ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Crowdfunding • μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει

Stampa

 

382

 

Crowdfunding • μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει

MA CHI HA DETTO CHE NON C’È – 1977 το έτος του big bang
το καινούργιο βιβλίο του  Gianfranco Manfredi που βγαίνει στα βιβλιοπωλεία τον σεπτέμβρη του 2017

Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει ένα τραγούδι αγάπης που κλείνει μέσα του πολλές αντιθέσεις και ουτοπίες , αλλά δεν πρόκειται μονάχα για επιθυμία για κάτι που ίσως μια μέρα θα υπάρξει και που εμείς δεν θα δούμε ποτέ.
Εδώ, τώρα, αυτό που υπάρχει άρπαξε το όλο.
Αυτό το τραγούδι υπήρξε ίσως το πιο σημαντικό του ιταλικού 1977, σίγουρα εκείνο που καλύτερα απ’ όλα μίλησε για τις ορμητικές αγάπες , το μεγαλείο και την αγριότητα εκείνων των 12 μηνών. Ένα αληθινό ένα πραγματικό υπαρξιακό και ποιητικό μανιφέστο επάνω σε μια περίοδο γεμάτη-φορτωμένη σημασίες τις οποίες ο  συγγραφέας έζησε σαν πρωταγωνιστής και που, με μαεστρία, είχε τον τρόπο, μπόρεσε να συνοψίσει σε ένα τραγούδι.
Mα ποιος είπε πως δεν υπάρχει είναι επίσης ένα βιβλίο επάνω στο 1977, μια σειρά λογοτεχνικών τοιχογραφιών για να κατανοήσουμε και να βυθιστούμε μέσα στους λόγους και τις αιτίες ενός κινήματος πολύπλοκου και οραματιστικού, γεμάτου δημιουργικότητα, αρνήσεις και ριζοσπαστικές συγκρούσεις.
Ένα big bang, μια ανεπίλυτη επανάσταση που έχει μέσα της τα κλειδιά του μέλλοντος μας.
Το εξώφυλλο πραγματοποιήθηκε από τον Elfo.
Για μια πραγματικότητα όπως η Agenzia X το να έχει στον κατάλογο ένα βιβλίο γραμμένο από έναν από τους πιο αποτελεσματικούς σύγχρονους αφηγητές είναι ένα σημαντικό βήμα, μα επίσης και μια δύσκολη οικονομική και ποιοτική δέσμευση.

Η ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ
Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει – 1977 το έτος του big bang, σε αντίθεση με πολλές άλλες δημοσιεύσεις για το ίδιο θέμα, μας επιστρέφει τα χιλιάδες αλληλοσυνδεδεμένα σχέδια φαντασίας, εξέγερσης και συγκεκριμένων πρακτικών. Πρόκειται για ένα βιβλίο  500 σελίδων, μια σημαντική οικονομική δέσμευση για μια μικρή συντακτική πραγματικότητα όπως η Agenzia X.
Agenzia X e Gianfranco Manfredi  vi chiedono di acquistare in anteprima il libro che uscirà ai primi di ottobre 2017, oppure di sostenere questo progetto attraverso le 5 proposte di sovvenzionamento che troverete su:
http://sostieni.link/15139http://sostieni.link/15139

Παρακάτω θα βρείτε ένα αφηγηματικό κείμενο που θα γράψω σε επεισόδια για την υποστήριξη της εκστρατείας προ-πωλήσεων του νέου βιβλίου του Gianfranco Manfredi που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.Με αυτά τα επεισόδια που θα δημοσιεύσω σε απόσταση λίγων ημερών μεταξύ τους είναι πρόθεσή μου να εξηγήσω και τους λόγους για τους οποίους το 1977 έχει ακόμα πολλά να πει σήμερα.

Πρώτο επεισόδιο
Το 1977 ήμουν 15 χρονών και δεν καταλάβαινα τίποτα από αυτά που συνέβαιναν γύρω μου. Πήγαινα στο δεύτερο έτος ενός τεχνικού ινστιτούτου της περιφέρειας όπου βασίλευε το καθεστώς του πολιτικού έξι [ αυτό σημαίνει πως όλοι οι μαθητές είχαν εγγυημένο βαθμό στο απολυτήριο τους το έξι], υπήρχαν πικετοφορίες για να εμποδίσουν την είσοδο σε αυτούς που δεν έπαιρναν μέρος στις πορείες, καταλήψεις και την αυτοδιαχείριση των μαθημάτων. Το αμφιθέατρο ήταν ένας μαγευτικός τόπος πυρακτωμένων συνελεύσεων και διονυσιακών νυχτεριών ανάμεσα σε υπνόσακους, κιθάρες και τα πρώτα κασετόφωνα. Ήταν εκεί που έμαθα να κάνω σεξ και κάπνισα τον πρώτο μπάφο. Ήταν εκεί που άκουσα, για εκατοντάδες φορές μαζί με μια αγέλη άγριων παιδιών , “Ma chi ha detto che non c’è”, το τραγούδι του Gianfranco Manfredi.

Δεύτερο επεισόδιο
Mα τι ήταν; Ένα τραγούδι αγάπης; Αναρωτιόμουν την ώρα που μια φίλη μου πρότεινε μια γρήγορη στην κατειλημμένη αίθουσα καθηγητών, όπου υπήρχε ένα υπέροχο ντιβάνι. “Sta nel fondo dei tuoi occhi, sulla punta delle labbra – βρίσκεται στο βάθος των ματιών σου, στην άκρη των χειλιών”, τραγουδούσε ο Manfredi και για μας η σημασία ήταν ακόμη ένα μυστήριο. Για να το καταλάβουμε καλύτερα είχαμε κουβαλήσει μαζί μας το μαγνητόφωνο για να ακούσουμε ξανά εκείνο το πέρασμα ακόμη μια φορά και φυσικά ένα μικρό μπάφο για να διευρύνουμε τους ορίζοντες. Μέχρι τη φράση “nel profondo del tuo ventre – βαθιά μέσα σου” ήταν στιγμές τέλειες ανάμεσα σε μένα και αυτήν, μα σε εκείνο το σημείο, δεν μπορούσαμε  “να περιμένουμε το πρωί”. Έπρεπε να επιστρέψουμε το το συντομότερο στην φασαρία του αμφιθεάτρου. Η δράση μας καλούσε. Ένας σύντροφος του πέμπτου έτους που το έπαιζε μαοϊκός ούρλιαζε στο μικρόφωνο πως για να κάνουμε την επανάσταση χρειάζονταν οργάνωση, δημαγωγία και επίθεση. “Il sogno realizzato – το πραγματοποιημένο όνειρο” γίνονταν με  “il mitra lucidato – το γυαλισμένο πολυβόλο”; Έψαχνα εξηγήσεις σε εκείνο το κείμενο, αλλά όσο περισσότερο  προσπαθούσα να το αποκρυπτογραφήσω τόσο περισσότερο μπερδευόμουν. Τι ήθελε να πει “nella gioia e nella rabbia – στη χαρά και στο θυμό” και πάνω απ’ όλα, ποιο ήταν το “gabbia da distruggere – το κλουβί που έπρεπε να καταστραφεί”;

Τρίτο επεισόδιο
“Nella morte della scuola – στο θάνατο του σχολείου” ήταν μια έννοια που καταλάβαινα πολύ καλά. Βρισκόμουν σε ένα τεχνικό ινστιτούτο με το 99 τοις εκατό αρσενικούς, για να συναντήσουμε καμιά γυναίκα έπρεπε οπωσδήποτε να κάνουμε κατάληψη, έτσι έφταναν εκείνες της εμπορικής ή ακόμη και εκείνες από τα λύκεια. Τα μαθήματα και οι καθηγητές ήταν να πούμε το λιγότερο βαρετό από όλα τα υπόλοιπα. Το σχολείο ήταν μόνο για να σκοτώσει. “Nel rifiuto del lavoro – Στην άρνηση της εργασίας” αντιθέτως ήταν για μένα μια φράση ακατανόητη. Οι μοναδικοί άνεργοι που γνώριζα δεν περνούσαν και πολύ καλά, αντιθέτως. Ίσως ο Manfredi αναφέρονταν σε μια ζωή ελεύθερη από το χρήμα όπου όλοι περνούσαν καλά, ήταν χαρούμενοι; λοιπόν… θα ήταν πολύ όμορφο. εάν προσπαθούσα να ζητήσω τα φώτα από εκείνους της πέμπτης άκουγα αντιφατικές εκδοχές μεταξύ λενινιστών, fioruccini και σταλινιστών που τότε ήταν σαν μπάντες του δρόμου όπως στην ταινία  West Side Story. Τότε ποιος θα μπορούσε ποτέ να φτιάχνει ρούχα, να φτιάχνει αυτοκίνητα και πλυντήρια εάν “la fabbrica è deserta – το εργοστάσιο είναι έρημο”? Βρισκόμασταν στον κόσμο των ονείρων, δίχως καμιά αμφιβολία. Μετά άντε να πεις στον πατέρα μου πως θα ήθελες να ζεις σε  “ένα σπίτι δίχως πόρτες – una casa senza porte”.

http://www.infoaut.org/culture/crowdfunding-ma-chi-ha-detto-che-non-c-e

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Χιτζαζ

Μου το έστειλε ο Τονι

«Στο μουσικο στερέωμα υπαρχουν   φιρμες σε αφθονια   που απλα δεν με αγγιζει η δουλεια τους ,  , και  υπαρχουν καποιοι που υπηρετησαν την τεχνη τους για δεκαετιες με αφοσιωση  και σεμνοτητα , που δεν μπορεις να τους κατατάξεις σε αυτό η το άλλο ειδος απλα γιατι γι’αυτους η Μουσικη είναι μια  . Τετοια περιπτωση είναι  ο Αγγελος Χατζηγιαννης ,  συνθετης -στιχουργος ενορχηστρωτης- κιθαριστας  par excellence ,μιας εξαιρετικα ενδιαφέρουσας μπαντας της δεκαετιας του 80′  » το Μαυρο Προβατο » . Ευχομαστε  ότι θα πυκνωσει  τις εμφανισεις  του , μας το χρωστάει… .                 β}   Δεν ξεχναμε ότι την δεκαετια του 80′ ηταν  συχνα  παρων με την μπαντα του σε συναυλιες για  πολιτικους {και όχι μονο} κρατουμενους    .  Avanti Maestro

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Άγγελος Χατζηγιάννης live στο the Ζοο – Arp E

Μου το έστειλε ο Τονι

Υπαρχουν πολλες φιρμες που δεν αξιζει να τις ακουσεις καν , και  υπαρχουν καποιοι που υπηρετησαν την τεχνη τους για δεκαετιες με αφοσιωση  και σεμνοτητα , που δεν μπορεις να τους κατατάξεις σε αυτό η το άλλο ειδος γιατι γι’αυτους η Μουσικη είναι μια . Τετοια περιπτωση είναι και ο Αγγελος Χατζηγιαννης ,  συνθετης -στιχουργος ενορχηστρωτης- κιθαριστας  μιας εξαιρετικα ενδιαφέρουσας μπαντας της δεκαετιας του 80′  » το Μαυρο Προβατο » . Ευχομαστε  ότι θα πυκνωσει  τις εμφανισεις  του . Δεν ξεχναμε ότι την δεκαετια του 80′ ηταν  συχνα  παρων με την μπαντα του σε συναυλιες για  πολιτικους {και όχι μονο} κρατουμενους  .  Avanti Maestro

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

“Ένα λουλούδι άνθισε, Un fiore è sbocciato”

του Fiorenzo Angoscini

Davide Steccanella, Le indomabili. Storie di donne rivoluzionarie, Οι αδάμαστες. Ιστορίες επαναστατριών. Εκδόσεις, Edizioni Pagina Uno, Vedano al Lambro (Mb) σελ. 224, φεβρουαρίου 2017, € 15,00

Η τελευταία εργασία του Davide Steccanella, μαζί με εκείνη που πραγματοποίησε ο Milton Danilo Fernàndez (“Donne, pazze, sognatrici, rivoluzionarie…”, »τρελές Γυναίκες, ονειροπόλες, επαναστάτριες…» Rayuela Edizioni, Milano, 2015), μπορεί να θεωρηθεί το μοναδικό βιβλίο που γράφτηκε από έναν άνδρα, έχοντας στο κέντρο μόνο και όλες γυναίκες εξεγερμένες, που αξίζει να εξεταστεί. Είπαμε γυναίκες: αντικομφορμίστριες, αντάρτισσες, ανεξάρτητες, δίχως προκαταλήψεις. Και όμορφες, έξω και πάνω από τους φυσικούς και αισθητικούς κανόνες που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή.

Ο Steccanella, συνοδεύει την επαγγελματική του δραστηριότητα, με την αγάπη και το πάθος του για ορισμένα ζητήματα και θέματα συγκεκριμένα που, συχνά, ολοκληρώνει σε γραπτά και δημοσιεύσεις. Έτσι, η αγάπη του για την όπερα πήρε τη μορφή ενός βιβλίου με θέμα την »απόλυτη τελευταία σοπράνο», Μονσεράτ Καμπαγιέ, Montserrat Caballè, και με μια σειρά σημειώσεων για την ακρόαση της λυρικής μουσικής. Ο Steccanella είναι επίσης ένας παθιασμένος γνώστης της μουσικής rock και φανατικός οπαδός του ποδοσφαίρου (Interista-λενινιστής) της Internazionale, της μαυρομπλέ Ίντερ του Μιλάνο. Στο ποδόσφαιρο έχει αφιερώσει το «ο ξένος δεν θα περάσει, Non passa lo straniero (Ήτοι, όταν το ποδόσφαιρο ήταν αυταρχικό)».

Τα τελευταία χρόνια έχει αναλύσει ιδιαίτερα και έχει μελετήσει-ερευνήσει τις επαναστατικές εμπειρίες και της ένοπλης πάλης. Καρπός αυτών των εμβαθύνσεων κάποιες δημοσιεύσεις, από το προσχέδιο 1 εκείνου που θα γίνει Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μιας χαμένης επανάστασης,  Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata  μέχρι την »Επαναστάτρια. 2017 Ατζέντα 12 μηνών, “Rivoluzionaria. 2017 Agenda 12 mesi”3 στην οποίαν, για κάθε ημέρα του χρόνου, θυμάται ένα γεγονός ή ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμβάν: τον θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης την δολοφονία του Ernesto Che Guevara, την απαγωγή του Mario Sossi, την απόδραση από την φυλακή του Pozzuoli (Na) των Franca Salerno και Maria Pia Vianale, τη νίκη του Όχι στο δημοψήφισμα για την κατάργηση της απαγόρευσης του διαζυγίου.

Επάνω στην στρατευμένη και επαναστατική εμπειρία των γυναικών άλλα αφιερώματα και συνεισφορές, αποκλειστικά θηλυκές, έχουν μια ιδιαίτερη σημασία και αξία.
Από τον πρώτο φόρο τιμής της Ida Farè στην Margherita Cagol4 μέχρι το τελευταίο (με χρονολογική σειρά δημοσίευσης) της Paola Staccioli5 του οποίου πραγματοποιήθηκαν πολλές νέες εκτυπώσεις. Δίχως να ξεχνάμε την άλλη συνεισφορά της Paola Staccioli, που γράφτηκε με τέσσερα χέρια μαζί με την Haidi Gaggio Giuliani με πρόλογο της Silvia Baraldini.6 Ενώ σε ένα άλλο επίπεδο, και σε μιαν οπτική, τελείως διαφορετική, τοποθετείται το “Donne oltre le armi, Γυναίκες πέρα από τα όπλα”.7

Ο συγγραφέας, αφού αφιέρωσε τον πρόσφατο κόπο του στις Maria Elena, Paola και Valentina ξεκινά τον ιστορικό-πολιτικό καλπασμό του ξεκινώντας από τα μέσα του ‘800. Από τα πρώτα  ‘femmine ribelli-εξεγερμένα θηλυκά’ θυμάται την Louise Michel (1830-1905) μαχόμενη στη διάρκεια των ημερών της Κομούνας. Για τον αδάμαστο και πολεμιστή χαρακτήρα της, από τον καθώς πρέπει τύπο χαρακτηρίστηκε ‘θηρίο που διψούσε για αίμα- La belva assetata di sangue’ και ο Paul Verlaine της αφιέρωσε ένα ποίημα , “Lei ama il povero, Αυτή αγαπά τον φτωχό”.

Nel suo ‘excursus’, Στην διάρκεια του ταξιδιού του περνά στη συνέχεια από την Rosa Rossa Luxemburg, την Κόκκινη Ρόζα, και φθάνει στην πρώτη (νοέμβριος 1910) ‘επανάσταση’ του XX° αιώνα , την μεξικάνικη, μαζί με την κύρια θηλυκή πρωταγωνίστρια της: Petra Herrera που αποκαλούνταν Pedro η οποία “…πήγαινε στην έφοδο με τόση ζέση ώστε να παρασέρνει με το παράδειγμα της άνδρες και γυναίκες  μαζί”. Για να εισχωρήσει στη συνέχεια στην πιο σημαντική Επανάσταση, αυτή με την μεγαλύτερη σημασία, συμβολική που χαρακτήρισε ον περασμένο αιώνα, εκείνη των Μπολσεβίκων του οκτώβρη (1917).

Μιλώντας γι αυτήν, διατρέχει το  προφίλ κάποιων πρωταγωνιστών αυτής: Aleksandra Michajlovna Kollontaj, ‘Commissaria del Popolo per l’Assistenza sociale, Επίτροπος Λαϊκής κοινωνικής Βοήθειας’, για την οποίαν ο Steccanella τονίζει πως “…ήταν η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που υπήρξε υπουργός μιας κυβέρνησης”, προαγωγέας, μαζί με πολλές άλλες Σοβιετικές γυναίκες, των νόμων για την έκτρωση και το διαζύγιο (1920). Στην πατρίδα των Σοβιέτ οι γυναίκες απολάμβαναν ήδη του δικαιώματος στην ψήφο και στην εκπαίδευση, να εκλέγονται, και να λαμβάνουν μισθό ίσο με εκείνο των ανδρών. Η Kollontaj, στην διάρκεια της θητείας της, διέταξε την διανομή στους αγρότες των γαιών που ανήκαν στα μοναστήρια, , την ίδρυση κρατικών παιδικών σταθμών και την φροντίδα της μητρότητας.

Μια άλλη ‘Bolscevica’ (“Μπολσεβίκα ενθουσιώδη και ευφυή” l θα την χαρακτηρίσει ο Λένιν) είναι η Inessa Armand, γεννημένη Elise Stèphanne, που καθιέρωσε σχέσεις και εδραίωσε συμφωνίες πολιτικές με τους ρώσους επαναστάτες μέχρι την ολοκλήρωση και τη σύσταση της κυβέρνησης των εργατών και αγροτών. Όταν (16 ιουλίου 1914) “Το Γραφείο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς συγκαλεί, στις Βρυξέλλες, ένα συνέδριο για να συζητήσουν εκ νέου για την επανένωση όλων των ρευμάτων των ρώσων σοσιαλδημοκρατών” ο Lenin, μυρίστηκε την παγίδα με την οποίαν γίνονταν προσπάθεια να εγκριθεί, από την Διεθνή, μια ευνοϊκή πρόταση στην ενοποίηση, έχοντας επίγνωση των ικανοτήτων και των ταλέντων της ‘συντρόφισσας’, ζήτησε από την Inessa να τον εκπροσωπήσει, πυροδοτώντας την οργή των Kautsky, Luxemburg, Trockij, Plechanov και Marlov. Στο διφορούμενο ψήφισμα αντέταξε μια πρόταση που καλούσε όλους τους σοσιαλδημοκράτες να ενωθούν με το πρόγραμμα των μπολσεβίκων. Παρότι το δικό του αντί-ψήφισμα απορρίφθηκε, ο Λένιν ήταν περισσότερο από ικανοποιημένος: “Οδήγησες την υπόθεση πολύ καλύτερα απ’ ότι θα μπορούσα να είχα κάνει εγώ. Εγώ θα είχα εκραγεί. Δεν θα είχα κατορθώσει να ανεχθώ εκείνη την κωμωδία και θα τους είχα αντιμετωπίσει σαν αχρείους”.
Καλή πιανίστρια, εκτέλεσε την La Patetica, την σονάτα που προτιμούσε ο Vladimir Ilic Ulianov (Lenin) και στις κηδείες του Paul Lafargue και της Laura Marx (Παρίσι, 3 δεκεμβρίου 1911) ο επικήδειος λόγος που διαβάστηκε από τον Λένιν μεταφράστηκε στα γαλλικά από την Inessa η οποία, εκτός από την μητέρα γαλλική γλώσσαo, ήταν εξαιρετική γνώστης άλλων ξένων γλωσσών.

Μετά το Μεξικό και τον ‘Ottobre- Οκτώβρη’, Έρχεται η Ισπανία!.
Στις 17 ιουλίου 1936 οι πραξικοπηματίες, με επικεφαλής τον Franco, διακηρύττουν τον ‘ξεσηκωμό’, την ένοπλη φασιστική επίθεση στην ισπανική Repubblica. Ανάμεσα στις κυριότερες φιγούρες του αγώνα στον φρανκισμό, ξεχωρίζει εκείνη της Πασιονάρια, della Pasionaria, της Dolores Ibàrruri από την χώρα των βάσκων, προσωπική φίλη του Stalin και, όπως αυτοαποκαλείται, μια γυναίκα  “di pura razza mineraria, από καθαρή ράτσα μετάλλου”. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο που αναλαμβάνει, στον τίτλο, την ομιλία που εκφώνησε σε υπεράσπιση της Δημοκρατίας στο όνομα του Ισπανικού Κομουνιστικού Κόμματος στις 19 Ιουλίου 1936, “No pasaràn!-Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας” 8   επαναλαμβάνει το πως κατάφερε να μετατρέψει τον “απεγνωσμένο της θυμό και το αίσθημα ανταρσίας και εξέγερσης σε πολιτική και ιδεολογική συνείδηση, για εκείνη την μεταμόρφωση μιας απλής γυναίκας του λαού σε μια επαναστάτρια μαχόμενη, σε μια Κομουνίστρια”.

Μετά την Ισπανία, το βουνό…
Πραγματικά πολλές, και με ρόλους πρώτης γραμμής, οι μαχόμενες ιταλίδες για την ελευθερία. Ο Steccanella θυμάται την μεγάλη εκπροσώπησηricorda : “70.000 oργανωμένες στις Ομάδες υπεράσπισης της γυναίκας, 35.000 μαχόμενες παρτιζάνες, 20.000 με λειτουργίες υποστήριξης, 4.563 συλληφθείσες, βασανισμένες και καταδικασμένες από τα φασιστικά Δικαστήρια, 2.900 έπεσαν ή σκοτώθηκαν σε μάχη 2.750 μεταφέρθηκαν στη Γερμανία στα ναζιστικά lager, 1.700 τραυματίστηκαν, 623 εκτελέστηκαν, 512 Επίτροποι πολέμου, 19 χρυσά μετάλλια και 17 αργυρά”.
Κάποια ονόματα, Alcuni nomi, διάσημα ή λιγότερο γνωστά, για όλες: Irma Bandiera, Carla Capponi, Iris Versari, Joyce Lussu, Vandina Saltini, και πολλές άλλες ‘Stelle Rosse, Κόκκινα Αστέρια’.

Άλλες σημαντικές παρουσίες, είναι εκείνες των πρωταγωνιστών γυναικών στον αγώνα για τα δικαιώματα των αφροαμερικανών, για την χειραφέτηση των ‘τελευταίων’ και για την κοινωνική λύτρωση, της βορείου Αμερικής: Rosa Louise Parks, η Μαύρη Πάνθηρας Kathleen Claver μετά, όταν τα σπάει με το κόμμα των μαύρων πανθήρων BPP, στρατευμένη στο ‘Revolutionary People’s Communication Network’, και το πιο γνωστό σύμβολο της εξέγερσης των μαύρων της Αμερικής: Angela Davis. Στον τόμο υπενθυμίζεται ο ορισμός που η Davis μας παρέχει για την λέξη ‘ριζοσπάστης’: “Ριζοσπάστης απλούστατα σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα από τις ρίζες τους”.
Ίσως, σε αυτή την ενότητα, θα έπρεπε να γίνει λόγος και για την Εθελ Ρόζενμπεργκ, Ethel Rosenberg, αποδιοπομπαίο τράγο του αχαλίνωτου μακαρθισμού.

Άμεσα ή έμμεσα, η Λατινική Αμερική σφυρηλατεί πολλές αντάρτισσες γυναίκες. Να θυμίσουμε την Tania Haydèe Tamara Bunke Bider,9 που σκοτώθηκε στα εικοσιεννιά της στο Puerto Mauricio ακολουθώντας την βολιβιανή του Che. Μια άλλη τευτονικηλατίνη, teutonico-latina είναι η Monika Ertl Imilla,10 που την 1 απριλίου 1967, στο Αμβούργο,οπλισμένη από τον Feltrinelli, εκδικείται τον Comandante Che, εκτελώντας τον δήμιο του: Roberto Quintanilla.
Παραμένοντας στον χώρο του νησιού της Καραϊβικής, ο Steccanella θυμίζει πως στην Κούβα, μαζί με άλλες γυναίκες που ιδεολογικά και στρατιωτικά διαμορφώθηκαν στο ευτυχισμένο νησί, βρήκε πολιτικό άσυλο και συνεχίζει να ζει η αφρο-τζαμαϊκανή επαναστάτρια, αγωνίστρια του Black Liberation Army, Assata Shakur, που ονομάζονταν όταν ήταν δούλη JoAnne Chesimard, στης οποίας την απελευθέρωση (όχι απόδραση, όπως η ίδια διευκρινίζει) πήρε μέρος, στην τελική της φάση, και η Silvia Baraldini.11

Ο συγγραφέας αφιερώνει προσοχή και στις γυναίκες που πήραν μέρος στους αγώνες ανεξαρτησίας στην Ευρώπη τον αιώνα που μας πέρασε: Βόρεια Ιρλανδία και Euskadi.
Στην βόρειο Ιρλανδική σύγκρουση πολέμησαν οι Bernadette Devlin, Mairead Farrell που σκοτώθηκε στο Γιβραλτάρ, στις 6 μαρτίου 1988, από μια ‘ομάδα θανάτου’ του αγγλικού στρατού.
Ένα από τα μεγαλύτερα ‘σύμβολα’, λόγω του κύρους και της σημασίας, του αγώνα του βασκικού λαού, δίχως άλλο είναι η Eva Forest, πρωτομάστορας του ‘Σχεδίου Ogro’ (εξολόθρευση του Luis Carrero Blanco, ‘ηγέτη’ της κυβέρνησης του Franco). Τον τίναξαν στον αέρα με το αυτοκίνητο του στην Μαδρίτη στις 20 δεκεμρίου 1973. Στο βιβλίο της “Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Carrero Blanco” 12 ξεκινά την διήγηση της με αυτό τον τρόπο: “Ο Carrero Blanco είχε ένα όνειρο: να πετάξει. Μια ημέρα η Eta έκανε το όνειρο του μια μεγάλη πραγματικότητα”.

Στην μεγάλη έκθεση των σχεδόν σαράντα προφίλ επαναστατριών (αν και θα μας είχε αρέσει να μας μιλούσε επίσης και για την Olga Benario, κομουνίστρια και εβραία, απεσταλμένη της Κομουνιστικής Διεθνούς στην Βραζιλία, δολοφονημένη στο lager di Bernburg-Euthanasia Centre στις 23 απριλίου 1942;13 την comandante Celia Sànchez της κουβανικής επανάστασης: “εκείνη που έπαιρνε τις κυριότερες αποφάσεις”; 14 Genoeffa Cocconi, μητέρα των αδελφών Cervi και την Carla Verbano.15 ) Ο Steccanella καλλιεργεί δυο ιδιαίτερα ‘κόκκινα λουλούδια’ : την Margherita Mara Cagol (ιδρύτρια των Brigate Rosse, ‘που εκτελέστηκε’, σύμφωνα με την μαρτυρία ενός μαχητού παρόντος στην ανταλλαγή πυροβολισμών που είχε προηγηθεί, με έναν πυροβολισμό από πιστόλι στον αυχένα, ενώ ήταν γονατισμένη έχοντας παραδοθεί, στις 5 ιουνίου 1975 στην Cascina Spiotta,στο αγρόκτημα στην περιοχή Arzello di Melazzo (Al). Οι Σύντροφοι της στην ανακοίνωση χαιρετισμού δηλώνουν: “Mara, ένα λουλούδι άνθισε, και αυτό το λουλούδι ελευθερίας οι Ερυθρές Ταξιαρχίες θα συνεχίσουν να το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη! Ένοπλη πάλη για τον κομουνισμό!”) και την Ulrike Meinhof, δημοσιογράφο και αγωνίστρια της Rote Armee Fraktion, που πέθανε  ‘μυστηριωδώς’ στην φυλακή του Stammheim το βράδυ μεταξύ 8 και 9 μαίου 1976. Ένα μανιφέστο της Κόκκινης Βοήθειας, del Soccorso Rosso την θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Ένα λουλούδι άνθισε. Θα το καλλιεργούν οι επαναστάτες όλου του κόσμου. Θα το καλλιεργούν μέχρι τη νίκη”.16

Λόγω της μαχητικής αλληλεγγύης, σεβασμού και εκτίμησης, οι τελευταίες δύο γυναίκες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι η »Γιαγιά Μάο», “Nonna Mao”-Cesarina Carletti, πρώην παρτιζάνα , βιβλιοπώλης μεταχειρισμένου στην αγορά της Porta Palazzo στο Torino, που συνελήφθη στις 15 ιουλίου 1975 ως ύποπτη ταξιαρχίτισσα: “είναι να γελάς, ’με αυτή την τελευταία είναι είκοσι μία φορές που μπήκα φυλακή. Και δεν θα είχα ποτέ φανταστεί πως θα μου καταλόγιζαν ξανά τις ίδιες κατηγορίες με αυτές τριάντα τριών χρόνων νωρίτερα, όταν ήμουν παρτιζάνα: συμμετοχή σε ένοπλη μπάντα”.

Η Caterina Rina Picasso, κατηγορία 1908, ‘η γιαγιούλα των BR’, αναφέρεται με αυτό τον τρόπο από τον Prospero Gallinari όταν την θυμάται: “ η Caterina Picasso είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος μας. Ένα πρόσωπο της βαθιάς πόλης, της αντιφασιστικής και κομουνιστικής έντασης της ιστορίας της Τζένοβα”. Στην ηλικία των 72 χρόνων “καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε τρία χρόνια και τέσσερις μήνες , που στο εφετείο αυξήθηκαν σε τέσσερα χρόνια, Έξω απ’ το κελί της εκθέτει μια στοιχειώδη κόκκινη σημαία ραμμένη με διάφορα κομμάτια από ύφασμα”.

Τέλος, αλλά απολύτως όχι τελευταία, αναφέρεται μια, την θυμάται με τον τρόπο του, ‘μαχήτρια’ με ένα τρόπο που καμιά καμιά ανθολογία, βιβλίο αυτοβιογραφιών ή έκθεση γυναικών αναφέρει: Anna Magnani. Όταν πλέον την είχαν σημαδέψει οι ‘φθορές του χρόνου’, αγνοώντας την αισθητική : “LΑφήστε μου όλες τις ρυτίδες, μην μου αφαιρέσετε ούτε μια. Χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να τις φτιάξω
Μια πρόσληψη μιας πολύ διαφορετικής συνειδητοποίησης από τα τρέχοντα αισθητικά και καλλιτεχνικά στερεότυπα, όχι μόνο γυναικεία.


  1. Davide Steccanella, Le Brigate Rosse e la lotta armata in Italia. Cronologia degli eventi che hanno contrassegnato 15 anni del nostro paese- Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες και η ένοπλη πάλη στην Ιταλία. Χρονολογία των γεγονότων που σημάδεψαν 15 χρόνια στη χώρα μας, Simplicissimus, Loreto (An)-Catania, 2012  
  2. επαναλάμβανεDavide Steccanella, Gli anni della lotta armata. Cronologia di una rivoluzione mancata- Τα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Χρονολογία μια χαμένης επανάστασης, Bietti, Milano, 2013  
  3. Davide Steccanella, Rivoluzionaria- Επαναστάτρια, 2017 Ημερολόγιο 12 μηνών, Agenda 12 mesi, Mimesis, Sesto San Giovanni (Mi), 2016  
  4. Ida Farè-Franca Spirito, Mara e le altre. Le donne e la lotta armata: storie interviste riflessioni- Η Μάρα και οι άλλες. Οι γυναίκες και η ένοπλη πάλη: ιστορίες συνεντεύξεις στοχασμοί, Feltrinelli, Milano, 1979  
  5. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie Κι ας ήμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  
  6. Haidi Gaggio Giuliani-Paola Staccioli, Non per odio ma per amore. Storie di donne internazionaliste- Όχι από μίσος αλλά λόγω τη αγάπης. Ιστορίες διεθνιστών γυναικών, DeriveApprodi, Roma, 2012  
  7. Rosella Simone, Donne oltre le armi. Tredici storie di sovversione e genere- Γυναίκες πέρα από τα όπλα. Δεκατρείς ιστορίες ανατρεπτικής δραστηριότητας και φύλου, Milieu Edizioni, Milano 2017  
  8. Dolores Ibàrruri, Memorie di una rivoluzionaria- Αναμνήσεις μιας επαναστάτριας,  Editori Riuniti, Roma, 1963  
  9. Marta Rojas-Mirta Rodriguez Caldiron, a cura di- Tania la guerrigliera, Τάνια η αντάρτισσα, Feltrinelli, Milano, 1971  
  10. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl- Η κοπέλα που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Ιστορία της Μόνικα Έρτλ,  casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  
  11. Assata Shakur, Assata, un’autobiografia, Ασσάτα, μια αυτοβιογραφία, εισαγωγή με επιμέλεια του Giovanni Senzani, introduzione e cura di Giovanni Senzani, CONTROInformazione internazionale, Erre emme Edizioni, Roma, dicembre 1992  
  12. Marco Laurenzano, a cura di, Eva Forest, Operazione Ogro. Come e perchè abbiamo ucciso Carrero Blanco- Επιχείρηση Ogro. Πως και γιατί σκοτώσαμε τον Καρρέρο Μπλάνκο,  Red Star Press, Roma, dicembre 2013  
  13. Ruth Wener, Olga Benario. Una vita per la rivoluzione. La storia di una vita coraggiosa- Όλγα Μπενάριο. Μια ζωή για την επανάσταση. Η ιστορία μιας θαρραλέας ζωής, Zambon Editore, Francoforte, 2012  
  14. Dieci donne rivoluzionarie…che non appaiono nei libri di storia- Δέκα επαναστάτριες γυναίκες…που δεν εμφανίζονται στα βιβλία της ιστορίας,  Kathleen Harris, 2014 https://www.bibliotecapleyades.net/sociopolitica/sociopol_globalupraising81.htm  
  15. Carla Verbano με την Alessandra Capponi, Sia folgorante la fine- Να είναι εκθαμβωτικό το τέλος,  Rizzoli, Milano, 2010  
  16. La morte di Ulrike Meinhof, Rapporto della Commissione Internazionale d’inchiesta- Ο θάνατος της Ουλρίκε Μάϊνχοφ, Αναφορά της Διεθνούς Επιτροπής έρευνας, μετάφραση της Petra Krause και Elisa D’Ambrosio, Tullio Pironti Editore, Napoli, settembre 1979 – Ulrike Meinhof, Bambule. Rieducazione, ma per chi?- BambuleΑναμόρφωση, αλλά για ποιον; Edizioni della battaglia, Palermo, gennaio 1998  

Share

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Τα »σάπια» μήλα – Le mele “marce”

του Fiorenzo Angoscini

Giorgio Panizzari, L’albero del peccato, Το δέντρο της αμαρτίας, Colibrì edizioni, Paderno Dugnano (Mi), μάρτιος 2017, σελ. 208, € 14,00

Εκείνη η συμπεριφορά από τον συγγραφέα σε αυτή την εγκληματολογική, την οικονομική κοινωνική και πολιτική ανασυγκρότηση επάνω στο έξω από το νόμο και περιθωριακό προλεταριάτο, είναι μια έρευνα- συνεισφορά που πραγματοποιήθηκε από το εσωτερικό, ζωντανά, σε άμεση επαφή και σε πρώτο πρόσωπο. Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να σταθούμε στο βιογραφικό του Panizzari και τη γένεση του έργου του.

Παιδί του δρόμου, δυνητικός ισοβίτης

Ο Giorgio Panizzari γεννιέται και μεγαλώνει σε μια από τις εργατικές και λαϊκές ‘barriere’, γειτονιές ‘φράγματα’ του Torino.  Νεαρός στη διάρκεια των χρόνων ’60, εκείνα του οικονομικού boom, του αυτοκινήτου εξακοσίων κυβικών, του πλυντηρίου, της τηλεόρασης αγορασμένης με ανταπόδοση που λειτουργούσε με την εισαγωγή εκατό λιρετών, όπως τα jukebox,  και όταν εξαντλούνταν ο χρόνος εισφοράς (κάποιες δεκάδες λεπτών) οι μεταδόσεις διακόπτονταν, η οθόνη γίνονταν μαύρη κι αν επιθυμούσες να συνεχίσεις να ‘απολαμβάνεις’ το θέαμα, έπρεπε να ρίξεις μέσα στην σχισμή άλλα νομίσματα. Της πλαστής ευημερίας είχαν επωφεληθεί επίσης και οι ζώνες μεσαίου-χαμηλού εισοδήματος του ιταλικού πληθυσμού. Μα όχι όλες.

Παρέμεναν αποκλεισμένοι οι συνήθεις, οι τελευταίοι από κάθε άποψη, οι δίχως εργασία, οι πρόσφατα άνεργοι, οι πολιτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Ή ακόμη και εκείνοι που δεν ήθελαν να υποβληθούν στο ζυγό μιας εργασίας αλλοτριωτικής, επαναλαμβανόμενης που θεωρούσαν άχρηστη. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι συνοικιακές άτακτες μπάντες (batterie ή «batere») που αποτελούνταν κυρίως από νέους ανθρώπους που δεν ήταν ακόμα εγγυημένοι εργαζόμενοι, που δεν μπορούσαν πλέον να «εκπαιδευτούν» λόγω της άρνησής τους, αναρχικοί με την έννοια πως ήταν αντίθετοι σε κάθε μορφή συντεταγμένης εξουσίας, σκληροί αντάρτες σε κάθε νόμο. Μικρός υπόκοσμος που «εγκληματεί» για να επιβιώσει, κάποιοι από τους συμμετέχοντες και επειδή δεν ήθελαν , και δεν μπορούσαν να αντέξουν την ιδέα της εκτέλεσης μιας εργασίας σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Ο Panizzari είναι ένας από αυτούς τους νέους περιθωριοποιημένους προλετάριους: ένας κακοποιός του δρόμου.

Κάνει ληστείες και κλοπές. Στα 15 του για πρώτη φορά περνά το κατώφλι ενός τιμωρητικού θεσμού: την φυλακή ανηλίκων Ferrante Aporti. Στη συνέχεια, το τμήμα «Παρατήρησης» δίπλα από τον Οίκο Αναμόρφωσης και, στη συνέχεια, φιλοξενείται στον Φιλανθρωπικό Οίκο για Παραμελημένους Νέους στην Pianezza, στην περιφερειακή ζώνη του Τορίνο. Από αυτό το ίδρυμα «φιλανθρωπίας» αποφασίζει να το σκάσει, έτσι, όταν τον αρπάζουν εκ νέου, χαρακτηρίζεται ως «κοινωνικά επικίνδυνος» και αποδίδεται, «για λόγους ασφαλείας» σε έναν Οίκο Αποκατάστασης: τον σωφρονιστικό του Bosco Marengo (Το), τον χειρότερο της βόρειας Ιταλίας.

Ανάμεσα σε αποφυλακίσεις, αποδράσεις και εκ νέου συλλήψεις, φθάνει στην ηλικία των 17 χρόνων (ιούνιος 1967), όταν τον συλλαμβάνουν εκ νέου, δένοντας τον με το άρθρο a 10: irrecuperabilità sociale, μη ανακτήσιμος κοινωνικά. Αποφεύγει με αυτό τον τρόπο τον εγκλεισμό του σε έναν Οίκο Ααμόρφωσης και τον στέλνουν πίσω στην «Ferrante Aporti». Αλλά η «οξυθυμία» του θεραπεύεται με την αποστολή του στο Κέντρο ψυχιατρικής Παρατήρησης των Φυλακών «Le Nuove».

Στο τορινέζικο σωφρονιστήριο γνωρίζει και συνδέεται με φιλία με τον Giuseppe Avattaneo, διοικητή ‘Caino‘ “πρώην Παρτιζάνο φόβητρο φυλάκων και κρατουμένων…Με το τέλος της Αντίστασης, ο ‘Caino’ την είχε συνεχίσει για λογαριασμό του, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει συνεργάτες των φασιστών και των ναζί, κόσμο που είχε βασανίσει Παρτιζάνους στο διαβόητο στρατόπεδο της οδού Asti, και στην συνέχεια απέδιδε δικαιοσύνη ‘εκτελώντας’ τους με την βοήθεια κάποιου άλλου Παρτιζάνου”.1 Από τα 15 μέχρι τα 20 χρόνια του, παραμένει ελεύθερος όχι περισσότερο από δυο χρόνια.

Τον απρίλιο του ’69 είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών της πρώτης μεγάλης διαμαρτυρίας στις φυλακές, εκείνη στο Torino- φυλακή Le Nuove. Μετά την εξέγερση έρχονται οι μαζικές μεταφορές σε άλλα ιδρύματα. Ο Panizzari ύστερα από κάποιες σύντομες στάσεις σε ‘απλές’ φυλακές, αποστέλλεται στο Ποινικό Ψυχιατρικό Άσυλο του Montelupo Fiorentino (Fi). Βγαίνει, αλλά το 1970, στα 21 του, παραδίδεται από μόνος του για να ξεκαθαρίσει πως δεν ήτα ο υπεύθυνος της ληστείας μετά φόνου ενός χρυσοχόου. “Eίναι αθώος, υποστηρίζει, και υπερασπίζεται τον εαυτό του σθεναρά. Όμως οι εφημερίδες τον μετέτρεψαν σε τέρας. Η αναμέτρηση είναι άνιση. Από τη μία πλευρά η ανάμνηση ενός εύπορου από το Κούνεο, από την άλλη η παρουσία ενός χουλιγκάνου, ενός κακοποιού που έτσι κι αλλιώς πρέπει να τεθεί σε θέση να μη μπορεί να κάνει ζημιά. Για τέσσερα χρόνια ο Panizzari αγωνίζεται, σπουδάζει νομικά, προγραμματίζει και στήνει τη υπεράσπιση του, συλλέγει μάρτυρες και μαρτυρίες, αποδέχεται α υποβληθεί σε ψυχολογικά τεστ, πάντα με την ελπίδα πως η κοινωνία θα μπορέσει με αυτό τον τρόπο να πειστεί για την αλήθεια του. Mα για την κοινωνία ένας κακοποιός και επί πλέον έξυπνος είναι ανυπόφορος, είναι μια απόδειξη ενοχής”.2 Η ποινή είναι: ισόβια! “…αφού είχα εθελοντικά παραδοθεί για να με αναγκάσουν να ‘ομολογήσω’ μια ληστεία και έναν φόνο που δεν είχα διαπράξει”.3

Στην έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο η ποινή επιβεβαιώνεται. Ο Panizzari ξεκινά τις περιοδείες του στις διάφορες φυλακές της ‘Όμορφης χώρας’, από βορά προς νότο και αντιθέτως, συμπεριλαμβανομένων των νησιών. Στην φυλακή συναντά τους Adriano Sofri, Guido Viale, Pio Baldelli (‘θύματα’ διαδηλώσεων στους δρόμους και τις πλατείες και ένοχοι τέλεσης αδικημάτων άποψης, σκέψης), τον Agrippino Costa (‘να ελευθερώσουμε τον σύντροφο Costa, έκλεβε πίνακες σαν πραγματικός καλλιτέχνης‘ ), τον Fiorentino Conti (υπεύθυνο της επιτροπής φυλακών της Lotta Continua). Στην Augusta (Sr) ‘πολιτικοποιεί’ τον εφημέριο της φυλακής, Πατέρα Giardina, “…έναν συμπαθέστατο τύπο που δέχονταν να σφυρίζει την ‘Bandiera Rossa‘ σε ανταλλαγή ενός λουκάνικου κι ενός ποτηριού με κρασί”.4

Ξεκινά σχέσεις με τις πρώτες κολεκτίβες φυλακισμένων: εσωτερικές (Le Pantere Rosa) και εξωτερικές (Της γης οι κολασμένοι, I dannati della terra της LC και με τους NAP). Στο Porto Azzurro συναντά τον τορινέζο Martino Zicchitella και γνωρίζει τον ‘τορινέζο’-μετανάστη Sante Notarnicola. Όταν βρίσκεται σε ‘θεραπεία’ (1974) στην Ψυχιατρική Ποινική Κλινική της Aversa (Cs) φθάνει σε αυτόν η θλιβερή είδηση του θανάτου δυο συντρόφων του στρατευμένων στους Ένοπλους Προλεταριακούς Πυρήνες,  Nuclei Armati Proletari, των Luca Mantini και Giuseppe ‘Sergio’ Romeo, που σκοτώθηκαν στη διάρκεια προσπάθειας απαλλοτρίωσης μιας τράπεζας στην Φλωρεντία που είχε σχεδιάσει η οργάνωση.5

Συμμετέχει σε εξεγέρσεις και απόπειρες αποδράσεων: αυτή που ήταν η  ‘πιθανότερη’, όμως απέτυχε, εκείνη της Viterbo (μάϊος 1975, όταν βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη η απαγωγή Di Gennaro, που ήταν δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της γενικής διεύθυνσης των σωφρονιστικών ιδρυμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης) μαζί με άλλους δυο ‘nappisti’, τους Martino Zicchitella και Pietro Sofia. Όταν, ιούλιος 1977, κατέστη πλέον επίσημο το κύκλωμα των ειδικών φυλακών, είναι ήδη κρατούμενος στο νησί της Asinara (Ss) όπου είχε φθάσει από την Poggioreale (Napoli), όπου βρίσκονταν για την δίκη στους NAP, που θα του κοστίσει την ποινή των 16 χρόνων και τεσσάρων μηνών επιπλέον κάθειρξης.

Μετά την απαγωγή Moro (16 μαρτίου 1978) είναι μεταξύ των αγωνιστών των Nap, με μόνο τους Pasquale Abatangelo και Domenico Delli Veneri, που εντάσσονται στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse. Δεν περνάει ένας χρόνος και σχεδόν όλοι οι άλλοι μαχητές των Nap θα εισέλθουν στις BR. Μετά την Κόκκινη Εβδομάδα, la Settimana Rossa (19-26 αυγούστου 1978 και 21-23 σεπτεμβρίου 1978), στις 2 oκτωβρίου 1979 ξεκινάη ‘Μάχη της Αζινάρα’, la ‘Battaglia dell’Asinara’, “…μια μάχη την οποίαν ο τύπος και τα μέσα πληροφόρησης αγνόησαν με προσοχή ‘λόγω άνωθεν διαταγών’6 και όταν οι σχέσεις χειροτέρεψαν μέχρι, σχεδόν, τη ρήξη, ο Giorgio Panizzari αναγνωρίστηκε και «χρίστηκε» αντιπρόσωπος των κρατουμένων για να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η εκδοχή του Pasquale Abatangelo;7…προσπαθήσαμε μια επανέναρξη της διαπραγμάτευσης, καταφέρνοντας να μιλήσουμε με τον εισαγγελέα του Sassari, που είχε φθάσει άρον άρον στο νησί. O Giovanni Mossa, έτσι ονομάζονταν ο δικαστικός, έκανε την κίνηση να αποδεχτεί την συνάντηση, την αντιπαραβολή, με τον όρο να συναντήσει έναν εκπρόσωπο μας. Στείλαμε τον Giorgio Panizzari, που είχε συνηθίσει στις αδύνατες αποστολές”.

Ξανά, πάντα από το »Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα»Ancora,  ‘Correvo pensando ad Anna‘, μιλώντας για τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τις προσωπικότητες των πολιτικών ή πολιτικοποιημένων κρατουμένων, γράφει “Δεν ξεχώριζαν διανοητικά, όπως ο Giorgio Panizzari, ο οποίος στο Palmi μπορούσε να κρατά σε απόσταση και να τα φέρνει βόλτα με ταξιαρχίτες ματαιόδοξους και γεμάτους έπαρση”.
Ο Panizzari, όπως αναγνωρίστηκε από τον Σύντροφο του, πρώτα στους Nap, και στην συνέχεια στις Brigate Rosse, ο κακοποιός, ο περιθωριακός και περιθωριοποιημένος, ήξερε να παντρεύει την ‘πρακτική με την γραμματική’, ήταν σε θέση να εκτελεί την ‘τόσο την διανοητική δουλειά όσο και την χειρονακτική’.

Ακριβώς στην καλαβρέζικη φυλακή, ο ‘ανόητος’ που προέρχονταν απ’ την τορινέζικη barriera, διασταυρώνεται με διανοούμενους και καθηγητάκους με τους οποίους πολλοί ήθελαν να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς: “Mα μπόρεσε να  ‘μην λάβει υπ όψιν, να μην κλείσει τους λογαριασμούς’, ούτε προς τον ανείπωτο Toni Negri, o oποίος στις πλάτες του κουβαλούσε ‘ιστοριούλες’ -και λογαριασμούς να ταχτοποιήσει-είχε ήδη αρκετούς και με πολλούς εκείνο τον καιρό”,8 αλλά τρυφερός δεν στάθηκε ούτε με τον ανταγωνιστή του παντοβάνου καθηγητή, Alberto Franceschini (που προέβλεπε για τον Negri το ίδιο τέλος με τον Horst Mahler, πρώην αγωνιστή της Raf που είχε φθάσει στο σημείο να συνεργαστεί με τον υπουργό Εσωτερικών…ή πως θα είχε αυτοκτονήσει, ανίκανος να αντιμετωπίσει το σκληρό βάρος της φυλακής) εκείνο τον καιρό Σύντροφο ‘του’: “εκ των υστέρων, θα μπορούσε κανείς να πει ότι o Θεϊκός Franceschini μιλούσε και για τον εαυτό του …” .9

Στη διάρκεια του 1981 οι Brigate Rosse διασπώνται σε Partito Guerriglia, Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου και Partito Comunista Combattente, Μαχόμενο Κομουνιστικό Κόμμα μετά μια έντονη μάχη, άγρια, σκληρή, έξαλλη που ξέσπασε μέσα στην ‘ειδική’ του Palmi. Ο Panizzari δεν εντάχθηκε σε κανέναν από τους δυο κορμούς. “Η προσωπική μου θέση ήταν ήδη από καιρό εκείνη που στην συνέχεια προσελήφθη από την συνιστώσα ‘Partito Guerriglia’, αλλά δεν θεωρούσα πως η πραγματική κοινωνική-πολιτική δύναμη και αυτή η πολιτική-στρατιωτική της ομάδας που στην συνέχεια προχώρησε με εκείνο το όνομα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει στο ελάχιστο τις θέσεις και τα πολιτικά προγράμματα που είχε κάνει δικά της…Παραδόξως ήταν οι σύντροφοι της συνιστώσας PCC, κι ας ήταν σε επίγνωση των θέσεων  πολύ διαφορετικών απ’ τις δικές  τους, που μου ζήτησαν να παραμείνω μαζί τους κι από θέσεις μειοψηφίας, μα πάνω απ’ όλα-το ίδιο και από την πλευρά μου- έκαναν τα πάντα ώστε να μη μου λείψει μια σχέση αμετάβλητου σεβασμού και εκτίμησης, ακόμη και μέσα στην παρουσία της πιο έντονης πολιτικής απόκλισης”.10

Πλέον ο Panizzari, είναι ένας αδέσποτος σκύλος, ένας δίχως κόμμα. Ως τελική πράξη πολιτικής στράτευσης συνοψίζει τις απόψεις σε «έξι θέσεις» (Το δέντρο της αμαρτίας, L’albero del peccato εν συντομία;) που διανέμει μέσα και έξω από τη φυλακή. Στη συνέχεια επιστρέφει στην περιοχή της προσωπικής μοναξιάς, ξεκινά έναν αγώνα ενάντια σύστημα βασανίζοντας το σώμα του. Το 1983, ενώ φιλοξενούνταν στη φυλακή της Potenza, κόβει το κάτω μέρος της γλώσσας του που προκαλεί μόνιμη αναισθητοποίηση σε ένα μέρος αυτής. Πίσω στο Palmi, για να διαμαρτυρηθεί κατά των περιορισμών της κοινωνικής ζωής στους οποίους υποβάλλονταν (όπως και όλοι οι άλλοι κρατούμενοι), τον νοέμβριο του 1984 ράβει το στόμα και τα γεννητικά του όργανα.

 

Λόγω της δραματικότητας και σκληρότητας αυτής της πρωτοβουλίας θα χρησιμοποιηθεί η άμεση μαρτυρία του: “Προμηθεύτηκα μία βελόνα για χειρουργικά ράμματα και οργανικό νήμα, και ένα βράδυ έραψα το στόμα μου σε τέσσερα σημεία πάνω από τα χείλη, μετά έραψα το δέρμα του πέους στην κορυφή με άλλα τρία σημεία. Στη συνέχεια συνέχισα την κανονική ζωή μου … είχα ράψει το στόμα και το πουλί μου για να δοκιμάσω και να ελέγξω ένα πράγμα του οποίου ήμουν πεπεισμένος: ότι θα ήταν το ίδιο πράγμα!, Δεν θα εκτιμούσα οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ ραμμένου και όχι ραμμένου σώματος … Πως το στόμα το είχα ράψει ως πηγή και κύριο όργανο της γλωσσικής επικοινωνίας, λογικής και ορθολογικής, και το πουλί σαν πηγή κύρια (αλλά όχι και μοναδική) μιας επικοινωνίας του σώματος, αυτών που ένιωθε, αυτών που επιθυμούσε … Αυτό υποστήριζα. Και σίγουρα όχι μόνο (και όχι κυρίως) λόγω των συνθηκών κράτησης στις φυλακές του Palmi”.11

Το 1993, μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης, κατακτά την ημιελευθερία και την εργασία σε ένα συνεταιρισμό υπολογιστών. Πάλι συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι έχει διαπράξει τρεις ληστείες τραπεζών στην ρωμαϊκή περιοχή, αθωώνεται στο Εφετείο, αλλά η ημιελευθερία έχει ανακληθεί, δεν του «επιστρέφεται» για να διαμαρτυρηθεί ξεκινά μιαν απεργία πείνας. Το 1998, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Oscar Luigi Scalfaro, του χορηγεί μερική χάρη, που ζητήθηκε γι ‘αυτόν από άλλους.

Τον Δεκέμβριο του 2000 συνελήφθη ξανά για μια ληστεία στο υποκατάστημα της Todi (Pg) της τράπεζας Monte dei Paschi di Siena. Σήμερα βρίσκεται σε ημιελευθερία και επιστρέφει να «διανυκτερεύει» στην φυλακή Bollate (Μι).
Εκτός από το ‘Δέντρο της Αμαρτίας’,  “L’albero del peccato” έχει γράψει “La danza degli aghi” (1986), »Ο χορός των βελονών» “…γι αυτό είναι φτιαγμένη η φυλακή , για να επιτηρεί και να τιμωρεί εκείνο που δεν εξημερώνεται, εκείνο που δεν δαμάζεται σύμφωνα με τους κανόνες του χρόνου που μας έχει δοθεί να ζήσουμε” (Rosella Simone);12 την αυτοβιογραφία του, “Libero per interposto ergastolo”, »Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη»(1990), “Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria”, »Το φύλο των αγγέλων. Στον λαβύρινθο της σεξουαλικότητας στις φυλακές» (1991): “Δέκα αληθινές ιστορίες, μεταξύ μίμησης, ανάτασης και δράματος, συνηθισμένης τρέλας εγκλεισμού, έχοντας στο κέντρο την σοβαρή, τραχιά, βασανιστική σεξουαλική- συναισθηματική στέρηση των κρατουμένων. Λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, αυνανισμός, αυτο-καταπίεση, αποξένωση και αλλοτρίωση: το σχιζοφρενικό προαύλιο της κολάσεως των «σωμάτων του εγκλήματος», καταδικασμένων επίσης και πάνω απ ‘όλα σε μια αδύνατη ετεροφυλοφιλία και σε μια ομοφυλοφιλία έτσι κι αλλιώς σε αναστολή και «απαγορευμένη». Στο παράρτημα, μια έρευνα, ένα γκάλοπ μεταξύ των κρατουμένων, και η δραματική ιστορία ενός τρανσέξουαλ κρατουμένου“. (Κέντρο Τεκμηρίωσης Μελετών και Έρευνας στον Λαϊκό Πολιτισμό, Centro di Documentazione Studi e Ricerca sulla Cultura Laica Piero Calamandrei).13

Το φυτό και οι απαγορευμένοι καρποί
Μια πρώτη έκδοση, μειωμένη και μερική σε σύγκριση με την τρέχουσα έκδοση, του « δέντρου της αμαρτίας», δόθηκε στη δημοσιότητα τον σεπτέμβριο του 1983 από την Κολεκτίβα Rebelles στο Παρίσι και τυπώθηκε στα ‘L’ateliers graphiques’ στις Βρυξέλλες. Η υπογραφή του συγγραφέα ήταν: Συλλογικότητα Κομμουνιστών Κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ουσιαστικά σχεδόν όλων των μαχητών των BR κρατούμενων στις φυλακές του Palmi (Rc). Ένα «ιπτάμενο φύλο», εισηγμένο στο εσωτερικό του βιβλίου (σίγουρα μετά την εκτύπωση του ιδίου, σχεδόν σαν τροποποίηση, προληπτική ή με καθυστέρηση;) εξηγούσε τους λόγους, τη φύση και τόνιζε τους χρόνους υλοποίησης του γραπτού. «Αυτό το γραπτό βγαίνει στον τύπο τρία χρόνια μετά τη συγγραφή του (που χρονολογείται στον δεκέμβριο του ’80 / ιανουάριο ’81) και με πρωτοβουλία της κολεκτίβας Rebelles λόγω των δυσκολιών που δημιουργήθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση στην δημοσίευσή του».

Διευκρίνιζε επίσης πως: “Από τον καιρό της εκπόνησης του »πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες» τόσο για το επαναστατικό κίνημα όσο και για την αντεπανάσταση. Το κέντρο της σύγκρουσης μέσα στο ιταλικό επαναστατικό κίνημα πρόσφατα μετακινήθηκε επάνω σε θέματα διαφορετικά από πολλές απόψεις σχετικά με εκείνα που επεξεργάστηκαν στο βιβλίο: η δημοσίευση του αυτούς τους μήνες θα μπορούσε ακόμη και να εννοηθεί, λανθασμένα, σαν μια θέση που έλαβε το ‘Collettivo Rebelles’ υπέρ των «υποκειμενιστικών» ρευμάτων που ακόμη εξακολουθούν να επιμένουν να θέσουν το φυλακισμένο προλεταριάτο σαν κεντρικό υποκείμενο του επαναστατικού κινήματος ή ακόμα και να χτίσουν μια εικόνα της μητροπολιτικής κοινωνίας καθ’ ομοίωσιν μιας μεγάλης φυλακής … Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξένο σε εμάς από αυτό”.

Από αυτή την σχεδόν αποστασιοποίηση από το περιεχόμενο του βιβλίου, διαισθανόμαστε πως η πραγματοποίηση, δημοσίευση και διάδοση του «εμποδίστηκε, αντιμετωπίστηκε εχθρικά», και συνάντησε, κατά πάσα πιθανότητα, ισχυρή αντίθεση στον «επαναστατικό» χώρο. Όπως θυμίσαμε νωρίτερα, στην διάρκεια του 1981, οι ερυθρές Ταξιαρχίες, Brigate Rosse διασπώνται σε δυο κορμούς : Partito Guerriglia, του οποίου κυριότεροι εκφραστές και υποστηριχτές είναι οι Renato Curcio και Alberto Franceschini (σε αυτό το ‘ρεύμα’, όπως θυμάται ο Pasquale Abatangelo στο “Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna”, εντάσσεται σχεδόν η ολότητα των κρατουμένων αγωνιστών); και Partito Comunista Combattente όπου σαν εγκυρότερα σημεία αναφοράς θα βρούμε, μεταξύ των άλλων, τους Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti. Στην συνέχεια, κάποιοι ‘guerriglieri’, ο Pasquale Abatangelo tμέσα σε αυτούς, εγκαταλείπουν την ομάδα και εντάσσονται στο PCC.

Επιστρέφοντας στις «δικαιολογίες» που συνοδεύουν από τους Rebelles το »Δέντρο», καταλήγουν ως εξής: «Θεωρούμε χρήσιμη τη δημοσίευση του ως εργαλείου για την υποστήριξη της συμμαχίας της εργατικής τάξης και των επαναστατικών οργανώσεων της με τις »περιθωριοποιημένες» προλεταριακές μάζες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και με τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους λαούς του τρίτου Κόσμου’‘. Η δομή της δημοσίευσης χωρίζεται σε έξι κεφάλαια (διατριβές) σαφώς καθορισμένες και με επιχειρήματα: Ι) Η προέλευση και τα δομικά χαρακτηριστικά του εκτός νόμου προλεταριάτου, ΙΙ) Οι μορφές οργάνωσης, αγώνα και συνείδησης των εκτός νόμου III) Φυλακή και σωφρονιστική πολιτική, IV) Φυλακές και πολιτικό κίνημα του φυλακισμένου προλεταριάτου, V) Τέσσερις πολιτικές θέσεις, VI] Στοιχεία προγράμματος.

Γι αυτή την θεωρητική συνεισφορά μιλά και ο Pasquale Abatangelo:14

 

“Από την φυλακή του Palmi είχε βγει ένας τόμος με τίτλο ‘L’albero del peccato’, ‘Το δέντρο της αμαρτίας’, που συγκέντρωνε το υλικό μιας μεγάλης εργασίας που ξεκίνησε στην Asinara (πιθανότατα αναφέρεται στο λεγόμενο “Documentone” και σε εκείνο που θεωρείται η συνέχεια του και επέκταση: »Η μέλισσα και ο Κομουνιστής», “L’Ape e il Comunista “ n.d.a.)15στην οποίαν ο ιστορικός μετασχηματισμός των προσώπων της εγκληματικότητας προτείνονταν σαν επεξηγηματικό κλειδί της μοίρας του μητροπολιτικού προλεταριάτου”.

Μαζί με αυτές τις  επεξεργασίες υπάρχουν και άλλες δουλειές του χώρου, που νοείται ως Partito Guerriglia. Εκτός απ’ το πραγματικό ιδρυτικό μανιφέστο16  το δυνατό υποστηρικτικό κομμάτι υπογράφεται από εκείνους που θεωρούνται οι δυο πιο έγκυροι κρατούμενοι αγωνιστές: Renato Curcio και Alberto Franceschini. Ο τίτλος του είναι “Gocce di sole nella città degli spettri” »Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη», το οποίο, μετά  από ένα συντακτικό πρόλογο, έναν πρόλογο του Pio Baldelli, έχει μια σελίδα που τιτλοφορείται ‘Prima di tutto‘ , ‘Πρώτα απ’ όλα’ που μεταφέρει το απόσπασμα από τα λόγια του Marx: “…από τους χρόνους του Αδάμ το δέντρο της αμαρτίας είναι την ίδια στιγμή το δέντρο της γνώσης…17

Ο Pasquale Abatangelo το χαρακτηρίζει “Μια περαιτέρω ώθηση προς την «πολυπλοκοποίηση» του μαρξιστικού παραδείγματος προς την κατεύθυνση μιας πιο προσεκτικής εξέτασης των εποικοδοκητικών στοιχείων της ταξικής πάλης18. Μοναδικές φωνές έξω από τον χορό, σε σχέση με την πλειοψηφική τάση, Andrea Coi, Prospero Gallinari, Francesco Piccioni, Bruno Seghetti των Brigate Rosse-Partito Comunista Combattente οι οποίοι με τo Πολιτική και Επανάσταση, con Politica e Rivoluzione19 απευθύνουν “…μια οξεία κριτική, εμπνευσμένη από έναν σταθερό και  ‘παραδοσιακό’ μαρξισμό, των θέσεων που παρουσιάστηκαν από τους Curcio και Franceschini…” (P. Abatangelo, cit.).

Η έκδοση που δημοσιεύτηκε πρόσφατα του κειμένου του Panizzari, με πρωτοβουλία του Κέντρου Περιφερειακών Μελετών, Centro Studi Territoriali «Ddisa» του Lentini (Sr) και τη φροντίδα του Κέντρου Πρωτοβουλίας, Centro d’Iniziativa «Luca Rossi» του Μιλάνο, στη συντακτική εισαγωγή, θυμίζει πως »μια πρώτη εκδοχή του βιβλίου, αντιστοιχεί περίπου στα κεφάλαια III και IV του παρόντος τόμου «.
Ο συγγραφέας, στον πρόλογο (που συντάχθηκε το 2015, δυο χρόνια πριν τυπωθεί) τονίζει αυτά τα χαρακτηριστικά σχετικά με τις σκέψεις και τις έρευνες του, η επεξεργασία “κλείνει το 1989, μα η κυοφορία του είχε διαρκέσει μια  δεκαριά χρόνια μέσα σε τεράστιες δυσκολίες…το κείμενο που ακολουθεί έχει συνεπώς σε πρώτη φάση την αξία της μαρτυρίας…”. Αν και σταματά στο τέλος των χρόνων ογδόντα διατηρεί τα χαρακτηριστικά του, ενδιαφέροντος και ιδιαιτερότητας, πρωτοτυπίας και επικαιρότητας. Έτσι, δεν περιορίζει, δεν είναι ένα όριο, έστω και προσωρινό, αλλά η ένδειξη μιας περιόδου που καλύπτει την «χειρότερη» δεκαετία που μας έλαχε να διασχίσουμε.

Aντιμετωπίζει, εν επιγνώσει του σκοπού, τα χαρακτηριστικά του «εγκλήματος», έτσι όπως ξετυλίχτηκαν από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, τις τροποποιήσεις και την προσαρμογή στις μεταβολές των εποχών, καθώς και την εξέλιξή του. Συγκρίνει τις διάφορες σχολές σκέψης που αναπτύχθηκαν για την αντιμετώπιση του φαινομένου της εγκληματικότητας. Από τις πιο αμβλείς και αντιδραστικές μέχρι τις «πεφωτισμένες», τις σύγχρονες με την «άνοδο των σοσιαλιστικών ιδεών» που θεωρούσαν την εγκληματικότητα »… ένα υποπροϊόν των στρεβλώσεων της εκβιομηχάνισης και της υποβάθμισης που αυτές οι στρεβλώσεις προκαλούσαν σε ορισμένες κοινωνικές τάξεις … και πως ο εγκληματίας ήταν ένα θύμα της κοινωνίας «.

Εντοπίζει και σημειώνει, την «ταξική» ποικιλομορφία του εγκλήματος: «η πατενταρισμένη πορνεία, η άμεση υλική κλοπή, η κλοπή με διάρρηξη, ο φόνος και η ληστεία, η παραβατικότητα για τις κατώτερες τάξεις, ενώ η ειδικευμένη λεηλασία, η έμμεση και εκλεπτυσμένη κλοπή, η επιδέξια αξιοποίηση του ανθρώπινου κοπαδιού, η προδοσία υψηλής τακτικής, η υπερβατική πονηράδα, τέλος, όλα τα ελαττώματα και όλα τα «αληθινά προσοδοφόρα» εγκλήματα, κομψά, που ο νόμος είναι πολύ καλά εκπαιδευμένος για να αγγίξει, παραμένουν το μονοπώλιο των ανώτερων τάξεων»..20
Τα παραδείγματα και οι σκέψεις δεν αφορούν μονάχα στο ιταλικό έδαφος, αλλά αγκαλιάζουν επίσης γηραιά και νέα ήπειρο.

Έτσι όπως έρχονται στη μνήμη μας οι διαφορετικές προσεγγίσεις των εγκληματολόγων, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές «πριν από την εποχή τους», ‘ante litteram’. Η ανάπτυξη του φαινομένου του περιθωριακού και παράνομου προλεταριάτου μπορεί να αποδοθεί σε κάποιους παράγοντες καπιταλιστικής υπερπαραγωγής: τους πολέμους,την αύξηση του πληθυσμού, την ανεργία, την υπό- εργασία, την επισφαλή και ακάλυπτη («Τρόποι παραγωγής της εγκληματικότητας»). Επιπλέον, «ο κλάδος της εκτός νόμου εργασίας, υπό την πίεση των ‘καταναλωτών χωρίς μισθό’ κατά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχει εκτοξευτεί και πολυπλοκοποιήθηκε».

Ο Panizzari, αναλύοντας αυτές τις αλλαγές κοινωνικές-οικονομικές-πολιτικές χρησιμοποιεί τα κλασικά εργαλεία του μαρξισμού τα οποία συμπληρώνει με  “μια ειλικρινή αντιμετώπιση, άμεση, αυστηρή”. Όπως θα έλεγε μια συγκεκριμένη φιλολογική μεθοδολογία 21 μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε άμεσα ‘επί τόπου’.
Έτσι, χειρίζεται τους Marx-Engels, Foucault, Marcuse, Lombroso και Beccaria όπως πολλούς άλλους ‘ειδικούς’, συγγραφείς, οικονομολόγους, και επιστήμονες του εγκλήματος. Mα, έμμεσα, συμβουλεύεται επίσης και τους  ‘συνεργούς’ πολλών επιδρομών. Και, το ‘-σώμα-corpus’ της έρευνας του επικεντρώνεται στον πιο αδύναμο και ευάλωτο του περιθωριακού προλεταριάτου, εκείνο που είναι φυλακισμένο.

Τα κεντρικά κεφάλαια, όχι μόνο τυπογραφικά, είναι αφιερωμένα στην ταυτοποίηση και ανάλυση του πως καθορίζονται αυτές οι ‘νέες’ κοινωνικές και οικονομικές φιγούρες: “Χρόνοι και μέθοδοι της εκτός νόμου εργασίας” (“…εκτός νόμου δεν είναι εκτός κοινωνίας, δεν σημαίνει ούτε καν ακοινωνικός: είναι προϊόν εξαιρετικά κοινωνικό”), καθώς και στην περιγραφή (που δεν έχει αποδυναμωθεί) από την μεγάλη μάζα των  ‘άμισθων’ (με την κλασική έννοια αυτού που, δευτερευόντως εργαζομένου, λαμβάνει ένα μισθό σε ανταλλαγή μιας παροχής,  ως επί το πλείστον χειρωνακτικής) έγκλειστης: “Το φυλακισμένο τμήμα του εκτός νόμου προλεταριάτου στην Italia και τα μακρά του χρόνια εβδομήντα”.

Αφού εξέτασε τα πιο πολιτικά πρόσφατα γεγονότα (εξεγέρσεις, αγώνες, απόπειρες απόδρασης, ιδεολογικές διασπάσεις και διαχωρισμούς, και ανθρώπινους, διαστάσεις-διαχωρισμούς και  ‘μεταμέλειες’) η τελευταία παράγραφος αυτής της πλευράς έχει τον τίτλο που σημαίνει πολλά “Και εξακολουθεί να είναι αγορά – Ed è ancora mercato”. Που ολοκληρώνεται με αυτό τον τρόπο: “…στις 31 μαρτίου 1988 το υπουργείο Δικαιοσύνης πληροφορούσε πως οι φυλακισμένοι σε κατάσταση πραγματικής κράτησης ανέρχονταν στον αριθμό των 36.179, ενώ το 1970 ήταν 35.000! Και υπενθυμίζει τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την Επιτροπή έρευνας της Πρωθυπουργίας, πως το 1987 σημειώνονταν 8,3 εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι …Προφανώς, κατά τη διάρκεια του «δεύτερου οικονομικού θαύματος», όχι όλοι οι πολίτες ως εκ θαύματος διασώθηκαν! Και καμιά σωφρονιστική πολιτική, πιστεύω, μπορεί να υποκαταστήσει τα θαύματα».

Μέσα στη δουλειά του, ο Panizzari, περιγράφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεγάλων ιταλικών εγκληματικών οργανώσεων στο πεδίο δράσης του χώρου έξω από το νόμο, τις“…’τρεις αδελφές ’ ή, όπως αναφέρει η προφορική κουλτούρα τους, ‘τρεις ιππότες ενωμένοι από μια συμφωνία αίματος’”: Cosa Nostra, ‘Ndrangheta, Camorra- Κόζα Νόστρα, Ντρανγκέτα, Καμόρα. Έτσι όπως υπογραμμίζει την διαφορετικότητα της μεταμέλειας, σε σχέση με τους ‘πολιτικούς’, των συνεργατών σε αυτές τις ‘πολυεθνικές τους εγκλήματος’.

Η τρέχουσα έκδοση του “L’albero del peccato” ολοκληρώνεται με τον συγγραφέα που θυμάται μια ολόκληρη σειρά δυναμικών και  ‘αξιών’ ιδίων του εκτός νόμου για να τονίσει πως “Αυτός που μεγάλωσε μέσα στην ηθική του δρόμου, στην αργκό γλώσσα της νύχτας, στα τελετουργικά των αναμορφωτηρίων και των ανακρίσεων της αστυνομίας μπορεί πολύ σωστά να πει πως πραγματοποίησε μια πρώτη μυητική λειτουργία για την πλήρη ένταξη του σε ένα συγκεκριμένο ενήλικο κόσμο ”.


  1. Giorgio Panizzari, Libero per interposto ergastolo. Carcere minorile, riformatorio, manicomomio criminale, carcere speciale: dentro le gabbie della Repubblica, Ελεύθερος με ενδιάμεση ισόβια κάθειρξη. Φυλακές ανηλίκων, αναμορφωτήριο, ποινικό ψυχιατρείο, ειδικές φυλακές μέσα στα κλουβιά της Δημοκρατίας, Kaos Edizioni, Milano, gennaio 1990  
  2. Αρχείο, Archivio Franca Rame Dario Fo, Soccorso Rosso Κόκκινη Βοήθεια – 1969. Παρέμβαση της Franca Rame στην παρουσίαση του βιβλίου του Giorgio Panizzari “La danza degli aghi”, »Ο χορός των βελόνων», 22.11.1986  
  3. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  4. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  5. Βλέπε https://www.carmillaonline.com/2017/05/17/ribelle-sociale-militante-comunista-senza-perdere-la-tenerezza/  
  6. G: Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  7. Pasquale Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Εκδόσεις-Edizioni Dea, Firenze, marzo-μάρτιος 2017  
  8. G. Panizzari, Libero per interposto ergastolo, cit.  
  9. G. Panizzari, cit.  
  10. G. Panizzari, cit.  
  11. G. Panizzari, cit.  
  12. Giorgio Panizzari, La danza degli aghi, Ο χορός των βελόνων, Cooperativa Apache, Roma 1986 edκαι Εκδόσεις Edizioni Ddisa, Lentini (Sr) 2015  
  13. Giorgio Panizzari, Il sesso degli angeli. Nel labirinto della sessualità carceraria, Το φύλο των αγγέλων. Μέσα στον λαβύρινθο της φυλακισμένης σεξουαλικότητας, Kaos Edizioni, 1991  
  14. P. Abatangelo, Correvo pensando ad Anna, cit.  
  15. Κολεκτίβα Φυλακισμένων Κομουνιστών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Collettivo Prigionieri Comunisti delle Brigate Rosse, L’Ape e il Comunista, Η μέλισσα  και ο Κομουνιστής, Φυλακή-Carcere di Palmi 1980, Διεθνής Ανταπόκριση, Corrispondenza Internazionale, anno-έτος VI , nn. 16/17, Roma, dicembre-δεκέμβρης 1980  
  16. Brigate Rosse-Partito della Guerriglia, Tesi di fondazione del partito, Ερυθρές Ταξιαρχίες-Κόμμα του Ανταρτοπόλεμου, Θέσεις ίδρυσης του κόμματος, δεκέμβρης dicembre 1981, στο Σχέδιο Μνήμης, τα γραμμένα λόγια, Progetto Memoria, Le parole scritte, Roma, 1996  
  17. R. Curcio και A. Franceschini, Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη, Διεθνής Αλληλογραφία, Gocce di sole nella città degli spettri, Corrispondenza Internazionale, έτος anno VII, παράρτημα supplemento ai nn. 20/22, Roma, dicembreδεκέμβρης 1982  
  18. P. Abatangelo, cit. 
  19. A. Coi, P. Gallinari, F. Piccioni, B. Seghetti, Politica e Rivoluzione, Πολιτική και Επανάσταση, Giuseppe Maj ΕκδότηςEditore, Milano, dicembreδεκέμβρης 1983  
  20. dαπό το “La Phalange”, ΠαρίσιParigi, 10 δεκεμβρίουdicembre 1838  
  21. Η σύγχρονη φιλολογία χωρίζεται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: από τη μία πλευρά υπάρχει η τάση να βρίσκει, να ανοικοδομεί και να ερμηνεύει κείμενα (μελέτη της προφορικής μαρτυρίας), και από την άλλη να αναδεικνύει και να ερμηνεύει γεγονότα κάθε είδους που βοηθούν στην κατανόηση των ίδιων των κειμένων: μελέτη των πραγμάτων  

Share

TAGGED WITH →

https://www.carmillaonline.com/2017/06/14/le-mele-marce/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός, Manolo Morlacchi: LA FUGA IN AVANTI

της Daniela Bandini

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X-Cox 18, σελ. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

Με αυτό το βιβλίο ασχολήθηκε την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, a suo tempo  η Carmilla, ήταν στις 3 ιανουαρίου του 2008. Προσωπικά το είχα στα χέρια μου μοναχά πριν λίγες μέρες, καμιά δεκαπενταριά, και νιώθω την σχεδόν φυσιολογική ανάγκη να μοιραστώ με τους αναγνώστες τις εντυπώσεις που αυτό το βιβλίο μου μετέδωσε.
Είναι έργο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε το 1970, που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και την εφηβεία του, που επηρεάστηκαν έντονα από μια οικογένεια όχι ακριβώς συνεπή με την  “χρυσή δεκαετία” που υπήρξαν τα χρόνια Ογδόντα. Ανάμεσα στους συγγενείς κανείς καλπάζων επιχειρηματίας, κανείς που να πλούτισε με τα Bot για να αποκτήσει το δεύτερο σπίτι, καμιά κοινωνική ανέλιξη, από το προλεταριάτο στην μικροαστική τάξη, κανένα δερμάτινο ή βιζόν σακάκι και μπουφάν να καμαρώσουν αδιάφορα, con nonchalance, σαν να τα είχαν από πάντα στο  ντουλάπι, κανένα μπλοκ με εκατό φύλλα που επιδεικνύεται στο πορτοφόλι να θυμίζει “μπορώ να αγοράσω όλα όσα θέλω”. Ο Manolo Morlacchi είναι παιδί ερυθροταξιαρχιτών. Συνεπείς, πεισματικά συνεπείς μέχρι τέλους.

Ο Pierino Morlacchi, ο πατέρας του Manolo, γεννήθηκε το 1958 και πέθανε το 1999. Η μητέρα, γερμανίδα, Heidi Ruth Peush, γεννήθηκε το 1941 και πέθανε το 2005. Στην οικογένεια Morlacchi κομουνιστές γίνονταν από τον πρώτο θηλασμό. Ήδη παρτιζάνοι, μιλανέζοι του Giambellino, κυνηγήθηκαν απ’ τους φασίστες, στη συνέχεια στρατευμένοι στο PCI, πολλά αδέλφια κι αδελφές που έφτιαχναν μια ενιαία ομάδα, ένας ισχυρό δεσμός που ποτέ δεν προδόθηκε, παρά τις διαφορετικές επιλογές που συχνά δεν μοιράστηκαν, εκείνος ο αδελφός ο οποίος οδήγησε σε ακραίες συνέπειες την ιδεολογία του, σε συνεχή ανάγκη κάλυψης, φύλαξης των παιδιών, χρημάτων.
Τεράστια τραπεζώματα ανάμεσα σε θείους και ξαδέρφια, ακόμη και περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τρώνε όταν υπήρχε και τεράστιες οινοποσίες με ό, τι υπήρχε, αδελφοί και αδελφές σε αιώνια περιοδεία μεταξύ των διαφόρων ιταλικών φυλακών ολόκληρης της χερσονήσου, παρανομία, συλλήψεις και ακόμα δικηγόροι, δίκες, δικαστήρια.
Η ειδικότητα του Pierino ήταν οι ληστείες, ένας άσσος του επαγγέλματος. Υπήρξε επίσης ο πρωταγωνιστής μιας εκ των πρώτων “απαγωγών” των BR. Έβαλα μέσα σε εισαγωγικά την λέξη απαγωγή διότι σήμερα είναι σχεδόν αξιολύπητο να ονομάζεται έτσι η διαδικασία της μετακίνησης ενός ανθρώπου από ένα κομάντο, η φωτογράφιση του και η επιστροφή του με συνοδεία στον τόπο απ’ όπου τον είχαν αρπάξει, μόνο για να δειχθεί η ισχύς, η υλικοτεχνική και στρατιωτική ικανότητα της οργάνωσης.
Ήταν τα χρόνια Εβδομήντα. Σχεδόν αδύνατο να φανταστείς σήμερα πως εκείνα τα χρόνια οι Ερυθρές Ταξιαρχίες κρατούσαν δημόσιες συγκεντρώσεις στο Giambellino, με τον Curcio να μιλά και τους συντρόφους να φρουρούν την πλατεία οπλισμένοι. Η αποδοχή ήταν πολύ υψηλή ανάμεσα στους ανθρώπους, Milano ήταν οι άνθρωποι στο Giambellino, ο λαός, εκεί “κολυμπούσες σαν ψάρι στο νερό”, μεταξύ των δικών σου.
Η μητέρα του Manolo, η Heidi, γεννήθηκε στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, RDT, μετά μετακόμισε στην δυτική Γερμανία, Λονδίνο, εμπειρίες με τα “παιδιά των λουλουδιών”, Milano στο περιβάλλον της Τετάρτης Διεθνούς, και έπειτα η συνάντηση με τον Morlacchi. Από εκεί μια ζωή κυνηγημένοι, να διαφεύγουν, όμως πάντα προς τα εμπρός, όπως αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου. Είναι ίσως η ιστορία της μητέρας, καθόλου δευτερεύουσα, που με χτύπησε περισσότερο, που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση. Με τα παιδιά να γυρνά την Ιταλία, και αργότερα και γι αυτήν η φυλάκιση, ο χωρισμός, οι επιστολές που τους έγραφε, τη διδασκαλία της ειλικρίνειας, της τιμιότητας, της αφοσίωσης στην υπόθεση, της προσωπικής ακεραιότητας ως απόλυτη κληρονομιά να παραδώσει.
Η έκπληξη που προκαλεί αυτό το βιβλίο μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σημεία: το πρώτο είναι η μοναδική εμπειρία ενός παιδιού που αφομοιώνει μέσα του όλες τις ταξικές αντιθέσεις μιας εποχής που πηγαίνει από την Αντίσταση στο ΚΚΙ και στη συνέχεια στις ΕΤ, το δεύτερο, είναι αποτέλεσμα της πρώτης, είναι η γραμμικότητα μιας επιλογής όπως του ένοπλου αγώνα.
Μας έχουν συνηθίσει να πιστεύουμε ότι το φαινόμενο του ένοπλου αγώνα ήταν ένα γεγονός περιθωριακό και περιορισμένο, δευτερεύον, ακόμα και του σαλονιού: αγωνιστές, μαχητές παιδιά του μπαμπά που μετάνιωναν μόλις έβαζαν το πόδι τους στο αστυνομικό τμήμα, διανοούμενοι οι οποίοι ανταγωνίζονταν για το ποιος θα διατυπώσει τις πιο δυσανάγνωστες και ανεξιχνίαστες ανακοινώσεις («παραληρηματικές», τις αποκαλούσε ο τύπος ανά τακτά διαστήματα). Με λίγα λόγια, άνθρωποι που δεν γίνονταν να είναι πιο μακριά από τους ανθρώπους, το προλεταριάτο, και ιδιαίτερα τους εργάτες των εργοστασίων.
Τίποτα το ψευδέστερο. Οι πρώτες  BR υπήρξαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος μιας πολιτικής γραμμής που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί με την αστικοποίηση ενός Κομουνιστικού Κόμματος που είχε την συνεννόηση σαν δυνατό του σημείο. Και μιλάμε για αυτό που συνέβαινε στις πόλεις. Και στις φυλακές, θεμελιώδη τόπο στρατολόγησης των BR; Πρέπει να σκεφτούμε ότι το προλεταριάτο των φυλακών των δεκαετιών Εξήντα και Εβδομήντα εκπροσωπούνταν από μια καλά χαρακτηρισμένη κοινωνική ομάδα: ημιλφάβητη, μιλούσε ως επί το πλείστον σε μια νότια διάλεκτο. Κλοπές, ληστεία και διακίνηση τα αδικήματα, σχεδόν όλοι συνδέονταν με clan ή οικογενειακές ομάδες.
Έξω από αυτή την πραγματικότητα υπήρξαν εκείνοι που, όπως συνέβη στις ιταλικές φυλακές, έβλεπε σε εκείνο το υποπρολεταριάτο την πηγή για να γίνει ο κόσμος πιο δίκαιος, ανθρώπινος και αξιοπρεπής. Τελείως απροσδόκητα αυτός που θεωρούνταν αποκλεισμένος από την ιστορία γίνονταν ο πρωταγωνιστής, με μια γλώσσα που δεν απέκλειε την παρανομία, οπότε διαδρομές ήδη γνωστές, αλλά όχι πλέον με σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό ή της φατρίας, αλλά για να ολοκληρωθεί εκείνη η επαναστατική διαδικασία προς ένα σοσιαλιστικό κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προδώσει.
Είναι εντυπωσιακές, και ως εκ τούτου μεγάλης ιστοριογραφικής αξίας, οι εμπειρίες που ο Manolo διηγείται στο βιβλίο του. Υπάρχουν τα γράμματα από τη φυλακή, εκείνα που γράφτηκαν από τους αδελφούς και τις αδελφές, εκείνα που απευθύνονται στα παιδιά, και στη συνέχεια η απτή αντίληψη μιας Μιλάνο που γλιστρά στην δεκαετία του Ογδόντα και γίνεται αγνώριστη και ανώνυμη. Η άφιξη νέων προλετάριων οι οποίοι πλέον δεν αποκαλούνται έτσι, αλλά μόνο «οι νέοι φτωχοί», οι «μαροκινοί», όχι η μετανάστευση της νότιας Ιταλίας αλλά αυτή του Μαρόκο.
Και οι Morlacchi που για όλα αυτά αδιαφορούν. Ακόμα μες τη δεκαετία του Ενενήντα, μέχρι την κηδεία του Pierino, άνθρωποι αμετακίνητοι, αμετανόητοι, όχι για τον ένοπλο αγώνα αλλά για την συνέπεια, που τον χαιρετούν με το πανό: «Γεια σου Pierino. Μέχρι τη νίκη. Οι σύντροφοι».
Ήταν και η δική μου απογοήτευση, γι αυτό καταλαβαίνω τόσο καλά τον Pierino και τον Manolo. Μιλούσα με τους συντρόφους του PCI και δεν τους καταλάβαινα. Ήμουν πολύ νέος τότε, και σκεφτόμουν ότι ένας αγωνιστής του PCI έφτιαχνε τη ζωή του σύμφωνα με ένα ιδεολογικό μοντέλο, ένα μοντέλο συμπεριφοράς επίσης χωρίς συμβιβασμούς και αδιάφθορο,  αναπόφευκτα βρισκόμουν στη  θέση να αντιμετωπίζω συνομιλίες που αφορούσαν οικονομικές επενδύσεις, αντιμετώπιζα ιδανικά που δεν προχωρούσαν πέρα από την αγορά ενός διαμερίσματος στη θάλασσα, ενώ η συμμετοχή στη ζωή του κόμματος περιορίζονταν στο γεύμα της πολέντα και λουκάνικου στο φεστιβάλ της Unità.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι; Και η σκέψη μου πήγαινε — χαμογελούσα ενώ το γυρόφερνα στο μυαλό μου – σε ένα ταξίδι με το τρένο λίγο καιρό πριν, σε ένα βαγόνι της δεύτερης θέσης με κάποιους συντοπίτες, προς το νότο. Απέναντι μου ένα αγόρι σε ένταση, επιφυλακτικό, λίγο φοβισμένο αλλά αποφασισμένο, με ένα παχύ μουστάκι και λίγο μακριά μαλλιά, το οποίο στην προσπάθεια να τον κάνουμε να πάρει μέρος στη κουβέντα μας απαντούσε αμήχανα, σε κάτι ιταλικά μετά βίας κατανοητά.
Κρατούσε παράξενα ένα χέρι επάνω στον πήχη του αριστερού χεριού, σαν να ήθελε να κρύψει έναν τραυματισμό ή μια άσχημη ουλή. Τέλος αποκοιμήθηκε, και σιγά-σιγά το χέρι του σύρθηκε στο κάθισμα. Αυτό που κρατούσε προσεκτικά κρυμμένο ήταν ένα μεγάλο τατουάζ με το πεντάκτινο αστέρι και τη λέξη BR να δίνει έμφαση. Φτιαγμένο πρόχειρα, στο χέρι, στη φυλακή. Εκείνος ο νέος, αποφάσισα, ήταν το σημείο αναφοράς μου. Το άτομο για το οποίο θα ήθελα να συνεχίσω ν’ αγωνίζομαι.

https://www.carmillaonline.com/2008/09/25/manolo-morlacchi-la-fuga-in-av/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η φυγή προς τα εμπρός -La fuga in avanti

του Manolo Morlacchi

Morlacchi-LaFugaInAvanti.jpgManolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, ed. Agenzia X, pp. 216, € 15,00. Η φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει

La fuga in avanti Η φυγή προς τα εμπρός βγήκε στα βιβλιοπωλεία εδώ και λίγες ημέρες και υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις, προκλήσεις, ερωτήσεις, που εμφανίζονται κατ’ επανάληψη στις παρουσιάσεις  όπου συμμετέχω και στις κριτικές που μέχρι τώρα μπόρεσα να διαβάσω, ειδικότερα η αναφορά του Wu Ming 1 στην Nandropausa. Οπότε βεβαιώθηκα για την ανάγκη εμβάθυνσης κάποιων ζητημάτων γύρω απ’ το βιβλίο μου.

Κατά μήκος των σελίδων του La fuga in avanti περιγράφω αρκετές φορές με μεγάλη έμφαση και νοσταλγία το κλίμα μέσα στο οποίο πέρασα τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και ενηλικίωσης, πάνω κάτω από το 1975 στο 1985. Αυτή η περιγραφή μπορεί να ξεσηκώσει κάποια ενόχληση ή αμηχανία μεταξύ εκείνων που έζησαν στην πρώτη σειρά εκείνη την πολιτική περίοδο και πλήρωσαν τις συνέπειες σκληρά. Αλλά η ανάγνωση μου είναι σκόπιμα προκλητική. Είναι η προσπάθεια να συσχετίσω τα ανθρώπινα και κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που αποφάσισαν να οδηγηθούν στην σύγκρουση με το Κράτος, με τα ανθρώπινα και κοινωνικά προφίλ με τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σήμερα. Είναι η προσπάθεια να δείξω πως, στο τέλος, αυτά τα ονόματα και επίθετα είναι τα ίδια όπως και τότε, πως δεν πρόκειται για προσωπικές βιογραφίες, αλλά συλλογικά γεγονότα, πολιτικές και επαναστατικές ευκαιρίες, πολύ υλικά ζητήματα. Είναι η προσπάθεια να παρέμβω επάνω στις κοινοτοπίες, τα κοινά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία τα χρόνια ’70 υπήρξαν ένας σύγχρονος μεσαίωνας, μολυβένιος και σημαδεμένος από την ultraιδεολογία.
Oι αναμνήσεις μου περιγράφουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στην γειτονιά μου, το Giambellino, στα χρόνια ’70, οι προλετάριοι ήταν με την μεριά των Ερυθρών Ταξιαρχιών, erano dalla parte delle Brigate Rosse. Είναι πολλές οι σχετικές μαρτυρίες. Όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι παράνομοι, τύχαινε αυτούς τους παρανόμους να τους συναντάς να τρων και να πίνουν στις ταβέρνες και στους τόπους συνάντησης του Giambellino, στην Bersagliera ή στην Cooperativa, δίχως κανείς να έχει κάτι να πει  (και δεν επρόκειτο για φόβο). Στην Piazza Tirana οι BR πραγματοποίησαν κάποιες δημόσιες συγκεντρώσεις δίχως να παρέμβει η αστυνομία. Σε οροφές λαϊκών κατοικιών εμφανίζονταν συχνά κόκκινες σημαίες με το πεντάκτινο αστέρι. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι στο PCI γνώριζαν ποιοι κρύβονταν πίσω από τις Brigate Rosse, αλλά στην χειρότερη των περιπτώσεων ζούσαν μαζί. Ο πατέρας μου ήταν τόσο δεμένος με την ιστορία του στο κόμμα ώστε, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, γράφτηκε στην Rifondazione Comunista, στην Κομουνιστική Επανίδρυση δηλαδή, και γιόρτασε την πρώτη νίκη του Prodi επί του Berlusconi!
Δεν έχω σίγουρα σκοπό να ξεχωρίσω την ιστορία των ρομαντικών ερυθρών Ταξιαρχιών της περιπέτειας, σε σχέση με την ιστορία  των αιματηρών μιλιταριστικών ερυθρών Ταξιαρχιών. Υπάρχει μια μοναδική ιστορία της ένοπλης πάλης στην Italia και ο πατέρας μου υπήρξε απόλυτα μέρος της από το 1970 μέχρι που βγήκε από την φυλακή το 1986.   Παρέμεινε αδιαπέραστος-αμετακίνητος σε κάθε προσπάθεια να ελαφρύνει την θέση του ως κρατούμενος, χωρίς να αναζητεί τις συντομεύσεις του διαχωρισμού ή την ατιμία της μετάνοιας. Τις κριτικές του και τις αμφιβολίες σχετικά με την Οργάνωση πάντα τις διατηρούσε για τους συντρόφους με τους οποίους μοιράζονταν την ίδια άκαμπτη αποστροφή για το αστικό σύστημα.
Αυτό που κίνησε εκείνα τα πρόσωπα του Giambellino και τους πολλούς που τα ακολούθησαν, ήταν μια ώθηση πολύ υλική που προέρχονταν από μακριά και δεν αντιπροσώπευε τον καρπό μιας επεξεργασίας πανεπιστημιακού σαλονιού. Σε αυτούς συνοψίζονταν πολλοί αγώνες : η Αντίσταση στον ναζιφασιμό, η πείνα που υπέφεραν στην διάρκεια και μετά τον πόλεμο, οι εργατικοί αγώνες στα εργοστάσια των χρόνων ’50, η ρήξη με το PCI και η υποστήριξη στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα, στους αφρικανικούς αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Τέλος, το 1968 και η δύσκολη διαλεκτική με τους φοιτητές, “τους μελλοντικούς ηγέτες της Χώρας που είχαν την πρόθεση να οδηγούν τις πορείες”.
Ήταν αυτή η πρακτική τους συνέπεια, ακόμη και πριν από την πνευματική / ιδεολογική, που έκανε ιδιαίτερους εκείνους τους συντρόφους και συναρπαστική την παιδική μου ηλικία. Ήξερες ποιος βρισκόταν μπροστά σου. Ήξερες ότι εκείνους τους ανθρώπους τους έβρισκες να παίζουν ζάρια με τον υπόκοσμο στον σιδηροδρομικό σταθμό του San Cristoforo στην πλατεία Τirana, αλλά όταν χρειάζονταν περισσότερα επάνω σε αυτούς μπορούσες να στηριχθείς χωρίς αμφιβολία.
Αυτά τα συναισθήματα προσπάθησα να τα μεταφέρω μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσπαθώντας να αποφύγω κάθε επιφύλαξη. Το La fuga in avanti είναι ένα βιβλίο παρτιζάνικο που προτίθεται να βάλει μέσα στο αυλάκι των επαναστατικών αγώνων του περασμένου αιώνα την εμπειρία του ένοπλου αγώνα στην Ιταλία. Το βιβλίο μου δεν έχει καμία ειρηνευτική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τα λάθη και τα επιτεύγματα αυτής της εμπειρίας ώστε τα συμπεράσματα να χρησιμοποιηθούν από όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κοινωνία του κέρδους είναι ένα βδέλυγμα ενάντια του οποίου πρέπει να αγωνιζόμαστε.

Μια άλλη πτυχή που συχνά εμφανίζεται στις συζητήσεις γύρω από τη δεκαετία του ’70, είναι το θέμα της ειδικής νομοθεσίας και, γενικότερα, οι μορφές που η καταστολή ανέλαβε για να νικήσει τον ένοπλο αγώνα: επαναφορά των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων των κρατουμένων και των οικογενειών τους, υπόγεια χρήση της θανατικής ποινής και ούτω καθεξής. Είναι συνήθεια μεγάλου μέρους της λιγότερο ή περισσότερο θεσμικής αριστεράς, να αντιμετωπίζει εκείνα τα γεγονότα και περιστατικά σαν να ήταν το αποτέλεσμα μιας συλλογικής τρέλας που μεγάλωσε μέσα στην μήτρα των δημοκρατικών θεσμών.
Σαν εκείνες οι κατασταλτικές επιλογές να ήταν ένα τέρας που ξέφυγε από το χέρι κάποιου και όχι το συγκεκριμένο προϊόν των μεθόδων με τις οποίες οι μηχανισμοί του Κράτους, οποιουδήποτε Κράτους, παρεμβαίνουν όταν η διαφωνία γίνεται επικίνδυνη. Σαν, σε σύγκριση με εκείνα τα χρόνια, να υπήρχαν σήμερα κατασταλτικές δυνατότητες λιγότερο κακές από ό, τι ήταν τότε. Θα έφτανε να διαβάσετε το θαυμάσιο βιβλίο του Emilio Quadrelli Απόδραση και εξεγέρσεις, Evasione e rivolte για να συνειδητοποιήσετε πόσο αυτό το είδος της ανάγνωσης, στην καλύτερη περίπτωση, είναι αφελές, απλοϊκό.
Εκείνοι που πολεμούν τον ιμπεριαλισμό με τα όπλα στο χέρι, χθες όπως και τώρα, γνωρίζουν τα εργαλεία με τα οποία η αστική τάξη είναι εξοπλισμένη για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Είναι βελτιωμένα εργαλεία επάνω στο δέρμα εκείνων που πολέμησαν τον καπιταλισμό στην διάρκεια των επαναστατικών κύκλων τα τελευταία 150 χρόνια. Θεωρητικές εργασίες που βγήκαν από τα κεντρικά του τρόμου των ηνωμένων πολιτειών, του ισραήλ, της γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας και που βρήκαν πρακτική εφαρμογή στα λατινοαμερικανικά σενάρια, μεσανατολικά, αφρικανικά, ινδοκινέζικα, στον αγώνα ενάντια στις μαχόμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις και όλου του κόσμου. Σήμερα αυτά τα εγχειρίδια καταστολής βρίσκουν την πλανητική τους καθαγίαση και την σωστή ευελιξία για να ανταποκριθούν σε κάθε ποιοτική και ποσοτική αναγκαιότητα. Έτσι έχουμε την περίπτωση του Ιράκ, όπου contractor/πατριώτες ιταλοί φεύγουν για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου βιάζοντας γυναίκες και παιδάκια, και έχουμε αντιθέτως την περίπτωση της Γένοβας το 2001 όπου η αστυνομία μας περιορίζεται να δώσει τα διαπιστευτήρια της σε όσους πίστευαν ότι η μπουρζουαζία μιας δημοκρατικής χώρας χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία σε σχέση με αυτά που προορίζει για τις περιφέρειες του κόσμου. Να προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο επάνω σε αυτά τα θέματα γύρω από ένα τραπέζι και με την έγκριση των θεσμικών οργάνων είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μια ευγενική έκφραση, αδύνατο. Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει μια διχοτομία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Στο βιβλίο μου έχει επίσης επικριθεί το γεγονός πως δεν σέβεται τον πόνο των θυμάτων εκείνων των χρόνων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Σέβομαι αυτό τον πόνο, αποφεύγοντας να μιλήσω γι ‘αυτόν. Δεν είναι ένα απλό escamotage, τέχνασμα, αλλά η βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να εισέλθω σε έναν πόνο που δεν είναι δικός μου. Νομίζω ότι ο σεβασμός είναι μια κατηγορία που μερικές φορές προκαλείται από τους νικητές, όταν οι ηττημένοι δεν ζητούν «συγνώμη». Όλοι θρηνούν τους νεκρούς τους όπως το επιθυμούν. Έχω μεγάλο σεβασμό για τον ανθρώπινο πόνο που προκαλείται από τη βία, είτε επαναστατική είτε κατασταλτική. Πολύ πιο σημαντικό είναι να πούμε ότι αυτό το σεβασμό τον είχε ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι πολλοί σύντροφοι τους. Ανέφερα σκόπιμα στις σελίδες της Φυγής προς τα εμπρός- La fuga in avanti ένα βήμα από το Δίχως ανακωχή-Senza tregua, όταν ο διοικητής Visone βρίσκεται μπροστά στους νεκρούς του Piazzale Loreto και παρατηρεί τα πρόσωπα ευτυχισμένα και χαμογελαστά των φασιστών: «Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση που με χώριζε από τους εχθρούς μου. Εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γελάσω μπροστά στα πτώμα του εχθρού μου. Πολύ μεγάλο ήταν το βάρος που κουβαλούσα στους ώμους μου για αυτούς τους θανάτους «.

Θέλησα να διηγηθώ μια ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών χωρίς να θαφτώ στις πτυχώσεις της Επίσημης Ιστορίας. Δεν ενδιαφέρθηκα για τα διάφορα στάδια και τις διαφορετικές ψυχές του ένοπλου αγώνα: ένοπλη προπαγάνδα, μιλιταριστική πτέρυγα, κινηματική πτέρυγα, πρώτη και δεύτερη θέση, pg, pcc, ucc κλπ . Όχι γιατί είναι ασήμαντα θέματα, αλλά επειδή δεν χρειάζονται για να περιγράψουν όλη την ιστορία της πιο σημαντικής ιταλικής ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι όπως είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να την χρωματίσουμε (εκτός αν πρόκειται για μια εκ νέου ανάγνωση συμφεροντολογική) εξιστορώντας τις ασχήμιες και τις εκτροπές που συνέβησαν κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι στραγγαλισμοί στην φυλακή αγωνιστών οι οποίοι είχαν κάνει ομολογίες κάτω από βασανιστήρια, οι δολοφονίες για να διαδοθεί ένα φυλλάδιο, κ.λπ. κ.λπ. Η κατηγορία της βίας, σε ανάγνωση με απόλυτους όρους, κατά παρεκβολή και με ακραίο τρόπο, θα περιέγραφε το εσφαλμένο της ένοπλης επιλογής. Παίρνει τη μορφή ενός πνευματικού τεχνάσματος ώστε να κάνει όλους να συμφωνήσουν. Μα που βρίσκονταν η βία εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία; Ήταν το προϊόν μιας ομάδας τρελών που το είχαν σκάσει από κάποιο ψυχιατρείο, ή ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής σύγκρουσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη;  Εάν θέταμε σε ανταγωνισμό την επαναστατική βία με εκείνην της καταπίεσης,  ε λοιπόν θα κέρδιζε με μεγάλη απόσπαση εκείνη που προκλήθηκε από τις σφαγές του Κράτους, από τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια, από τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τις πλατείες, στις φυλακές, από τους σφαγιασμούς που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό σε όλο τον κόσμο. Αλλά είναι άχρηστη αυτή η επιχείρηση, εκτός εάν, επαναλαμβάνω, αυτή είναι μια πολιτική επιχείρηση. Αλλά τότε μπαίνουμε σε έναν άλλο χώρο. Είναι όπως όταν σήμερα μας κάνουν να βλέπουμε παντού τους δολοφόνους της Αλ Κάιντα, αλλά προσέχουν πολύ από το να δημοσιεύουν τα “ηρωικά κατορθώματα” των στρατιωτών και των μισθοφόρων μας στους οίκους ανοχής της Καμπούλ, στα χωριά του Κοσσυφοπεδίου, κατά μήκος των δρόμων του Ιράκ.
Ο πατέρας και η μητέρα μου στάθηκαν πάντα κριτικοί και μακρινοί σε σχέση με ορισμένες εκτροπές που συνδέονται με την ήττα που διαφαίνονταν επί της οργάνωσης, όπως επίσης αφηγούμαι με μαρτυρίες στο βιβλίο μου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία έχουν στη συνολική αξιολόγηση. Σήμερα οι BR δεν υπάρχουν πια. Αλλά η βία η καταπίεση και η καταστολή αυξάνουν γεωμετρικά. Είναι από αυτή την παραδοχή, από ότι συμβαίνει σήμερα, που πρέπει να αρχίσουμε να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα επεισόδια.
Βιβλία για τις ΕΤ έχουμε δεκάδες. Η βία, διαβασμένη με μονόπλευρο τρόπο, παραμένει το κύριο εργαλείο για να περιγραφεί εκείνη η εμπειρία. Ασυνάρτητη, ανιστόρητη, διανοουμενίστικη, είναι μια ανάγνωση που χρησιμεύει μόνο για να πιστοποιήσει την ιστορία που έγραψαν οι νικητές. Εγώ αντιθέτως προσπάθησα να την γράψω από την οπτική των ηττημένων, ηττημένων, που όμως δεν παραδόθηκαν, δεν το έβαλαν κάτω, δεν τα παράτησαν – sconfitti, ma non arresi.

https://www.carmillaonline.com/2008/01/03/la-fuga-in-avanti/