ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Yallah! ¡Yallah!: Ποδόσφαιρο, Πάθος και Αντίσταση! στο Studio New Star Art Cinema

με λίγη καθυστέρηση, να με συγχωρείτε!

 

Yallah! ¡Yallah!: Ποδόσφαιρο, Πάθος και Αντίσταση! στο Studio New Star Art Cinema

Η ταινία, πρώτη επίσημη συμπαραγωγή Αργεντινής και Παλαιστίνης, έχει προβληθεί σε περισσότερες από 100 πόλεις και πάνω από 10 χώρες παγκοσμίως και έχει βραβευτεί σε πολυάριθμα φεστιβάλ κινηματογράφου σε Λατινική Αμερική και Ευρώπη. Στην Αυστρία, απαγορεύτηκε γιατί θεωρήθηκε ότι ασκεί κριτική στο Ισραήλ.

Η ταινία που σκηνοθέτησαν οι Cristian Pirovano, Fernando Romanazzo, αποτελεί μέρος του προγραμματισμού των εκδηλώσεων του BDS Greece για τον χειμώνα 2019/2020. Το BDS (Boycott, Divest, Sanction: Μποϊκοτάζ, Απόσυρση επενδύσεων, Κυρώσεις) είναι ένα διεθνές μη βίαιο κίνημα, αντίπαλο προς κάθε μορφή ρατσισμού (συμπεριλαμβανομένου του αντισημιτισμού) το οποίο στρέφεται ενάντια σε επίσημους θεσμούς και κρατικές ή επιχειρηματικές επιλογές και επ’ ουδενί ενάντια σε πρόσωπα ή ταυτότητες.

Στην πρεμιέρα της Κυριακής (27/10) θα παραβρεθεί και θα μιλήσει ο σκηνοθέτης Cristian Pirovano.

Υπόθεση

Η παλαιστινιακή καθημερινότητα από μια πρωτότυπη οπτική γωνία. Αυτή του ποδοσφαίρου και μιας ομάδας διαφορετικών ανθρώπων που εμπλέκονται με αυτό. Ο ένας νεαρός αθλητής που ονειρεύεται να φτάσει στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ο άλλος βετεράνος προπονητής που προσπαθεί με τα στοιχειώδη μέσα να οργανώσει μια ομάδα, η τρίτη υπάλληλος της ομοσπονδίας που προσπαθεί να ξεπεράσει τα διαρκή εμπόδια και τις αμέτρητες απαγορεύσεις τις οποίες θέτουν οι ισραηλινές αρχές στους Παλαιστίνιους ποδοσφαιριστές…

Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2019

Ώρα: 20:15

Διάρκεια 74′ (με ελληνικούς υπότιτλους)

Εισιτήριο: 5 ευρώ

Στο Studio New Star Art Cinema (Σπάρτης και Σταυροπούλου 33 Πλ. Αμερικής

Πηγή: kalogrezart.gr

 

https://www.fosonline.gr/plus/cinema/article/71171/yallah-yallah-podosfairo-pathos-kai-antistasi-sto-studio-new-star-art-cinema

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Προβολή της ταινίας ” The Guilty ”, Δευτέρα 28/10/2019, στις 21:30, στο αυτόνομο στέκι Καβάλας

The Guilty (Den Skyldige)

Σκηνοθεσία : Γκούσταφ Μέλερ
Ένας άνθρωπος, ένα δωμάτιο, ένα τηλέφωνο. Με ένα εξαιρετικό σενάριο κι αυτοπεποίθηση στην κάμερα, ο Γκούσταβ Μέλερ, στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, καταθέτει ένα μικρό αριστούργημα – ένα masterclass στο χτίσιμο του κινηματογραφικού σασπένς. Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς, Βραβείο Κοινού και Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
O Aσγκερ ξεκινά τη βάρδιά του στα επείγοντα τηλεφωνήματα της αστυνομίας. Δεν είναι αυτή η δουλειά του. Κανονικά, θα έπρεπε να είναι έξω, στη δράση. Αύριο είναι η δίκη του. Οι δημοσιογράφοι έχουν βρει το κινητό του, τον παρενοχλούν για μια δήλωση. Ο Ασγκερ δουλεύει στα τηλέφωνα γιατί είναι τιμωρημένος και υπό περιορισμό. Τι έχει κάνει; Είναι ένοχος; Θα τον υπερασπιστεί ο συνεργάτης του; Θυμάται τι πρέπει να πει; Τα τηλέφωνα χτυπούν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμωρία – να χάνει το χρόνο του πίσω από ένα γραφείο απαντώντας σε μεθυσμένους κι ανόητους. Μέχρι που στην άλλη άκρη της γραμμής ακούει την πνιγμένη, τρομοκρατημένη φωνή της Ιμπεν. Του μιλάει με κώδικα, σαν να έχει καλέσει τη μικρή της κόρη, ενώ στην πραγματικότητα εκπέμπει SOS. Ο πρώην άντρας της βγήκε από τη φυλακή, κι μετά από ένα βίαιο επεισόδιο με τα παιδιά, την απήγαγε. Ο Ασγκερ βρίσκεται στο ακουστικό κι η Ιμπεν σ’ ένα λευκό βαν που τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση και προς το θάνατό της.
O Γκούσταβ Μέλερ, στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, καταθέτει ένα μικρό αριστούργημα. Ένα masterclass στο χτίσιμο του κινηματογραφικού σασπένς με ένα εύρημα κι απλά, γερά δομικά υλικά. Η ιδέα θέλει την κάμερα να μη βγαίνει ποτέ από τα γραφεία της Άμεσου Δράσης. Ένας άντρας, ένα τηλέφωνο, μία «ταινία δωματίου». Αν αυτό όμως συνήθως επιφυλάσσει παγίδα, θεατρικότητα, εγκλωβισμό, η σκηνοθεσία του Μέλερ εγγυάται να μην νιώσεις ποτέ τίποτα από αυτά. Αντιθέτως, επί 90 λεπτά βρίσκεσαι στην άκρη της καρέκλας σου με κομμένη την ανάσα.
Το καλοδουλεμένο σενάριο (του ίδιου, με συνσεναριογράφο τον Εμίλ Νίγκαρντ Αλμπερτσον) αποκαλύπτει σταδιακά το πλαίσιο στο οποίο συναντάμε τον ήρωα και χτίζει αριστοτεχνικά την ψυχοσύνθεσή του – ανήσυχος, νευρικός, η καριέρα του είναι σε κίνδυνο, οι συνάδελφοί του τον υποτιμούν ή δεν τον εμπιστεύονται. Ταυτόχρονα έμπειρος, διορατικός – ξέρει να διαβάζει φωνές, καταστάσεις, να ξεδιαλύνει τα πραγματικά επείγοντα τηλεφωνήματα, ενεργεί γρήγορα. Πάνω από όλα, αφοσιωμένος. Δηλώνει «προστάτης», έτσι νιώθει τη δουλειά του, αυτή είναι η ευθύνη του. Να προστατεύει τον πολίτη. Οπότε εκνευρίζεται κι ασφυκτιά με τη γραφειοκρατία και τους κανόνες της αστυνομίας. Παίρνει τα πράγματα στα χέρια του, κόβει δρόμο, παρανομεί. Μια γυναίκα κινδυνεύει, ποιοι κανόνες, γιατί όλοι κωλυσιεργούν;
Η κάμερα του Μέλερ δεν καταφεύγει σε άχρηστα κόλπα. Η σκηνοθεσία του είναι δυναμική, αλλά απλή – γεμάτη αυτοπεποίθηση. Ξέρει πολύ καλά τι παιχνίδι κατασκευάζει. Παίζονται δύο ταινίες – αυτή που βλέπεις στην οθόνη κι αυτή που δεν βλέπεις, αλλά αισθάνεσαι στο μυαλό και στο στομάχι σου.
Ο Μέλερ σιγοβράζει την ατμόσφαιρα στο χαμηλό, επιτυγχάνοντας την τέλεια θερμοκρασία δωματίου – στην οθόνη και στην κινηματογραφική αίθουσα. Με τη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας, Τζάσπερ Σπάνινγκ, ο οποίος κλείνει τους φακούς ασφυκτικά πάνω στον ήρωα (φωτοσκιάζοντας το γραφείο και το πρόσωπό του με μία κυνική, ψυχρή μπλε παλέτα που σταδιακά παραδίδεται σε κόκκινο ινφέρνο τύψεων), ο πρωταγωνιστής Γιάκομπ Σέντεργκρεν δίνει μία αριστοτεχνική ερμηνεία. Και την κάνει να φαίνεται αβίαστη κι απλή. Κι όμως, δεν είναι καθόλου. Οι μικρές αλλαγές στην έκφραση, τα βλέμματα, οι παύσεις, οι κόμποι του ιδρώτα, μία φλέβα που πετά στο μέτωπο – αδιόρατες, εξαιρετικά μελετημένες, λεπτομέρειες μάς κάνουν να τον νιώσουμε. Να καθόμαστε στο γραφείο δίπλα του.

Και στην πραγματικότητα αυτό κάνουμε. Καθόμαστε δίπλα του. Κρατάμε το ακουστικό. Θα είχε ενδιαφέρον η ταινία να μεταφραστεί στον πληθυντικό (όπως είχαν κάνει οι Αμερικανοί διανομείς με τον «Κλέφτη Ποδηλάτων» – το μετέφεραν ως «Κλέφτες Ποδηλάτων»). Ποιος είναι ο ένοχος του τίτλου; Θα υπάρξουν αρκετές ανατροπές, αλλά δεν αναφερόμαστε σε αυτές. Όπως και στην ταινία του Ντε Σίκα παρακινούσαμε τον ήρωα να κλέψει ένα άλλο ποδήλατο και να σωθεί, κι εδώ η συλλογική επιθυμία επικροτεί μία καταδίωξη προς άγνωστη (κυριολεκτική και ηθική) κατεύθυνση. Όλοι είμαστε (συν)ένοχοι. Όπως και ο Ασγκερ θα ανοίξουμε την πόρτα να βγούμε από αυτό που ζήσαμε, κουβαλώντας το μέσα μας, πολύ μετά κι από τους τίτλους τέλους. Πόσα κινηματογραφικά ντεμπούτα το έχουν καταφέρει αυτό
Στη σύγχρονη κοινωνία ζούμε την καθολική επιβολή του παραγωγικού-καταναλωτικού μοντέλου και την εμπορευματοποίηση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Θέλοντας να σπάσουμε τα δεσμά ανελευθερίας, εκμετάλλευσης και κυριαρχίας που γεννούν οι εμπορευματοποιημένες σχέσεις, επιχειρούμε μέσα από τις προβολές φετινών και παλαιότερων κινηματογραφικών ταινιών χωρίς αντίτιμο, να απεκδύσουμε την κινηματογραφική Τέχνη από τη λογική του δούναι και λαβείν. Ταυτόχρονα καλούμε όλους εσάς να συμμετέχετε στο όλο εγχείρημα είτε προτείνοντας ταινίες, είτε φτιάχνοντας το δικό σας κινηματογραφικό έργο, για να το διαδώσουμε υλικά & ηλεκτρονικά έξω από τις λογικές της εμπορικής προώθησης και διαμεσολάβησης. Η πειρατεία σκοτώνει τον καπιταλισμό!!
Κινηματογραφική Ομάδα Α.Κ-46
https://anarxikoikavalas.squat.gr/archives/5773?fbclid=IwAR2_BKYb7-N-jVggDHqHndxhAuApl6DOnQDvsXsQgrBCDApDi5wuHaUOS4E
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Go On Home Turkish Soldiers Go On Home (Rebel cover song)

21,6 χιλ. συνδρομητές

ΕΓΓΡΑΦΗΚΑΤΕ

A cover of the old irish rebel song «Go on home british soldiers» sung by «The Wolfe Tones», (from the album «The Troubles»), adapted in the present in solidarity to the Rojava Resistance by the autonomous kurdish people in northern Syria, that have recently been invaded and brutally attacked by Erdogan’s turkish army along with a militia of jihadist mercenaries. Source: Riseup4Rojava | @RISEUP4R0JAVA Go on home Turkish Soldiers, Go on home, Have you got no fucking homes of your own? For over 40 years we’ve fought you without fear And we will fight you a few hundred more
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Προβολή της ταινίας ” The dead don’ t die ”, Δευτέρα 21/10/2019, στις 21:30, στο Αυτόνομο Στέκι Καβάλας

Οι Νεκροί Δεν Πεθαίνουν

The Dead Don’t Die

του Τζιμ Τζάρμους

Ο πιο cool Αμερικανός δημιουργός κάνει ένα πολιτικό zombie-movie, μόνο που ξεχνά να ξεσκονίσει το σενάριό του.

Οταν ο Τζιμ Τζάρμους, ο βασιλιάς του στιλ, της απέριττης κινηματογραφικής γοητείας, του κυνικού χιούμορ, της διακριτικής τρυφερότητας, κάνει ένα zombie-movie, μπαίνει, δηλαδή, στον κόσμο του βασιλιά των ταινιών είδους, περιμένεις από την ένωση ένα αριστούργημα. Το «The Dead Don’t Die» είναι ένα κατά στιγμές χαριτωμένο, ως επί το πλείστον άνευρο, ζομπι-ικό σχόλιο για την Αμερική του Τραμπ και την καταστροφή της γης, με τόσα πολλά κλεισίματα του ματιού που μοιάζει σαν να έχει τικ.

Το εύρημα του σεναρίου είναι καλοδεχούμενα γνώριμο. Στη «μικρή αμερικανική πόλη», που λέγεται Centerville κι άρα εκπροσωπεί το έθνος, τρεις αστυνομικοί έχουν ν’ αντιμετωπίσουν, για πρώτη φορά, μια πραγματική απειλή. Δυο άντρες, ο Κλιφ του Μπιλ Μάρεϊ και ο Ρόνι του Ανταμ Ντράιβερ και μια κοπέλα, η Μίντι της Κλόι Σεβινί, εκπροσωπούν την Τάξη, φορούν γυαλιά γιατί είναι πολύ σοβαροί και διατυπώνουν με ανέκφραστα πρόσωπα την έκπληξή τους γι’ αυτό που έτυχε στον τόπο τους. Αυτό που «έτυχε» είναι ότι, η υπερβολική εκμετάλλευση της γης την κάνει να ξερνά απέθαντους. Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα κι άρα όπου βρουν ζωντανή σάρκα επιτίθενται. Περπατούν σαν… ζόμπι κι επαναλαμβάνουν, το καθένα, από μία λέξη, το αγαπημένο τους πράγμα στη ζωή, όλα καταναλωτικά αγαθά: coke, fashion.

Τους τρεις αστυνομικούς περικυκλώνουν άλλοι, χαριτωμένοι ήρωες: ο αγρότης Μίλερ (Στιβ Μπουσέμι), ένας ορκισμένος ρατσιστής – την πρώτη φορά που τον βλέπουμε φορά καπελάκι που γράφει «keep America white again», εκεί πράγματι γελάσαμε – με καλύτερό του φίλο τον Αφροαμερικανό Χανκ (Ντάνι Γκλόβερ) που έχει το μαγαζί με είδη κιγκαλερίας. Στο κοντινό δάσος ζει ο ερημίτης Μπομπ (Τομ Γουέιτς), με την υπέροχα αφράτη κόμμωση, ένας αντισυστημικός ιδεολόγος που αφουγκράζεται καλύτερα απ’ όλους τον πλανήτη. Η Ζέλντα (Τίλντα Σουίντον) είναι η «εκκεντρική» νεκροθάφτης της πόλης, μια σκωτσέζα σαμουράι με μακριά ξανθά μαλλιά και τα δικά της μυστικά. Τη Centerville επισκέπτονται μια παρέα χίπστερ πλουσιόπαιδων από την «πόλη» με επικεφαλής τη Σελίνα Γκόμεζ που οδηγεί Πόντιακ γιατί είναι ρετρό κι ωραία και τρία πιτσιρίκια που το έχουν σκάσει από το αναμορφωτήριο.

Αυτή την ομάδα ηρώων, ταιριαστών «αταίριαστων» βγαλμένων από το σύμπαν του Τζιμ Τζάρμους αλλά και της καρδιάς της παραδοσιακής ή/και σύγχρονης Αμερικής, η ταινία τοποθετεί σ’ ένα περιβάλλον που στιλιστικά, στις στολές των αστυνομικών, στο diner, στην εξοχή, στο μινιμαλισμό, είναι βγαλμένο από το «Twin Peaks», μόνο που η φωτογραφία του Φρέντερικ Ελμς, αντίθετα από εκείνη του «Paterson», είναι αδικαιολόγητα φλατ. Οι διάλογοι είναι γραμμένοι με το χαρακτηριστικό μπλαζέ χιούμορ του παραλόγου του Τζάρμους, όμως εδώ το κωμικό timing δεν λειτουργεί, οι ατάκες που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά για να προκαλέσουν το γέλιο κρέμονται στο αέρα, σαν να καθυστερούν υπερβολικά να φτάσουν στο στόχο τους. Το τραγούδι της ταινίας, μια country μελωδία με τους στίχους «The Dead Don’t Die, After life is over, the afterlife goes on», ακούγεται τόσες φορές ως μοτίβο που το αστείο εξαντλείται.

Εάν ο Τζάρμους έχει την ευρηματικότητα να γεμίσει τη μικρή πόλη του με αντισυμβατικούς ήρωες, δεν αξιοποιεί κανέναν τους. Ιστορίες που ξεκινούν πολυδιάστατα, ή συγκρουσιακά, ή ρομαντικά, ξεχνιούνται στη μέση ή… γίνονται νόστιμο γεύμα για τα ζόμπι. Ο ερημίτης Μπομπ του Τομ Γουέιτς που θα μπορούσε και νοηματικά ν’ απογειώσει την ταινία, παραμένει να μονολογεί στο δάσος του, ενώ η Ζέλντα της Τίλντα Σουίντον, παρότι έχει τη δική της, απολαυστικά exploitative σκηνή καθώς μακιγιάρει δυο απέθαντους πριν την κηδεία τους, ανήκει τελικά σε μια άλλη, δική της, μικρού μήκους ταινία που ίσως, κάποτε, ήθελαν με τον Τζάρμους να κάνουν μαζί.

Από την άλλη πλευρά, με έναν πρωτοφανή, για το δικό του έργο, ναρκισσισμό, ο Τζάρμους γεμίζει την ταινία του αυτοαναφορικά παιχνίδια. Τα πρώτα ζόμπι που εμφανίζονται στην ιστορία είναι η Σάρα Ντράιβερ, η επί δεκαετίες σύντροφός του και… ο Ιγκι Ποπ και η αγαπημένη τους λέξη είναι, φυσικά, «καφές». Η κάμερα περνά δυο φορές πάνω από τον τάφο του Σάμιουελ Φούλερ, ο Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς αναλαμβάνει, ως movie geek, τις αλλεπάλληλες σινεφιλικές αναφορές, διορθώσεις κι εξυπνάδες. Οσο για τις αναφορές της ταινίας στο ίδιο το b-είδος των zombie-movies που είναι προφανές πως λατρεύει, όπως τον Ρομέρο και τη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» ή το «Dawn (για να μην πούμε το Shaun) of the Dead», παρά την έκδηλη αγάπη και την έντιμη προσπάθεια για εφέ και σπλάτερ, η ταινία μόνο χάνει στη σύγκριση και κουράζει στην υπερβολή. Σ’ ένα είδος τόσο πλούσιο και τόσο ξεχωριστό, οι παγίδες αφθονούν: κι έτσι η αναμετάδοση των τρομερών ειδήσεων από την τηλεόραση μάς θυμίζει ότι έχει γίνει καλύτερα στην… «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά» του Πάνου Χ. Κούτρα κι η τελική αναμέτρηση ανθρώπων και ζόμπι φέρνει στο νου το γήπεδο στο «Κακό» του Γιώργου Νούσια. Το να έχεις τόσο χρόνο βλέποντας την ταινία ώστε να κάνεις συσχετισμούς, δεν λέει τίποτε καλό για το ρυθμό της.

Αλλά και ιδεολογικά, οι απόψεις του Τζιμ Τζάρμους έχουν μια παρωχημένη αίσθηση. Το Κακό γεννάται από τη ρωγμάτωση των Πόλων, τα απέθαντα ζόμπι του καταναλωτισμού του Τραμπ εξαπλώνονται, εκτός αν… «kill the head» η επαναλαμβανόμενη οδηγία, τους σκοτώσεις το πνεύμα, τα πλουσιόπαιδα πρέπει να πεθάνουν για να επιβιώσει ο σοσιαλισμός: τίποτε στραβό, απλώς ιδέες διατυπωμένες στο σινεμά με τόσο πιο αιχμηρούς και πρωτότυπους και σύνθετους τρόπους στο παρελθόν, ακόμα κι από τον ίδιο τον Τζάρμους. Το «The Dead Don’t Die» είναι η ταινία που επίμονα θέλεις να σ’ αρέσει, αλλά η κοινοτοπία της σε προδίδει. Μαζεύοντας γύρω του όλους τους αγαπημένους ηθοποιούς του, μιλώντας για το τέλος του κόσμου, επιστρέφοντας στην καρδιά της Αμερικής, μαχόμενος για το Καλό με τα λόγια του παππού, ο Τζιμ Τζάρμους μοιάζει, μ’ αυτή την ταινία, σαν να καταθέτει την τελευταία του λέξη, σαν να αποχαιρετά το κοινό του με νουθεσία για το μέλλον. Κι ειλικρινά, ελπίζουμε με πάθος στο επόμενο κινηματογραφικό βήμα του, γιατί είναι πολύ cool, πολύ ξεχωριστός, πολύ αγαπημένος, πολύ έξυπνος γι’ αυτό εδώ.

Στη σύγχρονη κοινωνία ζούμε την καθολική επιβολή του παραγωγικού-καταναλωτικού μοντέλου και την εμπορευματοποίηση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Θέλοντας να σπάσουμε τα δεσμά ανελευθερίας, εκμετάλλευσης και κυριαρχίας που γεννούν οι εμπορευματοποιημένες σχέσεις, επιχειρούμε μέσα από τις προβολές φετινών και παλαιότερων κινηματογραφικών ταινιών χωρίς αντίτιμο, να απεκδύσουμε την κινηματογραφική Τέχνη από τη λογική του δούναι και λαβείν. Ταυτόχρονα καλούμε όλους εσάς να συμμετέχετε στο όλο εγχείρημα είτε προτείνοντας ταινίες, είτε φτιάχνοντας το δικό σας κινηματογραφικό έργο, για να το διαδώσουμε υλικά & ηλεκτρονικά έξω από τις λογικές της εμπορικής προώθησης και διαμεσολάβησης. Η πειρατεία σκοτώνει τον καπιταλισμό!!

Κινηματογραφική Ομάδα Α.Κ-46
ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Ο πόλεμος που έρχεται: στη μνήμη του Alan D. Altieri

του Sandro Moiso

Πριν από δύο χρόνια, στις 16 ιουνίου 2017, ο Alan D. Altieri άφηνε οριστικά την στιγμιαία στενή σχέση με το ανθρώπινο σώμα για να εισέλθει, πιθανότατα με ένα χαμόγελο στο πρόσωπα, σε άλλες και για μας ακόμα απαγορευμένες και άγνωστες διαστάσεις. Ο Sergio Altieri, αυτό το πραγματικό του όνομα, αποφοίτησε από τη μηχανολογία, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιταλούς συγγραφείς του είδους (δράσης, θρίλερ, επιστημονικής φαντασίας, αστυνομικό και άλλα) των τελευταίων σαράντα χρόνων και σίγουρα ένας από τους πιο οραματιστές, ίσως ο πιο οραματιστής όλων. Ίσως και γι αυτό τον λόγο συνεργάστηκε συχνά με την »Carmilla», αφιερωμένη στην εξερεύνηση των διαφόρων μορφών της φανταστικής κριτικής απεικόνισης του υπάρχοντος που διευθύνεται από έναν άλλο μεγάλο οραματιστή της φανταστικής λογοτεχνίας, στον οποίο ήταν πάντα δεμένος με μια βαθιά φιλία.

Εκτός από αυτό ο Altieri ήταν μεταφραστής έργων όπως ο κύκλος των μυθιστορημάτων των «Χρονικών του πάγου και της φωτιάς» (Game of Thrones) του George R. Martin, των Raymond Chandler και Dashiell Hammett καθώς και του Howard P. Lovecraft και πολλών άλλοι αγγλοαμερικανών συγγραφέων επίσης.
Έχει δουλέψει για τον κινηματογράφο, και για σημαντικές ταινίες όπως το «The Year of the Dragon» του Michael Cimino και το «Blue Velvet» του David Lynch, τόσο ιταλικό όσο και αμερικανικό, και έχει πειραματιστεί με διάφορα κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια. Επίσης υπήρξε διευθυντής σε διάφορες συλλογές λογοτεχνίας του «είδους» για περίπτερα.

Ένα αξιόλογο βιογραφικό για μια καριέρα που μπορούσε ήδη να λογαριάζει στη δημοσίευση 19 μυθιστορημάτων και πέντε ή έξι ανθολογιών διηγήσεων. Υποθέσεις που διαδραματίζονται από τον δέκατο έβδομο αιώνα μέχρι ένα κοντινό και απροσδιόριστο μέλλον στο οποίο, πάντως, κυριαρχούν στη σκηνή η απληστία, η βία, η επιθυμία για πολιτική, οικονομική και θρησκευτική κυριαρχία. Όλα τυλιγμένα σε ένα ζοφερό κλίμα στο οποίο, συχνά, ο ηρωισμός ή η θέληση του ατόμου, ακόμη και αν είναι σιδερένια, δεν αρκούν για να αποφευχθούν καταστροφές, σφαγές και ερημώσεις συγκρίσιμες μόνο με εκείνες για τις οποίες ακούμε πλέον την ηχώ καθημερινά.

Ναι, επειδή ο καταστροφικός οραματισμός, η άγρια και αναπόδραστη βία που ζωντανεύουν τις σελίδες του έχουν τα πόδια τους σταθερά φυτεμένα στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει και που εδώ και αιώνες συνοδεύει τον ακόμη κυρίαρχο τρόπο παραγωγής. Η μαφιόζικη ιδιοποίηση, αυτοκρατορική ή ιδιωτική του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου είναι η κινητήρια δύναμη που ζωντανεύει την εξέλιξη των αφηγηθέντων γεγονότων και η κοινωνική και ηθική καταστροφή και ερήμωση είναι πάντα σοβαρά συσχετισμένη με την περιβαλλοντική. Ο Αλτιέρι δεν είχε ποτέ καμία αμφιβολία σχετικά με τούτα και γι’ αυτό το λόγο τα κείμενα του κινούνται περισσότερο από κυνισμό παρά από ατάραχη και αφόρητη καλοσύνη, ψεύτικη και της ισονομίας, μήτρας καθολικής που εξακολουθεί να παραμορφώνει σήμερα μεγάλο μέρος του πολιτισμού, της λογοτεχνίας, του σύγχρονου πολιτικού φαντασιακού.

Επιπλέον, ο τίτλος σπουδών στη μηχανολογία, ανέκαθεν του επέτρεπε να κινείται μεταξύ επιστήμης, τεχνολογίας και όπλων, παλαιότερων και σύγχρονων, με εξαιρετική ευκολία και ικανότητα, συμβάλλοντας έτσι στον ορισμό ενός αφηγηματικού στυλ που δεν θα δίσταζα να ορίσω ως salgarianesimo tecnologico, [ από τον Emilio Carlo Giuseppe Maria Salgàri] όπου οι άμεσες τεχνικές γνώσεις του επέτρεψαν πάντα να εμπλουτίσει με σχολαστικές λεπτομέρειες τους καλπασμούς του από τη μια πλευρά στην άλλη του γεωγραφικού χώρου και της ιστορικής εποχής.

Ακριβώς για όλους αυτούς τους λόγους, ίσως, να κυριαρχεί στη σκηνή των πιο σημαντικών μυθιστορημάτων και ιστοριών του είναι σχεδόν πάντα ο πόλεμος, είτε πρόκειται ανάμεσα σε κράτη, αυτοκρατορίες ή εγκληματικές συμμορίες που ενδιαφέρονται για τις παράνομες διακινήσεις μιας μεγαλούπολης (συχνά του Λος Άντζελες), πρώτων υλών, του πλανήτη ως σύνολο ή ακόμη και των πιθανών άλλων πόρων που υπάρχουν στον Κόσμο. Οι συντεταγμένες χωρο-χρόνου αλλάζουν, αλλά όχι τα κίνητρα και, κατά συνέπεια, οι ενέργειες και οι καταστροφές που απορρέουν από αυτές.

Από αυτή την άποψη η τριλογία του Μαγδεμβούργου, η οποία περιγράφει με ιστορική συνέπεια και βία που πιθανότατα δεν είχε ειπωθεί ποτέ σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα τον Τριακονταετή Πόλεμο, ίσως αντιπροσωπεύει το οριστικό σημείο άφιξης του αφηγηματικού έργου του. Η περιγραφή αυτού που ήταν σίγουρα ο πραγματικός «πρώτος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος», των κοινωνικών, ηθικών και ψυχολογικών καταστροφών του προσφέρεται όντως πολύ καλά για να απεικονίσει την ποιητική του κυνισμού και, ενίοτε, του μηδενισμού-νιχιλισμού του συγγραφέα. Δίδοντας ζωή σε εμπειρίες και περιπέτειες που αφήνουν πραγματικά τον αναγνώστη δίχως ανάσα.

Αλλά παρόλα αυτά, κατά την προσωπική μου άποψη, το αληθινό αριστούργημά του πρέπει να συνυπολογίζεται μεταξύ των πρώτων δοκιμασιών του μιλανέζου συγγραφέα: Το υπόγειο μάτι – L’occhio sotterraneo 1, ένα μυθιστόρημα που από καιρό δεν μπορείς να το βρεις και θα έπρεπε να αναδημοσιευτεί με επαρκή σχόλια και διεξοδική κριτική επισκόπηση.

Μυθιστόρημα της απόλυτης καταστροφής, L’occhio sotterraneo μιλάει για ένα κοντινό μέλλον (εκείνη την εποχή τοποθετούνταν κοντά  στο 2000, αλλά ελάχιστα άλλαξαν από τότε) και ανάμεσα σε ασταμάτητες επιδημίες, ανυπέρβλητες οικονομικές κρίσεις, μαγνητικές καταιγίδες που εξαπολύονταν στο εξωτερικό διάστημα, επιτυχίες ακροδεξιών καθεστώτων στη γερμανική καρδιά της Ευρώπης και μια καταστροφική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών (με τους σαουδάραβες και ισραηλινούς συμμάχους τους) και του Ιράν, η ανθρωπότητα ή ότι απομένει από αυτήν, κατευθύνεται προς την ανεπανόρθωτη δύση της.

Παρακάτω προτείνουμε-παρουσιάζουμε στους αναγνώστες τις κεντρικές σελίδες της στιγμής κατά την οποία η ιρανική ισλαμική Δημοκρατία, με τη χρήση αεροσκαφών kamikaze (θυμηθείτε πως το βιβλίο γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80), γεύεται τη νίκη της επί του αμερικανικού στόλου στο στενό του Hormuz. Αν αυτό θα σας φέρει στο νου κάτι τρέχον μην εκπλαγείτε: η λογοτεχνία της πρόβλεψης ορίζεται έτσι ακριβώς γι αυτόν τον λόγο.Προβλέπει μόνο, δεν δημιουργεί τίποτα ή σχεδόν τίποτα.

Ο Bahramali Atai χαμογέλασε καθώς η επιτάχυνση της πτώσης έριχνε ένα κοκκινωπό πέπλο μπροστά στα μάτια του. Μια μη αναγνωρίσιμη φωνή είπε: «Ο Αλλάχ είναι μεγάλος …» Το αεροπλάνο του Bahramali Atai έπεσε μαζί με το Σφυρί του Αλλάχ: την είκοσι μεγατόνων βόμβα H που ήταν αγκιστρωμένη σε αυτό.

Πρώτα ήρθε η αστραπή.
Κανείς θόρυβος, χωρίς δόνηση. Μόνο φως. Δέκα χιλιάδες φορές πιο εκτυφλωτικό από το φως του Ήλιου, ένα εκατομμύριο φορές πιο εκτυφλωτικό από το φως του Sigma del Drago.Υπήρχαν πολλοί άνδρες στο κατάστρωμα των πολεμικών πλοίων, εκείνοι που κατά τη στιγμή της έκρηξης κοιτούσαν προς το σημείο του ουρανού στα μισά της διαδρομής μεταξύ του πυρηνικού αεροπλανοφόρου Harry Truman και του γιγαντιαίου δεξαμενόπλοιου Pacific Stream είχαν τους υγροποιημένους κερατοειδείς και τους αμφιβληστροειδείς απανθρακωμένους μέσα στα μάτια και ήταν το μοναδικό αποτέλεσμα της φωτεινής λάμψης.
Κανείς από εκείνους τους ανθρώπους δεν είχε χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι είχε τυφλωθεί ολοκληρωτικά: Κανείς, ούτε αυτοί ούτε οι άλλοι, είχε το χρόνο να συνειδητοποιήσει οτιδήποτε. Ένας ήλιος από καθαρή ενέργεια άναψε. Διογκώθηκε σε λίγα χιλιοστά του δευτερολέπτου, εξαπλώθηκε σε σφαίρα, μια ενιαία μοναδική τερατώδης σφαίρα θερμότητας στους δέκα εκατομμύρια βαθμούς θερμοκρασίας, μια θερμοκρασία από αστρικούς πυρήνες.
Ότι είχε βρεθεί μέσα σε εκείνη τη σφαίρα έπαψε να υπάρχει, κυριολεκτικά. Η ατμόσφαιρα, το νερό, το ατσάλι, η άμμος, τα βράχια, τα σώματα, όλα αποσυντέθηκαν σε ένα τιτανικό ηφαίστειο από ακτίνες γάμμα, ηλεκτρόνια, νετρόνια και πρωτόνια που απομακρύνθηκαν από το σημείο μηδέν με ταχύτητα κοντά σε εκείνη του φωτός.
Το Pacific Stream και το Harry Truman εξαφανίστηκαν σχεδόν αμέσως, τα άλλα πλοία της ομάδας διαγράφηκαν στα τριάντα ένα εκατοστά του δευτερολέπτου μετά την έκρηξη. Η μπάλα φωτιάς της θερμοπυρηνικής βόμβας των είκοσι εκατομμυρίων τόνων TNT που μεταφέρονταν στο Hormuz από τον Bahramali Atai εξάτμισε τα νερά και κατάπιε το υποβρύχιο Sea Serpent. Συνέχισε την κούρσα του, απογύμνωσε το κάτω μέρος του στενού κάνοντας το να βράσει σε ένα βάλτο μάγματος και σκάβοντας εκείνον που αργότερα θα γινόταν ένας υποβρύχιος κρατήρας με διάμετρο οκτώ χιλιομέτρων και βάθος δύο. Η μπάλα φωτιάς μεγάλωσε και φάνηκε να καταπίνει ολόκληρο το σύμπαν.

Μετά την αστραπή ήταν η σειρά του ωστικού κύματος.
Φύσηξαν άνεμοι μιας έντασης που δεν υπήρξε ποτέ πριν στο πρόσωπο της γης.
Το ωστικό κύμα διέγραψε όλα τα νησιά του Ορμούζ: Qeshm, Larak, Hengan, Shantan. το ακρωτήριο του Mussandam. Όταν έφτασε στην ιρανική πόλη Bandar Abbas, πενήντα χιλιόμετρα από το σημείο μηδέν, η ταχύτητα του ήταν περίπου διακόσια πενήντα χιλιόμετρα την ώρα, με ένα κινηματικό φορτίο δέκα τόνων ανά τετραγωνικό μέτρο και μια θερμοκρασία οκτώ χιλιάδων βαθμών. Η Bandar Abbas μετατράπηκε σε μια φλεγόμενη έρημο μέσα σε έντεκα δευτερόλεπτα. Το ίδιο συνέβη σε κάθε οικισμό σε μιαν ακτίνα εκατόν είκοσι χιλιομέτρων από το σημείο μηδέν. Οι πόλεις των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εξαφανίστηκαν η μία μετά την άλλη, σαν έντομα καταπλακωμένα από τα βήματα ενός δεινόσαυρου.

Οι άνεμοι του κρουστικού κύματος έφτασαν στο Ντουμπάι και στο Ash Shariqah μία ώρα και είκοσι έξι λεπτά μετά την έκρηξη. Ήταν αδύναμοι άνεμοι, κάτι περισσότερο από ένα αεράκι. Μπόρεσαν μόνο να σηκώσουν την άμμο και να την ρίξουν επάνω στα χιλιάδες πτώματα που κείτονταν παντού.
Ήταν ένας τρομερός θάνατος ο δικός τους αλλά ευτυχώς γρήγορος, πολύ γρήγορος: όχι περισσότερο από πέντε με έξι δευτερόλεπτα. Κανείς δεν μπορεί να μείνει ζωντανός για περισσότερο από οκτώ δευτερόλεπτα εάν υποβληθεί σε βομβαρδισμό ακτίνων γ υψηλής ενέργειας σε δεκατρείς χιλιάδες roentgen. Κανείς δεν μπορεί να μείνει ζωντανός όταν το νευροβλαστικό σύστημα αποσυντίθεται, όταν οι κυψελοειδείς συνδέσεις διασπώνται, όταν η ίδια η μοριακή βιοχημεία του μεταβολισμού θρυμματίζεται.
Το σημείο μηδέν απείχε διακόσια πενήντα χιλιόμετρα από το Ντουμπάι, η έντονη άμεση ακτινοβολία που ακολούθησε την σφαίρα φωτιάς της έκρηξης Η είχε χρειαστεί μόλις λίγες εκατοντάδες του δευτερολέπτου για να καλύψει αυτή την απόσταση: Αν είχε σκάσει εξίσου μακριά αλλά στην έρημο, εάν είχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως, κάποιοι στο Ντουμπάι θα είχαν επιζήσει, ίσως. Αλλά είχε ξεσπάσει στο Στενό του Ορμούζ, είχε παρασύρει στις καταστροφικές αλυσιδωτές αντιδράσεις της και όλες τις εκατοντάδες τόνους πλουτωνίου που σχημάτιζαν τους πυρηνικούς αντιδραστήρες και τις κεφαλές των όπλων του Harry Truman και του Sea Serpent. Στη δύναμη εξόντωσης της θερμοπυρηνικής έκρηξης είχε προστεθεί εκείνη της εξόντωσης από τις εκπομπές νετρονίου: η βόμβα του Bahramali Atai είχε επίσης γίνει σούπερ βόμβα νετρονίων. Όλες οι μορφές ζωής μέσα σε διακόσια χιλιόμετρα ακτίνα από το σημείο μηδέν είχαν καταστραφεί.
Το Ash Shariqah ήταν ένα νεκροταφείο. Τα πτώματα κείτονταν πάνω στην άμμο, στην άσφαλτο, σταυροειδώς στους σωλήνες. Κάπου στο διυλιστήριο υπήρξε μια έκρηξη, οι φλόγες υψώθηκαν τσιρίζοντας στον κεκορεσμένο αέρα από θανατηφόρα ραδιενέργεια. Η πυρκαγιά εξαπλώθηκε, κίτρινη, σφοδρή, βρυχώντας. Ασταμάτητη.

Το ατομικό μανιτάρι, η αποκαλυπτική κατασκευή τέφρας, θραυσμάτων και υδρατμών, είχε ανυψωθεί σε υψόμετρο περίπου τριάντα χιλιομέτρων πάνω από την κατακόρυφη πλευρά του στενού.
Πιο κάτω ο ωκεάνιος βυθός συνέχιζε να βράζει. Η έκρηξη είκοσι εκατομμυρίων τόνων δυναμίτη είχε προκαλέσει έναν τελλουριακό σεισμό στην όγδοη τάξη της σεισμικής κλίμακας Richter, ολόκληρο το ευαίσθητο σύνολο των εντάσεων, των συμπιέσεων και των υπόγειων ροών μεταξύ των μεγάλων ιρανικών και αραβικών τεκτονικών πλακών κατά μήκος του ρήγματος του Περσικού Κόλπου είχαν δεχθεί μια ισοδύναμη επίδραση με την ταυτόχρονη γέννηση μιας μισής δωδεκάδας ηφαιστείων.
Ο τελλουριακός σεισμός διέσχισε το μανδύα της γης, αναπήδησε ενάντια στη μάζα υψηλότατης πυκνότητας του πυρήνα και επέστρεψε στην επιφάνεια. Οι μύτες των σεισμογράφων σκιτσάρισαν εκτός σκάλας σε πολλά μέρη του κόσμου: από το Ryad, στη Σαουδική Αραβία μέχρι τη Σόφια, της Βουλγαρίας. από το Tibilisi στη Κανταχάρ, στο Αφγανιστάν. μέχρι τη Σιγκαπούρη, την ακραία αιχμή της Malacca, έξι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σημείο μηδέν.
Οι σεισμογράφοι τα έπαιξαν, αλλά τα ραδιόφωνα και οι δορυφόροι της επικοινωνίας παντού σιωπούσαν. Κανείς, στο μέλλον, δεν θα μάθαινε ποτέ πόσες πόλεις στη Μέση Ανατολή είχαν καταστραφεί, ή πόσοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω των καταστροφικών σεισμών που τους επόμενους μήνες συγκλόνισαν ολόκληρη την υποηπειρωτική περιοχή του Ιράν. Σεισμοί που στη συνέχεια ανέβηκαν προς τα βόρεια και ανατολικά, προκαλώντας περαιτέρω καταστροφές στη νότια Ρωσία, από τη Λίμνη του Aral έως τη Μαύρη Θάλασσα. 2

(Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον συνοδό μου, σύντροφο και αδελφικό μου φίλο Cesare Aimar, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια του οποίου θα ήταν αδύνατο για μένα να εντοπίσω το κείμενο του Altieri και να παρουσιάσω εδώ τις σελίδες από αυτό που μόλις αναφέρθηκαν.)


  1. A. D. Altieri, L’occhio sotterraneo, πρώτη έκδοση από Oglio, Milano 1983 – δεύτερη έκδοση TEA 1996  
  2. A.D. Altieri, op. cit., pp. 286-290