιβαστεί με την, απολύτως φυσιολογική, κάμψη της απόδοσής του. Θα αντιστεκόταν πολύ περισσότερο από όσο θα έπρεπε στη νέα γενιά πιλότων και ιδιαίτερα στον Michael Schumacher. Έχω την αίσθηση ότι ο Senna θα παρασυρόταν από τον εγωισμό του και θα έμενε στους αγώνες πιο πολύ από όσο θα έπρεπε για να διατηρήσει την αίγλη και τον θρύλο του. Επίσης, εικάζω ότι, όταν πια θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την αγωνιστική δράση, θα περνούσε μια βαθιά υπαρξιακή κρίση, θα πειραματιζόταν ακόμη και με την πολιτική, τελικά όμως θα αποτραβιόταν σε έναν δικό του κόσμο. Στο επίκεντρο του οποίου θα παρέμενε, όπως πάντα, ο εαυτός του».

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση και με βρίσκει σύμφωνο. Πώς να πειστεί ένας τόσο σπουδαίος οδηγός, ένας τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής, να φύγει νωρίς; Ή έστω έγκαιρα;

Αντίστοιχα στην περίπτωση του συγγραφέα, πόσο εύκολο είναι να πειστεί κανείς να σταματήσει να μοιράζεται σκέψεις με τους ‘ομόθρησκους΄; Για το τέλος λοιπόν ρωτάω τον Βασίλη αν σε αυτές τις μερικές χιλιάδες σελίδες, έχει γράψει όλα όσα είχε μέσα του για το ίνδαλμά του. Αν έχει έρθει η ώρα να πατήσει φρένο στη δική του εμμονή.

«Πιστεύω πως ναι, έχω κλείσει με το κεφάλαιο Senna, άλλα δέντρα δεν κινδυνεύουν να κοπούν και να μετατραπούν σε χαρτί -τουλάχιστον όχι εξαιτίας μου και όχι για την έκδοση άλλου ενός βιβλίου υπογεγραμμένου από εμένα και αφιερωμένο στον Senna. Το ‘Πνεύμα της Ταχύτητας’ περιέχει το απόσταγμα όλης αυτής της πολυετούς, επίπονης, αλλά και ανεκτίμητης ‘συμβίωσής’ μου με τον Senna. Ακόμη και εγώ έπρεπε να απεξαρτηθώ κάποτε από τον Ayrton».

Ο ‘τοίχος’ της Ίμολα που στήθηκε για τα 20 χρόνια από την απώλεια του Senna

Για κανένα λόγο όμως, δεν θα πάψει τόσο ο Βασίλης όσο και τα εκατομμύρια θαυμαστών του ανά τον κόσμο να τον λατρεύουν. Είχα την τύχη να βρεθώ στην Ίμολα, στις εκδηλώσεις για την επέτειο 20 ετών για την απώλειά του. Σε ένα διήμερο-γιορτή για το μηχανοκίνητο αθλητισμό τον οποίο βοήθησε να γίνει τόσο δημοφιλής. Με χιλιάδες κόσμου να κάνουν ουρές για να επισκεφτούν την έκθεση που είχε στηθεί στο ιταλικό σιρκουί. Ο Senna ήταν εκεί. Το πνεύμα του ήταν εκεί.

Αντί επιλόγου, θα σας παραθέσω ένα video με τη ζωντανή εκτέλεση ενός τραγουδιού που γράφτηκε στη μνήμη του και που ακούσαμε εκείνη την ημέρα σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Senna. Ο λόγος για το ‘Ayrton’ από τον Paolo Montevecchi. Απολαύστε το…

* Το βιβλίο ‘Ayrton Senna – Το Πνεύμα της Ταχύτητας’ κυκλοφορεί από την Key Books σε όλα τα βιβλιοπωλεία. Είναι επίσης διαθέσιμο μέσω της ιστοσελίδας www.keybooks.gr

http://www.oneman.gr/keimena/diabasma/malebox/o-muthos-poy-legetai-ayrton-senna.4036976.html

αθλητισμός, sport

Γραμμές διαφυγής. Τα ίχνη από θειάφι του μεγαλειώδους Éric Cantona

Αέναη κίνηση

Δημοσιεύτηκε στις · in Recensioni ·στις Κριτικές

τοτ Gioacchino Toni

Je so’ pazzo je so’ pazzo / e vogl’essere chi vogl’io / ascite fora d’a casa mia / je so’ pazzo je so’ pazzo / c’ho il popolo che mi aspetta / e scusate vado di fretta / non mi date sempre ragione / io lo so che sono un errore / nella vita voglio vivere / almeno un giorno da leone / e lo Stato questa volta / non mi deve condannare / pecché so’ pazzo / je so’ pazzo / e oggi voglio parlare (Pino Daniele)

Στις 11 μαΐου 1997 είδαμε για τελευταία φορά στον αγωνιστικό χώρο την φανέλα με τον αριθμό 7 της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να φέρει στην πλάτη το όνομα του Cantona. Εκείνη τη μέρα ένας κόμπος στο λαιμό εξαπλώθηκε όχι μόνο στις κερκίδες του Old Trafford αλλά και σε πολλούς λάτρεις του ποδοσφαίρου που, ανεξάρτητα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 3.462 επιπλέον λέξεις

αθλητισμός, sport

Στιγμές από το ιστορικό τρεμπλ της γυναικείας ομάδας βόλεϊ του Ολυμπιακού

αθλητισμός, sport

Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Tommie Smith και John Carlos: η θυσία και η δόξα.

[Εδώ και κάτι λίγο περισσότερο από ένα μήνα βγήκε το καινούργιο βιβλίο του Lorenzo Iervolino, της συλλογικότητας TerraNullius, και οι δρόμοι μας ξανασυναντιούνται. Είχε συμβεί το 2014 με το Μια θλιβερή ημέρα, τόσο ευτυχισμένη- Un giorno triste, così felice, αφιερωμένο στον Socrates Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira, protagonistaπρωταγωνιστή της ρουμπρίκας μας WuMingWood στο GQ Italia και μετά ενός τραγουδιού  una canzone του Wu Ming Contingent. Συμβαίνει ξανά με το Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα- Trentacinque secondi ancora, που διηγείται τις ζωές και τους αγώνες των Tommie Smith και John Carlos, πριν και μετά το βάθρο της Πόλης του Μεξικού, 1968. Σύμφωνα με τον Simone Scaffidi, που έκανε μια ανασκόπηση του βιβλίου για τον Giap, ο Iervolino μας επιστρέφει την φωνή του Smith-και-Carlos σαν να τους παρατηρεί από το δεύτερο σκαλί εκείνου του βάθρου, αυτού που καταλαμβάνει ο Peter Norman. Και το Wu Ming Contingent έγραψε ένα τραγούδι και γι αυτόν anche per lui…]

Μέσα στην φωτογραφία. Οι φωνές των Smith-και-Carlos

του Simone Scaffidi

Μεξικό ’68, 19η έκδοση των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αφροαμερικανοί αθλητές Tommie Smith και John Carlos ανεβαίνουν στο βάθρο του αγώνα των 200 μέτρων. Παγκόσμιο ρεκόρ και χρυσό μετάλλιο για τον Smith. Τρίτη θέση και χάλκινο για τον Carlos. Χειρονομίες από πρωτόκολλο, χαμόγελα, χειραψίες .. ένα σενάριο που φαίνεται ήδη γραμμένο, αλλά τότε συμβαίνει κάτι που μοιάζει με ένα βραχυκύκλωμα. Είναι 20,41 στις 16 οκτωβρίου 1968 και ο ύμνος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ακούγεται στο Estadio Olímpico Universitario της Πόλης του Μεξικού. Ο Tommie και ο John υψώνουν τη γροθιά τους που φορά μαύρο γάντι στον ουρανό. Δεν έχουν παπούτσια αλλά μαύρες κάλτσες στα πόδια τους. Ο Smith έχει τα μάτια του κλειστά. Ο Carlos ένα κολιέ από χρωματιστές πέτρες στο στήθος. Shoot!

Η Nikon του John Dominis σταματάει τον χρόνο, αποθανατεί τη στιγμή, παραδίδοντας στην Ιστορία του αθλητισμού μία από τις πιο διάσημες εικόνες του. Δεν χρειάζονται φωνές. Να ακουστούν λόγια. Είναι τα σώματα που μιλούν. Η γλώσσα της διαμαρτυρίας είναι φτιαγμένη από κρέας, το ίδιο των μεξικανών φοιτητών που σφαγιάστηκαν στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών μόλις 14 ημέρες πριν από τον αγώνα αυτό, όπως τα διάτρητα σώματα του Malcolm X, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των χιλιάδων μαύρων αμερικανών που σκοτώθηκαν από το φυλετικό μίσος και από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου. Αρκεί μια στιγμή και τα σώματα των Σμιθ-και-Κάρλος θρυμματίζουν το συμμορφούμενο, τρυπούν την αδιαφορία, ανατρέπουν το κυρίαρχο φανταστικό. Τα καλύτερα άλογα κούρσας των αστεριών στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας μετατρέπονται σε μαύρο πλήθος και διαδηλώνουν σε παγκόσμια μετάδοση την υπερηφάνεια ενός λαού.

Ο Lorenzo Iervolino, στο βιβλίο Τριάντα πέντε δευτερόλεπτα ακόμα. Ο Τόμι Σμιθ και ο Τζον Κάρλος: η θυσία και η δόξα (66ος δεύτερος, 2016), μιλά για το τι υπάρχει μέσα σε εκείνη τη διάσημη φωτογραφία, επαναφέροντας στον αναγνώστη τα λόγια του Κάρλος: «Δείχνουν πάντα την εικόνα, αλλά ποτέ δεν διηγούνται την ιστορία» . Δεν είναι σπάνιο ότι η σειριακή αναπαραγωγή μιας εικονικής φωτογραφίας, η υπερέκθεση και η εμπορευματοποίησή της, ευνοεί την αισθητική των αναγνώσεων με μια επακόλουθη απώλεια ιστοριών και εννοιών-σημασιών. Σε αυτές τις σελίδες ο συγγραφέας προσπαθεί να επιστρέψει την πυκνότητα των εννοιών που περικλείονται σε εκείνο το πλάνο. Ο Iervolino σκάβει, είναι πλήρως τεκμηριωμένος σε πρώτο πρόσωπο, ταξιδεύει, συναντά τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που θέλει να αφηγηθεί, διαβάζει τα βιβλία τους αλλά κυρίως ακούει. Ακούει τις φωνές τους και αυτές των συναγωνιστών τους.

Πως έφτασαν ο Tommie και ο John επάνω σε εκείνο το βάθρο; Γιατί με εκείνο ακριβώς τον τρόπο και όχι μ’ έναν άλλο; Πρέπει να μπούμε στην φωτογραφία, να γυρίσουμε προς τα πίσω την ταινία – rec stop – Harlem,  ο αγροτικός Νότος, η εφηβεία των Tommie και John – ffwd stop – Ο Tommie και ο John με τον καθηγητή κοινωνιολογίαςc Harry Edwards συμμετέχουν στο Ολυμπιακό Πρόγραμμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα – zoom – ο Harry Edwards, τα γραπτά του, το πάθος που βγαίνει από τα μάτια του – ffwd stop – οι Tommie και John αποκλείονται από την ομάδα των ηνωμένων πολιτειών, οι απειλές θανάτου και ο οστρακισμός του αθλητικού κόσμου – rec stop – η foto – ffwd stop – Alfonso de Alba, μεξικανός-αμερικανός περιέργως γεννηθείς ακριβώς στις 16 οκτωβρίου του 1968, μάχεται στο San José State University, το πανεπιστήμιο στο οποίο συναντήθηκαν οι Tommie και John, για να ανεγερθεί ένα άγαλμα προς τιμήν της χειρονομίας της Πόλης του Μεξικού. Είναι ο ρυθμός ενός καλλιτέχνη που ξέρει πώς να διαχειριστεί την αναπνοή και να διατηρήσει την ποιότητα του καλπάσματος. Έλεγχος του στίβου, της πίστας, αναδρομές, πλευρικές ματιές, μια καλή δόση συναισθήματος και μεγάλη συντήρηση, απαραίτητη για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της κούρσας.

Οι Tommie και John τον οκτώβριο του 1968 είναι οι ταχύτεροι άντρες στον πλανήτη. Οι μόνοι άνθρωποι που έχουν σπάσει το τείχος των 20 δευτερολέπτων στα 200 μέτρα. Ωστόσο, είναι πολύ περισσότερο. Είναι μαύροι νεαροί ηλικίας 23 και 24 ετών που μεγάλωσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60. Να ρίχνουν τοίχους είναι μια καθημερινή άσκηση αξιοπρέπειας που διαρκεί περισσότερο από μια ζωή. Επειδή η Ιστορία δεν προσφέρει εκπτώσεις και στην δική τους ζωή, πρέπει να προστεθούν εκείνες των δούλων παππούδων, των εκμεταλλευόμενων γονέων και των παιδιών που μόλις έρχονται στον κόσμο. Ο Σμιθ είναι σίγουρος ότι μόλις ανέβει στο βάθρο της Πόλης του Μεξικού θα τον πυροβολήσουν.
Από τις κερκίδες, θα τον πυροβολήσουν. Αυτή η ζωή δεν είναι αρκετή και θα του την αφαιρέσουν. Εάν είσαι μαύρος αμερικανός. Αν θέλεις να αναπνεύσεις. Αν θέλεις να σπάσεις τις αλυσίδες της καταπίεσης και των διακρίσεων, ξέρεις πολύ καλά ότι η ζωή σου βρίσκεται στο πιάτο. Shoot!

Αλλά ο Smith δεν πέφτει στο έδαφος. Ούτε και ο John. Και μετά από σχεδόν 50 χρόνια από αυτή τη χειρονομία, ο Iervolino συναντά ζωντανά και στην λογοτεχνία εκείνους τους δυο εβδομηνταπεντάρηδες που έγραψαν ένα κομμάτι ιστορίας του αθλητισμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, στο βιβλίο ο συγγραφέας δεν επιδεικνύει ποτέ αυτή τη συνάντηση, αλλά μάλλον την κρύβει ανάμεσα στις πτυχές της αφήγησης. Ξέρει πολύ καλά ότι η ιστορία και η άποψη των πρωταγωνιστών του είναι πολύ πιο σημαντική από το εγώ αυτού που γράφει. Επιστρέφει τη φωνή τους ως συνεργός όχι πρωταγωνιστής. Όπως όταν στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, εκτοξεύει ένα μικρό βότσαλο που στην οικονομία του κειμένου θα γίνει καθίζηση: «Είχα από καιρό αναφέρει ότι στο βιβλίο που έγραφα θα υπήρχαν μόνο τα σημάδια της αφροαμερικανικής ιστορίας ορατά στον Smith-και-Carlos. Εκείνα τα θραύσματα του μονοπατιού ενός λαού που μπορούσαν να φιλτραριστούν από την άμεση υποκειμενική τους αντίληψη ».

Υπάρχει η προσπάθεια του συγγραφέα να αναλάβει την προοπτική των χαρακτήρων του με την συνειδητοποίηση, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να την συλλάβει πλήρως, πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φωνή του σε εκείνη του Smith-και-Carlos, σε εκείνη των μαύρων αμερικανών . Με αυτή την έννοια ο Lorenzo Iervolino ανεβαίνει για 288 σελίδες στο δεύτερο σκαλί του βάθρου στην Πόλη του Μεξικού. Καταλαμβάνει το χώρο που αφέθηκε ελεύθερος από τον αυστραλό αθλητή Peter Norman, ο οποίος, κατά την εγκαινίαση του άγαλματος αφιερωμένου στη χειρονομία του Tommie και του John που έλαβε χώρα το 2005 στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του San Jose, επανέλαβε την έννοια: το σώμα μου δεν υπάρχει, όχι γιατί δεν ήμουν αλληλέγγυος στον αγώνα τους, αλλά επειδή καθένας από εσάς να μπορεί να έχει την τιμή να είναι συνεργός και να είναι στο πλευρό των Tommie και John. Ο συγγραφέας, με το έργο του, διατηρεί πίστη στα λόγια του Νόρμαν, παίρνει τη θέση του για λίγο , στην εικόνα και στο άγαλμα, φορά την καρφίτσα του Ολυμπιακού Σχεδίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που του χάρισαν στα αποδυτήρια οι δύο αφροαμερικανοί αθλητές, και εκδηλώνει την αλληλεγγύη σε εκείνη την χειρονομία με μια πλευρική παρουσία: ελαφριά, γιατί ποτέ στο προσκήνιο, και συμμετέχουσα επειδή ποτέ στο παρασκήνιο. Αν θέλετε να καταλάβετε τι υπάρχει μέσα σε εκείνη την εικόνα, διαβάστε αυτό το βιβλίο, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να έχετε την τιμή να τρέξετε για λίγο δίπλα στους Tommie και John.

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email
αθλητισμός, sport

Ο βραζιλιάνος Socrate στην Ιταλία των χρόνων ’80

Il Socrate brasiliano nell’Italia degli anni ’80

Μια εξωπραγματική κορύφωση, σαν ο επιτιθέμενος να επιπλέει επάνω σε ένα μαξιλάρι με αέρα, παπούτσια-hovercraft χωρίς τριβές. Η δράση κόβει την περιοχή σαν ένα νυστέρι, κλωτσάει την μπάλα στο πίσω μέρος του διχτυού. Σε πρώτο πλάνο το πρόσωπο ενός ανθρώπου πολύ μακρινού από τα ανθρωπομετρικά μέτρα των σημερινών ποδοσφαιριστών. Η Seleçao γιορτάζει. Η εθνική ομάδα που θα έκανε τον Pertini να σηκωθεί όρθιος μετά από ένα αστραπιαίο προβάδισμα.
Για τους ιταλούς είναι ένα σημείο καμπής κεντρικής σημασίας, το οποίο οδηγεί σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές στην άσκηση της εθνικής εμμονής: το «πως ήμασταν» να αρωματίζει όλες τις σάλτσες, καλύτερα σε γλυκό και έξω απ’ τη φωτιά. Οι βραζιλιάνοι, αντίθετα, θυμούνται εκείνο τον αγώνα ως την «Tραγωδία της Sarrià».
Στο δέκατο τρίτο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου, για τους χρυσοπράσινους, η τραγωδία εξακολουθεί να φαίνεται ακόμη μακρινή. Είναι δύο Ιουλίου 1982.
Εκείνο το γκολ είναι το τελευταίο της δεκαετίας του ’70. Το στύλ, το χρώμα, η ατμόσφαιρα μιας δεκαετίας δεν εξαφανίζονται μέσα σε μια στιγμή με την εναλλαγή των ημερομηνιών ενός ημερολογίου. Και δεν είναι μόνο »ένα» γεγονός που σημαδεύει το τέλος των ιστορικών περιόδων. Τα γεγονότα «τέλος-του-χρόνου» είναι πολλαπλά, και δεν είναι καν σίγουρο ότι πρέπει απαραίτητα να είναι σύγχρονα. Υπάρχουν, στους διάφορους τομείς της ανθρώπινης έκφρασης και αλληλεπίδρασης, γι αυτό παράξενα και ποικίλως παράδοξα. Για παράδειγμα, ο πρώτος δίσκος της δεκαετίας του ’80 είναι το Systems of Romance των Ultravox, ημερομηνίας 8 σεπτεμβρίου 1978, ενώ ο τελευταίος μεγάλος δίσκος της δεκαετίας του ’70 είναι προφανώς το London Calling (Clash), αλλά αυτός βγαίνει ένα χρόνο και δύο μήνες αργότερα. Επομένως, ένα αυστηρά χρονολογικό κριτήριο είναι άχρηστο. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο dottor Socrates ξεχωρίζει σαν ένας γίγαντας σε εκείνη τη μεγάλη στιγμή της μετάβασης, τους μήνες που πηγαίνουν από τη σφαγή της Μπολόνια στις 2 αυγούστου 1980 μέχρι τη νίκη στο ισπανικό μουντιάλ. Στα μάτια μας το παιχνίδι της Sarrià εμφανίζεται ως ένα συμπύκνωμα, μια σύνθεση, ένα ίζημα, ένα φράκταλ μονοπάτι, μια interzona ανάμεσα σε δεκαετίες συγκεντρωμένη σε 90 λεπτά, το αποκορύφωμα που τοποθετείται ανάμεσα στο μετα-λυσεργικό γκόλ του βραζιλιάνου και τον αδίστακτο, παιδικό οπορτουνισμό του δεύτερου γκόλ του Rossi.
Θα έφτανε η βιογραφία μέχρι εκείνη την στιγμή, για να καταστήσει τον Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira έναν αξέχαστο χαρακτήρα.
Στα τρία χρόνια που πέρασαν στην Corinthians, ο Σόκρατες είναι πρωταγωνιστής μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες και δημιουργικές στιγμές στην ιστορία του σύγχρονου επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Ενδιαφέρουσα και δημιουργική: με μια λέξη, επαναστατική.
Είναι η αποκαλούμενη «κορινθιακή δημοκρατία»: μια αυτοδιαχειριζόμενη ομάδα, όπως τα κοινωνικά κέντρα, όπως η πρώην Γιουγκοσλαβία, μια ομάδα στην οποία οι παίκτες συμμετέχουν σε όλες τις τεχνικές αποφάσεις και στην οποία αν πρέπει κάποιος να αποσυρθεί, αν είναι απαραίτητο, αυτός είναι ο προπονητής. Αυτή η έκδοση της Κορίνθιανς παίζει, σκοράρει, κερδίζει και συλλέγει επιτυχίες. Καμία απαγόρευση, ο καθείς υπεύθυνος για τον εαυτό του: ο Σόκρατες είναι η τεχνική και ιδεολογική ψυχή εκείνης της ομάδας.
Να ορίσουμε τον Σόκρατες ατυπικό είναι ένας ευφημισμός, μια επιπολαιότητα, μια χυδαία προσπάθεια εξουδετέρωσης.
Ορισμένες φωτογραφίες διαθέσιμες εύκολα στο διαδίκτυο τον δείχνουν κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης με τη Fiorentina: είναι η εποχή 1984-1985. Η φιγούρα που βρίσκεται διπλωμένη ξαπλωμένη στο γρασίδι, απασχολείται με τις ασκήσεις stretching, το πρόσωπο σοβαρό, απορροφημένο. Κατά τη διάρκεια της ιταλικής του εμπειρίας βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των πολιτιστικών συζητήσεων που προσπαθούν να αντιληφθούν την αποτυχία ενός πρωταθλητή, ειδικά αν είναι νoτιοαμερικάνος ή ακόμα καλύτερα βραζιλιάνος, στο ποδόσφαιρό μας. Είναι η saudade, η νοσταλγία. Είναι που δεν προπονείται. Καπνίζει και πίνει. Δεν είναι συνηθισμένος σε πιεστικές άμυνες. Το γρασίδι των ιταλικών γηπέδων κουρεύεται πολύ κοντό. Του λείπουν οι φίλοι, οι γυναίκες, η σάμπα. Γι ‘αυτό είναι η saudade, χωρίς αμφιβολία.
Για εμάς η Βραζιλία, τότε, είναι αυτή Του προπονητή στην μπάλα, L’allenatore nel pallone. Στην ταινία, το δέμα που φθάνει από τη Βραζιλία ονομάζεται όχι τυχαία, «Αριστοτέλης, Aristoteles». Που έχει όμως μόνο συναισθηματικά προβλήματα και ξεπερνάει την saudade, όποια κι αν είναι αυτή, μόλις επιλυθούν τα ζητήματα με την κοπέλα. Η ομάδα σώζεται, τον προπονητή Oronzo Canà κουβαλά στους ώμους τους θριαμβευτή το πλήθος («Νομίζατε πως είμαι ένας βλάκας, ένα αρχίδι» «Όχι, είσαι ο ήρωάς μας …» «Με νομίζατε βλάκα, αρχίδι» «Όχι, είσαι ο ήρωάς μας» ).
Ο λογαριασμός, απολογισμός της φλωρεντινής περίπτωσης, ωστόσο, για τον Σόκρατες, είναι φτωχός. 25 αγώνες και 6 γκολ, με την ομάδα να έρχεται ένατη. Του προσάπτουν ότι: 1) καπνίζει ένα πακέτο τσιγάρα την μέρα. 2) δεν προπονείται, 3) ξενυχτά μιλώντας για πολιτική. Στην Ιταλία που έχει καταστεί περιφέρεια του Μιλάνο από τον Bere, αυτό το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα απαράδεκτο, εντελώς έξω από τη μόδα.
Αυτό που εμείς οι ιταλοί συχνά δεν συνειδητοποιούμε είναι ο πειραματικός και προκαθοριστικός χαρακτήρας εκείνου που συμβαίνει σε εμάς σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, και ως εκ τούτου και στο πολιτιστικό και αθλητικό. Η οπισθοδρομική χώρα που έχει σχήμα μπότας είναι μια παράδοξη πρωτοπορία.
Η ταλαιπωρία του Σόκρατες δεν έχει καμία σχέση με τη νοσταλγία. Ο Σόκρατες εδώ σε εμάς βλέπει και ζει το μέλλον, αυτό που μας οδηγεί εκεί που είμαστε σήμερα.
Την επόμενη χρονιά φθάνει ο Αgroppi, ο οποίος τον απορρίπτει μετά από μόλις δυο μέρες προετοιμασίας. Δεν υπάρχει ανάγκη για μια προσωπικότητα όπως ο Socrates, ειδικά σε ένα ποδόσφαιρο το οποίο αναπτύσσει, σε σχέση με τους προπονητές, έναν πομπώδη και σκοταδιστικό λόγο του μαέστρου στην οποία ο τεχνικός θα ήταν σε επαφή με ανείπωτες αλήθειες, συχνά διφορούμενες, αμφισβητήσιμες, που μόνο λίγoι ειδικοί θα πετύχαιναν να κατανοήσουν και να αποκρυπτογραφήσουν.
Κάθε άλλο παρά κορινθιακή δημοκρατία, εδώ σ’ εμάς.
Είναι μια κοινή ιστορία: ο ξένος που εξωθήθηκε από το πάτριο έδαφος επειδή ανάξιος, ακατάλληλος για το αυτοαποκαλούμενο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου, ο οποίος ξαναρχίζει, επαναλαμβάνει μια μεγάλη καριέρα. Μόλις επέστρεψε στην πατρίδα, κερδίζει το πρωτάθλημα με την Flamengo. Συνεχίζει να παίζει σε υψηλό επίπεδο μέχρι το 1988. Στο τέλος της καριέρας του, ειδικεύεται στην αθλητική ιατρική, γίνεται δημοσιογράφος και συνθέτης. Γράφει ένα μιούζικαλ για το ποδόσφαιρο ως μια μεταφορά της ζωής. Ποιος ξέρει πώς παρουσιάζεται η ιστορία με την Fiorentina των Pontello, στην Ιταλία στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

[Articolo apparso su GQ – Italia, ottobre 2010.]

Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)Scarica questo articolo in formato ebook (ePub o Kindle)

Print Friendly, PDF & Email
αθλητισμός, sport

Δυο αθλητικές ιστορίες: ο Arturo Merzario και ο Lupo

Δημοσιεύτηκε στις   

[Στο τεύχος σεπτεμβρίου του περιοδικού GQ (ιταλική έκδοση) αναφερόμαστε με τον δικό μας τρόπο σε μια διάσημη ιστορία, αυτή της «φωτιάς του ring», Nürburgring 1976. Μια μέρα στη ζωή δύο ανδρών: ο ένας ονομάζεται Niki Lauda, ο άλλος Arturo Merzario . Μας ενδιαφέρει κυρίως ο δεύτερος.
Κερδίζουμε το ριμπάουντ, και με την μπάλα στα χέρια σας προσφέρουμε επίσης ένα ακόμη κείμενο. Αυτό γράφτηκε από έναν από τους πιο εκτιμημένους σχολιαστές εδώ στο Giap και στο Lipperatura, δηλαδή τον Luka, τον άνθρωπο που συνηθίσαμε να γνωρίζουμε ως Wu Ming 3, the man formerly known as Wu Ming 3. Μιλά για έναν ποδοσφαιριστή. Κάποιον που αποτραβήχτηκε έξω από το μεγαλύτερο θέαμα-γεγονός στον κόσμο. Που είναι και ένας άλλος τρόπος να ριχτείς μέσα στις φλόγες για να σώσεις κάτι, κάποιον.]
.

1 αυγούστου 1976. Η άσφαλτος τρέχει στη μέση της βλάστησης, από τη μία πλευρά της πίστας το έδαφος κλίνει προς την πεδιάδα, από την άλλη ανεβαίνει προς το λόφο, που καλύπτεται από το δάσος. Κάπου εκεί πάνω πρέπει να υπάρχει και ένα κάστρο. Φαίνεται να είναι ένας οποιοσδήποτε επαρχιακός δρόμος, αν δεν ήταν για το μονοθέσιο που βγαίνει από την στροφή με ταχύτητα: κόκκινο με μια λευκή ζώνη, τον αριθμό 1 σφραγισμένο στη μούρη. Ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και το αυτοκίνητο γέρνει προς τα αριστερά, στη συνέχεια ταλαντεύεται προς τα δεξιά, ο πιλότος κάνει αντίθετο τιμόνι αλλά χάνει τον έλεγχο, το αυτοκίνητο κόβει διαγώνια την πίστα σε όλη την τροχιά και γλιστρά γρήγορα προς το προστατευτικό δίχτυ , το διασπάει, συντρίβεται στην πλευρά του λόφου, αναπηδά σε ένα κατακλυσμό από συντρίμμια, αναφλέγεται, συνεχίζει να περιστρέφεται μέσα στις φλόγες μέχρι να σταματήσει.
Ο άνδρας που φυλακίστηκε εκεί μέσα ονομάζεται Andreas Nikolaus Lauda, για όλους Niki. Είναι ο παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ferrari εκείνη την στιγμή, είναι 27 ετών και καίγεται ζωντανός σε εκείνο που θα περάσει στην ιστορία της F1 ως το »Rogo del Ring», »το πυρ του ring».
Η εικόνα σταματά.
Αν η δεοντολογία, η ηθική είναι η αναζήτηση για κάτι καλό, η αναζήτηση να κάνουμε το καλό, ακόμα και μέσα στην πιο δύσκολη κατάσταση, τότε αυτό που συνέβη στο σιρκουί, στην πίστα Nürburgring πριν από τριάντα τέσσερα χρόνια είναι μια πρακτική άσκηση στην ηθική φιλοσοφία, δηλαδή η άσκηση μιας επιλογής από τέσσερις άνδρες που υπαγορευόταν από τη συνείδησή τους.
Προχωράμε.
Το πρώτο αυτοκίνητο που φτάνει μετά το ατύχημα οδηγείται από τον Guy Edwards, ο οποίος καταφέρνει να αποφύγει την σύγκρουση και να περάσει ανάμεσα στο καμένο ναυάγιο και το προστατευτικό. Αλλά αυτό είναι μόνο επιδεξιότητα, η επιλογή έρχεται αργότερα. Βρισκόμαστε στο ενδέκατο χιλιόμετρο ενός μεγάλου σιρκουί μακρύ 23. Πόσο χρόνο θα χρειαστούν οι διασώστες να φτάσουν εκεί; Δέκα λεπτά; Περισσότερα; Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μόνος; Ο Edwards επιβραδύνει, σταματάει.
Το δεύτερο αυτοκίνητο που φτάνει οδηγείται από τον Brett Lunger, ο οποίος δεν είναι σε θέση να στρίψει και κεντράρει την καμένη Ferrari, σπρώχνοντας την στην άκρη της πίστας. Τα δύο αυτοκίνητα που ακολουθούν σε αυτό το σημείο θα έχουν το χώρο να περάσουν, αλλά σταματούν και αυτά. Είναι εκείνα του Harald Ertl και του Arturo Merzario.
Τέσσερις άνδρες που παραιτούνται από τον αγώνα. Πιλότοι της F1, άνθρωποι συνηθισμένοι να διακινδυνεύουν, αλλά το να λαμβάνουν υπόψη την υπόθεση του δικού τους θανάτου δεν είναι να ατενίζουν με θαυμασμό ή αδράνεια το θάνατο των άλλων σε ένα βήμα απόσταση από αυτούς, και τον πιο φρικτό μάλιστα. Προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά με τους πυροσβεστήρες που έχουν στα αυτοκίνητα, αλλά οι φλόγες είναι κακές, δύσκολες να δαμαστούν.
Stop.
Νάμαστε στο βάθος του συλλογισμού. Εάν η επιλογή βασίζεται στην ηθική, για να επιλέξεις χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται η αποφασιστικότητα να δράσουμε δίκαια, όχι πλέον χωρίς φόβο, αλλά παρά τον ίδιο τον φόβο. Και το κάνουμε όταν η χειρονομία είναι απαραίτητη, όχι πριν ή μετά (μιας και λόγω εκ των υστέρων αποφάσεων είναι γεμάτοι οι λάκκοι). Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μονάχος;
Ο Arturo Merzario το ξέρει, στην πραγματικότητα το κάνει: ρίχνεται στις φλόγες και σέρνει τον Lauda έξω από το πιλοτήριο.
Όταν φθάνει η βοήθεια, ο Λάουντα είναι ζωντανός, κινείται, αλλά έχει δηλητηριαστεί από τον καπνό και έχει το κρανίο και το μισό πρόσωπο τελείως καμμένα. Στο νοσοκομείο πέφτει σε κώμα, του δίνουν την ακραία θεραπεία, αλλά ο θάνατος τον στέλνει πίσω, η μοίρα αποφάσισε να του προσφέρει μια ακόμη ευκαιρία, η οποία θα μετατραπεί σε μια μακρά και ευημερούσα ζωή. Προφανώς, ο Lauda δεν μπορεί να το ξέρει, ενώ βρίσκεται καθηλωμένος στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Όταν ξυπνά, πρέπει να βρει τη δύναμη να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και – ακόμη πιο τρομερό – να καθρεφτιστεί στα μάτια της νεαρής συζύγου του. Είναι εντελώς παραμορφωμένος και θα πρέπει να υποβληθεί σε βαριά πλαστική χειρουργική του προσώπου. Ο Λάουντα δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε τον τρόπο να ευχαριστήσει όπως πρέπει τον άνθρωπο στον οποίο χρωστάει τη ζωή του. Πρέπει να ξεπεράσει το σοκ και να πείσει τον εαυτό του ότι είναι δυνατό να συνεχίσει να ζει, ακόμα και να επιστρέψει να τρέχει, κάτι που θα κάνει μόλις 40 ημέρες μετά το ατύχημα, με εντυπωσιακό στωικισμό για τους συνηθισμένους θνητούς. Στον Arturo Merzario χαρίζει ένα χρυσό ρολόι. Μια χειρονομία άκομψη, σχεδόν χυδαία, που δεν ευνοεί την προσέγγιση των δύο πιλότων που βγαίνουν από το δράμα. Επιπλέον, των δυο τους είναι οι παράλληλες ζωές ανδρών που δεν μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί.

Ακριβώς ο Lauda είναι ο οδηγός που ο Enzo Ferrari προτίμησε από τον Merzario στα τέλη του 1973. Ο Merzario είχε προσγειωθεί στην scuderia του Maranello το προηγούμενο έτος, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως έναν πολύ μαχητικό οδηγό, αλλά χωρίς να έχει καλά αποτελέσματα. Όταν απέδωσε την πενιχρή προσφορά του στην έλλειψη αξιοπιστίας της Ferrari, ο πατέρας αφεντικό του Maranello αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τη νέα αυστριακή υπόσχεση. Τον Niki Lauda, τρεις φορές παγκόσμιο πρωταθλητή,

το παραμορφωμένο πρόσωπο έγινε μια εικόνα της F1, μετά επιχειρηματίας, ιδρυτής δύο αεροπορικών εταιρειών, αθλητικός σχολιαστής. Ο Merzario χρόνιο outsider, γενναιόδωρος, άτυχος. Μια ζωή ως μεσαίος, θα τραγουδούσε ο Ligabue. Μετά τη Ferrari, πέρασε από τέσσερις άλλες ομάδες χωρίς να κατακτήσει ποτέ ένα βάθρο. Οι επιτυχίες έρχονταν πάντα μόνο στην αντοχή, στην καρτερία. Η τελευταία πρόκληση στη F1 είναι στα τέλη της δεκαετίας του Εβδομήντα, όταν προσπάθησε την καριέρα του κατασκευαστή, πλέον πέρα από τον μέγιστο χρόνο. Ο καιρός των ομάδων με χειρονάκτες τεχνικούς βρίσκονταν πλέον στη δύση του, το πεισματάρικο του ατόμου δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτα μπροστά στα μονοπώλια των μεγάλων εμπορικών σημάτων, με τους ώμους να καλύπτονται από την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο Merzario προσπάθησε πεισματικά να κάνει τα αυτοκίνητά του ανταγωνιστικά μέχρι το 1980, πριν εγκαταλείψει. Είναι όμως σαφές ότι γι ‘αυτόν οι κινητήρες και οι κούρσες είναι ένα πάθος που αγνοεί τα αποτελέσματα. Αφήνοντας την F1, δεν θα σταματήσει να αγωνίζεται μέχρι τις μέρες μας. Η τελευταία επιτυχία του χρονολογείται από το 2009 στο Lotus Cup Italy, στην ηλικία των 66 ετών.
Τον περασμένο χρόνο, με την ευκαιρία των εξήντα γενεθλίων του, ο Lauda επανέλαβε τις ευχαριστίες στον άνθρωπο που έσωσε τη ζωή του: «Ποτέ δεν θα είμαι αρκετά ευγνώμων για τον Arturo. Και στον Θεό «.
«Μια ωραία χειρονομία», – σχολίασε ο Merzario. – «Δεν μπορούσαμε να ανεχθούμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο χρόνος έχει μαλακώσει τη σχέση». Όταν του επισημαίνουν ότι τα λόγια του Lauda έρχονται λίγο αργά, ο παλιός πιλότος σηκώνει τους ώμους: «Είμαστε και οι δύο τυχεροί, αφού είμαστε ακόμα ζωντανοί».
Αυτό μετράει: η ζωή, περισσότερο από τη δόξα. Το παρόν, περισσότερο από το παρελθόν. Ένα μάθημα που είναι ζευγάρι με εκείνο των τριάντα τεσσάρων ετών πριν, όταν ο Arturo Merzario μας δίδαξε ότι να είσαι ήρωας δεν σημαίνει απαραίτητα να είσαι νικητής.

***

Πρέπει να κάνουμε μια κουβεντούλα, Lobo, το έχω ανάγκη. Έχω πολλά ερωτήματα να κάνω.Θα ερχόμουν να σε ψάχνω, δεν κάνεις δηλώσεις, δεν παραχωρείς συνεντεύξεις. Θα έπρεπε να είναι μια περιστασιακή συνάντηση, μπροστά σε μια cerveza, μια μπύρα, τι ξέρω εγώ, ή ένα μάτε, χωρίς σημειωματάρια, ούτε μαγνητόφωνα. Σαν γέροι που μπορούν να είναι φίλοι ακόμη και αν δεν γνωρίζονται, για ένα μόνο απόγευμα, στο τραπέζι ενός μπαρ. Η πολιτική, το ποδόσφαιρο, η ζωή, η ουσία κάθε μπαρ. Κάθε γέρου.
Είσαι ένας από τους ήρωες μου, Lobo. Ατελής Ήρωας. Όχι μαχόμενος. Κατέχεις τα μυστικά που ψάχνω, είμαι σίγουρος, στις ρωγμές των τοίχων ή κατά μήκος της οροφής. Αυτό το παρελθόν μιλά σε μένα, με κλέβει, με αρπάζει, με προσελκύει, θα ήθελα να παίζει μουσική, να το ανακαλύπτω από τη φωνή σου που φαντάζομαι βραχνή, αναμεμειγμένη με καπνό και σιωπή.
Ναι, η σιωπή. Πώς θα διασχίσεις τη σιωπή, Αρχηγέ; Είναι ένας ωκεανός, η σιωπή; Και ποια βάρκα είναι κατάλληλη;
Ο βρόντος που εισβάλλει στην cancha, στο γήπεδο, στον αγωνιστικό χώρο, ο βρυχηθμός απ’ τα κιγκλιδώματα της κόλασης των κερκίδων που τα σπάνε, και σε μεθούν, μπορεί ξαφνικά να σιγήσει; Και για πάντα;
Μπορεί ο Τυφώνας να σταματήσει να φυσάει ορμητικά, ακάθεκτος, ξαφνικά;
Πρέπει να υπήρξε μια στιγμή, ίσως, στην οποία οι στολές να σου φάνηκαν ίδιες, εκείνες οι άκαμπτες, γεμάτες αλαζονεία του στρατού και οι δικές σας, κοντά μανίκια και παντελονάκια, δυσδιάκριτες. Πρέπει να είχες παραισθήσεις, οράματα φρίκης χωρίς απόδραση, διαφυγή: εσύ να πυροβολείς με το δεξί, έξω από την περιοχή, και ο τερματοφύλακας να πεθαίνει διάτρητος απ’ τα χτυπήματα, εσύ που πανηγυρίζεις μετά από ένα γκολ, και οι σύντροφοι στραγγαλισμένοι απ’ το αγκάλιασμα, από τη λαβή, άψυχοι. Ένας σταυρός μπηγμένος στο έδαφος, για να σημάνει τη γωνία. Φτάνει λοιπόν, αρκετά, επέλεξες τη λήθη, την ανωνυμία.
Πόσο κοστίζει η λήθη, Χόρχε; η ανωνυμία; Είναι ένα καπνογόνο, η λήθη; Kαι η ομίχλη που τυλίγει το γήπεδο και εμποδίζει το παιχνίδι, διακόπτεται το παιχνίδι; Είχες έναν πυρσό, έχεις;
Ποιος ξέρει αν μίλησες Lobo, με τους συντρόφους σου, και πριν και μετά, και με ποιον. Ποιος ξέρει αν συζήτησες με τον Alberto και Osvaldo και Mario και τον Leopoldo, και τι σου είπαν και τι νόμιζαν, τι σκέφτονταν, φοβόσασταν ή ήσουν απλώς ένας τρελός, ένας που ρίχνεται μακριά, που τραβιέται πίσω, που δεν έχει αρχίδια. Ή και γι αυτούς ήσουν ο ήρωας. Ατελής.
Με τον Cesar el Flaco μίλησες σίγουρα, οπωσδήποτε, αυτός ο Τεχνικός εσύ ο Αρχηγός, οπωσδήποτε. Και σίγουρα επρόκειτο για λίγες λέξεις, μακρές ματιές, και κατάλαβε, φυσικά και κατάλαβε. Είμαι σίγουρος ότι άναψε ένα τσιγάρο και σου πρόσφερε ένα άλλο, ίσως γελάσατε, και είστε ακόμα φίλοι.
Πώς γίνεται Jorge, να ζεις χωρίς ομάδα; Να επιστρέφεις μπάντες, αριθμό, φανέλα, που τα είχες από πάντα, πριν τις αναμνήσεις, πριν από το χρόνο και το επάγγελμα; Πώς γίνεται, που πας, χωρίς κάποιον να δώσεις την μπάλα, και να ζητήσεις να σου την επιστρέψει, κατά μήκος της πλευράς του γηπέδου στην οποίαν αγωνίζεσαι, και στη συνέχεια να την βάζεις στη μέση, και περιμένεις, και κοιτάς, αν ο προωθημένος ξεμαρκάρεται, και γαμώτο, και να την ρίχνει μέσα; Μπορούμε να την ρίξουμε πάνω στον τοίχο, μόνοι, και να περιμένουμε να επιστρέψει; Εντάξει, είναι ζωή και έτσι; Είχες σκεφτεί τον χρόνο, είχες δει το μέλλον;
Αν έχαναν, θα ήσουν ένας ιππότης δίχως λεκέδες. Κέρδισαν και είσαι μοναχά ένας αρχίδης. Κι όμως, χάρηκες για εκείνη τη νίκη, είμαι βέβαιος, για το κύπελλο εκείνο, για τους συντρόφους σου, και για όλους, για εκείνο το μικρό κομμάτι ευτυχίας, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι. Δεν ήταν τίποτα το αξέχαστο που έπρεπε να κάνεις, το αξιομνημόνευτο. Απλά έπρεπε.
Είσαι ένας από τους ήρωες μου, Lobo.
Αναρωτιέμαι: και μετά, όταν όλα έχουν τελειώσει; Όταν εκείνες οι σκατόφατσες έφυγαν, όταν το αίμα, με δυσκολία, πλύθηκε; Γιατί ο Οσβάλντο δεν σου αφιέρωσε ένα ποίημα, γιατί ο Carlos δεν έκανε μια ταινία; Δεν είναι αρκετά επική η απόρριψη σου, είναι τα μυστικά σου πολύτιμα μόνο για μένα; Τι συνέβη, πόσο διαρκούν τριάντα χρόνια; Η δυνατή αγάπη, η ανυπόφορη, της οποίας η αδυναμία μας εμποδίζει να ζούμε, να ενεργούμε, είναι ένα μυστήριο, μια εμμονή, μια τρικυμία μέσα στην οποία είναι πολύ οδυνηρό να κοιτάζουμε. Είναι το βλέμμα που έχει κάτι από αλάτι, και τρομάζει.
Προσπάθησε να μας συγχωρέσεις Lobo, είμαστε ανθρώπινοι, φτιαγμένοι σχεδόν μόνο από αυτό τον φόβο.
Είσαι ένας από τους ήρωές μου, Jorge Carrascosa. El Lobo.

Jorge ‘el Lobo’ Carrascosa, γεννημένος στη Valentin Alsina στις 15 Αυγούστου 1948. Ακραίος αριστερός αμυντικός και αρχηγός της Huracan και της Εθνικής ομάδας της Αργεντινής μέχρι το 1977. Την περίοδο των επικείμενων προκαταρκτικών κλήσεων για το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου που θα διεξάγονταν στην έδρα τους το επόμενο καλοκαίρι , ανακοίνωσε ξαφνικά την απόρριψη του να πάρει μέρος στην Albicileste, την εθνική ομάδα. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε η τελική αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο. Κέρδισε δύο πρωταθλήματα Αργεντινής, με την Rosario Central και την Huracan. Έπαιξε 30 παιχνίδια με την Εθνική ομάδα (συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου πρωταθλήματος του ’74), σημειώνοντας ένα γκολ. Οι δηλώσεις του σχετικά με το παρελθόν είναι πολύ λίγες, και φτωχές. Μία: «Γνωρίζαμε τότε σχεδόν τίποτα. Αλλά έβλεπα πράγματα που δεν μου άρεσαν. Ήταν μια προσωπική επιλογή. «