ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η Barbara Balzerani και το κάλεσμα του δάσους, e il richiamo della foresta

Stampa

 

1054

Η ανασκόπηση του Militant A (μέλους του συγκροτήματος Assalti frontali) στο βιβλίο της Barbara Balzerani “L’ho sempre saputo”, »Το γνώριζα πάντα» (Derive e approdi).

Barbara Balzerani και το κάλεσμα του δάσους

Βγαίνει αυτές τις ημέρες το καινούργιο βιβλίο της Barbara Balzerani, “L’ho sempre saputo”, που δημοσιεύεται από τον εκδοτικό οίκο DeriveApprodi. Η Barbara Balzerani, την οποίαν για χρόνια αποκαλούσαν “primula rossa” των ερυθρών Ταξιαρχιών, άπιαστη, έρχεται με αυτή τη δουλειά στο έκτο έργο της και για εμάς το να διαβάσουμε τις σελίδες της είναι και το να ψάχνουμε ένα σημάδι, ένα συναίσθημα, μια συγκίνηση, που να μας λέει κάποια πράγματα για εκείνο το γλυκό πρόσωπο που αναστάτωνε τα καλά σαλόνια της ιταλικής μπουρζουαζίας και έβαζε φωτιά στην επανάσταση των χρόνων εβδομήντα. Και ενώ όλοι οι σύντροφοι της συλλαμβάνονταν, χρόνο με τον χρόνο, αυτή κατάφερνε πάντα να ξεφεύγει και να αντεπιτίθεται την ώρα που ο κόσμος άλλαζε, κι εμείς οι νεαροί εξεγερμένοι που γεννιόμασταν μέσα στα χρόνια ογδόντα την γνωρίζαμε από τις φωτογραφίες που έδινε η αστυνομία στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και σκεφτόμασταν: “Δεν θα την πιάσουνε ποτέ”… “ποιος ξέρει πόσες επιχειρήσεις, πόσα πράγματα θα καταφέρει ακόμη να κάνει”… αντιθέτως μια μέρα την συνέλαβαν και υπήρξαν περισσότερα από είκοσι χρόνια φυλάκισης γι αυτήν. Σήμερα, στο 2017, διπλωματούχος στην φιλοσοφία και στην συνέχεια στην ανθρωπολογία, μας μεταφέρει σε ένα ταξίδι, διαμέσου της σκοτεινότητας του καιρού μας συνοδεύει στις απαρχές, στην προέλευση του ανθρώπινου είδους, στην αναζήτηση των χαμένων αρχέγονων ενστίκτων, όταν ο άνθρωπος ζούσε σε επαφή με την φύση με τρόπο αρμονικό και οργάνωνε τη ζωή σε κοινότητα, με την ανταλλαγή και την αλληλεγγύη. Το βιβλίο “L’ho sempre saputo”, »πάντα ήξερα» θυμίζει το »κάλεσμα του δάσους»,  “Il richiamo della foresta” στην κεντρική, βαθύτατη ιδέα του, μα εδώ δεν υπάρχει μια ελεύθερη ζωή όπου να καταφύγεις αφού αποδράσεις βρίσκοντας ξανά τα ένστικτα σου, ο λύκος της Barbara είναι φυλακισμένος στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο και ουρλιάζει ενάντια στην μυθική “πρόοδο”.

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται μέσα από σελίδες που φαίνονται να προδιαγράφουν ένα μυθιστόρημα, για να περάσουν στη συνέχεια σε στιγμές που μοιάζουν πανεπιστημιακά κείμενα, παίρνουν φωτιά με επιθέσεις ενάντια στους υπεύθυνους της καταστροφής, για να επιστρέψουν στην οικεία διάσταση μιας σχέσης. ΄Βρισκόμαστε μέσα σ’ ένα κελί, πίσω από σιδερένια κάγκελα, η Barbara είναι εκεί. Πως κατέληξε εκεί; Το πρώτο κεφάλαιο μιλά για τις μάχες των χρόνων ’60, ταραχώδεις μέρες, πικετοφορίες, διαδηλώσεις ενάντια στους Yankee, χέρια δυνατά που δείχνουν το δρόμο, όπλα, μια εποχή εξέγερσης, όχι ένας ακριβής λόγος, μα μια πρωταρχική γνώση προς πια πλευρά να σταθείς, με ποιους θα είσαι, ποιους θα υποστηρίζεις. Η συγγραφέας δεν είναι μόνη, μαζί της υπάρχει μια γυναίκα, έτσι την αποκαλεί, »Η γυναίκα», δεν ξέρουμε το όνομα αλλά γνωρίζουμε την κοινωνική προέλευση: “Η γυναίκα” ανήκει σε μια γη αρχαία, σε ένα χωριό, ένα προάστιο, ένα κόσμο από εκείνους που βρίσκονται από κάτω, ανθρώπων που τους εκμεταλλεύονται και τους λεηλατούν, για να ζήσει γίνεται διεθνής μεταφορέας ναρκωτικών ώσπου την αρπάζουν, την τσιμπάνε. Εκτός απ’ τις δυο πρωταγωνίστριες στο κελί υπάρχει και κάποιος άλλος, μια παρουσία. “Η γυναίκα” υπενθυμίζει την τελευταία της εγκυμοσύνη, διηγείται με μια συγκλονιστική δύναμη για το όταν είχε στην κοιλιά της ένα κουτάβι που κολυμπούσε στο αμνιακό υγρό και για εννιά μήνες, ενώ το θαύμα της ζωής ολοκληρώνονταν και το ανθρώπινο είδος αναπαράγονταν, εκείνο το κορμάκι μετέδιδε οράματα, ιστορίες της Αφρικής, από τις απαρχές και την γένεση, που ταρακουνούν τα θεμέλια και θέτουν υπό αμφισβήτηση “όλα εκείνα που νόμιζα πως ήξερα”.

Τα νεογέννητα έχουν μια αρχική γνώση, μια μνήμη που παραδίδεται στο DNA, τις πρώτες μέρες της ζωής ξέρουν να περπατούν αλλά αμέσως το ξεχνούν, έχουν το ένστικτο να αρ παχτούν σαν να ψάχνουν ένα κλαδί, σαν να νιώθουν πως πέφτουν στο κενό ενθυμούμενα τον καιρό κατά τον οποίο κοιμόντουσαν στα δέντρα. Έτσι, μέσα στην στενότητα του κελιού, στις μακριές ημέρες που περνούνε μαζί, η  “γυναίκα” εκμυστηρεύεται στην συντρόφισσα της τις ενέργειες που ξεχάστηκαν και της μετέδωσε η κοιλιά, τα σήματα, τις φωνές που μιλούσαν για τα πράγματα που υπήρχαν “πριν”, γι αυτό που υπήρχε »πριν», όταν ο άνθρωπος δεν είχε μολυνθεί από τον εαυτό του. Είναι μια trance, μια έκσταση, ένα τέχνασμα αφηγηματικό για να μας πει μέσα σε εκατό σελίδες πως η βιομηχανική επανάσταση κατέστρεψε πολιτισμούς που ήταν σοφοί και εκείνη η σοφία που εξολοθρεύτηκε και ξεχάστηκε ήταν σημαντική και δίχως αυτήν προκαλέσαμε θανατηφόρα λάθη, μοιραία. Η δυτική ιδέα σύμφωνα με την οποίαν εάν δεν έχεις διασχίσει τους μοντέρνους καιρούς είσαι ένας πρωτόγονος, εννοώντας για πρωτόγονο κάτι αρνητικό, κάποιον οπισθοδρομικό, υπήρξε μια καταστροφή. Και η Barbara μπαίνει στο παιχνίδι. Ο δρόμος της απελευθέρωσης είναι πολύπλοκος, μας λέει, ακόμη κι όταν αυτή τα έπαιξε όλα, την ζωή, την δική της και εκείνη των άλλων, το έκανε μέσα στην ψευδαίσθηση πως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα έφερνε την ευτυχία και πως ο κομουνισμός ήταν το τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης. Μα ίσως εκείνη η ιδέα του τελευταίου σταδίου ήταν αδύνατη διότι  “η ανάπτυξη” υπήρξε μια καταστροφή, και χρειάζεται να επιστρέψουμε στο πρώτο στάδιο, στην ξεχασμένη αρχή, για να βρούμε ξανά οξυγόνο και επαναστατική ελπίδα.

https://www.infoaut.org/culture/barbara-balzerani-e-il-richiamo-della-foresta

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Να μιλήσεις για την ευτυχία είναι ένα πράγμα πολύ ωραίο, αντιθέτως το να μιλήσεις για τον πόνο όχι, δεν είναι – Raccontare la felicità è una cosa bellissima, raccontare il dolore invece no

13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018

Παίρνουμε από το fb κάποια λόγια ενός ιταλού μαχητή  των Ypg, του Paolo Pachino, επάνω στο βιβλίο «Hevalen. Perché sono andato a combattere l’Isis in Siria»  – »Hevalen. Γιατί πήγα να πολεμήσω το Isis στην Συρία» του Davide Grasso

Raccontare la felicità è una cosa bellissima, raccontare il dolore invece no, Το να μιλήσουμε για την ευτυχία είναι κάτι πολύ όμορφο, αντιθέτως να διηγηθούμε τον πόνο όχι

Ένα βιβλίο, Hevalen, που μιλά για τον πόλεμο αλλά όχι μόνο, μιλά και για την κοινωνική επανάσταση που αναταράσσει, αναστατώνει και ανατρέπει την κατάσταση στον Βορά της Συρίας, μέσα σε πολλές δυσκολίες.
Ένα βιβλίο για τον πόλεμο που όμοιο του είχε πολύ καιρό να φανεί στα βιβλιοπωλεία, θυμίζει τα βιβλία που έχουν διαβαστεί και μιλούν για την ιταλική Αντίσταση ή για τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Ένα βιβλίο που είναι επίσης πολύ ωμό, ακατέργαστο, που μιλά για έναν σκληρό πόλεμο, πολύ σκληρό, και που φέρνει στο φως τις αντιθέσεις τις οποίες εμείς οι δυτικοί, που πηγαίνουμε να πολεμήσουμε, πρέπει να αντιμετωπίσουμε καθημερινά. Στον οποίον ο εχθρός είναι παντού, όταν πολλές φορές θα ήθελες να επιστρέψεις στο σπίτι, αλλά μια θέληση για ελευθερία σε σπρώχνει να πολεμάς. Ένας πόλεμος στον οποίον όταν ξεπερνάς το εμπόδιο του θανάτου και ρίχνεις τη ζωή σου πέρα από τον θάνατο, αντιμετωπίζεις με φόβο τον ίδιο σου τον εαυτό, και στο κεφάλι σου αντηχούν αυτές οι φράσεις: Γιατί δεν φοβάμαι; Τι μου συμβαίνει; Γιατί χαίρομαι που πηγαίνω στο μέτωπο; Γιατί είμαι ευτυχής όταν παίρνω μέρος σε μιαν επιχείρηση; Ένας πόλεμος στον οποίον εμείς οι δυτικοί του 21 αιώνα δεν είμαστε συνηθισμένοι, δεν έχουμε δει ποτέ τον πόλεμο και όταν τον βλέπουμε όλα αλλάζουν στη ζωή μας, όπως συνέβη στον Davide σε εμένα και σε πολλούς άλλους διεθνείς, όταν ζεις τον πόλεμο τον περιφρονείς και τον απεχθάνεσαι και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι περισσότερο από το ότι σε κάνει να ανατριχιάζεις, να τρέμεις, σταμάτησα να διαβάζω την διήγηση για την μάχη της Mambiji, δεν κατάφερα να διαβάσω τις περιγραφές μαχών, για τραυματίες και νεκρούς, όταν είμαστε μόνοι δεν καταφέρνουμε να διαβάσουμε κάποιες αφηγήσεις γεμάτες πόνους και στεναχώριες, πράγματα που έχουμε ζήσει και εμείς, κυρίως τον χαμό συντρόφων και φίλων. Για τις ημέρες που ζήσαμε στον πόλεμο μιλάμε μοναχά με τους φίλους που σαν κι εμάς έχουν πάει στην Συρία, οι άλλοι σου φαίνονται άσχετοι, ξένοι, και όταν μιλάς γι αυτά τα πράγματα και υπάρχει κάποιος ξένος προς αυτά ταράζεται από την χαλαρότητα με την οποίαν αναφερόμαστε σε αυτά. Μα εκείνο που σε κάνει να σκέφτεσαι και να προβληματίζεσαι περισσότερο, όταν ανατριχιάζεις μιλώντας για τον πόλεμο και δεν καταφέρνεις ούτε καν να διαβάσεις τις αφηγήσεις για την μάχη της Mambiji, γιατί τότε θέλεις να επιστρέψεις; Γιατί να πας ξανά να πολεμήσεις; Γιατί σε τόπους τόσο γεμάτους αντιθέσεις μα την ίδια στιγμή γεμάτους αγάπη και ελπίδα; Όταν φεύγουμε από την Rojava όλοι χαιρετούμε εκείνα τα μέρη με ένα γεια σου κι όχι με ένα αντίο.

Το Hevalen είναι ένα βιβλίο που σε κάνει να στοχάζεσαι και να προβληματίζεσαι, να βουτάς μέσα στις ημέρες, άσχημες και όμορφες που έζησε ο Davide και που ζει ο κάθε διεθνής μαχητής.
Κάποια πράγματα μπορείς μόνο να τα γράψεις και θα χρειαστούν χρόνια πριν μιλήσεις γι αυτά.

Το να μιλήσεις για την ευτυχία είναι κάτι πανέμορφο, να μιλήσεις για τον πόνο όχι.

Από την σελίδα pagina FB di Paolo

https://www.infoaut.org/segnalazioni/raccontare-la-felicita-e-una-cosa-bellissima-raccontare-il-dolore-invece-no

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Αυτό που περιμένουμε

κάπως έτσι νιώθω κι εγώ τώρα:

Στίχοι:  

Οδυσσέας Ιωάννου

Μουσική:

Θέμης Καραμουρατίδης

1. Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Σε άκουσα που έλεγες
Τις λέξεις τις σπουδαίες
Τα όνειρα με τη ζωή
Γεννούν κακές παρέες

Τα θαύματα που πίστεψες
Δεν βγάζουνε Χειμώνα
Κι αυτά που ακόμα πολεμάς
Θα ζήσουν έναν αιώνα

Δεν βγήκαμε στην θάλασσα
Ένα βουνό ανεβαίνουμε
Καράβια έξω απ’ το νερό
Στα σύννεφα θα δένουμε

Δεν ήρθαν άλλοι από αλλού
Μονάχοι μας πηγαίνουμε
Τώρα θα γίνουμε εμείς
Αυτό που περιμένουμε

Τα φύλαξα τα λόγια σου
Για να χω να πατήσω
Αυτός ο ατσάλινος καιρός
Δεν κάνει βήμα πίσω

Τα θαύματα που πίστεψες
Δεν βγάζουνε Χειμώνα
Κι αυτά που ακόμα πολεμάς
Θα ζήσουν έναν αιώνα

Δεν βγήκαμε στην θάλασσα
Ένα βουνό ανεβαίνουμε
Καράβια έξω απ’ το νερό
Στα σύννεφα θα δένουμε

Δεν ήρθαν άλλοι από αλλού
Μονάχοι μας πηγαίνουμε
Τώρα θα γίνουμε εμείς
Αυτό που περιμένουμε

 

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Δεν είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς – Non è un libro per nostalgici

του Marc Tibaldi

Gianfranco Manfredi, Ma chi ha detto che non c’è, l’anno del Big Bang, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει. Το έτος του Big Bang, Agenzia X, Milano, 2017, pp. 422, € 20,00.

To «να μετατρέψουμε τον κόσμο» του Karl Marx που ενσωματώνεται στο «να μεταβάλλουμε τη ζωή» του Arthur Rimbaud, στο «όνειρο, η ποίηση, η επανάσταση, η αγάπη» των σουρεαλιστών, στο «να διανέμουμε ήδη από τώρα τον πλούτο» της μπάντας Bonnot. Εδώ, το καλύτερο 77 ενσωμάτωνε σε αυτές τις περιπτώσεις, και ενσωμάτωνει ότι καλύτερο από τις ιδεολογίες του ‘800 και τις πρωτοπορίες και τις αντικουλτούρες του εικοστού αιώνα. Ανακινώντας τα πάντα και δημιουργώντας νέους τρόπους και νέες ιδέες Αλλά το ποιος είπε ότι δεν υπάρχει του Gianfranco Manfredi μας χαρίζει την πολυπλοκότητα εκείνου του κινήματος όπως δεν είχε γίνει ακόμη γίνει, παρά όλους τους τίτλους επί του θέματος που εμφανίστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ένα φανταστικό συνονθύλευμα σκέψεων, προβληματισμών, κοινωνιολογικών αναλύσεων και προσωπικών αναμνήσεων. Ο Manfredi είναι μια εκλεκτή φιγούρα: συγγραφέας, φιλόσοφος, τραγουδοποιός, σεναριογράφος πολυάριθμων ταινιών και δεκάδων ιστοριών κόμιξ που εξάγονται σε όλο τον κόσμο. Στη δεκαετία του εβδομήντα ηχογράφησε τα άλμπουμ Αλλά δεν είναι μια ασθένεια και Ζόμπι όλου του κόσμου ενωθείτεMa non è una malattia και Zombie di tutto il mondo unitevi.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα του να θυμίσουμε την Κόκκινη  Μαγεία Magia Rossa (Feltrinelli, 1983) και τον Μικρό μαύρο διάβολο, Piccolo diavolo  nero(Tropea, 2001), και αυτή η νέα εργασία μπορεί να διαβαστεί σαν απαραίτητη ενσωμάτωση στην Χρυσή Ορδή. Το μεγάλο επαναστατικό και δημιουργικό, πολιτικό και υπαρξιακό κύμα,  L’Orda d’Oro, 1968-1977. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale. Εάν η ανθολογία που δεν πρέπει να χάσετε και επιμελήθηκε ο Primo Moroni και ο Nanni Balestrini είναι μια συλλογή από τις σημαντικότερες θεωρητικές συνεισφορές και τις πιο ενδιαφέρουσες επαναστατικές πολιτικές εμπειρίες, το έργο του Manfredi μας επιστρέφει την πολλαπλότητα του κινήματος και εκείνων των χρόνων γενικότερα, επικεντρώνοντας στους πολιτικούς αγώνες εντάσσοντας τους μέσα στο πολιτιστικό σενάριο – εθνικό και διεθνές – εκείνης της χρονιάς.

Το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο στο 77, αλλά γενικότερα στα χρόνια αυτής της συγκυρίας μεταξύ του μετά το 68 και της αρχής της οπισθοδρόμησης. Και το κάνει με το πνεύμα «εκείνων» των καιρών και χωρίς να είναι ένα βιβλίο για νοσταλγικούς. Αυτό είναι ένα από τα δυνατά του σημεία. Αλλά το Ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è, αναπνέει την ατμόσφαιρα του ’77 και μας επιστρέφει τα οράματά της, έτσι είναι και ένα βιβλίο για το μέλλον. Γεννάται εμπνευσμένο από το διάσημο τραγούδι που φέρει τον ίδιο τίτλο, το οποίο ο Gianfranco Manfredi ηχογράφησε το 1976 και δημοσιεύθηκε στο άλμπουμ Ma δεν είναι μια ασθένεια, Ma non è una malattia. Είναι ένα ερωτικό και επαναστατικό τραγούδι, εμβληματικό του 77, μια επιθυμία για κάτι που μπορεί να υπάρξει μια μέρα αλλά και για τις πιθανές ουτοπίες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για ένα όμορφο κομμάτι, ουσιώδες, μια ισορροπία αντιθέσεων και προτάσεων, δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα πολλές ομάδες και τραγουδοποιοί, από τους Gang στους Ministri, από την τορινέζικη ομάδα Aldo dice (μαζί, μεταξύ των άλλων οι, Nadàr Solo, Banda Fratelli, Daniele Celona, Levante, Esma, 2 Fat Men, Duemanosinistra, Il terzo istante) σε εκείνο το άτυπο που αποτελείται από τους Guido Baldoni, Davide Giromini, Alessio Lega, Rocco Rosignoli και Marco Rovelli.

Ακολουθώντας τους στίχους του τραγουδιού, το βιβλίο αφιερώνει αξέχαστα κεφάλαια σε όλες τις πτυχές που μπορεί να θέσει υπό συζήτηση εκείνο το μαγικό έτος και κατά το οποίο το ανταγωνιστικό κίνημα εξέφρασε δημιουργικές και φαντασιακές σπίθες: από τα κόμικς έως την λογοτεχνία, από το θέατρο έως τον κινηματογράφο, από την επιστημονική φαντασία μέχρι την ελευθεριακή παιδαγωγική και μετά και πάνω απ ‘όλα: τον φεμινισμό, την κοινωνική οικολογία και τη φυσική γεωργία, την αντιψυχιατρική, την εργατική Αυτονομία, την διαδεδομένη αυτονομία, τους ινδιάνοι μητροπολιτάνους, το πανκ, τις  εναλλακτικές μουσικές, τον αντιμιλιταρισμό …

Πολύ χρήσιμος είναι ο κατάλογος των καλών προθέσεων που ο συγγραφέας αποφασίζει να ακολουθήσει γράφοντας το βιβλίο και αναφέρεται στην εισαγωγή: «Να μην ξεπέσουμε στην αυτοβιογραφία, να μην υποβληθούμε στη ροή των αναμνήσεων (οι μνήμες εξαπατούν), να μην ξεπέσουμε στο είδος »χρόνια του μολυβιού» ( μιας και το 77 υπήρξε πολλά περισσότερα από ένα κουτί του χρόνου με μέσα του ένα πιστόλι P38 και ένα πακέτο δώρου με σφαίρες), ακόμη περισσότερο να μην ξεπέσουμε στην εορταστική και συναισθηματική revival, αναβίωση, στην αναζήτηση της χαμένης νεότητας. Θα ήταν επίσης λάθος να μειώσουμε τη συλλογική εμπειρία σε γενεαλογική εμπειρία. Υπήρχαν περισσότερες γενιές, που έζησαν αυτή την εμπειρία, από τα παιδιά που γεννιόντουσαν, στους μεγαλύτερους που έφευγαν. Και όλοι τους ήταν πρωταγωνιστές, με τα όλα τους, αυτού του παραδειγματικού και μοναδικού έτους. Έπρεπε να ανοιχτώ στην οπτική των άλλων, να περπατήσω μαζί τους μονοπάτια που δεν είχα εξερευνήσει εγώ, αποφεύγοντας όμως την πανούκλα τις αποκαλύψεις που ήταν γεμάτες με ανέκδοτα που ξαναχτίστηκαν με τέχνη, ξεσπάσματα επακόλουθα από παράπονα εναντίον εκείνου ή του άλλου, εκθειάσεις λαμπερών επιχειρήσεων οικογενειακής διαχείρισης ή / και ομάδων … τέλος πάντων το χειρότερο”.

Δύο προβληματισμοί για το σήμερα, ξεκινώντας από το δημιουργικό χάος του βιβλίου και του ’77. Πρώτον: η διαδικασία των πολιτισμικών διαφορών και των αγώνων που ξεκινούν από μια συγκεκριμένη αξίωση και τη διαδικασία της κοινωνικής ανασύνθεσης εμφανίζονται σήμερα σε ένα πολύ διαφορετικό φως από αυτό που φαίνονταν να καθοδηγεί την πλανητική σκηνή εκείνων των χρόνων. Τότε οι διαφορές ήταν η κινητήρια δύναμη μιας δυναμικής της ανασύνθεσης, σήμερα εμφανίζονται κυρίως σαν ένα επιθετικό και ιδιαιτέρως αναγνωριστικό στοιχείο. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια μετατόπιση των τόνων, των προφορών. Η διαφοροποιημένη έμφαση, η οποία στα χρόνια του διεθνιστικού κύκλου δούλεψε ως δυναμικό στοιχείο, αποτελεί πλέον παράγοντα σταθεροποίησης της ταυτότητας και επιθετικής παύσης, κλεισίματος (σκεφτείτε το αφρο-αμερικανικό κίνημα που πέρασε από τις επαναστατικές θέσεις των BlackPanter στην αντιφατική Million Men March του Farramhan, σε θέσεις εθνικής απελευθέρωσης που εδαφικοποιούνται και καθίστανται αντιδραστικές , αλλάζοντας την προοπτική μερών του φεμινιστικού κινήματος και της ομοφυλοφιλίας προς τα νεοφιλελεύθερα παράλια).

Δεύτερον: το ’77 – σε πολλές από τις ζυμώσεις του, από το απαιτητικό κίνημα A / traverso στο πανκ – ήταν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών ταυτόχρονα και των αντικουλτούρων. Ίσως ήδη οι αντι-κουλτούρες υπήρξαν ένα ξεπέρασμα των πρωτοποριών. Πράγματι, στον τομέα της τέχνης, η πρωτοπορία προϋποθέτει την ικανότητα να επισημανθεί μια ικανότητα προσδιορίσιμη, μετρήσιμη ικανότητα κατά κάποιο τρόπο (ποιος μετράει και ποιο μέτρο είναι ένα πρόβλημα εξουσίας). Οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες στο κεφάλαιο όπως οι πολιτικές πρωτοπορίες είναι χρήσιμες για τον σχηματισμό ιεραρχιών. Οι αντικουλτούρες μπορoύν να υπαχθούν, αλλά έχουν δημιουργήσει μια κοινωνική συμμετοχή που παραμένει στη συλλογική συνείδηση. Σήμερα η δημιουργία υλικού, καλλιτεχνικού, σχεσιακού και κοινωνικού πλούτου δεν μπορεί πλέον να δημιουργηθεί μεμονωμένα, ατομικά, ακόμη και η τεχνολογική έρευνα είναι πάντα το αποτέλεσμα της ομαδικής έρευνας, μιας συνεργασίας.

Να σημειώσουμε κάποιες δευτερεύουσες πτυχές στο περιθώριο, λίγο άτακτα. Στο βιβλίο – το οποίο προφανώς πρέπει να θέσει κάποια όρια – δεν υπενθυμίζεται η σημασία της εικαστικής τέχνης (εννοιολογικής και επιτελεστικής κυρίως) και ούτε η σημασία της ποδοσφαιρικής καινοτομίας που προκαλείται από την «επιστημολογικά αναρχική» μέθοδο (να το πούμε σαν τον Feyerabend ) της Ολλανδίας και του Ajax, η οποία ήταν μια πραγματικά μη ιεραρχική έννοια του παιχνιδιού. Στα κεφάλαια αφιερωμένα στη μουσική δεν γίνεται λόγος για τη σημασία των περιοδικών όπως το Gong e Muzak, αλλά – γιατί όχι – ακόμη και το Ciao 2001. Αντίθετα, στο σωστά αφιερωμένο σημαντικό τμήμα των αντιρρησιών συνείδησης στη στρατιωτική θητεία, δεν υπάρχει καμία αναφορά για το κίνημα των «προλετάριων με στολή», μια άτυπη οργάνωση που ακολουθήθηκε έντονα σε πολλούς στρατώνες. Ανεπαρκές από αναλυτική άποψη, μας φαίνεται επίσης το κεφάλαιο που αφιερώνεται στο Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ενώ αφενός είναι σωστό να δοθεί χώρος στον Pannella και τα άλλα μέλη για τη συμβολή και την αποφασιστικότητα που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’70, από την άλλη ίσως θα μπορούσε να έχουν εντοπιστεί – όπως συμβαίνει και σε άλλες σελίδες σχετικά με τις θέσεις της ένοπλης πάλης – οι επικρίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ριζοσπάστες θα είχαν καταστεί ένα τέλειο γρανάζι για τον νεοφιλελευθερισμό.

Από αυτή την άποψη, μια σύντομη παρένθεση σχετικά με το θέμα. Πρόσφατα ξανά διάβασα τον αναρχικό της Τεργέστης, L’anarchico triestino, την αυτοβιογραφία του Umberto Tommasini. Η φωτογραφία που τον βλέπει να απεικονίζεται δίπλα στον Pannella κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητηρίου μιας αντι-μιλιταριστικής πορείας το 1973 μου θύμισε ένα γεγονός που μου έλεγε ένας σύντροφος. Κατά τη διάρκεια μιας αμφιλεγόμενης διαμάχης, ο Umberto – ο επαναστάτης σιδηρουργός που συμμετείχε στον ισπανικό Πόλεμο, εκείνη την εποχή ήταν 77 χρονών – είπε στον ριζοσπάστη ηγέτη περίπου αυτά τα λόγια: «θα γίνεις ένας υπηρέτης των αφεντικών και του Κράτους”. Δεν επρόκειτο για μια προφητεία, παρά για μια πολιτική ανάλυση αιτιολογημένη που έδειχνε ότι από τις «φιλελεύθερες» θέσεις του Pannella, που στερούνταν ένα πιο πολύπλοκο πολιτικό όραμα για εξουσία, δεν μπορούσε παρά να έρθει – αργά ή γρήγορα – να γίνει αυτό που θα γίνονταν ο Pannella στη συνέχεια. Έτσι έγινε, όπως μπορούμε να δούμε.

Τέλος. Για τον πλούτο του αλλά και για τους προβληματισμούς που εγείρει, Μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει, Ma chi ha detto che non c’è ξεσηκώνει μια πρόκληση για το μέλλον: ξεκινώντας από τις διαφορές χωρίς να επικεντρώνεται στην ταυτότητα, ξεκινώντας από συνωμοσίες χωρίς να ξεπέφτει σε ιεραρχικούς σχηματισμούς . Στην εμμένεια των επαναστατικών δυνατοτήτων, όπως τραγουδάει το τραγούδι “Υπάρχει στο βάθος των ματιών σου / στην άκρη των χειλιών / υπάρχει στο αφυπνισμένο σώμα […] Υπάρχει στο όνειρο που πραγματοποιείται στο γυαλισμένο πολυβόλο / στη χαρά στο θυμό / στην καταστροφή του κλουβιού / στο θάνατο του σχολείου / στην απόρριψη της εργασίας […] Βρίσκεται στη φαντασία / στη μουσική επάνω στο χορτάρι / βρίσκεται στην πρόκληση / στο έργο του τυφλοπόντικα / στην ιστορία του μέλλοντος / στο παρόν χωρίς ιστορία / […] στις στιγμές της μνήμης […] Βρίσκεται στο κάτω μέρος των ματιών σου ποιος είπε ότι δεν υπάρχει / στην άκρη των χειλιών / μα ποιος είπε πως δεν υπάρχει […] στο τέλος του Κράτους / εκεί, υπάρχει ναι, αλλά ποιος είπε ότι δεν υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει”.

https://www.carmillaonline.com/2017/11/04/non-un-libro-nostalgici/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Η πολιτική οικονομία για τα κοινά – L’economia politica del comune

L’economia politica del comune

Στις πράξεις της καθημερινής ζωής: η εκμετάλλευση αυτού που είναι »κοινό»

Εκμετάλλευση και υπαγωγή στον βιο-γνωστικό καπιταλισμό

€ 17.00 in uscita με την έξοδο
Συχνά μας συμβαίνει να ανεβούμε σε ένα τρένο ή λεωφορείο και βρισκόμαστε σε επαφή με μια ποικιλία ανθρώπων που μιλούν σε ένα κινητό τηλέφωνο, περιηγούνται σε σελίδες facebook, στέλνουν sms ή παίζουν ένα μοναχικό παιχνίδι. Ένα σολιψιστικό κλίμα όπου η ανθρώπινη κοινωνικότητα φαίνεται να έχει εξαφανιστεί και να έχει αντικατασταθεί από μια εικονική κοινωνικότητα, ψυχρή. 
Ωφελείται αυτός από τη χρήση φυσικών συσκευών – ταμπλέτες, κινητά τηλέφωνα, φορητούς υπολογιστές, iPad – και όλα τα αξεσουάρ που χρειάζονται για να επαναφορτισθούν και επανασυνδεθούν μεταξύ τους και μαζί μας. Είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου που κρύβει έναν παραγωγικό μηχανισμό και ένα [επισφαλή] εργατικό σύμπαν που περιλαμβάνει τους ανθρακωρύχους που εξάγουν πρώτες ύλες, τους εργάτες στον τομέα της συναρμολόγησης, τους μεταφορείς, τους αποθηκάριους, τους χειριστές τηλεφωνικών κέντρων, τους μηχανικούς υπολογιστών και δημιουργούς γλωσσών, τους δημιουργούς διαφήμισης , και τους πωλητές ψευδαισθήσεων και εμπορικών σημάτων. 

Όλα σχεδιάζονται για να εξασφαλίσουν ότι η ανθρώπινη κοινωνικότητα, τα δίκτυα των σχέσεων, η κοινωνική αναπαραγωγή οι γνώσεις και οι γνωριμίες, με μια λέξη, η ζωή μας, τίθενται στην εργασία και αμέσως εμπορευματοποιούνται και αποτιμώνται προς όφελος ολίγων. Είμαστε το έμμεσο, συχνά ασυνείδητο, ανθρώπινο δυναμικό που επιτρέπει στη ζωή, στα σώματα και στο μυαλό να αποτιμώνται. Χωρίς την κοινωνική μας συνεργασία δεν υπάρχει παραγωγή πλούτου: μια παραγωγή αξίας που προκύπτει από την κοινωνική μας οντότητα, απ’ το να είμαστε κοινωνικοί. Η εκμετάλλευση της κοινότητας, των κοινών γεννιέται εδώ. Στις πράξεις της καθημερινής ζωής.

Αυτό το βιβλίο θέλει να ερευνήσει τον μηχανισμό εκμετάλλευσης και υποτέλειας των ζωών μας, που φαίνονται ελεύθερες, αλλά είναι καρφωμένες από αόρατες αλυσίδες και υποταγμένες από τις πιο αυστηρές σειρήνες, από αυτές που προκύπτουν από μια υποταγή ιεραρχική και άμεση εξουσίας.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι η διοίκηση επί της ζωής, επί της ικανότητά μας να παράγουμε γνώση και αυτονομία. Μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν τον ζυγό με τον οποίο συχνά είμαστε συνεργοί, συνυπεύθυνοι; Εδώ βρίσκεται το στοίχημα της επιβίωσης και της ελευθερίας μας.

 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Andrea Fumagalli

Ο Andrea Fumagalli είναι καθηγητ’ης οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Pavia. Υπήρξε ιδρυτής του περιοδικού  «Altreragioni». Μαζί με τον Sergio Bologna έχει επιμεληθεί την εργασία Il lavoro autonomo di seconda generazione (Feltrinelli, 1997). Άλλες εργασίες του είναι : Bioeconomia e capitalismo cognitivo(Carocci, 2007) και La moneta nell’impero(μαζί με τους Christian Marazzi και Adelino Zanini, Ombre corte, 2002).

http://www.deriveapprodi.org/2017/10/leconomia-politica-del-comune/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Σαράντα χρόνια ενάντια στην εργασία – Quarant’anni contro il lavoro

Quarant’anni contro il lavoro

Kανόνας διχασμένος: να σκέφτεσαι ενάντια στο παρόν

από τον  Federico Campagna

€ 22.00 € 18.70
Ο Franco Berardi είναι γνωστός στα χρονικά σαν «Bifo», απ’ όταν , το 1977, υπεδείχθη σαν ένας από τους υπεύθυνους της «δημιουργικής εξέγερσης» της Bologna. Η αναζήτηση μιας πιθανής απελευθέρωσης του χρόνου της ζωής από την δουλεία της μισθωτής εργασίας  διατρέχει σαράντα χρόνια της δραστηριότητας του στα κείμενα-δοκίμια: από τα άρθρα των χρόνων Εβδομήντα, που δημοσιεύτηκαν σε φανζίν και αυτοπαραγωγικά φυλλάδια, στα δοκίμια για τη διαμόρφωση του δικτύου κατά τη δεκαετία του ’90, μέχρι αποκαλυπτικές προφητείες της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.Γραπτά τα οποία, εκτός από την εργασία, αντιμετωπίζουν πολλά θεμελιώδη ζητήματα – την τεχνολογία και την επικοινωνία, την ποίηση, την τέχνη, την ψυχανάλυση και την ψυχοθεραπεία – κινούμενα από ένα πάθος για την ηθική και πολιτική εξέγερση ενάντια στην εκμετάλλευση και την εξουσία, και από τα οποία διαφαίνεται μια βαθιά γνώση των αναδυόμενων νημάτων της φιλοσοφικής σκέψης και της επιστημονικής έρευνας.Ξεκινώντας από την διαπίστωση πως η τεχνολογία και η γνώση μειώνουν τον απαιτούμενο χρόνο εργασίας, ο Bifo επεξεργάζεται μια πρωτότυπη εικόνα των τεχνικών, ανθρωπολογικών και πολιτικών διαδικασιών και υποδεικνύει μια ευκαιρία για χειραφέτηση που παραμένει δυνατή παρά την οπισθοχώρηση που έχει παράξει ο νεοφιλελευθερισμός στην ιστορία του κόσμου, και που τώρα γκρεμίζεται σε μια μορφή μεταμοντέρνου φασισμού.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

Franco Berardi (Bifo)

Ο Franco Beradi (Bifo), ιδρυτής του ιστορικού περιοδικού «A/traverso», φύλλου του δημιουργικού κινήματος της Bologna, και μεταξύ των εμπνευστών του Radio Alice, είναι συγγραφέας πολλών δοκιμίων επάνω στους μετασχηματισμούς της εργασίας, καινοτομίες και επικοινωνιακές διαδικασίες.  Ανάμεσα στα βιβλία του: Telestreet. Macchina immaginativa non omologata (μαζί με τους Jacquement και Vitali, 2003), Alice è il diavolo. Storia di una radio sovversiva (2002), Un’estate all’inferno (2002), La fabbrica dell’infelicità (2001), La nefasta utopia di Potere Operaio (1997).

http://www.deriveapprodi.org/2017/05/quarantanni-contro-il-lavoro/