ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο δικός μας, νεαρός, Marx

του Salvatore Prinzi

Μόλις έγινε 200 χρόνων, αλλά για κάποιους είναι ακόμα νέος. Σίγουρα για τον Raoul Peck, του οποίου η ταινία για τον νεαρό Καρλ Μαρξ ξεχωρίζει αυτή τη στιγμή, μέσα στην πλημμύρα των άρθρων της σειράς και ακαδημαϊκών διασκέψεων, ως το καλύτερο αφιέρωμα στον γερμανό φιλόσοφο και επαναστάτη. Λέω «το καλύτερο», γιατί η ταινία όχι μόνο μας επιτρέπει να διαδώσουμε την φιγούρα και το έργο, αλλά και να παθιαστούμε, να βρούμε ξανά έναν πιο δικό μας Μαρξ, να οδηγηθούμε σε κάποια σκέψη γενικότερου χαρακτήρα, να πάρουμε κουράγιο και να δράσουμε. Δεν είναι λίγο, αυτούς τους καιρούς. Αλλά ας δούμε καλύτερα.

Η ιδέα και η πραγματοποίηση

Παραδέχομαι ότι η είδηση μιας ταινίας για τον Μαρξ μου έφερε τρεμούλα. Ο Μάρξ δεν είναι Γκεβάρα και ούτε καν Λένιν, δεν πυροβολεί και δεν αγορεύει ξεσηκώνοντας τα πλήθη από ένα τεθωρακισμένο, είναι δύσκολο να μεταφερθούν οι ιδέες του από κινηματογραφική άποψη, η περιπέτεια της ζωής του, περισσότερο συνδεδεμένη με διανοητικές διαμάχες παρά με επικές στιγμές. Δύο δυνατότητες: είτε ένα σύννεφο από σκόνη θέσεων, υπερδιδακτικό και βαρετό, ή κάποια μεταμοντέρνα εύρεση-έμπνευση για να μετατραπεί σε κάτι εμπορικά ευχάριστο. Από την άλλη πλευρά, έλεγα στον εαυτό μου, δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε εκατό χρόνια ιστορίας κινηματογράφου δεν υπήρξε ποτέ μια ταινία για ένα τόσο διάσημο υποκείμενο: δεν λειτουργεί. Ο Peck επιλύει επιδέξια το πρόβλημα με επίκεντρο τον νεαρό Μαρξ, ο οποίος μόλις μέσα σε πέντε χρόνια αλλάζει τέσσερις χώρες, δραπετεύει από άλλες τόσες αστυνομικές δυνάμεις, συναντά όλους τους πιο τρελούς επαναστάτες της εποχής, περνά από μια ευκατάστατη ζωή στη μιζέρια, φέρνει στον κόσμο ποικίλες κόρες, ιδρύει ένα »κόμμα» … με λίγα λόγια, η περιπέτεια δεν λείπει. Και ενώ οι σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη η έκπληξη γίνεται: πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει φτιάξει πριν, την ταινία; Να, όταν ένας δημιουργός κάνει να φαίνεται φυσικό κάτι που φαινόταν αδύνατο, κάνει να φαίνεται απαραίτητο κάτι που έλειπε μέχρι εκείνη την στιγμή, σημαίνει ότι η επιχείρηση επέτυχε.

Αλλά, πέρα από την ιδέα, υπάρχει η τεχνική πραγματοποίηση. Που είναι θεμελιώδης, γιατί οι σχέσεις μας με τις ιδέες είναι επίσης σχέσεις με τις ιστορίες, τις εικόνες, τα συναισθήματα που μας εμπνέουν. Και μια ταινία για τον Μαρξ που είναι χάλια είναι πιο ανησυχητική από μια ταινία που είναι απλώς χάλια. Ο Peck είχε ξεχωρίσει πριν από δύο χρόνια για ένα όμορφο ντοκιμαντέρ για τον James Baldwin, δεν είμαι ο νέγρος σας,  I’m not your negro, πολύ έγκυρο και άξιο από πολιτική άποψη, στην επιλογή των συνεντεύξεων, στην επιμέλεια και το μοντάζ, στο soundtrack, αλλά ακριβώς: ένα ντοκιμαντέρ. Μια ταινία είναι ένα άλλο πράγμα, αν είναι και «ιστορική» απαιτεί μεγάλη παραγωγή. Και εδώ δεν υπάρχουν αμερικανοί. Αντίθετα, μια άλλη έκπληξη: τα περιποιημένα κοστούμια και οι εσωτερικοί χώροι, οι πολύ καλές σκηνογραφίες, οι καλλιεργημένες εικονογραφικές παραπομπές, η φωτογραφία που καταφέρνει να δώσει τον σωστό τόνο σε κάθε εννοιολογική διασταύρωση. Φυσικά, δεν είναι μια colossal, καμία μαζική σκηνή, τα γυρίσματα, οι λήψεις παραμένουν σφιχτές, αλλά οι οικονομίες δεν παρατηρούνται, επειδή το μοντάζ είναι δυναμικό, οι ηθοποιοί εκφραστικοί, το σενάριο επίμονο, έχει ρυθμό, πιέζει. Ναι, το σενάριο: γράφτηκε από τον Pascal Bonitzer, πτυχιούχο της φιλοσοφίας, ιστορικό συνεργάτη των Cahiers du cinéma, σίγουρα δεν είναι ο τελευταίος αφιχθείς λόγω της γνώσης του θέματος και του υποκειμένου. Και όντως η ιστορία δεν ψεύδεται, ούτε στην βιογραφία του Μαρξ ούτε στις έννοιές του, που εισήχθησαν κυρίως μέσα στους διάλογους με τους άλλους επαναστάτες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, παρά το λίγα διδακτικά περάσματα, κρατά το ρυθμό, και θέλεις να μάθεις πώς τελειώνει ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζεις. Δεν είναι εύκολο να ενθουσιάσεις χωρίς να μπορείς να παίξεις το τελευταίο σου χαρτί έχοντας αποτέλεσμα!

Ο Μαρξ που προκύπτει απ’ την ταινία και η επίδραση στο κοινό

Ο ρυθμός δίνεται επίσης από την αναγνώριση, την ταυτοποίηση, από την συμφωνία των χαρακτήρων με τον κόσμο του θεατή. Ο Μαρξ που τέθηκε στην οθόνη δεν είναι το μνημείο, ο γενειοφόρος άρχοντας της κλασσικής εικονογραφίας: είναι ένας νέος, ανήσυχος, αντικομφορμιστής, που γυρνά σε όλη την Ευρώπη, κάνει σεξ, υποβάλλεται σε συνεντεύξεις εργασίας, πληρώνεται καθυστερημένα, χαίρεται για ένα καλό γεύμα . Είναι ένας Μαρξ ανθρώπινος, ακατάστατος και λαμπρός, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές, ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του σοσιαλιστικού κινήματος, που κινείται σε έναν 19ο αιώνα τόσο παρόμοιο με την εποχή μας, εκείνον της επισφαλούς εργασίας, των συνοριακών ελέγχων, της ιδεολογικής σύγχυσης . Μια φιγούρα και ένας κόσμος, εν συντομία, όπου το κοινό μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του – με όλα αυτά που μπορούν να επακολουθήσουν …

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και η πολυγλωσσία της ταινίας: στο αρχικό κείμενο οι πρωταγωνιστές περνούν συνεχώς από τα γερμανικά στα γαλλικά στα αγγλικά, ανάλογα με τους τόπους όπου βρίσκονται, ανάλογα με τις αποχρώσεις του νοήματος που θέλουν να επικοινωνήσουν. Δεν είναι απλώς ένα τέχνασμα για να γίνει η σκηνογραφία πιο λαμπρή, ούτε υπάρχει η βούληση να ξαναχτιστεί φιλολογικά η ζωή του Μαρξ και του περιβάλλοντός του, del suo entourage, αλλά ένα στρατήγημα για να αγγιχτούν κάποιες χορδές στη γενιά Erasmus, η οποία μεγάλωσε κατά κάποιο τρόπο με μια συνείδηση ευρωπαϊκή, η οποία σε αυτά τα είκοσι χρόνια έχει πηδήξει από χώρα σε χώρα, αναμιγνύοντας τις γλώσσες, προσαρμόζοντάς τες στον εκφραστικό σκοπό. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και σύντροφοι και συνεργάτες, είναι οι ήρωες της πρώτης παγκοσμιοποίησης – και όχι συμπτωματικά ο Peck αναφέρει τις πρώτες σελίδες του Μανιφέστο για την παγκόσμια αγορά – που μιλούν στα παιδιά της τελευταίας παγκοσμιοποίησης χωρίς μεσάζοντες, μιλούν σαν κι αυτούς. Tο πλέγμα των γλωσσών γίνεται έτσι μια αναφορά, μια παραπομπή στον προλεταριακό διεθνισμό, ακόμη πιο αναγκαίο σήμερα.

Υπάρχουν όμως και άλλα δύο στοιχεία που λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του κόσμου της ταινίας και του δικού μας. Το πρώτο: η προσοχή του Peck προς το ρόλο των γυναικών. Η φιγούρα της Jenny von Westphalen, της συζύγου του Μαρξ, καθώς και εκείνη της Mary Burns, συντρόφου του Engels, επιστρέφονται με όλη τους την ιστορική σημασία. Jenny και Mary είναι γυναίκες που επιλέγουν να χειραφετηθούν από την μοίρα που προβλέπεται για αυτές: η πρώτη τα σπάζει με την αριστοκρατική οικογένεια της, στρατεύεται, εργάζεται στο πλευρό των Μαρξ και Ένγκελς στη σύνταξη του Μανιφέστο, η Μαry αγωνίζεται στο εργοστάσιο, συνοδεύει τον Ένγκελς στις περιοχές της εργατικής τάξης για να καταρτίσει την πρώτη έρευνα σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις, απορρίπτει το γάμο ως αστική σύμβαση. Οι φιγούρες τους αντιτίθενται με εκείνη της συζύγου του Arnold Ruge, που αντιθέτως υπηρετεί προσεκτικά το σύζυγό της και τον φιλοξενούμενο, συζητά όπως θα περίμενε κανείς, σύμφωνα με τις συμβάσεις, εκφράζοντας την αλήθεια της μπουρζουάδικης ύπαρξης τους, εκείνη την αλήθεια που ο Ruge κρύβει πίσω από μεγάλες και ασαφείς- άσκοπες διακηρύξεις υπέρ του σοσιαλισμού. Εάν η κατάσταση της γυναίκας είναι ο δείκτης επάνω στον οποίο θα μετρηθεί η πρόοδος μιας κοινωνίας πέρα από αυτό που λέει για τον εαυτό της, η Jenny και η Mary είναι η αλήθεια του Karl και του Friedrich, της προσπάθειάς τους να ξεσηκώσουν πραγματικά, να επαναστατήσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.

Ο κόσμος και αυτοί οι ίδιοι: αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ των νέων στην οθόνη και των νέων στο ακροατήριο, στην πλατεία. Ο Peck μας δείχνει τον Μαρξ θύμα της αστυνομικής αλαζονείας- θρασύτητας, έναν κουρασμένο και πεινασμένο Μαρξ, με τους πιστωτές στην πόρτα, τον Μαρξ που τα έσπασε με τον καθωσπρέπει κόσμο, στον οποίο, με το ταλέντο του και την κατάρτιση του, θα μπορούσε άνετα να τακτοποιηθεί. Ο Peck μας υπενθυμίζει, δηλαδή, πως το να κάνεις πολιτική από την πλευρά της εκμεταλλευόμενων είναι μια ηθική επιλογή, η οποία καλύπτει όλη την συμπεριφορά και τον άνθρωπο, που μπορεί μια μέρα να πληρώσεις γι αυτήν, να έχεις συνέπειες, ακόμη και σκληρές, δεν μπαίνεις στα καλά σαλόνια με αυτήν, αλλά εκδιώκεσαι, λόγω αυτής μπορεί να μην γίνεις αγαπητός, αλλά περιφρονημένος και χλευασμένος από εκείνους τους λίγους που όμως κρατούν τα κλειδιά της γενικής άποψης και γνώμης. Το να είσαι κομμουνιστής δεν είναι μια ευχάριστη βόλτα, δεν είναι κάτι που στέκεται δίπλα σε άλλες επιλογές, μια προτίμηση, είναι μια επιλογή ζωής. Και εδώ ο δέκατος ένατος αιώνας πέφτει μέσα στο σήμερα δίχως διαμεσολαβήσεις: μετά από μια μακρά παρένθεση κατά την οποία το να είσαι κομμουνιστής δεν απαιτούσε να τροποποιήσεις, να μεταβάλλεις την ύπαρξη, αντιθέτως μπορούσε και να ανοίξει κάποιες πόρτες, να διευκολύνει μια καριέρα, έχουμε επιστρέψει στο έτος μηδέν, στον στιγματισμό, στο κυνήγι του εξτρεμιστή. Σαν να ήθελε να μας προειδοποιήσει η ταινία: αν ξεκινήσεις σήμερα, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό από αυτό. Αλλά, ακριβώς για αυτό, επέλεξε να ξεκινήσεις.

Τους προβληματισμούς, τους στοχασμούς που μας επιτρέπει

Φτάνουμε εδώ στο πολιτικό ζουμί της ταινίας και στις πιθανές θεωρητικές και πρακτικές της καταβυθίσεις-στοχασμούς. Εδώ πιστεύω ότι η αξία του Peck δεν είναι τόσο να προσφέρει ένα είδος καινοτόμου ερμηνείας του Μαρξ, αλλά το ότι ανακτά τη δύναμη της πρωτότυπης-αυθεντικής του συμπεριφοράς-κίνησης την ώρα που ελευθερώνει κάποια κατακάθια που παρεμποδίζουν σήμερα τη δράση. Όπως και στην αρχαιολογία, όταν ξεθάβεις το αρχαίο οδηγείς σε μια νέα ανακάλυψη.

Ποια ανακάλυψη, για παράδειγμα; Αυτή πως το προλεταριάτο είναι με δυσκολία μια τάξη, πως είναι μάλλον μια διασπασμένη μάζα που αποτελείται από εκβιασμένους ανθρώπους, γεμάτους άγνοια, ζήλιες, όχι πιο ηρωική από άλλες. Η ταινία ανοίγει ακριβώς επάνω στη βία των αρχουσών τάξεων: η επίθεση της αστυνομίας σε ένα δάσος όπου άθλιοι συλλέκτες ξύλου «κλέβουν» τα ξηρά κλαδιά. Η δυστυχισμένοι το σκαν, ποδοπατούν ο ένας στον άλλο, δεν αρπάζουν τις πέτρες, δεν αντιστέκονται. Σφαγιάζονται. Ίδιο σκηνικό στη σύγχρονη Μάντσεστερ: οι εργάτριες διαμαρτύρονται επειδή μια από αυτές έχει χάσει δύο δάχτυλα στα μηχανήματα, η Μαry μπαίνει μπροστά και καταγγέλει τις συνθήκες εργασίας, ο πατέρας του Ένγκελς την απολύει: κανείς δεν την υπερασπίζεται, όλες σκύβουν το κεφάλι. Πού είναι η σημασία αυτών των σκηνών; Κατ ‘αρχάς στο ότι μας υπενθυμίζει, σε εμάς που σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε «μια φορά ναι οι άνθρωποι αγωνίζονταν, σήμερα αντιθέτως …», και ως εκ τούτου θλιβόμαστε, είναι καταθλιπτικό, νιώθουμε ότι ζούμε σαν κατώτεροι σε σύγκριση με ένα μυθικό παρελθόν, και ως εκ τούτου μας συμβαίνει να αποδεχόμαστε το άθλιο παρόν, που όχι, δεν είναι αλήθεια, κάποτε ήταν όπως τώρα, οι άνθρωποι χαμήλωναν το κεφάλι, και μόνο με αντίτιμο θυσίες, αγώνες, επίπονη συσσώρευση εμπειριών και ιστορίας, το προλεταριάτο κατάφερε να γίνει μια τάξη ικανή για χειρονομίες αυτές ναι ηρωικές όπως η Κομμούνα ή οι εργατικές εξεγέρσεις της κόκκινης διετίας.

Ο Peck αφαιρεί αμέσως κάθε ψευδαίσθηση σχετικά με τη φυσική καλοσύνη ή ελευθερία του ανθρώπου – ο κομμουνισμός δεν είναι ένας ιδεαλισμός, είναι ένας υλισμός: η καλοσύνη και η ελευθερία είναι ιστορικά κατασκευασμένες έννοιες και κοινωνικά παραγόμενες πρακτικές. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά αν τεθούν σε θέση να το πράξουν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονται εάν τεθούν ή τίθενται στη κατάσταση να το πράξουν. Ποια είναι αυτή η θέση, η κατάσταση, αυτή η προϋπόθεση; Η ενότητα, ως εκ τούτου η συνείδηση της συμμετοχής σε μιαν ίδια τάξη, και η οργάνωση, που συμπληρώνει το ένστικτο, εκείνο το ένστικτο που στην ταινία οδηγεί τις εργάτριες να σαμποτάρουν τα μηχανήματα ή τους οικοδόμους να βοηθήσουν τον Καρλ και τον Φρίντριχ στη διαφυγή τους από την αστυνομία , αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να γίνει μια πραγματική δύναμη.

Σύγκρουση και οργάνωση: αυτό είναι το θεωρητικό νήμα που ακολουθεί ο Peck από την αρχή της ταινίας μέχρι την κορυφαία σκηνή. Εκείνη στην οποία ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυριαρχούν- επιβάλλονται στο Κογκρέσο της Ένωσης των Δικαίων, και αλλάζοντας το όνομά της σε Ένωση των Κομμουνιστών και αλλάζοντας το σύνθημά της, που περνάει από ένα γενικό «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» στο διάσημο «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε ». Σε αυτή την κίνηση ο Peck αναγνωρίζει το γεγονός της γέννησης της σύγχρονης αριστεράς: από δίκαιοι σε κομμουνιστές, από ένα ηθικό στοιχείο-δεδομένο, ατομικό, σε ένα δεδομένο υλικό, συλλογικό, που σχετίζεται με τις σχέσεις παραγωγής. Από μια δήλωση αρχής, από την επίκληση της καλοσύνης-ευγένειας, σε μια ρεαλιστική ένδειξη λειτουργικού χαρακτήρα, που πρώτα απ’ όλα διαιρεί το κοινωνικό πεδίο – διότι οι «προλετάριοι» δεν είναι οι «όλοι» – και στη συνέχεια το επανασυνδέει στο «ενωθείτε»! …

Είναι σαφές ότι ο Peck τονίζει τη σκηνή για να αντιπαραθέσει εκείνη τη χειρονομία προς τη σημερινή αριστερά. Που όντως, εδώ και τριάντα χρόνια σε αυτά τα μέρη, έχει εγκαταλείψει ένα ταξικό όραμα-μια ταξική οπτική και δεν θέλησε ή δεν ήξερε πώς να σχεδιάσει μια γραμμή διάκρισης μεταξύ φίλων και εχθρών, υποχωρώντας σε θέσεις προηγούμενες του 1848, στις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις, στον διανοουμενισμό ενός Bauer , στις ουτοπίες ενός Proydhon, στον μηδενισμό ενός Μπακούνιν. Έχει χάσει μια οργανική σχέση με τη ζωή της τάξης, και από εδώ προέρχονται οπορτουνισμός και σεκταρισμός, απoλύτως καταχρηστικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το γεγονός, η δράση, η συμπεριφορά που αποθανατίζει ο Peck στην ταινία πρέπει σήμερα να επαναληφθεί ξανά.

Πώς; Με τρία πράγματα, φαίνεται να προτείνει η ταινία. Πρώτα απ ‘όλα με τη θεωρία. Απέναντι στον Wilhelm Weitling, ο οποίος μέσα στον επαναστατικό μυστικισμό του πιστεύει ότι αρκεί να κάνει έκκληση στο πνεύμα, στη διάθεση, ο Μαρξ φωνάζει ενάντια στην άγνοια. Οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι χρειάζονται μια επιστημονική θεωρία, δεν χρειάζονται φλυαρία. Μια θεωρία λογικά σταθερή, που αναγνωρίζει την ιστορική δυναμική και επιτρέπει να καταγράψουμε τις ενέργειές μας μέσα σε αυτήν. Αλλά που να έχει – και εδώ η σημασία της έρευνας, της συμμετοχής στις εργατικές συναντήσεις, της παρουσίας των αγωνιστών στα εργοστάσια και στις γειτονιές – ένα εμφύτευμα στην πραγματικότητα. Ισχυρές κατηγορίες, σταθερές, συγκεκριμένη ανάλυση αλλά και σταθερή παρουσία μέσα στην τάξη, συναισθηματική και ζωτική σχέση-σύνδεση: αυτά είναι τα δύο παλαιά στοιχεία που σήμερα εμφανίζονται ολοκαίνουργια, όλα αυτά πρέπει να κατακτηθούν.

Αλλά η λεπτότητα του Peck φαίνεται να προτείνει επίσης ένα τρίτο στοιχείο: τη συνοχή της ηγετικής ομάδας. Οι Karl, Friedrich, Jenny, Mary, και οι σύντροφοι που περιστρέφονται γύρω τους δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά νεαροί που κινούνται και εμπνέονται από μια επιθυμία αλλαγής και γι ‘αυτό μοιράζονται τα πάντα, δεν κρατούν κάτι για τον εαυτό τους. Επιτυγχάνουν στην αιφνιδιαστική επίθεση στην Lega των Δικαίων επειδή είναι ενωμένοι συμπαγείς, επειδή αγαπιούνται. Ο Peck συλλαμβάνει μια κίνηση που ενώνει αυτήν την περιπέτεια με άλλες ανάλογες: την ομάδα της Νέας Τάξης που θα ιδρύσει το PCI, τους κουβανούς barbudos, τους μαύρους πάνθηρες … Εμπειρίες δημιουργίας οργάνωσης που βασίζονται όχι μόνο σε μια θεωρία ή σε μια εσωτερικότητα στο υποκείμενο αναφοράς, αλλά και στη δύναμη των δεσμών, σε μια κοινή ζωή, σε μια φιλία με την υψηλή έννοια. Με έναν χαρακτήρα φιλοδοξίας χωρίς την οποία κάθε λειτουργία-επιχείρηση οργανωτικής κατασκευής παραμένει κρύα, αποστειρωμένη.

Ο Gramsci είχε μαντέψει, είχε νιώσει κάτι παρόμοιο στο Il nostro Marx, ο δικός μας Μάρξ, ένα άρθρο που έγραψε το 1918, με την ευκαιρία της πρώτης εκατονταετηρίδας του φιλόσοφου. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, μέσα από τον Μαρξ, μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο αξίζει η δική μας «ατομική βούληση, και πώς αυτή μπορεί να καταστεί ισχυρή από το γεγονός ότι, υπακούοντας, πειθαρχώντας στην ανάγκη, καταλήγει να κυριαρχεί επί της ίδιας της ανάγκης.» Αν ο Μαρξ ξεκαθαρίζει τις υλικές δυναμικές, επιμένει στην αντικειμενικότητα, δεν είναι για να υποδουλωθεί σε αυτήν, αλλά για να μας επιτρέψει να κυριαρχήσουμε επί αυτής και να είμαστε σε θέση να παράξουμε, με την συμπαγή ενέργεια -δράση μας, κάτι που φαινόταν αδύνατο. Επομένως, είναι λάθος να θεωρηθεί ως κάτι καθαρά αυθαίρετο να έχεις φιλοδοξίες: «Θέληση, μαρξιστική, σημαίνει συνειδητοποίηση του σκοπού, που με τη σειρά του σημαίνει ακριβής έννοια και αντίληψη της δύναμης σου και των μέσων για να την εκφράσεις σε δράση. Ως εκ τούτου, σημαίνει σε πρώτη φάση διάκριση, αναγνώριση της τάξης, ανεξάρτητη πολιτική ζωή από εκείνη της άλλης τάξης, συμπαγή οργάνωση και πειθαρχημένη για τους ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους της, χωρίς παρακάμψεις και δισταγμούς. Σημαίνει ευθεία ώθηση, παλμό προς το μέγιστο αποτέλεσμα, δίχως βόλτες στα πράσινα λιβάδια της εγκάρδιας αδελφοσύνης, έχοντας μαλακώσει από τα πράσινα χορταράκια και από τις μαλακές δηλώσεις εκτίμησης και αγάπης …».

Απόρριψη μιας αφηρημένης αδελφοσύνης, ταξική γραμμή, σημασία μιας ταιριαστής οργάνωσης και αποφασισμένης, μέσα στην οποίαν όλοι θα αισθάνονται κοντά ο ένας με τον άλλον, συναίσθημα – τελικά – μιας ισχύος: δεν ξέρω αν ο Peck είχε διαβάσει αυτό το κείμενο του Gramsci, εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι στην ταινία του παίζονται ακριβώς αυτά τα σημεία. Που είναι κεντρικά, θεμελιώδη και για εμάς. Μόνο σε ένα πράγμα είναι νόμιμο να διαφωνούμε με τον Gramsci. Στο τέλος του άρθρου του, απεικονίζει τον Μαρξ ως έναν «απέραντο και γαλήνιο σκεπτόμενο εγκέφαλο», μια «ατομική στιγμή» ενός «πνεύματος» που αγωνίζεται εδώ και αιώνες για να εκδηλωθεί, αλλά που τελικά φαίνεται να έχει βρει τον δρόμο του. Από την άλλη πλευρά, ο Gramsci έγραφε την επομένη της επανάστασης του Οκτώβρη, ενώ ο σοσιαλισμός μεγάλωνε – λίγους μήνες αργότερα θα είχε συγκεντρώσει το 32% στις γενικές εκλογές – με την πεποίθηση ότι το μέλλον θα έπρεπε »μονάχα» να επιταχυνθεί …

Αυτός ο χεγκελισμός σε εμάς δεν επιτρέπεται. Η ηρεμία δεν γνωρίζουμε καλά τι είναι. Το μέλλον δεν ξέρουμε αν έλθει. Ο δικός μας Μαρξ είναι νέος, ενεργεί oρμητικά, αυθόρμητα, είναι ακόμη στην αναζήτηση ενός δρόμου. Για μας ακόμη όλα πρέπει να γίνουν. Η ιστορία είναι, και πάλι, στην εκκολαπτόμενη-αναδυόμενη κατάσταση.https://www.carmillaonline.com/2018/06/17/il-nostro-giovane-marx/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

14 ιουνίου 1979: Demetrios Stratos, Δημήτρης Στράτος

Αέναη κίνηση

infoaut14 giugno 3.0
Σάββατο 14 Ιουνίου 2014 06:57
14 giugno 1979: Demetrios Stratos, Δημήτρης Στράτος

στις 14 ιουνίου 1979, ένα πλήθος ανάμεσα σε μουσικούς, κοινό και φίλους, χαιρετά με θυμό και αγάπη τον μουσικό και σύντροφο που έκανε περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον στην ιστορία της πρωτοποριακής μουσικής στην Ιταλία, και έφυγε μονάχα μια μέρα πριν. Η ασθένεια του Demetrio Stratos δεν είχε επιτρέψει ένα αντίο. Area, Guccini, PFM και πολλοί άλλοι εναλλάσσονταν στο πάλκο.

Ο Demetrio (Efstràtios Dimitrìu) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, nacque ad Alessandria d’Egitto, το 1945 από έλληνες γονείς και σπούδασε από μικρός στο περίφημο «Conservatorio Nazionale di Atene», »Εθνικό Ωδείο των Αθηνών». Έζησε μερικά χρόνια στην Κύπρο μέχρι να μεταφερθεί στο Μιλάνο το ’62 για να γραφεί στο Πολυτεχνείο. ξεκίνησε να παίζει σε διάφορα γκρουπ επιρροής rock, κουβαλώντας συνεχώς μαζί του εκείνα τα βυζαντινά ακούσματα που τον είχαν συνοδέψει στην παιδική του ηλικία, μέχρι που σχημάτισε την…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 230 επιπλέον λέξεις

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Το μεγάλο επειδή – Il grande perché

του Sandro Moiso

Marina Premoli, Questa è già la mia vita, Αυτή είναι η ζωή μου, Quodlibet, Macerata 2018, pp.240, € 18,00

“Ogni attimo avrà il suo bivio, κάθε στιγμή θα έχει το σταυροδρόμι της” (Louis-Auguste Blanqui)

Για τα χρόνια του ένοπλου αγώνα, έχουν δημιουργηθεί, μέχρι στιγμής, πολλές αφηγήσεις και αναπαραγωγές, οι οποίες συχνά διεξήχθησαν στο νήμα της ατομικής μνήμης, των οποίων οι συγγραφείς ανήκαν στις γραμμές της εργατικής τάξης, στους φοιτητές τέκνα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης ή στα πιο πολιτικοποιημένα στρώματα του υποπρολεταριάτου. Η Marina Premoli προσθέτει σε όλες εκείνες, που εδώ βιαστικά αναφέρθηκαν σαν μεγάλες κατηγορίες, μια άλλη φωνή: εκείνη αυτής που προέρχονταν από ένα αριστοκρατικό και φιλελεύθερο-αστικό περιβάλλον. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, στο κείμενο η συγγραφέας θα φθάσει να ορίσει τον εαυτό της ως μια «κοινωνική αναρριχήτρια προς την αντίθετη πλευρά”.

Γεννημένη στη Γένοβα κατά τα πρώτα χρόνια του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η Μαρίνα αναπαράγει σχολαστικά τα γεγονότα της ζωής της και της οικογένειάς της σε ένα είδος προυστικής αναζήτησης για χαμένο χρόνο, όπου όμως η αποκαλυπτική γεύση της κλασικής madeleine αντικαθίσταται μερικές φορές από την ξινή του αλκοόλ, πράγμα που συχνά δεν μπορεί παρά να φέρει στο μυαλό σκληρές, δυσάρεστες και οδυνηρές αναμνήσεις.

Μια αναζήτηση του «μεγάλου επειδή» μιας επιλογής που, πέρα από κάθε ιδεολογική και πολιτική εξήγηση και χωρίς να ξεχνά καθόλου το κοινωνικό και συλλογικό πλαίσιο, την συγκυρία, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε, παρέμενε ακόμη ένα προσωπικό και άλλοτε περιστασιακό γεγονός. Μια συνέπεια των βημάτων που ακολουθήθηκαν αναπόφευκτα το ένα μετά το άλλο σε χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων, σαν τις πέτρες που κατρακυλούσαν στο τραγούδι του Ντύλαν, σχεδόν όλοι όσοι ξεκίνησαν εκείνη την περιπέτεια και εκείνη την ιστορία της αναμφισβήτητης ήττας παρασύρθηκαν από γεγονότα, μεγάλα και μικρά, στην διάρκεια των οποίων η βούληση των ατόμων κατέληξε να προορίζεται συχνά να είναι μόνο μία από τις πολλές πιθανές μεταβλητές και να μετρά αποφασιστικά λιγότερο από ό, τι αργότερα αφηγήθηκε.

Είναι θαρραλέα, μερικές φορές αδίστακτη, η αυτοβιογραφία της Marina Premoli, στην οποία δεν αναζητούνται a priori αιτιολογήσεις ή δικαιολογίες για μια διαδρομή που πληρώθηκε στη συνέχεια πολύ σκληρά. Χωρίς εκείνη τη ρητορική και εκείνη την υπερβολική έμφαση, που πολλές φορές ακόμη ζωντανεύουν την αφήγηση των ηττημένων, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ιδιωτικό σύμπαν, το οποίο καταφέρνει να είναι και συλλογικό, στο οποίο, τουλάχιστον για μία φορά, οι μακρές και πεισματικές πολεμικές ανάμεσα στους δύο κύριους και μεγαλύτερους σχηματισμούς της εποχής, Brigate Rosse και Prima Linea, παραμένουν σχεδόν εξ ολοκλήρου αποκλεισμένες.

Μια παγίδα απ’ την οποίαν το βιβλίο δραπετεύει με εξαιρετική αξιοπρέπεια, ανοίγοντας αντιθέτως κάθε δωμάτιο σε ένα σπίτι, ίσως ένα μέγαρο αν σκεφτεί κανείς πως έζησε σε ένα αγρόκτημα ή το οικογενειακό κάστρο, όπου τίποτα δεν πρέπει να παραμείνει κρυμμένο, εκτός από τα πραγματικά ονόματα χαρακτήρων μερικές φορές πάρα πολύ γνωστών και εδώ, όλα, αντικαταστάθηκαν σαφώς από άλλα.

Παππούδες, γιαγιάδες, φίλοι, φίλες, αισθήματα, ευτυχισμένοι έρωτες, αγάπες που απογοήτευσαν, οι πρώτοι κραδασμοί της νεανικής διαμαρτυρίας, οι προδοσίες και τα αποδεικτικά της πιστότητας συνοδεύουν την αναζήτηση της Μαρίνα. Ταξίδια, παραμονές στο εξωτερικό σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της προ-εφηβίας συνοδεύουν το χρονικό της ζωής ενός ζευγαριού, αυτού των δύο γονέων, πολύπλοκης που θα αφήσει στην ψυχή της νεαρής μια παραμορφωμένη αίσθηση της αγάπης. Αν και, στη συνέχεια, διαβάζοντας, μας έρχεται να αναρωτηθούμε αν δεν είναι πραγματικά η έννοια της «αγάπης του ζευγαριού» από μόνη της που συνιστά κάτι παραμορφωμένο σε σχέση με την ανθρώπινη φύση.

Μια μητέρα με αναρχικό χαρακτήρα, λάτρης της περιπέτειας, και ένας πατέρας που αργότερα εξελέγη εκπρόσωπος του Φιλελεύθερου Κόμματος, προερχόμενοι και οι δυο από ευγενείς οικογένειες, πολύ εύπορες, κατέχουν κεντρική θέση στις αναμνήσεις που ανακτά η συγγραφέας, μέσα από ένα ταξίδι φτιαγμένο από όνειρα, ακριβείς αναμνήσεις και στενές επαφές με το υψηλό και το χαμηλό της ιταλικής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 50 και στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Ένα πνευματικό και φυσικό ταξίδι ταυτόχρονα, στο οποίο παραμένει η νοσταλγία ορισμένων χαμένων φιλιών (που στη συνέχεια ευτυχώς ξαναβρέθηκαν), ξέγνοιαστα καλοκαίρια στη θάλασσα και στα βουνά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και στιγμές συλλογικής και εντελώς κοινής ζωής όπως αυτή που δημιουργήθηκε γύρω από και μέσα στην κομούνα των αγωνιστών της Αυτόνομης Συνέλευσης της Alfa Romeo στην οποία και με την οποία η Μαρίνα θα μοιραζόταν μια σημαντική στιγμή της ζωής τους. Ένα ευτυχές πείραμα, όπως το ορίζει η ίδια, μαρτυρία για «έναν ανταγωνισμό που δεν θέλει να είναι μόνο ενάντιος, αλλά που προσπαθεί να είναι εναλλακτικός, να έχει πρόταση, να είναι παραγωγικός από πολλές απόψεις ».

Και η συγκεκριμένη μνήμη της «ένοπλης» περιόδου είναι ακριβής και λεπτομερής: οι συζητήσεις, οι αβεβαιότητες, οι πράξεις, οι αυτοχρηματοδοτικές ληστείες, τα παραποιημένα έγγραφα, οι τολμηρές αποδράσεις, η μοναξιά του φυγόδικου, τα βασανιστήρια, οι ομολογίες των μετανιωμένων, οι δεύτερες σκέψεις, οι στιγμιαίοι έρωτες, τα περιστασιακά θύματα, το τέλος του εθισμού στο αλκοόλ και η φυλάκιση.
Όλα περιγραφόμενα και αφηγημένα με μια γραφή που, το καταλαβαίνουμε πολύ νωρίς στην πορεία της ανάγνωσης, είναι την ίδια στιγμή οδυνηρή και απελευθερωτική.

Η αντιπαράθεση, η σύγκριση μεταξύ των δύο κοινωνιών, εκείνης της αστικής από την οποία η συγγραφέας σταδιακά απομακρύνεται και εκείνης της ανταγωνιστικής και προλεταριακής που προσεγγίζει και στην οποίο ενώνεται χωρίς να εξαρτάται από αυτήν, φαίνεται να μην έχει νικητές, αν και η πρώτη φαίνεται να διατηρεί μια πιο υψηλή διανοητική ικανότητα σε σύγκριση με τη δεύτερη.
Αλλά, προφανώς, αυτή η διανοητική υπεροχή δεν μπορούσε να είναι αρκετή για τη σωματικότητα της πρωταγωνίστριας. Σωματικότητα της αναζήτησης για μια πλήρη και ποτέ πλήρως ικανοποιούμενη ζωή, που κληρονόμησε από τη μητέρα που τόσο θαύμαζε όσο διφορούμενα αγαπούσε, η οποία συνοδεύεται από αναζήτηση ηθικής και κοινωνικής δέσμευσης-στράτευσης που όμως, από όταν ήταν ακόμη νεαρή, η συγγραφέας δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει πλήρως ούτε στην φιγούρα του πατέρα, που αγαπούσε με τη σειρά του, αλλά θεωρούσε θύμα μεγάλο στις ιδιοτροπίες της συζύγου, ούτε στους παλαιότερους εραστές (στους οποίους φαίνεται να αναζητά έμμεσα μια υποκατάστατη πατρική φιγούρα ) και ακόμη λιγότερο στην πολιτική και μαχόμενη οργάνωση στην οποία βρίσκεται στρατευμένη.

Ένα ταξίδι στην αμφιβολία στο οποίο η μόνη αλήθεια, έτοιμη να εκραγεί στις τελευταίες σελίδες, είναι εκείνη πως «αυτή είναι ήδη η ζωή [μου]» και ότι δεν θα υπάρχει πλέον ο χρόνος ούτε η ευκαιρία να διορθωθούν οι επιλογές, οι δρόμοι και τα προηγούμενα σφάλματα.
Με αυτό τον τρόπο η συγγραφέας, αντί να απομακρυνθεί από τους αναγνώστες της, καταλήγει να πλησιάζει σε καθέναν από αυτούς, καταφέρνοντας να κάνει αυτό να είναι ένα από τα πιο εγκάρδια και ειλικρινή βιβλία επάνω σε μια εποχή που, όπως η συγγραφέας συνεχίζει να επιβεβαιώνει σχετικά με το δικό της παρελθόν, θα χρειαζόταν αργά ή γρήγορα να ξεπεραστεί χωρίς αναγκαστικά να καταργείται εντελώς. Προκειμένου να μπορέσουμε επιτέλους να στρέψουμε το βλέμμα γεμάτο ακόμη προσδοκίες για το αβέβαιο μέλλον που έτσι κι αλλιώς μας περιμένει.

https://www.carmillaonline.com/2018/05/10/il-grande-perche/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

BOLOGNA, 25 AΠΡΙΛΙΟΥ: Ο ROGER WATERS (ΠΡΩΗΝ PINK FLOYD) ΣΕ ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Καλή μουσική και καλή πολιτική καθώς και όμορφες εικόνες (τις βρίσκετε στην ουρά). Ο Luca Cumbo – με την έγκριση και λίγο φθόνο της La Bottega del Barbieri – πήγε να δει τη συναυλία του Roger Waters στο Casalecchio di Reno, Bologna.

Ο Roger Waters υπήρξε μπασίστας και συνιδρυτής των Pink Floyd, θρυλικού μουσικού συγκροτήματος που γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο στη χρυσή εποχή της λεγόμενης «ψυχεδέλειας» που είναι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60. Ο Waters ήταν επίσης δημιουργός των περισσότερων στίχων των τραγουδιών των Pink Floyd, καθώς και των μουσικών, μετά τη θλιβερή έξοδο από την ομάδα του Syd Barrett που συνδέεται με προβλήματα κατάχρησης παραισθησιογόνων ουσιών που πιθανώς επιδείνωσαν μια λανθάνουσα ψυχική δυσφορία.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, το αντιμιλιταριστικό θέμα στα κείμενα του Waters γίνεται αμέσως σαφές: ο δεκανέας Clegg (στο Saucerful of Secrets, 1968), αν και με τον ειρωνικό και σουρεαλιστικό τόνο χαρακτηριστικό της εποχής, μιλά για την ιστορία του δεκανέα Clegg που «κερδίζει» στον πόλεμο ένα ξύλινο πόδι ως ανταμοιβή της θυσίας του προς τιμήν της βασίλισσας («clegg» θα μπορούσε να είναι ένα παιχνίδι με τις λέξεις που ανακαλεί στη μνήμη τις έννοιες «tafano, σπασαρχίδης» και «τεχνητό πόδι»).

Εδώ το κείμενο με μετάφραση και video:

https://www.antiwarsongs.org/canzone.php?id=2364&lang=it

Ο πατέρας του Waters πέθανε στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των μαχών κατά των ναζιστικών-φασιστικών στρατευμάτων μετά την απόβαση των συμμάχων στο Anzio το 1944. Και ο Waters γνωρίζει καλά την ιταλική αντίσταση. Επίσης για αυτό το λόγο τα κείμενα κατά του πολέμου και εναντίον του φασισμού υπήρχαν πάντα στα έργα του μουσικού, τόσο κατά την εμπειρία με τους Pink Floyd όσο και κατά την ατομική καριέρα.

Στη δεκαετία του ’70 – και ειδικότερα με το The Dark Side of the Moon (1973) – ο Waters αρχίζει να υπογράφει κείμενα που καταγγέλλουν την αλλοτρίωση που παράγει η σύγχρονη καπιταλιστική αγγλική κοινωνία, τη δουλεία μπροστά στο χρόνο (Time), στα χρήματα (Money) που οδηγεί στην εξαθλίωση και την απανθρωπιά και, ως εκ τούτου, στην τρέλα (Brain Damage). Περνούν μερικά χρόνια και στο Welcome to the Machine, που έχει ληφθεί από το άλμπουμ «Wish You Here» (1975) που δεν είναι τυχαίο πως είναι αφιερωμένο στον Syd Barrett, ο άνθρωπος περιγράφεται ως αυτόματο, σκλάβος σε μια τεχνολογία στην υπηρεσία της εξουσίας.

Είναι με το άλμπουμ Animals (1977), εντυπωσιακό και θαρραλέο, μακρινό χιλιάδες έτη φωτός από τη σύγχρονη πανκ μόδα, που ο Waters εξευγενίζει και καθιστά σαφείς στα κείμενα του τους φιλιππικούς ενάντια στην εξουσία αλλά και εναντίον των μαζών που πάσχουν, υποφέρουν παθητικά χωρίς να εξεγείρονται. Το Animals είναι ένα σκοτεινό, ανήσυχο, απειλητικό, αγχωτικό άλμπουμ, μακρά κομμάτια (από 10 έως 17 λεπτά αν εξαιρεθούν οι δύο πολύ σύντομες μπαλάντες στην αρχή και το κλείσιμο του άλμπουμ) που δεν αφήνουν διαδρομές διαφυγής, αλλά παραδίδονται στη ροή της μουσικής, στις ξαφνικές επιταχύνσεις και στις αιφνίδιες πτώσεις, θα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι το Animals είναι ένα αριστούργημα.

Οι στίχοι, χαλαρά εμπνευσμένοι από την Φάρμα των ζώων, La Fattoria degli animali του George Orwell, χωρίζουν την ανθρωπότητα σε τρία μακρά κομμάτια / κατηγορίες: σκύλους (Dogs), γουρούνια (Pigs, Three different ones), πρόβατα (Sheep).

Εδώ το περίφημο εξώφυλλο με τον ιπτάμενο χοίρο ανάμεσα στις καμινάδες του ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού Battersea Power Station του Λονδίνου:

Μετά το Animals είναι η σειρά του διπλού The Wall (1979) μαζί με το ομώνυμο film του Alan Parker (του 1982, που παρουσιάστηκε στο 35° festival di Cannes, των Κανών) να αναλάβει πιο ρητά το αντιμιλιταριστικό θέμα, υπάρχουν επίσης αυτοβιογραφικές αναφορές για το θάνατο του πατέρα του Waters, όπως στο κομμάτι When the tigers broke free: https://www.youtube.com/watch?v=E_5DRKZI1Ow

Το The Final Cut (1983) – τελευταίο album του Waters με τους Pink Floyd – παρουσιάζεται ως το “requiem del sogno del dopoguerra, ρέκβιεμ του μεταπολεμικού ονείρου” . Στο τραγούδι με το οποίο ξεκινά The Post War Dream δέχεται μετωπική επίθεση η “Maggie” Margaret Thatcher για τις κοινωνικές πολιτικές της και για τον πόλεμο στα νησιά Falkland/Malvinas (1982): What have we done Maggie what have we done

What have we done to England

Should we shout should we scream

What happened to the post war dream?

Αυτή η μακρά εισαγωγή, για την οποία ζητούμε συγγνώμη από τους μη οπαδούς, αυτούς που δεν είναι παθιασμένοι με τον καλλιτέχνη, πριν μιλήσουμε για την συναυλία αυτή καθεαυτήν, ήταν απαραίτητη για να πούμε ότι ένα θέαμα του Roger Waters δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό συμβάν, αλλά ένα πολιτικό γεγονός. Η παγκόσμια περιοδεία του Waters αγγίζει όλες τις ηπείρους με εκατοντάδες ημερομηνίες και εκατομμύρια θεατές. Όλα τα ραντεβού συνοδεύονται πάντοτε, σε κάθε στάδιο, από πολλές συνεντεύξεις στις οποίες ο Waters μιλά περισσότερο για πολιτική απ ‘ό, τι για μουσική.

Ο Waters καταγγέλλει εδώ και καιρό την δουλικότητα των δυτικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, αποκαλώντας τα «μέσα προπαγάνδας για πόλεμο». Οι συναυλίες του πρώην-Pink Floyd είναι μαζικά φαινόμενα, με γεμάτα γήπεδα ποδοσφαίρου, εκατομμύρια συμμετέχοντες, ένα πολύ διαφορετικό ακροατήριο στο οποίο δυνητικά εν μέρει ποτέ δεν έφτασαν πληροφορίες και ιδέες σε αντίθεση με την κυρίαρχη λογοτεχνία (αφήγηση, αν προτιμάτε, ή »μοναδική σκέψη», διαλέξτε εσείς).

Έτσι ο Waters χρησιμοποιεί τις συναυλίες του για να προσπαθήσει να τονώσει μια πληροφόρηση διαφορετική: το leit motiv της περιοδείας είναι «RESIST», το οποίο εμφανίζεται συχνά στις μεγάλες οθόνες, στα μπλουζάκια τoυ χορού, στα χαρτάκια με τα σημειώματα που ρίχνονται στο κοινό. Αντίσταση στον πόλεμο, στις κυβερνήσεις, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αντίσταση στον Trump, την Theresa May, τον Μπερλουσκόνι και τον Σαλβίνι, όλοι χαστουκίζονται σε πλάνα που τρέχουν με βίντεο προς το κοινό που είναι παρόν.

Ο Waters μιλά για τους μετανάστες, μιλά για υποδοχή, καλωσόρισμα, για νέα (παλιά) – αποικιοκρατία. Το μεταπολεμικό όνειρο είναι στην πραγματικότητα ένας εφιάλτης, ο δυτικός πατιναρισμένος κόσμος είναι ένα reality show από το οποίο πρέπει να ξυπνήσουμε, ενώ εκείνοι που είναι ήδη αφυπνισμένοι πρέπει να αντισταθούν.

Ο Waters παίρνει αυτό το καθήκον πολύ σοβαρά με τίμημα να γίνει δυσάρεστος και να οδηγηθεί ενάντια στους ίδιους τους οπαδούς του. Στα αμερικανικά ραντεβού της περιοδείας υπήρχαν στιγμές που ορισμένοι θεατές, υποστηρικτές του Trump, εγκατέλειψαν τη συναυλία πριν από το τέλος.

Ερωτηθείς για το θέμα, ο Waters έστειλε όντως εκείνους τους (φερόμενους) fans από εκεί που ήρθαν, ισχυριζόμενος ότι όσοι δεν θέλουν να τον ακούν να μιλά για πολιτική, πρέπει να πάνε στις συναυλίες της Katy Perry και όχι στις δικές του.

Εδώ μια από τις σχετικές συνεντεύξεις του όπως και οι δηλώσεις υπέρ του BDS Movement:

https://www.youtube.com/watch?v=5WYa-pNhxmQ

Κατά τη διάρκεια της συναυλίας στη Μπολόνια ήταν ενδιαφέρον να ακούσει κανείς τα σχόλια του κοινού, να βρεθεί δίπλα-δίπλα με υποστηριχτές της λίγκας του βορρά, της forza nuova, κλπ, πολλοί φυσικά έδειξαν αδιαφορία συνεχίζοντας να καταγράφουν τα πάντα με τα γαμημένα τηλέφωνά τους (μα τι νόημα έχει να πληρώνεις για μια συναυλία και στη συνέχεια να παρακολουθείς όλα μέσω του τηλεφώνου αντί να τhn απολαμβάνεις;) αλλά άλλοι καταλήφθησαν από αμφιβολία, συζητούσαν, ρωτούσαν και αναρωτιόντουσαν. Ποιος ξέρει.

Ο Waters επικεντρώνει την συναυλία στην αναβίωση των Animals, στην περίφημη σκηνογραφία φτιαγμένη με τεράστια ιπτάμενα και γεμάτα τατουάζ γουρούνια με το σύμβολο του δολαρίου και το πρόσωπο του Trump, με τις σκηνικές χορογραφίες που σχετίζεται με τον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό Battersea, καθώς και κάποια άλλα αποσπάσματα από το τελευταίο σόλο άλμπουμ του Is this the life we really want? (2017). Φυσικά δεν λείπουν κομμάτια παρμένα από το The Dark Side oh the Moon και to The Wall. Αλλοτρίωση και πόλεμος, αν πέσουμε στην πρώτη να που έρχεται ο δεύτερος, γι αυτό πρέπει να ξυπνήσουμε, να αντισταθούμε και να αγωνιστούμε.

Ίσως λόγω της καυτής ζέστης του κλειστού γηπέδου του Casalecchio που κάνει τον μουσικό να φαίνεται λίγο κουρασμένος, ίσως και για την ηλικία του (ο Waters κλείνει τα 75 τον σεπτέμβριο) ο μπασίστας παίζει λίγο ο ίδιος αφήνοντας αρκετό χώρο για τους άλλους μουσικούς στη σκηνή , αλλά σε κάποιο σημείο εκπλήσσει τους πάντες παίρνοντας μια ηλεκτρική κιθάρα (σίγουρα όχι το όργανο του) και ρίχνοντας τον εαυτό του σε ένα σόλο που τραβήχτηκε από ένα τραγούδι του τελευταίου άλμπουμ. Αστειεύτηκε με αυτό και ευχαρίστησε τον νεαρότερο Jonathan Wilson, αμερικανό κιθαρίστα μέλος του συγκροτήματος, που του έμαθε να παίζει την κιθάρα σαν σολίστ.

Η συναυλία ανοίγει με το κλασικό Breathe που τραβήχτηκε από το The Dark Side of the Moon: πιο κατάλληλη εισαγωγή δεν μπορούσε να υπάρξει. Αμέσως μετά να η chicca One of these days (που λήφθηκε από το Meddle του 1971), το παλιότερο από τα τραγούδια των Floyd που εκτελέστηκαν. Τότε είναι η σειρά του The Great Gig in the sky (και πάλι από τo Dark Side) με μια διπλή θηλυκή φωνή στη θέση της μοναδικής σόλο φωνής του original, αμφισβητήσιμη επιλογή στην επιτυχία της ερμηνείας, αλλά καλύτερη από άλλες τραγικές εκδόσεις που ακούστηκαν στο παρελθόν και στις ίδιες περιοδείες των Pink Floyd για να ολοκληρωθεί η ιστορική περίοδος. Ακολούθησε το κλασσικό Welcome To The Machine (σπάνια παιγμένο ζωντανά τα τελευταία 40 χρόνια) και τρία τραγούδια από την τελευταία δουλειά Είναι αυτή η ζωή που πραγματικά θέλουμε; Is This the Life We Really Want? που συνάδουν με το πλαίσιο μιας και μοιάζουν πολύ με αποκόμματα που ανασυντάχθηκαν από τα παλιά τραγούδια των Floyd.  Στη συνέχεια, το αναπόφευκτο κερασάκι στην τούρτα Wish You Were Here (από το ομώνυμο άλμπουμ) για το σύνθετο κοινό και το αναπόφευκτο Another Brick in the Wal (προφανώς από το The Wall ) που υποδέχεται στη σκηνή έναν πολυεθνικό χορό των ευλόγως ενθουσιασμένων παιδιών που προέρχονται από το Antoniano της Μπολόνια. Όλα τα τραγούδια από το ρεπερτόριο των Pink Floyd προτείνονται με σεβασμό στη μουσική φιλοσοφία τους. Οι ήχοι είναι εκείνοι οι σωστοί, στα όργανα της σκηνής περιλαμβάνονται τόσο τα ιστορικά όργανο Hammond και αναλογικά συνθεσάϊζερ, όσο η ηλεκτρονική ενορχήστρωση που είναι απαραίτητη για μια πειστική ζωντανή απόδοση της μουσικής ατμόσφαιρας των Pink FloydΗ μόνη εξαίρεση ήταν το Welcome to the Machine, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, η επανερμηνεία του οποίου, με κάποιες σκόπιμες στρεβλώσεις στο κεντρικό μέρος, δεν έπεισε τον γράφοντα: όχι τόσο για την παραμόρφωση από μόνη της – αυτή ήταν η αρχή σχεδόν όλων των τραγουδιών στις ζωντανές εμφανίσεις των Pink Floyd (τουλάχιστον μέχρι την περιοδεία του The Wall) – αλλά επειδή είναι καταναγκαστική, δεν ρέει, σαν να ήθελε να την αλλάξει με κάθε κόστος χωρίς μια συγκεκριμένη ιδέα στο ξεκίνημα.

Αντιθέτως οι εκτελέσεις των δύο μεγάλων κομματιών που λαμβάνονται από τα Animals: Dogs and Pigs (Three different ones), είναι υπέροχες, μαζί μισή ώρα μουσικής όπου όλα φαίνονται στο σωστό μέρος, μίξη, φωνητικά, ρυθμικές και σόλο κιθάρες από τους εξαιρετικούς Dave Kilminster, Jonathan Wilson, το μπάσο του Gus Seyffert, το όργανο και τα synths του Bo Koster και του Jon Carin, τα ντραμς του Joey Waronker, όλοι τέλειοι χωρίς περιττά στολίδια εδώ όπως και στην υπόλοιπη σύνθεση της συναυλίας.

Κρίμα που δεν προβλέπονταν το Sheep, η άλλη εξαιρετική suite από το Animals.

Ανάμεσα στο ένα τραγούδι και το  άλλο ο Waters δεν ξέχασε να καταδικάσει και αυτή την φορά το Ισραήλ για το apartheid που έχει επιβάλει στους παλαιστίνιους και θύμισε τον Vittorio Arrigoni: “Να παραμείνουμε ανθρώπινοι” επαναλαμβάνει πολλές φορές. Ο Waters αρνήθηκε πολλές φορές να εμφανιστεί στο Ισραήλ, συμμετέχει επίσημα στην εκστρατεία  BDS-Boycott, Divestment and Sanctions, προσκαλώντας τους μουσικούς συναδέλφους του να κάνουν το ίδιο και ασκώντας κριτική σε εκείνους που δεν το έκαναν (τον ιούλιο του 2017 ο Waters κάλεσε, δίχως να εισακουστεί, τον Tom Yorke και τους Radiohead να μην παίξουν στο Tel Aviv). Μα δεν τελειώνει εδώ: ο Waters επιτέθηκε στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ για τον πόλεμο στη Συρία, κατηγόρησε τα αποκαλούμενα Λευκά Κράνη (White Helmets, δήθεν ΜΚΟ πολιτικής προστασίας της Συρίας) ως μια ψεύτικη ανθρωπιστική οργάνωση και προκάλυμμα των σχηματισμών τζιχάντ. Κατά το ραντεβού της Βαρκελώνης ήταν ακόμη πιο σαφής

https://www.youtube.com/watch?v=0Wh1ppnkSag

Μετά το μέρος της συναυλίας που αφιερώνεται στα Animals, ένα άλλο ζευγάρι κλασικών (Money και στη συνέχεια Us and Them που δίνει το όνομα στην περιοδεία), στη συνέχεια Smell the roses που λαμβάνεται από το τελευταίο σόλο έργο του Waters και το μεγάλο φινάλε με το ζευγάρι Brain Damage / Eclipse , που αντιστοιχούν και στο κλείσιμο του The Dark Side of the Moon, όλα συνοδευόμενα από μια τεράστια πυραμίδα λέιζερ τρυπημένη από ένα ουράνιο τόξο χρωμάτων για να ανακαλέσει το διάσημο εξώφυλλο του άλμπουμ.

Καταλήγοντας, μετά το αναπόφευκτο Confortably Numb και το μπιζάρισμα με τo Μother που είναι παρμένα από το The Wall, ο Roger Waters παίρνει από το ακροατήριο κάτω από την σκηνή μια σημαία της Εθνικής Ένωσης Ιταλικών Παρτιζάνων, την σηκώνει προς το κοινό ως ένδειξη σεβασμού, την φιλάει, τη βάζει γύρω στο λαιμό του και αποτραβιέται.

Le fotografie sono di, Οι φωτογραφίες είναι του Ennio Cerami

http://www.labottegadelbarbieri.org/bologna-25-aprile-roger-waters-ex-pink-floyd-in-concerto/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Πορτραίτο του νεαρού επαναστάτη – Ritratto del rivoluzionario da giovane

Stampa

 

40517

Στις αίθουσες από τις 5 απριλίου, σε σκηνοθεσία του Raoul Peck, The Young Karl Marx, Ο Νεαρός Κάρλ Μάρξ, πολιτική-πνευματική βιογραφία σε εικόνες του γερμανού επαναστάτη και φιλόσοφου.

Ritratto del rivoluzionario da giovane Πορτραίτο του επαναστάτη όταν ήταν νεαρός

Πρώτη ακολουθία: η ταινία ανοίγει σε ένα παρθένο δάσος. Μετά από μερικά πλάνα αναδύονται χέρια, μετά σώματα και πρόσωπα ανθρώπων που μαζεύουν ξύλα. Το πλάνο του χεριού που αρπάζει το ξύλο φαίνεται να κινηματογραφεί την αυγή του είδους αλλά είναι πράγματι η αυγή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Η φωνή αποκαλύπτει αποσπάσματα από τα πρώτα κείμενα που δημοσίευσε ο νεαρός Μαρξ, εκείνο σχετικά με τον νόμο κατά της κλοπής ξύλου. Είναι τα πρώτα βήματα της κριτικής του αστικού δικαίου.

-stacco-

Δεύτερη ακολουθία: πλάνα από τις στέγες που καπνίζουν μιας πολύ μοντέρνας (για την εποχή, βρισκόμαστε στο μισό του 19ου αιώνα) βιομηχανικής πόλης. Μια επισκόπηση που πηγαίνει προς τα κάτω δείχνει τον κόσμο που συνωστίζεται και κινείται κάτω από αυτές τις στέγες: το σημερινό βιομηχανικό προλεταριάτο. Στη συνέχεια αναλαμβάνει δράση το κυρίως πιάτο: οι μηχανές είναι σταματημένες, βρίσκεται σε εξέλιξη μια απεργία επειδή μια εργάτρια τραυματίστηκε στην ώρα της δουλειάς. Μπροστά στα πρώτα σημάδια της συλλογικής εξέγερσης το αφεντικό διαιρεί και τιμωρεί. Η εξέγερση έχει δαμαστεί, γι αυτή τη φορά …

Σίγουρα, η νέα ταινία του Raoul Peck (γόνιμος σκηνοθέτης αφρο-καραϊβικής καταγωγής, του οποίου θυμόμαστε το ντοκιμαντέρ / πολιτικό δοκίμιο για τον αφρο-αμερικανό συγγραφέα James Baldwin “I’m not your Negro”, «Δεν είμαι ο νέγρος σου») δεν είναι μια biopic όπως οποιαδήποτε άλλη. Οι πρώτες κουβέντες δεν προορίζονται να παρουσιάσουν τους χαρακτήρες μιας ιστορίας, και βασικά ούτε καν το πλαίσιο αυτής, αλλά δύο ιδανικές τυπικές στιγμές της ταξικής πάλης. 1) το φράξιμο των commons, των κοινών και 2) την εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην συγκεκριμένη ιστορική μορφή του μεγάλου εργοστασίου στο Μάντσεστερ.

Πιστή στο κείμενο των μάρξ και ένγκελς, η ανάγνωση της εικόνας ήδη υποδηλώνει μια ιστορική και πολιτική ερμηνεία των δυνατοτήτων της επανάστασης που έρχεται: στον προ-καπιταλιστικό κόσμο οι κυριαρχούμενοι έχουν ελάχιστες πιθανότητες να κερδίσουν τους καταπιεστές τους, στην καπιταλιστική και τη βιομηχανική κοινωνία, αν και υποβάλλονται στις χειρότερες συνθήκες εργασίας και ζωής, αυτοί βρίσκονται στο επίκεντρο, στην καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας και μπορούν να την νικήσουν με την απόρριψη.

Schermata del 2018 04 04 13 53 45

 

Όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης σε μια συνέντευξη – και όπως πολύ καλά εμφανίζεται στη διάρκεια της ταινίας – εάν η έμφαση δίνεται αμέσως από τον τίτλο ακριβώς στην ιστορική, πνευματική και πολιτική εικόνα του Μαρξ, η πολιτική μετάφραση θα προκύψει από τη συνάντηση με τον ανυπόφορο γιο της θριαμβευτικής βιομηχανικής μπουρζουαζίας Friedrich Engels. Εάν το μεγαλείο και η φιλοσοφική συνοχή είναι όλα του Μαρξ, η συμβολή της υλικής γνώσης στις συνθήκες εργασίας της εργατικής τάξης θα προέλθει από τον Ένγκελς. Ο Μαρξ φέρνει τη μέθοδο, ο Ένγκελς, την υλική γνώση των δύο πόλων στους οποίους χωρίζεται η κοινωνία: η μεγάλη βιομηχανική αστική τάξη και το προλεταριάτο που της αντιτίθεται. Ο Marx είναι η φιλοσοφία, ο Engels η έρευνα. Αν και ο τίτλος επικεντρώνεται στον Moro του Treviri, [o Mελαχρινός απ’ το Treviri της Γερμανίας] η φιγούρα του Engels είναι εξίσου κεντρική: σημαντική επιλογή αφήγησης, η οποία απομακρύνει, ελευθερώνει την εικόνα του συγγραφέα σημαντικών βιβλίων όπως Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία ή αυτού που έρχεται αργότερα Η προέλευση της οικογένειας , της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του Κράτους από την ξεχασμένη κατάσταση στην οποία την παρέδωσε μια κάποια, μια συγκεκριμένη σύγχρονη ανάγνωση. Όπου το σημαντικό δεν είναι να δώσουμε πάλι στον Ένγκελς αυτό που είναι του Ένγκελς όσο το να υπογραμμίσουμε τη δύναμη μιας συνάντησης, καθώς και των πολλών άλλων που υπενθυμίζονται εκ νέου στην ταινία.

Schermata 2018 04 04 alle 17.38.50

Συναντήσεις … και συγκρούσεις! Η ιστορία της προέλευσης του κομμουνιστικού κινήματος είναι επίσης μια ιστορία διαιρέσεων, τραυματισμών και απομακρύνσεων. Μία από τις πιο επιτυχημένες ακολουθίες της ταινίας είναι εκείνη στην οποία γίνεται λόγος για την ρήξη ανάμεσα στους Μαρξ, Ένγκελς και των ακολούθων τους με την παλιά φρουρά της Ένωσης των Δικαίων, που μετονομάστηκε από αυτούς, με ένα αποφασιστικό χτύπημα σαν πραξικόπημα, σε League of Communists, Ένωση των Κομουνιστών. Η δεξιότητα και η απλότητα με την οποία η ιστορία τίθεται σε εικόνες δεν μπορεί να μην εντυπωσιάσει όποιον είχε την καλή τύχη να συμμετάσχει σε ένα κίνημα ή έναν αγώνα κάποιας σημασίας, έχοντας πάρει μέρος σε αυτό. Μέσα σε λίγα πλάνα ο Peck δείχνει την ένταση που διαπερνά και διασχίζει το ακροατήριο, τις ματιές συμφωνίας μεταξύ εκείνων που θέλουν να αλλάξουν έναν τρόπο δράσης που επαναλαμβάνεται, αναπαράγεται πάντα ο ίδιος και να επιταχύνουν τις διαδικασίες, τα σφυρίγματα περιφρόνησης και τις κραυγές υποστήριξης.  Εδώ η σκηνή αναλαμβάνει ένα μπρεχτικό άγγιγμα. Ο θεατής είναι από την αρχή ταυτισμένος με τους ήρωες της ιστορίας αλλά καλείται ως θεατής της συζήτησης, δίπλα στους συμμετέχοντες στη συνέλευση. Ένας εκπρόσωπος της παλιάς φρουράς σηκώνεται όρθιος και φωνάζει στο σκάνδαλο «είναι ένα πραξικόπημα!» αλλά οι νεαροί επαναστάτες έχουν το πάνω χέρι και δίνουν ότι καλύτερο έχουν παραδίδοντας στο παρελθόν τον αναποτελεσματικό τρόπο δράσης των ουτοπικών σοσιαλιστών. Μια νέα ιστορία αρχίζει από μια αυθεντική ρήξη και από ένα κείμενο που θα δώσει φωνή στις νέες απαιτήσεις, το Μανιφέστο του κομουνιστικού Κόμματος.

Η όλη ταινία επικεντρώνεται ρητά στις στιγμές που δημιουργούνται ρήξεις και νέες εξελίξεις. Στο φόντο των χρόνων ’40 του 19ου αιώνα – τα οποία σύντομα θα ανθίσουν στο ευρωπαϊκό ’48 (η ταινία μας θυμίζει ότι οι κινήσεις θα εκραγούν ακριβώς ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του Μανιφέστου) – ακολουθούμε όλες τις κριτικές περιπέτειες του νεαρού Μαρξ: κατά των νεαρών χεγκελιανών που έχουν σταματήσει στην κριτική-κριτική, εναντίον του φιλόσοφου της φτώχειας Προυντόν, ενάντια σε μια Ένωση των δίκαιων που εξακολουθεί να πιστεύει, ασυγχώρητη αφέλεια, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Ο Μαρξ που απεικονίζεται εδώ είναι ένας Μαρξ μακριά από τον μνημειαλισμό, την μνημειοποίηση, monumentalismo, όπου μια συγκεκριμένη ιστορία τον έχει βαλσαμώσει. Η αφήγηση του Peck μας δείχνει τα πρώτα βήματα ενός νεαρού, ανήσυχου, υπερ-σύγχρονου, που δεν σέβεται την εξουσία, τις αρχές (ακόμη και εκείνη των ευγενών πατέρων του κινήματος), ο οποίος επικρίνει τις βεβαιότητες που αποκτήθηκαν και τις αφηρημένες θεωρίες.  

Schermata del 2018 04 04 16 28 44

Ιδιαίτερη προσοχή αφιερώνεται στην φυσιογνωμία των χαρακτήρων, με τις ιδιορρυθμίες τους, τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες (η ταινία είναι πιο αξιόλογη στη γλώσσα του πρωτοτύπου, διότι επιστρέφει τον πλούτο στους τόνους και την αυθεντικά κοσμοπολίτικη διάσταση των επαναστατών της εποχής). Η εκπροσώπηση του Προυντόν, για παράδειγμα, είναι άκρως αποτελεσματική, και όχι μόνο επειδή είναι πολύ κοντά στις παραστάσεις που έχουμε γι αυτόν (σε ένα πλάνο παρατηρούμε ακόμη και τον ζωγράφο Courbet – εκείνον που θα καταδικαστεί πως υποκίνησε τους εξεγερμένους ανθρώπους της Κομούνας να ρίξουν κάτω την Colonna Vendôme – να φτιάχνει ζωντανά το πορτρέτο του), αλλά και για τους επαρχιώτικους τρόπους και για την λαϊκίστικη ρητορική. Πολλά πλάνα της ταινίας δείχνουν την αμηχανία και την κρυάδα στο βλέμμα του νεαρού Μαρξ να παρατηρεί με απόσπαση και ειρωνεία την πομπώδη ρητορική των συνοδοιπόρων του από τους οποίους είναι έτοιμος να διαχωριστεί. Είναι η τελική απόφαση-κρίση του νεαρού κομμουνισμού, ( «επιστημονικού», όπως υπενθυμίζεται αργότερα, αλλά θα μπορούσε να είναι πιο σκόπιμο να τον επαναπροσδιορίσουμε σήμερα ως πολιτικό), επί της παλιάς ουτοπικής και ανθρωπιστικής προέλευσης.

Η όλη ταινία μπορεί επίσης να ειδωθεί ως ένα ακριβές και πλούσιο οπτικό δοκίμιο για την ιστορία και τον πολιτισμό: εάν με την πρώτη ματιά, επιφανειακή, μπορεί να μην φαίνεται πολύ διαφορετική από τις πολλές βιογραφικές και ιστορικές ταινίες που γεμίζουν με κανονικότητα τις οθόνες, η διαφορά είναι εδώ στην λεπτομέρεια και στην ποικιλία των πηγών από τις οποίες καρπώνεται η εικόνα: η ρεαλιστική ζωγραφική (όχι μόνο από τον Courbet, αλλά και από ορισμένους καλλιτέχνες του βόρειου τοπίου, όπως στην τελική συζήτηση μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών), η εκκολαπτόμενη φωτογραφία που τα χρόνια αυτά άρχισε να τεκμηριώνει τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου των μεγάλων αστικών κέντρων (καθώς και εκείνες της αστικής μπουρζουαζίας), η γερμανική ζωγραφική των Dürer και των Brugel (δείτε την αρχική σκηνή του αριστοκρατικού κυνηγιού σε αυτούς που μαζεύουν ξυλεία).

Schermata 2018 04 04 alle 17.53.26

Μια σημείωση της αξίας πηγαίνει επίσης στη φροντίδα του σεναρίου και των διαλόγων. Αν είναι αλήθεια ότι μια ταινία είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη του σκηνοθέτη, είναι επίσης αλήθεια ότι υπάρχουν συμβολές που ακούγονται, που γίνονται αισθητές. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να παραλείψουμε να αναφέρουμε τη συμβολή στους διαλόγους και τη δραματουργική γραφή του Pascal Bonitzer, όχι μόνο σκηνοθέτη αλλά και σεναριογράφου μερικών από τους σημαντικότερους γάλλους σκηνοθέτες των τελευταίων σαράντα ετών. Ήταν πάνω απ ‘όλα ένας από τους πιο οξυδερκείς θεωρητικούς, μέσα στη μανία της δεκαετίας του ’70, των βασανιστικών και προβληματικών σχέσεων μεταξύ Τεχνικής και Ιδεολογίας, δηλαδή των ιδεολογικών και υλικών προσδιορισμών που προεδρεύουν της οργάνωσης, του στησίματος και της κινηματογραφικής γραφής. Μια πολιτική συνειδητοποίηση της και επί της κινηματογραφικής τέχνης που είναι εμφανής σε αυτή την ταινία.

Μία τελευταία πτυχή που αξίζει να αναφερθεί για την κεντρική θέση που έχει στην διήγηση είναι αυτή που θα μπορούσαμε να ορίσουμε την πνευματική εργασία σαν επάγγελμα (επισφαλές). Πολλές σκηνές της ταινίας είναι αφιερωμένες να δείξουν τις οικονομικές δυσκολίες μέσα στις οποίες η οικογένεια Μαρξ αναγκάστηκε να κάνει τις δικές της επιλογές ζωής και στράτευσης. Εν ολίγοις, είμαστε μακριά από τις βιογραφίες που μας μιλούν για ηρωικές χειρονομίες θέλησης και σκέψης. Βλέπουμε τον Μαρξ και τη σύζυγό του που είναι ταραγμένοι, οι οποίοι κινδυνεύουν να εκδιωχθούν από το σπίτι, να τους γίνει έξωση, που έχουν λίγα για να φάνε, που κινδυνεύουν να αρρωστήσουν. Ο νεαρός Μαρξ πρέπει συχνά να αναβάλει το θεωρητικό έργο που αγαπάει τόσο πολύ για να κερδίσει το ψωμί του και να ζήσει την οικογένεια. (Και εδώ μετράται η απόσταση του από τους ουτοπιστές). Η δημιουργική διαδικασία της πολιτικής γραφής εμφανίζεται στις διάφορες φάσεις: συζήτηση, συγγραφή, συζήτηση, εκ νέου γράψιμο, εκτύπωση. Συλλογική εργασία που κλέβει τον ύπνο της νύχτας και καταναλώνει τα κεριά.

Schermata 2018 04 04 alle 17.31.37

Η μόνη κριτική που μπορεί να γίνει στην ταινία είναι ίσως η επιλογή της τελικής ακολουθίας, όπου ο σκηνοθέτης παίζει τη σίγουρη κάρτα του κλισέ, αλλά με πιο προσεκτικό έλεγχο η επιλογή αυτού που δείχνει είναι λιγότερο μπανάλ από ό, τι θα είχε την διάθεση να μας υπενθυμίσει. Όμως μας κάνει εντύπωση κυρίως η προτελευταία σκηνή, όπου το βλέμμα στην κάμερα μικρών αγοριών και κοριτσιών, ανδρών και γυναικών, ενσαρκώνει το γίγνεσθαι υποκείμενο του προλεταριάτου, ενώ η φωνή off αρθρώνει τα λόγια ενός incipit, μιας εναρκτήριας φράσης, γνωστής και όσο ποτέ άλλοτε τρέχουσας, σημερινής:

 

30122605 1462869690489532 300588097 o

 

Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού.

Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα:

ο πάπας και ο τσάρος, ο Μέτερνιχ κι ο Γκιζό, γάλλοι ριζοσπάστες και γερμανοί αστυνομικοί.

Είναι καιρός πια οι κομμουνιστές να εκθέσουν ανοιχτά μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τις αντιλήψεις τους, τους σκοπούς τους, τις επιδιώξεις τους

και ν’ αντιπαραθέσουν στο παραμύθι του κομμουνιστικού φαντάσματος

ένα μανιφέστο του ίδιου του κόμματος.

Η ιστορία κάθε κοινωνίας που υπήρξε μέχρι τώρα, είναι ιστορία των ταξικών αγώνων.

Όλη η κοινωνία ολοένα και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα,σε δύο μεγάλες τάξεις που αντιτίθενται άμεσα μεταξύ τους: την αστική τάξη και το προλεταριάτο.

 

Uno spettro s’aggira per l’Europa – lo spettro del comunismo.

Tutte le potenze della vecchia Europa si sono alleate

in una santa battuta di caccia contro questo spettro:

papa e zar, Metternich e Guizot,

radicali francesi e poliziotti tedeschi.

E` ormai tempo che i comunisti espongano apertamente

in faccia a tutto il mondo

il loro modo di vedere, i loro fini, le loro tendenze,

e che contrappongano alla favola dello spettro del comunismo

un manifesto del partito stesso

La storia di ogni società esistita fino a questo momento, è storia di lotte di classi.

L’intera società si va scindendo sempre più in due grandi campi nemici,

in due grandi classi direttamente contrapposte l’una all’altra: borghesia e proletariato.

 

8d61a233734660576744f8a3cb1cb1bae44fdc9f.1000

 

 https://www.infoaut.org/culture/ritratto-del-rivoluzionario-da-giovane
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνέβη ένα εξήντα οκτώ! – E’ successo un sessantotto!

του Sandro Moiso

Guido Viale, il 68, Interno 4 Edizioni 2018, pp. 328, € 22,00

Εδώ και λίγο καιρό βλέπουμε το βιβλίο αυτό στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όλα μοιάζουν να είναι έτοιμα να γιορτάσουν μέσα στο 2018 ένα ’68 κάλπικο του οποίου οι πρωταγωνιστές δεν φαίνονται πλέον να είναι οι εργάτες και οι νέοι, φοιτητές ή όχι, που το ταρακούνησαν αλλά μόνο οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς, οι εκπρόσωποι του Νόμου και της Κουλτούρας, άνδρες και γυναίκες καλοί για όλες τις εποχές, όλοι σημερινοί εκπρόσωποι του πολιτικού, πολιτιστικού και επικοινωνιακού establishment, με των οποίων βαρετές και κακοήθεις μαρτυρίες ορισμένα περιοδικά έχουν ήδη γεμίσει τις σελίδες αφιερωμένες στην τρέχουσα πεντηκοστή επέτειο ενός κινήματος που ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν και από τελείως διαφορετικές ακτές. Έτσι όπως έχει ήδη υπογραμμίσει ο Valerio Evangelisti τις τελευταίες ημέρες ακριβώς στην Carmilla.

Για το λόγο αυτό, η σημερινή τέταρτη έκδοση του κειμένου του Guido Viale «Το εξήντα οκτώ μεταξύ επανάστασης και αποκατάστασης-επαναφοράς», “Il sessantotto tra rivoluzione e restaurazione”, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1978 για τις εκδόσεις Mazzotta, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη και αναγκαία, δεδομένου ότι προστέθηκε στο ίδιο μια νέα εισαγωγή από τον συγγραφέα, 64 έγχρωμες σελίδες που αναπαράγουν φυλλάδια, αφίσες, δημοσιεύματα και βιβλία της εποχής εκτός από το βασικό μανιφέστο της φοιτητικής εξέγερσης «Ενάντια στο πανεπιστήμιο», “Contro l’università”, που γράφτηκε από τον Viale και δημοσιεύθηκε τον φεβρουάριο του ίδιου εκείνου έτους στις σελίδες του αριθ. 33 των Quaderni Piacentini. Ενώ για τους λάτρεις των γραφικών και της μνήμης υπάρχει και η εκτύπωση του μανιφέστου που διαδόθηκε από την Κόκκινη Βοήθεια, Soccorso Rosso, τα επόμενα χρόνια, για την υπεράσπιση του Pietro Valpreda και για την καταγγελία των τρομοκρατικών συνωμοτικών σχεδίων του Κράτους, που σχεδίασε ο Guido Crepax.

Ο Guido Viale (τάξη 1943) ζει επί του παρόντος στο Μιλάνο και μετά από τα χρόνια της στράτευσης του που αναφέρονται στη νέα εισαγωγή του στο κείμενο, εργάστηκε ως δάσκαλος, μεταφραστής, δημοσιογράφος, ερευνητής και σύμβουλος σε θέματα διαχείρισης αποβλήτων, περιβάλλοντος, αστικής κινητικότητας και των μεταναστών.
Όπως ο ίδιος λέει στην εισαγωγή, αυτή που αναδημοσιεύθηκε τώρα από τις Εκδόσεις Interno 4:

“ Είναι μια εργασία με την οποία προσπάθησα να «κάνω τον απολογισμό» για το νόημα και την έκταση εκείνων των αγώνων που πέρασαν, την ώρα ακριβώς που έπαιρνα άδεια, που αποχωρούσα από μια δεκαετή έντονη και αδιάκοπη στράτευση πρώτα στο φοιτητικό κίνημα, στη συνέχεια στην συνέλευση εργατών φοιτητών της Φίατ Mirafiori και τέλος στην ομάδα Lotta continua. Σε αυτό το βιβλίο προσπαθούσα να προβάλω τα περιεχόμενα που ήταν ακόμα ζωντανά από αυτά που εκείνα τα δέκα χρόνια στράτευσης μας είχαν διδάξει: υπήρξαν ένα είδος «πανεπιστημίου του δρόμου» από το οποίο όσοι δεν είχαν συμμετάσχει σε αυτό δεν θα μπορούσαν ποτέ ξανά να αντλήσουν τις διδασκαλίες που εμείς είχαμε πάρει, είχαμε συναγάγει. “1

Η πρόθεση από την πρώτη κιόλας έκδοση ήταν στην πραγματικότητα να κινηθεί προς μια κατεύθυνση αντίθετη προς τους δύο δρόμους που αναλήφθηκαν, μόλις δέκα χρόνια αργότερα, από τις εορταστικές εκδηλώσεις για εκείνο του έτος και οι οποίες βασικά είναι εκείνες που εξακολουθούν και σήμερα να ζωντανεύουν προθέσεις της κάλπικης πεντηκονταετίας για την οποίαν ήδη αναφερθήκαμε παραπάνω.

Από τη μία πλευρά τίθετο, και τίθεται και τώρα, ο τεράστιος, o εξαιρετικός χαρακτήρας εκείνων των χρόνων, με την πρόθεση να θεωρηθεί μυθικό το γεγονός τοποθετώντας το σε έναν υψηλό χώρο, με αποτέλεσμα πλέον να το καθιστά αφενός με αυτό τον τρόπο μη εφικτό, απλησίαστο, αφ ετέρου, ακόμη λιγότερο, αδύνατο να χρησιμοποιηθεί στο πολιτικό, κοινωνικό και συγκρουσιακό πλαίσιο και την συγκυρία που ήρθαν να ενεργοποιηθούν στις επόμενες δεκαετίες, τόσο ως κριτήριο και μέτρο σύγκρισης όσο και ως πρότυπο αναφοράς, κι ας είναι άξιο κριτικής και συζητήσιμο.

Από την άλλη πλευρά υπογραμμίζονταν η »τρομοκρατική» μετατόπιση εκείνου του κινήματος, καταλήγοντας με την ισοπέδωση όλων των αγώνων της δεκαετίας που ακολούθησε το 1968 σε σχέση με τις επιλογές που ανέλαβαν στη συνέχεια οι πολυάριθμοι πολιτικο-στρατιωτικοί σχηματισμοί που θα οδηγούσαν, που θα έδιναν ζωή στον ένοπλο αγώνα στην Ιταλία. Μια εμπειρία η οποία, είναι πάντοτε καλό να το θυμίζουμε, θα αποτελούσε, θα συνιστούσε την πιο πυρακτώδη μορφή της κοινωνικής σύγκρουσης στη δυτική Ευρώπη και είδε έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό εργατών, γυναικών και νεαρών να κατατάσσονται στις γραμμές της.

Η τρέχουσα πεντηκοστή επέτειος, η οποία με τη σειρά της διασταυρώνεται με τα σαράντα χρόνια από την απαγωγή του Moro που πραγματοποίησαν οι ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978, φαίνεται να τονίζει ξανά με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη δεύτερη πτυχή με δηλώσεις που αφήνουν έκπληξη, ειδικά για την επιφανειακή τους αντιμετώπιση και για την εγγενή και αποκλίνουσα ιστορική αρνητικότητα με την οποίαν αντιμετωπίζουν τις ευθύνες του Κράτους, και των στρατιωτικών και αστυνομικών του μηχανισμών καθώς και των κομματικών, στην επιδίωξη μιας αυθεντικής στρατηγικής τρόμου που ξεκίνησε από το φθινόπωρο του 1969 και από τη σφαγή της Piazza Fontana και μετά.

Αρκεί να αναφέρουμε, ως παράδειγμα αυτού, την πρόσφατη δήλωση του σημερινού πρωθυπουργού σε κατάσταση αναστολής ζωτικότητας που στις 16 μαρτίου του τρέχοντος έτους ανέφερε ότι η δράση των ερυθρών Ταξιαρχών πριν από σαράντα χρόνια αποτέλεσε «την πιο σοβαρή επίθεση ενάντια στη Δημοκρατία «.2 Μια δήλωση που από μόνη της αρκεί για να δείξει το ψεύδος του επιτηδευμένου αντιφασισμού, με μοναδικό σκοπό την εκλογική ευκολία, από τις κυβερνητικές δυνάμεις και την θεσμική «αριστερά» πριν την πρόσφατη πρόσκληση στις κάλπες.

Τόσο το κείμενο όσο και οι δύο συνεντεύξεις προς τον συγγραφέα, που το συνοδεύουν στο παράρτημα, εκφράζουν αντιθέτως

“έναν τρόπο αντιπαράθεσης σε εκείνες τις αντίθετες απόψεις τον ουσιαστικό πυρήνα μιας δυνατής ανάκαμψης του πνεύματος του ’68 μέσα σε ένα εντελώς μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και συγκυρία<. Με κάθε έννοια, και με όλες τις αισθήσεις, μια άλλη εποχή”.3

Σύμφωνα με τον Guido Viale, ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει την ουσία του ’68, το απόσταγμα αυτού ήταν ένα είδος παγκοσμιοποίησης των αγώνων σε διεθνές επίπεδο και από τα «χαμηλά» που άρχισε να ξεκινά, πάντα κατά τη γνώμη του συγγραφέα, από ένα ενοποιητικό χαρακτήρα σε παγκόσμιο επίπεδο:

“ο αγώνας ενάντια σε όλες τις ιεραρχίες, μέσα σε όλα τα θεσμικά όργανα που τις εδραιώνουν και τις νομιμοποιούν: οικογένεια, Πανεπιστήμιο, σχολείο, εργοστάσιο, δημόσια διοίκηση, νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων πολύ σημαντικών τότε των ψυχιατρικών), δικαστήρια, φυλακή, ένοπλες δυνάμεις, συνοικίες και αστικές δομές”4

Ο προβληματισμός ξεκίνησε από εκείνους που θα ήταν οι δύο κινητήριοι πόλοι της σύγκρουσης σε παγκόσμια κλίμακα: το εργοστάσιο και το σχολείο. Εδώ στην Ιταλία από τους πρώτους μήνες, ίσως ακόμη και πριν από εκείνο το έτος, μπήκαν στο προσκήνιο ορισμένοι βασικοί κόμβοι αυτής της οικονομικής έκρηξης για την οποίαν γίνονταν πολύς λόγος, αλλά που είχε στο κέντρο της μια έντονη εσωτερική μετανάστευση, μισθούς και χρόνους εργασίας επαίσχυντους και μια μεταρρύθμιση του μέσου σχολείου, που από το 1963 φαινόταν να έχει ανοίξει τις πόρτες του ανελκυστήρα για την κοινωνική χειραφέτηση ακόμη και για τις λιγότερο ευκατάστατες τάξεις. Φαινόταν, στην πραγματικότητα, επειδή από τις πρώτες καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και σχολείων ο προβληματισμός των σπουδαστών σε εξέγερση μπορούσε :

“να διαπιστώσει πώς το σχολείο και η εκπαίδευση δεν προσέφεραν ούτε εγγυόταν οποιαδήποτε εξαργύρωση, κάποια αληθινή χειραφέτηση, κάποια προοπτική μιας πιο ελεύθερης και πιο ικανοποιητικής ζωής, καταστρέφοντας έτσι όλες τις άλλες ιεραρχίες που βρίσκονται κάτω από αυτήν: από το εργοστάσιο έως τη δημόσια διοίκηση και σε όλα αυτά που οι γνώσεις που μεταδίδονταν στο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να μπορούσαν να παρέχουν μια νομιμοποίηση.”5

Αλλά ακόμα κι αν ο Viale ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της κατάληψης του Palazzo Campana στο Τορίνο, που από τις 27 νοεμβρίου 1967 θα συνέβαλε στην ανάφλεξη των άλλων ιταλικών πανεπιστημίων και προλαμβάνοντας τον γαλλικό μάιο, είναι το εργοστάσιο και ο μετασχηματισμός κοινωνικών, πολιτικών, εργατικών και εξουσίας μεταξύ εργατών και εργατών, μεταξύ εργαζομένων και συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ πολιτικών αγωνιστών και κομμάτων και μεταξύ υπαλλήλων και εταιρειών που αποτέλεσαν και καθόρισαν τον «πυρήνα» του βιβλίου και ουσιαστικά των γεγονότων της δεκαετίας που ακολούθησε το ’68.

Στις έρευνες που άρχισαν να κυκλοφορούν οι νεαροί πανεπιστημιακοί και φοιτητές μεταξύ των εργαζομένων στις εταιρείες του Τορίνο, αυτό που διακρίνονταν περισσότερο ήταν το μίσος για την εργασία. Γίνονταν λόγος για «καταναγκαστική εργασία», που ήταν απαίσια, άφθονη και κακοπληρωμένη, είμαστε κρατούμενοι όπως ένας αθώος στη φυλακή, [Fiat] ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για τις ψυχές με ανάγκες, πως η εργασία εξευγενίζει τον άνθρωπο, αλλά η Fiat τον κάνει σκλάβο, αν σκεφτώ τη δουλειά μου δεν δουλεύω πλέον » και ούτω καθεξής  6

Είναι η αρχή της εργατικής αυτονομίας που προορίζεται να ανατρέψει και να συντρίψει την οργάνωση της εργασίας, τις εργασιακές και συνδικαλιστικές σχέσεις, τα θεσμικά κόμματα και τις εταιρικές ιεραρχίες. Ο Viale αναφέρει τα πρακτικά εργατικών συνελεύσεων της Mirafiori, που δημοσιεύθηκαν την εποχή εκείνη από το Monthly Review το 1969):

“Πιστεύω – είναι η εισαγωγική αναφορά ενός εργάτη της Mirafiori – ότι πέρα από την αντικειμενική σημασία που έχουν οι αυτόνομοι αγώνες απέναντι στην παραγωγή, την οποία κατάφεραν να μπλοκάρουν, η πραγματική επιτυχία αυτών των αγώνων έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα οι εργάτες της Fiat είναι πολύ ανοικτοί στο να συγκρίνουν τις ιδέες τους, να συζητήσουν, στο γεγονός ότι εδώ σήμερα μπορούμε να συζητήσουμε όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν […] Αυτά είναι τα αποφασιστικά μας βήματα προς τα εμπρός, το ότι έχουμε φέρει τον αγώνα μέσα στο εργοστάσιο. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι το εργοστάσιο είναι ο τόπος όπου είμαστε ενωμένοι καθημερινά, αλλά μόνο για να παράγουμε και να μας εκμεταλλευτούν. Οι ρυθμοί εργασίας, οι γενικές συνθήκες εργασίας, οι εκβιασμοί της αστυνομίας των αφεντικών συχνά μας εμποδίζουν να μιλήσουμε μεταξύ μας […] Αλλά αν για το αφεντικό το εργοστάσιο πρέπει να λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, για τους εργάτες γίνεται, αντίθετα, ο τόπος όπου χτίζουν την ενότητα τους για να μην παράγουν αλλά να αγωνίζονται, να συζητούν μαζί, να οργανώνονται. Η Fiat, η οποία δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο ιταλικό εργοστάσιο, αλλά και το πιο απαίσιο στρατόπεδο συγκέντρωσης αυτές τις μέρες μεταμορφώθηκε από τις στάσεις, τις πορείες, τις συνελεύσεις, από τη δύναμη των εργατών που έστειλαν στο διάβολο τη διαίρεση και το φόβο […] Τώρα είμαστε εμείς που αποφασίζουμε όχι μόνο τη μορφή του αγώνα, αλλά και τους στόχους του, τον τρόπο να τον καθοδηγήσουμε, να τον οργανώσουμε, να τον επεκτείνουμε. Και αυτό είναι το πράγμα που φοβίζει τα συνδικάτα και τα αφεντικά […] Η παραγωγικότητα είναι ένα πρόβλημα των αφεντικών, οι μισθοί είναι ένα πρόβλημα των εργατών […] Κανένας εργαζόμενος δεν παραπλανά πλέον τον εαυτό του. Ο συνδικαλιστής καυχήθηκε για την ένδοξη Fiom του ’48, αλλά σήμερα είμαστε στο ’69. Έχουν περάσει είκοσι ένα χρόνια, ο εργάτης είναι ενήλικας και δεν χρειάζεται πλέον τα συνδικάταi”.7

 Η κουβέντα θα μπορούσε να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και το κείμενο παρέχει άφθονα στοιχεία και επιχειρήματα, αλλά πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη περίληψη, πρέπει να θυμηθούμε ένα άλλο σημαντικό στοιχείο πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης που έφερε μαζί του το ’68 και το οποίο συνεχίζει ακόμη και σήμερα να συγκρούεται με τις ερμηνείες των γεγονότων εκείνων των ετών και, ακόμη και σημερινών, όπως έχουμε δει νωρίτερα: τη γέννηση της αντιπληροφόρησης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει έτσι τον ρόλο που είχε από την αρχή, που προωθήθηκε και αναπτύχθηκε από τις οργανώσεις εκείνης που αργότερα θα ονομαζόταν επαναστατική αριστερά:

“ακριβώς ξεκινώντας από την καταγγελία της κρατικής και φασιστικής μήτρας και των ανατρεπτικών στόχων της σφαγής της Piazza Fontana και της δολοφονίας του Pino Pinelli. Χρόνια αργότερα, η αρχικά απομονωμένη καταγγελία που την σνόμπαραν πολλοί αποδείχθηκε ακριβής, τόσο ιστορικά όσο και και αντικειμενικά, αλλά πιστεύω επίσης ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή του υποκείμενου σχεδιασμού στην στρατηγική της έντασης. Εάν για πολλά χρόνια […] οι βασικοί θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχουν κατοχυρωθεί κατά κάποιον τρόπο, είναι χάρη στην εξαιρετική στράτευση στον τομέα αυτό των «επαναστατών» αγωνιστών της εποχής εκείνης, και ασφαλώς όχι εξαιτίας του δικαστικού σώματος και ακόμη λιγότερο από τις λεγόμενες δυνάμεις επιβολής της τάξης, ούτε χάρη στην εφησυχαστική στάση, όταν δεν ήταν συνένοχη, της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων που κάθονταν – και εξακολουθούν να κάθονται, έχοντας αλλάξει τα ρούχα τους – στο Κοινοβούλιο”.8

Όπως μπορούμε να δούμε, λοιπόν, μια εξαιρετική και επίμονη ανάγνωση για να αρχίσουμε σοβαρά τις εορταστικές εκδηλώσεις των πενήντα χρόνων χωρίς να βυθίζουμε τη μνήμη στην γελοιοποίηση, στο θέαμα και στη ρητορική. Αντιθέτως…


  1. Viale, il 68, σελ. 7  
  2. Si veda repubblica.it del 16 marzo 2018  ↩ δείτε εφημερίδα repubblica της 16 μαρτίου 2018
  3. Viale, op.cit. pag. 8  
  4. Viale pag. 9  
  5. Viale, pag. 9  
  6. Viale, pag. 198  
  7. Viale, pp. 202 – 205  
  8. pag. 10  
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Συνεχής αγώνας – Lotta continua

Είμαστε εργάτες, σύντροφοι, εργάτες γης και άνθρωποι των γειτονιών είμαστε φοιτητές, βοσκοί της Σαρδηνίας, χωρισμένοι μέχρι χθες! Αγώνας! Μακροπρόθεσμος αγώνας, λαϊκός ένοπλος αγώνας: συνεχής αγώνας θα είναι! Το μόνο που μας μένει είναι αυτή η ζωή μας, οπότε σύντροφοι ας την χρησιμοποιήσουμε μαζί πριν τελειώσει! Αγώνας! Μακροπρόθεσμος αγώνας … Ένας σκληρός αγώνας χωρίς φόβο για την επανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει η πραγματική ειρήνη όσο θα ζει ένα αφεντικό! Αγώνας! Μακροχρόνια πάλη …

Siamo operai, compagni, braccianti e gente dei quartieri siamo studenti, pastori sardi, divisi fino a ieri! Lotta! Lotta di lunga durata, lotta di popolo armata: lotta continua sarà! L’unica cosa che ci rimane è questa nostra vita, allora compagni usiamola insieme prima che sia finita! Lotta! Lotta di lunga durata… Una lotta dura senza paura per la rivoluzione non può esistere la vera pace finchè vivrà un padrone! Lotta! Lotta di lunga durata…

Indicazioni bibliografiche Βιβλιογραφικές ενδείξεις

Canzoniere del Proletariato, Lotta continua, L’ora del fucile, Compagno Saltarelli noi ti vendicheremo, Lotta Continua, 1971 Η ώρα του τουφεκιού, Σύντροφε Saltarelli θα σε εκδικηθούμε

https://www.ildeposito.org/archivio/canti/lotta-continua