θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

θεωρία, teoria

Murray Bookchin: μια νέα προοπτική για τον 21 αιώνα – una nuova prospettiva per il XXI secolo

του Sandro Moiso

Murray Bookchin, LA PROSSIMA RIVOLUZIONE.  Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Από τις λαϊκές συνελεύσεις στην άμεση δημοκρατία, με έναν επίλογο της Ursula K. Le Guin, BFS Edizioni -Εκδόσεις 2018, σελ. 192, € 18,00

Στα ογδόντα τέσσερα χρόνια ζωής του, ο Murray Bookchin (1922 – 2006) είχε την ευκαιρία να διατρέξει σαν ριζοσπαστικός κριτικός σχεδόν ολόκληρο το ‘900, αντιμέτωπος με τις κύριες ιδεολογίες του εργατικού κινήματος και στρατευμένος μέσα στα δύο κύρια ρεύματα του, τον μαρξισμό και τον αναρχισμό , σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.

Αν και θεωρούσε τον εαυτό του αναρχικό κατά τη δεύτερη και μακρύτερη φάση της ζωής του, ένιωσε όμως την ανάγκη, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 του εικοστού αιώνα μέχρι το τέλος των ημερών του, να επαναπροσδιορίσει την κριτική του τρόπου παραγωγής που ισχύει ξεκινώντας απ’ το ξεπέρασμα των δύο κυριότερων ιδεολογιών, μαζί με εκείνες που είναι γενικότερα σοσιαλιστικές ή συνδέονται με τον επαναστατικό συνδικαλισμό, για να φτάσει σε μια σύνθεση της επαναστατικής σκέψης που είναι πιο κατάλληλη για να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που μπορούμε ήδη να δούμε και να προβλέψουμε για τον αιώνα στον οποίον εισήλθαμε εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια.

Το κείμενο που μεταφράστηκε πλέον στα ιταλικά δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 2015 και περιέχει οκτώ δοκίμια γραμμένα μεταξύ 1991 και 2002, καλύπτοντας έτσι το τελικό και ίσως σημαντικότερο μέρος του προβληματισμού και της σκέψης του Bookchin. Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η εισαγωγή και η ανάπτυξη εντός της ανταγωνιστικής σκέψης του ζητήματος της σχέσης ανθρώπου με το περιβάλλον, όχι μόνο ως πρόβλημα στα πλευρά του επαναστατικού κινήματος ή ως απλό οικολογικό όραμα της πραγματικότητας, αλλά ως κεντρικό και ουσιαστικό σημείο κάθε υπόθεσης μελλοντικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και συνύπαρξης με τη φύση. Από εδώ η ανθρώπινη κοινωνία όχι μόνο δεν θα μπορέσει πλέον να οριστεί ως ανταγωνιστική ή κυρίαρχη, αλλά μόνο δεχόμενη να είναι μέρος της, προσαρμόζοντας τις ανάγκες της σε εκείνες του κόσμου και των ειδών που την περιβάλλουν.
Όπως ένα όμορφο μανιφέστο του αγώνα NoTav διακηρύττει: Εμείς δεν υπερασπιζόμαστε τη φύση, είμαστε η φύση που υπερασπίζεται τον εαυτό της.

Το πολιτικό και φιλοσοφικό φαντασιακό του Bookchin δεν επηρεάζεται όμως από τον πρωτογονισμό που θεωρητικοποιήθηκε από κάποιες αναρχικές ομάδες εμπνευσμένες από τη σκέψη του John Zerzan, αλλά ακολουθεί μήτρα μαρξιστικού και διαφωτιστικού ορθολογισμού, [που προέρχεται δηλαδή από τον διαφωτισμό] επειδή ο στόχος δεν είναι να αφήσει πίσω της την επιστημονική σκέψη tout court αλλά να την προσαρμόσει στις πραγματικές ανάγκες της ανθρώπινης κοινότητας και του πλανήτη με τον οποίο συζεί. Ο αμερικανός συγγραφέας υποστηρίζει στην πραγματικότητα την εμπιστοσύνη στην ικανότητα να μπορείς να φτάσεις σε αυτό που ορίζει ως διαλεκτικό φυσιολατρισμό, αυθεντική βάση μιας κοινόχρηστης κοινωνικής οικολογίας και που δεν υπαγορεύεται από τις μόδες ή τις ανάγκες του κεφαλαίου.

“Σε γενικές γραμμές, η κοινωνική κατάσταση που παράγεται από τον σύγχρονο καπιταλισμό δεν συμφωνεί με τις προβλέψεις, απλά ταξικές, που εκτέθηκαν από τον Μαρξ και τους Γάλλους επαναστάτες συνδικαλιστές. Μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο καπιταλισμός υπέστη τεράστιο μετασχηματισμό και δημιούργησε νέα και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Προβλήματα που ξεπερνούν τα παραδοσιακά αιτήματα του προλεταριάτου για τη βελτίωση των μισθών, του ωραρίου εργασίας και των συνθηκών εργασίας: αφορούν ειδικότερα το περιβάλλον, το φύλο, την ιεραρχία και τα αστικά και δημοκρατικά ζητήματα.[…] Αναπτύσσονται νέες και περίπλοκες αποχρώσεις προσωπικής κατάστασης και συμφερόντων που σήμερα έχουν μεγαλύτερη σημασία από ό, τι είχαν στο παρελθόν. Όλα αυτά καθιστούν τη σύγκρουση μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είχε προηγουμένως κεντρική σημασία, γίνονταν κατανοητή και χρησιμοποιούνταν με τρόπο μαχητικό, στρατευμένο από τα παραδοσιακά σοσιαλιστικά κινήματα λιγότερο καθορισμένη. Οι ταξικές κατηγορίες έχουν συγχωνευθεί, συνδυάζονται με τις ιεραρχικές κατηγορίες που βασίζονται στη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλική προτίμηση και συγκεκριμένες εθνικές ή περιφερειακές διαφοροποιήσεις. Οι διαφορές ως προς το status και τα ιεραρχικά χαρακτηριστικά τείνουν να συγκλίνουν με τις ταξικές διαφορές, και εμφανίζεται ένας ευρέως διάχυτος καπιταλιστικός κόσμος στον οποίο για την κοινή γνώμη οι εθνοτικές, εθνικές και φυλετικές διαφορές είναι συχνά πιο σημαντικές από τις ταξικές διαφορές.
Ταυτόχρονα, ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει μια νέα αντίφαση, ίσως την πιο σημαντική: τη σύγκρουση μεταξύ μιας οικονομίας που βασίζεται στην απεριόριστη ανάπτυξη και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος”.1

Ακόμη και αν ο Bookchin μερικές φορές φαίνεται λίγο πολύ εντυπωσιασμένος από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό των αρχών του εικοστού αιώνα και δεν είναι αρκετά πρόθυμος στην ανάλυση του παρελθόντος και παρόντος της ιμπεριαλιστικής και οικονομικής δυναμικής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο έργο του βρέθηκε σε θέση να προβλέψει σε μεγάλο βαθμό τα ερωτήματα που επισημάνθηκαν όλο και περισσότερο από την κοινωνία της τρίτης χιλιετίας προσπαθώντας, παράλληλα, να ξεπεράσει τα εύκολα μάντρα και τις υπερβολικές ιδεολογικές απλοποιήσεις που προέρχονται από τις πρακτικές του εικοστού αιώνα, τόσο από τους μαρξιστικούς όσο και στους μπολσεβικούς ή αναρχικούς τομείς-πεδία.

“Καμία από τις αντικαπιταλιστικές ιδεολογίες που διακηρύχθηκαν στο παρελθόν – μαρξισμός, αναρχισμός, συνδικαλισμός και οι διάφορες μορφές σοσιαλισμού – εξακολουθούν να έχουν την ίδια σημασία που είχαν στην προηγούμενη φάση […] Καμιά από αυτές τις ιδεολογίες δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως το πλήθος προβλημάτων, ευκαιριών, άγνωστων μεταβλητών και συμφερόντων που ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει πολλές φορές στην πάροδο του χρόνου.
Επισημαίνοντας τόσο τις ιστορικές όσο και τις υλικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις μιας κοινωνίας νέου τύπου, ο μαρξισμός αποτελεί την πληρέστερη και συνεκτικότερη προσπάθεια να οργανωθεί ένας καλά οργανωμένος σοσιαλισμός. Χρωστάμε πολλά στην προσπάθεια του Μαρξ να μας δώσει μια συνεκτική και διεγερτική ανάλυση των σχέσεων της αγοράς και των σχέσεων μεταξύ της αγοράς και της προοδευτικής σκέψης, καθώς και μια συστηματική κοινωνική θεωρία, μια αντικειμενική ή «επιστημονική» έννοια της ιστορικής ανάπτυξης και μιας πολιτικής στρατηγικής. ευέλικτης. […] Με τον ίδιο τρόπο, ο αναρχισμός αντιπροσωπεύει, ακόμη και στην αυθεντική του μορφή, μια έντονα ατομικιστική προοπτική που προάγει έναν ριζοσπαστικά ελευθεριακό τρόπο ζωής, συχνά σε αντικατάσταση της μαζικής δράσης. Στην πραγματικότητα ο αναρχισμός αντιπροσωπεύει την πιο ακραία διατύπωση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, μέχρι τον εορτασμό ηρωικών πράξεων ανυπακοής του Κράτους. Ο αναρχικός μύθος της αυτορρύθμισης – η ριζοσπαστική επιβεβαίωση του ατόμου πάνω ή ακόμη και κατά της κοινωνίας και η προσωπική απουσία ευθύνης για τη συλλογική ευημερία – οδηγεί σε μια επιβεβαίωση μιας παντοδύναμης προσωπικής θέλησης που θα είναι κεντρική στο ταξίδι του Νίτσε.[…] Η τύχη του επαναστατικού συνδικαλισμού έχει επηρεαστεί με διάφορους τρόπους από μια παθολογία που ονομάζεται «εργατισμός» και όσα κατέχει σε ιστορικό, φιλοσοφικό ή πολιτικό επίπεδο τα έχει δανειστεί, συχνά αποσπασματικά και έμμεσα, από τον ΜαρξI “.2

Αυτό που ενώνει τότε, σύμφωνα με τον Bookchin, τα τρία κύρια ρεύματα του αντικαπιταλιστικού κινήματος είναι ότι σχεδόν πάντα μπερδεύουν την «πολιτική» με την κυβέρνηση του Κράτους, χωρίς να καταφέρνουν να κατανοούν πώς το τελευταίο είναι ουσιαστικά προορισμένο να ασκήσει κυριαρχία επί της κοινωνίας από την πλευρά μιας τάξης ή ενός κόμματος, ή ακόμη ενός τρόπου παραγωγής των αξιωματούχων του, περισσότερο από την προώθηση μιας ορθολογικής και κοινόχρηστης οργάνωσης αυτής.

“Ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό της αριστεράς είναι ακριβώς η μαρξιστική, αναρχική και επαναστατική συνδικαλιστική πεποίθηση ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός, κατ ‘αρχήν, μεταξύ της πολιτικής σφαίρας και της κρατικίστικης σφαίρας. Ο Μαρξ δίνοντας έμφαση στο Κράτος-έθνος – συμπεριλαμβανομένου του «εργατικού Κράτους» – ως κέντρο οικονομικής και πολιτικής εξουσίας (καθώς και οι ελευθεριακοί) δεν κατάφερε να δείξει πώς οι εργαζόμενοι μπορούν να ελέγξουν πλήρως και άμεσα το εν λόγω Κράτος χωρίς τη μεσολάβηση μιας ισχυρής γραφειοκρατίας και θεσμικών οργάνων κρατικίστικου τύπου (ή, στην περίπτωση των ελευθεριακών, κυβερνητικών). Ως αποτέλεσμα, οι μαρξιστές αναπόφευκτα συνέλαβαν την πολιτική σφαίρα – την οποία ονόμασαν εργατικό Κράτος – ως κατασταλτική οντότητα, προφανώς θεμελιωμένη στα συμφέροντα μιας μοναδικής τάξης: του προλεταριάτου. […] Οι αναρχικοί έχουν επί μακρόν θεωρήσει κάθε κυβέρνηση ως ένα Κράτος και την καταδίκασαν – μια άποψη που αντιπροσωπεύει τη συνταγή για την εξάλειψη οποιασδήποτε οργανωμένης κοινωνικής ζωής, όποια κι αν είναι. Ενώ το Κράτος είναι το μέσο με το οποίο μια καταπιεστική και εκμεταλλεύτρια τάξη ρυθμίζει και ελέγχει με τρόπο καταναγκαστικό τη συμπεριφορά των εκμεταλλευόμενων τάξεων, μια κυβέρνηση – ή ακόμα καλύτερα, ένα πολιτικό σύστημα – είναι ένα σύνολο θεσμών σχεδιασμένων να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα της κοινοπρακτικής ζωής με τρόπο ομαλό και, ελπίζουν, ισότιμο, δίκαιο. Κάθε θεσμοθετημένη ένωση που αποτελεί ένα σύστημα διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων – με ή χωρίς την παρουσία ενός Κράτους – είναι αναγκαστικά μια κυβέρνηση. Αντίθετα, όλα τα Κράτη, ακόμα και αν είναι στην πραγματικότητα μια μορφή κυβέρνησης, αποτελούν δύναμη καταστολής και ελέγχου της τάξης. Όσο κι αν μπορεί να ενοχλεί τόσο τους μαρξιστές όσο και τους αναρχικούς, η τάξη των καταπιεσμένων απαιτούσε για αιώνες, με ισχυρή φωνή και με δομημένο τρόπο συντάγματα και θεσμούς, υπεύθυνες και ευαίσθητες κυβερνήσεις, ακόμη και νόμους ή nomos, που να την υπερασπίζονται από την άκαμπτη ισχύ των μοναρχών, των ευγενών και των γραφειοκρατών. Η ελευθεριακή αντίθεση-αντιπολίτευση στον νόμο, για να μην αναφέρουμε την κυβέρνηση ως τέτοια, είναι ανόητη […] Αυτό που παραμένει, τελικά, δεν είναι άλλο παρά μια υπολειμματική εικόνα στον αμφιβληστροειδή που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα”.3

Ποια είναι λοιπόν η πρόταση του Bookchin?

“Καθώς εισερχόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα, οι κοινωνικοί ριζοσπάστες χρειάζονται έναν σοσιαλισμό – ελευθεριακό και επαναστατικό – που να μην είναι ούτε μια παράταση του «ενωτισμού», αγροτικού και βιοτεχνικού τύπου, που βρίσκουμε στο κέντρο του αναρχισμού, ούτε η «εργατολατρεία» » που βρισκόμαστε στο κέντρο του επαναστατικού συνδικαλισμού και του μαρξισμού […] Η προσπάθεια να αναβιώσει ο μαρξισμός, ο αναρχισμός ή ο επαναστατικός συνδικαλισμός, προσδίδοντάς τους μια ιδεολογική αθανασία, θα αποτελούσε ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη ενός σημαντικού ριζοσπαστικού κινήματος.[…] Θεωρώ ότι ο κοινοτισμός είναι η καταλληλότερη γενική πολιτική κατηγορία για να κατανοήσουμε πλήρως μια καλά μελετημένη και συστηματική θεώρηση της κοινωνικής οικολογίας […] Ως ιδεολογία, ο κοινοτισμός βασίζεται στην καλύτερη παράδοση των παλαιών αριστερών ιδεολογιών – μαρξισμού και αναρχισμού ή, πιο σωστά, στην ελευθεριακή σοσιαλιστική παράδοση – προσφέροντας της ένα ευρύτερο και αξιόλογο όραμα για την εποχή μας. […] Η επιλογή του όρου communalism, κοινοτισμός για να αντιμετωπίσει τις φιλοσοφικές, ιστορικές, πολιτικές και οργανωτικές συνιστώσες ενός σοσιαλισμού για τον εικοστό πρώτο αιώνα δεν είναι αλόγιστη. Ο όρος προέρχεται από την Κομούνα του Παρισιού του 1871, όταν στη γαλλική πρωτεύουσα ο ένοπλος λαός ανέβηκε στα οδοφράγματα όχι μόνο για να υπερασπιστεί το δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού και τις διοικητικές του δομές, αλλά και για να δημιουργήσει μια εθνική συνομοσπονδία πόλεων και χωριών, σε αντικατάσταση του δημοκρατικού έθνους-Κράτους. Ο κοινοτισμός, ως ιδεολογία, δεν μολύνεται από τον ατομικισμό και τον αντι-ορθολογισμό, που είναι συχνά σαφής στον αναρχισμό, ούτε φέρει το βάρος του μαρξιστικού αυταρχισμού που εκφράζεται στον μπολσεβικισμό. Δεν επικεντρώνεται στο εργοστάσιο ως κύριο κοινωνικό του πεδίο ή στο βιομηχανικό προλεταριάτο ως κύριο ιστορικό παράγοντα του και δεν μειώνει τις ελεύθερες κοινότητες του μέλλοντος σe εξωπραγματικές κοινότητες μεσαιωνικού στυλ”.4

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι σημαντικότερες εμπειρίες αγώνα σήμερα, από την Valle di Susa εδώ στην Ιταλία μέχρι το ZAD στη Γαλλία, έχουν κατά κάποιο τρόπο συμμορφωθεί με αυτό το όραμα το οποίο, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί και ποτέ δεν θα μπορεί να δοθεί για οριστικό μια για πάντα. Ακριβώς όπως δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι το όραμα του Murray Bookchin έχει υιοθετηθεί ή, τουλάχιστον, είναι τόσο κοντά στις μορφές αγώνα και κοινωνικής οργάνωσης που υιοθετήθηκαν στην κουρδική Rojava και επίσης επικυρώθηκαν από τις θεωρίες που εξέφρασε ο Abdullah Öcalan στα μεταγενέστερα του έργα μετά την αναθεώρηση του μαρξισμού-λενινισμού βάσει του οποίου διαμορφώθηκε το PKK.5

Ακριβώς όπως ίσως δεν είναι τυχαίο ότι για να επεξεργαστεί την ιταλική μετάφραση και την εισαγωγή στο κείμενο που δημοσίευσε η BFS υπήρξε ο Martino Seniga, δημοσιογράφος και ανταποκριτής της RAI, ο οποίος ταξίδεψε εκτενώς στο Κουρδιστάν, όπου πραγματοποίησε μια σειρά τηλεοπτικών ρεπορτάζ και διαδικτυακών προγραμμάτων για το web σχετικά με το δημοκρατικό συνομοσπονδιακό σχέδιο στη Συρία (Rojava) και την Τουρκία.

Όπως δήλωσε η Ursula Le Guin, αμερικανή συγγραφέας ουτοπικής επιστημονικής φαντασίας και φεμινίστρια που πρόσφατα απεβίωσε, στον Επίλογο της:

“Σίγουρα σήμερα η φιλοσοφική και κοινωνική σκέψη πρέπει να ασχοληθεί σε αντιστοιχία με την μη αναστρέψιμη υποβάθμιση του περιβάλλοντος που παράγεται από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό: ένα προφανές γεγονός για το οποίο η επιστήμη μας μιλάει για περισσότερο από πενήντα χρόνια, ενώ οι τεχνολογικές εξελίξεις προσπαθούν μόνο να το καλύψουν, να το αποκρύψουν. Κάθε πλεονέκτημα που μας έφερε η εκβιομηχάνιση και ο καπιταλισμός, κάθε βελτίωση της επιστήμης, της υγείας, της επικοινωνίας και της ευημερίας ρίχνει πλέον την ίδια θανατηφόρα σκιά. […] Ο καπιταλισμός βασίζεται εξ ορισμού στην ανάπτυξη, όπως λέει ο Bookchin: «για τον καπιταλισμό το να απέχει από την παράλογη ανάπτυξη του θα σήμαινε να διαπράξει κοινωνική αυτοκτονία». Προφανώς πήραμε απλά τον καρκίνο ως πρότυπο του κοινωνικού μας συστήματος.
Η καπιταλιστική επιταγή του «ανάπτυξη ή θάνατος» ριζικά έρχεται σε σύγκρουση με τις οικολογικές επιταγές της αλληλεξάρτησης και της επιβίωσης, της συντήρησης. Αυτά τα δύο οράματα, αυτές οι δυο οπτικές δεν μπορούν πλέον να συνυπάρχουν μεταξύ τους, ούτε μια κοινωνία που βασίζεται στον μύθο αυτής της αδύνατης συνύπαρξης μπορεί να επιβιώσει. Είτε θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια οικολογική κοινωνία είτε δεν θα υπάρξει πλέον κοινωνία για κανέναν, ανεξάρτητα από το καθεστώς της, το status της.
Ο Murray Bookchin έχει περάσει τη ζωή του εναντίον του αρπακτικού πνεύματος του καπιταλισμού του «αναπτυσσόμενοι ή πεθαίνοντας». Τα οκτώ δοκίμια που συνθέτουν αυτό το βιβλίο αντιπροσωπεύουν τη σύνθεση του έργου του: τα θεωρητικά θεμέλια για μια οικολογική, ισότιμη και δημοκρατική κοινωνία, με μια πρακτική προσέγγιση για την υλοποίησή της. Αναλύει τις αποτυχίες των παλαιών κινημάτων για κοινωνική αλλαγή, επαναφέρει την προοπτική της άμεσης δημοκρατίας και, στο τελευταίο κεφάλαιο, σχεδιάζει το σχέδιό του να μετατρέψει την παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση σε μια ευκαιρία να ξεπεράσει τις παλιές, μπαγιάτικες ιεραρχίες φύλου, φυλής, τάξης και έθνους, την ευκαιρία να βρούμε μια ριζική θεραπεία για το «κακό» που κυβερνά το κοινωνικό μας σύστημα. Διάβασα αυτό το βιβλίο με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη”.6

Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερα λόγια για να κλείσω αυτή την ανασκόπηση.


  1. M. Bookchin, Il progetto comunalista (novembre 2002), in LA PROSSIMA RIVOLUZIONE, pp. 32-33  
  2. Bookchin, op.cit. pp. 34-37  
  3. pp. 38-39  
  4. pp. 39-41  
  5. Sulle interrelazioni tra il pensiero di Abdullah Öcalan quello di Murray Bookchin, si veda Janeth Biehl, Dallo Stato-nazione al comunalismo. Murray Bookchin, Abdullah Öcalan e le dialettiche della democrazia, Edizioni Tabor 2015  
  6. Ursula K. Le Guin, Postfazione, pp.180-181  

Share

θεωρία, teoria

»Eγκώμιο της στράτευσης», Εισαγωγή – “Elogio della militanza” – Introduzione

on 01 Φεβρουαρίου 2016.

του GIGI ROGGERO

Elogio della militanza

0. Η σκέψη και η γραφή είναι εργαλεία. Αν έχουμε να ξεχαρβαλώσουμε μια πόρτα χρειαζόμαστε ένα λοστό, αν έχουμε να επιτεθούμε στη φύση ενός λόγου χρειαζόμαστε έννοιες. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την πρώτη ούτε να φετιχοποιούμε τα δεύτερα: ο λοστός δίχως έννοιες γυρνά στο κενό, οι έννοιες χωρίς λοστό είναι άοπλες. Μας φαίνεται σημαντικό να το διευκρινίσουμε αμέσως, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια περίοδο, που χαρακτηρίζεται από την όξυνση της κρίσης, στην οποία η θεωρία και η πρακτική κινδυνεύουν όλο και περισσότερο να διαχωριστούν και ανεξαρτηκοποιηθούν. Με καταστροφικές συνέπειες, και στις δύο πλευρές. Μια πρακτική στράτευσης χωρίς θεωρία στράτευσης έχει μικρή αναπνοή και κινδυνεύει να καταντήσει αυτοαναφορικότητα . Μια θεωρία στράτευσης δίχως αγωνιστική πρακτική είναι καλή για την ακαδημία, δηλαδή καλή για το τίποτα.

Ο Αλτουσέρ τράβηξε προς τα έξω αυτούς τους δύο όρους: θεωρητική πρακτική και πολιτική πρακτική. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, το έχουν καταστήσει χρόνιο. Γιατί εννοούσαν την αυτονομία της θεωρίας από τη μία πλευρά, την αυτονομία του πολιτικού από την άλλη. Η ταξική πάλη στη φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο φέρνοντας τη φιλοσοφία εκεί όπου ήταν η ταξική πάλη, από το κανονικό σχολείο στα εργοστάσια, και στη συνέχεια στα εργοστάσια της γνώσης. Σε εκείνο το σημείο σταματούσε να είναι φιλοσοφία, και είναι εδώ που ο διανοούμενος σταματά και διαχωρίζεται: γιατί πρέπει να πάψει να είναι διανοούμενος, αρνούμενος  status και εισόδημα που προέρχονται από αυτή την κατάσταση. Η φυσική θέση συχνά εξηγεί πολύ περισσότερα απ’ ότι οι φιλοσοφικοί λαβύρινθοι.

Ο πολιτικός αγωνιστής, ο στρατευμένος, έγραφε ο Tronti, έχει ως αντικείμενο της ανάλυσης του τον καπιταλισμό, δηλαδή την πραγματικότητα που πρέπει να πολεμήσει. Πρέπει να μελετήσει αυτό που πρέπει να καταστρέψει. Αυτός που ερωτεύεται το αντικείμενο της ανάλυσης του, προκειμένου να αναπαράξει τους ρόλους που αποκτήθηκαν στην καπιταλιστική κοινωνία, εγκαταλείπει την αγωνιστικότητα και την στράτευση και περνά στο στρατόπεδο του εχθρού. Δεν αξίζει τον κόπο να βγάλει προς τα έξω την προδοσία, είναι απλούστατα ανικανότητα να διαρρήξει τον διαχωρισμό της κατάστασής του. Στον μαχητή-αγωνιστή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει προσεκτικά αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι κατά κύριο λόγο επιστήμη της καταστροφής. Έτσι, η πολιτική πρακτική κυοφορεί, είναι γεμάτη από θεωρία, ή δεν είναι τέτοια. Θα πρέπει να μελετήσουμε προκειμένου να ενεργήσουμε, πρέπει να δράσουμε για να σπουδάσουμε, να μελετήσουμε. Και θα τα κάνουμε και τα δύο μαζί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Για να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο και πριν μπούμε στην ουσία του περιεχομένου πρέπει, πρώτα απ ‘όλα, να πούμε τουλάχιστον τι δεν θέλουμε και σε ποιον απευθυνόμαστε. Δεν θέλουμε να γράψουμε για όλους, για τον καθένα. Αντίθετα, δυσπιστούμε ανοικτά γι αυτούς των οποίων η γραφή και οι σκέψεις τους εκτιμώνται από όλους, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν λένε τίποτα. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα εργαλείο επίθεσης και όχι μια διανοητική συνήθεια. Aυτός που γράφει για όλους ουσιαστικά γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθυνόμαστε στους πολιτικούς αγωνιστές, ιδίως σε εκείνους που κινούνται γύρω από αυτό που ο Alquati ονόμαζε μεσαίο βεληνεκές. Είναι εκείνο το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της συγκεκριμένης αφαίρεσης της εντολής και της αφηρημένης αποφασιστικότητας της καθημερινής ζωής. Στο μεσαίο βεληνεκές, ο στρατευμένος αγωνιστής μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Το mid-range, το μέσο βεληνεκές είναι το βασικό επίπεδο της πολιτικής δράσης.

 

1.Ποιος είναι ο στόχος αυτού του βιβλίου; Να αντιμετωπίσει προβλήματα, να τα στρώσει επάνω στο χαλί, να συνθέσει ξανά τη γενεαλογία τους, να προσπαθήσει να τα βάλει σε μια σειρά, να τα ταξινομήσει, να χτίσει μια ιεραρχία. Κατά τη γνώμη μας, ειδικότερα, υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο περιέχει όλα τα άλλα: εκείνο της ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο, πρέπει να προχωρήσουμε δια της αποσύνθεσης για να μπορέσουμε στη συνέχεια να ανασυνθέσουμε, να αποσυσκευάσουμε και να επανασυναρμολογήσουμε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο ή αν το αποσυνθέσουμε δίχως να ανασυνθέσουμε εκ νέου, στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να παραμείνουμε παγιδευμένοι στα πλέγματα των διαρθρώσεων και του διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργατικής δύναμης έτσι όπως έχει παραχθεί από το κεφάλαιο. Μια φωτογραφία χωρίς διασικασία και χωρίς δυνατότητα ανατροπής, αδύναμη κοινωνιολογία. Αν περιδιαβούμε θεωρητικά εκεί μέσα, με ένα άλμα της θέλησης χωρίς υλική βάση, εκείνο το πρόβλημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, ωθώντας την συζήτηση στον ιδεαλισμό και στην αυτοαναφορικότητα. Μια τάση που στερείται πραγματικότητας, φιλοσοφία αδύναμη. Σε αυτό το βιβλίο θα κάνουμε μόνο εν μέρει αυτή την επιχείρηση αποσύνθεσης και ανασύνθεσης, πηγαίνει πέρα από τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας. Αλλά θα προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσουμε συλλογικά αυτή την επιχείρηση, η οποία είναι πάνω από όλα ένα συλλογικό σχέδιο αγωνιστικής έρευνας.

Για αρχή, θα πρέπει να διευκρινιστεί το σημείο εκκίνησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια απόσταση για να φθάσουμε πολύ κοντά: η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη παραμένει για εμάς ένα άλυτο πέρασμα. Το έλυσε το κεφάλαιο, θέτοντας σε αξία τον κοινωνικό και μητροπολιτικό χώρο, ξεπερνώντας την μορφή- εργοστάσιο και κατακερματίζοντας τον ανταγωνιστή του. Δεν το επιλύσαμε εμείς, οι οποίοι μέσα στις νέες συντεταγμένες χώρο-χρόνου των διαδικασιών συσσώρευσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε τα λειτουργικά ισοδύναμα της απεργίας και του σαμποτάζ, δηλαδή την ικανότητα να βλάψουμε το αφεντικό και να επηρεάσουμε τις σχέσεις παραγωγής, την ισορροπία δυνάμεων και τις εξουσιαστικές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό, το κεφάλαιο δεν έφτασε λόγω ενός εσωτερικού ορθολογισμού, αλλά επειδή αναγκάστηκε από το επίπεδο που επιτεύχθηκε λόγω της ταξικής πάλης. Αν μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν και να συσσωρεύουν όπως έκαναν και πριν, θα το είχαν κάνει. Σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν έτσι. Μέσα στη φωτιά των αγώνων, μπροστά στην αδυναμία να διευθύνουν, να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και τις μητροπόλεις, η Τριμερής το είπε ξεκάθαρα το ’73: η επέκταση των συγκρούσεων, των αναγκών και των διαδικασιών της υποκειμενικοποίησης που γεννήθηκαν μέσα και ενάντια στο ταιϋλοριστικό εργοστάσιο και την φορντική κοινωνία πρέπει να αποκλειστεί , να μπλοκαριστεί, στην αντίθετη περίπτωση η ικανότητα να διατηρηθούν τα ηνία της διοίκησης θα τιναχτεί στον αέρα. Δεν έφτανε πλέον, δεν αρκούσε η καταστολή: το κεφάλαιο ή ανανεώνονταν ή καταστρέφονταν. Κατάφερε να καινοτομήσει, να ανανεωθεί, εμείς δεν ήμασταν σε θέση να το καταστρέψουμε. Είναι επάνω στην καινοτομία και την ανανέωση που κέρδισαν τη μάχη.

Υπάρχουν δύο πρόσφατες διατριβές σχετικά με αυτό το μακρύ πέρασμα, το οποίο φτάνει μέχρι τις μέρες μας: προέρχονται από δύο γνωστές και διαφορετικές φιγούρες, μοιάζουν να είναι σε θέση να φωτίσουν καλά το παρόν και τη γενεαλογία του, προσφέροντας μας μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εμβαθυνθούν. Η πρώτη είναι του Tronti, περισσότερο ή λιγότερο πηγαίνει κάπως έτσι: για να διαλύσουν την εργατική τάξη χρειάστηκε να διαλύσουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Η άλλη είναι του Marazzi, ο οποίος στρέφεται σε εκείνο το βήμα-πέρασμα για να καταλάβει την χρηματιστικοποίηση: από τη στιγμή που απελευθερώνεται από την ουσία για να καταστρέψει την εργατική τάξη, δηλαδή την τάξη που του αντιτίθεται, το κεφάλαιο δεν είχε πλέον ανάπαυλα. Το κεφάλαιο λοιπόν λογαριάζεται και τα βάζει με την »ιστορική του νέμεση» : για να καταστρέψει μια συγκεκριμένη ταξική σύνθεση, τον εργάτη μάζα, κατέστρεψε επίσης τη δυναμική ανάπτυξης που συνδέεται με την κοινωνική σχέση, αυτό που του επέτρεπε να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται μέσα στη σύγκρουση. «Από όλα τα μέσα παραγωγής, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη», έγραφε ο Μαρξ κατά του Προυντόν στο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Για να επιτεθεί στην εργατική αυτονομία, ως εκ τούτου, το κεφάλαιο με τη σειρά του – εν μέρει – αυτονομείται, αλλά με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση πλέον να προκαλέσει νέους κύκλους ανάπτυξης. Γιατί η εργατική τάξη μπορεί να είναι αυτόνομη, το κεφάλαιο όχι: δομικά εξαρτάται από τον εχθρό του. Η κρίση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική νέμεση.

Όλα καλά, λοιπόν; Εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε το κεφάλαιο να σκάσει μες τις δικές του αντιφάσεις; Ούτε για όνειρο. Η κρίση δεν είναι ένα προοίμιο για την κατάρρευση, όπως θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει εδώ και αρκετό καιρό, τουλάχιστον από τότε που οι θεωρίες crolliste, της κατάρρευσης των χρόνων του Είκοσι του περασμένου αιώνα έφεραν αρκετά κακά. Εάν δεν υπάρχει ένα συλλογικό υποκείμενο σε θέση να την διασπάσει, να τη νικήσει, εκείνη η κοινωνική σχέση δεν θα διαρραγεί από μόνη της. Το κεφάλαιο μπορεί να κυβερνά και να αναπαράγεται επ ‘αόριστον μέσα στην κρίση, αν δεν συναντήσει μια ανταγωνιστική κοινωνική δύναμη που να μπορεί να διαταράξει και να καταστρέψει αυτή την αναπαραγωγή. Πράγματι, η σημερινή κρίση παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν: γίνεται μόνιμη μορφή συσσώρευσης και πολιτικής εντολής, διοίκησης. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, φαίνεται να μετατρέπεται όλη την ώρα, και να τα αλλάζει όλα, μεσοπρόθεσμα δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά το κεντρικό στοιχείο: τη διοίκηση, στην πραγματικότητα.

Στην αυτοαναφορικότητα του κεφαλαίου, υπάρχει ο κίνδυνος να καθρεπτιστεί η αυτοαναφορικότητα του μαχητικού λόγου. Αυτό είναι καλό για τον εχθρό μας, κακό για εμάς. Στην δυσκολία να στηριχθεί στη νέα ουσία της τάξης, ο μαχητικός λόγος τρέχει συχνά στα περιθωριακά νησιά των ομοίων του ψάχνοντας για επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων του. Η ιδέα παίρνει τη θέση της σάρκας. Έτσι η έκταση του λόγου παύει να είναι η υλικότητα των διαδικασιών του αγώνα, της οργάνωσης και της ισορροπίας δυνάμεων, για να γίνει η μαχητική κοινότητα. Την ουσία της τάξης αντικαθιστά η ανακολουθία του ιδεολογικού λόγου, σε μια επιχείρηση φανταστικής αναπαράστασης με καταστροφικά αποτελέσματα που συχνά είναι τραγελαφικά.

 

Σχηματικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε δύο κυρίαρχες τάσεις: μια νοσταλγία για την ουσία και μια αδιαφορία στην ουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που θα κάνουμε σαφέστερους κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, υπάρχει αφενός μια μυθολογική ταξική σύνθεση χωρίς εργατισμό, από την άλλη ένας μυθολογικός εργατισμός δίχως ταξική σύνθεση. Οι μεν προστρέχουν με την φαντασία τους στην Κίνα ή στις αναδυόμενες χώρες, ονειρευόμενοι να βρουν εκεί αυτό που εδώ πλέον δεν υπάρχει. Αν είχαν πάει πραγματικά, θα έμεναν βαθύτατα απογοητευμένοι. Ο άλλοι φεύγουν με τη φαντασία προς ένα μέλλον που είναι άμεσα δεδομένο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τάση είναι πάντα ένα ζήτημα αγώνων και σχέσεων εξουσίας, ισορροπίας δυνάμεων. Ποια είναι η καλύτερη μεταξύ των δύο επιλογών; Και οι δύο είναι χειρότερες. Η μια ενισχύει την άλλη, σε μια στείρα καυστική διαφωνία που δεν αφορά άλλους έξω από τους στενούς κύκλους αυτών που τις μεταφέρουν. Χρειάζεται λοιπόν μια προκαταρκτική επιχείρηση για να καθαρίσει το πεδίο, ο αγωνιστικός χώρος, και να τεθούν τα προβλήματα επάνω σε ένα έδαφος απελευθερωμένο από φακούς που θολώνουν την άποψη και από σχήματα που δεν εξυπηρετεί πλέον η ανάγνωση τους.

 

2. Ας το πούμε κι έτσι, είναι σαφές : ο λεγόμενος μετα-εργατισμός είναι τελειωμένος. Ο ορισμός γεννήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, σαν μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσουν και να τον αφαιρέσουν από την σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσουν δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της εξοικείωσης. Τώρα έχει γίνει «Ιταλική θεωρία», για να ολοκληρωθεί η διαδρομή περίφραξης και αξιοποίησης μιας σκέψης που σκόπιμα έχει αδειάσει από περιεχόμενο και είναι αφοπλισμένη. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, και με το οποίο ασχολούμαστε. Αντίθετα με τον ξεχαρβαλωμένο ορισμό του μετα-εργατισμού εννοούμε εκείνο τον κοινό χώρο, ακόμη και αν έχει διαφοροποιηθεί, που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα του εικοστού αιώνα για να αναλύσει τις μορφές της παραγωγής και της εργασίας που προέκυψαν από τις στάχτες του περάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα, στην διάρκεια της προσπάθειας να ανατραπούν, να αντιστραφούν οι εκμηδενιστικές εικόνες του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο επίμαχος στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η συγκεκριμένη ανάπτυξη δεν είναι πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι γεννήθηκαν οι θεωριτικοποιήσεις για τον λεγόμενο»μετα-φορντισμό», και στη συνέχεια σταδιακά οι προσπάθειες να εντοπιστούν νέα υποκείμενα της σύγκρουσης που να ενσωματώνουν επάνω τους γνώσεις και κοινωνική συνεργασία. Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν ακόμα να είναι, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επανεξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που συνέβησαν μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός συνολικού μοντέλου.

Εδώ, το θέμα είναι αυτό: το να μην ξεκινήσουμε από την αρχή σε αυτή την περίπτωση σημαίνει πραγματικά πως γυρνάμε πίσω. Σημαίνει, με άλλα λόγια, πως διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποστεώσουμε τις κατηγορίες, να τις μεταμορφώσουμε σε δόγματα, να κάνουμε τον εργατισμό κάτι που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι ένα κίνημα της σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικώς, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές πράξεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό δημιούργημα. Είναι άνευ σημασίας πράξεις, φυσικά, αλλά διατρέχουν τον κίνδυνο να μετακινήσουν τη συζήτηση γύρω από την υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Ως εκ τούτου, ενδέχεται και κινδυνεύουν να σύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση.

Μετά το τέλος του μετα-εργατισμού, τι έχει απομείνει; Μένουν οι εργατιστές, καθώς επίσης και οι λεγόμενοι μετα-εργατιστές. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί αγωνιστές, έτσι ώστε εκείνη η επαναστατική μέθοδος είναι μια οπτική μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, μια σάντα μπάρμπαρα, μια πυριτιδαποθήκη για να την ανατινάξουν. Εμείς πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκείνη την αυθεντική κίνηση που υπήρξε κτήμα του εργατισμού σε σχέση με τον Μαρξ: την μακιαβελική επιστροφή προς τις αρχές, δηλαδή, προς τον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, σίγουρα όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με όλα αυτά τα οποία δεν λειτουργούν πλέον από τον μετά-εργατισμό, ή που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Αυτός που έχει το φόβο ή χαίρεται με το ξεπούλημα μιας θεωρητικής κληρονομιάς, πιθανότατα ακολούθησε λάθος δρόμο, σίγουρα λάθεψε βιβλίο. Μας φαίνεται πως εκείνοι που έχουν συμβάλλει στο ξεπούλημα εκείνης της κληρονομιάς είναι εκείνοι που απολαμβάνουν κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν πλέον τον αγώνα, ακόμα κι αν – ή ακριβώς επειδή – εξυπηρετούν την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Εμείς, αντίθετα, ενδιαφερόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την κληρονομιά, δεν μας ενδιαφέρουν οι έριδες για την διαθήκη. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την εξαιρετική κληρονομιά πρέπει να την περάσουμε από το κοφτερό νήμα της κριτικής, να πετάξουμε αυτά που δεν είναι απαραίτητα, να επανεξετάσουμε προς τα εμπρός ότι περιστρέφεται στο κενό. Το να μη το κάνουμε είναι ο αληθινός τρόπος για να προδώσουμε εκείνη την κληρονομιά.

 

3. Να συνοψίσουμε. Ο εργατισμός σαν επαναστατική θεωρητική πρακτική ιστορικά προκαθορισμένη τελειώνει παραδίδοντας μας ένα πρόβλημα: την μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Η ανάλυση επάνω στον «μετα-φορντισμό» εν μέρει το αποσαφηνίζει και εν μέρει το απομακρύνει , στο βαθμό που αναγιγνώσκει την τεχνική σύνθεση σαν πολιτική σύνθεση, ήτοι εκτρέποντας το βλέμμα από τον καπιταλιστικό σχηματισμό της υποκειμενικότητας και από την υπακοή στους μετασχηματισμούς εργασίας. Εκεί, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Επειδή εκείνη του κοινωνικού εργάτη ήταν μία πολιτική φιγούρα, αλλά κατέστη και μειώθηκε σε τεχνική φιγούρα. Επιπλέον, από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Ξεκινώντας και πάλι από αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει να επιστρέψουμε στον εργάτη μάζα, που δεν υπάρχει πλέον πουθενά, αλλά να αναζητήσουμε μια νέα ουσία. Ποια είναι; Πώς παράγεται; Πώς μπορούμε να την οργανώσουμε; Για να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να διασχίσουμε ξανά με γενεαλογικό τρόπο την έννοια της ταξικής σύνθεσης. Αυτό είναι το στοίχημα.

Προσοχή, στην περίπτωση που χρειάζεται να το κάνουμε, διευκρινίζουμε ότι  εκείνο μέσα στο οποίο βυθιστήκαμε είναι ένα πλαίσιο καθόλου ειρηνευμένο, δεν έχει επιλυθεί μια για πάντα υπέρ του εχθρού μας: η ανανεωμένη κοινωνία του κεφαλαίου εγκυμονεί πολλές ταξικές αναφορές, και συγκρούσεων . Είναι εκεί, σαν συγκεκριμένες δυνατότητες και μερικές φορές σαν κύτταρα εν υπνώσει, σαν πιθανότητες και αναλαμπές από πραγματικότητες νέων αγώνων. Δεν είναι λίγο, λέμε ενάντια σε όλους εκείνους που βλέπουν το κεφάλαιο ως το μοναδικό υποκείμενο της ιστορίας. Δεν είναι αρκετό, λέμε ενάντια σε όσους έχουν ξεχάσει την ύπαρξη του κεφαλαίου για να φαντάζονται μια ήδη ελεύθερη σχέση παραγωγής.

 

4. Μια σύντομη προειδοποίηση, τέλος, για τον αγωνιστή, για τον στρατευμένο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει την απαίτηση, δεν ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα και πάνω απ ‘όλα τη θέληση να απολογηθεί για όλα αυτά που είναι γραμμένα γύρω από τα θέματα που καλύφθηκαν. Κάνουμε επιλογές, προχωρούμε μερικώς , προχωρούμε με πηδήματα και διακοπές. Έτσι προχωρά η ιστορία, έτσι προχωρεί η πραγματικότητα. Σχετικά με τα θέματα που ασχοληθήκαμε, μερικές φορές παραπέμπουμε σε διεργασίες μας του παρελθόντος, παλαιότερου και πιο πρόσφατου: δεν το κάνουμε για την αξία που έχουν, αλλά για να μην επαναλαμβανόμαστε πέρα από το απαραίτητο, και ιδιαίτερα για να δώσουμε σε εκείνους που είναι πρόθυμοι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις γραμμές της συνέχειας και απαραίτητης ασυνέχειας της αγωνιστικής μας έρευνας.

Σε διάφορα μέρη του κειμένου μεταφέρονται μεγάλα αποσπάσματα από κείμενα που ελήφθησαν από στρατευμένους μαχητές στοχαστές με τους οποίους ανταλλάσουμε απόψεις. Από τη μία πλευρά, η επιλογή δεν προτίθεται να εξαντλήσει εκτενώς τη συζήτηση με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν εκφραστεί σε μεγάλο βαθμό, σημαντικά, γύρω από τα θέματα που αναλύονται εδώ , αλλά να δράσει με ένταση ξεκινώντας από μια επιλογή σημείων αναφοράς. Kαλύτερα μια κουραστική βόλτα προς τα υψηλά παρά δέκα βολικά πλάγια βήματα. Από την άλλη πλευρά, τα αναφερόμενα χωρία που μερικές φορές μεταφέρονται εν αφθονία δεν θέλουν να παραχωρήσουν τίποτα στο ακαδημαϊκό βίτσιο της απαγγελίας, του εγκώμιου, αντίθετα επιδιώκουν να προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη – τον στρατευμένο κυρίως – να ασχοληθεί άμεσα και να αντιπαρατεθεί με τις πηγές και ως εκ τούτου να μη βασιστεί αποκλειστικά στην ανάλυση που έγινε από τον συγγραφέα αυτών των σελίδων, ή τουλάχιστον να την εμβαθύνει περαιτέρω και έτσι να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο της έρευνας. Αναζήτηση των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σαν λοστοί, και το αντίστροφο.

 

 

* Εισαγωγή στο βιβλίο “Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe” (DeriveApprodi, 2016).

http://www.commonware.org/index.php/gallery/653-elogio-della-militanza-introduzione

http://www.deriveapprodi.org/2016/01/elogio-della-militanza/

θεωρία, teoria

Εγκώμιο της στράτευσης, από τον Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

του Alessandro Barile

ElogioDellaMilitanzaGigi Roggero, Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe, Έπαινος της μαχητικότητας, της στράτευσης. Σημειώσεις επάνω στην υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση, Derive Approdi, 2016, pp. 213, € 13,00

Ο έπαινος της μαχητικότητας, το εγκώμιο της στράτευσης δηλαδή, είναι πρώτα απ ‘όλα ένας κατάλληλος τίτλος. Δεν είναι έπαινος του ακτιβιστή ή του εθελοντή ή κάποιοι άλλοι μετα-μοντέρνοι ορισμοί της πολιτικής συμμετοχής. Ο μαχητής – ο στρατευμένος, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, είναι «αυτός ή αυτή που θέτει εξ ολοκλήρου σε κίνδυνο τη ζωή του», είναι «ένα υποκείμενο διηρημένο, συνεχώς παράγει το« εμείς » και το « αυτοί », παίρνει θέση και αναγκάζει τους άλλους να τοποθετηθούν. Διαχωρίζει για να ανασυνθέσει το ρόλο του, την θέση του ». Δεν είναι μια οποιαδήποτε φιγούρα, ειρηνευμένη, της φιλελεύθερης πολιτικής συμμετοχής, αλλά μια συγκεκριμένη φιγούρα ιστορικά προσδιορισμένη από τον πολιτικό αγώνα. Ο τίτλος είναι από μόνος του μια μορφή ρήξης που αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης της, μια απαραίτητη ρήξη, η οποία λαμβάνει χώρα όχι ενάντια στη φιλελεύθερη-δημοκρατική εξομάλυνση (πολύ εύκολο), αλλά μέσα στο πεδίο της ανταγωνιστικής αριστεράς, η οποία έχει από καιρό αποδεχθεί παθητικά τον σημασιολογικό μεταγραμματισμό ( αγγλοσαξονικής καταγωγής) του ακτιβιστή. «Όταν, με το γύρισμα της χιλιετίας άρχισε να αποκαλείται ακτιβιστής, αυτό δεν ήταν μια απλή γλωσσική παραχώρηση, αλλά μια διαρθρωτική αδυναμία, ήταν καθίζηση, υποχώρηση. Με αυτό τον τρόπο χάθηκε η ασυμμετρία του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. Εικόνα του δημοσίου συμφέροντος, ως εκ τούτου, της αναπαραγωγής του υπάρχοντος».

Ακτιβισμός και αγωνιστικότητα-στράτευση-μαχητικότητα δεν είναι συνώνυμες έννοιες ή αμφίσημες: προϋποθέτουν αντικρουόμενα οράματα, αντίθετες όψεις της πολιτικής και καθιζάνουν αντιθετικές συνειδήσεις του υπάρχοντος και εργαλείων για την καταπολέμησή του. Με άλλα λόγια, ο αγωνιστής, ο στρατευμένος, είναι φιγούρα πολιτική, λαμβάνει θέση και πλευρά, υποστηρίζει, τοποθετείται, η στάση του, μέσω της θυσίας και της πειθαρχίας κηρύσσει τον πόλεμο στο φιλελεύθερο υποκείμενο υπέρ του επαναστατικού γίγνεσθαι του κοινωνικού ατόμου,

ο ακτιβιστής είναι αντίθετα η αβλαβής φιγούρα του εθελοντή που προσπαθεί να ανακατασκευάσει αυτό που αντιθέτως θα έπρεπε να κομματιαστεί κοινωνικά για να ανασυσταθεί πολιτικά ενάντια και όχι στη θέση κάποιου. Θυσία και πειθαρχία: πόση απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής;

Θυσία και πειθαρχία: ποια η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής; Απόσταση τόσο βαθιά που ακόμη και εκεί υπάρχουν – και είναι συνεχώς παρούσες στην καθημερινή αγωνιστικότητα – αποσιωπούνται, αμφισβητούνται, ωσάν το να υποβάλλεσαι σε μιαν θυσία ή να αναγκάζεις τον εαυτό σου σε μια συλλογική πειθαρχία παραπέμπει σε μορφές και μεθόδους ενός πολιτικού αγώνα από τον οποίον έχουν επιτέλους ληφθεί αποστάσεις . Ο αγωνιστής, ο δεσμευμένος, μας λέει ο Roggero, είναι η βασική φιγούρα της επαναστατικής πολιτικής. Μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Είναι η σύνδεση, το φερμοάρ μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, εκείνο το «μεσαίο δοκάρι», που αντιπροσωπεύει και είναι η καρδιά της πολιτικής δράσης. Είναι η φιγούρα που συνδυάζει συνεχώς την »μέγιστη στρατηγική αυστηρότητα» με την »μέγιστη τακτική ευελιξία », με άλλα λόγια, είναι η προσωποποίηση της λενινιστικής διαλεκτικής, αυτός που βρίσκεται μέσα στις αντιφάσεις και ενεργεί ως πυροκροτητής, πάντα να ισορροπεί μεταξύ δογματισμού και οπορτουνισμού, χωρίς ποτέ να γλιστρήσει σε ένα ή τον άλλο από τους πόλους της πολιτικής ακαμψίας της θεωρίας δίχως πρακτική μετάφραση και της πρακτικής χωρίς πολιτική στρατηγική.

Αν ο μαχητής είναι η φιγούρα για την οποίαν μιλά το τελευταίο βιβλίο του Roggero, το θέμα που αντιμετωπίστηκε στην πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση καθορίζεται στον υπότιτλο: σημειώσεις γύρω από την υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση. Θέματα που επαναλαμβάνονται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή την τελευταία δεκαετία, μια μακρά φάση «παρακμιακής μετάβασης» που ώθησε τις πιο συνειδητές πρωτοπορίες, ή απλά τις πιο περίεργες avant-garde, να επιδιώξουν μια απάντηση στην πολιτική κρίση της ριζοσπαστικής αριστεράς ξεκινώντας από τον προσδιορισμό των υποκειμένων που θα έπρεπε να οργανωθούν και από τις νέες οργανωτικές μορφές που προκύπτουν από αυτά [1]. Κατά την προετοιμασία μιας ομιλίας εξ ορισμού στα σκαριά, που συνεπώς κατ ‘ανάγκη δεν έχει ολοκληρωθεί και σε φάση προσαρμογής, ο συγγραφέας δείχνει μια σαφή πολιτική γραμμή: επιστροφή στον εργατισμό για την ρήξη με τον μετα-εργατισμό, δηλαδή με μιαν πολιτική »παράδοση» η οποία από τα χρόνια Ογδόντα έχει μονοπωλήσει το πολιτιστικό επίπεδο και της πολιτικής δράσης των ανταγωνιστικών κινημάτων στην Ιταλία.

Δεν έχει προδικασμένες θέσεις να υπερασπιστεί ο Roggero, και αυτό επιτρέπει μια ειλικρινή συζήτηση, αποτελεσματική, αν και ιστορικά και φιλοσοφικά καθορισμένη. «Ας το πούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκάθαρα, είναι σαφές ότι: ο λεγόμενος μετα-εργατισμός τέλειωσε […] Τώρα ο στόχος και καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, βέβαια όχι ενάντια, αλλά σίγουρα κριτικά σε σχέση με ό, τι από τον μετα-εργατισμό δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ».

Μια ρήξη που δεν είναι εύκολη για εκείνους που με κάποιο τρόπο έχουν μοιραστεί ένα μεγάλο μέρος αυτής της σκέψης στην πολιτική τους εκπαίδευση, και που ξεκινά από ακριβείς φιλοσοφικές προϋποθέσεις που πρέπει να διαβαστούν και να ερμηνευτούν με προσοχή. Λαμβάνοντας ξανά το μάθημα του εργατισμού, των απόψεων του Τρόντι κυρίως, ο Roggero θέτειει στο επίκεντρο της ανάλυσης του και επί του κεφαλαίου την σύγκρουση μεταξύ αυτού και της εργασίας στο εργοστάσιο. Δεν είναι το κεφάλαιο που ορίζει την εργατική τάξη, αλλά το αντίθετο: είναι το προλεταριάτο μέσα από τα μονοπάτια αντίστασης του αναγκάζει το κεφάλαιο να καινοτομεί και να ανανεώνεται με τη λήψη της παρούσας μορφής και σε συνεχή εξέλιξη. Η εργατική τάξη, με άλλα λόγια, είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, και οι αγώνες των εργαζομένων το όργανο μέσω του οποίου το κεφάλαιο ανανεώνει τον εαυτό του: «η σκέψη προκύπτει πάντα από την αντιπαράθεση […] Είναι οι αγώνες που καθορίζουν την ανάπτυξη, έρχεται πρώτη η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Το να ερμηνεύσουμε το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή». Ακολουθώντας αυτό τον καθορισμό, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τάξη «δεν είναι ένα ζήτημα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης […] Η τάξη για τον Μαρξ και για εμάς, είναι μια εντελώς πολιτική έννοια. Class, τάξη σημαίνει ταξικό ανταγωνισμό. Και για να το πούμε με τον Tronti: δεν υπάρχει τάξη, χωρίς ταξική πάλη ».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε λαμβάνοντας άλλα τμήματα της συζήτησης, αλλά η αίσθηση σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αποκαλυφθεί: ανακτώντας ριζικά την εργατιστική προσέγγιση, ο συγγραφέας μας λέει ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη, η ίδια η φύση του ανθρώπου, είναι μια αντιθετική φύση, contrapositive, συγκρουσιακή, οντολογικά διαιρεμένη και διχαστική. Τα διάφορα στάδια της ανάπτυξης αντιστοιχούν στις διαφορετικές μορφές αντίστασης που τα υποδεέστερα υποκείμενα έχουν θέσει σε εφαρμογή εναντίον εκείνων των υποκειμένων που ηγεμονεύουν οικονομικά και πολιτικά. Τέλος, πως η καπιταλιστική οργανωτική καινοτομία και ανανέωση προέρχεται από την εργατική ακαμψία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι φιλοσοφικής φύσεως και όχι περιστασιακή, και ότι λίγο έχει να κάνει με τη σκέψη του Μαρξ. Σύμφωνα με τον Μαρξ, στην πραγματικότητα, η προέλευση της ανθρώπινης ανάπτυξης, του ανθρώπου σαν κοινωνικού ζώου, είναι η συνεργασία, που δίδεται με μορφή αλλοτριωμένη για λόγους επαληθεύσιμους ιστορικά (και που ο Μαρξ στην πραγματικότητα εξακριβώνει στα έργα του, και ειδικά στο Κεφάλαιο), και που αποτελεί τη βάση, την προϋπόθεση και τον σκοπό της ταξικής πάλης: εκείνη της επανοικειοποίησης της συνεργατικής στιγμής με αδιαμεσολάβητη μορφή από το ιδιωτικό κέρδος. Το πρόβλημα όμως, δεν είναι απλώς και μόνον φιλοσοφικό.

Από οικονομική άποψη, ο Roggero διαβάζει τις συνεχείς εξελίξεις του κεφαλαίου ως απάντηση στην ακαμψία της εργασίας που από καιρό σε καιρό οργανώνει τις μορφές της αντίστασης της. Είναι το λιγότερο μια άποψη μερική της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δημιουργεί συνεχώς τις δικές του μορφές αναγέννησης – είναι μια κοινωνική διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη – κυρίως λόγω των εσωτερικών χαρακτηριστικών του. Ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ανταγωνιστικών κεφαλαίων, κεφαλαίων που βρίσκουν μια δική τους ενότητα μόνο σε περιόδους συγκρούσεων με τα υφιστάμενα υποκείμενα, αλλά που έξω ή παράλληλα από αυτά, έχουν φυσικά την προδιάθεση στον εσωτερικό ανταγωνισμό, ο οποίος είναι ένας βίαιος ανταγωνισμός για να εκδιώξουν από τις διαδικασίες αξιοποίησης τα ανταγωνιστικά κεφάλαια.

Είναι οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες των ανταγωνιστικών κεφαλαίων που επιβάλλουν στον καπιταλισμό στο σύνολό του μια σταθερή εξέλιξη, που δεν είναι σίγουρα ή αποκλειστικά προοδευτικού χαρακτήρα, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται. Επιπλέον, οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες που αποτελούν τη βάση του συνεχούς επαναπροσδιορισμού της παραγωγής του καπιταλισμού, είναι η μη συντονισμένη απάντηση στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Και αυτή η πτωτική τάση, που παράγεται από τη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) είναι αποσυνδεδεμένη από την αξιοποίηση του κεφαλαίου (αξιοποίηση που μειώνεται βαθμιαία ακριβώς λόγω της προοδευτικής αύξησης του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό), η οποία προκαλεί τις κυκλικές κρίσεις που αναγκάζουν τα ανταγωνιστικά κεφάλαια στον πόλεμο και τις αμοιβαίες προσπάθειες εξάλειψης. Μέσα σε αυτή την δυναμική τοποθετείται στη συνέχεια η συγκρουσιακή τάση και διάθεση της εργατικής τάξης, που είναι σίγουρα ένα στοιχείο που μπορεί να αλλάξει τα σχέδια του κεφαλαίου, αλλά σίγουρα  δεν είναι το μοναδικό, και ακόμη ίσως και όχι το σημαντικότερο. Είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται παρόν στη ιστορικά καθορισμένη σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών υποκειμένων και σχέσεων παραγωγής, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί την εξελικτική φύση του καπιταλισμού.

Ο εργατισμός παραμένει κατά μία έννοια θύμα μιας δικής του προοπτικής ριζικά κοινωνιολογικής: θέτει στο κέντρο των πάντων την εργατική υποκειμενικότητα παραβλέποντας την αντικειμενική εικόνα των σχέσεων παραγωγής. Με τη εξαφάιση όλω των αντικειμενικών αναφορών, η φιλοσοφική ρήξη που επιτεύχθη από το Negri είναι ως εκ τούτου επακόλουθη. Σε εκείνο το σημείο ο υποκειμενισμός εκτόπισε τον μαρξιστικό αντικειμενισμό δημιουργώντας αντίθετα μια πολιτική θεωρία εκ των πραγμάτων διαταξική, επί της οποίας στην πραγματικότητα ασκείται κριτική με σωστό τρόπο στην συνέχεια του τόμου, του έργου για το οποίο μιλάμε δηλαδή, η οποία αποκαλύπτει τα ελαττώματα του μετά εργατισμού, με τέτοιο τρόπο που μόνο ένας επιδέξιος αγωνιστής διανοούμενος εκείνου του κόσμου θα μπορούσε να κάνει.

Τα πάντα, λοιπόν, έχουν λυθεί; Καθόλου. Ο εργατισμός είχε έναν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στην ταξική πάλη στη χώρα μας: έδωσε θεωρητική ουσία και πολιτική προοπτική σε ένα κομμάτι της τάξης που βρίσκονταν σε διαμάχη με την επίσημη εκπροσώπηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εργατισμός σπάει το αδιέξοδο μέσα στο οποίο η εργατική εκπροσώπηση είχε κλειδωθεί: αφενός η απάτη της οικονομικής σύγκρουσης μέσα από την διαβούλευση των συνδικάτων, από την άλλη η πολιτική εκπροσώπηση στα αρμόδια θεσμικά όργανα μέσω του κόμματος σε μεταβατικό στάδιο. Στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτά τα δύο καταστροφικά πολιτικά πλέγματα, εξαφανίζονταν στην Ιταλία κάθε υπόθεση ριζικής αλλαγής του υπάρχοντος η οποία δεν θα περνούσε μέσα από το μακρύ κύμα της ριζικά σοσιαλδημοκρατικής προοπτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Γι ‘αυτό δεν είναι αρκετό να ρευστοποιήσουμε έναν πλούτο, μια κληρονομιά ιδεών και εργατικής έρευνας που, έστω και με αμφίβολου χαρακτήρα φιλοσοφικό καθορισμό, έχει παίξει έναν πολιτικό ρόλο που εξακολουθεί να είναι σημαντικός. Το να τα σπάσουμε με τον μετα-εργατισμό θα μπορέσει να παράξει ένα γόνιμο βήμα προς τα εμπρός στις στρατηγικές της ανταγωνιστικής αριστεράς μόνο αν δεν ξαναπέσουμε στον ριζικό υποκειμενισμό όπου είχε τελειώσει η εμπειρία του εργατισμού. Στην κοινωνιολογική υποκειμενικότητα σύμφωνα με την οποία η τάξη δεν είναι ένα απλό αντικειμενικό -οικονομικό γεγονός και στοιχείο αλλά κυρίως πολιτική και συγκρουσιακή πραγματικότητα, πρέπει να προσθέσουμε και τη μελέτη των μοντέλων παραγωγής μέσα στην οποία βρίσκεται η εργατική σύγκρουση (όπου σαν εργατική, φυσικά, δεν θα πρέπει να εννοήσουμε εκείνη του εργάτη του μεγάλου φορντικού εργοστασίου, αλλά των νέων κοινωνικών υποκειμένων που είναι διατεθειμένοι για αγώνα, και κεντρικής σημασίας στην διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες).

Η καρδιά του δοκιμίου, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις φιλοσοφικές του υποθέσεις, αν και από το συγγραφέα έχουν τεθεί στη εισαγωγή του κειμένου, αλλά σε μια πιθανή, ή δυνητική μαχητική μετάφραση στο ύψος των καιρών και των καταστάσεων. Είναι εδώ που η συλλογιστική φτάνει στην κορύφωση της και γίνεται πιο πειστική σύμφωνα με την άποψη μας. Η κριτική ορισμένων κινηματίστικων εκφυλισμών είναι άγρια.

Βρίσκονται στο στόχαστρο όλα τα ιδεολογικά κλισέ μιας ορισμένης επικρατούσας σκέψης που βρήκαν υποδοχή ακόμη και εντός των αναγωνιστικών κινημάτων: η κοινωνική οικονομία και η συνεργασία που ανεμίζονται ενάντια στην δημόσια οικονομία, η οποία, μακριά από το «να αντιπροσωπεύει έναν τρίτο τομέα σε σχέση με το Κράτος και την αγορά, είναι μία από τις μορφές που η ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχει λάβει, «η διαδεδομένη αυτο-απασχόληση ή αυτοεπιχειρηματικότητα» των κοινωνικών κέντρων, »η οποία παράγει μέτρια αποτελέσματα από την οικονομική άποψη, αλλά βοήθησε να παραχθεί μια πολιτική υποκειμενικότητα που μεγάλωσε με την προοπτική του διαχειριστή και όχι του μαχητή, του αγωνιστή», η (αυτο) ταυτοποίηση μεταξύ στρατευμένου αγωνιστή και επισφαλούς, αποτέλεσμα μιας «βιαστικής αυτοέρευνας που υπήρξε θύμα μιας στρατηγικής αυτοαναφορικότητας»,

η οποία έχει παράξει την καταχρηστική αναγνώριση μεταξύ «στρατευμένου» (πλέον ακτιβιστή) και «τάξης», μια συγκεκριμένη άκριτη κεντρικότητα των αγώνων για τις βασικές ανάγκες, όπως αυτές για το σπίτι, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις «φετιχοποιεί την ανάγκη, χωρίς να καταφέρνει να πάει πέρα από την ικανοποίηση της, δημιουργώντας αστικές νήσους αυτο-διαχείρισης της περιθωριοποίησης και της φτώχειας, της δυστυχίας» , μια υποτιθέμενη αξίωση αυτοδιαχείρισης της «γνώσης» του λεγόμενου «cognitariatο, της διανοητικής εργατικής δύναμης», η οποία αντιθέτως είναι συνεχώς «modularized, amministrativizzato, managerializzato, budgetarizzato, banalizzato, επισφαλής, utentizzato», με άλλα λόγια εγκλωβισμένη στα δίχτυα του κέρδους για το κεφάλαιο τη στιγμή κατά την οποίαν έχει αφαιρεθεί τελείως απ’ τους παραγωγούς ο έλεγχός της,

και η ζωή συνεχίζεται.

Στην αποδυνάμωση της σκέψης – θα μπορούσαμε εμείς να προσθέσουμε: η έλλειψη εξύψωσης για την αδύναμη και συγκεκριμένη σκέψη, ιδεολογικά αντίθετη σε κάθε γενικό σχέδιο – δεν ακολουθήθηκε από μια αναβάθμιση, από μια ενδυνάμωση της πρακτικής. »Η ποικιλομορφία είναι πάνω από όλα, είναι τα πάντα, η ταξική σύνθεση τίποτα. Το σχολείο παρέμεινε χωρίς κίνημα, οι ακαδημαϊκοί κώδικες έχουν καταπιεί την ταξική σύγκρουση «.

Η σημερινή δύναμη του «λαϊκισμού», όρου που σίγουρα δεν είναι σε θέση να περιγράψει και να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών φαινομένων που είναι διάσπαρτα σε όλη την Ευρώπη, ωστόσο, είναι στο ότι «δίνει πρόσωπο στον εχθρό», εκεί όπου μια κάποια ηγεμονική σκέψη των κινημάτων έχει εντελώς αποδομήσει και ΄μοριακοποιήσει’ τις καπιταλιστικές διαδικασίες που δεν έχουν πλέον πρόσωπο ούτε φυσική έδρα, εκ των πραγμάτων εξαφανισμένα από την ενδεχόμενη πολιτική πάλη, «σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχει εξηγηθεί πως η εξουσία δεν συγκεντρώνεται μόνο και αποκλειστικά σε ένα σημείο, δηλαδή στο Κράτος, αλλά έχει εξαπλωθεί στις κοινωνικές σχέσεις. Εντάξει. Ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι είναι παντού, εξήχθη το συμπέρασμα ότι πλέον δεν υπάρχει, ή πως δεν επικεντρώνεται σύμφωνα με μιαν ιεραρχία. Bad. Κακώς. Το να εξαφανιστεί το πρόβλημα έχει γίνει ένα μάντρα εντός των κινημάτων:. Το Winter Palace, τα Χειμερινά Ανάκτορα έχουν εξαφανιστεί, θα πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία «. Η αγγλοσαξονική μόδα της λεγόμενης «μικρο-πολιτικής» έχει παράξει την μετάσταση της αυτάρκους μικροκοινότητας, »που δεν θέτει σε κίνδυνο τους πραγματικούς όρους της εξουσίας, αλλά είναι ευχαριστημένη να ζει ασκώντας στο εσωτερικό της ευχάριστες σχέσεις».

Η πρόκληση, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έγκειται στην ικανότητα της νέας γενιάς των πολιτικών αγωνιστών στο να μπορέσουν να ερμηνεύσουν διαλεκτικά την πολιτική δράση. Όχι ανακαλύπτοντας εκ νέου καινούργιους δογματισμούς ή στρατηγικές ακαμψίες αποσυνδεδεμένες από αποτελεσματικές πρακτικές, να ξαναχτιστούν τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής ικανής να επηρεάσει πραγματικά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. «Δεν έρχεται αντιμέτωπος με την αντιφατικότητα και την βρωμιά του πραγματικού μόνο εκείνος που αισθάνεται αδύναμος»: ο μαχητής, ο αγωνιστής, δυνατός χάρη στη στρατηγική ακαμψία του και την ίδια στιγμή από την ακραία τακτική ευελιξία του, είναι αποτελεσματικός μόνο αν βρίσκεται εντός των πραγματικών αντιφάσεων, κάμπτοντας τες προς τα συμφέροντα της δικής του πλευράς, φαντάζεται πλαστές συμμαχίες, κοινωνικές ετερόδοξες συνθέσεις, εναλλακτικές διαδρομές σε αυτές τις σχολαστικές. Όλα προκειμένου να επιστρέψει να επηρεάζει πραγματικά μέσα στην κοινωνία και μέσα στις σχέσεις εξουσίας, με άλλα λόγια, επανοικειούμενοι έναν πλειοψηφικό ορίζοντα, μακριά από σεχταρισμούς, μειοψηφισμούς που δεν καταλήγουν πουθενά , δογματισμούς ή, αντίθετα, αυθορμητίστικες εξάρσεις υποκουλτούρας. Πραγματικά σπάνια, αυτές τις μέρες, αυτή η γενναιοδωρία πνεύματος στο να είμαστε σε θέση να ασκήσουμε κριτική στην εύκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί και μέσα στην οποία γίνεται η αναπαραγωγή μας, και στο να επιθυμούμε με κουράγιο και τόλμη να υποδείξουμε μια πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε η οποία να προβλέπει τη ρήξη με ορισμένες πνευματικές ανέσεις. Αν όλα αυτά δεν είναι αποδεκτή, η προτεινόμενη μέθοδος είναι αυτή που πρέπει να ακολουθηθεί: να ανοίξουμε μια συζήτηση και να δούμε τι βγαίνει μέσα από αυτήν, επιστρέφοντας για να κάνουμε έρευνα.

[1] Σαν παράδειγμα: Paolo Cassetta, Emilio Quadrelli, Noi saremo tutto – nuova composizione di classe, conflitto e organizzazione, Gwynplaine edizioni, Camerano (An) 2012; Clash City Workers, Dove sono i nostri – lavoro, classe e movimenti nell’Italia della crisi, La Casa Usher, Firenze 2014.

Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

θεωρία, teoria

Το μέλλον του καπιταλισμού έχει ήδη περάσει – Il futuro del capitalismo è già passato

http://francosenia.blogspot.gr/2016/10/il-futuro-del-capitalismo-e-gia-passato.html

streeck

Κυριακή 16 OΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016

Το μέλλον του καπιταλισμού έχει ήδη περάσει, Il futuro del capitalismo è già passato

Αρκετοί συγγραφείς αναρωτιούνται, από διαφορετικές προοπτικές, για το μέλλον του καπιταλισμού. Ανάμεσα σε αυτούς που διατηρούν μια επιφυλακτική θέση σχετικά με πιθανή επιβίωση του πέρα από τον 21ο αιώνα – ή ακόμα και για τα επόμενα 30 ή 40 χρόνια – δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τους István Mészáros, Immanuel Wallerstein και Robert Kurz.
Ωστόσο, το post αυτό θέλει να συστήσει την ανάγνωση του Wolfgang Streeck, ενός ενδιαφέροντα γερμανού κοινωνιολόγου, ο οποίος σκέφτεται ξεκινώντας από τον Καρλ Μαρξ, αλλά, πάνω απ ‘όλα, από τον Karl Polanyi. Η κεντρική θέση του είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός, στην προώθηση του ανταγωνισμού ως τρόπου ζωής, μετατρέποντας το άτομο σε επιχειρηματία του εαυτού του, στην εμπορευματοποίηση όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής, υπονομεύει αδυσώπητα τα ηθικά και κοινωνικά θεμέλια της ολοκλήρωσης της ανθρώπινης ύπαρξης  μέσα στην κοινωνία. Δεδομένου ότι , από την στιγμή κατά την οποίαν η ύπαρξη του καπιταλισμού εξαρτάται από τέτοιες βάσεις – κληρονομημένες από τις προηγούμενες γενιές, αλλά τώρα βίαια λεηλατημένες – η προσπάθεια να τον σώσουν μέσα από την νεοφιλελεύθερη εντατικοποίηση, θα οδηγήσει, σύμφωνα με τον ίδιο, στην σταδιακή προοδευτική αποσύνθεση του. Και αυτή η διάλυση μπορεί ενδεχομένως να συνοδεύεται από την κατάρρευση, το τέλος της ίδιας της ανθρωπότητας. Θέλουμε εδώ να παρέχουμε την μετάφραση ενός κειμένου που συνοψίζει μια παρέμβαση του Streeck, το 2010, στην ετήσια συνάντηση της «Κοινωνίας για την Πρόοδο στα κοινωνικο-οικονομικά» “Society for Advancement of Socio-economics” (SASE), κατά την οποία αρκετοί συγγραφείς συζήτησαν γύρω από το βασικό ερώτημα, το ερώτημα κλειδί: «ο καπιταλισμός έχει μέλλον;»

To σκοτεινό μέλλον του καπιταλισμού, Il cupo futuro del capitalismo
– του Wolfgang Streeck[*1]

Η αφίσα, το μανιφέστο είναι προσαρτημένο στον τοίχο και βρίσκεται εκεί ήδη εδώ και πολύ καιρό, είμαστε εμείς που πρέπει να ξέρουμε τον τρόπο για να το διαβάζουμε. Εδώ είναι το μήνυμά του, νάτο: ο καπιταλισμός είναι ένας ιστορικός κοινωνικός σχηματισμός, δεν έχει μόνο μια αρχή, αλλά και ένα τέλος [* 2]. Υπάρχουν τρεις τάσεις που έχουν αναπτυχθεί παράλληλα σε όλες τις πλούσιες καπιταλιστικές δημοκρατίες από τη δεκαετία του 1970: μείωση της ανάπτυξης, αυξανόμενη ανισότητα εισοδήματος και πλούτου, καθώς και επέκταση του δημόσιου χρέους, ιδιωτικού και συνολικού. Σήμερα, φαίνεται ότι αυτές οι τρεις τάσεις ενισχύουν η μια την άλλη : η χαμηλή ανάπτυξη συμβάλλει στην ανισότητα μέσα από την ενίσχυση της διανεμητικής σύγκρουσης, η ανισότητα μειώνει, αμβλύνει την ανάπτυξη, δεδομένου ότι μειώνει την πραγματική ζήτηση, τα υψηλά επίπεδα του υφιστάμενου χρέους δημιουργούν φραγμούς στις πιστωτικές αγορές, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικών κρίσεων, ένας χρηματοπιστωτικός τομέας φουσκωμένος τόσο πολύ συμβάλλει στην οικονομική ανισότητα, κλπ …
Τώρα πλέον ο τελευταίος κύκλος ανάπτυξης, εκείνος που έλαβε χώρα πριν από το 2008,  φαίνεται πως υπήρξε περισσότερο ψευδής παρά πραγματικός [* 3], επίσης, η ανάκαμψη που επήλθε μετά το 2008 συνεχίζεται με τρόπο αναιμικό, στην καλύτερη περίπτωση. Να που το Κεϋνσιανό ερέθισμα, νομισματικό ή δημοσιονομικό, σταμάτησε να εργάζεται μπροστά στην άνευ προηγουμένου ποσότητα των συσσωρευμένων χρεών. Σημειώστε ότι μιλάμε για τις μακροπρόθεσμες τάσεις και όχι απλά για μιαν ενδεχόμενη λοξοδρόμηση, απόκλιση προσωρινή , στην πραγματικότητα βρισκόμαστε αντιμέτωποι παγκόσμιων τάσεων που, ως τέτοιες, επηρεάζουν το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Δεν φαίνεται τίποτα που να μπορεί να μοιάζει αρκετά ισχυρό ώστε να αντιμετωπίσει αυτές τις τρεις τάσεις, οι οποίες έχουν θέσει βαθιές ρίζες στην οικονομία και είναι στενά συνυφασμένες μεταξύ τους, διαπλέκονται στενά, είναι αλληλένδετες.
Επίσης, όταν κοιτάξουμε πίσω, βλέπουμε μια σειρά από πολιτικές και οικονομικές κρίσεις, οι οποίες ξεκίνησαν με τον πληθωρισμό στην δεκαετία του 1970, αυτή ακολουθήθηκε από μια έκρηξη του δημόσιου χρέους στα 1980 και μιαν ταχεία αύξηση του ιδιωτικού χρέους κατά την επόμενη δεκαετία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών, το 2008. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η ακολουθία επαναλαμβάνεται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο για όλες τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες των οποίων οι οικονομίες, επίσης, ποτέ πραγματικά δεν έχουν εξισορροπηθεί μετά τη λήξη της περιόδου της μεγάλης μεταπολεμικής ανάπτυξης.

Και οι τρεις κρίσεις ξεκίνησαν και τελείωσαν με την ίδια μορφή, δηλαδή, με τη βοήθεια πληθωριστικών διεργασιών: αν το δημόσιο χρέος και αυτό του ιδιωτικού τομέα αρχικά υπηρέτησαν ως μια βολική πολιτική λύση για τις διανεμητικές συγκρούσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (και μερικές φορές, επίσης, από άλλες πλευρές, όπως για παράδειγμα σε χώρες που παράγουν πρώτες ύλες), στην συνέχεια κατέληξαν με το να καταστούν επίσης προβλήματα: πληθωρισμός των τιμών στις αρχές της δεκαετίας του 1980, πληθωρισμός του δημόσιου χρέους σε πρώτη φάση της εδραίωσης στη δεκαετία του 1990 και πληθωρισμός του ιδιωτικού χρέους, μετά το 2008 [* 4]. Επί του παρόντος, η διορθωτική οικονομική πολιτική αποκαλείται «χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής» [5], συνίσταται, κατ ‘ουσίαν, στην έκδοση χρήματος από τα δημόσια ταμεία και τις κεντρικές τράπεζες, με στόχο να διατηρηθούν χαμηλά τα επιτόκια. Είναι με αυτόν τον τρόπο που προσπαθούν να διατηρήσουν βιώσιμο το χρέος που συσσωρεύτηκε στο παρελθόν, αποφεύγοντας επίσης η υποτονική οικονομία να πέσει σε αποπληθωρισμό. Αυτή η διόρθωση έχει, ωστόσο, μια τιμή: δημιουργεί περισσότερες ανισότητες, Επίσης, καθιστά πιο πιθανό το γεγονός ότι μπορούν να γεννηθούν νέες φούσκες στις αγορές περιουσιακών στοιχείων, τα οποία μπορεί, στην αποφασιστική στιγμή, να καταρρεύσουν.
Η θεμελιώδης φύση της κρίσης παρατηρήθηκε όταν οι εγκέφαλοι ηγέτες του καπιταλισμού δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τώρα περιορίζονται πλέον στο να ψάχνουν για προσωρινές λύσεις μέχρι να εμφανιστεί η επόμενη δυσάρεστη έκπληξη. Οι μάγοι της αγοράς έχουν χάσει τη σοφία τους. Για πόσο καιρό η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής μπορεί να συνεχίζεται ακόμη; Το πρόβλημα είναι ο αποπληθωρισμός ή ο πληθωρισμός; Σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μια φούσκα, προτού να εκραγεί; Η ανάπτυξη αποκαθίσταται μέσω της δαπάνης ή μέσω μείωσης των δαπανών; Ένας αυστηρότερος δημοσιονομικός κανονισμός είναι ευνοϊκός ή επιζήμιος για την ανάπτυξη; [* 6]  Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η ανάπτυξη ήταν το αποτέλεσμα της αναδιανομής των εισοδημάτων από πάνω προς τα κάτω, στη συνέχεια, ο κεϋνσιανισμός αντικαταστάθηκε από τον hayekenismo, και το αντίθετο έγινε η αλήθεια και, ως εκ τούτου, οι αγορές ήταν ελεύθερες να αναδιανέμουν από κάτω προς τα πάνω. Τώρα, επτά χρόνια μετά την καταστροφή του 2008, δεν έχει ακόμη προκύψει μια νέα φόρμουλα για την ανάπτυξη, η σύγχυση διέπει και κυβερνά τις απόψεις. Ο καπιταλισμός που τον διαχειρίζεται το κράτος έχει αποτύχει, δηλαδή, έχει απορριφθεί από τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, γιατί τους φάνηκε πάρα πολύ ακριβός, αντικαταστάθηκε από έναν καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς, αλλά ακόμη και αυτός απέτυχε. Εν τω μεταξύ, οι κεντρικές τράπεζες ενεργούν ρυθμιστικά εν αναμονή μιας νέας κατεύθυνσης της κυβέρνησης. Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι; Με την ευκαιρία, ποια θα ήταν η συνταγή σε θέση να δώσει στήριξη στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ως σύνολο;

Προτείνω ότι ο καπιταλισμός, ύστερα από 200 χρόνια και βάλε, έχει καταστεί μη βιώσιμος, αστήρικτος, μιας και έχει γίνει μη κυβερνήσιμος. Πίσω από αυτή τη διαταραχή υπάρχει αυτό που συνοπτικά ονομάζεται διαταραχή της «παγκοσμιοποίησης»: η επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων της αγοράς πέρα από την προσιτότητα των κυβερνήσεων έχει ενοποιήσει τον καπιταλισμό, αλλά έχει κατακερματίσει τη συλλογική πολιτική δράση. Αυτό μπορεί να ακούγεται, να φαίνεται σαν τελική νίκη του καπιταλισμού, πράγμα που μέχρι ένα ορισμένο σημείο είναι αλήθεια, αλλά την ίδια στιγμή φτάνει στο σημείο να είναι επίσης η προαναγγελία του θανάτου του. Σε αντίθεση με ό, τι ο Mandeville έχει δηλώσει στο έργο του «Παραμύθι των Μελισσών» (1714) και ο Adam Smith πρότεινε με την λιγότερο προκλητική μεταφορά του στο «αόρατο χέρι» (1776), η καπιταλιστική μετατροπή των ιδιωτικών βίτσιων σε δημόσιες αρετές υποστηρίζει μια σταθερή κοινωνία μόνο εάν αυτό λειτουργεί εκεί όπου υπάρχουν ισχυροί τυπικοί και άτυποι θεσμοί που περιορίζουν »την διάταξη του εγωισμού» έμφυτη της αγοράς (Dunn, 2005), με την επιβολή της κοινωνικής πειθαρχίας. Mε το να υποκαταστήσει τις συλλογικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να τον κυβερνήσουν, ο καπιταλισμός κατακτά μια Πύρρειο νίκη.

Το γεγονός ότι σήμερα δεν υπάρχει εναλλακτική λύση σε αυτόν, καμιά αντικαπιταλιστική δύναμη ενοποιημένη σε παγκόσμιο επίπεδο, για τον καπιταλισμό είναι τόσο ευλογία όσο και δίλημμα. Να σημειώσουμε πως σε κρίσιμες στιγμές στην ιστορία του καπιταλισμού, ήταν η αντιπολίτευση σε αυτόν που τον σταθεροποίησε ως κοινωνία: περιφερειακά κινήματα ,εθνικά ή θρησκευτικά διατήρησαν την κοινωνική συνοχή και, με τον τρόπο αυτό, την σχετικά δίκαιη συνεργασία και ανταλλαγή , τα σοσιαλδημοκρατικά Κράτη της ευημερίας και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που προστατεύονταν εξασφάλιζαν μια επαρκή ζήτηση στον οικονομικό τομέα, καθώς και μια ήσυχη κοινωνική αναπαραγωγή στη σφαίρα του κόσμου της ζωής και της πολιτικής.
Η ταυτόχρονη παρακμή της κυβέρνησης που πραγματικά κυβερνά, καθώς και της επακόλουθης αντιπολίτευσης, στον σύγχρονο καπιταλισμό παράγει μια αυξανόμενη ρωγμή στο σύστημα ενσωμάτωσης, το οποίο, με τη σειρά του, δημιουργεί μια ταχεία μετατροπή της κοινωνικής ενοποίησης (Lockwood, 1964) . Η παγκόσμια ακυβερνησία προκάλεσε μια βαθιά διάβρωση των κοινωνικών συστημάτων στο σημείο μετωπικής συνάντησης των καπιταλιστικών αγορών, σε αυτό που ο Karl Polanyi αποκάλεσε τα τρία »πλασματικά εμπορεύματα», την εργασία, την γη και το χρήμα. Εάν η καπιταλιστική ανάπτυξη, σύμφωνα με τον Polanyi, έχει ως απώτερο στόχο να εμπορευματοποιήσει τα πάντα, όμως, μπορεί να συνεχίσει να το κάνει μόνο όταν εμποδίζεται από την κοινωνία να υποβάλει στη λογική του εκείνο που μπορεί να εμπορευματοποιηθεί μόνο εις βάρος του. Η προστασία της εργασίας, της γης και του χρήματος από την δυναμική καπιταλιστικής ανάπτυξης απαιτεί μια κυβέρνηση σε θέση να ενεργεί με τρόπο αποφασιστικό, μια απλή «διακυβέρνηση» υποβοηθητική των αγορών δεν αρκεί (Offe, 2008) για να αποτρέψει τον καπιταλισμό από το να προχωρήσει πολύ μακριά και, με αυτό τον τρόπο, να θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του.
Η αδυναμία των σημερινών κυβερνήσεων είναι εμφανής όσον αφορά τη φύση, δεδομένου ότι οι κατακερματισμένες πολιτικές του παγκόσμιου καπιταλισμού έχουν αποδειχθεί ανίκανες να περιορίσουν την κατανάλωση και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος. Παρομοίως, η ανταγωνιστική παραγωγή χρήματος από τις κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχει γίνει μια ισχυρή πηγή αβεβαιότητας και μια μόνιμη απειλή για τη συστημική σταθερότητα. Στον τομέα της εργασίας, τα παραδοσιακά προγράμματα απασχόλησης μετά τον πόλεμο, που σχεδιάστηκαν με σκοπό την προστασία των εργαζομένων και των οικογενειών τους από την υπερβολική πίεση της αγοράς, εξαφανίζονται στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ανοίγει όλο και περισσότερο ο δρόμος για την επισφαλή απασχόληση, σε συμβάσεις με μηδέν ώρες, σε εργασίες «freelance» και «σε κατάσταση αναμονής» σε παγκόσμιες εταιρείες όπως h Uber – ένα σύστημα υπαγωγής που λειτουργεί σχεδόν εξ ολοκλήρου χωρίς τους κανονικούς περιορισμούς απασχόλησης [* 7]. Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι ιδιωτικοποιούνται και εξατομικεύονται, η ζωή και η εργασία θεμελιώνονται και γίνονται αδιάκριτες η μια από την άλλην. Τα συνδικάτα καθίστανται άνευ σημασίας ή  παύουν να υπάρχουν σε πολλές βιομηχανίες , ακόμη και σε ορισμένες χώρες.  Κατ αυτό τον τρόπο, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μετριάσει τις επιπτώσεις των τεχνολογικών αλλαγών που προχωρούν πιο γρήγορα από ποτέ για την αναδιοργάνωση της εργασίας – ή για να την αποδιοργανώσουν. Η τεχνητή νοημοσύνη, για παράδειγμα, γίνεται πλεονάζουσα σε μια μεγάλη κατηγορία ενδιάμεσων επαγγελμάτων, κάτι που ποτέ δεν παύει να καταστρέφει κάθε είδους ζωή μεσαίας τάξης [* 8].
Σε ένα προηγούμενο άρθρο (Streeck, 2014), έχω εντοπίσει πέντε παθολογίες του σύγχρονου καπιταλισμού, και προϋποθέτω πως δεν είναι δυνατόν να γιατρευτούν, κάθε μια από αυτές ανταποκρίνεται σε μια διαφορετική πτυχή της διαδικασίας αποσύνθεσης σε εξέλιξη: την κοσμική στασιμότητα, η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα μιας μακράς υποχώρησης και παρακμής του ρυθμού ανάπτυξης [* 9], την νεο-φεουδαρχική ολιγαρχία που συνδυάζει την πολιτική εξουσία με την οικονομική δύναμη και που δεν υπάρχει σήμερα μόνο στη Ρωσία, την Ουκρανία και την Κίνα, αλλά και στη Δύση, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες [* 10] – μια διαδικασία που διαχωρίζει την τύχη των πλουσίων από την μοίρα των φτωχών, την λεηλασία της δημόσιας οικονομίας μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, που ήταν τόσο πολύ ένα απαραίτητο αντίβαρο στον καπιταλισμό όσο και μια υποδομή υποστήριξης (Bowman, 2014),την συστημική εξαχρείωση, και την διεθνή αναρχία. Επειδή μας λείπει ο χώρος, θα ήθελα εδώ να συζητήσουμε μόνο αυτές τις δύο τελευταίες ασθένειες, παθολογίες [* 11].

Μιλώ πρώτα για την συστημική εξαχρείωση. Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στους μύθους του Mandeville , κάτω από τον χρηματοπιστωτικοποιημένο καπιταλισμό , τα ιδιωτικά βίτσια καθίστανται και δημόσια βίτσια, πάθη, ελαττώματα. Και αυτό καταλήγει στο να στερεί τον καπιταλισμό από την βασική του μορφή – συνεπειοκρατική – ηθικής δικαιολόγησης. Και είναι έτσι, ακόμα κι αν οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές ιδιωτικών κεφαλαίων παρουσιάζουν τώρα τους εαυτούς τους ως διαχειριστές δημόσιων αγαθών, σαν ευεργέτες των εταιρειών που ασκούν – πάντα με πολύ καλή δημοσιότητα – φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Και να που ένας γενικευμένος κυνισμός τώρα βρίσκεται να είναι βαθιά ριζωμένος στη συλλογική κοινή λογική, αντιλαμβανόμαστε τον καπιταλισμό που βρίσκεται σε εξέλιξη σαν μια δομή, σαν ένα μηχανισμό ευκαιριών επειδή οι πολύ πλούσιοι που είναι καλά ενσωματωμένοι στο σύστημα γίνονται ακόμη πλουσιότεροι. Το να εξαπατούμε στην αναζήτηση για το κέρδος θεωρείται φυσιολογικό, κάτι που δεν προκαλεί πλέον καμία ηθική αγανάκτηση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον κόσμο της χρηματοδότησης, όπου τα μεγαλύτερα κέρδη πραγματοποιούνται μέσω της φοροδιαφυγής ή παραβιάζοντας όλους τους κανόνες δικαίου, όλους τους νομικούς κανόνες, καταφέρνοντας την λήψη εμπιστευτικών πληροφοριών, την παροχή ανεξόφλητων ενυπόθηκων δανείων ή με οποιοδήποτε άλλο τέχνασμα [* 12].

Μέχρι τον Ιούνιο του 2015, μόνο στις ΗΠΑ, μέσω συμφωνιών εκτός του νομικού συστήματος, συμφωνήθηκε να πληρωθούν περίπου εκατό δισεκατομμύρια δολάρια σε φόρους για τα νομικά αδικήματα που σχετίζονται με την οικονομική κρίση του 2008 [* 13]. Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν φθάσαμε στην κρίση σε δικαστήριο και κανείς μέχρι τώρα έχει πάει στη φυλακή. Τώρα, αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια βαθιά ενσυναίσθηση μεταξύ του νομικού συστήματος και των αναγκών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να παραβιάζουν το νόμο, για να κατακτούν κέρδη [* 14]. Στην πραγματικότητα, για να πάρετε μια ιδέα για το ύψος των προστίμων που θα έπρεπε να έχουν συλλεχθεί, χάρη σε μια δίκαιη καταδίκη σε μια νομική διαδικασία και δίκη, θα έπρεπε να προσθέσετε τις αμοιβές των δικηγόρων στα τέλη εκκαθάρισης. Ένα σημαντικό μέρος των πληρωμών αυτών, ωστόσο, έχει δηλωθεί για φορολογικούς σκοπούς, ως δαπάνη των επιχειρήσεων [* 15].

Δεύτερον, ιστορικά, ο καπιταλισμός έχει απαιτήσει την ύπαρξη μιας σταθερής διεθνούς τάξης, που να διατηρείται από μια ηγεμονική δύναμη. Ο ρόλος αυτός έχει ασκηθεί για πρώτη φορά από τη Φλωρεντία, περνώντας αργότερα από τις Κάτω Χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο και, αργότερα, μετά τον πόλεμο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν η ηγεμονική θέση αμφισβητήθηκε ή έγινε ασαφής, όπως συνέβη κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η σύγκρουση ήταν ανεξέλεγκτη, και συνοδεύτηκε από σοβαρή οικονομική αναστάτωση. Από το 1970, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδείχθηκαν πάντα όλο και λιγότερο ικανές και ακόμη λιγότερο πρόθυμες να προσφέρουν εκείνα τα κοινά αγαθά που αναμένονταν από μια ηγεμονική καπιταλιστική χώρα, αντ ‘αυτού, έχουν γίνει παράσιτα στην παγκόσμια οικονομία. Μια λύση συνεργασίας, διεθνούς τάξεως, του προβλήματος, για παράδειγμα μέσω του μοιράσματος της εξουσίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στη συνέχεια χάσει αρκετούς πολέμους, η δημοκρατική-καπιταλιστική ανάπτυξη, δηλαδή, η »εθνική κατασκευή», έχει αποτύχει σε πολλά μέρη του κόσμου. Αντί του μεταπολεμικού σχεδιασμού ενός παγκόσμιου συστήματος κυρίαρχων Κρατών, που θα είχαν αγκαλιάσει ολόκληρο τον κόσμο, μεγάλες και αυξανόμενες περιοχές καθίστανται «δίχως Κράτος». Σε πολλές από αυτές τις περιοχές, φονταμενταλιστικά θρησκευτικά κινήματα έχουν πάρει τον έλεγχο, απορρίπτοντας τον μοντερνισμό και το διεθνές δίκαιο, αναζητούν μια εναλλακτική λύση στον καταναλωτισμό του σύγχρονου καπιταλισμού, από τον οποίον δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν ότι θα αποκομίσουν κάποιο όφελος για τις χώρες τους. Όλο και συχνότερα, ορισμένα από αυτά τα κινήματα βρίσκουν συμμάχους στον παγκόσμιο Βορρά, ιδίως μεταξύ των μεταναστών του Νότου που είναι κάτοικοι εκεί, οι οποίοι αντιδρούν στον κοινωνικό και οικονομικό τους αποκλεισμό φέρνοντας τον πόλεμο από τα περίχωρα, από τις περιφέρειες προς το κέντρο.

Πώς μπορεί να τελειώσει ο καπιταλισμός χωρίς να υπάρχει ήδη μια νέα κοινωνία έτοιμη να πάρει τη θέση του; Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα της ομαλής διαδοχής των κοινωνικών σχηματισμών, δηλαδή, την ιστορική-υλιστική προσδοκία σύμφωνα με την οποίαν μια κοινωνία πεθαίνει φέρνοντας στο φως μια πιο νέα και προηγμένη κοινωνία, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό το σφάλμα την θέση των μπολσεβίκων σύμφωνα με την οποίαν μια κοινωνική τάξη τελειώνει μόνο όταν μια διαφορετική και ξεχωριστή κοινωνική τάξη αναλαμβάνει τα ηνία κατόπιν εντολής  την της κεντρικής επιτροπής ενός νικηφόρου επαναστατικού κόμματος.
Ταυτόχρονα, πρέπει επίσης να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην γίνουμε θύματα ενός σύγχρονου ισοδύναμου αυτής που θα μπορούσε να ονομαστεί «η ψευδαίσθηση της Ραβέννα»: της βαθιάς πεποίθησης των κυρίαρχων τάξεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον πέμπτο αιώνα, σχετικά με την προκαθορισμένη αθανασία του πολιτισμού τους. Συνέχισαν να την θεωρούν ως ακλόνητη ακόμη και όταν τα εδάφη στα οποία υπολόγιζαν τότε μειώθηκαν στην μικρή πόλη της Ραβέννα, στην Αδριατική. Από την στιγμή που αυτή η πόλη περιβαλλόταν από βάλτους, αυτό της επέτρεψε την αναβολή της τελικής κατάρρευσης, ενώ οι γερμανικές ορδές κατέλαβαν και λεηλατούσαν τη Ρώμη, μαζί με όλες τις επαρχίες της Δυτικής Αυτοκρατορίας. Πεπεισμένες για το γεγονός ότι η ζωή θα μπορούσε ενδεχομένως να γυρίσει πίσω για να είναι αυτή που ήταν πάντα, οι οικογένειες των ηγεμόνων της Ρώμης, στο καταφύγιο τους στη Ραβέννα, συνέχισαν να ασχολούνται με τις ίντριγκες τις σχετικές με την διαδοχή στην Αυτοκρατορία [* 16]. ..

Από αυτό το παράδειγμα, πρέπει να μάθουμε ότι μερικές φορές η αισιοδοξία γεννιέται μόνο από την έλλειψη φαντασίας. Πρέπει να εξετάσουμε την πιθανότητα κατά την οποίαν μια κοινωνική τάξη θα μπορούσε να οδηγηθεί, όχι σε μια άλλη τάξη, αλλά σε μιαν διαρκή διαταραχή, αταξία – δηλαδή, σε μιαν ιστορική εποχή αβέβαιης διάρκειας κατά την οποία, σύμφωνα με τα λόγια του Αντόνιο Γκράμσι, »το γέρικο πεθαίνει, αλλά το νέο δεν μπορεί ακόμη να γεννηθεί «[* 17].

Πώς μπορεί να είναι η ζωή σε μια τέτοια περίοδο, σε μια τέτοια εποχή; Σύμφωνα με τον Γκράμσι, η κατάρρευση μιας κοινωνικής τάξης μέσα στην απουσία διαδόχου μπορεί να οδηγήσει σε»ένα μεσοδιάστημα στο οποίο ξεκινούν να υπάρχουν παθολογικά φαινόμενα όλων των ειδών» [* 18] – με άλλα λόγια, πέφτουμε σε μια κοινωνία μέσα στην οποίαν υπάρχει έλλειψη θεσμών συνεκτικών, με συνέπεια, να μην υπάρχουν θεσμοί που να είναι σε θέση να εξομαλύνουν τις ζωές των μελών της, προστατεύοντας τους από ατυχήματα και ανωμαλίες κάθε είδους. Σε ένα τέτοιο μεσοδιάστημα, η ζωή χαρακτηρίζεται από την απουσία δομικού προσδιορισμού, δομικής αποφασιστικότητας [* 19] και όπου, ως εκ τούτου, όλα γίνονται απρόβλεπτα.
Μία τέτοια κοινωνία αδυνατεί να παρέχει στα μέλη της αξιόπιστους κανόνες με τους οποίους να μπορούν να οργανωθούν: αντιστρόφως, απαιτεί συνεχή αυτοσχεδιασμό, προκαλώντας τα άτομα να αντικαταστήσουν μια δομημένη συμπεριφορά με μια καθαρά στρατηγική συμπεριφορά – μια κατάσταση που παρέχει ευκαιρίες εξαιρετικές, διότι οι ολιγάρχες και οι πολέμαρχοι όλων των ειδών θα αναγκάσουν την πλειοψηφία να ζει σε μια κατάσταση ανασφάλειας, αβεβαιότητας και ανομίας. Δημιουργείται, έτσι, μια πολύ παρόμοια κατάσταση με εκείνη του μεγάλου μεσοδιαστήματος που ξεκίνησε τον πέμπτο αιώνα, και τώρα ονομάζεται Μεσαίωνας.

Στον σύγχρονο καπιταλισμό, το σύστημα ολοκλήρωσης-ενσωμάτωσης βρίσκεται σε μια ασταθή κατάσταση αλλαγής, η οποία δεν φαίνεται να οδηγεί σε μια νέα σταθερή τάξη. Αναταράξεις και ακινησία, στασιμότητα και δυναμική είναι όλο και περισσότερο στενά συνδεδεμένες. Αυτό το είδος κοινωνικής δομής τροφοδοτεί ένα είδος κοινωνικού ατόμου (Gerth και Mills, 1953): το ατομικιστικό άτομο, σκόπιμα αυτάρκες, desocialized-αποκοινωνικοποιημένο, το οποίο στηρίζεται μόνο στην αυτο-εποπτευόμενη νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα (Foucault, 2008) για να αντισταθμίσει την απουσία κυβέρνησης και την αδύναμη διακυβέρνηση-governance. Σε αυτό τον κοινωνικό κόσμο τον απροσδιόριστο αναδύεται μια ανώμαλη κοινωνική δομή, ή καλύτερα, εκείνη που υπάρχει αντικαθίσταται από ένα δίκτυο ιδιοτελών ατόμων που αυτοσχεδιάζουν, που κινούνται μέσα σε δίκτυα τα οποία σχηματίζονται από ευκαιριακές σχέσεις, οπορτουνιστικές. Πρόκειται, ως εκ τούτου, για μια κοινωνία υποκατάστασης (Ersatz), ανταλλακτική, χρηστών, στη θέση μιας κοινωνίας που σχηματίζεται από ολοκληρωμένα μέλη, ενσωματωμένα. Χτισμένη εν μέρει από τα κάτω, φαίνεται να έχει κατασκευαστεί με βάση μια ελευθεριακή πληθώρα εναλλακτικών λύσεων, οι οποίες πωλούνται ιδεολογικά σαν να επρόκειτο για ένα μεγάλο λούνα παρκ. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή αντανακλά μόνο την καταστροφική απουσία κοινωνικής τάξης.

H διασπασμένη κοινωνία που κυριαρχεί στο μετα-καπιταλιστικό μεσοδιάστημα δεν έχει κανονιστική νομιμοποίηση – μεταμόρφωσε την ευθύνη ως αυτοσκοπό στις ορθολογικές επιλογές των μελών της ως άτομα, αφήνοντάς τους δίχως οδηγίες χρήσεις, δίχως να τους εκπαιδεύσει στο πως να κάνουν καλές επιλογές. Αν και αυτό μπορεί , και έτσι είναι, να παρουσιάζεται ως απελευθέρωση, στην πραγματικότητα του μετα-καπιταλισμού, ο χώρος των κανόνων και των κοινωνικών θεσμών καταλαμβάνεται από την απληστία και τον φόβο. Και αυτά τα δυο συναισθήματα στη συνέχεια λειτουργούν σαν τελικοί μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου. Μαζί, τροφοδοτούν την»αυτο-εξοικονόμηση» και «αυτο-εμπορευματοποίηση» των ίδιων των ατόμων που αγωνίζονται να διατηρηθούν προσαρμόσιμοι στις απρόβλεπτες μορφές της μεταβολής-εξέλιξης των συνθηκών. Επιδιώκουν, ως εκ τούτου, την αμείλικτη ανταγωνιστική επένδυση της «ευελιξίας» τους και του δικού τους «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Θέλουν να μεγιστοποιήσουν την στάση τους απέναντι στην αξιοκρατία που φαντάζονται πως έχει η «ελεύθερη» αγορά – η οποία είναι, στην πραγματικότητα, ένας κόσμος όπου εκρήγνυνται οι ανισότητες. Η αυτάρκεια μπαίνει στην ημερήσια διάταξη, αν και – και ακριβώς επειδή – μερικοί πιστεύουν πολύ περισσότερο στον «εαυτό» τους, από ό, τι κάποιοι άλλοι. Στον μετα-καπιταλισμό, η απόκτηση του ιδιωτικού κέρδους θα συνεχιστεί, ακόμα και κάτω από τη σκιά της αβεβαιότητας που θα ευδοκιμήσει σε μια κοινωνία που θα σημαδεύεται από την ανομία, με παρακμιακούς θεσμούς, με χαμηλή συνεκτικότητα, με διαδοχικές κρίσεις, που διασχίζεται από συγκρούσεις και τοπικές διαφορές λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένες.

Η μαζική συνεργασία, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, θα λάβουν ώθηση από μια κουλτούρα ανταγωνιστικής κατανάλωσης. Σε μεγάλο μέρος της Ασίας, η συνεργασία αυτή φαίνεται τώρα να βασίζεται σε έναν βαθύ συλλογικό κομφορμισμό. Ωστόσο, θα χρειαστεί επίβλεψη για να προστατευτεί από την ανατροπή της μετα-υλιστικής αλλαγής της αξίας, λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης. Οι ζωές των ατόμων σε αυτό το μετα-καπιταλιστικό μεσοδιάστημα στο οποίο θα κυριαρχίσει το»ο σώζων εαυτόν σωθήτω» θα ακολουθήσει τις προδιαγραφές συμπεριφοράς του νεοφιλελεύθερου δόγματος (Dardot και Laval, 2013). Και αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να καούν στη ρίζα οι βασικές αρχές μιας οικονομίας και μιας επιτυχημένης κοινωνίας.

Όπως γνωρίζετε, η κοινωνική ζωή δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομική ζωή και η οικονομική ζωή δεν είναι δυνατή έξω από μια κοινωνία που την τρέφει. Εδώ ισχύει η δωδέκατη πρόταση του βιβλίου «Η ηθική διάσταση» του Amitai Etzioni (1988, σελ 257.): «Όσο περισσότερο οι άνθρωποι αποδέχονται το νεοκλασικό παράδειγμα ως οδηγό για τη δική τους συμπεριφορά [και όχι απλώς ως μια βολική απολογία του οικονομικού συστήματος της σχέσης του κεφαλαίου], τόσο περισσότερο θα υπονομεύεται η συλλογική ικανότητα να διατηρείται μια οικονομία της αγοράς. » Το μέλλον του καπιταλισμού φαίνεται ζοφερό.

Wolfgang Streeck – 2014 –

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[*1] – Ερευνητής στο Istituto Max-Planck per lo Studio delle Società, Ινστιτούτο για την Μελέτη των Κοινωνιών, με έδρα την Colonia, στην Germania. E-mail: streeck@mpifg.de

[*2] – Αυτό που ακολουθεί είναι μια συμπυκνωμένη και ενημερωμένη έκδοση του πολύ μεγαλύτερου άρθρου που δημοσιεύθηκε στο παρελθόν, το 2014. Δείτε επίσης το επόμενο βιβλίο: «Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός;», που δημοσιεύθηκε από το Verso το Σεπτέμβριο το 2016, «How will capitalism end?».

[*3] -Ο Lawrence «Larry» Summers, επικεφαλής των τεχνικών της βορειοαμερικανικής μηχανής συσσώρευσης κεφαλαίου, στο οικονομικό Φόρουμ του ΔΝΤ το νοέμβριο του 2013 δήλωσε τα εξής: «Αν πάμε πίσω για να μελετήσουμε την οικονομία στα προηγούμενα της κρίσης χρόνια, βλέπουμε κάτι λίγο παράξενο. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η οικονομική πολιτική που τότε ασκούνταν ήταν πολύ ανεκτική. Όλοι συμφωνούν στο γεγονός ότι χρειάζονταν ένας μεγάλος όγκος απερίσκεπτου δανεισμού. Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι ο πλούτος, έτσι όπως τον είχαν ζήσει οι οικογένειες, φαίνονταν μεγαλύτερος από αυτό που πραγματικά ήταν. Πολύ εύκολο χρήμα, πάρα πολλά δάνεια, πολύς πλούτος. Φαίνονταν να υπάρχει μια μεγάλη έκρηξη εκεί! Δεν υπήρχε μεγάλη πίεση προκειμένου να αξιοποιηθούν οι μονάδες, τα επίπεδα ανεργίας δεν ήταν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, ο πληθωρισμός φαίνονταν να είναι εντελώς ήσυχος, κατά κάποιο τρόπο, ακόμη και μια μεγάλη φούσκα δεν έμοιαζε αρκετή για να παράξει κάποια υπέρβαση της συνολικής ζήτησης». Κείμενο διαθέσιμο στο Facebook. https://m.facebook.com/notes/randy-fellmy/transcript-of-larry-summers-speechat-theimf-economic-forum-nov-8-2013/585630634864563

[*4] -Από τότε, το συνολικό χρέος συνέχισε να αυξάνεται. Δείτε την έκθεση του McKinsey Global Institute (2015). Πολύ κεϋνσιανή ρητορική ρίχτηκε στη θάλασσα, προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με αυτή την ανάπτυξη, ακόμη και αν το χρέος δεν είναι ακριβώς κεϋνσιανού τύπου, όπως έχει συσσωρευτεί εδώ και δεκαετίες.

[*5] – Στα αγγλικά: “quantitative easing”.

[*6] -Ο Paul Krugman, ο ιδεολόγος που προτιμάται από τον κεϋνσιανισμό της κεντροαριστεράς, είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Σχολιάζοντας στην εφημερίδα New York Times (16/11/2013) τα »λόγια» του Summers για την « κοσμική στασιμότητα » (βλέπε σημείωση [* 2]), αρχίζει παραφράζοντας τον Keynes. Εδώ είναι τι είπε:»Όλη η δαπάνη είναι καλή, στη συνέχεια, αν η δαπάνη είναι παραγωγική, είναι ακόμα καλύτερα, αλλά μια μη παραγωγική δαπάνη είναι καλύτερη από το τίποτα». Από τα ανωτέρω προκύπτει η δήλωση σύμφωνα με την οποία»οι ιδιωτικές δαπάνες, ακόμη και αν είναι εν μέρει ή εντελώς μια σπατάλη,» ακόμα κι έτσι μπορεί να είναι «κάτι καλό». Για να τονίσει αυτή τη δήλωση, ο Krugman πρόσθεσε,»ας υποθέσουμε ότι οι αμερικανικές εταιρείες, που σήμερα κάθονται επάνω σε ένα τεράστιο βουνό από χρήματα, έχουν κατά κάποιο τρόπο την πεποίθηση ότι θα ήταν μια εξαιρετική ιδέα να μετατρέψουν όλους τους υπαλλήλους τους σε cyborgs, εξοπλισμένους με Google Glass και έξυπνα ρολόγια. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι τρία χρόνια αργότερα έρχονται να συνειδητοποιήσουν ότι στην πραγματικότητα δεν θα κερδίσουν κανένα ουσιαστικό κέρδος από όλες αυτές τις δαπάνες. Παρ ‘όλα αυτά, η έκρηξη των επενδύσεων που θα έχει παραχθεί, θα έχει δώσει αρκετά χρόνια αυξημένης απασχόλησης, χωρίς πραγματική σπατάλη, δεδομένου ότι οι πόροι που θα έχουν χρησιμοποιηθεί , σε αντίθετη περίπτωση, θα είχαν μείνει αχρησιμοποίητοι».
Όσον αφορά τις φούσκες, λέει: «Τώρα ξέρουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη που έλαβε χώρα μεταξύ του 2003 και του 2007 οδηγήθηκε, σπρώχθηκε από μια φούσκα. Μπορούμε, επίσης, να πούμε το ίδιο και για την τελευταία περίοδο ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990, μπορούμε επίσης να πούμε πραγματικά το ίδιο για τα τελευταία χρόνια της ανάπτυξης Ρήγκαν, που παράχθηκε από μια απόδραση από τα ινστιτούτα των ταμιευτηρίων, και δημιούργησε μια μεγάλη φούσκα στον τομέα των εμπορικών ακινήτων … ».
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Κρούγκμαν, έχουν «μερικές ριζικές επιπτώσεις», ανάμεσα στις οποίες, σύμφωνα  επίσης με τον Summers, συμπεριλαμβάνεται η εξής:»πολλά από αυτά που θα μπορούσαν να έχουν γίνει για να αποφευχθεί μια μελλοντική κρίση θα ήταν αντιπαραγωγικά» μπροστά στις νέες συνθήκες. Μία άλλη επίπτωση θα ήταν η εξής: «ακόμα και μια βελτίωση του δημοσιονομικού κανονισμού δεν θα είναι απαραιτήτως ένα καλό πράγμα», δεδομένου ότι «θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα ανεύθυνα δάνεια, τα οποία δικαιολογούνται όταν κάποιος μεγαλύτερος όγκος δαπανών γίνεται καλός για την οικονομία. » Επιπλέον, θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον «για την ανοικοδόμηση του νομισματικού μας συστήματος στο σύνολό του – ας πούμε, με την εξάλειψη των χαρτονομισμάτων και πληρώνοντας αρνητικά επιτόκια για τις καταθέσεις», κλπ ..
Κείμενο διαθέσιμο εδώ: http://krugman.blogs.nytimes.com/2013/11/16/secular-stagnation-coalminesbubbles-and-larry-summers/?_r=0

[*7] – Ο Uber προσφέρει ένα καλό παράδειγμα της εξέλιξης των συνθηκών απασχόλησης. Βλέπε, για παράδειγμα, το άρθρο «»Rising Economic Insecurity Tied to Decades – Long Trend in Employment Practices», στην The New York Times της 12ης Ιουλίου 2015. Σύμφωνα με την αναφερόμενη έκθεση, πάνω από 160.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ εξαρτώνται μόνο από την ber με σκοπό την ύπαρξής τους, από αυτούς, μόνο 4.000 ήταν τακτικοί υπάλληλοι.
http://www.nytimes.com/2015/07/13/business/rising-economic-insecurity-tied-todecades-long-trend-in-employment-practices.html?smid=li-share&_r=0

[*8] – Randall Collins, The end of middle-class work: no more escapes, p. 37-69. In: Wallerstein et al, 2013.

[*9] – Ένα θεωρητικό τέχνασμα που χρησιμοποιείται συχνά για να ελαχιστοποιηθεί το μέγεθος της κρίσης της ανάπτυξης, ιδιαίτερα εκείνης που ακολούθησε την οικονομική κατάρρευση του 2008, συνίσταται στο να υποδεικνύουμε τους λεγόμενους BRICS (μια ένωση που σχηματίζεται από τη Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), σαν τα μελλοντικά κέντρα ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, ωστόσο, ότι η ετικέτα BRICS εφευρέθηκε από έναν πωλητή τίτλων της Goldman Sachs, στις αρχές του 2000, σαν ένα εμπορικό σήμα για ένα νέο ταμείο επενδύσεων. Εν τω μεταξύ, όμως, αυτές οι πέντε αυτές χώρες έχουν αποτύχει να συμβάλουν στον συνολικό συντονισμό της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν σε θέση να αρχίσουν να αναλαμβάνουν τις ευθύνες των ΗΠΑ – ηγεμονική χώρα σε φθίνουσα πορεία που έδρασε όλο και πιο ανεύθυνα. Και αυτές οι χώρες, παρεμπιπτόντως, μπήκαν σε κρίση, ακόμη και η Κίνα έχει βιώσει δυσκολίες δεδομένου ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης μειώνονται, οι τιμές των μετοχών πέφτουν, το χρέος αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και υπάρχει μια αύξηση της συστημικής διαφθοράς.

[*10] -Σύμφωνα με τους New York Times, «λιγότερες από 400 οικογένειες» ήταν «υπεύθυνες για σχεδόν το ήμισυ των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία του 2016, μια συγκέντρωση πολιτικών δωρητών που δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία χρόνια.» Στο τέλος του ιουλίου του προεκλογικού χρόνου 2015, οι συνολικές συνεισφορές της εκστρατείας ανήλθαν σε 388 εκατομμύρια $. Δείτε το άρθρο «Μικρή πισίνα με πλούσιους δωρητές κυριαρχεί στις εκλογικές παροχές», The New York Times 1 Αυγούστου, 2015, «Small pool of rich donors dominates election giving».
http://www.nytimes.com/2015/08/02/us/small-pool-of-rich-donors-dominateselection-giving.html?_r=0

[*11] – Αξίζει να σημειωθεί ότι η στασιμότητα είναι μια ασθένεια τουλάχιστον εξίσου σοβαρή όσο και οι άλλες που αναφέρονται. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι το αυξανόμενο πλεόνασμα του πληθυσμού στις πλούσιες καπιταλιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς, δεν θα έχουν την ευκαιρία να καλύψουν τη διαφορά για το φθίνον – σύνολο – από εκείνους οι οποίοι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Το ίδιο ισχύει και για την χαμένη γενιά και για εκείνους που φιλοδοξούν να γίνουν μέλη των μεσαίων τάξεων στα εδάφη, στις περιοχές που βρίσκονται σε ανάπτυξη και κυβερνώνται – ή δεν κυβερνώνται – από Κράτη σε κατάσταση πτώχευσης. Ο καπιταλισμός, όπως ξέρουμε, βασίζεται κυρίως στην ελπίδα για μια καλύτερη ζωή στο μέλλον. Έχει αυτό από κοινού με τον χριστιανισμό. Η πίστη στον καπιταλισμό και στο χρηματοπιστωτικό του σύστημα εξαρτάται, επίσης, πέρα από την «ατελείωτη ανάπτυξη», και από άλλες υποσχέσεις όπως οι αβλαβείς εξωτερικές επιδράσεις, οι παγκόσμιες αρμοδιότητες, οι συνεχείς αυξήσεις της παραγωγικότητας, η ανεξάντλητη ζήτηση, η ακόρεστη κατανάλωση .. . και η βιωσιμότητα των βουνών του χρέους. Καμία από αυτές τις υποσχέσεις πραγματοποιείται στον πραγματικό κόσμο.
http://uklife.org/2015/01/15/promises/

[*12] – Για τους μισθούς των διευθυντών, συμβουλευτείτε Neckel (2014), θα πρέπει επίσης να εξεταστεί ο επαγγελματικός αθλητισμός, μια δραστηριότητα που κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει μια μεγάλη παγκόσμια βιομηχανία και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από τις διαφημίσεις για τα καταναλωτικά αγαθά. Μπορεί να υποτεθεί με κάποια βεβαιότητα ότι μεταξύ των κύριων δραστηριοτήτων της, όπως είναι το κολύμπι και ο κλασικός αθλητισμός, αλλά και η ποδηλασία, οι κύριοι ανταγωνιστές συνήθως χρησιμοποιούν υπηρεσίες από ειδικούς στον τομέα των υπερ-αποδόσεων, που χρησιμοποιούν παράνομες μεθόδους.

[*13] – Frankfurter Allgemeine Zeitung, 29 de junho, 2015.

[*14] – Ο Eric Holder, για να ασκήσει την εντολή του ως γενικός εισαγγελέας στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ 2008 και 2014, προσωρινά απομακρύνθηκε από ένα δικηγορικό γραφείο που συνήθιζε να εκπροσωπεί τις επιχειρήσεις της Wall Street. Πριν από την ανάληψη αυτής της θέσης, κέρδιζε περίπου $ 2.5 εκατομμύρια το χρόνο. Το 2015, επέστρεψε στη θέση του στο ίδιο δικηγορικό γραφείο. Δείτε: «Eric Holder, Wall Street Double Agent, comes in from de cold» , στο «Rolling Stone», 8 Ιουλίου 2015.
http://www.rollingstone.com/politics/news/eric-holder-wall-street-double-agentcomes-in-from-the-cold-20150708
Είναι προφανές ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα που διόρισε τον Holder, έλαβε το εν τρίτο, ίσως και τα μισά των εισφορών για την προεκλογική εκστρατεία του για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών από την χρηματοπιστωτική βιομηχανία.

[*15] – Για να καταλάβουμε το μέγεθος, θα πρέπει να θυμόμαστε τη νομική δράση των εισαγγελέων των ΗΠΑ εναντίον της FIFA, η οποία, με τεράστια δημοσιότητα, δικάστηκε στις αρχές του 2015 για διαφθορά. Τα έσοδα της FIFA στα έξι χρόνια του θέματος που μας απασχολεί ήταν περίπου 5 δισεκατομμύρια $, εκ των οποίων ίσως ένα δισεκατομμύριο είχε χρησιμοποιηθεί παράνομα (αν και ακόμα το ακριβές ποσό της διαφθοράς δεν είναι γνωστό). Το ποσό αυτό είναι ίσο με το 1% της αξίας που καταβλήθηκε από τις τράπεζες των ΗΠΑ για να απελευθερωθούν από την ποινική δίωξη.

[*16] – Gibbon (1993 [1776]), volume 3, σ. 218.

[*17] – Όπως λέει ο ίδιος στο έργο του «Prison Notebooks, Τετράδια από την φυλακή»: «Η κρίση συνίσταται στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί.»

[*18] – Λέει: «… Σε αυτό το μεσοδιάστημα, θα συμβούν τα πιο ποικίλα νοσηρά φαινόμενα.»

[19] – Ομοίως, να δούμε αυτό που γράφει ο Calhoun στο άρθρο του για το εξαιρετικό βιβλίο του Wallerstein και άλλων (2013).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ:

Bowman, A., Erturk, I., Froud, J., Johal, S., Law, J., Leaver, A., Moran, M. and Williams, K. – The End of the Experiment. Manchester: Manchester University Press, 2014.
Dardot, P. and Laval, C. – The New Way of the World: On Neo-Liberal Society. London and NY: Verso, 2013.
Dunn, J. – Setting the People Free: The Story of Democracy. London: Atlantik Books, 2005.
Etzioni, A. – The Moral Dimension: Toward a New Economics. New York: The Free Press, 1988.
Foucault, M. – The birth of biopolitics: lectures at the College de France, 1978–1979. London: Palgrave Macmillan, 2008.
Gerth, H. and Mills, C. W. – Character and social structure: the psychology of social institutions. New York: Harcourt, Brace, 1953.
Gibbon, E. – The decline and fall of the Roman Empire. Three Volumes. New York: Alfred A. Knopf, 1993 [1776].
Lockwood, D. – Social integration and system Integration. In: Zollschan, G. K. and Hirsch, W. (eds) Explorations in Social Change. London: Houghton Mifflin, 1964, pp. 244– 257.
Mandeville, B. – The fable of the bees: or, Private Vices, Public Benefits. Indianapolis: Liberty Fund, 1988 [1714].
McKinsey Global Institute – Debt and (Not Much) Deleveraging. London, San Francisco, Shanghai: McKinsey & Company, 2015.
Neckel, S. – Oligarchische Ungleichheit. Winner-take-all-Positionen in der (obersten)
Oberschicht. WestEnd. In: Neue Zeitschrift für Sozialforschung, 20, 2014, p. 51–63.
Offe, Claus – Governance: “Empty Signifier” oder sozialwissenschaftliches Forschungsprogramm? In: Schuppert, G. F. and Zürn, M. (eds) Governance in
einer sich wandelnden Welt. Politische Vierteljahresschrift, Sonderheft, Bd. 41, 2008, p. 61–76.
Smith, A. – An inquiry into the nature and causes of the wealth of nations. Oxford and New York: Oxford University Press, (1993 [1776]).
Streeck, W. – How Will Capitalism End? New Left Review, vol. 87, 2014, p. 35–64.
Wallerstein, I., Collins, R., Mann, M., Derluguian, G. and Calhoun, C. – Does Capitalism Have a Future? Oxford: Oxford University Press, 2013

πηγή: Economia e Complexidade

θεωρία, teoria

Μεταξύ Λένιν και Φανόν. Για μια »κριτική θεωρία» του παρόντος – Tra Lenin e Fanon. Per una “teoria critica” del presente.

Ουλρίκε Μάινχοφ, Μια ζωή για την Επανάσταση, Raf θεωρία και πράξη του αστικού ανταρτοπόλεμου

 

της Giulia Bausano

Η περίσταση της επαναδημοσίευσης μιας συλλογής κάποιων γραπτών της RAF[1] υπήρξε η επέτειος των σαράντα χρόνων από την δολοφονία της Ulrike Meinhof, που σκοτώθηκε στην φυλακή του Stammhein στις 9 μαίου 1976. H πρόθεση όμως αυτής της εργασίας δεν ήταν ούτε εορταστική, ούτε μοναχά για να την μνημονεύσουμε, θεωρώντας πως η μνήμη δεν μπορεί παρά να συνίσταται σε μιαν ανάκτηση, από πλευράς της σύγχρονης γενιάς επαναστατών αγωνιστών,  όλων αυτών από την εμπειρία της RAF που μοιάζουν να έχουν κάτι σημαντικό να μας πουν στο τρέχον σενάριο. Ως εκ τούτου με την παρουσία των κειμένων προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε και να στοχαστούμε επάνω σε κάποιες παραδοχές και εικασίες της RAF οι οποίες, σύμφωνα με εμάς, βρήκαν επιβεβαίωση μέσα στην πραγματικότητα στην οποίαν ζούμε: στην σημερινή δηλαδή ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού. 

Ανακεφαλαιώνοντας, οι θεωρητικές και πρακτικές απόψεις της RAF, που φαίνονται σε εμάς να έχουν βρει γόνιμη ανάδραση μέσα στο τρέχον ιστορικό περιβάλλον, είναι:

–          η έκλειψη της διάστασης του κράτους έθνους και η εκ των πραγμάτων διεθνοποίηση κάθε πολιτικής διάστασης

–          η ανάπτυξη της  τάσης προς τον πόλεμο σαν κεντρικό στοιχείο της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής φάσης 

–          Oι μετασχηματισμοί που έχουν επηρεάσει την ταξική σύνθεση μέσα στην καρδιά του ιμπεριαλιστικού συστήματος  τείνουν να επιβεβαιώσουν πως η προσοχή, και συνεπώς η κεντρικότητα, που τέθηκε από την Raf για τις »μάζες δίχως όψη»έχει πλήρως συλλάβει  αυτό που η μοίρα προόριζε στις εξαρτώμενες-υποδεέστερες κοινωνικές τάξεις.  Σήμερα, αυτό που στα χρόνια  70 του Εννιακόσια μπορούσε να μοιάζει ακόμη σαν μια εξαίρεση  (προκαλώντας συχνά στην Raf κατηγορίες εσκεμμένου μειοψηφισμού και εξτρεμισμού) φαίνεται  να καθίσταται, μέσα από μια καταρρακτώδη διαδικασία, ο κανόνας. 

 

Το τελευταίο μέρος της εισαγωγής, που στέκεται επάνω σε μιαν μεθοδολογική πτυχή της θεωρίας της RAF και σήμερα φαίνεται να προσφέρει ενδιαφέρουσες πολιτικές προτάσεις, αντιπροσωπεύει την προσπάθεια να συνεχιστεί η πολιτική επεξεργασία που προσπαθήσαμε να προωθήσουμε αυτά τα χρόνια  [2], εμβαθύνοντας την ανάλυση της λενινιάνας στρατηγικής σκέψης σαν θεμελιώδες πολιτικό εργαλείο για τις σημερινές πρωτοπορίες, την ανάλυση των μετασχηματισμών της μορφής του κράτους που είναι συνδεδεμένες στους μετασχηματισμούς της μορφής του πολέμου, και εκείνων που υπέστη η κοινωνική σύνθεση και ο στοχασμός  σχετικά με την απαραίτητη επανεξέταση  του πλαισίου της κομουνιστικής θεωρίας της πολιτικής οργάνωσης.  Το τελευταίο κεφάλαιο της εισαγωγής έχει τον τίτλο   “Lenin και Fanon” :  σε αυτό τίθεται σαν κεντρική μια πιθανή διασταύρωση μεταξύ της στρατηγικής λενινιάνας σκέψης και των αναλύσεων επάνω στην αποικιοκρατία που έγιναν από τον Frantz Fanon, και αυτό ξεκινώντας ακριβώς από κάποιες διαισθήσεις-απόψεις της RAF που φαίνεται να επιβεβαιώνονται από το τρέχον σενάριο του παγκόσμιου και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από την εξάλειψη των άκαμπτων συνόρων ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο κόσμο και από τον επανακαθορισμό ενός μοντέλου νεοαποικιακού τύπου και στο εσωτερικό των δυτικών μητροπόλεων. Καθορίσαμε με τον όρο του νεοαποικιακού μοντέλου τον κρατικό μετασχηματισμό που η ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, κατά την γνώμη μας, επεκτείνει σε ολόκληρο τον πλανήτη, εξαλείφοντας τα παραδοσιακά σύνορα ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, τον λεγόμενο πρώτο κόσμο, και τις αποικισμένες χώρες, τον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Ένα τέτοιο πολιτικό μοντέλο είναι ο καρπός των οικονομικών μετασχηματισμών που ορίστηκαν σαν παγκόσμια φάση του καπιταλισμού:

Μέσα στο μεγάλο παιχνίδι του παγκόσμιου καπιταλισμού ένα από τα αποφασιστικά διακυβεύματα είναι η συνεχής δημιουργία παραγωγών  χαμηλού κόστους σε θέση τέτοια ώστε να μην κάνουν ζημιά, που για το management του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού πολύ πεζά σημαίνει την πρόληψη της εμφάνισης οποιασδήποτε μορφής οργανωμένης αντίστασης  από πλευράς των υφισταμένων, των από κάτω.  Είναι μέσα σε αυτό τον στρατηγικό στόχο που, τότε, γίνεται δυνατό να εξεταστεί η συζήτηση επάνω στο “αποικιακό μοντέλο”. Πρόκειται όμως, πέρα απ’ το παράδοξο, για μιαν αποικιοκρατία δίχως αποικίες εξωτερικές και κατά βάθος στερημένη από  τις εδαφικές ιδιαιτερότητες της και είναι μέσα σε αυτή την προοπτική που οι περιφέρειες των παγκόσμιων μητροπόλεων καθίστανται μια από τις πολλές  “εσωτερικές αποικίες” εκ των οποίων ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει χωρίς. Είναι μέσα σε αυτό το παγκόσμιο σενάριο που επεισόδια όπως η εξέγερση της banlieue, [των γαλλικών προαστίων] επιτρέπουν να συγκρίνουμε εκ νέου τις δια του λόγου εντολές που, στα τέλη των χρόνων Εβδομήντα του περασμένου αιώνα είχαν ξεκινήσει να παράγονται. (…)

Μέσα σε αυτό το  νέο παράδειγμα είναι δυνατό να φανταστούμε τον πληθυσμό διαχωρισμένο στο εσωτερικό δυο ευθειών, μια που κινείται οριζόντια και η άλλη που τρέχει καθέτως, παράγοντας ένα κοινωνικό μοντέλο που φαίνεται να ακολουθεί πλήρως τις ιδέες του Foucault από την μια, τις αναλύσεις της RAF από την άλλη. Στον οριζόντιο άξονα κατανέμονται εκείνες οι ποσοστώσεις του πληθυσμού των οποίων το μέλλον ταλαντεύεται μεταξύ εργασιών του ποδαριού, επισφαλών και ευέλικτων χαμηλού προφίλ ή σε συνεχείς επιδρομές στα πλαίσια των άτυπων ή/και παράνομων οικονομιών.  Δίοδοι που καθορίζονται από απλές συγκυρίες τόσο »δομικές» (μεγαλύτερη ή μικρότερη ζήτηση για εργασίες χαμηλού προφίλ), όσο και  “ατομικές” (ευκαιρίες που προσφέρονται περιστασιακά από ένα από τα πολλά κομμάτια των άτυπων οικονομιών). Αυτοί οι άνθρωποι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορούν να φιλοδοξούν σε μιαν  “αξιοπρεπή” ύπαρξη στην υπηρεσία κάποιου ιδιώτη ή δημόσιου, ατόμου ή συλλογικού, »λευκού» αφεντικού και όσο είναι υπηρέτες θλιβεροί και πιστοί δεν θα συναντήσουν πολλές αναποδιές αλλά, όπως στο βικτοριανό Λονδίνο, θα μπορούν πάντα να υπολογίζουν στην καλοσύνη του αφεντικού που δεν θα τους αρνηθεί τα ενδύματα, παλιά αλλά ακόμη σε καλή κατάσταση.  Διαφορετικές οι ζωές και οι ευκαιρίες για εκείνους  των οποίων οι υπάρξεις είναι τοποθετημένες στον άξονα που τρέχει καθέτως, ο κόσμος των “λευκών”. Πολύπλοκος όχι ομοιογενής, όπου οι θέσεις του εισοδήματος, κύρους και εξουσίας είναι αντικείμενο μιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης ψυχαναγκαστικής και ο αγώνας για την ατομική επικράτηση άγριος, χωρίς ενδοιασμούς και αδιάκοπος αλλά, και αυτός είναι ο πυρήνας του ζητήματος, με κάτι τις που τις κάνει να μοιάζουν και τις καθιστά συναφείς: οι εφικτές είναι, αν όχι απεριόριστες, αρκετές και πάντα μέσα σε ένα κοινωνικό “τρόπο ζωής, στυλ” χωρίς αποκλεισμούς και αξιοσέβαστο. Σίγουρα, κατά κάποιον τρόπο, ευελιξία, ανασφάλεια και «έλλειψη βεβαιότητας» είναι επίσης το υπόβαθρο της ζωής πολλών «λευκών»αλλά, εάν για τους »μαύρους» η κοινωνία της αβεβαιότητας είναι μόνο ένας εφιάλτης, για τους »λευκούς» φαίνεται να είναι  περισσότερο μια περιπέτεια όπου η ισορροπία ανάμεσα στους κινδύνους και τα οφέλη είναι όλα υπέρ των τελευταίων.  Για τους “λευκούς”, στην χειρότερη των περιπτώσεων, όλα επιλύονται μέσα σε επικίνδυνα εικονικά και συμβολικά άλματα και επί πλέον με ισχυρά δίκτυα ασφαλείας στο παρασκήνιο; για τους “μαύρους” τα άλματα είναι εξίσου θανατηφόρα αλλά δραστικώς πραγματικά, υλικά και δίχως κανένα προστατευτικό δίχτυ. Αντικειμενικά το σενάριο τείνει να καθιστά τους δυο κόσμους σε τέτοιο σημείο μακρινούς τον έναν από τον άλλο και απροσμέτρητους ώστε το τοπίο των παγκόσμιων μητροπόλεων, περισσότερο από ότι στα  υπερ – ή μετα – μοντέρνα σενάρια φαίνεται να αναφέρεται στη νέα έκδοση, στο remake, επιτυχές, των “αποικιακών κόσμων”.

 

Ως εκ τούτου από την μια ο Lenin, και από την άλλη ο Fanon, οι πιο ένθερμοι ερμηνευτές του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας στο φως του ιστορικού διαλεκτικού υλισμού, φαίνονται πως μπορούν να παράσχουν χρήσιμα εργαλεία για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε σε μια στρατηγική σκέψη στο ύψος των περιστάσεων του παρόντος. Αυτή η υπόθεση, σχετικά με το κατά πόσο είναι γόνιμη η σχέση ανάμεσα στην θεωρία του Λένιν και εκείνη του Φανόν, καθιστά απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε ένα κεντρικό ζήτημα.  Όντως εάν είναι αλήθεια πως η κατάσταση των “μαζών δίχως πρόσωπο”, εξαπλώνεται πέρα από την λεγόμενη γραμμή του χρώματος σε όλους τους υποτελείς ακόμα και των δυτικών μητροπόλεων, πρόκειται για ένα γεγονός αποφασιστικό κατά κάποιο τρόπο.  Αυτή η κατάσταση πράγματι παραπέμπει σε μια σχέση ανάμεσα στις τάξεις που σημαδεύεται όχι πλέον από μια συγκρουσιακή κατάσταση βασισμένη επάνω στην αμοιβαία αναγνώριση, αλλά επάνω σε μια ριζική διαφορετικότητα. Η έκφραση  “μάζες δίχως όψη”, έχει ως στόχο να δείξει την κατάσταση του αποκλεισμού,  της στέρησης πολιτικής γλώσσας και συνεπώς πολιτικής νομιμοποίησης που οι κυρίαρχες τάξεις προορίζουν για ποσοστά όλο και μεγαλύτερα υποτελών, ακόμη και μέσα σε δυτικά μητροπολιτικά εδάφη. Αυτό θα πει πως σήμερα, εάν συμφωνούμε με αυτή την αναλυτική προοπτική, πρέπει να θεωρηθεί τελειωμένη η διαλεκτική σχέση η βασισμένη στην αμοιβαία αναγνώριση η οποία συνοψίζεται στην περίφημη φράση του Marx σύμφωνα με την οποίαν “ανάμεσα σε ομότιμα δικαιώματα, νικά  η δύναμη”. Αυτή η έκφραση του Marx περιέχεται σε εκείνο το σημείο του Κεφαλαίου όπου παρουσιάζεται με ξεκάθαρο τρόπο ο ιστορικός υλιστικός μετασχηματισμός της διαλεκτικής υπηρέτης-αφεντικό του Χέγκελ, ακριβέστερα στο όγδοο Κεφάλαιο του Πρώτου Βιβλίου του αφιερωμένου στην ανάλυση της εργατικής ημέρας.

 

Γράφει ο Marx:

“Βλέπουμε λοιπόν πως, εκτός από όρια εξ ολοκλήρου ελαστικά, από την φύση της ανταλλαγής των εμπορευμάτων αυτής καθεαυτής δεν βλέπουμε κανένα όριο στην εργατική ημέρα , συνεπώς κανένα όριο στην υπερεργασία. Ο καπιταλιστής, προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν  μακρύτερη την εργατική ημέρα και προσπαθώντας να τις κάνει δυο από μια όταν του είναι δυνατό,  βάζει μπροστά το δικαίωμα του αγοραστή. Από την άλλη η ιδιαίτερη φύση του πουλημένου εμπορεύματος  επιφέρει ένα όριο στην κατανάλωση του από πλευράς αγοραστή, ενώ ο εργάτης, στην προσπάθεια του να περιορίσει την εργατική ημέρα σε ένα σχετικά φυσικό μέγεθος, βάζει εμπρός το δικό του δικαίωμα του πωλητή. Έτσι, εδώ υπάρχει μια αντίφαση, δικαίωμα ενάντια σε δικαίωμα, που σφραγίζονται αμφότερα εξ ίσου από το νόμο ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η ισχύς. Κι έτσι στην ιστορία της καπιταλιστικής παραγωγής  η προσαρμογή της εργάσιμης ημέρας εμφανίζεται ως μια πάλη για τα όρια της εργάσιμης ημέρας, αγώνας ανάμεσα στον καπιταλιστή γενικότερα, δηλαδή την τάξη των καπιταλιστών, και τον εργάτη γενικότερα, δηλαδή την εργατική τάξη.”

 

Σε αυτό το βήμα συμπυκνώνεται η γενική μορφή της σύγκρουσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία μέσα στη φάση εδραίωσης του βιομηχανικού καπιταλισμού στα μέσα του Οκτακόσια. Σε αυτή την διαμόρφωση υπάρχουν προφανώς δυο πόλοι συνδεδεμένοι από μια ένταση: τα ίσα δικαιώματα, και η δύναμη.  Και είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την ανάγνωση και την ερμηνεία αυτής της έντασης που κατασκευάστηκαν οι διάφορες πολιτικές θέσεις στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα  και οι αναθεωρήσεις της μαρξιάνας θεωρίας.  Πέρα από τις παραδοχές και τα αποτελέσματα τους, είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως όλες αυτές οι εκ νέου αναγνώσεις και οι ερμηνείες της σχέσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία που σκέφτηκε ο Marx, που παρήχθησαν μέσα στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, ξεκινούν από μια ανάλυση της μορφής κράτος μέσα στο οποίο βρίσκονται να λειτουργούν, καθώς και την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των διαφόρων κρατών.

 

Δεν είναι τυχαίο πως μέσα στην εσωτερική συζήτηση στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, στην γερμανική σοσιαλδημοκρατία, τόσο ο ρεφορμισμός του Κάουτσκι, όσο και ο ρεβιζιονισμός του Bernstein παίρνει τις κινήσεις από μια επανεξέταση της antinomic σχέσης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας . O κεντρισμός του Kautsky, που οδηγεί την γερμανική σοσιαλδημοκρατία μετξύ των χρόνων ’70 και ’80 του XIX αιώνα, ερμηνεύει ντετερμινιστικά-προσδιορισμικά την διαλεκτική του ιστορικού υλισμού, φτάνοντας στην πραγματικότητα να υποστηρίξει το τέλος του καπιταλισμού και την έλευση του σοσιαλισμού σαν σιωπηρή έκβαση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, αναγιγνώσκοντας δηλαδή την ιστορία σαν μια εξελικτική γραμμική διαδικασία. Η ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Γερμανία εκείνα τα χρόνια, μαζί με την πρώτη σοβαρή κρίση του καπιταλισμού, αυξάνουν αυτές τις πεποιθήσεις. Πρακτική συνέπεια αυτής της θέσης είναι πως η σοσιαλδημοκρατία δεν θα πρέπει να οργανώσει την επανάσταση, μα να οργανωθεί για την επανάσταση, αυτή η τελευταία εννοούμενη σαν μια αντικειμενική έκβαση και όχι το προϊόν της δράσης μιας υποκειμενικότητας. Εκ των πραγμάτων αυτό σημαίνει πως η σοσιαλδημοκρατία, σύμφωνα με τον Kautsky, απλά πρέπει να επιστρατευτεί στο να σπρώξει προς τα εμπρός τις μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στην πραγματοποίηση αυτού του περάσματος: συνεπώς η μαρξιάνα δήλωση “μεταξύ ίσων δικαιωμάτων αποφασίζει η δύναμη”, ερμηνεύεται καθιστώντας την δύναμη μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό του δικαιώματος: η δύναμη καθίσταται δηλαδή νομική ισχύς με την οποίαν το Κεφάλαιο και η Εργασία μάχονται μέσα στα σύνορα του κράτους, και πως δεν είναι πλέον μηχανισμός κυριαρχίας των κυρίαρχων τάξεων, αλλά ουδέτερο πεδίο μάχης μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι.

ο Bernstein, αντιθέτως, χτίζει τον ρεβιζιονισμό του μέσα στα χρόνια ’90, σε μια στιγμή κατά την οποίαν η καπιταλιστική κρίση που ξεκίνησε στα 1873 φαίνεται να έχει επιλυθεί, χάρη στην ικανότητα του Καπιταλισμού να αναδιαρθρωθεί, σε αυτή την περίπτωση μέσα από την δημιουργία μονοπωλίων και τα εγκαίνια της πλήρως ιμπεριαλιστικής του φάσης. Και ο Bernstein – αμφισβητώντας την μεσσιανική αποκάλυψη  που θα είχε καταλάβει το εργατικό κίνημα καταδικάζοντας το σε μια κενή επαναστατική φρασεολογία, που πάντως είχε διαψευστεί από το ότι δεν ακολούθησε την κρίση η επανάσταση  – έρχεται να απορρίψει την επανάσταση σαν σκοπό και στόχο των σοσιαλιστικών κινημάτων,  μειώνοντας τον μαρξισμό σε ένα απλό κριτήριο της ιστορικής ερμηνείας. Επομένως, για τον ρεβιζιονιστή Bernstein, η ανάπτυξη του καπιταλισμού περιέχει μέσα της το ξεπέρασμα του, όχι με την επαναστατική έννοια, μα προοδευτική : την ανάπτυξη της πολιτικής ισότητας, μέσω καθολικής ψηφοφορίας και η μαζική δημοκρατία, θα είχε απορροφήσει σταδιακά τις οικονομικές και ταξικές ανισότητες. Καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας ήταν επομένως εκείνο να βοηθήσει την δημοκρατική διαδικασία, στοχεύοντας στην δική της κοινοβουλευτική ανάπτυξη. Ο Bernstein ως εκ τούτου, προσδιορίζει την δύναμη σε θέση να αποφασίζει μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων, με την ίδια ιστορική διαδικασία, με την οποίαν, εκ των πραγμάτων, η μορφή του κράτους έρχεται να συμπέσει τελείως.  Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο ότι αυτός που επιζητεί να εξαγνίσει τον μαρξισμό από εκείνο τον διαλεκτικό χαρακτήρα που θα τον καθιστούσε δογματικό σαν να έπασχε από θεωρητικό απριορισμό Χεγκελικής μήτρας, έρχεται σε μια μορφή ιστορικού δικαιολογισμού όχι πολύ διαφορετικού από εκείνον της Χεγκελιάνας δεξιάς.

 

H λενινιστική υπόθεση, αντιθέτως θα χτιστεί επάνω στη συγκεκριμένη ανάλυση της νέας ιμπεριαλιστικής φάσης του καπιταλισμού, κατανοητή ως αναπόφευκτα προορισμένη να παράξει τον πόλεμο και ως εκ τούτου επάνω στην δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης, μέσα από την χρήση της δύναμης, που ακριβώς μέσα στον πόλεμο θα καταστεί δυνατή : μια ρήξη που καθίσταται δυνατή οργανώνοντας εκείνο το μέρος της εργατικής τάξης το οποίο, δυνάμει της αντικειμενικής θέσης που καταλαμβάνει μέσα στην παραγωγική διαδικασία, δεν συλλαμβάνεται να συναινεί προς τις τάξεις που κυριαρχούν επί αυτής.  Στον Lenin συνεπώς η δύναμη επιστρέφει να είναι ένα αυτόνομο στοιχείο, και η αντινομία μεταξύ των ίσων δικαιωμάτων  που βλέπει να αντιτίθενται Κεφάλαιο και Εργασία, διαβάζεται μέσα στην ριζικά διαλεκτική μορφή της, που τοποθετείται  δηλαδή μέσα στην συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που βρίσκονται αντιμέτωπες με την Πρώτη παγκόσμια ιμπεριαλιστική σύγκρουση.

 

ο Gramsci, θα διαβάσει την ρήξη της κρατικής μηχανής που παράχθηκε στην τσαρική αυτοκρατορία με την Επανάσταση του οκτώβρη σαν ένα γεγονός που δεν μπορεί να αναπαραχθεί στις Χώρες με καπιταλισμό  “πιο προχωρημένο”, όπου “οι ηγεμονικοί μηχανισμοί είναι πολύ δυνατοί για να νικηθούν με έναν πόλεμο του κινήματος” [Quaderni 6,138, Τετράδια].

Είναι ενδιαφέρον να αφιερώσουμε μια στιγμή προσοχής στην γκραμσιάνα έννοια της ηγεμονίας και στη πολύ στενή της σύνδεση με την ανάλυση εκείνου του φαινομένου που παράγεται, στις αρχές του XX αιώνα, στα ευρωπαϊκά έθνη που κυβερνώνται από φιλελεύθερα συστήματα:  δηλαδή την κρίση του φιλελευθερισμού, που καθορίστηκε από την έλευση της μαζικής κοινωνίας.

Ο Γκράμσι, σε μιαν παράγραφο των Τετραδίων, με τίτλο  Oργάνωση των εθνικών κοινωνιών, γράφει:

 

Παρατήρησα πως σε μιαν καθορισμένη εταιρεία κανείς δεν είναι ανοργάνωτος και δίχως κόμμα, με την προϋπόθεση πως εννοούμε οργάνωση και κόμμα με την ευρεία έννοια κι όχι τυπική. Σε αυτή την πολλαπλότητα των συγκεκριμένων εταιρειών, διττού χαρακτήρα, φυσικών και συμβατικών ή εθελοντικών, μια ή περισσότερες επικρατούν σχετικά ή απόλυτα, σχηματίζοντας τον ηγεμονικό μηχανισμό μιας κοινωνικής ομάδας επί του υπολοίπου του πληθυσμού (ή κοινωνίας των πολιτών), βάση του Κράτους εννοούμενη στενά σαν μηχανισμός κυβερνητικός-καταναγκαστικός. Συμβαίνει πάντα πως τα απλά πρόσωπα, οι ιδιώτες, να ανήκουν σε περισσότερες από μια ιδιαίτερες  εταιρείες και συχνά σε εταιρείες που ουσιαστικά βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Μια ολοκληρωτική πολιτική τείνει να: 1) επιτυγχάνει πως τα μέλη ενός συγκεκριμένου κόμματος να βρίσκουν μόνο σε αυτό το κόμμα όλες τις ικανοποιήσεις που νωρίτερα έβρισκαν σε μια πολλαπλότητα οργανώσεων, δηλαδή να διαρρηγνύει όλα τα νήματα που συνδέουν αυτά τα μέλη με ξένους πολιτιστικούς οργανισμούς; 2) να καταστρέφει όλες τις άλλες οργανώσεις ή να τις ενσωματώνει μέσα σε ένα σύστημα του οποίου το κόμμα να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής. Αυτό συμβαίνει: 1) όταν το κόμμα για το οποίο μιλάμε είναι φορέας μιας νέας κουλτούρας μέσα σε μια προοδευτική φάση; 2) όταν το συγκεκριμένο κόμμα θέλει να εμποδίσει μια άλλη δύναμη, φορέας νέας κουλτούρας, να γίνει αυτή «ολοκληρωτική»; και βρισκόμαστε μέσα σε μια φάση αντικειμενικά οπισθοδρομική και αντιδραστική, αν και η αντίδραση (όπως συμβαίνει πάντα) δεν ομολογεί τον εαυτό της και προσπαθεί να μοιάσει αυτή με κομιστή νέας κουλτούρας.

 

Πρέπει να σημειώσουμε πως σύμφωνα με τον Gramsci, η έλευση της μαζικής κοινωνίας, με την ένταξη των μαζών μέσα στο Κράτος σαν αναγκαιότητα από πλευράς της κρατικής εξουσίας, δηλαδή των κυρίαρχων αστικών τάξεων, να συλλάβουν την συναίνεση των υποτελών τάξεων, εξ αιτίας του νέου παραγωγικού ρόλου αυτών των τελευταίων, θα μετέτρεπε την σχέση ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία, συμπυκνωμένη στην μαρξιάνα διαβεβαίωση »μεταξύ ίσων δικαιωμάτων, αποφασίζει η ισχύς», μέσω μιας άνευ προηγουμένου συγχώνευσης της έννοιας του δικαίου και της δύναμης , μια συγχώνευση που ο Γκράμσι ορίζει με την κατηγορία της ηγεμονίας.

H ηγεμονία είναι μια κατηγορία που οδηγεί τον Gramsci να ξαναδιαβάσει και την έννοια της μαρξιάνας ιδεολογίας: η μαρξιάνα δήλωση σύμφωνα με την οποίαν οι κυρίαρχες ιδέες θα ήταν πάντοτε οι ιδέες των κυρίαρχων τάξεων, έρχεται να μεταμορφωθεί από τον Gramsci και, με αυτό τον τρόπο, η ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις αναλαμβάνει μια δική της αυτονομία μέσα στην ταξική σύγκρουση:

“Μέσα στην ανάπτυξη μιας εθνικής τάξης, δίπλα στην διαδικασία της εκπαίδευσης της στον οικονομικό τομέα, πρέπει να ληφθεί υπ όψη η παράλληλη ανάπτυξη στα πεδία ιδεολογικό, νομικό, θρησκευτικό, πνευματικό, φιλοσοφικό, κλπ : πρέπει ακόμη να πούμε πως δεν υπάρχει ανάπτυξη στον οικονομικό τομέα, δίχως την παράλληλη ανάπτυξη σε αυτά τα άλλα πεδία. Αλλά κάθε κίνηση των »θέσεων» οδηγεί σε κινήσεις των »αντιθέσεων» και [συνεπώς] σε »συνθέσεις»μερικές και προσωρινές.”

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως ο Γκράμσι αναλαμβάνει σαν προτεραιότητα της στρατηγικής σκέψης του το έθνος, εννοώντας την σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις κυρίως σε μιαν εθνική διάσταση και στην συνέχεια σε μια θέση διεθνή. Όλος αυτός ο χώρος αφιερωμένος στην ανάλυση της γκραμσιάνας ερμηνείας των »ίσων δικαιωμάτων και της ισχύος», οφείλεται στο γεγονός πως σήμερα πολύ συχνά η θεωρία της ηγεμονίας τίθεται υπό αμφισβήτηση σαν πιθανό πρότυπο αναφοράς για την οικοδόμηση μιας επαναστατικής στρατηγικής στην παρούσα φάση και όμως, ακριβώς η τελική δύση του ιστορικού ορίζοντα επάνω στον οποίον συλλογίζεται ο Γκράμσι ((το παράδειγμα του κράτους-της κατάστασης που έχει ως στόχο να ενσωματώσει τις μάζες λόγω της οικονομικής αναγκαιότητας), φαίνεται να αποκλείει την πραγματοποίηση της γκραμσιανής θεωρίας στο σημερινό πλαίσιο.

Κλείνουμε την παρένθεση επάνω στον Gramsci, μεταφέροντας ένα τελευταίο πέρασμα-βήμα από τα Τετράδια :

“Και το ζήτημα της λεγόμενης »διαρκούς επανάστασης», έννοιας πολιτικής που ξεπήδησε μέσα στο το 1848, σαν επιστημονική έκφραση του ιακωβινισμού σε μια περίοδο κατά την οποίαν δεν είχαν ακόμα σχηματιστεί τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και τα μεγάλα οικονομικά συνδικάτα και που στην συνέχεια θα απαρτίζει και θα ξεπεραστεί μέσα στην έννοια της »αστικής ηγεμονίας». Το ζήτημα του πολέμου  θέσεων και του πολέμου κίνησης, μαζί με το ζήτημα του αρντιτισμού [ από τους arditi del popolo- τους τολμηρούς του λαού], που είναι συνυφασμένα με την πολιτική επιστήμη: η έννοια, που προέρχεται από το έτος σαράνταοκτώ, του πολέμου κίνησης είναι ακριβώς εκείνη της διαρκούς επανάστασης : ο πόλεμος θέσεων, στην πολιτική είναι η έννοια της ηγεμονίας, που μπορεί να γεννηθεί μόνο μετά την έλευση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, που σημαίνει : οι μεγάλες λαϊκές οργανώσεις μοντέρνου τύπου, έχουν την θέση των »χαρακωμάτων» και των μονίμων οχυρώσεων του πολέμου θέσεων».

Η εξίσωση των μεγάλων λαϊκών οργανώσεων του σύγχρονου τύπου με τα χαρακώματα,  η οποία είναι η παραδειγματική μορφή της οργάνωσης του βιομηχανικής πολέμου μέσα στο έθνος-κράτος που δυνάμει αυτού αναγκάζεται να συμπεριλάβει τις μάζες, μπορεί να εξηγήσει καλύτερα από πολλά λόγια με ποιαν έννοια η γκραμσιάνα ανάγνωση της σχέσης ανάμεσα σε Κεφάλαιο και Εργασία διασχίζει την κατηγορία της ηγεμονίας, πέρα από την πολιτική κρίση που παρέχει όσον αφορά τα χρόνια ’30 του Εννιακόσια όταν και διατυπώθηκε, φαίνεται σήμερα εντελώς ξεπερασμένη.

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε  με ποια έννοια έχουμε επανειλημμένα δηλώσει  πως το παράδειγμα της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας στην τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού φαίνεται να έχει αποτύχει. Έχουμε γράψει πως το νεοαποικιακό μοντέλο φαίνεται να ορίζει έναν κόσμο όπου κυρίαρχη είναι η ριζική διαφορά  μεταξύ κυρίαρχων τάξεων και υποτελών,  όπου μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των υποδεέστερων μαζών δεν υπάρχει πλέον καμία αμοιβαιότητα, καμία αναγνώριση. Αυτό σημαίνει πως σήμερα θα βρισκόμασταν μπροστά στην  αναβίωση με μια νέα ματιά που επεκτείνεται σταδιακά σε ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό υποτελών εκείνου του αποικιακού μοντέλου που προϋπέθετε την υποτίμηση και την άρνηση της ιδιότητας των πολιτών προικισμένων γλωσσικά στους αποικισθέντες.  Μια απ’ τις πιο προφανείς εκδηλώσεις αυτού είναι το τέλος του κρατικού μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας,  del Welfare State. Το κρατικό μοντέλο νέου τύπου που θα χαρακτήριζε την τρέχουσα ιμπεριαλιστική φάση το έχουμε καθορίσει διαμέσου του παραδείγματος του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, όπου ο αποκλεισμένος και ο περιθωριοποιημένος δεν είναι πλέον όπως στην εποχή της αυγής του καπιταλισμού και στη συνέχεια της πρώτης φάσης ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης του το απομεινάρι μιας κοινωνίας που έχει πλέον παρέλθει, αλλά αντιπροσωπεύουν τον τύπο εργατικής δύναμης που αναζητείται από την τρέχουσα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων: μια εντελώς υπάκουη εργατική δύναμη στην εκμετάλλευση και διαθέσιμη just in time. Αυτή η νέα εργατική φιγούρα, η νέα  σύνθεση της τάξης, είναι προφανώς το προϊόν του συστήματος της παραγωγής του παγκόσμιου καπιταλισμού, που πολύ σχηματικά μπορεί να συνοψιστεί σε τρία στοιχεία : ακραιοποίηση της διαδικασίας χρηματιστικοποίησης της οικονομίας, τρίτη τεχνολογική επανάσταση με έναν νέο ρόλο των μηχανημάτων λόγω της μετάβασης από την αυτοματοποίηση στην τεχνολογία της πληροφορίας, και την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών.

 

Η υπόθεση, στην παρούσα ιμπεριαλιστική φάση της ακύρωσης της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας έχει μια σειρά από πολύ εκτεταμένες θεωρητικές επιπτώσεις, τις οποίες σαφώς δεν μπορεί κάποιος να συνοψίσει οργανικά σε μια παρέμβαση αυτού του είδους. Είναι αναμφίβολα μια σημαντική πρόκληση για τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, που θέτει εν αμφιβόλω τις φιλοσοφικές, δυτικές ρίζες του. Και από την άλλη πλευρά εκείνη της διάλυσης και της αντιπαράθεσης των προϋποθέσεων της αστικής δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, σαν ιδεολογική εκδήλωση ενός συγκεκριμένου συστήματος παραγωγής και εκμετάλλευσης, είναι το στοίχημα που ο διαλεκτικός ιστορικός υλισμός προσλαμβάνει από την έναρξή του. Είναι εκείνη η πρόκληση που ο Μαρξ συμπυκνώνει στην περίφημη και ίσως όχι αρκετά ξαναδιαβασμένη ένατη θέση για τον Φόυερμπαχ, και είναι μια πρόκληση που ο ευρωπαϊκός μαρξισμός στην ορθόδοξη εκδοχή του των εθνικών κομουνιστικών κομμάτων της μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εποχής έχει ουσιαστικά χάσει, παραμένοντας παγιδευμένος σε εκείνα τα ίδια φιλοσοφικά ευρωκεντρικά θεμέλια που η μαρξιάνα θεωρία είχε σκοπό και πρόθεση να παραβιάσει [παραμένοντας εκ των πραγμάτων εγκλωβισμένος σε εκείνο που ο Μάρξ αποκαλεί »τον μυστικισμό της διαλεκτικής του Χέγκελ»].

Ως εκ τούτου, εάν ο δείκτης αναγνώρισης (τα ίσα δικαιώματα) μεταξύ Κεφαλαίου και Εργασίας έρχεται να λείψει, εάν δημιουργηθεί ένα παράδειγμα διαφορετικότητας, υποτίμησης, αποκλεισμού των υποτελών τάξεων από πλευράς των κυρίαρχων ελίτ, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον είναι σωστό να μιλάμε ακόμη για τη διαλεκτική, και αν μια τέτοια δήλωση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το θεωρητικό πλαίσιο ερμηνείας του καπιταλισμού που χτίστηκε από τον Μαρξ. Αυτή είναι η πρόκληση, ακόμη και σε φιλοσοφικό επίπεδο – που μια τέτοια ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας περιέχει. Υπάρχουν δύο ενδείξεις που μπορούν να δοθούν για τον σκοπό αυτό και που έχουν να κάνουν αμφότερες με τη θεωρία και την πρακτική της RAF και την εκ νέου ανάγνωση αυτής για το παρόν.

Η πρώτη, είναι η ένδειξη που προέρχεται από την ανάγνωση του Μαρξ,  και θα πρέπει να προσθέσουμε και τον Λένιν, που έγινε από τον Λουί Αλτουσέρ.  Ειδικά στην «Αντίφαση και υπερκαθορισμός», ένα από τα δοκίμια που περιέχονται στο Για τον Μαρξ, ο Αλτουσέρ εισάγει μια θεμελιώδη ερμηνευτική κατηγορία της ιστορικής διαλεκτικής υλιστικής εκείνη για την οποία η ιστορία κινείται προς τα εμπρός πάντα» ξεκινώντας από την κακή πλευρά της». Τι σημαίνει αυτή η δήλωση; Σημαίνει, πάντα απλουστεύοντας εξαιρετικά για λόγους σύνθεσης, πως η διαλεκτική του ιστορικού υλισμού δεν είναι μια κίνηση κλειστή στην σκέψη, μια εννοιολογική κίνηση και ως εκ τούτου ενημερωμένο στη λογική της ταυτότητας,  αλλά είναι ένα κίνημα που ξεκινά από την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας στην οποία οι αντιφάσεις ποτέ δεν είναι απλές, δηλαδή βασίζεται σε εκείνο το φαινόμενο που,  όπως έντονα παρατηρούσε ο Λένιν στις σημειώσεις του στο περιθώριο της ανάγνωσης του Χέγκελ, «είναι πάντα πιο πλούσια από το νόμο». Και είναι γι αυτό τον λόγο που η διαλεκτική του μαρξιάνου υλισμού είναι βαθιά ιστορική. Το γεγονός πως η διαλεκτική ξεκινά από την απτή πραγματικότητα, δηλαδή από  τις συγκεκριμένες υλικές αντιφάσεις της πραγματικότητας, καθορίζει να είναι »η κακή πλευρά», δηλαδή η »μη αναγνωρισμένη»πλευρά, ως εκ τούτου αυτή που δεν δικαιολογείται, η μη κανονική πλευρά, αυτή που δεν είναι μέρος της κυρίαρχης τάξης του λόγου με τις αξίες και τις αλήθειες του, που κινεί, που σπρώχνει προς τα εμπρός, πέρα από τον εαυτό της, την πραγματικότητα. Αυτή η διαλεκτική κίνηση συνεπώς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως ρήξη της υπάρχουσας και καθεστηκυίας τάξης, και όχι πλέον ως συνδιαλλαγή των αντιφάσεων που υπάρχουν σε αυτή. Μια ρήξη, ωστόσο, που προέρχεται από το εξωτερικό και ποτέ δεν έχει τα χαρακτηριστικά της γραμμικής και ειρηνικής προόδου, είτε με τη μορφή του ρεφορμισμού, είτε με εκείνη της ηγεμονίας.

 

Γράφει ο Althusser:

»Γι αυτό η μαρξιστική »ανατροπή»της χεγκελιάνας διαλεκτικής είναι κάτι πέρα από μια απλή και ξεκάθαρη αφαίρεση. Πράγματι, αν αποτυπώνει με σαφήνεια την οικειότητα της στενής σχέσης που καθορίζει τη δομή της διαλεκτικής στον Χέγκελ με την «κοσμοθεωρία» του, δηλαδή με την κερδοσκοπική φιλοσοφία του, πραγματικά δεν πρέπει να ρίξουμε στις τσουκνίδες αυτή »την άποψη του για τον κόσμο, την κοσμοθεωρία του», δίχως να είμαστε αναγκασμένοι να μετατρέψουμε βαθύτατα τις δομές της ίδιας της διαλεκτικής.

Αλλιώς, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα σύρομε ξανά πίσω μας, εκατόν πενήντα χρόνια μετά  τον θάνατο του Χέγκελ και εκατό μετά τον θάνατο του Μαρξ, τα κομμάτια του περίφημου »μυστικιστικού περιτυλίγματος». Οπότε ας επιστρέψουμε στον Λένιν και μέσα από τον Λένιν στον Marx. Αν είναι αλήθεια, όπως δείχνουν τόσο η εμπειρία όσο και η λενινιστική σκέψη, πως η επαναστατική κατάσταση στην Ρωσία εξαρτάτο ακριβώς από τον χαρακτήρα του έντονου υπερκαθορισμού της θεμελιώδους αντίφασης της τάξης, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε τι συνιστά τη μοναδικότητα αυτού του «έκτακτη κατάσταση «και αν, όπως όλες οι εξαιρέσεις, η εξαίρεση αυτή δεν φωτίζει τον κανόνα, αν δεν είναι εν αγνοία του κανόνα, ο ίδιος ο κανόνας. Επειδή στην πραγματικότητα, δεν είμαστε πάντα μέσα στην εξαίρεση; Εξαίρεση η γερμανική αποτυχία το ’49, εξαίρεση η παρισινή αποτυχία του ’71, εξαίρεση η γερμανική σοσιαλδημοκρατική αποτυχία στις αρχές του 20ου αιώνα αναμένοντας την σοβινιστική προδοσία του ’14, εξαίρεση η επιτυχία του ’17…. Εξαιρέσεις, σε σχέση όμως με τι;…αν όχι σε σχέση με μια κάποια αφηρημένη ιδέα αλλά παρήγορη, καθησυχαστική, ενός »διαλεκτικού» σχήματος καθαρισμένου, που είχε, μέσα στην ίδια του την απλότητα, σαν διατηρημένο την μνήμη [ή σαν ν’ είχε ανακαλύψει ξανά την τάση] του χεγκελιανού μοντέλου και την πίστη στην επιλύουσα»αρετή»της αντίφασης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία.

 

Αυτή η παρατήρηση καθιστά δυνατό να επιστρέψετε στην αντιστοίχιση των «Λένιν – Φανόν» απ’ όπου ξεκινήσαμε: Ο Λένιν και ο Φανόν έχουν σκεφτεί και οι δυο, στην επαναστατική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τη διαλεκτική μεταξύ του πολέμου θέσης και του πολέμου ελιγμών, δίχως να  απολυτοποιούν καμία πλευρά. Ο Λένιν, έβλεπε τον πόλεμο της κίνησης, να νοείται ως εξέγερση, σαν στιγμή που τονίζει την σχέση κρίση- πόλεμος. Μέσα στον πόλεμο, ως αναπόφευκτο πέρασμα των κρίσεων του καπιταλισμού, υπάρχει η δυνατότητα της ρήξης και στη συνέχεια του πολέμου κινήσεων. Πριν από αυτή τη στιγμή, το κόμμα προετοιμάζει το έδαφος μέσω του πολέμου θέσεων. Τουλάχιστον αυτή είναι η θεωρία του Λένιν της εξέγερσης στις ιμπεριαλιστικές χώρες, αν κοιτάξουμε τις θέσεις της Τρίτης Διεθνούς σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στις αποικίες χώρες, ωστόσο παρατηρούμε ότι αυτή η σχέση ανάμεσα στον πόλεμο των θέσεων και του πολέμου των ελιγμών τοποθετείται με διαφορετικό τρόπο. Ένας τρόπος που είναι παρόμοιος με εκείνον που προκύπτει στα γραπτά του Φανόν. Όταν Φανόν υποστηρίζει ότι «η αποικιοκρατία υποκύπτει μόνο με το μαχαίρι στο λαιμό της», λέει ότι στις αποικίες χώρες  δεν είναι δυνατός ο πόλεμος θέσεων που να μην είναι είναι άρθρωση της στρατηγικής του πολέμου ελιγμών και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην αποικιακή κυριαρχία δεν υπάρχει κανένα πολιτικό επίπεδο διαμεσολάβησης μεταξύ των αποικιακών δυνάμεων και των δυνάμεων των αποικημένων: δηλαδή πως δεν υπάρχει διαλεκτική της αναγνώρισης. Έτσι για τον Φανόν στους αντι-αποικιακούς αγώνες κάθε  μορφή του πολέμου θέσεων, που νοείται σαν δημιουργία νομικών δομών, είναι το αποτέλεσμα μιας κατάκτησης που επιτυγχάνεται  με τη χρήση βίας και είναι δυνατόν να  διατηρηθεί μόνο μέσω της ύπαρξης δομών πολέμου ελιγμών. Τώρα στην πραγματικότητα, μια ανάγνωση της τάσης  ανάπτυξης του καπιταλισμού σαν αυτήν που έγινε από την RAF και που ύστερα από το πέρασμα σαράντα χρόνων φαίνεται να έχει επαληθευτεί σε πλανητική κλίμακα, παράγοντας ένα παράδειγμα  νεο-αποικιακού τύπου ακόμη και εντός των ορίων των ιμπεριαλιστικών χωρών, καθιστά αυτές τις σκέψεις των Λένιν και Φανόν για τη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο της θέσων και ελιγμών εξαιρετικά επίκαιρες . Σίγουρα είναι ένα σημείο που απαιτεί έναν διεξοδικό στρατηγικό προβληματισμό, αλλά και μια απόφαση σε σχέση με την ερμηνεία που γίνεται για την κατάσταση που έχουμε μπροστά μας και τις τάσεις που την διασχίζουν. Ειδικότερα, κρίνεται αναγκαίο να επιλυθούν οι αμφιβολίες σχετικά με το θέμα της απουσίας  θεσμών διαμεσολάβησης, που εννοούνται σαν μέσα συμβιβασμού στην ταξική πάλη και ως εργαλεία συντήρησης της συναίνεσης και της κοινωνικής τάξης από τις άρχουσες τάξεις. Δηλαδή, το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι αν, σαν γραμμή τάσης, το επίπεδο της εκπροσώπησης των υποδεέστερων τάξεων μέσα στον ορίζοντα της αστικής δημοκρατίας, στις διάφορες πολιτικές της αρθρώσεις, τα συνδικάτα, ιδεολογικές και πολιτιστικές, εξακολουθεί να έχει την δική της αυτόνομη πρακτικότητα ή ούτως ή άλλως χωρισμένη από την σύγχρονη άσκηση της βίας, ή αν είναι στη διαδικασία της ακύρωσης. Και αν ναι, είναι λογικά δυνατή μια μάχη οπισθοφυλακής, με τη μορφή του πολέμου θέσεων, απέναντι  στην απουσία των πολιτικών θεσμών διαμεσολάβησης; Μια εκ νέου ανάγνωση του Λένιν και του Φανόν ως ένδειξη που προέρχεται από ορισμένες ιδέες της RAF, θα το απέκλειε.

 

Η δεύτερη ένδειξη, σε σχέση με τη συμβατότητα μεταξύ μαρξιστικής ανάλυση και της διαμόρφωσης ενός νεο-αποικιακό μοντέλου-παραδείγματος στο οποίο έρχεται να λείψει η σχέση  αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας, προέρχεται από ένα στοχαστή και κομμουνιστική αγωνιστή στον θεωρητικό αντίποδα του Αλτουσέρ: πρόκειται για τον Λούκατς. Συγκεκριμένα, η αναφορά είναι στην κατηγορία της «επικαιρότητας της επανάστασης», που χρησιμοποιεί ο Λούκατς στο δοκίμιό του για τον Λένιν του 1924. Σε εκείνο το δοκίμιο ο Λούκατς αναφέρει ότι το αξεπέραστο μεγαλείο του Λένιν ως επαναστάτη ήταν ακριβώς πως είχε αναγνωρίσει ότι η ουσία της θεωρίας του Μαρξ κατοικούσε στην επικαιρότητα της επανάστασης, δηλαδή στη σύλληψη της πραγματικότητα ως ένα οργανικό σύνολο και διαλεκτικό, δηλαδή, όπου δεν υπάρχει μέρος που να μην αναφέρεται στο σύνολο, όπου το συγκεκριμένο είναι τέτοιο μόνον εάν αναφέρεται στην ολότητα των φαινομένων. Πώς συνδέονται σύμφωνα με τον Λούκατς συνολικότητα και επικαιρότητα της επανάστασης; Το να είσαι σε θέση να βλέπεις  την συνολικότητα ως ένα σύνολο των συγκεκριμένων αντιθέσεων, επιτρέπει να αναγνωρίζεις τη δυνατότητα της επαναστατικής ρήξης μέσα σε κάθε βήμα και σε κάθε περιβάλλον, καθώς κανένα τμήμα δεν είναι αποσυνδεδεμένο από τα άλλα, και η συνολική σχέση μεταξύ τους είναι εκείνο το σύνολο των αντιφάσεων που περιέχει τη δυνατότητα για την αντιμετώπισή τους, το ξεπέρασμα τους.

Επιστρέφοντας στο πρόβλημα: ακριβώς η κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης που προσδιορίζεται από τον Λούκατς ως ο βασικός πυρήνας του διαλεκτικού ιστορικού υλισμού, που νοείται ως όπλο του μετασχηματισμού της πραγματικότητας, μας επιτρέπει να δηλώσουμε ότι ο σκοπός των ίσων δικαιωμάτων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και της αμοιβαίας αναγνώρισης στον αγώνα μεταξύ των τάξεων όχι μόνον είναι συμβατός με μια ιστορική υλιστική διαλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας, αλλά μάλλον είναι το αποτέλεσμα αυτού: Στην πραγματικότητα, εάν η αντίφαση μεταξύ των τάξεων – που στο σημερινή σενάριο φαίνεται να είναι κάτι άλλο,  ότι δηλαδή τείνει να γίνει ριζική ετερότητα, να ξεφεύγει συνεπώς από μια διαλεκτική σχέση με το αντίθετό της – στην πραγματικότητα είναι κατανοητή ως ένα προϊόν ιστορικά καθορισμένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τότε ως κοινωνική σχέση που είναι το προϊόν αυτής της συγκεκριμένης φάσης της ανάπτυξης του Κεφαλαίου: τότε όχι μόνο δεν αναιρεί τον διαλεκτικό ιστορικό υλισμό, αλλά μπορεί να εντοπιστεί χάρη στη χρήση αυτής της μεθόδου στην ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας. Η RAF για το σκοπό αυτό, στην συνεχή χρήση της, τόσο σε θεωρητικό όσο και πρακτικό, της προσμονής-προσδοκίας του Λένιν έχει κάνει σαφώς δική της την ανάγνωση του Λούκατς για τον Λένιν.

Πως η RAF, είχε συλλάβει και  κάνει δική της την κατηγορία της επικαιρότητας της επανάστασης, το δείχνει η αντίληψη της για την επαναστατική πρακτική σαν αντίσταση και υποστήριξη για τις αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό της κοιλιάς της ιμπεριαλιστικής φάλαινας. Η RAF αναγνώρισε ότι λειτουργώντας μέσα  στην ΟΔΓ, το νευραλγικό κέντρο της διοίκησης του πολυεθνικού κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πως δεν ήταν λογικό να στοχεύει αμέσως στην ανάπτυξη μιας εξεγερτικής φάσης μέσα σε εκείνα τα όρια, αλλά πως μπορούσε να υποστηρίξει από τα μέσα τους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των αποικισμένων λαών.  Η θέση αυτή μας υπενθυμίζει την παρατήρηση, που εκτέθηκε από τον Λούκατς, που κάνει ο Λένιν σε σχέση με την Ελβετική Συνομοσπονδία, και τους ελβετούς κομμουνιστές στην αυτή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ουδέτερη θέση της Ελβετίας, η περιθωριακή της θέση μέσα στην ιμπεριαλιστική σύγκρουση, ο  μικρός αριθμός των ελβετών κομμουνιστών πρέπει να κάνουν τους κομουνιστές να στραφούν προς ρεφορμιστικές θέσεις, θεωρώντας αδύνατη μια άμεση επαναστατική δράση, ή, λαμβάνοντας την αντίφαση σαν σύνδεσμο μεταξύ του τμήματος και του συνόλου, και την ολότητα σαν σύνολο ιστορικά  προσδιορισμένο, μπορούν αυτοί να παρέχουν σημαντική υλικοτεχνική υποστήριξη για την οργάνωση της επανάστασης;

Την απάντηση μας την δίνει η ιστορία: Ο Λένιν δρα στην Ελβετία από το ’15 έως ’17 και από την Ελβετία φεύγει για να φτάσει έγκαιρα στο ραντεβού έγκαιρα  με την ιστορία στο σταθμό Φινλανδία στην Πετρούπολη, τον Απρίλιο του ’17. Η RAF επίσης εξοπλίζεται για να είναι έτοιμη να εκπροσωπεί την αντίσταση μέσα στην παλλόμενη καρδιά του  ιμπεριαλισμού σε υποστήριξη του επαναστατικού απελευθερωτικού πολέμου που διεξάγεται στην Ινδοκίνα ή στην Μέση Ανατολή. Και το κάνει αναγνωρίζοντας την κεντρικότητα των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων και την πιθανή σχέση μεταξύ αυτών και την ταξική πολυεθνική σύνθεση που η μετανάστευση, σύμφωνα με την οικονομική ανασυγκρότηση,  δημιούργησε στην ΟΔΓ. Όταν το ’72 πραγματοποιείται την επίθεση στο κέντρο διοίκησης ΗΠΑ της Χαϊδελβέργης που καταστρέφει ορισμένα ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, η δράση της RAF διακηρύσσεται με αφίσες στους δρόμους του Ανόι και η RAF αναγνωρίζεται ως ένα μέρος του κομουνιστικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος  από πλευράς των εκμεταλλευόμενων λαών, αφού πέτυχε να χτυπήσει την καρδιά της αντίφασης.

 

Το σενάριο που αντιμετωπίζουμε σήμερα: οι απελάσεις και οι φυλακίσεις σε νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, ο διάχυτος πόλεμος στα σύνορα της Ευρώπης-φρούριο, η εξάπλωση του τζιχαντισμού, όχι μόνο εκτός αλλά και εντός των δυτικών μητροπόλεων μεταξύ των υποτελών τάξεων με σκούρο δέρμα, και παράλληλα ένα μηδενισμό χωρίς προοπτικές εξαγοράς μεταξύ των αυτοκτονικών υποτελών, όλα αυτά, φαίνονται να κάνουν αυτές τις σκέψεις περισσότερο από επίκαιρες. Οι μετασχηματισμοί μέσα στους οποίους είμαστε βυθισμένοι, μαζί με τις ζημιές που η ευρωκεντρική ερμηνεία του μαρξισμού έχουν προκαλέσει, δείχνουν τον δρόμο μιας επανεξέτασης της ιστορικής υλιστική διαλεκτικής στην ριζοσπαστική της έννοια. Το  να ξαναδιαβάσουμε τον Φανόν του   της Γης οι κολασμένοι με τον τρόπο αυτό μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο. Γι αυτό, αυτή η σκέψη τελειώνει με ένα απόσπασμα από την κατάληξη των κολασμένων της γης, όπου φαίνεται ξεκάθαρα πως ο κόσμος του σήμερα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση  με αυτόν που είχε μπροστά του ο Φανόν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 του περασμένου αιώνα, και, αν δυστυχώς, το κίνημα της από αποικιοκρατίας έχει αποτύχει στους στόχους χειραφέτησης του, σίγουρα δεν ήταν το ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού να έχει επεκταθεί σε χώρες που αποίκισε, αλλά είναι ένα μοντέλο νεοαποικιακό  βάναυσων χαρακτηριστικών που εξαπλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ακριβώς γι ‘αυτό, παρά την αλλαγή στην ιστορικό συγκυρία, το βλέμμα του Φανόν εμφανίζεται σήμερα ίσως ακόμα πιο επίκαιρο:

(…) Ας αφήσουμε αυτή την Ευρώπη που δεν σταματά να μιλάει για τον άνθρωπο παρότι τον σφαγιάζει όπου και να τον συναντά, σε όλες τις γωνιές του ίδιου της του δρόμου, σε όλες τις γωνιές του κόσμου. Επί αιώνες η Ευρώπη έχει σταματήσει την εξέλιξη των άλλων ανθρώπων και τους έχει υποδουλώσει στα σχέδιά της και την δόξα της,  αιώνες που στο όνομα μιας δήθεν «πνευματικής περιπέτειας» πνίγει σχεδόν όλη την ανθρωπότητα. Εκείνη την Ευρώπη που ποτέ δεν σταμάτησε να μιλάει για τον άνθρωπο, διακηρύσσοντας ότι δεν ανησυχούσε παρά μόνο για τον άνθρωπο, εμείς γνωρίζουμε σήμερα με τι βάσανα η ανθρωπότητα έχει πληρώσει κάθε μία από τις νίκες του πνεύματός της. Ναι, το ευρωπαϊκό πνεύμα είχε αξιοσημείωτα θεμελιώδη μεγέθη. Όλος ο ευρωπαϊκός προβληματισμός έλαβε χώρα σε τόπους όλο και περισσότερο έρημους, όλο και πιο απόκρημνους. Έτσι έλαβε σαν συνήθεια να συναντά όλο και λιγότερο τον άνθρωπο.

 

Έναν διαρκή διάλογο με τον εαυτό τους, έναν ναρκισσισμό όλο και πιο αισχρό δεν έπαψαν να προετοιμάζουν το κρεβάτι σε ένα παραλήρημα όπου η εργασία του εγκεφάλου γίνεται ένας πόνος, μια καιδεν είναι καθόλου η πραγματικότητα εκείνη για τον άνθρωπο που ζει, εργάζεται και χτίζεται, αλλά  λόγια, ανεμομαζώματα διαφορετικά από λόγια, οι εντάσεις που γεννήθηκαν από τις έννοιες που περιέχονται στα λόγια. Υπήρξαν, όμως, οι ευρωπαίοι που έχουν ζητήσει από τους ευρωπαίους εργαζόμενους να σπάσουν αυτό το ναρκισσισμό και να τα σπάσουν με αυτή την έλλειψη της αίσθησης της πραγματικότητας. Σε γενικές γραμμές, οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι δεν έχουν ανταποκριθεί σε αυτές τις εκκλήσεις. Το γεγονός είναι ότι οι εργαζόμενοι πίστεψαν, και αυτοί, επηρεασμένοι από την καταπληκτική περιπέτεια του Ευρωπαϊκού Πνεύματος.

Όλα τα στοιχεία μιας λύσης στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας έχουν, σε διαφορετικούς χρόνους, υπάρξει μέσα στην ευρωπαϊκή σκέψη. Όμως, η δράση των ευρωπαίων ανθρώπων δεν πραγματοποίησε την αποστολή που της αναλογούσε και συνίστατο στο να πιέσει βίαια σε εκείνα τα στοιχεία, στην αλλαγή της σειράς ταξινόμησης τους, στο είναι τους, να τα αλλάξει, φέρνοντας τελικά το πρόβλημα του ανθρώπου σε ένα επίπεδο ασύγκριτα υψηλότερο. Σήμερα, παρακολουθούμε μια στασιμότητα της Ευρώπης. Ας ξεφύγουμε, σύντροφοι, από εκείνη την ακινησία στην οποία η διαλεκτική, σιγά-σιγά, έχει μετατραπεί σε μια λογική της ισορροπίας. Παίρνουμε το θέμα του ανθρώπου. Να ξαναθέσουμε μπροστά μας το ζήτημα της εγκεφαλικής πραγματικότητας, της εγκεφαλικής μάζας όλης της ανθρωπότητας της οποίας πρέπει να πολλαπλασιάσουμε τις διασυνδέσεις, να διαφοροποιήσουμε τα πρότυπα, τα δίκτυα και να εξανθρωπίσουμε εκ νέου τα μηνύματα.

Εμπρός αδέλφια, έχουμε πραγματικά πολύ δουλειά για το ρίξουμε σε αμυντικά παιχνίδια. (…)

 


[1] G. Bausano, E. Quadrelli, Ulrike Meinhof, una vita per la rivoluzione, Gwynplaine, Camerano (AN) 2016

[2] G. Bausano, E. Quadrelli, Classe, partito, guerra, Gwynplaine, Camerano (AN) 2014; Id. Per Lenin.  Materialismo storico e politica rivoluzionaria, Gwynplaine, Camerano (AN) 2011.

3896 letture totali 74 letture oggi

http://www.militant-blog.org/?p=13403