ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Δεν είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς – Non è un libro per nostalgici

του Marc Tibaldi

Gianfranco Manfredi, Ma chi ha detto che non c’è, l’anno del Big Bang, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Το έτος του Big Bang, Agenzia X, Milano, 2017, pp. 422, € 20,00.

To «να μετατρέψουμε τον κόσμο» του Karl Marx που ενσωματώνεται στο «να μεταβάλλουμε τη ζωή» του Arthur Rimbaud, στο «όνειρο, η ποίηση, η επανάσταση, η αγάπη» των σουρεαλιστών, στο «να διανέμουμε ήδη από τώρα τον πλούτο» της μπάντας Bonnot. Εδώ, το καλύτερο 77 ενσωμάτωνε σε αυτές τις περιπτώσεις, και ενσωμάτωνει ότι καλύτερο από τις ιδεολογίες του ‘800 και τις πρωτοπορίες και τις αντικουλτούρες του εικοστού αιώνα. Ανακινώντας τα πάντα και δημιουργώντας νέους τρόπους και νέες ιδέες Αλλά το ποιος είπε ότι δεν υπάρχει του Gianfranco Manfredi μας χαρίζει την πολυπλοκότητα εκείνου του κινήματος όπως δεν είχε γίνει ακόμη γίνει, παρά όλους τους τίτλους επί του θέματος που εμφανίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ένα φανταστικό συνονθύλευμα σκέψεων, προβληματισμών, κοινωνιολογικών αναλύσεων και προσωπικών αναμνήσεων. Ο Manfredi είναι μια εκλεκτή φιγούρα: συγγραφέας, φιλόσοφος, τραγουδοποιός, σεναριογράφος πολυάριθμων ταινιών και δεκάδων ιστοριών κόμιξ που εξάγονται σε όλο τον κόσμο. Στη δεκαετία του εβδομήντα ηχογράφησε τα άλμπουμ Αλλά δεν είναι μια ασθένεια και Ζόμπι όλου του κόσμου ενωθείτεMa non è una malattia και Zombie di tutto il mondo unitevi.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα του να θυμίσουμε την Κόκκινη  Μαγεία Magia Rossa (Feltrinelli, 1983) και τον Μικρό μαύρο διάβολο, Piccolo diavolo  nero(Tropea, 2001), και αυτή η νέα εργασία μπορεί να διαβαστεί σαν απαραίτητη ενσωμάτωση στην Χρυσή Ορδή. Το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα,  L’Orda d’Oro, 1968-1977. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale. Εάν η ανθολογία που δεν πρέπει να χάσετε και επιμελήθηκε ο Primo Moroni και ο Nanni Balestrini είναι μια συλλογή από τις σημαντικότερες θεωρητικές συνεισφορές και τις πιο ενδιαφέρουσες επαναστατικές πολιτικές εμπειρίες, το έργο του Manfredi μας επιστρέφει την πολλαπλότητα του κινήματος και εκείνων των χρόνων γενικότερα, επικεντρώνοντας στους πολιτικούς αγώνες εντάσσοντας τους μέσα στο πολιτιστικό σενάριο – εθνικό και διεθνές – εκείνης της χρονιάς.

Το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο στο 77, αλλά γενικότερα στα χρόνια αυτής της συγκυρίας μεταξύ του μετά το 68 και της αρχής της οπισθοδρόμησης. Και το κάνει με το πνεύμα «εκείνων» των καιρών και χωρίς να είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς. Αυτό είναι ένα από τα δυνατά του σημεία. Αλλά το Ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è, αναπνέει την ατμόσφαιρα του ’77 και μας επιστρέφει τα οράματά της, έτσι είναι και ένα βιβλίο για το μέλλον. Γεννάται εμπνευσμένο από το διάσημο τραγούδι που φέρει τον ίδιο τίτλο, το οποίο ο Gianfranco Manfredi ηχογράφησε το 1976 και δημοσιεύθηκε στο άλμπουμ Ma δεν είναι μια ασθένεια, Ma non è una malattia. Είναι ένα ερωτικό και επαναστατικό τραγούδι, εμβληματικό του 77, μια επιθυμία για κάτι που μπορεί να υπάρξει μια μέρα αλλά και για τις πιθανές ουτοπίες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για ένα όμορφο κομμάτι, ουσιώδες, μια ισορροπία αντιθέσεων και προτάσεων, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα πολλές ομάδες και τραγουδοποιοί, από τους Gang στους Ministri, από την τορινέζικη ομάδα Aldo dice (μαζί, μεταξύ των άλλων οι, Nadàr Solo, Banda Fratelli, Daniele Celona, Levante, Esma, 2 Fat Men, Duemanosinistra, Il terzo istante) σε εκείνο το άτυπο που αποτελείται από τους Guido Baldoni, Davide Giromini, Alessio Lega, Rocco Rosignoli και Marco Rovelli.

Ακολουθώντας τους στίχους του τραγουδιού, το βιβλίο αφιερώνει αξέχαστα κεφάλαια σε όλες τις πτυχές που μπορεί να θέσει υπό συζήτηση εκείνο το μαγικό έτος και κατά το οποίο το ανταγωνιστικό κίνημα εξέφρασε δημιουργικές και φαντασιακές σπίθες: από τα κόμικς έως την λογοτεχνία, από το θέατρο έως τον κινηματογράφο, από την επιστημονική φαντασία μέχρι την ελευθεριακή παιδαγωγική και μετά και πάνω απ ‘όλα: τον φεμινισμό, την κοινωνική οικολογία και τη φυσική γεωργία, την αντιψυχιατρική, την εργατική Αυτονομία, την διαδεδομένη αυτονομία, τους ινδιάνοι μητροπολιτάνους, το πανκ, τις  εναλλακτικές μουσικές, τον αντιμιλιταρισμό …

Πολύ χρήσιμος είναι ο κατάλογος των καλών προθέσεων που ο συγγραφέας αποφασίζει να ακολουθήσει γράφοντας το βιβλίο και αναφέρεται στην εισαγωγή: «Να μην ξεπέσουμε στην αυτοβιογραφία, να μην υποβληθούμε στη ροή των αναμνήσεων (οι μνήμες εξαπατούν), να μην ξεπέσουμε στο είδος »χρόνια του μολυβιού» ( μιας και το 77 υπήρξε πολλά περισσότερα από ένα κουτί του χρόνου με μέσα του ένα πιστόλι P38 και ένα πακέτο δώρου με σφαίρες), ακόμη περισσότερο να μην ξεπέσουμε στην εορταστική και συναισθηματική revival, αναβίωση, στην αναζήτηση της χαμένης νεότητας. Θα ήταν επίσης λάθος να μειώσουμε τη συλλογική εμπειρία σε γενεαλογική εμπειρία. Υπήρχαν περισσότερες γενιές, που έζησαν αυτή την εμπειρία, από τα παιδιά που γεννιόντουσαν, στους μεγαλύτερους που έφευγαν. Και όλοι τους ήταν πρωταγωνιστές, με τα όλα τους, αυτού του παραδειγματικού και μοναδικού έτους. Έπρεπε να ανοιχτώ στην οπτική των άλλων, να περπατήσω μαζί τους μονοπάτια που δεν είχα εξερευνήσει εγώ, αποφεύγοντας όμως την πανούκλα τις αποκαλύψεις που ήταν γεμάτες με ανέκδοτα που ξαναχτίστηκαν με τέχνη, ξεσπάσματα επακόλουθα από παράπονα εναντίον εκείνου ή του άλλου, εκθειάσεις λαμπερών επιχειρήσεων οικογενειακής διαχείρισης ή / και ομάδων … τέλος πάντων το χειρότερο”.

Δύο προβληματισμοί για το σήμερα, ξεκινώντας από το δημιουργικό χάος του βιβλίου και του ’77. Πρώτον: η διαδικασία των πολιτισμικών διαφορών και των αγώνων που ξεκινούν από μια συγκεκριμένη αξίωση και τη διαδικασία της κοινωνικής ανασύνθεσης εμφανίζονται σήμερα σε ένα πολύ διαφορετικό φως από αυτό που φαίνονταν να καθοδηγεί την πλανητική σκηνή εκείνων των χρόνων. Τότε οι διαφορές ήταν η κινητήρια δύναμη μιας δυναμικής της ανασύνθεσης, σήμερα εμφανίζονται κυρίως σαν ένα επιθετικό και ιδιαιτέρως αναγνωριστικό στοιχείο. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια μετατόπιση των τόνων, των προφορών. Η διαφοροποιημένη έμφαση, η οποία στα χρόνια του διεθνιστικού κύκλου δούλεψε ως δυναμικό στοιχείο, αποτελεί πλέον παράγοντα σταθεροποίησης της ταυτότητας και επιθετικής παύσης, κλεισίματος (σκεφτείτε το αφρο-αμερικανικό κίνημα που πέρασε από τις επαναστατικές θέσεις των BlackPanter στην αντιφατική Million Men March του Farramhan, σε θέσεις εθνικής απελευθέρωσης που εδαφικοποιούνται και καθίστανται αντιδραστικές , αλλάζοντας την προοπτική μερών του φεμινιστικού κινήματος και της ομοφυλοφιλίας προς τα νεοφιλελεύθερα παράλια).

Δεύτερον: το ’77 – σε πολλές από τις ζυμώσεις του, από το απαιτητικό κίνημα A / traverso στο πανκ – ήταν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών ταυτόχρονα και των αντικουλτούρων. Ίσως ήδη οι αντι-κουλτούρες υπήρξαν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών. Πράγματι, στον τομέα της τέχνης, η πρωτοπορία προϋποθέτει την ικανότητα να επισημανθεί μια ικανότητα προσδιορίσιμη, μετρήσιμη ικανότητα κατά κάποιο τρόπο (ποιος μετράει και ποιο μέτρο είναι ένα πρόβλημα εξουσίας). Οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες στο κεφάλαιο όπως οι πολιτικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες για τον σχηματισμό ιεραρχιών. Οι αντικουλτούρες μπορoύν να υπαχθούν, αλλά έχουν δημιουργήσει μια κοινωνική συμμετοχή που παραμένει στη συλλογική συνείδηση. Σήμερα η δημιουργία υλικού, καλλιτεχνικού, σχεσιακού και κοινωνικού πλούτου δεν μπορεί πλέον να δημιουργηθεί μεμονωμένα, ατομικά, ακόμη και η τεχνολογική έρευνα είναι πάντα το αποτέλεσμα της ομαδικής έρευνας, μιας συνεργασίας.

Να σημειώσουμε κάποιες δευτερεύουσες πτυχές στο περιθώριο, λίγο άτακτα. Στο βιβλίο – το οποίο προφανώς πρέπει να θέσει κάποια όρια – δεν υπενθυμίζεται η σημασία της εικαστικής τέχνης (εννοιολογικής και επιτελεστικής κυρίως) και ούτε η σημασία της ποδοσφαιρικής καινοτομίας που προκαλείται από την «επιστημολογικά αναρχική» μέθοδο (να το πούμε σαν τον Feyerabend ) της Ολλανδίας και του Ajax, η οποία ήταν μια πραγματικά μη ιεραρχική έννοια του παιχνιδιού. Στα κεφάλαια αφιερωμένα στη μουσική δεν γίνεται λόγος για τη σημασία των περιοδικών όπως το Gong e Muzak, αλλά – γιατί όχι – ακόμη και το Ciao 2001. Αντίθετα, στο σωστά αφιερωμένο σημαντικό τμήμα των αντιρρησιών συνείδησης στη στρατιωτική θητεία, δεν υπάρχει καμία αναφορά για το κίνημα των «προλετάριων με στολή», μια άτυπη οργάνωση που ακολουθήθηκε έντονα σε πολλούς στρατώνες. Ανεπαρκές από αναλυτική άποψη, μας φαίνεται επίσης το κεφάλαιο που αφιερώνεται στο Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ενώ αφενός είναι σωστό να δοθεί χώρος στον Pannella και τα άλλα μέλη για τη συμβολή και την αποφασιστικότητα που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’70, από την άλλη ίσως θα μπορούσε να έχουν εντοπιστεί – όπως συμβαίνει και σε άλλες σελίδες σχετικά με τις θέσεις της ένοπλης πάλης – οι επικρίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ριζοσπάστες θα είχαν καταστεί ένα τέλειο γρανάζι για τον νεοφιλελευθερισμό.

Από αυτή την άποψη, μια σύντομη παρένθεση σχετικά με το θέμα. Πρόσφατα ξανά διάβασα τον αναρχικό της Τεργέστης, L’anarchico triestino, την αυτοβιογραφία του Umberto Tommasini. Η φωτογραφία που τον βλέπει να απεικονίζεται δίπλα στον Pannella κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητηρίου μιας αντι-μιλιταριστικής πορείας το 1973 μου θύμισε ένα γεγονός που μου έλεγε ένας σύντροφος. Κατά τη διάρκεια μιας αμφιλεγόμενης διαμάχης, ο Umberto – ο επαναστάτης σιδηρουργός που συμμετείχε στον ισπανικό Πόλεμο, εκείνη την εποχή ήταν 77 χρονών – είπε στον ριζοσπάστη ηγέτη περίπου αυτά τα λόγια: «θα γίνεις ένας υπηρέτης των αφεντικών και του Κράτους”. Δεν επρόκειτο για μια προφητεία, παρά για μια πολιτική ανάλυση αιτιολογημένη που έδειχνε ότι από τις «φιλελεύθερες» θέσεις του Pannella, που στερούνταν ένα πιο πολύπλοκο πολιτικό όραμα για εξουσία, δεν μπορούσε παρά να έρθει – αργά ή γρήγορα – να γίνει αυτό που θα γίνονταν ο Pannella στη συνέχεια. Έτσι έγινε, όπως μπορούμε να δούμε.

Τέλος. Για τον πλούτο του αλλά και για τους προβληματισμούς που εγείρει, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è ξεσηκώνει μια πρόκληση για το μέλλον: ξεκινώντας από τις διαφορές χωρίς να επικεντρώνεται στην ταυτότητα, ξεκινώντας από συνωμοσίες χωρίς να ξεπέφτει σε ιεραρχικούς σχηματισμούς . Στην εμμένεια των επαναστατικών δυνατοτήτων, όπως τραγουδάει το τραγούδι “Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου / στην άκρη των χειλιών / υπάρχει στο αφυπνισμένο σώμα […] Υπάρχει στο όνειρο που πραγματοποιείται στο γυαλισμένο πολυβόλο / στη χαρά στο θυμό / στην καταστροφή του κλουβιού / στο θάνατο του σχολείου / στην απόρριψη της εργασίας […] Βρίσκεται στη φαντασία / στη μουσική επάνω στο χορτάρι / βρίσκεται στην πρόκληση / στο έργο του τυφλοπόντικα / στην ιστορία του μέλλοντος / στο παρόν χωρίς ιστορία / […] στις στιγμές της μνήμης […] Βρίσκεται στο κάτω μέρος των ματιών σου ποιος είπε ότι δεν υπάρχει / στην άκρη των χειλιών / μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει […] στο τέλος του Κράτους / εκεί, υπάρχει ναι, αλλά ποιος είπε ότι δεν υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει”.

https://www.carmillaonline.com/2017/11/04/non-un-libro-nostalgici/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η πολιτική οικονομία για τα κοινά – L’economia politica del comune

L’economia politica del comune

Στις πράξεις της καθημερινής ζωής: η εκμετάλλευση αυτού που είναι »κοινό»

Εκμετάλλευση και υπαγωγή στον βιο-γνωστικό καπιταλισμό

€ 17.00 in uscita με την έξοδο
Συχνά μας συμβαίνει να ανεβούμε σε ένα τρένο ή λεωφορείο και βρισκόμαστε σε επαφή με μια ποικιλία ανθρώπων που μιλούν σε ένα κινητό τηλέφωνο, περιηγούνται σε σελίδες facebook, στέλνουν sms ή παίζουν ένα μοναχικό παιχνίδι. Ένα σολιψιστικό κλίμα όπου η ανθρώπινη κοινωνικότητα φαίνεται να έχει εξαφανιστεί και να έχει αντικατασταθεί από μια εικονική κοινωνικότητα, ψυχρή. 
Ωφελείται αυτός από τη χρήση φυσικών συσκευών – ταμπλέτες, κινητά τηλέφωνα, φορητούς υπολογιστές, iPad – και όλα τα αξεσουάρ που χρειάζονται για να επαναφορτισθούν και επανασυνδεθούν μεταξύ τους και μαζί μας. Είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου που κρύβει έναν παραγωγικό μηχανισμό και ένα [επισφαλή] εργατικό σύμπαν που περιλαμβάνει τους ανθρακωρύχους που εξάγουν πρώτες ύλες, τους εργάτες στον τομέα της συναρμολόγησης, τους μεταφορείς, τους αποθηκάριους, τους χειριστές τηλεφωνικών κέντρων, τους μηχανικούς υπολογιστών και δημιουργούς γλωσσών, τους δημιουργούς διαφήμισης , και τους πωλητές ψευδαισθήσεων και εμπορικών σημάτων. 

Όλα σχεδιάζονται για να εξασφαλίσουν ότι η ανθρώπινη κοινωνικότητα, τα δίκτυα των σχέσεων, η κοινωνική αναπαραγωγή οι γνώσεις και οι γνωριμίες, με μια λέξη, η ζωή μας, τίθενται στην εργασία και αμέσως εμπορευματοποιούνται και αποτιμώνται προς όφελος ολίγων. Είμαστε το έμμεσο, συχνά ασυνείδητο, ανθρώπινο δυναμικό που επιτρέπει στη ζωή, στα σώματα και στο μυαλό να αποτιμώνται. Χωρίς την κοινωνική μας συνεργασία δεν υπάρχει παραγωγή πλούτου: μια παραγωγή αξίας που προκύπτει από την κοινωνική μας οντότητα, απ’ το να είμαστε κοινωνικοί. Η εκμετάλλευση της κοινότητας, των κοινών γεννιέται εδώ. Στις πράξεις της καθημερινής ζωής.

Αυτό το βιβλίο θέλει να ερευνήσει τον μηχανισμό εκμετάλλευσης και υποτέλειας των ζωών μας, που φαίνονται ελεύθερες, αλλά είναι καρφωμένες από αόρατες αλυσίδες και υποταγμένες από τις πιο αυστηρές σειρήνες, από αυτές που προκύπτουν από μια υποταγή ιεραρχική και άμεση εξουσίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι η διοίκηση επί της ζωής, επί της ικανότητά μας να παράγουμε γνώση και αυτονομία. Μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν τον ζυγό με τον οποίο συχνά είμαστε συνεργοί, συνυπεύθυνοι; Εδώ βρίσκεται το στοίχημα της επιβίωσης και της ελευθερίας μας.

 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Andrea Fumagalli

Ο Andrea Fumagalli είναι καθηγητ’ης οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Pavia. Υπήρξε ιδρυτής του περιοδικού  «Altreragioni». Μαζί με τον Sergio Bologna έχει επιμεληθεί την εργασία Il lavoro autonomo di seconda generazione (Feltrinelli, 1997). Άλλες εργασίες του είναι : Bioeconomia e capitalismo cognitivo(Carocci, 2007) και La moneta nell’impero(μαζί με τους Christian Marazzi και Adelino Zanini, Ombre corte, 2002).

http://www.deriveapprodi.org/2017/10/leconomia-politica-del-comune/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σαράντα χρόνια ενάντια στην εργασία – Quarant’anni contro il lavoro

Quarant’anni contro il lavoro

Kανόνας διχασμένος: να σκέφτεσαι ενάντια στο παρόν

από τον  Federico Campagna

€ 22.00 € 18.70
Ο Franco Berardi είναι γνωστός στα χρονικά σαν «Bifo», απ’ όταν , το 1977, υπεδείχθη σαν ένας από τους υπεύθυνους της «δημιουργικής εξέγερσης» της Bologna. Η αναζήτηση μιας πιθανής απελευθέρωσης του χρόνου της ζωής από την δουλεία της μισθωτής εργασίας  διατρέχει σαράντα χρόνια της δραστηριότητας του στα κείμενα-δοκίμια: από τα άρθρα των χρόνων Εβδομήντα, που δημοσιεύτηκαν σε φανζίν και αυτοπαραγωγικά φυλλάδια, στα δοκίμια για τη διαμόρφωση του δικτύου κατά τη δεκαετία του ’90, μέχρι αποκαλυπτικές προφητείες της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.Γραπτά τα οποία, εκτός από την εργασία, αντιμετωπίζουν πολλά θεμελιώδη ζητήματα – την τεχνολογία και την επικοινωνία, την ποίηση, την τέχνη, την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία – κινούμενα από ένα πάθος για την ηθική και πολιτική εξέγερση ενάντια στην εκμετάλλευση και την εξουσία, και από τα οποία διαφαίνεται μια βαθιά γνώση των αναδυόμενων νημάτων της φιλοσοφικής σκέψης και της επιστημονικής έρευνας.Ξεκινώντας από την διαπίστωση πως η τεχνολογία και η γνώση μειώνουν τον απαιτούμενο χρόνο εργασίας, ο Bifo επεξεργάζεται μια πρωτότυπη εικόνα των τεχνικών, ανθρωπολογικών και πολιτικών διαδικασιών και υποδεικνύει μια ευκαιρία για χειραφέτηση που παραμένει δυνατή παρά την οπισθοχώρηση που έχει παράξει ο νεοφιλελευθερισμός στην ιστορία του κόσμου, και που τώρα γκρεμίζεται σε μια μορφή μεταμοντέρνου φασισμού.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Franco Berardi (Bifo)

Ο Franco Beradi (Bifo), ιδρυτής του ιστορικού περιοδικού «A/traverso», φύλλου του δημιουργικού κινήματος της Bologna, και μεταξύ των εμπνευστών του Radio Alice, είναι συγγραφέας πολλών δοκιμίων επάνω στους μετασχηματισμούς της εργασίας, καινοτομίες και επικοινωνιακές διαδικασίες.  Ανάμεσα στα βιβλία του: Telestreet. Macchina immaginativa non omologata (μαζί με τους Jacquement και Vitali, 2003), Alice è il diavolo. Storia di una radio sovversiva (2002), Un’estate all’inferno (2002), La fabbrica dell’infelicità (2001), La nefasta utopia di Potere Operaio (1997).

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/quarantanni-contro-il-lavoro/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η επανάσταση τελείωσε νικήσαμε – La rivoluzione è finita abbiamo vinto

La rivoluzione è finita abbiamo vinto

Το να διαβάζεις A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κανείς τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να τα καταφέρνει

Ιστορία του περιοδικού «A/traverso»

Πρόλογος του Franco Berardi Bifo

€ 18.00 € 15.30
Η ιστορία ενός από τα πιο αντιπροσωπευτικά περιοδικά του Κινήματος του ‘77, μια συλλογική εμπειρία εξαιρετικά καινοτόμος. Ήταν πράγματι το πρώτο παράδειγμα ιταλικών πανκ γραφικών, και την ίδια στιγμή ήταν το τελευταίο περιοδικό πρωτοπορίας του χίλια Εννιακόσια των οποίων οι αναφορές ήταν ο φουτουρισμός του Majakovsky και μια αυθεντική αναθεώρηση του πνεύματος του ντανταϊσμού. Αλλά υπήρξε επίσης ένα περιοδικό που πρότεινε εκλεπτυσμένες πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις που στόχευαν στην απελευθέρωση από το λενινιστικό μοντέλο της οργάνωσης για να ιδρυθεί ένα κίνημα συλλογικοποίησης της καθημερινής ζωής, πολλαπλασιασμού των μικρο-πολιτικών εμπειριών αυτο-οργάνωσης.Στο πρώτο του συντακτικό άρθρο, το «A / traverso», εκφράζονταν κατ’ αυτό τον τρόπο: «οικειοποίηση και απελευθέρωση του σώματος, μετασχηματισμός των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα ανοικοδομούμε ένα σχέδιο εναντίον της εργασίας στο εργοστάσιο, ενάντια σε οποιαδήποτε εντολή που βασίζεται στην επίδοση, στην παροχή υπηρεσιών και την εκμετάλλευση».Qui il pdf del nuovo numero di A/traverso 2017 εδώ το pdf του τελευταίου νούμερου του περιοδικού 2017

ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ

Γιατί να διαβάσουμε ξανά το «A/traverso» σήμερα, ακριβώς σαράντα χρόνια από το Εβδομήντα επτά

«Το να διαβάσουμε το A/traverso είναι αδύνατον. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κάποιος τόσο τρελός που να το κάνει, ούτε κάποιος που να το καταφέρνει». Έτσι ο Franco Berardi (Bifo), φιλόσοφος και ιδρυτής του περιοδικού, απάντησε διασκεδάζοντας στην ερώτησή μου την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε. Δεν μπορώ να βρω καλύτερα λόγια για να παρουσιάσω την ιστορία ενός περιοδικού που από τη φύση του ξεφεύγει από κάθε επανάληψη της ανάγνωσης ή εκ νέου ερμηνεία. Διαφεύγει όχι μόνο επειδή τα συντακτικά του άρθρα είναι ελλιπή και γεμάτα λάθη, ή επειδή ορισμένα από τα νούμερα του είναι πλέον σχεδόν ανεύρετα, αλλά κυρίως επειδή δεν σέβεται ή ακόμη και ανατρέπει τις κωδικοποιημένες δυναμικές της επικοινωνίας. Τις διαλύει, τις σπάζει, αποσυνθέτοντας και κατακερματίζοντας το κείμενο, το οποίο παρουσιάζεται αμέσως πλαστό, αποκλίνον, ακυβέρνητο και πάντα «πέρα από εκεί».

Το περιοδικό γεννήθηκε το 1975, από την κληρονομιά της κοντροκουλτούρας και του εργατισμού της δεκαετία του 1960, αλλά ταυτόχρονα ήταν το σύμβολο ενός διάκενου στον ανταγωνιστικό κόσμο της τότε εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς του τότε. Mια ρήξη λοξή, πλάγια και μάλιστα διφορούμενο, ακριβώς όπως εκείνη η μπάρα που χώριζε τον τίτλο στο μισό και η οποία υπονοείται στη μέση των πραγμάτων. Λόγω της «εγκάρσιας» και της «εγκαρσιακής» τοποθέτησής τους, οι ιδρυτές του περιοδικού ήταν από τους λίγους που φαντάστηκαν το σενάριο που θα ξεδιπλώνονταν πέρα από εκείνη την σεζόν, με το τέλος δηλαδή εκείνης της σεζόν των αγώνων και των κατακτήσεων, να προαισθάνονται τον κίνδυνο της μετάλλαξης που θα έπαιρνε το πάνω χέρι με το τέλος της εξέγερσης.

Ίσως για αυτό το λόγο το «A / ttraverso» μπορεί να θεωρηθεί ως ένα βασικό κλειδί ανάγνωσης των γεγονότων του Εβδομήντα επτά . Εκτός από το γεγονός ότι υπήρξε ένας από τους κύριους τίτλους, εφημερίδες αυτού του κινήματος, εκτός από το ότι είχε την έδρα του στη Μπολόνια – τόπο ενός από τα πιο δραματικά γεγονότα εκείνης της μοιραίας χρονιάς – στα άρθρα του, αισθάνονταν κανείς ήδη την παραβολή εκείνων των ελπίδων, όλους τους κινδύνους που εκείνες είχαν επωάσει , τους οιωνούς της «εποχής του μετά».

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Όταν ο Marx φίλησε τον Engels

του Luca Cangianti

Η παραλία της Ostenda, Οστάνδης συνορεύει με την Galleria Reale, μια βεράντα τετρακοσίων μέτρων που ενώνει τον ιππόδρομο με το πάρκο και την βίλα του βασιλιά των βέλγων. Μετά υπάρχουν εστιατόρια, caffè, τουριστικά καταστήματα, συγκροτήματα κατοικιών, διαμερισμάτων με στυλ αποδεκτό και κάποια πραγματικά φρικτά. Εκεί, μπροστά στην Φλαμανδική θάλασσα, πριν από 170 χρόνια, ένας Karl Marx ακόμη εικοσάχρονος, κάνοντας ισορροπία στους πέτρινους κυματοθραύστες, συζητούσε εμπνευσμένος με τον Friedrich Engels για μια επανάσταση που θα ήταν ταυτόχρονα υπαρξιακή, φιλοσοφική και κοινωνική. “Der junge Karl Marx” (ο νεαρός  Καρλ Μάρξ, Il giovane Karl Marx), το film του σκηνοθέτη από την Αϊτή Raoul Peck αφθονεί σε σκηνές με έντονο οπτικό και συμβολικό αντίκτυπο. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να συνθέσει με μεγάλη δεξιότητα σύνθετες φιλοσοφικές έννοιες και έντονα συναισθήματα.

Η φημισμένη XI Εργασία για τον Feuerbach («Οι φιλόσοφοι ερμηνεύουν μόνο διαφορετικά τον κόσμο, αλλά πρόκειται να τον μεταμορφώσουν») δηλώνεται, για παράδειγμα, από τον Γερμανό φιλόσοφο μετά από μια έκρηξη εμετού που προκαλείται από ένα κολοσσιαίο μεθύσι, τα χειρόγραφα κριτικής για τους νεαρούς hegeliani διαβάζονται εκ νέου υπό το φως των κεριών σε μια ζεστή και αισθησιακή ατμόσφαιρα από τον Καρλ, από τον φίλο Φρίντριχ και τη σύζυγό του Jenny von Westphalen. Ερωτικoύ νοήματος είναι η ίδια η σχέση μεταξύ Μαρξ και Ένγκελς, αρχικά χαρακτηριζόμενη από αμοιβαία αντιπάθεια, κατόπιν από συγκρούσεις και πνευματική ερωτοτροπία, και τελικά από συντριπτικό πάθος: μια κούρσα ανάμεσα στα σοκάκια και τις ρεματιές για να ξεφύγουν από τα νύχια των μπάτσων, τα νήματα της ζωής και της φιλοσοφίας που επανασυνδέονται σε μια καπνισμένη παμπ, μια σφιχτή αγκαλιά όπως η αγάπη που σαρώνει τους τυράννους και τη θλίψη και ακόμη και ένα φιλί (στο μέτωπο, όμως). Εδώ είναι όπου ο Peck φτάνει στο μέγιστο του, επειδή στη βάση της επανάστασης υπάρχει μια μορφή αγάπης, μια επιθυμία να ζουν οι άνθρωποι και να αγωνίζονται μαζί. Η επανάσταση είναι η έξοδος των ατόμων από τη μοναξιά, είναι να γίνουν μια συνειδητή κοινότητα, η κοινότητα ενός πεπρωμένου. Το φιλί ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς είναι η ανακοίνωση της εξεγερσιακής άνοιξης του 1848.

Η ταινία “Der junge Karl Marx” είναι γυρισμένη σε τρεις γλώσσες (γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά) και από τον μάρτιο που μας πέρασε βγήκε στους κινηματογράφους της γερμανίας, της γαλλίας και του βελγίου. Από τον Οκτώβριο είναι επίσης διαθέσιμη στη γερμανική έκδοση σε dvd, αλλά δεν είναι ακόμα γνωστό πότε και αν θα φθάσει στους ιταλικούς κινηματογράφους. Αρχικά μπορεί να ακούγεται σαν ένα mainstream βιογραφικό, αλλά απλά επειδή είναι μια ποιοτική παραγωγή, με ένα καλά περιποιημένο περιβάλλον και ηθοποιούς που παίζουν καλά. Προκαλεί έκπληξη το πώς σε λιγότερο από δύο ώρες ο Peck κατάφερε να σχεδιάσει με μεγάλη ομοιότητα την προσωπικότητα του Μαρξ: θεωρητική αδιαλλαξία, πενιχρότης στα ρούχα, αυτοκτονική προτίμηση για δύσοσμα πούρα, το απόλυτο ρεαλιστικό έλλειμμα, τα χέρια του τρύπια όταν έφταναν λίγα χρήματα, το πάθος για τα οστρακοειδή, τα ενοχικά συναισθήματα (και ίσως το αίσθημα κατωτερότητας) απέναντι στην σύντροφό του, επενδύοντας ολόκληρη τη λίμπιντο σε μια παλιγγένεση, βασισμένη στο επιστημονικό ξεγύμνωμα της ψεύτικης εμφάνισης. Έτσι γεννιέται η εμμονή που καταδιώκει τον φιλόσοφο σε όλη τη ζωή του: να γράψει ένα βιβλίο που θα φέρει στο φως το αόρατο τέρας του καπιταλισμού, ανακατασκευάζοντας τον σύνθετο μεταβολισμό του. Ο Μαρξ άρχισε να εργάζεται στο Κεφάλαιο τη δεκαετία του ’40, γράφοντας και επαναγράφοντάς το σε διάφορες μορφές, δημοσιεύοντας ένα μέρος του συνεχώς χωρίς ποτέ να το ολοκληρώνει, γιατί κατά βάθος το αντικείμενο του ήταν άπειρο και μεταλλαγμένο.1
Πολύ καλά χαρακτηρισμένη είναι επίσης η φιγούρα του Ένγκελς, σε σύγκρουση με τον κλωστοϋφαντουργό βιομήχανο πατέρα, και ως εκ τούτου με την ταξική κατηγορία του. Το αποτέλεσμα αυτής της τριβής είναι μια πολύ συμπαθητικά αντιφατική και πολύ ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο νεαρός Φρίντριχ είναι ένας αντικομφορμιστής, συχνάζει σε εργατικά και ιρλανδικά περιβάλλοντα, αλλά είναι και βαθύτατα αστός, εραστής του καλού κρασιού και των βικτοριανών ανέσεων.
Οι άλλοι ιστορικοί χαρακτήρες που στην αφήγηση έχουν δευτερεύοντα ρόλο δεν είναι ποτέ εμφανίσεις ανώδυνες. Ο καθένας έχει όντως ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα: ο Προυντόν χαμογελά γλυκύτατα, ο Weitling έχει τα μάτια του τρελού και κάνει εμπρηστικές ομιλίες, ο Ruge φοβάται την ίδια τη σκιά του, ο Μπακούνιν μιλάει ήδη για τον αναρχισμό και δείχνει τη δυσπιστία του στον αυταρχικό σοσιαλισμό.

Ωστόσο, κοιτάζοντας καλύτερα, υπάρχουν περισσότερα για αυτή την ταινία: υποσυνείδητες παραπομπές στο σήμερα, μικροσκοπικές (και πιθανώς επιθυμητές) αποκλίσεις από τις ιστορικές πηγές που δίνουν στην αφήγηση μια αυθεντικότητα που δεν θα μπορούσε να επιστρέψει καμιά σχολαστικότητα. Από αυτή την άποψη μπορεί να αναφερθεί : Η Jenny von Westphalen που αποκαλεί «εσύ» τον Ένγκελς και τη σύντροφό του Mary Burns, ο Marx μιλάει αγγλικά ήδη το 1845, αλλά πάνω απ’ όλα το πιο κολοσσιαίο ιστορικό συναρπαστικό και επιτυχημένο ψέμα: ο φιλόσοφος από το Treviri πιο όμορφος και συναρπαστικός από τον φίλο του, χάρη στη φυσική κατάσταση και στην ερμηνεία του γερμανού ηθοποιού August Diehl. Εν ολίγοις, αν η ταινία είναι κατάλληλη για κάθε τύπο ακροατηρίου, οι γνώστες της ζωής και της σκέψης του Marx θα απολαύσουν επιπλέον ευχαρίστηση χάρη στις λαμπρές αφηγηματικές λύσεις που χρησιμοποιήθηκαν για να αναδείξουν ιστορικές λεπτομέρειες και θεωρητικές διαρθρώσεις.

Ο Karl Marx του Raoul Peck είναι ακριβώς το αντίθετο από τον παλιό γενειοφόρο προφήτη, λατρευτό και βαλσαμομένο από τον πραγματικό σοσιαλισμό. Είναι ένας εικοσάχρονος γεμάτος πάθος, αλαζονεία, σωματική ευαισθησία και χαρακτήρα. Τον βλέπουμε να κάνει έρωτα με την Jenny, να ζητάει δουλειά, να αλλάζει ιδέες αρκετές φορές, να νιώθει ενοχές για την οικογένεια, να συχνάζει σε κοινωνικά κέντρα της εποχής όπως το  Red Lion του Λονδίνου, να μελετά μανιωδώς, να ενθουσιάζεται, να καταθλίβεται, να μεθά και να αγωνίζεται σαν λιοντάρι. Αυτός ο νεαρός Μαρξ δεν είναι ένας ιππότης δίχως κηλίδες, ούτε καν ένας βαρετός ποντικός βιβλιοθήκης, είναι ένας βαθιά τραυματισμένος άνθρωπος που αφιερώνεται σε μια απεγνωσμένη, ευγενή και φιλόδοξη περιπέτεια. Στην ταινία που καλύπτει το χρονικό διάστημα από το 1842 έως το 1848, οι αιτίες του τραυματισμού του δεν αποκαλύπτονται και η τελική μάχη εναντίον του ανταγωνιστή αφήνονται στους τίτλους που πέφτουν στο τέλος, όταν οι εικόνες των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα, οι αντι-αποικιακοί αγώνες, του Che Guevara και του Nelson Mandela συνοδεύονται από τις νότες του Like a rolling stone: “When you ain’t got nothing, you got nothing to lose”, «Όταν δεν έχετε τίποτα, δεν έχετε τίποτα να χάσετε», τραγουδάει ο Bob Dylan. Ομοίως, ο Μαρξ γράφει στα συμπεράσματα του Μανιφέστου του κομμουνιστικού κόμματος, στα λόγια με τα οποία καταλήγει: «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν ολόκληρο κόσμο».

https://www.carmillaonline.com/2017/11/07/quando-marx-bacio-engels/