ανατρεπτική τέχνη

Το λουλούδι της σφαγής ( shura no hana )

Ιαπωνία . Γυναίκες Σαμουράϊ . Πιο γνωστή η Oichi , η τυφλή Σαμουράϊ που στα τέλη της δεκαετίας του ’60 άφησε άναυδο το κοινό μέσα από τις τέσσερις αιματοβαμμένες ταινίες της . Αμέσως μετά , αρχές του ’70 ήρθε η Lady Snowblood να παραδώσει μαθήματα σφαγής , εκδίκησης και λυρισμού . Εμπνευσμένος από αυτό  30 χρόνια μετά ο Quentin Tarantino σκηνοθετεί το Kill Bill vol.1 vol.2 .

Lady Snowblood , director Toshiya Fujita , starring Meiko Kaji Ko Nishimura  , Toshio Kurosawa , Masaaki Daimon , Myoko Akaza . 1973 . ( a must watch movie )

born in prison on a day that snow began to fall…

 

 

 » Εν γένει η κοινωνία των σαμουράι ήταν ανδροκρατούμενη, αλλά τα ιστορικά αρχεία αναφέρουν ότι τα θηλυκά μέλη στις πατριές των σαμουράι επεδείκνυαν συχνά μαχητικό πνεύμα, ενώ η φροντίδα τους για θέματα τιμής και καθήκοντος μπορούσε να παραβληθεί με αυτή των ανδρών. Οι γυναίκες εκπαιδεύονταν στις τέχνες της μάχης και με την πάροδο του χρόνου γίνονταν επιδέξιες στη χρήση της ναγκινάτα λόγχης. Ιστορίες για θαρραλέες και αφοσιωμένες σαμουράι γυναίκες αφθονούν στο επικό έργο Χάικε Μονογκατάρι. Κύρια μορφή ανάμεσά τους είναι η Τομόε Γκοζέν, η σύζυγος του Μιναμότο Γιοσινάκα, αλλά στην ίδια περίοδο υπάρχουν και πολλές άλλες ηρωικές σαμουράι γυναίκες, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται η Χότζο Μασάκο, η σύζυγος του Μιναμότο Γιοριτόμο, η οποία μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε βουδίστρια μοναχή –μια κοινή μοίρα για τις χήρες των σαμουράι. Η Μασάκο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή κατά τα πρώτα χρόνια της αντιβασιλείας των Χότζο.

Από τη νέα θέση της ως βουδίστρια μοναχή υποστήριξε με επιτυχημένο τρόπο την ανάδειξη της τάξης των σαμουράι μέσα στο σογκουνάτο. Τούτες οι ιστορίες αντανακλούν τη σχετικά ισχυρή θέση των γυναικών στη σαμουράι κοινωνία εκείνης της εποχής. Οι νόμοι που κυβερνούσαν την αυλή του σόγκουν στις αρχές του 13ου αιώνα, επέτρεπαν ίσα δικαιώματα των γυναικών σε κληρονομικά θέματα και το δικαίωμα της κατοχής και διαχείρισης περιουσίας. Επί πλέον οι γυναίκες των σαμουράι είχαν μεγάλη θέση στη διαχείριση της οικίας τους. Ήταν υπεύθυνες για οικονομικά θέματα, για το υπηρετικό προσωπικό και αναλάμβαναν την υπεράσπιση του οίκου σε καιρό πολέμου. Επίσης, ήταν υπεύθυνες για την ανατροφή των παιδιών τους στις ιδέες των σαμουράι, για την περιφρόνηση του θανάτου και την αδιαμφισβήτητη υπακοή στον άρχοντά τους. Στους αιώνες που ακολούθησαν οι κόρες των οικογενειών έγιναν πιόνια στην αγορά του γάμου. Η ταυτόχρονη επίδραση του Νεοκομφουκιανισμού συνέτεινε στη μείωση της θέσης των γυναικών σαμουράι. Το ιδανικό της ατρόμητης αφιέρωσης αντικαταστάθηκε σταδιακά από την παθητική, ήσυχη υπακοή. Κατά το 17ο αιώνα πολλοί σαμουράι θεωρούσαν πως ενώ οι γυναίκες είναι απαραίτητες για να φέρουν παιδιά, δε θεωρούνταν κατάλληλες για σύντροφοι των πολεμιστών στη μάχη. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ομοφυλοφιλικών τάσεων ανάμεσα στους πολεμιστές με τη μορφή μυητικής τελετουργίας των πρεσβύτερων προς τους νεότερους (μια παράδοση που ονομάζεται σούντο – 衆道 ).

Παρά την επανειλημμένη απαγόρευση, δεν ήταν λίγοι οι σαμουράι που διατηρούσαν στενές σχέσεις με άνδρες. Το 1687 ο Ιχάρα Σαϊκάκου δημοσίευσε το περίφημο βιβλίο του «Νανσόκου οκαγκάμι», που σημαίνει «Ο Μεγάλος Καθρέπτης της Ανδρικής Αγάπης» και είχε ως θέμα του τις ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες ανάμεσα στους σαμουράι. «Η γυναίκα είναι ένα πλάσμα εντελώς ασήμαντο», έγραφε, «αλλά η ειλικρινής παιδεραστική αγάπη είναι η μοναδική αγάπη». Ωστόσο, όλοι περίμεναν από τις γυναίκες να δείχνουν περιφρόνηση στο θάνατο, όταν επρόκειτο για θέματα υπεράσπισης της τιμής του οίκου τους. Η θυσία της τιμής της γυναίκας για χάρη του συζύγου της ήταν κοινό θέμα στο ιαπωνικό δράμα. Η αυταπάρνηση ήταν επιτακτική για τις γυναίκες και παρέμεινε έτσι ακόμη και στα τέλη του 19ου αιώνα, παρά το γεγονός ότι οι δυτικές ιδέες για το θέμα έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς.

Γράφοντας το βιβλίο του Μπουσίντο, η ψυχή της Ιαπωνίας, ο Ινάζο Νιτόμπε αφιέρωσε ένα κεφάλαιο στην εκπαίδευση και τη θέση των γυναικών στην κοινωνία των σαμουράι, στο οποίο υπογραμμίζει τον κατώτερο ρόλο τους. Στην ανοδική κλίμακα της υπηρεσίας πρώτη στη βάση στέκει η γυναίκα που θυσιάζει τον εαυτό της για τον άνδρα. Ο άνδρας με τη σειρά του θυσιάζει τον εαυτό του για τον άρχοντα, ώστε να υπακούει τον Ουρανό. Ωστόσο, το μαχητικό πνεύμα των θηλυκών σαμουράι έβρισκε διέξοδο σε αρκετές περιπτώσεις. Η μαχητική τους γενναιότητα φάνηκε ιδιαίτερα κατά την εξέγερση Σατσούμα, το 1877. Οι γυναίκες του Καγκοσίμα πολέμησαν ενάντια στον αυτοκρατορικό στρατό. Το 1868 οι μάχες ανάμεσα στους υποστηρικτές του σογκουνάτου και τους υποστηρικτές της αυτοκρατορικής παλινόρθωσης έδωσαν άλλο ένα παράδειγμα της γυναικείας μαχητικότητας. Οι σαμουράι της πατριάς Αϊζού, υποστηρικτές του σογκουνάτου, έμειναν να υπερασπιστούν το φρούριό τους στο Κάστρο Γακαμάτσου. Περικυκλωμένοι από ένα στρατό 20.000 ανδρών οι 3.000 Αϊζού κινητοποίησαν οποιονδήποτε μπορούσε να χρησιμοποιήσει όπλο. Μια ομάδα 20 γυναικών σχημάτισε μια μονάδα που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Η Νακάνο Τακέκο, πολύ καλά εκπαιδευμένη στη χρήση του ναγκινάτα, φέρεται ότι όρμησε κατά τη διάρκεια της μάχης στις εχθρικές γραμμές και πετσόκοψε αρκετούς άνδρες, πριν την πυροβολήσουν στο στήθος. Για να αποφύγει την ατίμωση της αιχμαλωσίας, είπε στην αδελφή της Γιούκο να την αποκεφαλίσει και να πάρει το κεφάλι της σπίτι. Προς τιμήν της χτίστηκε μνημείο στο ναό Χοκάι, στο Αϊζού Μπανγκεμάτσι, της επαρχίας Φουκισίμα. » wiki 

 

 

 

 

 

 

 


 

ανατρεπτική τέχνη

Η παγίδα της θεληματικής δουλείας La trappola della servitù volontaria

potere-governo

Το πιο ανησυχητικό και σκοτεινό θρίλερ της ανθρώπινης υπόθεσης έχει σαν βασική πλοκή την εξουσία. Ένα θρίλερ που για πολύ καιρό, και ίσως ακόμη και σήμερα, είχαμε την ψευδαίσθηση πως θα διαλευκάναμε επικεντρώνοντας την προσοχή κυρίως (όταν όχι μόνο) επάνω σε εκείνα που ο Τάκιτος ονόμαζε τα μυστήρια της εξουσίας (arcana impe­rii). Σαν αυτά τα μυστηριώδη σχέδια θα έπρεπε να προέρχονται, ipso facto, από μια πραγματικότητα ήδη καθορισμένη που κάνει χρήση εκείνης της δύναμής της για να καταβάλλει θύματα ανυποψίαστα και ανήμπορα.

Κι όμως ο αληθινός μυστικός μηχανισμός που συνιστά την εξουσία και την καθιστά κυρίαρχη, συμβαίνει όταν αυτή δεν είναι ακόμη τέτοια (τουλάχιστον όχι σε ολοκληρωμένη μορφή), χάρη σε μιαν εκπληκτική συμμαχία με εκείνον που αποκαλύπτεται ο πιο δεινός συνεργός, αδιανόητος και αποτελεσματικός της ίδιας της εξουσίας. Εκείνος που, σε ένα τέλειο θρίλερ, αποκαλύπτεται να είναι ο  αληθινός ένοχος που πάντα είχαμε κάτω από τα μάτια μας δίχως ποτέ να καταφέρνουμε να τον δούμε.  Διότι όπως πολύ καλά εγνώριζαν οι αρχαίοι, ξεκινώντας από τον Όμηρο και τον Τειρεσία του, εκείνοι που ξέρουνε να βλέπουν πέρα και μακριά, σε έναν κόσμο που τυφλώνεται από τις λάμψεις της εξουσίας και των κορυφαίων της, είναι ακριβώς οι τυφλοί.  Ενώ αντιθέτως τα δικά μας μάτια είναι θαμπωμένα από υπερβολικά πολλά φώτα πλούσια και θεαματικά, και είναι μέσα σε αυτό το όργιο φερόμενων εικόνων που, το ξεχνούμε θεληματικά,  τα μάτια καθίστανται τυφλά ακόμη και για το πολύ φως, εκτός απ’ το σκοτάδι (Πλάτων, μύθος της σπηλιάς).

Στο όνομα της ασφάλειας

Είναι σε εκείνη την ευτυχή αμνησία που ένας έμπειρος αναγνώστης των θρίλερ θα εντόπιζε την βασική ένδειξη για να προβλέψει τον μυστηριώδη ένοχο. Ναι, μα τότε ποιος είναι αυτός ο μυστήριος, αδιανόητος, αμφιλεγόμενος συνεργάτης και συνένοχος της Εξουσίας, που την βοηθά να συσταθεί με την μορφή ενός ειδώλου του οποίου τα δόγματα καθίστανται αδιαμφισβήτητα και αδιαπέραστα?

Το θύμα. Εμείς οι ίδιοι.

Το ανθρώπινο ον, που σύμφωνα με την διδαχή του Freud παραιτείται σύντομα και με την θέλησή του από εκείνη που είναι μια από τις μεγαλύτερες στεναχώριες και ανησυχίες του. Την ελευθερία.

Από την οποίαν ο άνθρωπος παραιτείται με αντάλλαγμα της ασφάλεια. Για μιαν ανώτερη προστασία που μπορεί να του παραχθεί από μιαν εξουσία που την ζει σαν πάνσοφη και παντοδύναμη ακριβώς διότι υπήρξαμε εμείς να της χορηγήσουμε τα κλειδιά τόσο της ψυχής μας όσο και του κορμιού μας. Mια ιστορία που βυθίζει τις ρίζες της στην νύχτα των καιρών, εκείνη της εξουσίας στην οποίαν ο άνθρωπος υποβάλλεται με επιλογή συνειδητή και πολυπόθητη. Που όμως αγγίζει την νοηματική και λογοτεχνική της αποθέωση στην Leg­genda del Grande Inqui­si­tore, στον Μύθο του Μεγάλου Ανακριτή, δηλαδή, που αφηγήθηκε ο Dostoe­v­skij σε ένα κεφάλαιο μνημειώδες και αμφιλεγόμενο από τους αδελφούς Καραμαζόφ του, del suo I fra­telli Kara­ma­zov.

Ξαναχτίζει αυτή την υπόθεση της ανθρώπινης μιζέριας μπροστά στην εξουσία, εστιάζοντάς την επάνω στον διάλογο του Ανακριτή με τον Ιησού, που χαμηλώνει την ίδια στιγμή με σταθερό όρο σύγκρισης και αποθέωσης της ίδιας της υπόθεσης, ο Gustavo Zagre­bel­sky σε έναν πυκνό τόμο γεμάτο σοφία όπως »Ελεύθεροι υπηρέτες. Ο Μεγάλος Ανακριτής και το αίνιγμα της εξουσίας»,  Liberi servi. Il Grande Inqui­si­tore e l’enigma del potere (Einaudi, pp. 292, euro 30). Τόμος, του οποίου το μεγαλύτερο και ίσως μοναδικό μειονέκτημα αποδίδεται στον εκδότη, που τον ετύπωσε δίχως θεματικό ευρετήριο ούτε ονόματα, γυμνός εκείνης της εκδοτικής φροντίδας που θα ήταν απαραίτητη (όπως επίσης και επικερδής) για ένα κείμενο τόσο σημαντικό και σπουδαίο.

Το πως ο άνθρωπος πάντοτε υποβάλλονταν στην εξουσία εξ αιτίας μιας επιλογής αιτιολογημένης, είναι ένα γεγονός που ο συγγραφέας ξαναχτίζει με αδιαμφισβήτητη μαστοριά. Όμως έκπληξη προκαλεί το ανησυχητικό ποιοτικό άλμα που αισθανόμαστε ανάμεσα στις σελίδες του μεγάλου ρώσου συγγραφέα. Ναι, διότι σε αυτόν δεν διαβάζουμε πλέον για έναν άνθρωπο του οποίου η μεγαλύτερη φιλοδοξία είναι η ελευθερία, της οποίας  ήδη είναι πρόθυμος να θυσιάσει ένα μέρος υπέρ μιας ισχύος που θα του εγγυάται επίσης προστασία. Αλλά μάλλον η ιστορία, ανείπωτη, ασύλληπτη, ικανή με τελειότητα να αρνηθεί ολοκληρωτικά την φωτισμένη εικόνα που θέλουμε να έχουμε για το ανθρώπινο ον, είναι εκείνη ενός ανθρώπου που από την φύση του φέρεται να καταγγέλλει την ελευθερία. Το δικό του είναι ένα αληθινό μεράκι, μια λαχτάρα για εξημέρωση, για θεληματική υποτέλεια που απαλλάσσει από κάθε δόλια και δυσάρεστη υπευθυνότητα.

Το παλάτι από κρύσταλλο

Από αυτά τα υπόγεια θεμέλια που για πολύ καιρό κρατήθηκαν στο σκοτάδι, αναδύεται το μεγάλο «κρυστάλλινο παλάτι» της αληθινής εξουσίας. Εκείνο το οποίο αποκόπτοντας από τους ανθρώπους την ελευθερία εμφανίζεται σε αυτούς  (και γίνεται σεβαστό από αυτούς) με τον τρόπο ενός ευεργέτη που ακολουθεί τις προσταγές της φύσης. Διαφορετικά από εκείνο τον Χριστό που αντιθέτως, με τον αγώνα του για την ελευθερία και γενικότερα για την πρόοδο και την εξέλιξη της ανθρωπότητας, αποκαλύπτεται ο αληθινός εχθρός του ανθρώπινου γένους, εκείνος που τον επιβαρύνει με το πιο τραγικό και ασήκωτο βάρος.

Εκείνη του Dostoe­v­skij αποκαλύπτεται σε κάθε περίπτωση σαν μια δυναμική και άσεμνη επαν-εκτίμηση όλων των αξιών σε λογοτεχνική μορφή (επάνω σε θεμέλια παρόμοια με εκείνα που ο  Nie­tzsche ολοκλήρωνε σε φιλοσοφική μορφή).

Στον Χριστό που παρουσιάζονταν όπως «η Αλήθεια» («ego sum veri­tas») ο Πιλάτος που θαυμάζονταν από τον Nie­tzsche απαντούσε με τρόπο περιπαικτικό: «Quid est veri­tas?» (τι είναι η αλήθεια?). Στον Χριστό που σιωπά του Dostoe­v­skij, αντιθέτως, ο Ανακριτής που βασανίζεται (διότι είναι αυτός που φορτώνεται την τραγική αλήθεια του ανθρώπινου γένους) καταλογίζει ένα προπατορικό αμάρτημα και αδιόρθωτο: το ότι έχει καταδικάσει την ανθρωπότητα σε εκείνη την ελευθερία από την οποίαν αυτός, για το καλό της ίδιας της ανθρωπότητας, ανέλαβε το καθήκον να την ελευθερώσει.
Με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τον Zagre­bel­sky, ο Dostoe­v­skij θέτει επί σκηνής την θεμελιώδη και πρωτότυπη στιγμή της εξουσίας όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Δηλαδή μιαν εξουσία  (που ο Michel Fou­cault θα είχε χαρακτηρίσει σαν  «gover­na­men­tale» »κυβερνητική») τεχνο-οικονομική, που αγαπιέται από τα ίδια τα θύματά της διότι χαρίζει σε αυτά το μεγάλο θέαμα της απατηλής μυθοπλασίας που είναι όμως καθησυχαστική.Διότι δεν κυβερνά ενάντια στην ελευθερία, αλλά διαμέσου εκείνης της ίδιας της ελευθερίας που οι άνθρωποι δεν θέλουν και που στην συνέχεια τους σπρώχνει να συμμορφώνονται αυτόνομα στον καθορισμό κανόνων.

Στους οποίους αυτοί, όπως ακριβώς οι «άσπροι νέγροι», υποβάλλονται ολοκληρωτικά στα δόγματα της  «ποιμαντική εξουσίας» με αντάλλαγμα την «οργανωμένη ελεημοσύνη», δηλαδή την δυνατότητα να καταναλώνουν τα φρούτα της εργασίας τους στα μεγάλα «παλάτια από κρύσταλλο» που σήμερα είναι τα εμπορικά κέντρα. Ή να διασκεδάζουν μέσα στα μονωτικά πλέγματα και συντριπτικά, ακατανίκητα την ίδια στιγμή του εικονικού Δίκτυου.

Εκείνο του Zagre­bel­sky είναι ένα βιβλίο που, με την πυκνότητα των αναφορών, σοφία και καθαρότητα στην γλώσσα, διηγείται το ανείπωτο σκάνδαλο του ανθρώπινου κόσμου. Μυστικά πρόθυμο να πουλήσει στον Διάβολο την πρωτότοκη κόρη του. Την Ελευθερία.

http://www.micciacorta.it/sezione/novita/libri/

Δημοσιεύτηκε στις 31 Αυγ 2012

Μαγνητοσκόπηση απο εκμομπή της ΕΤ1

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος Μουσική-Εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης

ανατρεπτική τέχνη

Αισθάνομαι σαν να είμαστε πλέον αποικία και ίσως ακόμα χειρότερα και από τη Χούντα

Αισθάνομαι σαν να είμαστε πλέον αποικία και ίσως ακόμα χειρότερα και από τη Χούντα

Δεν αισθάνθηκα ποτέ πρέσβειρα της Ελλάδας.

Ήταν ζωτικό να τραγουδώ τους ποιητές μας. Πατρίδα μου είναι ο ελληνικός λόγος και η ελληνική γλώσσα. Δεν αντιπροσωπεύω την Ελλάδα. Είμαι Ελληνίδα, λατρεύω την πατρίδα μου, αλλά είναι ήδη δύσκολο να αντιπροσωπεύσει κανείς ακόμη και τον εαυτό του. Το μόνο που με κάνει υπερήφανη είναι ότι τόσα χρόνια δεν έκανα καμία υποχώρηση στο εμπορικό πνεύμα.

Στην οικογένειά μου η ποίηση είχε μεγάλη σημασία, η μητέρα μου μου διάβαζε ποίηση όταν ήμουν μικρή. Αισθάνθηκα πόνο όταν 14 χρονών άφησα τη χώρα μου. Δεν επέλεξα να φύγω, ακολούθησα την οικογένεια. Εκείνη την περίοδο ήταν δικτατορία στην Ελλάδα, αισθανόμουν ότι μου έχουν κλέψει την πατρίδα μου. Όταν βρέθηκα στο εξωτερικό ήμουν στην εφηβεία και άρα

πολύ εύθραυστη. Μαθαίναμε για τα βασανιστήρια που γινόντουσαν στην Ελλάδα, πηγαίναμε μπουλούκια να δούμε τον Θεοδωράκη όταν ερχόταν για συναυλίες.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μια από τις πρώτες συναυλίες του αφού έφυγε από την Ελλάδα, το κλάμα που είχε ρίξει ο κόσμος βλέποντάς τον. Τότε είπα στον εαυτό μου, αν η μουσική έχει τέτοια δύναμη θα ήθελα να γίνω μουσικός!

Έτσι ξεκίνησα να μελοποιώ τους ποιητές και αυτή ήταν ίσως μια μικρή χώρα που έφτιαξα, που κανείς δεν μπορούσε να μου την πάρει. Η Ελλάδα των ποιητών, της ομορφιάς, του λόγου. Έχω ένα πάθος για την ελληνική γλώσσα, θεωρώ πως είναι ίσως η ομορφότερη γλώσσα του κόσμου.

«Και θα λάβουν τα όνειρα εκδίκηση»

Αν έπρεπε να πάρω μαζί μου σε ένα έρημο νησί ένα μόνο πράγμα, αυτό θα ήταν το Άξιον Εστί. Είναι το Ευαγγέλιό μου.

Και ένα λεξικό ίσως, γιατί οι λέξεις μ’ αρέσουν. Στο έκτο ανάγνωσμα του Άξιον Εστί, το «Προφητικόν», ο Ελύτης λέει «εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις». Είναι ένα κείμενο που θα  μεταφράσω στη συναυλία, για να δείξω ότι ο ποιητικός λόγος είναι ταυτόχρονα και πολιτικός.

Μέσα στο Άξιον Εστί ο Ελύτης έλεγε αυτά που θα συμβούν και τους δύσκολους καιρούς που μας περιμένανε. Στο τέλος όμως, παρά τα άσχημα που προμηνύει, δίνει την ελπίδα μέσα από τη φράση «Αλλά θα πάρουν τα όνειρα εκδίκηση». Μια φράση που εμένα πάντα με βοήθησε στη ζωή μου.

– See more at: http://www.elculture.gr/blog/article/angelique-ionatos/#sthash.Ka0jnmhE.dpuf

ανατρεπτική τέχνη

Ο Ζακ Μεσρίν και η άλλη όψη της ηθικής… Νοε 11 by earkas

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές 


Ο Ζακ Μεσρίν δεν είναι συγγραφέας· είναι εγκληματίας και μάλιστα με πολύ πλούσιο βιογραφικό που περιλαμβάνει από ληστείες τραπεζών μέχρι αιματηρά ξεκαθαρίσματα μαφιόζικου τύπου, από κινηματογραφικές αποδράσεις μέχρι δολοφονίες αστυνομικών. Απασχόλησε υπερβολικά τον τύπο και την παγκόσμια αστυνομία και ανακηρύχτηκε νούμερο 1 δημόσιος κίνδυνος σε Ευρώπη και Καναδά. Το 1975 μέσα από τη φυλακή κατάφερε να εκδώσει ένα βιβλίο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα που έχει τον τίτλο «Το ένστικτο του θανάτου».

Το βιβλίο αυτό – ακολουθώντας πιστά τη μοίρα του συγγραφέα του – έμελλε να έχει επεισοδιακή ιστορία. Ο πρώτος εκδότης, ο Ζαν Κλώντ Λαττές, απέσυρε το βιβλίο από την κυκλοφορία δηλώνοντας ότι είναι καθήκον του να αποσύρει ένα βιβλίο που δεν αρέσει στην αστυνομία. Ο Μεσρίν έστειλε μια οργισμένη επιστολή που του ανακοίνωνε ότι δεν τον θεωρεί πλέον εκδότη του. Ο Λαττές επανέκδωσε το βιβλίο μετά το θάνατο του Μεσρίν, αλλά αυτή τη φορά τον ανάγκασαν να το αποσύρει οι κληρονόμοι του Μεσρίν, που του έκαναν μήνυση. Τελικά το βιβλίο δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Champ Libre. To Μάρτη του 1984 ο ιδιοκτήτης της Champ Libre και εκδότης του Μεσρίν, Ζεράρ Λεμποβισί, βρίσκεται δολοφονημένος με τέσσερις σφαίρες στον αυχένα. Η δολοφονία του δεν εξιχνιάστηκε ποτέ.

«Το ένστικτο του θανάτου»

«Το ένστικτο του θανάτου»

«Το ένστικτο του θανάτου» δεν είναι απλώς μια καταγραφή γεγονότων, μια αλυσίδα περιπετειών, που αφορούν την γκαγκστερερική πραγματικότητα, η οποία, όσο να ‘ναι, μαγνητίζει το κοινό. Δεν είναι δηλαδή μια εμπορικής φύσεως φούσκα που προβάλλει δάκρυ κι αίμα για να μαζέψει αναγνώστες. Είναι μια τίμια παρουσίαση ενός κόσμου που δεν οριοθετείται μόνο από την καταιγιστική δράση της παρανομίας, αλλά διευρύνεται από το υπόβαθρο που εκπροσωπείται πίσω από τη δράση. (Το γεγονός ότι ο Μεσρίν δεν είναι συγγραφέας δρα ευεργετικά στο βιβλίο, αφού όλα περιγράφονται χωρίς στολίδια και φιοριτούρες, που μόνο ζημία θα μπορούσαν να κάνουν. Ο Ζαν Πωλ Μπελμοντώ πλήρωσε 100.000 δολάρια για τα κινηματογραφικά δικαιώματα του βιβλίου).

Ο Μεσρίν δεν απολογείται για τις φρικαλέες του ενέργειες, αλλά αντίθετα κατηγορεί. Κατηγορεί ένα σύστημα που υποδουλώνει και ευνουχίζει τους ανθρώπους εξαναγκάζοντάς τους να υποκύψουν σε νομοθεσίες, που ουσιαστικά όχι μόνο δεν αποδέχονται, αλλά καταδικάζουν, αφού οι νόμοι είναι προϊόντα που δεν εξασφαλίζουν τη δικαιοσύνη αλλά τα συμφέροντα των ισχυρών. Με δυο λόγια βλέπουμε έναν καθαρά ποινικό να διεκδικεί επαναστατικότητα τονίζοντας ότι το νόμιμο δεν είναι δίκαιο.

Και αυτό δεν το επιχειρεί από τη θέση του κακομοίρη ή του απόκληρου που δεν μπορούσε να βρει δουλειά ή που πεινούσαν τα παιδιά του κι αναγκάστηκε να περάσει στην παρανομία. Αντίθετα, ως αποφυλακισμένος και πατέρας δύο παιδιών ζήτησε δουλειά σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο και προσλήφθηκε αμέσως, παρόλο που δεν έκρυψε από τον ιδιοκτήτη του γραφείου ούτε το εγκληματικό του παρελθόν ούτε την παραμονή του στη φυλακή. Θα λέγαμε ότι η κοινωνία τον αποδέχτηκε ξανά στους κόλπους της, ως ενεργό μέλος, χωρίς ίχνος ρατσισμού ή έστω επιφυλακτικότητας.

Ο Μεσρίν πέρασε κάποιο διάστημα ως νόμιμος εργαζόμενος οικογενειάρχης αλλά όπως αποδείχτηκε ήταν αδύνατο να συνεχίσει αυτή τη ζωή. Ήταν αδύνατο να προσαρμοστεί στο συγκεκριμένο μοντέλο που θέλει εργασία από το πρωί μέχρι το απόγευμα και οικογενειακά σαββατοκύριακα. Ο ίδιος γράφει ότι δεν μπορεί να ζήσει η τίγρης στο κλουβί. Έτσι εγκαταλείπει τη δουλειά και ξαναμπλέκεται με την παρανομία. Χωρίς να προβαίνει σε κρίσεις καθιστά σαφές ότι το πρόβλημά του είναι καθαρά προσωπικό και δεν αφορά συγκεκριμένες συμπεριφορές αδικίας ή αχαριστίας σε βάρος του. Αφορά το μοντέλο της ζωής που καλείται να ζήσει (και που αποδέχονται όλοι οι υπόλοιποι), το οποίο είναι στείρο και μίζερο, χωρίς χαρές ή εντάσεις, χωρίς διέξοδο, αφού το επαναλαμβανόμενο καθημερινό τίποτα της νομιμότητας είναι για το Μεσρίν αδιέξοδο σαν το θάνατο.

Έτσι το βιβλίο γίνεται καταγγελτικό. Καταγγέλλει την ηθική νομιμότητα που στερεί την αληθινή ζωή από τους ανθρώπους καθιστώντας τους φερέφωνα και μαριονέτες, που μοχθούν για την επιβίωση μέσα στα στενά όρια που τους έμαθαν να θεωρούν ζωή. Η ηθική και η νομιμότητα παρουσιάζονται σαν παγίδα που εγκλωβίζει τους πολλούς ανθρώπους και που στήνεται από τους λίγους προκειμένου να κρατάν τους πολλούς στην κατάσταση της ύπνωσης που τους βολεύει. Φυσικά, ο τρόπος ζωής που υιοθετεί είναι αδιέξοδος – και το πληρώνει με τη ζωή του – και η ιδεολογία του εγκλήματος, ως στάση ζωής, δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε κοινωνικό όραμα αλλά ούτε παράδειγμα ατομικής συμπεριφοράς.

instinct De Mort

instinct De Mort

Ο Μεσρίν δεν είναι διανοούμενος για να θεμελιώσει θεωρητικά τις πεποιθήσεις του· είναι ποινικός, δηλαδή άνθρωπος της δράσης, κι ως εκ τούτου ενεργεί ενστικτωδώς πρεσβεύοντας μια αλήθεια που περισσότερο διαισθάνεται παρά αποκρυσταλλώνει. Έτσι, συμπεριφέρεται με σκληρότητα, μόνος απέναντι σε μια κοινωνία που θεωρητικά του φέρθηκε καλά και θεωρητικά, επίσης, καθορίζεται από νόμους και ηθικές αρχές που σέβονται τις ελευθερίες και τη συμβίωση, αλλά ουσιαστικά χρησιμοποιεί εξίσου τη δική της σκληρότητα ασκώντας καθημερινή βία, προκειμένου να φέρει τους ανθρώπους στα δικά της μέτρα και σταθμά, τα οποία  ορίζονται με βάναυσο και αδιάλλακτο τρόπο από τη βούληση της κάθε λογής εξουσίας.

Ο Μεσρίν ποτέ δεν επιτίθεται σε συνανθρώπους του βιοπαλαιστές, ούτε μπουκάρει σε σπίτια αδιακρίτως προκειμένου να κλέψει πενταροδεκάρες. Βασικός – σχεδόν μόνιμος – στόχος του είναι οι τράπεζες. Έφτασε σε σημείο να ληστεύει ολομόναχος, σχεδόν καθημερινά, τράπεζες ως προσωπική άσκηση ψυχραιμίας. Όταν τα περιθώρια στένεψαν πολύ στη Γαλλία κατέφυγε στον Καναδά. Εκεί προχώρησε σε νέες ληστείες ώσπου τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στην περιβόητη Ειδική Σωφρονιστική Μονάδα, τη σκληρότερη φυλακή υψίστης ασφαλείας της χώρας.

Ο Μεσρίν την περιγράφει με μίσος. Κελιά χωρίς παράθυρα, με ένα μόνιμα αναμμένο φως που έκανε τον κρατούμενο να ξεχνάει τι θα πει νύχτα και να βρίσκεται σε ένα διαρκές μπέρδεμα χρόνου. Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να κοιμηθούν και πολλοί τρελαίνονταν κι αυτοκτονούσαν. Η απανθρωπιά του σωφρονιστικού συστήματος είναι η προσωποποίηση της κρατικής βίας, που έχει στόχο να τσακίσει το ηθικό το «σκληρών» παραβατών και που, τελικά, ατσάλωσε τις εγκληματικές πεποιθήσεις του Μεσρίν.

Φυσικά, ήταν από τους πρώτους που κατήγγειλαν τις φρικτές συνθήκες κράτησης και διεκδίκησαν καλύτερες συνθήκες για τους κρατούμενους. Το θέμα της κράτησης στις φυλακές πήρε μεγάλες διαστάσεις στη Γαλλία και βελτιώθηκαν αρκετά οι όροι μετά από αγώνες και διαβήματα στον τύπο που έκανε ο ίδιος ο Μεσρίν. Όταν απέδρασε από τις φυλακές του Καναδά έκανε ίσως την πιο εξεζητημένη ενέργεια στην ιστορία του παγκόσμιου εγκλήματος. Επέστρεψε μετά από λίγο καιρό μ’ ένα αυτοκίνητο κι άνοιξε πυρ εναντίον των φρουρών προσπαθώντας να πετύχει την απόδραση των υπολοίπων. Μετά από πραγματική μάχη όπου τραυματίστηκε τόσο ίδιος όσο και ο σύντροφός του – καθώς και πολλοί φρουροί – έφυγε άπρακτος. Η είδηση έκανε το γύρο του κόσμου και λίγους μήνες μετά οι φυλακές αυτές έκλεισαν. Ήταν η εκδίκηση του Μεσρίν που έπαιρνε διαστάσεις λαϊκού ήρωα.

Ζακ Μεσρίν. Booking photo of Mesrine, taken in 1973.

Ζακ Μεσρίν. Booking photo of Mesrine, taken in 1973.

Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αντανακλαστικής δράσης του Μεσρίν, που δεν είναι άλλος από τον προσωπικό νόμο του αδάμαστου ενστίκτου απέναντι σε κάτι ασαφές (κι ωστόσο καθορισμένο), που προσπαθεί να τον καταπιέσει και τον προκαλεί σ’ έναν χωρίς όρους πόλεμο. Η οπτική του Μεσρίν απέναντι στην τρέχουσα ηθική αποκτά διαστάσεις νεύρωσης, αφού η κατάρριψή της γίνεται πλέον μοναδικός στόχος ζωής. Από ένα σημείο και μετά δίνει την εντύπωση ότι αδιαφορεί παντελώς για τα πάντα – και κυρίως για τη ζωή του – αρκεί να υπηρετήσει τον αγώνα στον οποίο στρατεύθηκε. Τον αγώνα απέναντι σε οτιδήποτε ψεύτικο μπορεί να τον περιορίσει. Η καταπίεση των ανθρώπων από τη στρατευμένη ηθική, καθώς και η ρευστότητα αυτής της ηθικής που ξέρει να ελίσσεται ανάλογα με τα συμφέροντα της εξουσίας – όταν ο Μεσρίν δολοφονούσε ως στρατιώτης στον πόλεμο της Αλγερίας πήρε παράσημο κι επέστρεψε σαν ήρωας της πατρίδας – όσο αδιεξοδικά κι αν παρουσιάζονται από το Μεσρίν κρύβουν τη δύναμη μιας κουτσουρεμένης, δειλής κι αδιέξοδης αλήθειας. Της ολοκληρωτικής σύμβασης του ατόμου στο πλαίσιο της κοινωνικότητας. Δηλαδή του ανελεύθερου.

Το ερώτημα ποιος καθορίζει την τρέχουσα ηθική και με τι κριτήρια, κάνει το θέμα πολυπλοκότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μεσρίν απέκτησε επικίνδυνη δημοτικότητα στη Γαλλία ούτε είναι τυχαίο ότι απαγορεύτηκε για χρόνια το βιβλίο του. Και φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δολοφονήθηκε από τα πυρά 80 αστυνομικών που τον έκαναν κόσκινο μέσα στο αυτοκίνητό του – 21 σφαίρες βρέθηκαν μόνο στο κεφάλι του – και το αιμόφυρτο πτώμα του φιγουράρισε στα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων.

Οι φωτογραφίες είναι από εδώ:

http://www.rottentomatoes.com/m/instinct_de_mort/

https://en.wikipedia.org/wiki/Jacques_Mesrine

___________________________________________

Από:

http://eranistis.net/wordpress/2015/11/08/

https://bluebig.wordpress.com/2015/11/11/%CE%BF-%CE%B6%CE%B1%CE%BA-%CE%BC%CE%B5%CF%83%CF%81%CE%AF%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B7-%CF%8C%CF%88%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82/

ανατρεπτική τέχνη

«Hunger» του Στιβ ΜακΚουίν (Steve McQueen), για τον Μπόμπι Σαντς και τον IRA

Τετάρτη, 24 Φεβρουάριος 2010 21:13
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: Στιβ ΜακΚουίν (Steve McQueen)

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Δραματική, ιστορική

ΧΩΡΑ: Αγγλία  2008 ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96’ έγχρωμο

ΣΕΝΑΡΙΟ: Στιβ ΜακΚουίν, Εντα Γουόλς (Enda Walsh)

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Sean Bobbitt ΜΟΥΣΙΚΗ: Leo Abrahams
David Holmes

ΠΑΙΖΟΥΝ: Μίκαελ Φάσμπεντερ (Michael Fassbender), Στούαρτ Γκράχαμ (Stuart Graham), Ελενα Μπέριν (Helena Bereen), Λάρι Κόουαν (Larry Cowan) κ. α.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Bρισκόμαστε εντός των φυλακών Maze στη Βόρεια Ιρλανδία το 1981. Οι φυλακισμένοι του ΙRA ξεκινούν έναν αγώνα, προκειμένου η βρετανική κυβέρνηση να τους αναγνωρίσει δικαιώματα πολιτικών κρατουμένων, ή έστω κρατουμένων πολέμου. Η επίμονη άρνηση της κυβέρνησης Θάτσερ, θα τους οδηγήσει σε απεργία πείνας με αποτέλεσμα το θάνατο δέκα κρατουμένων. Ο μεσαίωνας των φυλακών που εγκλείουν πολιτικούς κρατούμενους και όχι κοινούς εγκληματίες, διαγράφετε με τα μελανότερα χρώματα.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος Steve McQueen μ’ αυτή την πρώτη του κινηματογραφική κατάθεση, πετάει στα μούτρα της Αγγλίας αυτή την ταινία καταπέλτη, που δεν αφορά μια περασμένη εποχή (δείτε τις ετήσιες αναφορές της Διεθνούς Αμνηστίας), αποφεύγοντας την εύκολη λύση του ρεαλισμού και της επιτήδευσης. Πλάνα που τραβάνε σε χρονική διάρκεια δίνοντας έτσι τον αργό νεκρωμένο χρόνο της φυλακής, απουσία οποιουδήποτε στοιχείου από τον έξω κόσμο ακόμα και μουσικής, κάνουν το θεατή να βιώνει την απομόνωση των ηρώων, τείνοντας να ταυτιστεί μαζί τους. Η ταινία στέκει εξαιρετικά ζυγισμένη στα δυο, με κέντρο μια υπέροχη παρατεταμένη σκηνή διαλόγου ανάμεσα στον πρωτομάστορα των κινητοποιήσεων Bobby Sands (Michael Fassbender), και έναν ιερέα που βρίσκεται κοντά στην οργάνωση. Με τρόπο αριστοτεχνικό, και την υπέροχη χρήση μονοπλάνου, ο Steve McQueen δίνει στον ήρωάς του το ζωτικό χώρο που αυτός χρειάζεται για να αναπνεύσει, για να βρει το χρόνο να μας πείσει για την απόφασή του. Μας παραθέτει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, και μας προετοιμάζει για όλα τα φοβερά που θα ακολουθήσουν. Όλα αυτά με μια ακίνητη κάμερα και δυο ανθρώπους σ’ ένα τραπέζι. Η πεμπτουσία του σινεμά. Με το ελάχιστο τα μέγιστα. Και μη ακούτε τους κριτικούς που βρήκαν τη σκηνή κουραστική, έχει κάνει καλά τη δουλειά του το φας – φουτ σινεμά εξ Αμερικής που θέλει να πέφτουν τα πλάνα βροχή, και να μην κλίνει το στόμα από τη λογοδιάρροια. Για να επανέλθουμε λοιπόν στην ταινία που μας απασχολεί η εξαιρετική αυτή σκηνή θα δώσει τη θέση της σε ένα κοντινό πλάνο χεριών, των χεριών που αναλαμβάνουν πλέον δράση, μη δρώμενα.

Στο δεύτερο μέρος θα παρακολουθήσει το μαρτυρικό, αυστηρά προσωπικό αγώνα του ήρωά του, στις 66 μέρες της απεργίας του, δηλαδή την αργή κατάδυσή του στον Άδη, σαν άλλος ψυχοπομπός.

Παναγιώτης Καρώνης, Δεκέμβριος 2008

Σοκ σωματικό, επαναστατικό!

«Ηunger», όχι απλώς μία ακόμα πολιτική ταινία. Σώμα, ψυχή, ελευθερία. Ο πρωτοεμφανιζόμενος, μαύρος και Βρετανός καλλιτέχνης με το θρυλικό όνομα Στιβ ΜακΚουίν υπογράφει το απόλυτο σοκ της φετινής χρονιάς. Για να κερδίσεις τη Ζωή πρέπει να είσαι έτοιμος να πεθαίνεις κάθε στιγμή!

Το ιστορικό background γνωστό. Ο Μπόμι Σαντς, ένας αληθινός Άντρας από τον ΙRΑ, φυλακισμένος της Μάργκαρετ Θάτσερ και του βρετανικού ιμπεριαλισμού, αρχίζει την 1η Μαρτίου του 1981 απεργία πείνας. Ο λόγος; Πάνω απ΄ όλα η αξιοπρέπειά του. Με τίμημα, ακόμα και τη ζωή του. Δηλαδή αρνείται να φορέσει στολή φυλακισμένου. Μόνο πολιτική περιβολή γιατί πολιτικός κρατούμενος είναι και αγωνιστής. Καμιά εβδομηνταριά ακόμα φυλακισμένοι και μαχητές του ΙRΑ ακολουθούν το παράδειγμά του. Ένας καθολικός ιερέας προσπαθεί να τον αποτρέψει, να τον μεταπείσει, να τον ακυρώσει. Μπόμπι- του λέει- σκέψου τον Λόγο του Θεού, σκέψου τη γυναίκα και το παιδί σου. Τίποτα, αμετάπειστος, ξεροκέφαλος, ανένδοτος. Δεν καταλαβαίνει «Χριστό». Κυτταρικά στο σώμα του, καρφωμένο το γνωστό: Χωρίς αγώνα και αίμα, ούτε μισό πόντο ελευθερίας δεν σου χαρίζουν τα γουρούνια. Η διάρκεια της απεργίας όσο και οι εξήντα έξι τελευταίες ημέρες της αναπνοής του. Στις 5 Μαΐου στη φυλακή Μaze Ρrison αφήνει την τελευταία του ανάσα. Είναι μόλις 26 χρόνων, ήρωας σωστός. Στον δρόμο προς την Αχερουσία τον ακολουθούν άλλοι εννιά πεινασμένοι για ανεξαρτησία και αυτονομία. Έπειτα από τόσα θύματα και προκειμένου η Μάγκι να περισώσει παγκοσμίως την εικόνα της, αναγκάζεται να συμφωνήσει και να επιτρέψει στους κρατουμένους του να κυκλοφορούν με πολιτική περιβολή. Είναι ίσως η μόνη στιγμή στην Ιστορία της ανθρωπότητας που καταρρίπτεται ο στίχος του Γιώργου Σεφέρη. Για ένα πουκάμισο όχι αδειανό αλλά γεμάτο από Άνθρωπο αληθινό. Με το σύνθημα Ελευθερία ή Θάνατος you Βrits, sons of bitches!

Θα πείτε, είμαι πολιτικοποιημένος, Αριστερός και προκατειλημμένος. Θα πω, άντεστε να το δείτε και ύστερα, αν διαφωνείτε, να μου τα ψάλετε όπου βρεθείτε. Τίμια πράγματα. Γιατί ο Steve ΜcQueen με τη μία θρυμματίζει το φράγμα του ήχου ως εξής. Πρώτον δεν μιλάει, αλλά «μιλάει» με τη Γραφή και την εικόνα. Σπάνια αρετή. Ολότελα κινηματογραφική. Ζωγράφος της Ύλης, του Σώματος. Βody και μετά Soul. Πόσες φορές το ΄χουμε δει να πραγματώνεται μία τέτοια σωματική σχέση στην οθόνη; Κινηματογραφική τη λέμε, αλλά στην πράξη τη λαμβάνουμε συχνά εντελώς τηλεοπτικά. Πρόχειρα αναφέρω την «Έξαψη» του Λόρενς Κάσνταν με τους Κάθλιν Τέρνερ και Ουίλιαμ Χαρτ. Πρόχειρα θυμάμαι το «Λεωφορείο ο πόθος» του Ηλία Καζάν με την πλάτη και τους ιδρωμένους ώμους του Μάρλον Μπράντο. Όποιος σέβεται το Σινεμά και τη σκηνοθετική του ιδιότητα δεν έχει παρά να το αποδείξει σωματικά. Ο φακός, το ίδιο το κύτταρο του Μπόμπι Σαντς. Να στάζει αγωνία, αίμα, ιδρώτα. Ο ζωντανός ορισμός της Θυσίας στο «Ηunger» ενός Βρετανού ζωγράφου που για πρώτη φορά πιάνει τη μηχανή και την εκτοξεύει ψηλά. Σας το λέω όπως το αισθάνθηκα σωματικά. Εκεί όπου τα pigs της Θάτσερ κοπανάνε ανελέητα με κλομπ, με σιδερόβεργες και με ό,τι βρουν μπροστά τους και οι θεόγυμνοι κρατούμενοι αντιστέκονται και με νύχια και με πόδια, ανταποδίδουν τα κτυπήματα χωρίς στιγμή να το βάζουν κάτω κι έτσι εκτός των άλλων γκρεμίζουν τη ρήση τη χριστιανική και συμφιλιωτική. Εκεί η πέτσα μου σηκώθηκε από το κορμί μου και από το σοκ έκλεινα τα μάτια μου. Οh my God. Η κόλαση είναι κοντά!

Το πρώτο τσουνάμι χορεύει ραπ με τη ματιά σου και τρώει τα σωθικά σου. Το δεύτερο έρχεται και σε στέλνει αδιάβαστο. Πώς; Επειδή ο ΜακΚουίν αλλάζει τα μεγέθη και τα μεταμορφώνει. Ο Ιρλανδός Νιλ Τζόρνταν- υπερτιμημένος και από το σύστημα πριμοδοτημένος- χρειάστηκε για το «Μάικλ Κόλινς» στρατιές κομπάρσων και μία χούφτα πρωταγωνιστών για να φτιάξει μία ιστορική χαλκομανία με την οποία κατασυκοφάντησε τον ΙRΑ. Αντίθετα ο Άγγλος αρκέστηκε μόνο με ένα κελί και έναν πρωταγωνιστή. Όταν με τόση εκφραστικότητα και αδρότητα ζωγραφίζεις το Σώμα και όταν με γιγαντιαίες δόσεις ρεαλισμού ραντίζεις το βλέμμα του θεατή, ε τότε fuck τη μεγάλη παραγωγή. Τότε μείζον το έλασσον. Γίγαντας ο νάνος. Ολόκληρη Βόρεια Ιρλανδία το κελί του αγωνιστή. Τότε ΙRΑ ο Μπόμπι Σαντς. Τότε του Λαού του το δικό του βάσανο. Τότε ο αγώνας του, η επανάσταση των Ιρλανδών. Οι πληγές του, η σταύρωση των πατριωτών. Τότε ένας για όλους και όλοι για έναν. Εξαιρετικό. Το λαμβάνεις από το πρώτο λεπτό.

Τελειώνω για να μην τρώω άλλο χώρο, με το τρίτο και τελευταίο τσουνάμι. Με τον Γερμανό Μίκαελ Φασμπάντερ καβάλα στο κύμα να παραδίδει σεμινάρια Αctor΄s studio υποδυόμενος τον Ιρλανδό Μπόμπι Σαντς και μιλώντας την Αγγλική με άνεση Βρετανού πρωτοκλασάτου ηθοποιού να σε πυροβολεί στ΄ αυτιά με ιρλανδέζικη αυθεντική προφορά! Να το πω διαφορετικά και εντελώς ωμά. Οι σκηνές όπου οι θεόγυμνοι κρατούμενοι που αρνούνται τη στολή της φυλακής ζωγραφίζουν στον τοίχο εικόνες εφιαλτικές με μοναδικά υλικά τα δικά τους κόπρανα και τα αποφάγια της Μάργκαρετ Θάτσερ είναι η επιτομή τόσο της ταινίας όσο και της μεγάλης Τέχνης. Δηλαδή και σημειολογικά, για τη βρετανική πολιτική, αφοδευτήριο οι μικροί κατακτημένοι λαοί. Δηλαδή απ΄ τα σκουπίδια, τα διαμάντια τα καλλιτεχνικά. Και δηλαδή, όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ, «όλοι ζούμε στον υπόνομο, αλλά μερικοί από εμάς κοιτάμε τ΄ αστέρια ψηλά»!

Δημήτρης Δανίκας, ΤΑ ΝΕΑ

Οι 66 μέρες απεργίας πείνας του αγωνιστή του IRA Μπόμπι Σαντς σε βρετανική φυλακή, σε μια ωμή, συγκλονιστική, χωρίς υποχωρήσεις, ταινία – βραβείο Χρυσής Κάμερας στις Κάνες.
Συγκλονιστική, με σκηνές σοκ, είναι η ιρλανδική ταινία «Hunger», βασισμένη σε αληθινά γεγονότα (αναφέρεται στην απεργία πείνας Ιρλανδών-μελών του IRA στις βρετανικές φυλακές), σκηνοθετημένη από τον γνωστό εικαστικό (βραβευμένο με το Turner του 1999) Στιβ ΜακΚουίν, που με την ταινία του αυτή (βραβείο Χρυσής Κάμερας στο Φεστιβάλ Κανών) κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο.
Βρισκόμαστε στην Ιρλανδία, το 1981. Η ιστορία εστιάζει στο μέλος του IRA, Μπόμπι Σαντς (έξοχος στον ρόλο ο Μάικλ Φασμπίντερ), που στη διάρκεια της φυλάκισής του αρχίζει μια μακρά (66 ημερών) απεργία πείνας για να αναγκάσει την κυβέρνηση της Θάτσερ να αναγνωρίσει τους φυλακισμένους του IRA ως πολιτικούς και όχι ποινικούς κρατούμενους. Η ταινία αρχίζει με τους φυλακισμένους, που ζούσαν στα κελιά τους γυμνοί, σκεπασμένοι μόνο με μια κουβέρτα, να γεμίζουν ως αντίδραση τους τοίχους με τις ακαθαρσίες τους και καταλήγει στην απεργία που στοίχισε τη ζωή τόσο στον Σαντς όσο και σε αρκετούς άλλους φυλακισμένους.
Ο ΜακΚουίν αφηγείται με όλες τις αηδιαστικές (συχνά ανατριχιαστικές) λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή των φυλακισμένων πολιτικών, καταγράφοντας με ρεαλισμό και δύναμη την απάνθρωπη κακομεταχείρισή τους από τους δεσμοφύλακές τους, μ’ ένα στιλ άλλοτε μπρούτο, άλλοτε με μια αναπάντεχη ποίηση, χρησιμοποιώντας με πρωτοτυπία την ηχητική μπάντα και δημιουργώντας εικαστικά εντυπωσιακές εικόνες -από τις καλύτερες σκηνές του είναι και ένα 22 λεπτών μονοπλάνο όπου ο Σαντς συζητά την κατάστασή του αλλά και τις πολιτικές απόψεις του με εκπρόσωπο του IRA που τον επισκέπτεται στη φυλακή.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Αποφασισμένος να μπει στη φρικτή διαδικασία της αποσύνθεσης του σώματός του, το 1981 ο αγωνιστής του ΙRΑ Μπόμπι Σαντς αφιέρωσε τη ζωή του στα πιστεύω του: στον αγώνα για την ανεξαρτησία ολόκληρης της Ιρλανδίας. Η απεργία πείνας που έκανε ως κρατούμενος των φυλακών Μέιζ έξω από το Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας διήρκεσε 66 ημέρες και είχε αποτέλεσμα τον θάνατό του (ακολούθησε ο θάνατος ακόμη δέκα κρατουμένων). Ετσι έγινε θρύλος και σήμερα, 27 χρόνια μετά το συμβάν, μια ταινία έρχεται να μας θυμίσει τον άνθρωπο και τις πράξεις του.

Το «Ηunger» του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη- αλλά ήδη καταξιωμένου εικαστικού καλλιτέχνη- Στιβ Μακ Κουίν ήταν μία από τις αποκαλύψεις του εφετινού Φεστιβάλ των Καννών και ανήκει στις καλύτερες ταινίες της νέας σεζόν («Ηunger» σημαίνει πείνα, αλλά ο τίτλος δεν αποδόθηκε στα ελληνικά).

Δεν πρόκειται ούτε για αγιογραφία ούτε για βιογραφία του Σαντς, ο οποίος άλλωστε εμφανίζεται μετά τη μέση. Ο Μακ Κουίν ενδιαφέρεται να δώσει μια εικόνα από το ταραγμένο κλίμα της περιόδου όχι καταγγέλλοντας αλλά με τον ζήλο ενός ντοκυμαντερίστα που επιστρέφει στα γεγονότα με ψυχραιμία, ακρίβεια και από απόσταση. Τα καταφέρνει θαυμάσια. Παρακολουθούμε την καθημερινότητα όχι μόνο των ιρλανδών κρατουμένων, αλλά και των δεσμοφυλάκων που ζουν με τον φόβο των αντιποίνων. Αρχικώς απουσιάζει παντελώς ο διάλογος, ενώ ο φακός εμμένει προσεκτικά στις λεπτομέρειες. Νιώθεις ότι τα κελιά ζέχνουν από το κάτουρο και τα κόπρανα. Οι σελίδες της Βίβλου μετατρέπονται σε τσιγαρόχαρτα και βεβαίως δεν λείπουν οι σκηνές των αδυσώπητων βιαιοπραγιών. Κανένας όμως δεν ηρωοποιείται εκ προθέσεως σε μια ταινία που δεν αστειεύεται και αξίζει όλοι να έχουν υπόψη τους.

Γιάννης Ζουμπουλάκης, ΤΟ ΒΗΜΑ

Τις σπουδαίες ταινίες τις αντιλαμβάνεσαι εξαρχής. Από τα πρώτα πλάνα τους «μυρίζεσαι» την ξεχωριστή τους ιστορία, τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής τους, τις υφολογικές και θεματικές πλαγιοκοπήσεις. Ετσι και σ’ αυτήν εδώ την ταινία του πρωτοποριακού video artist Στιβ Μακ Κουίν (καμία σχέση με το γνωστό ηθοποιό) που εξελίσσεται σ’ ένα συναρπαστικό κινηματογραφιστή: το σκληρό πρόσωπο του δεσμοφύλακα βασανιστή των κολαστηρίων στα οποία κρατούνταν οι μαχητές του IRA είναι αυτό με το οποίο ξεκινάει την ταινία, μια άλλη οπτική στα γνωστά γεγονότα, μια άλλη ματιά ίσως; Oχι ακριβώς. O Μακ Κουίν ξέρει πολύ καλά τι έχει στο μυαλό του και ακόμα καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρει να το εικονογραφήσει….

Η σκηνοθεσία επιλέγεται να είναι… ωμά ποιητική! O ρεαλισμός της αγριότητας της κατάστασης είναι ανάγλυφος, τα συστατικά που ώθησαν τον Σαντς να χάσει τη ζωή του είναι σαφώς τοποθετημένα, αλλά την ίδια ώρα το θεατή καθηλώνει ένα εν δυνάμει μονόπρακτο μέσα στην ταινία, ο εξαίσιος διάλογος του Σαντς μ’ έναν εφημέριο. Μην το χάσετε…

Τάσος Ρέντζιος, ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ (Θεσσαλονίκη)

Ενα ξεχωριστό ντεμπούτο είναι το «Hunger» του Στιβ Μακ Κουίν, που στις Κάννες τιμήθηκε με τη Χρυσή Κάμερα, το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη. Ο Στιβ Μακ Κουίν, εικαστικός καλλιτέχνης που προέρχεται από τον χώρο της βίντεο αρτ και έχει κερδίσει το βραβείο Turner, χρησιμοποιεί περισσότερο την εικόνα και λιγότερο τον διάλογο για να αφηγηθεί την ιστορία. Παρά την εικαστική κατεύθυνση της ταινίας, πολύ καλές είναι και οι ερμηνείες του «Hunger», με την καθοδήγηση του Μακ Κουίν. Πιο έντονη και δυνατή, εκείνη του Μάικλ Φασμπέντερ στον ρόλο του Μπόμπι Σαντς.

Δημ. Μπούρας, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο σκηνοθέτη Στιβ ΜακΚουίν για την ταινία:

      «Θέλω να δείξω πως ήταν να ζεις, να ακούς, να μυρίζεις και να αγγίζεις το «Κελί–Η» το 1981. Αυτό που θέλω να μεταδώσω (κοινωνήσω) είναι κάτι που δεν μπορείτε να βρείτε σε βιβλία ή αρχεία: το συνηθισμένο και το ασυνήθιστο του να ζεις σ’ αυτή τη φυλακή. Συγχρόνως, το έργο είναι και μια προσπάθεια να αποτυπωθεί με κάποιο τρόπο το τι είναι να πεθαίνει κανείς για ένα σκοπό.
Το Hunger για μένα έχει απήχηση στο σήμερα. Το σώμα σαν σύμβολο μιας πάλης πολιτικής, έχει αρχίσει να γίνεται ένα φαινόμενο όλο και περισσότερο γνώριμο. Είναι η τελευταία πράξη της απελπισίας: το ίδιο σου το κορμί γίνεται το τελευταίο σου καταφύγιο για διαμαρτυρία. Ο καθένας χρησιμοποιεί αυτό που έχει, με τρόπο σωστό ή λανθασμένο.
Είναι σημαντικό για μένα τα γεγονότα να παρουσιάζονται μέσα από τα μάτια τόσο των φυλακισμένων όσο και των φυλάκων τους. Στη διάρκεια του έργου πρέπει να δίνεται και χρόνος για περισυλλογή. Υπάρχει μια μακρά συζήτηση ανάμεσα στον Bobby Sands και ένα καθολικό παπά σχετικά με την απόφαση του Σαντς να προχωρήσει στην απεργία πείνας. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων μετατρέπεται σε ένα φιλοσοφικό παιχνίδι σκακιού με μεγάλες προεκτάσεις. Πρέπει να συζητήσουν τη φύση της θυσίας. «Η ελευθερία είναι τα πάντα για μένα… το να δώσω τη ζωή μου δεν είναι μονάχα το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω, είναι και το μόνο σωστό». Στο τέλος μένουμε μόνοι με έναν άνδρα, που ζει τις τελευταίες του μέρες με τον πιο ακραίο τρόπο που θα μπορούσε –αλλά που βρίσκεται μια απόφαση μονάχα μακριά από το να αποφασίσει να παραδοθεί και να ζήσει. Η πιο απλή, αυτονόητη και φυσιολογική κίνηση μετατρέπεται σε οδύσσεια.
Στo «Hunger» δεν υπάρχει η απλουστευτική έννοια του «ήρωα», του «μάρτυρα» ή του «θύματος». Η πρόθεσή μου είναι να εγείρω ζωντανό διάλογο, αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους θεατές, να προκαλέσω και τη δική μας ηθική μέσω του έργου. «

Στηβ ΜακΚουήν, Μάιος 2008

Βραβεία και Διακρίσεις:

Χρυσή κάμερα (Φεστιβαλ Καννων 2008)

Βραβείο Gucci (Φεστιβάλ Βενετίας 2008)

Ιστοσελίδα για την ταινία στο imdb: Κλικ εδώ

Δείτε το trailer της ταινίας στο YouTube: Κλικ εδώ

http://www.koinotopia.gr/index.php/index.php?option=com_content&view=article&id=252:hunger-steve-mcqueen&catid=10:2009-10-18-21-13-18&Itemid=11

Ανέβηκε στις 13 Δεκ 2011

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη & Γιώργος Κιμούλης

Μαρία Δημητριάδη – Χρόνος

ΤΕΤΆΡΤΗ, 1 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 2008

HUNGER του Στηβ Μακουήν

Λυπάμαι αδελφέ μου
Οι χειροπέδες μου δένουν τα χέρια
κι ένα σίδερο περικυκλώνει το μέρος που κοιμάμαι
Λυπάμαι αδελφέ μου
που δεν μπορώ να βοηθήσω τον γέρο
τη χήρα η το παιδάκι.Μη λογαριάζεις τον θάνατο ενός ανθρώπου
σαν σημάδι ήττας.

Ντροπή είναι μόνο
να προδίδεις τις ιδέες σου
και να μη μπορείς να υπερασπιστείς
τις πεποιθήσεις σου.
Οθμάν Αμπντουλραχήλ Μοχάμεντ
26 ετών, φοιτητής Νομικής,
κρατούμενος από το 2001 στις φυλακές του Γκουαντάναμο.
από το βιβλίο «Ποιήματα από το Γκουαντάναμο»
εκδόσεις ΠΥΛΗ 2008 ( μετάφραση Ιωάννας Καρατζαφέρη )

Εισαγωγή

Η ταινία ακολουθεί τη ζωή στις φυλακές Μέιζ, στη Βόρεια Ιρλανδία, αποτυπώνοντας τα ιδιαίτερα συγκινητικά γεγονότα που αφορούν την απεργία πείνας των φυλακισμένων του IRA το 1981, καθοδηγούμενοι από το Μπόμπι Σαντς.

Περίληψη

Ο Ρέιμοντ Λόχαν ακολουθεί την καθημερινή του ρουτίνα: ένας φυσιολογικός άνδρας που εργάζεται στις φυλακές Μέιζ στη Βόρεια Ιρλανδία, το 1981. Έχει τοποθετηθεί στα κακόφημα H-Blocks, όπου οι ρεπουμπλικανοί φυλακισμένοι διαμαρτύρονται, αρνούμενοι να φορέσουν τα ρούχα που τους επιβάλουν και καταργώντας όλες τις καθημερινές ενέργειες προσωπικής υγιεινής.

Ένας νεαρός φυλακισμένος, ο Ντέιβι Γκίλεν μεταφέρεται εκεί για πρώτη φορά. Παρ’ότι τρομοκρατημένος, αρνείται πεισματικά να φορέσει τη στολή που του δίνουν- δεν θεωρεί τον εαυτό του κοινό εγκληματία. Μοιράζεται ένα πανβρώμικο κελί με έναν άλλο αντικομφορμιστή φυλακισμένο- τον Τζέρι Κάμπελ. Ο Τζέρι, που έχει σκληραγωγηθεί από τις συνθήκες των φυλακών, «εκπαιδεύει» το νεόφερτο να βάζει λαθραία πράγματα στο κελί του, να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο και να μεταφέρει τα μηνύματα στον αρχηγό τους- Μπόμπι Σαντς.

Οι φυλακισμένοι πείθονται να φορέσουν τα καινούρια ρούχα στις φυλακές, που είναι πολιτικά, πιστεύοντας ότι είναι σημαντικό βήμα στον αγώνα τους να αποκτήσουν πολιτική υπόσταση. Τους μοιράζουν όμως εξευτελιστική περιβολή και ξεσπά επανάσταση. Οι φυλακισμένοι καταστρέφουν τα καθαρά κελιά στα οποία έχουν μεταφερθεί, ενώ υπόκεινται σε άγριους ξυλοδαρμούς για την καταστολή της. Η βία μεταφέρεται και πέρα από τη Μέιζ- κανένας εργαζόμενος εκεί δεν είναι πλέον ασφαλής, ενώ ο Ρέιμοντ σκοτώνεται.

Ο Μπόμπι Σαντς συναντά τον ιερέα Ντομινίκ Μοράν. Αστειεύονται για λίγο, κι έπειτα ο Σαντς αποκαλύπτει στον ιερέα, ότι θα ηγηθεί μιας απεργίας πείνας για να διαμαρτυρηθεί για την αντιμετώπιση των ρεπουμπλικανών φυλακισμένων. Αυτό πυροδοτεί μια λογομαχία, η οποία απλά δείχνει την αποφασιστικότητα του Σαντς , μέσα από τις ερωτήσεις του ιερέα για τα κίνητρα και την ηθική. Ο Σαντς είναι αποφασισμένος και η απεργία θα γίνει.

Αργότερα ο Σαντς θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο, όπου τον επισκέπτονται ένας φίλος και οι γονείς του. Ο Σαντς είναι ο πρώτος που θα πεθάνει από τους εννέα που ακολούθησαν.

Το Ιστορικό υπόβαθρο :

1963:
Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας, Terence O’Neill, ξεκινά την προσπάθεια να αντιμετωπίσει το ζήτημα των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων ανάμεσα σε Καθολικούς και Διαμαρτυρόμενους στη Βόρεια Ιρλανδία.

Μάιος – Ιούνιος 1966:
Αντιδράσεις και αναταραχές ακολουθούν τη διπλή 50η επέτειο από τη μάχη του Σομ και του Eastern Rising (Επανάσταση του Πάσχα) – γεγονότα εξέχουσας σημασίας τόσο για την προτεσταντική όσο και την καθολική κοινότητα. Δύο Καθολικοί και ένας Διαμαρτυρόμενος δολοφονούνται. Η εκδίδεται απόφαση για απαγόρευση της δράσης της Ulster Volunteer Force (UVF) .

5 Οκτωβρίου 1968:
Συμπλοκές ανάμεσα στην Northern Ireland Civil Rights Association (NICRA) και την Royal Ulster Constabulary in Derry (RUC) στη διάρκεια διαδηλώσεων για τα πολιτικά δικαιώματα

9 Οκτωβρίου 1968:
Η People’s Democracy δημιουργείται μετά από διαδήλωση φοιτητών στο Μπέλφαστ. Η Derry’s Citizens’ Action Committee γεννιέται μέσα από πέντε υπάρχουσες επαναστατικές ομάδες στο Derry, ηγούμενη από τους Ivan Cooper και John Hume.

Μάρτιος – Απρίλιος 1969:
«Loyalists» βάζουν βόμβες, στοχεύοντας σε τοπικά κέντρα παροχής, μεταξύ άλλων, νερού και ηλεκτρικού. Η Βόρεια Ιρλανδία δέχεται στρατιωτικές ενισχύσεις για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ιούλιος 1969:
Ο 67χρονος Frances McClusky, δολοφονείται από έναν αξιωματικό του RUC. Πολλοί θεωρούν πως αυτός είναι ο πρώτος θάνατος που ξεκίνησε μια μακρά περίοδο ταραχών (γνωστή στους Ιρλανδούς ως «Troubles»).

Αύγουστος 1969:
Σοβαρές αναταραχές ξεσπούν στο Bogside στην περιοχή του Derry – η λεγόμενη «μάχη του Bogside». Μετά από δύο μέρες συνεχών αναταραχών, τα βρετανικά στρατεύματα παίρνουν θέσεις μάχης στο Belfast και το Derry. Οι αναταραχές κορυφώνονται στο Belfast και αλλού από τις 14 ως τις 17 Αυγούστου. Επτά άνθρωποι σκοτώνονται και εκατοντάδες σπίτια καταστρέφονται. Ο βρετανικός στρατός καλείται ξανά να επιβάλλει την τάξη.

19 Αυγούστου 1969:
Η Διακήρυξη της Downing Street που συμφωνείται ανάμεσα στον πρωθυπουργό της Βόρειας Ιρλανδίας, James Chichester Clark και τον βρετανό πρωθυπουργό Harold Wilson, επαναβεβαιώνει την πρόθεση να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα της ισότητας και κοινωνικής ειρήνης στη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς και ότι η Βόρεια Ιρλανδία δε θα πάψει να είναι μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου χωρίς τη συγκατάθεση του λαού.

Δεκέμβριος 1969:
Σχίσμα ανάμεσα στο Sinn Fein και το Irish Republican Army, δημιουργώντας αυτό που αργότερα θα γίνει το Εργατικό Κόμμα και το Sinn Fein, καθώς και ο επίσημος IRA και ο Provisional IRA.

9 Αυγούστου 1971:
Η κράτηση και προφυλάκιση υπόπτων χωρίς δίκη εισάγεται ως θεσμός στη Βόρεια Ιρλανδία.

Σεπτέμβριος 1971:
Ο UVF παίρνει την υποστήριξη μιας ακόμα παραστρατιωτικής οργάνωσης, της Ulster Defense Association (UDA).

30 Ιανουαρίου 1972:
Η Ματωμένη Κυριακή («Bloody Sunday») – ο στρατός επεμβαίνει με το Parachute Regiment για να καταπνίξει αναταραχές στη διάρκεια διαδήλωσης για τα κοινωνικά δικαιώματα στο Derry. Δεκατρείς άνθρωποι πυροβολούνται και σκοτώνονται και ένας ακόμα υποκύπτει αργότερα στα τραύματά του.

Φεβρουάριος 1972:
Με τη βομβιστική επίθεση στο Aldershot στην Αγγλία, που σκοτώνει επτά ανθρώπους, ξεκινά σειρά βομβιστικών επιθέσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Μάιος 1972:
Η κυβέρνηση Stormont διαλύεται και νέα κυβέρνηση τοποθετημένη από τη βρετανική βουλή παίρνει τη θέση της

Μάιος 1972:
Ο επίσημος IRA ανακοινώνει ανακωχή, γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος της στρατιωτικής του δράσης. Ο Provisional IRA συνεχίζει τη δράση του (που διήρκησε μέχρι την ανακωχή του 1997)

Ιούλιος 1972:
Ματωμένη Παρασκευή («Bloody Friday»): πολλαπλές βομβιστικές επιθέσεις από τον IRA με εννέα νεκρούς και ακόμα 130 πολίτες τραυματίες.

Δεκέμβριος 1972:
2 άνθρωποι νεκροί και 127 τραυματίες από βομβιστική επίθεση των Loyalists στο Δουβλίνο, στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Με τη συνέχιση των «Τroubles», συνεχίστηκαν και οι επιθέσεις στην Ιρλανδία.

Ιούνιος 1973:
Βουλευτικές εκλογές στη Β. Ιρλανδία

Δεκέμβριος 1973:
Υπογράφεται η συμφωνία Sunningdale – μια προσπάθεια να σταματήσει η αιματηρή περίοδος των «Troubles» επιβάλλοντας σε Ενωτικούς και Εθνικιστές να μοιραστούν την εξουσία.

Δεκέμβριος 1973 – Μάιος 1974:
Η διαμάχη για την κατοχή της εξουσίας συνεχίζεται, η βία και οι εκφοβισμοί κλιμακώνονται με αναταραχές που κορυφώνονται κατά τη γενική απεργία το Μάιο του 1974.

28 Μαΐου 1974:
Η Βουλή της Β. Ιρλανδίας διαλύεται. Επανατοποθετείται κυβέρνηση αποφασισμένη από το Westminster –που θα παραμείνει για τα επόμενα 25 χρόνια.

Δεκέμβριος 1975:
Λήξη του λεγόμενου «internment».

Μάρτιος 1976:
Λήξη του «Special Category Status» για κρατουμένους καταδικασμένους για τρομοκρατική δράση. Από το 1972, παραστρατιωτικοί κρατούμενοι διατηρούσαν κάποια από τα δικαιώματα των κρατουμένων πολέμου. Έχοντας πλέον μπει στην κατηγορία των κοινών εγκληματιών, θα έπρεπε να εγκλειστούν στην νέα φυλακή Maze, που λειτούργησε την 1η Μαρτίου δίπλα στο Μπέλφαστ, στα ειδικά διαμορφωμένα «κελιά Η».

Σεπτέμβριος 1976:
Ξεκινούν οι «διαδηλώσεις της κουβέρτας» («blanket protests») στην φυλακή Maze, ως διαμαρτυρία για τη λήξη του Special Category Status. Οι κρατούμενοι έχουν πέντε αιτήματα: Το δικαίωμα να μη φορούν στολή φυλακισμένου. Το δικαίωμα να μην κάνουν εργασίες φυλακής. Το δικαίωμα για ελεύθερη επικοινωνία με τους άλλους κρατουμένους. Το δικαίωμα σε μία επίσκεψη. Το δικαίωμα για ένα γράμμα και ένα δέμα ανά εβδομάδα.

Ο όρος ‘blanket protest’ προέρχεται από την άρνηση των διαδηλωτών να φορέσουν τις στολές τους, τυλίγοντας αντί γι’ αυτές κουβέρτες γύρω από το σώμα τους. Στη συνέχεια ακολούθησε η διαμαρτυρία «Όχι πλύσιμο».

Οκτώβριος 1980:
Ρεπουμπλικάνοι φυλακισμένοι ξεκινούν απεργία πείνας για να διαμαρτυρηθούν για τη λήξη του Special Category Status.

Δεκέμβριος 1980:
Η απεργία πείνας ματαιώθηκε, όταν οι φυλακισμένοι λανθασμένα πίστεψαν ότι τους εκχωρήθηκαν τα διεκδικούμενα δικαιώματα.

Ιανουάριος 1981:
2,187 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στη διάρκεια των «Troubles» από το 1969.

1η Μαρτίου 1981:
Η απεργία πείνας ξεκινά ξανά, ηγούμενη από τον Bobby Sands.

Απρίλιος 1981:
Ο Bobby Sands εκλέγεται μέλος της Βουλής Fermanagh and South Tyrone στο Westminster. Ο νόμος αργότερα τροποποιήθηκε ούτως ώστε να εμποδίζει τους κρατουμένους να λαμβάνουν μέρος στις εκλογές.

5 Μαΐου 1981:
Ο Bobby Sands πεθαίνει στη φυλακή Maze Prison την 66η μέρα της απεργίας πείνας, σε ηλικία 27 ετών.

3 Οκτωβρίου 1981:
Η Απεργία Πείνας λαμβάνει τέλος, μόνο όμως μετά το θάνατο ακόμα 9 ρεπουμπλικάνων κρατουμένων. Τις επόμενες μέρες και μήνες, η βρετανική κυβέρνηση εγγυήθηκε ότι θα εκπληρώσει όλα τα αιτήματα των κρατουμένων, χωρίς όμως κάποια περαιτέρω επίσημη αναγνώριση του πολιτικού status.

ΟΙ ΔΕΚΑ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ IRA ,

η ηλικία τους και η ημερομηνία θανάτου τους από τα αρχεία του IRA:

Bobby Sands (27)
Began hunger strike on 1 March 1981 and died on 5 May 1981 after 66 days without food.

Francis Hughes (25)
joined hunger strike on 15 March 1981 and died on 12 May 1981 after 59 days without food.

Raymond McCreesh (24)
joined hunger strike on 22 March 1981 and died on 21 May 1981 after 61 days without food.

Patsy O’Hara (23)
joined hunger strike on 22 March 1981 and died on 21 May 1981 after 61 days without food.

Joe McDonnell (30)
joined hunger strike on 8 May 1981 and died on 8 July 1981 after 61 days without food.

Martin Hurson (29)
joined hunger strike on 28 May 1981 and died on 13 July 1981 after 46 days without food.

Kevin Lynch (25)
joined hunger strike on 23 May 1981 and died on 1 August 1981 after 71 days without food.

Kieran Doherty (25)
joined hunger strike on 22 May 1981 and died on 2 August 1981 after 73 days without food.

Thomas McElwee (23)
joined hunger strike on 8 June 1981 and died on 8 August 1981 after 62 days without food.

Michael Devine (27)
joined hunger strike on 22 June 1981 and died on 20 August 1981 after 60 days without food.

Οι πρωταγωνιστές

Michael Fassbender ( Bobby Sands )

Μετά την εμπορική επιτυχία της ταινίας «300» του Zack Snyder, ο ιρλανδός ηθοποιός Michael Fassbender έγινε ο ρομαντικός πρωταγωνιστής στην ταινία Angel του Francois Ozon. Η περίοδος 2007-2008 είναι ιδιαίτερα παραγωγική για τον Μichael:- είχε κεντρικό ρόλο στο υπερφυσικό θρίλερ του Joel Schumacher «Town Creek» που γυρίστηκε στη Ρουμανία και στο «Eden Lake» σκηνοθετημένο από τον James Watkins. Ο Michael βρέθηκε και στη Νότια Αφρική γυρίζοντας το «The Devil’s Whore», του σκηνοθέτη Marc Munden –μια νέα μεγαλειώδης σειρά σε τέσσερα μέρη, γυρισμένη για λογαριασμό του Channel 4 με φόντο τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο

Ο Michael μεγάλωσε στο Κillarney. Έχοντας κάνει θέατρο και τηλεόραση, η μεγάλη στροφή στην καριέρα του ήρθε όταν πήρε ένα ρόλο στην επική παραγωγή των Steven Spielberg και Tom Hanks «Band of Brothers», παίζοντας τον Συνταγματάρχη Burton ‘Pat’ Christenson. Μετά από αυτό, ο Michael πήρε ρόλους σε πολλές βρετανικές τηλεοπτικές σειρές. Οι πιο αξιόλογες από αυτές είναι στα: «Gunpowder: Treason and Plot» όπου πρωταγωνιστεί ως ο διαβόητος Guy Fawkes, στο υπερφυσικό νεανικό δράμα «Hex» ως ο έκπτωτος άγγελος Azazeal. Στο «Murphy’s Law» όπου είχε ένα μικρό ρόλο ως Caz Miller καθώς και στα «Poirot» και «Trial and Retribution X: Sins of the Father».

Το 2006, στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου, ο Michael πρωταγωνίστησε μαζί με τον Mel Smith στο «Allegiance», ένα έργο για τον Winston Churchill και τον Michael Collins.

Liam Cunningham ( Ιερέας Dominic Moran)

Ο τελευταίος κινηματογραφικός ρόλος του ιρλανδού ηθοποιού Liam Cunningham είναι στην ταινία «The Mummy 3: Tomb of the Dragon Emperor». Έπαιζε επίσης στο πολυβραβευμένο «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» του Ken Loach, το οποίο κέρδισε, μεταξύ άλλων, το Χρυσό Φοίνικα των Καννών το 2006. Ο Liam έχει εργαστεί με πολλούς σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως ο Neil Jordan («Breakfast on Pluto»), ο Michael Winterbottom («Jude») και ο Alfonso Cuaron («The Little Princess»). Ο Liam έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση με ένα μικρό ρόλο στο γοητευτικά ρομαντικό έργο του ιρλανδού Mike Newell «Into the West» (1993).

Οι θεατρικές του συνεργασίες συμπεριλαμβάνουν την Passion Machine theatre company, το London’s Royal Court Theatre και το Royal Shakespeare Company. Πολλές και οι τηλεοπτικές του εμφανίσεις σε πολλά διαφορετικά κανάλια: ΙΤV, BBC, RTE, HBO and CBS, συμπεριλαμβανομένων και guest εμφανίσεων σε βρετανικές σειρές όπως το Cracker – Messiah, το Prime Suspect and το Murphy’s Law.

ανατρεπτική τέχνη

ΤΕΧΝΗ, ΥΠΟΤΑΓΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

πηγή: Athens.indymedia.org

(ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΖΕΡΟ GEOGRAPHIC 20

κατεβάστε το από ‘δώ

http://www.mediafire.com/download/vw7tih930tiaaic/%CE%96%CE%95R%CE%9F+GEOGRAPHIC+20.pdf  )

 Σκάκι και πόλεμος Στοκ Εικόνες

Αν καθ’όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας αν κάτι είναι αδιάκοπο και συνεχές είναι η πάλη του ανθρώπου για επιβίωση και ευτυχία και η μυθοποίηση αυτού.  Η μυθοπλασία και η τέχνη υπάρχουν από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας όπου η βασικότερη ανησυχία του ατόμου ήταν η επιβίωσή του. Και έτσι αποτυπωνόταν σε τοιχογραφίες σε σπηλιές όπου παρουσίαζαν τον άνθρωπο σε σχέση με την πάλη του για επιβίωση κυνηγώντας διάφορα θηράματα για να ταϊστεί η εκάστοτε τοπική κοινότητα. Από τα προϊστορικά χρόνια και τις σπηλαιογραφίες μέχρι την κλασσική εποχή και το αρχαίο Ελληνικό θέατρο στην αναγέννηση μέχρι την καλλιτεχνική πρωτοπορία του μεσοπολέμου στο πανκ η τέχνη πάντα έπαιρνε θέση και εξέφραζε την ανθρώπινη τραγωδία όπου διακατείχε την κοινωνία την εκάστοτε εποχή. Γιατί η τέχνη είναι η μοναδική ανθρώπινη εφεύρεση όπου έχει την ικανότητα να εκφράσει το ανθρώπινο με τόσο μοναδικό τρόπο. Εδώ λοιπόν τίθεται το θέμα περί ευθύνης του καλλιτέχνη. Η τέχνη είναι πολιτική πάνω από όλα, όχι με την στενή της έννοια. Δεν μιλάω εξαναγκαστικά για στρατευμένη τέχνη, μιλάω για την ανάγκη αυτής να επιτεθεί στο status quo. Για τον κινηματογράφο, την μουσική, την ποίηση όπου θα μιλήσει ειλικρινώς για την αθλιότητα της εποχής. Όχι για την τεχνικώς δημιουργημένη πραγματικότητα του “pop culture” και του κυρίαρχου καθεστωτικού λόγου. Η τέχνη σε αυτό το πλαίσιο είναι επιβολή. Μέσο καταστολής. Με πολλές διαφορετικές εκδοχές.

Ι. Όλα είναι ωραία. Όλα είναι καλά

Μην ανησυχείτε για τίποτα. Το λουλουδάκια ανθίζουν. Ο ήλιος δύει, και μου λείπεις ρε μωρό. Χαζομάρα, σκυλλάδικο, εντεχνιάριδες και αισθητικός εμετός. Ειδικότερα στο έντεχνο όλα είναι ακίνδυνα. Όχι μόνο για την εξουσία και την κοινωνική τάξη. Αλλά κυρίως προς τον ακροατή. Απαλή ανιαρή μουσική, στίχοι για το τίποτα, μην ενοχληθεί κανείς, μην δυσκολευτεί ο ακροατής και αρχίζει να θέτει ερωτήματα. Εδώ δεν ασχολούμαστε με την απολύτως κυρίαρχη και καθοδηγούμενη γραμμή του Χόλυγουντ και την παγκόσμια μουσικής βιομηχανίας γιατί η ευθύνη εδώ πέφτει στην εναλλακτική κουλτούρα.  Επίσης το σκυλάδικo είναι τόσο βλαχομπαρόκ εμετός που προσωπικά δεν βρίσκω λόγο να ασχοληθώ και πολύ. Από τις απαρχές των εναλλακτικών κινημάτων υπήρχε μια εμμονική τάση –οι περισσότεροι εναλλακτισμοί βέβαια όχι όλοι- αποφυγής μια ξεκάθαρης στάσης απέναντι στην καθεστηκυία τάξη. Από τον χίπισμο – και κατ’ επέκταση την ναρκωκουλτούρα η οποία συνεπάγεται –  στην reggae μέχρι το «έντεχνο» και τώρα πια στα electro-swing, Αλμονδοβάρ,  Ιρανικός κινηματογράφος, Nouvelle Vague και γενικότερα ότι είναι στην μόδα των εναλλακτικών κύκλων για να το παίζεις μορφωμένος στις πρωτοετείς. Βεβαίως σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις, όπως ο Αλμονδοβάρ και ο Ιρανικός κινηματογράφος ουδεμία ευθύνη έχουν για το πώς αντιλαμβάνονται από το χιπστερ ακροατήριο. Σημασία έχει πως προωθούνται τάσεις όσο πιο απόμακρές και ανεπίκαιρες σε σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα γίνεται για να ικανοποιηθεί ο χιπστερ φίλος μας. Χωρίς να θέλω να φανώ απόλυτος, θεωρώ απαράδεκτο σε εποχής κάθετης ανόδου της κοινωνικής αδικίας και εξαθλίωσης με πνιγμένους πρόσφυγες, κάθετη άνοδο των αυτοκτονιών, των αστέγων και των ανέργων, να τραγουδάμε ανάλαφρα τραγουδάκια για το τίποτα σε παραλίες πίνοντας μπάφους, αναμασώντες αοριστολογίες για την φύση και την «ειρήνη». Την ίδια στιγμή παράδειγμά πραγματοποιείται γενοκτονία κατά των Παλαιστινίων. Συγγνώμη ξέχασα πως το Ισραήλ είναι political correct  και «δημοκρατικό», σε αντίθεση με τους κακούς μουσουλμάνους που καταπιέζουν της γυναίκες και θέλουν να μας σκοτώσουν όλους .Κανείς σοβαρός άνθρωπος δε θα υποστηρίξει βέβαια ότι στον ισλαμικό κόσμο δε συμβαίνουν σημεία και τέρατα. Όμως το θέμα βρίσκεται στην επιλεκτική διάκριση φιλικών καθεστώτων (όπου τα σημεία και τέρατα αποκρύβονται) και αρνητικών (όπου τα σημεία και τέρατα υπερτονίζονται)

Και έτσι φτάνουμε στο επόμενο σκέλος της κατασταλτικής μορφής της τέχνης.

ΙΙ. Η οικοδόμηση του «εχθρού»/ Δυϊστική αντίληψη.

Ο καπιταλισμός μετά από χρόνια αναταραχών και τον μεσοπόλεμο ανακάλυψε πως για να μπορέσει να σταθεί σαν σύστημα εφόσον είναι φύσιν άδικο και καταπιεστικό έπρεπε να δημιουργήσει ένα «έχθρο». Μετουσιώνει με αυτόν τον τρόπο την καπιταλιστική Δύση ως παράδεισο και του δυτικούς δημοκράτες, ενάντια στους «κακούς». Είτε αυτοί είναι κομουνιστές, είτε φονταμεταλιστές, αντιδημοκράτες ή οτιδήποτε άλλο. Και εδώ γυρνάμε στον Ιρανικό κινηματογράφο ως παράδειγμα. Ο Ιρανικός αντικαθεστωτικός κινηματογράφος, προωθείται απαράμιλλα από τους δυτικούς εδώ και χρόνια, ενώ ο Ισραηλινός αντικαθεστωτικός όπως και ο Παλαιστινιακός καταβαραθρώνεται. Ο Ισραηλινός μπορεί να προωθείται, αλλά μόνο αυτός που βολεύει και όχι αυτός που πάει κόντρα στην Σιωνιστική τακτική του κράτους του Ισραήλ.  Αν προωθείται η επαναστατική αντισιωνιστική ισραηλιτική τέχνη, προωθείται κυρίως από πιο αριστερούς και αναρχικούς χώρους. Γιατί στην εξουσία χρειάζεται ο «εχθρός». Οι κακοί τρομοκράτες. Το αντιδημοκρατικό Ιράν και η Βόρεια Κορέα .Πράγματι τα καθεστώτα αυτά είναι παραδείγματα προς αποφυγήν και εννοείται ότι δεν τα υποστηρίζουμε. Όμως το θέμα είναι αλλού.

Προσπαθούν να πείσουν τον δυτικό θεατή ή ακροατή πως είναι πολύ τυχερός που ζει στη Δύση και κινδυνεύει από τους «άλλους» και όχι από το ίδιο το καθεστώς του. Μέσω είτε πολεμικών ταινιών είτε δράματος μας υπενθυμίζουν πόσο κακοί ήταν οι «ναζί» και πόσο καλοί οι σύμμαχοι που τους νίκησαν, πόσο αδίστακτοί και φασίστες ήταν οι κομουνιστές και πόσο αιμοδιψείς μισογύνιδες, ομοφοβικοί είναι αυτοί οι τρομακτικοί μουσουλμάνοι τώρα. Το κακό είναι πάντα εκτός της πραγματικότητάς σου. Οι κακοί είναι «οι άλλοι».

ΙΙΙ. Οπότε; Τι;

Κι εσύ Ελληνάκο, καλλιτέχνη της κακιάς ώρας;  Έντεχνε κιθαρίστα των πέντε συγχορδιών, ζαμανφού τραλαριλαρό  ραπερόνι;  Θα πάρεις την ευθύνη της έκφρασης σου, ή θα συνεχίσεις να ζαμανφουντίζεις; Θα εκφράσεις την ανθρώπινη τραγωδία των καιρών μας ή θα πάρει την κιθαρούλα σου στο camping να τραγουδάς για χαμένες αγάπες;

Σύντροφοι η τέχνη είναι πόλεμος. Αντίδραση στο status quo. Τι άλλο μένει παρά η αντεπίθεση;

«Οι πιο καυτές θέσεις στην κόλαση είναι κρατημένες γι’ αυτούς που, σε καιρούς μεγάλης ηθικής κρίσης, διατηρούν ουδέτερη στάση.» Dante Aliggeri

ΙΑΣΟΝΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

https://wordpress.com/read/post/feed/7524520/859240385

κι εγώ να σας αφιερώσω:

Ballad of Sacco and Vanzetti Ennio Morricone and Joan Baez

Miriam Makeba – Mama Afrika

ανατρεπτική τέχνη

Τέσσερις συναυλίες και μια κηδεία για τον Μπομπ Ντίλαν

πηγή: Γελωτοποιός

«I hate love»
Στάνλεϊ Κιούμπρικ

~

2014
Αν δεν υπήρχε ο θάνατος, τότε η ζωή θα ήταν ανούσια, σαν μια αιώνια βόλτα στο καρουζέλ. Την απολαμβάνεις επειδή ξέρεις ότι θα τελειώσει.

~

1955
Ο καθηγητής του Ρόμπερτ Άλλεν Ζίμερμαν μιλάει με τον πατέρα του μαθητή.

«Ο γιός σας δεν τα παίρνει τα γράμματα», του λέει. «Είναι… καλλιτεχνική φύση.»

«Καλλιτέχνης δεν είναι αυτός που ζωγραφίζει;» ρωτάει ο πατέρας.

Ο καθηγητής γελάει. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να τον βάλετε στη δουλειά σας, γιατί δεν τον βλέπω να τα καταφέρνει σε τίποτα άλλο».

Ο πατέρας του Ρόμπερτ είναι μπακάλης.

«Ο καλύτερος άνθρωπος», θα πει πολλά χρόνια μετά ο Ρόμπερτ. «Αλλά ποτέ δεν με κατάλαβε.»

Αλίμονο στα παιδιά που είναι τόσο συμβατικά ώστε να μπορούν να τα καταλάβουν οι γονείς τους.

Ο Ζίμερμαν τέλειωσε το σχολείο, έμεινε ένα εξάμηνο στο πανεπιστήμιο και μετά πήρε την κιθάρα του και έφυγε, για να γίνει Ντίλαν.

1989
Φεύγουμε από το χωριό. Πήραμε μαζί μας, ως την Πάτρα, τον θείο Αλέξη, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας.

Στις αρχές του εβδομήντα, όταν ήταν είκοσι χρονών, του “τυχαν 100.000 δραχμές. Πολλά λεφτά τότε, αγόραζες μισό ταξί. Ο Αλέξης τα πήρε κι έφυγε. Πήγε στα Μάταλα, στην Ίω και μετά χάθηκε κάπου στη Γερμανία.

Εμφανίστηκε μετά από δέκα χρόνια, με καμμένο εγκέφαλο και διαλυμένο στομάχι. Δεν καταλάβαινε και πολλά. Μπήκε στο νοσοκομείο και του “κοψαν το μισό στομάχι.

«Γιατί;» ρώτησα εγώ, παιδί ακόμα.

«Έτρωγε πολλά τηγανιτά αυγά», μου είπε ο πατέρας μου.

Έμεινε στο χωριό από τότε μέχρι το θάνατο του, καταθλιπτικός και αυτοκτονικός. Είχε μια κιθάρα, που δεν την άγγιζε πια. Την έπαιρνα εγώ και ο αδελφός μου, μέχρι που τη διαλύσαμε.

Έτσι με μισό στομάχι, τον παίρνουμε μαζί μέχρι την Πάτρα, για να δει τον Ντίλαν στο γήπεδο της Παναχαϊκής.

«Ποιος είναι αυτός;» τον ρωτάω στο αυτοκίνητο.

Ο Αλέξης αργεί να απαντήσει. Δεν του αρέσει να μιλάει.

«Ο Ντίλαν είναι τα νιάτα μου», λέει τελικά, κοιτώντας έξω. Ένας άνθρωπος με μισό στομάχι. Και τραγουδάει κοιτώντας τον εαυτό του στο τζάμι:

«I “m a man of constant sorrow, i ve seen trouble all my days».

~

1965, Newport Festival

Το κοινό περιμένει τον Μπομπ Ντίλαν, τον θρύλο της φολκ που από τα 22 του χρόνια έχει γράψει κάποια από τα πιο σημαντικά τραγούδια διαμαρτυρίας, όπως το εμβληματικό «Blowin” in the wind».

Τον περιμένουν με την ακουστική του κιθάρα και τη φυσαρμόνικα, έτσι όπως τον έχουν συνηθίσει, με ρούχα που θα μπορούσε να φοράει και η γιαγιά του.

Ο Ντίλαν βγαίνει στη σκηνή με μαύρα δερμάτινα ρούχα, μαύρα γυαλιά και ψηλοτάκουνες μπότες. Ανοίγει τη θήκη της κιθάρας και βγάζει μια ηλεκτρική fender stratocaster.

Το κοινό τον γιουχάρει, τον αποκαλούν Ιούδα, αφού πρόδωσε τη φολκ μουσική.

Ο Ντίλαν συνεχίζει: «How does it feel – How does it feel – To be on your own?»

~

2014
Ανοίγω το φάκελο που μου έστειλε ο Πέτρος από την Κέρκυρα. Βρίσκω δυο εισιτήρια για τη συναυλία του Ντίλαν στη Θεσσαλονίκη.

«Τα αγόρασα κάπως παρορμητικά», γράφει ο Πέτρος. «Τελικά δεν μπορώ να έρθω. Πηγαίντε εσείς να δείτε τον γερο-Μπομπ».

Το λέω στην Νέλλη. Εκείνη γελάει. Το γέλιο της με κάνει να τραγουδάω: «Ι want you, i want you, i want you, so bad».

~

196ο
Ο δεκαεννιάχρονος Ζίμερμαν φτάνει στη Νέα Υόρκη και παίζει μουσική, αρχικά σε πλατείες, μετά σε φολκ μπαρ του Γκρίνουιτς Βίλλατζ. Μένει σε σπίτια φίλων, τη βγάζει δύσκολα. Διαβάζει πολύ.

«Διάβασα Μακιαβέλι, Νίτσε και άλλους από τους μεγάλους», γράφει στην αυτοβιογραφία του, «αλλά ο καλύτερος απ” όλους ήταν ο Θουκυδίδης, ναι, ο Θουκυδίδης ήταν ο καλύτερος.»

Γνωρίζει την ποίηση του Ρεμπώ, του Έλιοτ, του Πάουντ, την πεζή ποίηση του Ντίλαν Τόμας. Ξεκινάει να γράφει επηρεασμένος από αυτούς.

dylan at greenwich village

And what did you hear, my blue-eyed son?
And what did you hear, my darling young one?
I heard the sound of a thunder that roared out a warnin”
I heard the roar of a wave that could drown the whole world
I heard one hundred drummers whose hands were a-blazin”
I heard ten thousand whisperin” and nobody listenin”
I heard one person starve, I heard many people laughin”
Heard the song of a poet who died in the gutter
Heard the sound of a clown who cried in the alley
And it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard, it’s a hard
And it’s a hard rain’s a-gonna fall.

Δύο χρόνια μετά η Κολούμπια του βγάζει τον πρώτο δίσκο.

~

2014
Ο Ντίλαν βγαίνει στη σκηνή, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τον κοιτάω και σκέφτομαι: «Αυτός ο άνθρωπος δημιούργησε τη ροκ». Είναι σαν να βλέπεις τον Τσάρλι Τσάπλιν, ζωντανό, μπροστά σου.

Ή τον Πικάσο.

Ή τον T.S. Elliot.

Η ιστορία της μουσικής του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα είναι εκεί, με πλατύγυρο καπέλο και στενό κουστούμι. Και τίποτα να μην έκανε, απλά να στεκόταν, σαν να βρισκόμασταν σε μουσείο, πάλι αρκετό θα ήταν. Αλλά αυτός τραγουδάει, παίζει με τη φυσαρμόνικα του, κάθεται στο πιάνο.

Δεν παίζει κανένα από τα παλιά του. Στο τέλος έρχεται μπροστά με την μπάντα του, υποκλίνονται στο κοινό και φεύγουν.

Στο λεωφορείο της επιστροφής ο κόσμος διαμαρτύρεται.

«Δεν είπε ούτε καλησπέρα».

«Ούτε ένα ευχαριστώ.»

«Ούτε ένα γεια σου Θεσσαλονίκη».

«Εμένα μου άρεσε ο τρόπος του, ήταν θεατρικός», λέει η Νέλλη και όλοι την κοιτάνε στραβά. «Έκανε μια παράσταση, έτσι την ήθελε.»

~

1989
«Πως ήταν η συναυλία;» ρωτάω τον θείο όταν τον ξαναβλέπω.

«Άψογη», μου λέει εκείνος. «Ο Ντίλαν έπαιξε όλα τα τραγούδια με πλάτη στο κοινό.»

Προσπαθώ να καταλάβω τι το ωραίο υπήρχε σ” αυτό.

«Αυτός είναι ο Ντίλαν», μου λέει ο θείος μου, «κάνει ό,τι νομίζει, χωρίς να τον νοιάζει αν θα τον παρεξηγήσουν. Αν δεν γουστάρει κάτι το δείχνει και το κοινό ήταν ένα μάτσο χάλια.»

Ο Αλέξης γελάει και βήχει άγρια. Το ίδιο θα έκανε κι εκείνος αν έβγαινε στη σκηνή. Ήταν μισάνθρωπος ο Αλέξης, δεν προσπαθούσε να είναι αρεστός σε κανέναν. Γι” αυτό και κανένας δεν του μιλούσε.

Λίγα χρόνια μετά πέθανε. Δυο-τρεις άνθρωποι πήγαν στην κηδεία του.

Αν ήξερα να παίζω κιθάρα τότε, θα του τραγουδούσα:
«There’s a long black cloud comin” on down
I feel like I’m knockin” on heaven’s door.»

~

1964
Οι Beatles συναντάνε τον Ντίλαν στην Νέα Υόρκη. Είναι πιο διάσημοι από το Χριστό, αλλά είναι ακόμα τα καλά παιδιά από το Λίβερπουλ. Ο Ντίλαν τους δίνει να δοκιμάσουν μαριχουάνα και τους εισάγει στην ποίηση. Τα Σκαθάρια γίνονται κάτι παραπάνω από ποπ είδωλα που τραγουδάνε «i wanna hold your hand». Στήνουν τη χίπικη κουλτούρα με το Κίτρινο Υποβρύχιο τους και το Lucy in the Sky with Diamonds.

Είναι ο πόλεμος του Βιετνάμ, η εξέγερση των αφροαμερικάνων και των φοιτητών, ο Μάης του ’68, η Άνοιξη της Πράγας, το Γούντστοκ, τα Μάταλα, τα κοινόβια της Γερμανίας.

For the times they are a-changin”

~

2014
Μια μέρα μετά τη συναυλία παίρνουμε να δούμε το «I “m not there», μια σπονδυλωτή καιαλλοπρόσαλλη ταινία για τον Ντίλαν. Δεν είναι μια βιογραφία γραμμική και συγκινητική, όπως εκείνη του Γκάντι.

Είναι ένα γκροτέσκο κατασκεύασμα, γοητευτικό και παράδοξο. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Todd Haynes έδωσε με τον καλύτερο τρόπο τον ψυχισμό του Ντίλαν:Ένας αντισυμβατικός άνθρωπος, ύψος ένα κι εξήντα, με φωνή κόκορα και ψυχή γρύππα.

Ένα στρυφνό πλάσμα, διόλου προσηνής και καλοκάγαθος, που τη μία ήταν φολκ, την άλλη ροκ και την άλλη δόξαζε το Χριστό με τα τραγούδια του!

Δεν προσπαθούσε να είναι αρεστός. Το αντίθετο. Μόλις τον τοποθετούσαν σε κάποια κατηγορία εκείνος, σαν από εγγενή αποστροφή για τις κατηγορίες, έκανε κάτι διαφορετικό. Αντίθετα στο ρεύμα, μερικές φορές αυτοκαταστροφικός.

Αλλά τιμήθηκε με πούλιτζερ για τους στίχους του και προτάθηκε για νόμπελ. Τα τραγούδια του είναι τα πιο διασκευασμένα, από το ’62 και μετά.

~

1976
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Ντίλαν έχει τελειώσει. Τότε εκείνος βγάζει το Desire, ένα άλμπουμ αριστουργηματικό, που ανάμεσα στα άλλα περιέχει τα «One more cup of coffee», «Oh sister»,το «Sara» και το «Hurricane».

Αυτό δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή μιας καριέρας!

Here comes the story of the Hurricane
The man the authorities came to blame
For something that he never done
Put him in a prison cell but one time he could-a been
The champion of the world.

~

2003
Βρίσκομαι στο Jam Bar, στην Νάξο. Είμαστε έτοιμοι για τζαμάρισμα μεταξύ αγνώστων. Στα ντραμς κάθεται ένας Σέρβος, το μπάσο το κρατάει ένας Αθηναίος μεσήλικας και στην ηλεκτρική κιθάρα είναι ένας Αυστραλός. Εγώ έχω την ακουστική και το μικρόφωνο.

Δεν υπάρχει καιρός για πρόβες, αυτή είναι η μαγεία του τζαμαρίσματος.

«Τι θα παίξουμε;» ρωτάει ο Αθηναίος Μπελούσι.

«All along the watchtower», τους λέω, «but like Hendrix did it».

Ο Αυστραλός κιθαρίστας χαμογελάει και πατάει την παραμόρφωση.

Παίζουμε από Λα κι εγώ τραγουδάω στα ελληνικά: «Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά, είπε ο παλιάτσος στο ληστή».

~

1970
Ο Τζον Λέννον αφήνει τους Beatles και στον πρώτο του προσωπικό δίσκο περιλαμβάνει και το «God», όπου ξορκίζει τον παλιό του εαυτό και όλα τα είδωλα. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνει και τον Ζίμερμαν.

I don’t believe in magic
I don’t believe in I-ching
I don’t believe in Bible
I don’t believe in Tarot
I don’t believe in Hitler
I don’t believe in Jesus
I don’t believe in Kennedy
I don’t believe in Buddha
I don’t believe in Mantra
I don’t believe in Gita
I don’t believe in Yoga
I don’t believe in Kings
I don’t believe in Elvis
I don’t believe in Zimmerman
I don’t believe in Beatles
I just believe in me, Yoko and me…and that’s reality

~

2014
Πρέπει να τελειώσω αυτό το κείμενο για τον Ντίλαν. Ως συνήθως είναι πολύ μεγάλο για διαδικτυακά δεδομένα. Αλλά δεν με νοιάζει αυτό. Πρέπει να το τελειώσω για να συνεχίσω με κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό.

Οι μεγαλύτερες απειλές για κάθε καλλιτέχνη είναι οι μανιέρες και το χειροκρότημα. Αν ανακυκλώνεσαι και αν σε χειροκροτάνε είναι δύσκολο να αποτολμήσεις κάτι που θα δυσαρεστήσει τους χειροκροτητές.

Γι” αυτό και είναι σπουδαίος ο Ντίλαν. Γιατί πήγε ενάντια στο κοινό του.

Ο καλλιτέχνης δεν είναι ποδοσφαιριστής. Δεν προσπαθεί να κερδίσει τον αγώνα. Χάνει και χάνεται μέσα σε αυτό που κάνει. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να βρεις τον εαυτό σου, μόνο αν τον χάσεις.

Η βόλτα με το καρουζέλ διαρκεί λίγα χρόνια. Απόλαυσε “την, μην τη χαραμίσεις.

 https://wordpress.com/read/post/feed/7524520/859276441