ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Η πιο γκαγκάν εφημερίδα» ήταν αυτή του Ρασούλη. Η ασφάλεια τον στοχοποίησε ως αναρχικό και αυτός υπέγραφε με το όνομα, που του έδωσε ο ανεπιθύμητος από την εκκλησία, γκουρού Ραζνίς…

Με στίχο άμεσο, τρυφερό, αλλά και πολλές φορές δηκτικό, άλλαξε το ελληνικό τραγούδι. Ακόμα και όταν έγραφε ερωτικούς στίχους, κατάφερνε να περνά κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα. Εκτός από τα τραγούδια, το ίδιο έκανε και μέσα από τα άρθρα που έγραφε στο περιοδικό που εξέδιδε. Ο Μανώλης Ρασούλης ρίσκαρε, αλλά πάντα ήταν έτοιμος να πληρώσει το τίμημα. Πολλές φράσεις, οι οποίες υπήρχαν στα κείμενά του, έγιναν στη συνέχεια στίχοι στα τραγούδια του, όπως το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας». Το τραγούδι έγινε αφορμή να δεχτεί, για ακόμη μία φορά, επίθεση από την Εκκλησία. Αυγό, το πιο γκαγκάν περιοδικό των Βαλκανίων Η εκδοτική προσπάθεια του Ρασούλη ξεκίνησε μαζί με τη σύντροφο του, Βάσω Αλλαγιάννη στα τέλη της δεκαετίας του ‘70. «Ήτανε ένα φιλοσοφικοκοινωνικοπολιτικό περιοδικό που το αγκάλιασε και το υποστήριξε πάρα πολύς κόσμος. Το πρώτο τεύχος βγήκε το 1979, σε μια εποχή που όπως έχει παραδεχτεί η Βάσω Αλαγιάννη δεν κατάφερναν να πληρώσουν ούτε το νοίκι τους. Το μόνο που ήθελαν ήταν να βγάζουν Το Αυγό.

Ο αιρετικός του λόγος στο περιοδικό «Αυγό», το οποίο εξέδιδε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, ήταν η αιτία να βρεθεί στο στόχαστρο της Ασφάλειας ως αναρχικός.Ίσως επειδή δεν τον καταλάβαιναν. Ο Ρασούλης έγραφε στον πρόλογο της έκδοσης: «Το περιοδικό αυτό βγαίνει γιατί έτσι. Γιατί αν απαριθμίσωμε τα γιατί ακόμα κι αυτός ο Ιώβ θα πάθαινε εγκεφαλικό πέρα δώθε απ’ τα πηλίκα και τ’ άλλα. Η κατάσταση είναι έγκυος. Οι ύλες και τα πνεύματα, νεύματα και σπέρματα βρίσκονται σ’ ενδιαφέρουσα αλληλουχία κι αλληλεξάρτηση κι αλληλοδιαμόρφωση κι όλος ο υπόλοιπος Πόλιτσερ. Το έντυπο αυτό είναι μια σύλληψη μέσα στις άλλες συλλήψεις. Βέβαια δεν είμαστε ενάντια στις εκτρώσεις, αλλά παρά άμβλωση το ζυγιάσαμε και βρήκαμε ότι 90% έπρεπε να τ’ αφήσομε να τοκευτεί. Βέβαια το ζόρι είναι να μη βγει κανένα μογγολάκι μ’ όλο αυτό το προσωποκρατικό του ενός αρθογράφου και με τον, κατά τα άλλα συμπαθή τίτλο. Θα μπορούσε να ονομαστεί Μπούμεραγκ αλλά θυμίζει λίγο εκδίκηση ρίγκους και τέτοια ή σπέρμα ή σταυροδρόμι και πολλά άλλα. Αλλά Αυγό (παρ’ ότι λένε κάτι φίλοι: είναι διανοουμενιάρικο), είναι ταπεινή λέξη. Για φανταστείτε! Αυγό! Πόσοι διανοουμενιστές ή όχι δεν έχουν επιβιώσει με αυγά. Και πόσοι δεν έχουν πει την κουβέντα: το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό;». Η επανάσταση στο Παρίσι, ο Τρότσκι και τα πολιτικά κείμενα Ιδεολόγος, σαρκαστικός και εκρηκτικός, ο Μανώλης Ρασούλης ξεκίνησε να γράφει πολιτικά άρθρα μετά τη συμμετοχή του στην εξέγερση του ’68 στο Παρίσι. Συμμετείχε ενεργά στις φοιτητικές διαμαρτυρίες, ξυλοκοπήθηκε και νοσηλεύτηκε. Στο Παρίσι ο Ρασούλης μαγεύτηκε από μια αφίσα. Ήταν του Τρότσκι. Συμμετείχε μάλιστα στην καθοδήγηση των τροτσκιστών και σκίτσαρε το σφυροδρέπανο με την ελπίδα ότι η φλόγα της επανάστασης θα ανάψει και στο Λονδίνο, όπου βρέθηκε αρχικά για σπουδές. Έτσι άρχισε να γράφει πολιτικά άρθρα. Κείμενα του δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Σοσιαλιστική Αλλαγή», την οποία μοίραζαν στο δρόμο.

Το ιστορικό περιοδικό Το Αυγό, ήταν μια εκδοτική προσπάθεια του Ρασούλη μαζί με την Βάσω Αλλαγιάννη στα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Κυκλοφόρησαν τέσσερα τεύχη σε διάστημα δύο ετών. Ο Μανώλης Γιούχτας που έγινε Σουάμι Ντέβα Παρινίτο Ο τότε 22χρονος Μανώλης υπέγραφε τα κείμενά του ως Μανώλης Γιούχτας. Πήρε το «ψευδώνυμο» του από το όρος Γιούχτας της Κρήτης, το οποίο αν το κοιτάξει κανείς από το Ηράκλειο σχηματίζει το κεφάλι ηλικιωμένου ανθρώπου σε ύπτια θέση. Ο τροτσκισμός ήταν μία από τις βασικές ενότητες του περιοδικού του. Θαύμαζε και σεβόταν όσους θεωρούσε δασκάλους του, από τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Μίκη Θεοδωράκη μέχρι τον γκουρού Όσο Ραζνίς. Όνειρό του ήταν να μπορέσει κάποτε να συναντήσει τη διάσημη Ινδή ηθοποιό Μαντουμπάλα που πρωταγωνιστούσε σε κινηματογραφικές επιτυχίες της εποχής. Το ταξίδι τελικά πραγματοποιήθηκε το 1979. Ο Ρασούλης πήγε στην Ινδία με τη σύντροφό του Βάσω Αλαγιάνη, η οποία μύησε τον στιχουργό στη διδασκαλία του γκουρού Ραζνίς. Διεθνώς έγινε γνωστός ως Osho.

Ο Ραζνίς είχε εγκαταλείψει την διδασκαλία φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Ινδιών και ίδυσε την κοινότητα των «Σαννάσιν» μαθητών και ένα γιγαντιαίο κοινόβιο στην Ινδική Ποόνα. Χιλιάδες παιδιά, αγόρια και κορίτσια, πάμπλουτων οικογενειών από την Ευρώπη και την  Αμερική, έφτασαν εκεί, αναζητώντας τη σωτηρία από τα αδιέξοδα της σύγχρονης υλιστικής καταναλωτικής κοινωνίας. Έγινε διάσημος και το 1981 έφυγε για τις ΗΠΑ. Από εκεί έφυγε ως ανεπιθύμητος το 1982 μετά από μπαράζ κατταγγελιών για χρήση παραισθησιογόνων και σεξουαλικά όργια. «Δεν ενθαρρύνω τα όργια, αλλά και δεν τα απαγορεύω» απαντούσε ο ίδιος με νόημα. Θέση έλαβε τότε και η Εκκλησία της Ελλάδος, όταν ο γκουρού θέλησε να επισκεφθεί την Κρήτη το 1986. Η Ιερά Σύνοδος τον χαρακτήρισε «επικίνδυνον διά την δημόσιαν ασφάλειαν» και ο Ραζνίς απελάθηκε με απόφαση του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Όταν ρωτήθηκε για την Ελλάδα απάντησε: «η Σύγχρονη Ελλάδα βρίσκεται στα χέρια των ηλιθίων» και διευκρίνισε ότι «εάν οι Έλληνες δεν ακολουθούσαν αυτούς τους ηλίθιους, τους Βυζαντινούς, αλλά αντίθετα έμεναν προσηλωμένοι στις φιλοσοφικές δοξασίες του Σωκράτη, και των άλλων αρχαίων φιλοσόφων, τότε η χώρα τους θα βρισκόταν στην αφρόκρεμα των εθνών και όχι όπως είναι σήμερα». Ο Ρασούλης είχε μυηθεί από τον Ραζνίς και πήρε το όνομα «Σουάμι Ντέβα Παρινίτο» Με αυτό το όνομα υπέγραφε την έκδοση του περιοδικού του. Η θεματολογία εκτείνονταν από τη λογοτεχνία, τη μουσική και το τραγούδι, μέχρι τη φιλοσοφία, τη θρησκεία και φυσικά την πολιτική. Έγραφε, μάζευε φωτογραφίες, δημοσίευε τραγούδια, συνεντεύξεις και αφιερώματα. Η πολυγραφότητά του ήταν τέτοια που κανείς άλλος δεν μπορούσε να προσθέσει κάτι παραπάνω. Τρόσκυ, Ραζνίς και Βίλμεχ Ράιχ αποτελούσαν σταθερές ενότητες στο περιοδικό του. Τα εικοσαύγουστα στο Ηράκλειο ήταν ένα παγηγύρι με χρώμα και ζωντάνια.

Το γλέντι που έγινε θεσμός στην Κρήτη Μαζί με πολλούς αναγνώστες ξεκινούσαν από διάφορα μέρη απ’ όλη την Ελλάδα και διοργάνωναν εκδηλώσεις σε όλους τους δρόμους της Κρήτης. Το χάπενινγκ ονομάστηκε «Εικοσαύγουστα» και περιελάμβανε από θέατρο δρόμου έως μουσική και τραγούδι με χρώμα και ζωντάνια. Για να μαζέψουν κόσμο είχαν αφισοκολλήσει σε όλο το Ηράκλειο χρωματιστά χαρτιά. Σταδιακά έπαιρναν μέρος ολοένα και περισσότεροι και έτσι στηνόταν έναν μεγάλο πανηγύρι. Μαζί αναστάτωναν την Κρήτη. Η πολιτική Πολιτικά κείμενα κριτικής, ανοιχτές επιστολές διαμαρτυρίες και ρεπορτάζ δικά του συμπλήρωναν την ύλη. Ένα από αυτά ήταν ο πολιτικός λόγος που θα έβγαζε αν διεκδικούσε την εξουσία. Δημοσιοποίησε τις αρχές, την ηθική και πως εκείνος θα άλλαζε τον κόσμο.

Για τον πόλεμο: «Έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί κοινωνικές και ψυχολογικές δομές θα πρότεινα δια μέσου της ελληνικής νομοθεσίας ο απανταχού πόλεμος να λάβει χώρα σε περιορισμένο χώρο καθορισμένο και με εθελοντική συμμετοχή κάθε πολίτη που θέλει να σκοτωθεί για λόγους παραδοσιακής ψυχολογίας. Για τη γυναίκα: «Έχει κατοχυρωθεί στην ιστορία ότι το επίπεδο ενός πολιτισμού μιας κοινωνίας φαίνεται από την ποιότητα της πρόνοιας για τη μάνα και το παιδί». Για το παιδί: «Η ιδανική πολιτεία θα εμπνέεται από το παιδί. Η προτροπή μου είναι παιδικότητα και όχι παιδιάστικη μεγαλοφάνεια». Θα τον ψήφιζε κανείς σήμερα; Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»: Ο Μανώλης Ρασούλης ήταν μαθητής του γκουρού Ραζνίς τον οποίο η ελληνική εκκλησία χαρακτήρισε «σεξομανή» και το ελληνικό κράτος τον απέλασε…

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/quot-i-pio-gkagkan-efimerida-quot-itan-ayti-toy-rasoyli-i-asfaleia-ton-stochopoiise-os-anarchiko-kai-aytos-ypegrafe-me-to-onoma-poy-toy-edose-o-anepithymitos-apo-tin-ekklisia-gkoyroy-raznis/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

«Μην ψηφίζετε νεοφασίστες»: Ο Ρότζερ Γουότερς κατά Τραμπ και Μπολσονάρου Διαβάστε περισσότερα:

ΜΟΥΣΙΚΗΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΝοέ 3, 2018

Ο Ρότζερ Γουότερς, άλλοτε η ψυχή του μουσικού συγκροτήματος Pink Floyd, αποκαλεί τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ζαΐχ Μπολσονάρου «νεοφασίστες» Ο Ρότζερ Γουότερς, άλλοτε η ψυχή του μουσικού συγκροτήματος Pink Floyd, προέτρεψε την Παρασκευή τους πολίτες να «μην ψηφίζουν νεοφασίστες», όπως είναι κατ’ αυτόν ο εκλεγμένος πρόεδρος της Βραζιλίας Ζαΐχ Μπολσονάρου, ή ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Μοντεβιδέο. Ποια είναι η άποψή του για τον Τραμπ; «Διστάζω να σπαταλήσω την ανάσα μου για αυτόν τον σιχαμερό τύπο», αποκρίθηκε ο βρετανός μουσικός στα γραφεία της συνομοσπονδίας συνδικάτων PIT CNT, στην πρωτεύουσα της Ουρουγουάης. Θα πρωταγωνιστήσει σε μια συναυλία στο Μοντεβιδέο σήμερα. Ο 75χρονος Ρότζερ Γουότερς θα κάνει αυτή τη συναυλία στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Η Παλαιστίνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα σήμερα». Εκφράζεται εδώ και πολλά χρόνια για την ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη, υποστηρίζοντας πως οι Παλαιστίνιοι «δεν έχουν δικαιώματα» και «ο υπόλοιπος κόσμος δεν κάνει τίποτα».

Φωτογραφία από συναυλία στη Ρώμη Το Ισραήλ «ουδέποτε είχε την πρόθεση να επιτρέψει να υπάρξει Παλαιστινιακό Κράτος, πολύ περισσότερο τώρα», τόνισε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Ο άλλοτε μπασίστας και τραγουδιστής ενός από τα γνωστότερα μουσικά συγκροτήματα της πρόσφατης ιστορίας κάνει το τρέχον διάστημα τουρνέ στη Νότια Αμερική, που θα συμπεριλάβει σταθμούς στην Ουρουγουάη, στη Βραζιλία, στην Παραγουάη, στην Αργεντινή, στη Χιλή και στο Περού.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Διαβάστε περισσότερα: https://www.kar.org.gr/2018/11/03/min-psifizete-neofasistes-o-rotzer-goyoters-kata-tramp-kai-mpolsonaroy/

https://www.kar.org.gr/2018/11/03/min-psifizete-neofasistes-o-rotzer-goyoters-kata-tramp-kai-mpolsonaroy/

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Δημήτρης Λέντζος – Μανόλης Ανδρουλιδάκης: «Παράξενο τσίρκο»

Δημήτρης Λέντζος – Μανόλης Ανδρουλιδάκης: «Παράξενο τσίρκο»

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μετρονόμος η καινούργια δισκογραφική δουλειά του ποιητή και στιχουργού Δημήτρη Λέντζου, σε μουσική του Μανόλη Ανδρουλιδάκη, με τίτλο Παράξενο τσίρκο.

Τα τραγούδια ερμηνεύουν η Ρίτα Αντωνοπούλου, ο Γιάννης Κότσιρας, η Σοφία Παπάζογλου, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Απόστολος Ρίζος και ένα ο συνθέτης.

Το παράξενο τσίρκο είναι μια παράσταση με σχοινοβάτες, ξυλοπόδαρους, μάγους, λαγούς, νάνους, αρλεκίνους, λιοντάρια, παλιάτσους και ό,τι άλλο πρέπει να έχει ένα σοβαρό τσίρκο που σέβεται τον εαυτό του. Το παράξενο είναι ότι αυτή η παράσταση είναι ιδιωτική και γίνεται κάθε βράδυ σε ένα μικρό δωμάτιο, στο δωμάτιό σου, τόσο κοντά στα όνειρα.

Παίζουν οι μουσικοί: Μανόλης Ανδρουλιδάκης: μαντολίνο, μπουζούκι, τζουρά, μπαγλαμά, πιάνο, midi programming, κρουστά / Γρηγόρης Συντρίδης: ντραμς / Σταύρος Καβαλιεράτος: κοντραμπάσο, τρομπέτα / Θύμιος Παπαδόπουλος: φλογέρα, ινδικό φλάουτο bansuri, κλαρίνο / Κώστας Μερετάκης: νταούλι / Νεοκλής Νεοφυτίδης: πιάνο

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Μια νύχτα στο Σαντιάγκο, το γαλάζιο σπίτι της Σάντα Φέ, [στ]

Αέναη κίνηση

Ήταν, νομίζω, Απρίλης του 71. Η Κατίτα ήταν μεσ’ την ανακατωσούρα. Ούτε τρεις νύχτες στο ίδιο μέρος, ελάχιστος ύπνος, πολλή δουλειά για την επομένη. Αν συνεχίζονταν η ίδια άσκοπη περιπλάνηση, η εξάντληση θα ήταν αναπόφευκτη. Αυτή πήρε την κατάσταση στα χέρια της, θα νοικιάζαμε το σπίτι. Ο Μπαούτσι την ενθάρρυνε.

Ένα απόγευμα επισκέφτηκε ένα σπιτάκι, δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό – υπήρχε μια σόμπα »Κόμετ» στο μεγάλο  δωμάτιο, πολυτέλεια για το χειμώνα. Δεν υποχώρησε ούτε όταν ανακάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν απόστρατος αξιωματικός. Μέχρι και επίσκεψη του έκανε, πολύ φυσιολογικά, μ’ ένα πακέτο τσάι για την αδελφή του.

Το σπίτι βρισκόταν, σαν από λάθος στημένο, στο κέντρο της πλούσιας συνοικίας Λάς Κόντες, στ’ ανατολικά του Σαντιάγκο, στις πλαγιές  της Κορδιλλιέρας. Με τον κήπο του, προστατεύονταν από τον θόρυβο των κατσαρολικών, εκείνο το ρυθμικό χτύπημα, κάθε βράδυ, απ’τις γυναίκες των μπουρζουάδων που διαδήλωναν έτσι ενάντια στην κυβέρνηση Αλλιέντε. Κι οι ομάδες…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.357 επιπλέον λέξεις

ανατρεπτική τέχνη, arte ribelle

Barbara Balzerani: η πορώδης συγγραφή της ιστορίας

Από τον μαγικό ρεαλισμό της Ortese μέχρι τη φιλοσοφική και σημασιολογική αυστηρότητα, βουτηγμένη με την θηλυκή ουσία, της de Beauvoir. Από τις πληγές του Angelus Novus του Walter Benjamin, φορέα μιας ιστορίας «πορώδους» που χρειάζεται την εκ νέου / εγγραφή, στο ντοκουμέντο “Nuovo Realistico“ που λογαριάζεται με τον κυρίαρχο μετα-μοντερνισμό και τις ερμηνευτικές τάσεις της αδύναμης και μετά ιδεολογικής σκέψης. Από την ποιητική και εικονοκλαστική οργή της αγγλικής δραματουργού Sarah Kane, μέχρι τις ελεγιακές πινελιές της άραβας ποιήτριας Zhabiya Khamis. Μέχρι τον άμεσο και λεπτό φωτογραφικό λυρισμό του Salgado. Αυτά είναι τα ίχνη που εκφράζονται – κατά τη γνώμη μου, φυσικά, γιατί θα μπορούσαμε να δούμε και πολλά άλλα, όπως εκείνα του φεμινισμού της Lonzi – επάνω στα οποία φαίνεται να κινούνται, με αργό αλλά αμείλικτο βήμα, ανελέητο αλλά παθιασμένο, τα μυθιστορήματα της Barbara Balzerani. Μυθιστoρήματα στα οποία η πολιτική και το μαρξιστικό ιδεώδες είναι η αντίστιξη, σιωπηρή και αναπόφευκτη, μέσω της οποίας μπορούν να ακουστούν οι τραγικές νότες μιας ζωής στον αγώνα, μιας ύπαρξης σε αγώνα.

Εδώ, στη συνέχεια, ένα πέρασμα, από τα πιο σημαντικά, του τρίτου της “Perché io perché non tu”, »Γιατί εγώ γιατί όχι εσύ:

«Υπάρχουν στιγμές που τυπώνονται στη μνήμη και παραμένουν εκεί για να καίνε σαν να έπρεπε να περάσει μια ζωή. Κλικ, σαν ένα στιγμιότυπο στο επίκεντρο και ο κόσμος αλλάζει πρόσωπο. Αν είχα παραμείνει σιωπηλή θα είχα παρατείνει την αθωότητα για λίγο ακόμη αλλά εκείνα τα λόγια βγήκαν από το στόμα μου από μόνα τους, ακούσια αμαρτία τόσο άσεμνη ώστε να αξίζει την άμεση τιμωρία. Την ανέλαβε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος η οποία, κοιτάζoντας με σαν μια κάμπια η οποία πιστεύει πως είναι πεταλούδα, μου έδειξε τη διαφορά μεταξύ των δύο φορεμάτων. Φορούσα ένα φτηνό κουρέλι και ούτε που έκλεινα το στόμα μου.

Με την μια μου αποκάλυψε πως ήμουν φτωχή, πως φαίνονταν και συνεπώς ήταν καλύτερο να περάσω απαρατήρητη την μέρα του τελετουργικού. Μπροστά θα στέκονταν εκείνες όπως η φιλενάδα μου, αέρινες και με τα πλούσια κάλλη τους. Για μένα, μια θέση λίγο πιο πίσω, βλέπεις ακόμη και τα μυστήρια απαιτούν τον σεβασμό προς τις τιμές και προς την στόφα».

Λοιπόν, λόγια γεμάτα, να χρησιμοποιήσω τον Λακάν. Λόγια που ιστοριοποιούν, και γλώσσα – στο σθένος της συμβολικής δομής της – που υπενθυμίζει και δεν ενημερώνει, δεν παίζει με τον εαυτό της, προκαλώντας σύγχυση και ανακατεύοντας τα χαρτιά. Μια γλώσσα που κάνει την Αλήθεια και την Ιστορία στον Άλλο και του Άλλου να ανα/γεννάται. Λόγος που είναι σαν μια κραυγή μέσα στη νύχτα. Εκείνη η κραυγή του παιδιού που καλεί την Αγάπη και το καθιστά συμμέτοχο, ακόμη και κάτω από τις βόμβες λευκού φωσφόρου, που εκτοξεύονται από μια απρόσεκτη και χειρουργικά ψυχρή αεροπορία, στην αποτρόπαια καταστροφική δύναμή της. Λόγος μιας σπουδαίας συγγραφέως, ικανής να επεξεργαστεί μια ύλη καμωμένη από ευμετάβλητα, ευάλωτα σημάδια, με τα γυμνά χέρια της ποίησης, αυλακωμένα από τον ανθρώπινο πόνο και μασημένα μέσα στον αγώνα για επιβίωση.

“Compagna Luna” “La sirena delle cinque” “Perché io, perché non tu” “Cronaca di un’attesa” “Lascia che il mare entri”. E ora, uscito alcuni mesi or sono, edito sempre daDeriveApprodi, il sesto libro: “L’ho sempre saputo” «Συντρόφισσα Σελήνη» «Η σειρήνα των πέντε» «Γιατί εγώ, γιατί όχι εσύ» «Χρονικό μιας αναμονής» «Άφησε τη θάλασσα να μπει». Και τώρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, δημοσιεύθηκε πάντα από τον οίκο DeriveApprodi, το έκτο βιβλίο: «Το γνώριζα πάντα».

Ποια είναι η Barbara Balzerani, ποια είναι η ιστορία της, είναι ή θα έπρεπε να είναι γνωστό. Guerrigliera, αντάρτισσα, μέλος του εκτελεστικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών, πήρε μέρος στο κομάντο που ολοκλήρωσε την απαγωγή και την εκτέλεση του προέδρου των Χριστιανοδημοκρατών, Aldo Moro. Εξέτισε, με έναν εγκλεισμό τριάντα χρόνων και σκληρή φυλακή, τα μαρξιστικά ιδεώδη της και το όνειρό της – που μοιράστηκε με μια ολόκληρη γενιά – να αλλάζει τον κόσμο και εκείνους τους οικονομικούς κανόνες, εκείνες τις κοινωνικές και πολιτιστικές δομές και μορφές συνείδησης, που βασίζονται σε μια απατηλή και άνιση κοινωνική σύμβαση.

Βγαίνοντας από την φυλακή, ωστόσο, η Barbara βρήκε εκείνο τον κόσμο – έναν κόσμο στον οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων συμφερόντων ήταν, όχι μόνο δυνατή, αλλά και στη βάση του δημοκρατικού συστήματος, έστω και φιλελεύθερου-αστικού, εκείνο τον κόσμο, που διασχίστηκε από έναν κοσμικό Ταξικό Αγώνα, που έβλεπε τα αφεντικά να έχουν σαφές πλεονέκτημα, και που αυτή σκόπευε να αλλάξει, ανατρέποντας τις ισορροπίες-σχέσεις δυνάμεων και τις σχέσεις παραγωγής προς όφελος, αυτή τη φορά, των εκμεταλλευόμενων – γενετικά μεταλλαγμένο. Δεν τον αναγνώριζε πλέον, αυτόν τον κόσμο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Τίποτα δεν της ανήκε, παρά μόνο ο εαυτός της. Το σώμα της, το οποίο είχαν επίσης προσπαθήσει να της πάρουν. Η ξεκάθαρη φωνή της. Η νοημοσύνη της, η εξυπνάδα της, που είχαν προσπαθήσει να δαμάσουν, να εξημερώσουν, χωρίς να το πετύχουν. H ιστορία, το σενάριο της, τα καθέκαστα της, οι εμπειρίες της που έπρεπε να ανιχνευθούν, να ανακτηθούν, να ανακατασκευαστούν, να δωροδοτηθούν.

Σε αυτόν τον κόσμο, που καταστράφηκε από τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, που κατέστη οργουελική δικτατορία της μοναδικής σκέψης, ήταν σαν ξένη. Ο οικουμενικός εορτασμός της κυρίαρχης σκέψης, του turbo-καπιταλισμού, του τέλους της Ιστορίας, που διοχετεύεται από τα μέσα ενημέρωσης και από τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία παρουσιάζουν την ψευδή εικόνα για αυθεντική, την καθιστούσε αδιάφορη θεατή γεγονότων που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα ήθελε να είχε φανταστεί! Αυτή, που είχε αγωνιστεί για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτή, η οποία είχε πολεμήσει μαζί με τους συντρόφους της, για τη συλλογική κοινή χρήση των αγαθών και των πόρων, ενάντια στo ατομικιστικό χαράκωμα των Εγώ των αφεντικών και ενάντια στο αρχαϊκό παράδειγμα της ολιγαρχικής εκμετάλλευσης των μαζών. Αυτή βρίσκονταν, τώρα, ξαφνικά, να περιπλανιέται, συγκλονισμένη, παραπαίουσα, ανάμεσα στα θεαματοποιημένα μεγαλεία της high-tech μητρόπολης, ανάμεσα στα γραφήματα των χρηματιστηριακών μετοχών της άγριας και παγκοσμιοποιημένης χρηματοδότησης, μέσα στην παλινδρόμηση της αδύναμης σκέψης, μεταξύ των προφητών του ηθικού σχετικισμού, μέσα στα τεμαχισμένα πλέγματα της ερμηνευτικής κίνησης που της λείπει ο συγκεκριμένος σκοπός, ανάμεσα στα μεταμοντερνιστικά ερείπια, του μετα-εργατισμού, της μετά-ιδεολογικής εποχής, της μετά-βιομηχανικής εποχής.

Διωγμένη από τα βαρυτικά κύματα μιας χωροχρονικής διαταραχής, παρασύρθηκε στα βαθιά, σε ένα είδος παράλληλου σύμπαντος, που κατοικείται από μετά/ ταυτότητες. Ταυτότητες poster, κρεμασμένες σε έναν τοίχο με φάτσες avatar. Ένα τοίχο που έχει γίνει εικονικός αλλά όχι λιγότερο αδίστακτος, στη διάστασή του που μοιάζει με απομόνωση εγκλεισμού, «πίνακας ανακοινώσεων» – επιτρέψτε μου την γλωσσική χειραγώγηση – στον απεριόριστο κβαντικό χώρο του αιθέρα.

Έτσι, η Barbara άρχισε να γράφει. Για να επανασυνδέσει τα νήματα της μνήμης. Πολιτική και οικογενειακή μνήμη, γνωστή, κοινή, οικεία, τόπων και αγώνων. Να επιδιορθώσει ράβοντας ξανά και υφαίνοντας, μέσα από τη γραφή, λωρίδες του παρελθόντος, για να αναγνωρίσει εκεί μέσα τον εαυτό της και να επανακτήσει τον εαυτό της και την Ιστορία της.

Μέχρι στιγμής είναι έξι οι τόμοι που έγραψε, οι οποίοι μετρούν κάτι πάνω από εκατό σελίδες ο καθένας. Έξι κοσμήματα της λογοτεχνίας, εσωτερικής και στρατευμένης, ιστορικής και πολιτικής, χρονολογικής και μαγικής, οικείας και συλλογικής, που ακούγονται σαν ένα χαστούκι στα πλαδαρά μάγουλα της ηθικολογίας και της μπουρζουάδικης διανόησης. Αυτής της ίδιας διανόησης η οποία την έδιωξε από τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli, διαμέσω του συγγραφέα Antonio Tabucchi, που πέρασε σε μια καλύτερη ζωή, με εκβιαστικούς τρόπους, αναγκάζοντας τον εκδοτικό οίκο – που ανήκε στον Giangiacomo, εκδότη και αντάρτη – να επιλέξει μεταξύ αυτού, φτασμένου διανοούμενου, και της πρώην ταξιαρχίτισσας.

Προφανώς, η επιλογή ήταν δεδομένη. Η Αγορά έχει τους κανόνες της. Και εναντίον αυτής της Αγοράς, και παρά τους νόμους της, γράφει σήμερα η Barbara. Τα βιβλία της διαβάζονται στη μισή Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν τα ράφια εκείνων των καθεδρικών ναών που ανεγέρθηκαν στην θεότητα Εμπόρευμα, που είναι τα Σουπερμάρκετ και τα Megastore. Ποτέ δεν θα διακινδυνεύσουμε να μπούμε σε ένα από αυτά τα λούνα παρκ της κατανάλωσης και να παρακολουθήσουμε την άθλια σκηνή, που επέδειξε ο Godard στο «Ψόφα αφεντικό, όλα καλά», όπου το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πουλούσε, το πολιτικό και εκλογικό του πρόγραμμα, με χαμηλό κόστος.

Η λογοτεχνία της Balzerani είναι βρώμικη από γη και αίμα, φτιαγμένη από οστά και νεύρα. Σίγουρα δεν αναμορφώθηκε από την πλαστικοποιημένη μάσκα ομορφιάς, ούτε συσκευασμένη με ζαχαρένιο χαρτί και ροζ κορδέλες. Τα βιβλία της μυρίζουν θάλασσα, έχουν το άρωμα του Νότου. Έχουν τη γεύση του εύρωστου κρασιού, του οποίου τα σταφύλια καίγονται στον ήλιο της Μεσογείου και στα τοπία του νότου ή στα αφρικανικά τοπία. Αφηγούνται την εμπιστευτική, ανομολόγητη, ακατέργαστη ευαισθησία ενός οικογενειακού εργατικού περιβάλλοντος, το οποίο μου θύμιζε πάντα εκείνο της υπαίθρου, που διηγήθηκε ο Όλμι στην ταινία Το δέντρο με τα τσόκαρα. Στάζουν ιδρώτα και κόπο προλετάριο. Αναπαριστούν αυλακωμένα πρόσωπα, πρησμένα από τη φτώχεια. Εστιάζουν με το δάχτυλο ενάντια στο ταξικό μίσος των κυρίων του κόσμου:

«Η πόλη βρίσκεται εκεί, σε απόσταση αναπνοής, με τα σπίτια της από τούβλα και τσιμέντο, τα αυτοκίνητα, τα φώτα, την ευημερία, την πολιτική και την εξουσία. Οργανωμένη σε κυκλικά διαστήματα που όσο περισσότερο απομακρύνονται από το κέντρο, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο ανθρώπινο είδος. Δεν είναι πλέον οι τόποι των ευκαιριών για συναντήσεις, ανάμειξη, ανακαλύψεις, λύτρωση. Είναι bunkers,είναι φρούρια απόρριψης για τους πληβείους που διέρχονται εκεί μέσα μόνο για να προσφέρουν υπηρεσίες, δεν προβλέπεται γι αυτούς οτιδήποτε άλλο. Οι οποίοι, μόλις λήξει ο χρόνος, πρέπει να επιστρέψουν στους δικούς τους τόπους, υπερβαίνοντας τους πολλούς υψωμένους τοίχους. Τείχη της καχυποψίας, της διαφορετικότητας στη στάση και το ανάστημα, της κυριαρχίας των χώρων. Τοίχοι που ελέγχονται από τη συνέργεια των ελίτ που προσκολλώνται στα κομμάτια του προνομίου να μοιάζουν μεταξύ τους. Οι μεν χρειάζονται τους δε αλλά δεν αναμιγνύονται, δεν επικοινωνούν.

Έτσι είναι όλες οι πόλεις. Από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο κόσμο. Οι διαφορές είναι στον βαθμό όχι στο πρότυπο. Η τόσο πολύ διακηρυγμένη οικουμενικότητα της προόδου και της ευημερίας για όλους δείχνει το χαλασμένο, το ξεπερασμένο, εκφυλισμένο και κακό της πρόσωπο. Είναι η φτώχεια που δημιουργεί τον πλούτο, με την αναγκαστική αφαίρεση των πόρων και το κόλπο των τόκων ενός ανεξάντλητου χρέους. Το παρελθόν και το μέλλον είναι γραμμένο με σαφήνεια». (L’ho sempre saputo – Πάντα το γνώριζα).

Σπάνιο παράδειγμα, εκείνο της συγγραφέος, πολιτικού γραψίματος που ξέρει να μεταμορφώνεται – με την επώδυνη έμφαση εκείνης που τo βάσανο και την αδικία, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, τα έχει δοκιμάσει και τα έχει νιώσει στο πετσί της – σε ποιητική ένταση. Και ως εκ τούτου, ηθική γραφή, η οποία επιτυγχάνει, μέσα από τo έντονο, βασανιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό ασπρόμαυρο εικόνων με πυκνές συναισθηματικές αντιθέσεις, να σφηνώνεται, να σκάβει, να διεισδύει, όπως ένας τυφλοπόντικα με ανοικτά μεγάλα μάτια, ανάμεσα στις εμφανείς και απαράδεκτες αντιφάσεις ενός συστήματος – του δικού μας συστήματος – που είναι βασισμένο σε αυτό το χρηματοοικονομικό Κεφάλαιο, θανατηφόρο όπως τα κύτταρα δολοφόνοι ενός καρκίνου σε μετάσταση και αφοσιωμένου στον Μολόχ μιας ανάπτυξης (όχι «προόδου», θα είχε προσδιορίσει ο Πασολίνι ) απάνθρωπης και που απανθρωπίζει.

Μια συμπαγής λογοτεχνική ομορφιά, που δεν παραχωρεί τίποτα στην τελετουργία της ρητορικής, ακόμη και στην τέλεια σμίλευση της λέξης και της φράσης. Συνοπτική και όμως, με τον δικό της τρόπο, μουσική, προχωρώντας με σύντομες και αυτοσχέδιες επιδρομές στις απρόσιτες στενωπούς της σκέψης. Αλλά πάνω απ ‘όλα, γραφή ικανή να ανοίξει διάπλατα τη μνήμη, μέχρι να την καταστήσει, πιάνοντας ξανά την έννοια που εκφράστηκε στο ξεκίνημα αυτού του κειμένου, πορώδη Ιστορία, σαν τη ναπολιτάνικη ηφαιστειακή τέφρα που περιγράφεται από τον Benjamin (La citta Porosa, ακριβώς). Μια «πικρή ομορφιά» θα την αποκαλούσε ο Leo de Berardinis, φτιαγμένη από εικόνες που ξεσκίζουν ξαφνικά τη σελίδα με οδυνηρή μεταφορική βία. Για να αναφέρουμε τον Roland Barthes, είμαστε στο Σημείο μηδέν της γραφής. Μια γραφή που όμως δεν παραιτείται της δυνατότητας της να γίνει λογοτεχνική ποίηση.

Ένας λόγος σκληρός, αυτός της Balzerani, λοιπόν – που τον λείανε λιγάκι η ανθρώπινη ευαισθησία αυτής που ξέρει να βρει την τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης πόλης ή μέσα σε ένα κελί φυλακής – χωρίς υποκρισίες, ξεκάθαρος, που δεν αφήνει καμία διαφυγή, και που αναγκάζει, αυτόν που διαβάζει, να θέσει υπό αμφισβήτηση, να αναρωτηθεί, ιστορικά, για τον ρόλο του, σε μια εποχή και σε έναν κόσμο γεμάτους ουλές, σημαδεμένους από την αγριότητα της απληστίας, της συσσώρευσης, του κέρδους. Ένας κόσμος του οποίου η πρώην αντάρτισσα μας αφήνει να ακούσουμε, να αισθανθούμε, να δούμε, να αντιληφθούμε επιδερμικά, τις σκληρές ανισσότητες που διαπράχθηκαν από την πλούσια μειονότητα, συχνά ρατσιστική, σε βάρος των φτωχών και καταπιεσμένων μαζών. Mάζες που αποτελούνται από μόνες γυναίκες και άνδρες, εύθραυστες μες τις μοναξιές τους και μπροστά στην αγωνία τους, μες το άγχος, με τον τραγικό τρόπο του Σοφοκλή, μιας ανθρώπινης ύπαρξης που, πλέον, φαίνεται να τους έχει κλέψει – διαμέσου αυτών που χτίζουν εφιάλτες φτιαγμένους με τσιμέντο, πόλεις που αστράφτουν με τα στραβοσκοπικά τους φώτα κατανάλωσης και τειχών για να κρατήσουν μακριά τα σκουπίδια κρέατος που ζέχνουν, που προορίζονται για πολτοποίηση μαζικής παραγωγής – ακόμα και το όνειρο μιας κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής λύτρωσης.

Μάζες στις οποίες η Balzerani, σαν ένα είδος σύγχρονης Αντιγόνης, αποκαθιστά δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, με την δύναμη της σαν μαχόμενη, που ξεράστηκε επάνω σε μια σελίδα που μετατρέπεται σε κατηγορητήριο και καταδικαστική απόφαση ενάντια σε αυτήν την εξουσία που, κάποτε, θέλησε να την κατηγορήσει, να τη διώξει και να την καταδικάσει. Και μαζί της, όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά, αλλά και εκείνες τις ίδιες προλεταριακές και λαϊκές μάζες, των οποίων οι ελίτ δεν προβλέπουν ποτέ την λύτρωση, μέσα στην σκληρή, άγρια αλαζονεία τους.

Μέσα από τις σελίδες των μικρών και πολύτιμων μυθιστορημάτων της, κλαίμε δάκρυα βαριά όσο οι πέτρες, χύνουμε αθώο αίμα στους δρόμους, ασφυκτιούμε, πνιγόμαστε κάτω από τον χυδαίο μανδύα των χρημάτων, αισθανόμαστε την οικεία, την ζεστή απομόνωση της φυλακής, η οποία σπάζει τη σκέψη και βιάζει το σώμα. Αυτή τη φυλακή των αφεντικών, που έχει εξαπλωθεί σε κάθε γεωγραφικό πλάτος, αφηρημένη κι όμως πολύ συγκεκριμένη, που θα ήθελε να σπάσει την αντίσταση μας και να μας κάνει να παραιτηθούμε.

Αλλά η αγανάκτηση, σελίδα μετά τη σελίδα, φράση μετά τη φράση, φόρεμα μετά το φόρεμα, αναρριχάται μαζί με τον ποιητικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, υπαρξιακό εμετό της συγγραφέως. Και η επιθυμία εκείνου του κόσμου, διαφορετικού και εφικτού, η ακατανίκητη επιθυμία για Απελευθέρωση από τη δουλεία της ανάγκης και της μισθωτής επιβίωσης, επιστρέφει και εμφανίζεται, όπως ένα μωρό, από τα κάγκελα μιας κούνιας.

 – © Αναπαραγωγή δυνατή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA