θεωρία, teoria

Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής

Sull’autogestione della vita quotidiana

 

«Το τελευταίο βιβλίο ενός «μεγάλου γέρου» της Καταστασιακής Διεθνούς»

Sull’autogestione della vita quotidiana

Συμβολή στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση

Ο Raoul Vaneigem είναι ο συγγραφέας της Συνθήκης του να ξέρεις να ζεις προς χρήση των νέων γενεών (1967), που γράφτηκε και δεν ήταν ξένη σε εκείνο το Κίνημα των καταλήψεων του μαΐου 1968 ανέπτυξε ότι πιο ριζοσπαστικό. Από τότε, τα περισσότερα από τα έργα του δεσμεύονται στο να υπερασπίζονται τη ζωή ενάντια στη νοσηρότητα και τη δικτατορία του κέρδους.
Οι προβληματισμοί του για την αυτοδιαχείριση της καθημερινότητας ρίχνουν τα θεμέλια ενός ανθρώπινου πολιτισμού που καλείται να αντικαταστήσει, να εκτοπίσει τον εμπορικό πολιτισμό που φτωχοποιεί εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες καταστρέφοντας τους φυσικούς πόρους και τη ζωή.
Γραμμένο πριν από την εμφάνιση των «gilets jaunes»-»κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, το βιβλίο βρίσκει την επιβεβαίωση των κύριων θέσεων του μέσα στη ριζική εξέλιξη-ανάπτυξη αυτού του Κινήματος.

 

ISBN: 978-88-6548-287-2
PAGINE: 140
ANNO: 2019
COLLANA: FuoriFuoco
TEMA:
AUTORE-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

RAOUL VANEIGEM

είναι συγγραφέας πολλών δοκίμων. Μεταξύ των τελευταίων δημοσιεύσεών του στην Ιταλία: Ανακοίνωση προς τους σπουδαστές – Avviso agli studenti (1996). Στους ζωντανούς για το θάνατο που τους διέπει και στην ευκαιρία να ξεμπερδέψουν με αυτόν – Ai viventi sulla morte che li governa e sull’opportunità di disfarsene (1998). Εμείς που επιθυμούμε δίχως τέλος – Noi che desideriamo senza fine (1999) Τρομοκρατία ή επανάσταση – Terrorismo o rivoluzione (2010), Το κράτος δεν είναι πλέον τίποτα, είναι στο χέρι μας να είμαστε τα πάντα – Lo Stato non è più niente, sta a noi essere tutto! (2010).

Raoul Vaneigem

Στην αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής.
Συμβολή στην αναγκαιότητα απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση
pp. 140 – € 12.00

Nelle librerie dal 30 maggio στα βιβλιοπωλεία από τις 30 μαίου

Εμπνευσμένος από το αποδιοργανωτικό και ορμητικό γαλλικό κίνημα των κίτρινων Γιλέκων-Gilets jaunes, ο βέλγος συγγραφέας και δημοσιογράφος Raoul Vaneigem, ένας από τους «μεγάλους γέρους» της Καταστασιακής Διεθνούς – συγγραφέας, πριν από μισό αιώνα, της πολύ διάσημης Συνθήκης για να γνωρίζεις πώς να ζεις προς χρήση των νέων γενεών (το πιο κλεμμένο βιβλίο το ’68) – έγραψε αυτό το βιβλίο ριζοσπαστικής κριτικής στην κυνική, μαφιόζικη και επιχειρηματική λογική που έχει πλέον μολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις σε όλο τον κόσμο με το χαρακτηριστικό του διεισδυτικό, διαυγές και παθιασμένο στυλ.

Πώς είναι δυνατόν – αναρωτιέται ο Vaneigem – να έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο πλανητικής υποβάθμισης-κατάπτωσης; Η απάντηση βρίσκεται στην ανάλυση που αναπτύσσει ξεκινώντας από τον ρόλο που ανέλαβε ο φετιχισμός του χρήματος, ο κερδοσκοπικός και χρηματιστικός καπιταλισμός, προκαλώντας μια απώλεια ευαίσθητης νοημοσύνης. Αυτό συνοδεύεται από μια μόνιμη κατάσταση διαδεδομένου πολέμου που γεννά ένα χάος στο οποίο ακολουθεί ο φόβος. Και το αίσθημα του φόβου, για να κατευναστεί, μεταφράζεται σε αίτημα προς τους διαχειριστές της εξουσίας πολιτικών που στοχεύουν όλο και περισσότερο στην ασφάλεια και τον έλεγχο εκείνων που θεωρούνται «διαφορετικοί».
Αλλά εναντίον αυτού του δυσοίωνου σεναρίου ο Vaneigem υποστηρίζει ότι μπορούμε και πρέπει να αντιδράσουμε κάνοντας έκκληση προς όλους εκείνους που δεν θέλουν να παραδοθούν μετατρέποντας με εξυπνάδα την αντίσταση σε ένα σχέδιο που να έχει ως θεμέλιο έναν τρόπο ζωής που βασίζεται στην αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής.

Με μια καλλιεργημένη και εκλεπτυσμένη γραφή, υποβλητική και πλούσια σε μεταφορές, ο Raoul Vaneigem παρουσιάζεται για άλλη μια φορά στο ραντεβού με την ιστορία και συνεχίζει να είναι ο δράστης μιας ατομικής και κοινωνικής ευαισθησίας που ο κυρίαρχος κόσμος θα ήθελε να διαγράψει.

—-

Raoul Vaneigem è uno scrittore e giornalista belga il cui nome è indissolubilmente legato allo sviluppo dell’Internazionale Situazionista. Autore di moltissimi saggi, tra i suoi ultimi pubblicati in Italia: Avviso agli studenti (1996); Ai viventi sulla morte che li governa e sull’opportunità di disfarsene (1998); Noi che desideriamo senza fine (1999); Terrorismo o rivoluzione(2010); Lo Stato non è più niente, sta a noi essere tutto!(2010).

θεωρία, teoria

Η εφικτή ουτοπία – L’utopia possibile

L’utopia possibile

«Οι λόγοι για τη μεγάλη ελευθεριακή ουτοπία εξηγούνται σε όλους»

Η εφικτή ουτοπία

Ελευθεριακές σημειώσεις – Appunti libertari

Μια παθιασμένη ανασκόπηση των εμπειριών της συμβουλευτικής-συλλογικής δημοκρατίας, τόσο ιστορικής (από την Κομούνα του Παρισιού του 1871 μέχρι την αναρχική εμπειρία στην Ισπανία του 1936-38) όσο και πρόσφατης (από το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, στο Occupy Wall Street, στους Indignados). Αλλά και μια ακριβής ανάλυση των χώρων συζήτησης και συνελευσιακής αυτοκυβέρνησης, σχετικά με τις ενέργειες αντίστασης και αλληλεγγύης στον αγώνα ενάντια σε κάθε ποινικοποίηση των μεταναστευτικών διαδικασιών, των ΜΚΟ, της κριτικής πνευματικότητας. Για τον συντάκτη – ενάντια στους πολύ λίγους που κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του πλανήτη, και την εξουσία καθορισμού του πεπρωμένου του – μια άλλη δημοκρατία είναι συγκεκριμένα δυνατή ξεκινώντας από μια συλλογική διαχείριση των δημόσιων πόρων, διαφεύγοντας από τις εξωφρενικές πολιτικές λιτότητας, από την ανάκτηση μιας διαδικασίας να λαμβάνονται οι αποφάσεις που να είναι ξένη προς το ισχυρό διεφθαρμένο και διαβρωτικό κύκλωμα των συμφερόντων των τραπεζών και των πολυεθνικών χρηματοδοτικών εταιρειών. Για να αναβιώσει ένα τεράστιο δημόσιο επενδυτικό σχέδιο. Για μια πειστική ανάκαμψη στο σχεδιασμό ενός νέου welfare.

ISBN: 978-88-6548-285-8
PAGINE: 192
ANNO: 2019
COLLANA: FuoriFuoco
TEMA:

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

RUGGERO D’ALESSANDRO

Ruggero D’Alessandro (Palermo, 1962), ζει στο Lugano (Ελβετία). Èκαθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης «La Sapienza» και Varese Insubria. Ασχολείται με την κοινωνιολογία και την ιστορία του πολιτισμού, πολιτολογία και σύγχρονη ιστορία. Διεξάγει διαλέξεις σε πανεπιστήμια σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Έχει 17 εξειδικευμένα βιβλία στο ενεργητικό του (με μεταφράσεις στα γαλλικά και αγγλικά στις οποίες συνεργάζεται), τρία μυθιστορήματα, μια πενηνταριά άρθρα, κριτικές σε περιοδικά και κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους.


STESSO AUTORE ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

θεωρία, teoria

Να ελευθερώσουμε το είδος, να πραγματώσουμε τη ζωή

του Sandro Moiso

Raoul Vaneigem, Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής. Συμβολή στην επείγουσα ανάγκη απελευθερωμένων εδαφών από την κρατική και εμπορική επιχείρηση – Sull’autogestione della vita quotidiana. Contributo all’emergenza dei territori liberati dall’impresa statale e mercantile, DeriveApprodi, Roma 2019, σελ. 140, Euro 12,00

Αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη κάτω από τα μάτια μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αλλαγή πολιτισμού

Ο Raoul Vaneigem, γεννημένος το 1934, τελευταίος και ίσως σημαντικότερος εκπρόσωπος (μετά τον Guy Debord, που απουσιάζει από τον κόσμο των ζωντανών από το 1994) της εμπειρίας της Internazionale Situazionista-Situationist International-Καταστασιακής Διεθνούς (από την οποία απομακρύνθηκε οικειοθελώς το 1970) δείχνει για άλλη μια φορά, στο κείμενο που μόλις δημοσίευσε το DeriveApprodi, πως δεν είναι μόνο η αναγραφική ηλικία που καθορίζει τη νεότητα και την επικαιρότητα μιας σκέψης, αλλά και πως η ριζοσπαστική κριτική εξακολουθεί να είναι ένα έγκυρο αξιόπιστο αναγκαίο και απαραίτητο εργαλείο για να κατανοηθούν οι τάσεις που εμπεριέχονται στα τρέχοντα πραγματικά κινήματα και για να καθοριστεί μια αυθεντική πορεία απελευθέρωσης του είδους από τα δεσμά και τους περιορισμούς που επιβάλλει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής.

Αυτή η νεανικότητα και εγκυρότητα των σχημάτων-διατυπώσεων που περιέχονται στο έργο (άπειρη και δύσκολα να αναφερθεί σε μια βιβλιογραφία που θα έπρεπε να περιλαμβάνει και έναν τεράστιο αριθμό γραπτών που έμειναν ανώνυμα ή αποδίδονται σε συγγραφείς με ονόματα που επινοήθηκαν από τον ίδιο) του στρατευμένου, στοχαστή και μελετητή αναρχο-καταστασιακού (όμως δεν είμαι εξ ολοκλήρου βέβαιος ότι αυτός ο ορισμός θα άρεσε στον συγγραφέα) αποκαλύπτεται αμέσως από τη συνέχεια μεταξύ αυτού του τελευταίου γραπτού και εκείνου του Avis aux civilisés relativement à l’autogestion généralisée, που περιέχεται στον αριθμό 12 του 1969 της «Internationale Situationniste».

Έχουν περάσει ακριβώς πενήντα χρόνια και η επικαιρότητα των προβληματισμών του Vaneigem δεν είναι δεδομένη λόγω της βούλησης να υπερασπιστούμε και να επαναλαμβάνουμε ως μάντρα την προσφορά και τα σχήματα μιας εποχής που έχει περάσει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα (όπως δυστυχώς εξακολουθεί να συμβαίνει πολύ συχνά για πολλά σχήματα που αναφέρονται ταλμουδικά από τις διάφορες μαρξιστικές και ελευθεριακές αιρέσεις, απομακρυσμένες από το παρόν και αγνοώντας το αδυσώπητο ξεδίπλωμα μιας Ιστορίας που πάντοτε αποδεικνύεται κάτι άλλο παρά γραμμικό), αλλά ακριβώς λόγω της χρησιμότητας τους ώστε να κατανοήσουμε και να αναλύσουμε τα μονοπάτια της απελευθέρωσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μέσα στην κοινωνία. Πάνω απ’ όλα εκείνα που ανάγονται λιγότερο στο παλαιότερο και ορθόδοξο φαντασιακό της αριστεράς και συνδικαλιστικό.

Από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι αυτά τα κινήματα, που σχεδόν ποτέ δεν μνημονεύονται άμεσα αλλά συνοψίζονται προφανώς σε εκείνο από τα απελευθερωμένα εδάφη που περιλαμβάνεται στον τίτλο, είναι κατά κάποιον τρόπο η φυσική και ζωντανή αναπαράσταση της ζωντάνιας εκείνης της σκέψης που επιβεβαιώνει επίσης ότι υπήρξε η πρακτική δράση των ζωντανών που πηγαίνει προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει εδώ και καιρό ο βέλγος αγωνιστής και θεωρητικός και αντιθέτως δεν οφείλεται με τίποτα σε κάποιο τέχνασμα του ίδιου για να αναπροσαρμοστεί ή να την αναπροσαρμόσει στις εποχές.

Θα αρκούσε η αφιέρωση που περιέχεται in esergo [1] για να συνοψίσουμε την κατευθυντήρια αρχή ολόκληρου του κειμένου και του συνόλου του έργου του Vaneigem: Σε όλους εκείνους που προτιμούν να αγωνίζονται για να ζήσουν παρά να μάχονται για να επιβιώσουν.
Ο αγώνας δεν μπορεί ποτέ να είναι για έναν μακρινό στόχο, για ένα στόχο που αναβάλλεται.
Ο αγώνας δεν μπορεί να αποτελεί στόχο από μόνος του. Ακόμη περισσότερο σε καθαρά πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο.

Αλλά μέσα στην αμεσότητα του αγώνα, ειδικά όταν αυτός θέτει στον εαυτό του το καθήκον να απελευθερώσει τάξεις και είδος από την υποταγή στην εργασία και την κοινωνική υπαγωγή-εξάρτηση στους στόχους της κρατικής και εμπορικής επιχείρησης, ήτοι του Κεφαλαίου, πρέπει πλέον να υλοποιηθούν οι κύριοι στόχοι του ίδιου : η ατομική και συλλογική ευτυχία και η απελευθέρωση του μεμονωμένου υποκειμένου και των συλλογικών υποκειμένων από τα ερείπια, τα απομεινάρια μιας πατριαρχικής, καταναλωτικής και καταπιεστικής κοινωνίας που τώρα προορίζεται να εξαφανιστεί, αλλά σαν τέλειο ζόμπι συνεχίζει να τροφοδοτείται με τα σώματα και τα μυαλά των θυμάτων της.

Τέλος μου φαίνεται χρήσιμο να παραθέσουμε, εδώ στη συνέχεια, ένα απόσπασμα από το κείμενο που συνοψίζει τέλεια τον προσανατολισμό που έχει μέχρι εδώ αναφερθεί.

Εγώ δεν αντιλαμβάνομαι άλλο κίνητρο για τον επαναστατικό αγώνα παρά τη καθιέρωση μιας καθολικής ευτυχίας.
Υπάρχει μια απόλαυση που είναι εγγενής στην αναζήτηση των ζωντανών. Αυτό που την κατατάσσει δικαιωματικά ως εξεγερτική απόλαυση είναι το γεγονός πως είναι δωρεά και απόλυτα ασυμβίβαστη με ένα σύστημα που βασίζεται στο κέρδος. Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να το λέμε: η εμπορική οικονομία είναι ένα έγκλημα κατά της ζωής.
Η απόλαυση των όντων και των πραγμάτων ακυρώνει την οικειοποίηση τους. Η αναζήτηση των ζωντανών είναι η τέχνη να έχουν κατακτηθεί από τα δώρα της καρδιάς και της γης. Η εκτροπή- ανωμαλία που παρέδωσε τις έννοιες του Μαρξ στην ιδεολογία (την οποίαν εξάλλου, δεν εμπιστεύονταν), υπήρξε εκείνη πως δεν είδε την αιτία της αλλοτρίωσης μας στο έργο της εκμετάλλευσης της φύσης. πιο δραματικά ακόμη, πως ταυτοποίησε την εργασία με μια διαδικασία εξανθρωπισμού του άνδρα και της γυναίκας.

[…] Συμβαίνει το Κράτος να κάνει ελεημοσύνη μιας μεταρρύθμισης, να καταργεί έναν νόμο, δείχνει ότι είναι συμφιλιωτικό με τα επίμονα, τα πεισματάρικα κινήματα διαμαρτυρίας. Ωστόσο, οι φαινομενικά προς τα πίσω κινήσεις του είναι μόνο πονηράδες και δισταγμοί. Όταν διστάζει, το άγχος του είναι ένα προοίμιο για νέες προσβολές, για μια νέα επιθετικότητα που έρχεται. Αφήνει τον μιλιταρισμό να εκθειάζει τις δράσεις του για μια φαινομενική στρατιωτική νίκη διότι για το Κράτος κάθε πεδίο μάχης είναι ένα έδαφος κατάκτησης.
Ο αγωνιστής θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να διακρίνει μέσα του το σύνορο που χωρίζει το παιχνίδι για να ζήσει από εκείνο στο οποίο ο θάνατος οδηγεί το παιχνίδι του σκακιού. Δεν του προτείνω να χυθεί στην ενδοσκόπηση για να ξακαθαρίσει πώς η κίνηση της ζωής υπόκειται σε αιφνιδιαστικές μεταστροφές. Ευελπιστώ μόνο σε έναν προβληματισμό σχετικά με το θέμα: η στρατιωτικοποίηση δεν εγγράφεται ίσως σε μια προοπτική θανάτου;
Από τη στιγμή κατά την οποίαν η αλληλεγγύη ακυρώνει το πνεύμα της θυσίας, ο ριζοσπαστισμός γίνεται μέρα. Αυτή εκδηλώνεται στους στρατευμένους που αγωνίζονται κατά του αποκλεισμού των μεταναστών, κατά της εκδίωξης των καταληψιών μιας περιοχής που υπερασπίζονται (ZAD), κατά της καταστροφής των τοπίων, κατά της ρύπανσης του αέρα, του νερού, της γης, των τροφών. Ακόμη κι αν πολλές από αυτές τις δεσμεύσεις ανακτηθούν από τον αριστερισμό-gauchismo, από τον ριζοσπαστισμό των ελευθεριακών προθέσεων, από τον πολιτικό ανθρωπισμό και από την αγορά της φιλανθρωπίας, αυτές διατηρούν τη ζύμωση ενός ριζοσπαστισμού ικανού να διασπείρει τους σπόρους του πολύ πέρα από την αρχική χειρονομία και κίνητρο.
Κάθε συλλογικότητα κινούμενη από τη βούληση να κυριαρχήσει ο άνθρωπος πάνω στην οικονομία εγκαινιάζει μια γη όπου η βαρβαρότητα έχει απαγορευτεί, μια γη που λιπαίνει τη χαρά της ζωής.
Ακόμη και αν προορίζεται να εξασθενίσει, να ηρεμήσει, ο θυμός έχει από μόνος του κάτι να ξεπεράσει την εκπλήρωση ενός ξεσπάσματος, μιας εκτόνωσης, μιας δυσαρέσκειας που εκσπερμάτωσε πρόωρα. Η ύβρις αποπνέεται από μια κίνηση ζωής ανυπόμονη να συντρίψει τα εμπόδια. Κάτω από την ηλιθιότητα του πολίτη που πιστεύει σε ένα πιο δίκαιο και πιο συμπονετικό Κράτος ξεπροβάλει η μυστική επιθυμία να τελειώνουμε με όλες οι μορφές διακυβέρνησης-governance και εξουσίας.
Το Κράτος ενεργεί μέσω μιας πολιτικής του τετελεσμένου γεγονότος. Είναι ένα προνόμιο των αρχών που στέφθηκαν δημοκρατικά. Όταν ο αγωνιστής είναι κυρίως ένας ψηφοφόρος, δίνει την εγγύηση του σε εκείνο που μάχεται και συγκαταβαίνει να τον γρονθοκοπήσουν στη μύτη δύο φορές.

[…] Το να δημιουργήσουμε τρύπες στον ιστό της αράχνης στον οποίο μας παγιδεύει ο παρασιτικός καπιταλισμός, δεν αρκεί. Για να εξαλείψουμε την βλαπτικότητα του, δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά η ποίηση που φτιάχθηκε από όλους, η συνείδηση και το πάθος να διεργαστούμε μια κοινωνία στην οποία η ζωή ακυρώνει, μηδενίζει όλες τις μορφές καταπίεσης.1

R. Vaneigem, Sull’autogestione della vita quotidiana, pp. 50-53  Για την αυτοδιαχείριση της καθημερινής ζωής

TAGGED WITH →  •  •  •  •  •  •  •  • 

[1] in esergo: Επιγραφή, σύνθημα.

 

Liberare la specie, realizzare la vita

θεωρία, teoria

Χρόνια πολλά, Buon compleanno, Marx!

Στις 5 μαΐου του 1818 γεννιόταν ο Καρλ Μαρξ, έχουν περάσει δύο αιώνες και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Είναι σίγουρα πιο επίκαιρος σήμερα από ό, τι τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία την μισή Ευρώπη κυβερνούσαν σοσιαλιστικά κράτη και την άλλη μισή ο συμβιβασμός μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που είχε προκαλέσει το κοινωνικό κράτος. Ο μαρξισμός ήταν η ηγεμονική κουλτούρα μιας μεγάλης διαδικασίας χειραφέτησης των λαών σε όλο τον κόσμο, της απελευθέρωσης από την αποικιοκρατία, της οικοδόμησης ανεξάρτητων κοινωνιών και σε σύγκρουση σχετικά με τα κέντρα εξουσίας του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Παραδόξως, αυτή η πολιτική και πολιτισμική δύναμη του μαρξισμού παραμελούσε τον θεμελιώδη πυρήνα της, εκείνον της εκμετάλλευσης της εργασίας ως βασική υποχρέωση και χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μόνο ριζοσπαστικές μειονότητες, οι οποίες αργότερα απέκτησαν μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κίνημα του 1968, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην αλλοτρίωση και στη συνεχιζόμενη απαλλοτρίωση που από την ίδια του την φύση ο καπιταλισμός παράγει προς την εργασία. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που επικεντρώθηκαν περισσότερο στον πυρήνα της σκέψης του Μαρξ παραμελούσαν ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι αυτής. Ο καπιταλισμός, λόγω της φύσης του, έχει ανάγκη να αυξάνει συνεχώς την εκμετάλλευση της εργασίας και να την υποβάλλει ολοένα και περισσότερο στην παραγωγική του οργάνωση, και πρέπει να το κάνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Ιδού, αυτό το σημείο που σήμερα εμείς ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, τότε στη στιγμή της μέγιστης πολιτιστικής ηγεμονίας του μαρξισμού, δεν κατανοήθηκε. Οι λόγοι ήταν προφανώς πολιτικοί ιστορικοί, η σοβιετική επανάσταση και η παγκόσμια ήττα του φασισμού είχαν σταματήσει την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Ομοίως, η χειραφέτηση του αποικιακού κόσμου. Και μετά οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες στις πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν θέσει όρια, μετά ειπώθηκε πως ήταν δίχτυα που παγίδεψαν, στη δύναμη της καπιταλιστικής αγοράς. Έτσι, ο Μαρξ που περιγράφει τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης ως ένα είδος ιού που δεν μπορεί παρά να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, λοιπόν εκείνος ο Μαρξ θεωρήθηκε ουσιαστικά σχεδόν εξ ολοκλήρου ξεπερασμένος, από μια πραγματικότητα όπου αντιθέτως εκείνος ο ιός έμοιαζε πεπερασμένος, σίγουρα ακόμα ισχυρός και επικίνδυνος, αλλά στη διαδικασία της οριοθέτησης, ακόμη και της εξάλειψης.

“Η ανάγκη για όλο και πιο εκτεταμένες διεξόδους για τα προϊόντα της ωθεί την αστική τάξη, την μπουρζουαζία σε όλη την χερσαία σφαίρα. Αυτή πρέπει να φυτευτεί παντού, παντού να εδραιωθεί, να ενισχύσει, να σφίξει παντού σχέσεις.

Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η μπουρζουαζία έχει καταστήσει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη ..”

Με αυτά τα λόγια το 1848, και εδώ υπάρχει μια επέτειος, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακοίνωναν τον κόσμο του σήμερα. Πριν από 170 χρόνια, ο καπιταλισμός είχε εγκατασταθεί μόνο σε λίγες ευρωπαϊκές περιφέρειες και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργατική τάξη απαρτίζονταν από μερικές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σε έναν πληθυσμό του οποίου η μεγάλη πλειοψηφία, και στην Ευρώπη, ήταν αφιερωμένη στη γεωργία. Ωστόσο, η ιδιοφυΐα του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ικανή να συλλάβει από την σχολαστική ανάλυση αυτών των ακόμα σχετικά μικρών μερών των κοινωνιών εκείνης της εποχής το πεπρωμένο ολόκληρου του πλανήτη: de te fabula narratur, ‘είναι για σένα που μιλάμε σε αυτό το παραμύθι’ προσέθεσαν στη συνέχεια σε εκείνους που τους κατηγόρησαν για υπερβολή με τα οράματα τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα, ο καπιταλισμός έμοιαζε σε υποχώρηση ή, σε κάθε περίπτωση, κάτω από αυξανόμενη πίεση, περιορισμό, ο κόσμος φαίνονταν να κινείται προς μια αυξανόμενη χαλιναγώγηση των ζωικών διαθέσεων της αγοράς, το έκανε και πάνω απ ‘όλα χάρη σε όλα όσα είχε προωθήσει και εκθέσει ο μαρξισμός, διαψεύδοντας έτσι τις προβλέψεις του Μαρξ. Αλλά τότε υπήρξε η αντίδραση.

Το 1973 το άγριο πραξικόπημα στη Χιλή που υλοποίησε ο Pinochet με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδότησε μια καμπή στις παγκόσμιες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η χιλιανή δικτατορία ήταν η πρώτη παγκόσμια περίπτωση της επιστροφής στον αδίστακτο και άγριο καπιταλισμό που ανέλυσε ο Μαρξ. Μέσα στη θάλασσα αίματος των μαρξιστών, ακριβώς έτσι αποκαλούνταν οι υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Allende, επάνω στoν αφανισμό του εργατικού κινήματος, το πρώτο φιλελεύθερο πείραμα χτίστηκε. Στη συνέχεια, με τον Ρέιγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Θάτσερ στη Βρετανία, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός εξαπλώθηκε στις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου και επιτέθηκε σε όλους τους αντιπάλους του: τις εργατικές τάξεις, τις χώρες με σοσιαλιστικό σύστημα, στις πρώην αποικιακές. Τους επιτέθηκε, τους προσέβαλε και κέρδισε. Σε αντίθεση με όσα φαίνονταν, με όσα πίστευαν πριν από πενήντα χρόνια, ο καπιταλισμός που θριάμβευε δεν ήταν αυτός ο Κεϋνσιανός, του κοινωνικού συμβιβασμού, τότε τον αποκαλούσαν νεοκαπιταλισμό. Όχι, ήταν ο πιο άγριος veterocapitalism που ανελάμβανε την κυριαρχία του κόσμου, o παλιός, ο ξεπερασμένος.

«Πως επέστρεψε καυχιέσαι και να προχωρήσει ζητάς, Del ritornar ti vanti e procedere il chiami». Έτσι, ο Giacomo Leopardi στην La Ginestra κατηγορεί τον «θαυμάσιο και ανόητο» αιώνα του, δηλαδή την αποκατάσταση των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα μετά τη γαλλική επανάσταση. Τότε, όπως σήμερα μια γιγαντιαία τεχνολογική διαδικασία συνοδεύονταν από μια βαθιά οπισθοδρόμηση σε πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η καπιταλιστική αποκατάσταση που υποφέρουμε σήμερα επέβαλε μια επιστροφή στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα παγκόσμιας εκμετάλλευσης που αναλύθηκε και πολεμήθηκε από τον Μαρξ.

Αυτή η παγκόσμια αποκατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα του καπιταλισμού του 19ου αιώνα δεν πραγματοποιήθηκε μέσα από τις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, όπως μπορεί αντιθέτως να υπερηφανεύεται η προπαγάνδα του. Ήταν η δράση της πολιτικής, η παρέμβαση των κρατών και οι θεσμικές κατασκευές που ελευθέρωσαν τον καπιταλισμό από τους περιορισμούς, τα φρένα που του είχαν επιβληθεί από εκατό χρόνια αγώνων και επαναστάσεων. Είναι η χρήση του κράτους υπέρ της αγοράς, που θεωρητικοποιήθηκε από τον Von Hayek, η ιδιωτικοποίηση του κοινού, του δημόσιου, που διέταξαν την επιστροφή στον άγριο και φιλελεύθερο καπιταλισμό, αυτόν που ονομάστηκε ordoliberismo. Και γραφειοκρατικοί και αυταρχικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσουν τα κοινωνικά επιτεύγματα και κατακτήσεις στις χώρες που ανήκουν σε αυτήν. Και κάτω από την εντολή, την διοίκηση της ΕΕ η Ελλάδα έχει γίνει το νέο ινδικό χοιρίδιο για τα πιο άγρια κοινωνικά πειράματα.

Το κράτος, τα θεσμικά όργανα και η πολιτική έχουν κάνει το βρώμικο έργο της καπιταλιστικής αποκατάστασης, παρέχοντας σε αυτήν τα υλικά εργαλεία και την ιδεολογική κάλυψη. Η ενιαία και μοναδική φιλελεύθερη σκέψη έχει γίνει η κοινή λογική των κοινωνιών που καταστράφηκαν από την αποκατάσταση της πιο άγριας εκμετάλλευσης. Και οι κυβερνήσεις επέστρεψαν να είναι εκείνες οι «αστικές εμπορικές επιτροπές» του Μανιφέστο του 1848.

Η δικτατορία της αγοράς και του κέρδους φαίνεται να έχει θριαμβεύσει. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, μας εξηγoύν καθημερινά από τα massmedia εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά στον κόσμο που σήμερα σέβεται, λατρεύει και προσκυνά το χειρότερο της φιλοσοφίας του Αdam Smith, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Καρλ Μαρξ ήρθε μετά από τον ανώτατο θεωρητικό της ελεύθερης αγοράς, και αποσυναρμολόγησε το ιδεολογικό και πολιτικό οικοδόμημα του κομμάτι προς κομμάτι. Ακριβώς η αποκατάσταση του καπιταλισμού του Σμιθ καθιστά σήμερα τον Μαρξ πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η ήττα του σοσιαλισμού, σε όλες τις εκδοχές του, τον τελευταίο αιώνα ήταν αποκλειστικά πολιτική, καθορίστηκε από τη μεγαλύτερη δύναμη και βία του καπιταλισμού. Ήταν ο παγκόσμιος ταξικός αγώνας που σημάδεψε τη νίκη της μπουρζουαζίας. Προς το παρόν, επειδή η ανθρώπινη ιστορία διδάσκει ότι αυτό που η πολιτική, δηλαδή η ανθρώπινη δράση, καταστρέφει, η ίδια η πολιτική μπορεί να ανοικοδομήσει. Μετά από δεκαετίες καπιταλιστικής αποκατάστασης, είναι η ίδια η επιμονή και επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης που προετοιμάζουν την επιστροφή μιας πολιτικής απέναντι από εκείνη και αντίθετη αυτής που μέχρι τώρα έχει θριαμβεύσει. Τα πράγματα μπορούν και πρέπει να αλλάξουν επειδή οι νόμοι της αγοράς κρύβουν στην πραγματικότητα σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, και όταν οι άνθρωποι το συνειδητοποιούν, τότε λοιπόν το καθεστώς του κέρδους και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει ότι όλα τα τερατώδη του πρέπει να κατεδαφιστούν.

Στην αναγκαιότητα της επιστροφής μιας πολιτικής που στρέφεται κατά της κυριαρχίας της αγοράς, υπάρχει όλη η ισχύς και η επικαιρότητα του Μαρξ. Χρόνια πολλά στον Μαρξ, η σκέψη του είναι νεότατη.

 – © Αναπαραγωγή εφικτή κατόπιν ρητής συναίνεσης της σύνταξης του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: STAMPA

θεωρία, teoria

Murray Bookchin: μια νέα προοπτική για τον 21 αιώνα – una nuova prospettiva per il XXI secolo

του Sandro Moiso

Murray Bookchin, LA PROSSIMA RIVOLUZIONE.  Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Από τις λαϊκές συνελεύσεις στην άμεση δημοκρατία, με έναν επίλογο της Ursula K. Le Guin, BFS Edizioni -Εκδόσεις 2018, σελ. 192, € 18,00

Στα ογδόντα τέσσερα χρόνια ζωής του, ο Murray Bookchin (1922 – 2006) είχε την ευκαιρία να διατρέξει σαν ριζοσπαστικός κριτικός σχεδόν ολόκληρο το ‘900, αντιμέτωπος με τις κύριες ιδεολογίες του εργατικού κινήματος και στρατευμένος μέσα στα δύο κύρια ρεύματα του, τον μαρξισμό και τον αναρχισμό , σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.

Αν και θεωρούσε τον εαυτό του αναρχικό κατά τη δεύτερη και μακρύτερη φάση της ζωής του, ένιωσε όμως την ανάγκη, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 του εικοστού αιώνα μέχρι το τέλος των ημερών του, να επαναπροσδιορίσει την κριτική του τρόπου παραγωγής που ισχύει ξεκινώντας απ’ το ξεπέρασμα των δύο κυριότερων ιδεολογιών, μαζί με εκείνες που είναι γενικότερα σοσιαλιστικές ή συνδέονται με τον επαναστατικό συνδικαλισμό, για να φτάσει σε μια σύνθεση της επαναστατικής σκέψης που είναι πιο κατάλληλη για να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που μπορούμε ήδη να δούμε και να προβλέψουμε για τον αιώνα στον οποίον εισήλθαμε εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια.

Το κείμενο που μεταφράστηκε πλέον στα ιταλικά δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 2015 και περιέχει οκτώ δοκίμια γραμμένα μεταξύ 1991 και 2002, καλύπτοντας έτσι το τελικό και ίσως σημαντικότερο μέρος του προβληματισμού και της σκέψης του Bookchin. Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η εισαγωγή και η ανάπτυξη εντός της ανταγωνιστικής σκέψης του ζητήματος της σχέσης ανθρώπου με το περιβάλλον, όχι μόνο ως πρόβλημα στα πλευρά του επαναστατικού κινήματος ή ως απλό οικολογικό όραμα της πραγματικότητας, αλλά ως κεντρικό και ουσιαστικό σημείο κάθε υπόθεσης μελλοντικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και συνύπαρξης με τη φύση. Από εδώ η ανθρώπινη κοινωνία όχι μόνο δεν θα μπορέσει πλέον να οριστεί ως ανταγωνιστική ή κυρίαρχη, αλλά μόνο δεχόμενη να είναι μέρος της, προσαρμόζοντας τις ανάγκες της σε εκείνες του κόσμου και των ειδών που την περιβάλλουν.
Όπως ένα όμορφο μανιφέστο του αγώνα NoTav διακηρύττει: Εμείς δεν υπερασπιζόμαστε τη φύση, είμαστε η φύση που υπερασπίζεται τον εαυτό της.

Το πολιτικό και φιλοσοφικό φαντασιακό του Bookchin δεν επηρεάζεται όμως από τον πρωτογονισμό που θεωρητικοποιήθηκε από κάποιες αναρχικές ομάδες εμπνευσμένες από τη σκέψη του John Zerzan, αλλά ακολουθεί μήτρα μαρξιστικού και διαφωτιστικού ορθολογισμού, [που προέρχεται δηλαδή από τον διαφωτισμό] επειδή ο στόχος δεν είναι να αφήσει πίσω της την επιστημονική σκέψη tout court αλλά να την προσαρμόσει στις πραγματικές ανάγκες της ανθρώπινης κοινότητας και του πλανήτη με τον οποίο συζεί. Ο αμερικανός συγγραφέας υποστηρίζει στην πραγματικότητα την εμπιστοσύνη στην ικανότητα να μπορείς να φτάσεις σε αυτό που ορίζει ως διαλεκτικό φυσιολατρισμό, αυθεντική βάση μιας κοινόχρηστης κοινωνικής οικολογίας και που δεν υπαγορεύεται από τις μόδες ή τις ανάγκες του κεφαλαίου.

“Σε γενικές γραμμές, η κοινωνική κατάσταση που παράγεται από τον σύγχρονο καπιταλισμό δεν συμφωνεί με τις προβλέψεις, απλά ταξικές, που εκτέθηκαν από τον Μαρξ και τους Γάλλους επαναστάτες συνδικαλιστές. Μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο καπιταλισμός υπέστη τεράστιο μετασχηματισμό και δημιούργησε νέα και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Προβλήματα που ξεπερνούν τα παραδοσιακά αιτήματα του προλεταριάτου για τη βελτίωση των μισθών, του ωραρίου εργασίας και των συνθηκών εργασίας: αφορούν ειδικότερα το περιβάλλον, το φύλο, την ιεραρχία και τα αστικά και δημοκρατικά ζητήματα.[…] Αναπτύσσονται νέες και περίπλοκες αποχρώσεις προσωπικής κατάστασης και συμφερόντων που σήμερα έχουν μεγαλύτερη σημασία από ό, τι είχαν στο παρελθόν. Όλα αυτά καθιστούν τη σύγκρουση μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που είχε προηγουμένως κεντρική σημασία, γίνονταν κατανοητή και χρησιμοποιούνταν με τρόπο μαχητικό, στρατευμένο από τα παραδοσιακά σοσιαλιστικά κινήματα λιγότερο καθορισμένη. Οι ταξικές κατηγορίες έχουν συγχωνευθεί, συνδυάζονται με τις ιεραρχικές κατηγορίες που βασίζονται στη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλική προτίμηση και συγκεκριμένες εθνικές ή περιφερειακές διαφοροποιήσεις. Οι διαφορές ως προς το status και τα ιεραρχικά χαρακτηριστικά τείνουν να συγκλίνουν με τις ταξικές διαφορές, και εμφανίζεται ένας ευρέως διάχυτος καπιταλιστικός κόσμος στον οποίο για την κοινή γνώμη οι εθνοτικές, εθνικές και φυλετικές διαφορές είναι συχνά πιο σημαντικές από τις ταξικές διαφορές.
Ταυτόχρονα, ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει μια νέα αντίφαση, ίσως την πιο σημαντική: τη σύγκρουση μεταξύ μιας οικονομίας που βασίζεται στην απεριόριστη ανάπτυξη και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος”.1

Ακόμη και αν ο Bookchin μερικές φορές φαίνεται λίγο πολύ εντυπωσιασμένος από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό των αρχών του εικοστού αιώνα και δεν είναι αρκετά πρόθυμος στην ανάλυση του παρελθόντος και παρόντος της ιμπεριαλιστικής και οικονομικής δυναμικής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο έργο του βρέθηκε σε θέση να προβλέψει σε μεγάλο βαθμό τα ερωτήματα που επισημάνθηκαν όλο και περισσότερο από την κοινωνία της τρίτης χιλιετίας προσπαθώντας, παράλληλα, να ξεπεράσει τα εύκολα μάντρα και τις υπερβολικές ιδεολογικές απλοποιήσεις που προέρχονται από τις πρακτικές του εικοστού αιώνα, τόσο από τους μαρξιστικούς όσο και στους μπολσεβικούς ή αναρχικούς τομείς-πεδία.

“Καμία από τις αντικαπιταλιστικές ιδεολογίες που διακηρύχθηκαν στο παρελθόν – μαρξισμός, αναρχισμός, συνδικαλισμός και οι διάφορες μορφές σοσιαλισμού – εξακολουθούν να έχουν την ίδια σημασία που είχαν στην προηγούμενη φάση […] Καμιά από αυτές τις ιδεολογίες δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως το πλήθος προβλημάτων, ευκαιριών, άγνωστων μεταβλητών και συμφερόντων που ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει πολλές φορές στην πάροδο του χρόνου.
Επισημαίνοντας τόσο τις ιστορικές όσο και τις υλικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις μιας κοινωνίας νέου τύπου, ο μαρξισμός αποτελεί την πληρέστερη και συνεκτικότερη προσπάθεια να οργανωθεί ένας καλά οργανωμένος σοσιαλισμός. Χρωστάμε πολλά στην προσπάθεια του Μαρξ να μας δώσει μια συνεκτική και διεγερτική ανάλυση των σχέσεων της αγοράς και των σχέσεων μεταξύ της αγοράς και της προοδευτικής σκέψης, καθώς και μια συστηματική κοινωνική θεωρία, μια αντικειμενική ή «επιστημονική» έννοια της ιστορικής ανάπτυξης και μιας πολιτικής στρατηγικής. ευέλικτης. […] Με τον ίδιο τρόπο, ο αναρχισμός αντιπροσωπεύει, ακόμη και στην αυθεντική του μορφή, μια έντονα ατομικιστική προοπτική που προάγει έναν ριζοσπαστικά ελευθεριακό τρόπο ζωής, συχνά σε αντικατάσταση της μαζικής δράσης. Στην πραγματικότητα ο αναρχισμός αντιπροσωπεύει την πιο ακραία διατύπωση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, μέχρι τον εορτασμό ηρωικών πράξεων ανυπακοής του Κράτους. Ο αναρχικός μύθος της αυτορρύθμισης – η ριζοσπαστική επιβεβαίωση του ατόμου πάνω ή ακόμη και κατά της κοινωνίας και η προσωπική απουσία ευθύνης για τη συλλογική ευημερία – οδηγεί σε μια επιβεβαίωση μιας παντοδύναμης προσωπικής θέλησης που θα είναι κεντρική στο ταξίδι του Νίτσε.[…] Η τύχη του επαναστατικού συνδικαλισμού έχει επηρεαστεί με διάφορους τρόπους από μια παθολογία που ονομάζεται «εργατισμός» και όσα κατέχει σε ιστορικό, φιλοσοφικό ή πολιτικό επίπεδο τα έχει δανειστεί, συχνά αποσπασματικά και έμμεσα, από τον ΜαρξI “.2

Αυτό που ενώνει τότε, σύμφωνα με τον Bookchin, τα τρία κύρια ρεύματα του αντικαπιταλιστικού κινήματος είναι ότι σχεδόν πάντα μπερδεύουν την «πολιτική» με την κυβέρνηση του Κράτους, χωρίς να καταφέρνουν να κατανοούν πώς το τελευταίο είναι ουσιαστικά προορισμένο να ασκήσει κυριαρχία επί της κοινωνίας από την πλευρά μιας τάξης ή ενός κόμματος, ή ακόμη ενός τρόπου παραγωγής των αξιωματούχων του, περισσότερο από την προώθηση μιας ορθολογικής και κοινόχρηστης οργάνωσης αυτής.

“Ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό της αριστεράς είναι ακριβώς η μαρξιστική, αναρχική και επαναστατική συνδικαλιστική πεποίθηση ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός, κατ ‘αρχήν, μεταξύ της πολιτικής σφαίρας και της κρατικίστικης σφαίρας. Ο Μαρξ δίνοντας έμφαση στο Κράτος-έθνος – συμπεριλαμβανομένου του «εργατικού Κράτους» – ως κέντρο οικονομικής και πολιτικής εξουσίας (καθώς και οι ελευθεριακοί) δεν κατάφερε να δείξει πώς οι εργαζόμενοι μπορούν να ελέγξουν πλήρως και άμεσα το εν λόγω Κράτος χωρίς τη μεσολάβηση μιας ισχυρής γραφειοκρατίας και θεσμικών οργάνων κρατικίστικου τύπου (ή, στην περίπτωση των ελευθεριακών, κυβερνητικών). Ως αποτέλεσμα, οι μαρξιστές αναπόφευκτα συνέλαβαν την πολιτική σφαίρα – την οποία ονόμασαν εργατικό Κράτος – ως κατασταλτική οντότητα, προφανώς θεμελιωμένη στα συμφέροντα μιας μοναδικής τάξης: του προλεταριάτου. […] Οι αναρχικοί έχουν επί μακρόν θεωρήσει κάθε κυβέρνηση ως ένα Κράτος και την καταδίκασαν – μια άποψη που αντιπροσωπεύει τη συνταγή για την εξάλειψη οποιασδήποτε οργανωμένης κοινωνικής ζωής, όποια κι αν είναι. Ενώ το Κράτος είναι το μέσο με το οποίο μια καταπιεστική και εκμεταλλεύτρια τάξη ρυθμίζει και ελέγχει με τρόπο καταναγκαστικό τη συμπεριφορά των εκμεταλλευόμενων τάξεων, μια κυβέρνηση – ή ακόμα καλύτερα, ένα πολιτικό σύστημα – είναι ένα σύνολο θεσμών σχεδιασμένων να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα της κοινοπρακτικής ζωής με τρόπο ομαλό και, ελπίζουν, ισότιμο, δίκαιο. Κάθε θεσμοθετημένη ένωση που αποτελεί ένα σύστημα διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων – με ή χωρίς την παρουσία ενός Κράτους – είναι αναγκαστικά μια κυβέρνηση. Αντίθετα, όλα τα Κράτη, ακόμα και αν είναι στην πραγματικότητα μια μορφή κυβέρνησης, αποτελούν δύναμη καταστολής και ελέγχου της τάξης. Όσο κι αν μπορεί να ενοχλεί τόσο τους μαρξιστές όσο και τους αναρχικούς, η τάξη των καταπιεσμένων απαιτούσε για αιώνες, με ισχυρή φωνή και με δομημένο τρόπο συντάγματα και θεσμούς, υπεύθυνες και ευαίσθητες κυβερνήσεις, ακόμη και νόμους ή nomos, που να την υπερασπίζονται από την άκαμπτη ισχύ των μοναρχών, των ευγενών και των γραφειοκρατών. Η ελευθεριακή αντίθεση-αντιπολίτευση στον νόμο, για να μην αναφέρουμε την κυβέρνηση ως τέτοια, είναι ανόητη […] Αυτό που παραμένει, τελικά, δεν είναι άλλο παρά μια υπολειμματική εικόνα στον αμφιβληστροειδή που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα”.3

Ποια είναι λοιπόν η πρόταση του Bookchin?

“Καθώς εισερχόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα, οι κοινωνικοί ριζοσπάστες χρειάζονται έναν σοσιαλισμό – ελευθεριακό και επαναστατικό – που να μην είναι ούτε μια παράταση του «ενωτισμού», αγροτικού και βιοτεχνικού τύπου, που βρίσκουμε στο κέντρο του αναρχισμού, ούτε η «εργατολατρεία» » που βρισκόμαστε στο κέντρο του επαναστατικού συνδικαλισμού και του μαρξισμού […] Η προσπάθεια να αναβιώσει ο μαρξισμός, ο αναρχισμός ή ο επαναστατικός συνδικαλισμός, προσδίδοντάς τους μια ιδεολογική αθανασία, θα αποτελούσε ένα εμπόδιο στην ανάπτυξη ενός σημαντικού ριζοσπαστικού κινήματος.[…] Θεωρώ ότι ο κοινοτισμός είναι η καταλληλότερη γενική πολιτική κατηγορία για να κατανοήσουμε πλήρως μια καλά μελετημένη και συστηματική θεώρηση της κοινωνικής οικολογίας […] Ως ιδεολογία, ο κοινοτισμός βασίζεται στην καλύτερη παράδοση των παλαιών αριστερών ιδεολογιών – μαρξισμού και αναρχισμού ή, πιο σωστά, στην ελευθεριακή σοσιαλιστική παράδοση – προσφέροντας της ένα ευρύτερο και αξιόλογο όραμα για την εποχή μας. […] Η επιλογή του όρου communalism, κοινοτισμός για να αντιμετωπίσει τις φιλοσοφικές, ιστορικές, πολιτικές και οργανωτικές συνιστώσες ενός σοσιαλισμού για τον εικοστό πρώτο αιώνα δεν είναι αλόγιστη. Ο όρος προέρχεται από την Κομούνα του Παρισιού του 1871, όταν στη γαλλική πρωτεύουσα ο ένοπλος λαός ανέβηκε στα οδοφράγματα όχι μόνο για να υπερασπιστεί το δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού και τις διοικητικές του δομές, αλλά και για να δημιουργήσει μια εθνική συνομοσπονδία πόλεων και χωριών, σε αντικατάσταση του δημοκρατικού έθνους-Κράτους. Ο κοινοτισμός, ως ιδεολογία, δεν μολύνεται από τον ατομικισμό και τον αντι-ορθολογισμό, που είναι συχνά σαφής στον αναρχισμό, ούτε φέρει το βάρος του μαρξιστικού αυταρχισμού που εκφράζεται στον μπολσεβικισμό. Δεν επικεντρώνεται στο εργοστάσιο ως κύριο κοινωνικό του πεδίο ή στο βιομηχανικό προλεταριάτο ως κύριο ιστορικό παράγοντα του και δεν μειώνει τις ελεύθερες κοινότητες του μέλλοντος σe εξωπραγματικές κοινότητες μεσαιωνικού στυλ”.4

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι σημαντικότερες εμπειρίες αγώνα σήμερα, από την Valle di Susa εδώ στην Ιταλία μέχρι το ZAD στη Γαλλία, έχουν κατά κάποιο τρόπο συμμορφωθεί με αυτό το όραμα το οποίο, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί και ποτέ δεν θα μπορεί να δοθεί για οριστικό μια για πάντα. Ακριβώς όπως δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι το όραμα του Murray Bookchin έχει υιοθετηθεί ή, τουλάχιστον, είναι τόσο κοντά στις μορφές αγώνα και κοινωνικής οργάνωσης που υιοθετήθηκαν στην κουρδική Rojava και επίσης επικυρώθηκαν από τις θεωρίες που εξέφρασε ο Abdullah Öcalan στα μεταγενέστερα του έργα μετά την αναθεώρηση του μαρξισμού-λενινισμού βάσει του οποίου διαμορφώθηκε το PKK.5

Ακριβώς όπως ίσως δεν είναι τυχαίο ότι για να επεξεργαστεί την ιταλική μετάφραση και την εισαγωγή στο κείμενο που δημοσίευσε η BFS υπήρξε ο Martino Seniga, δημοσιογράφος και ανταποκριτής της RAI, ο οποίος ταξίδεψε εκτενώς στο Κουρδιστάν, όπου πραγματοποίησε μια σειρά τηλεοπτικών ρεπορτάζ και διαδικτυακών προγραμμάτων για το web σχετικά με το δημοκρατικό συνομοσπονδιακό σχέδιο στη Συρία (Rojava) και την Τουρκία.

Όπως δήλωσε η Ursula Le Guin, αμερικανή συγγραφέας ουτοπικής επιστημονικής φαντασίας και φεμινίστρια που πρόσφατα απεβίωσε, στον Επίλογο της:

“Σίγουρα σήμερα η φιλοσοφική και κοινωνική σκέψη πρέπει να ασχοληθεί σε αντιστοιχία με την μη αναστρέψιμη υποβάθμιση του περιβάλλοντος που παράγεται από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό: ένα προφανές γεγονός για το οποίο η επιστήμη μας μιλάει για περισσότερο από πενήντα χρόνια, ενώ οι τεχνολογικές εξελίξεις προσπαθούν μόνο να το καλύψουν, να το αποκρύψουν. Κάθε πλεονέκτημα που μας έφερε η εκβιομηχάνιση και ο καπιταλισμός, κάθε βελτίωση της επιστήμης, της υγείας, της επικοινωνίας και της ευημερίας ρίχνει πλέον την ίδια θανατηφόρα σκιά. […] Ο καπιταλισμός βασίζεται εξ ορισμού στην ανάπτυξη, όπως λέει ο Bookchin: «για τον καπιταλισμό το να απέχει από την παράλογη ανάπτυξη του θα σήμαινε να διαπράξει κοινωνική αυτοκτονία». Προφανώς πήραμε απλά τον καρκίνο ως πρότυπο του κοινωνικού μας συστήματος.
Η καπιταλιστική επιταγή του «ανάπτυξη ή θάνατος» ριζικά έρχεται σε σύγκρουση με τις οικολογικές επιταγές της αλληλεξάρτησης και της επιβίωσης, της συντήρησης. Αυτά τα δύο οράματα, αυτές οι δυο οπτικές δεν μπορούν πλέον να συνυπάρχουν μεταξύ τους, ούτε μια κοινωνία που βασίζεται στον μύθο αυτής της αδύνατης συνύπαρξης μπορεί να επιβιώσει. Είτε θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια οικολογική κοινωνία είτε δεν θα υπάρξει πλέον κοινωνία για κανέναν, ανεξάρτητα από το καθεστώς της, το status της.
Ο Murray Bookchin έχει περάσει τη ζωή του εναντίον του αρπακτικού πνεύματος του καπιταλισμού του «αναπτυσσόμενοι ή πεθαίνοντας». Τα οκτώ δοκίμια που συνθέτουν αυτό το βιβλίο αντιπροσωπεύουν τη σύνθεση του έργου του: τα θεωρητικά θεμέλια για μια οικολογική, ισότιμη και δημοκρατική κοινωνία, με μια πρακτική προσέγγιση για την υλοποίησή της. Αναλύει τις αποτυχίες των παλαιών κινημάτων για κοινωνική αλλαγή, επαναφέρει την προοπτική της άμεσης δημοκρατίας και, στο τελευταίο κεφάλαιο, σχεδιάζει το σχέδιό του να μετατρέψει την παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση σε μια ευκαιρία να ξεπεράσει τις παλιές, μπαγιάτικες ιεραρχίες φύλου, φυλής, τάξης και έθνους, την ευκαιρία να βρούμε μια ριζική θεραπεία για το «κακό» που κυβερνά το κοινωνικό μας σύστημα. Διάβασα αυτό το βιβλίο με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη”.6

Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερα λόγια για να κλείσω αυτή την ανασκόπηση.


  1. M. Bookchin, Il progetto comunalista (novembre 2002), in LA PROSSIMA RIVOLUZIONE, pp. 32-33  
  2. Bookchin, op.cit. pp. 34-37  
  3. pp. 38-39  
  4. pp. 39-41  
  5. Sulle interrelazioni tra il pensiero di Abdullah Öcalan quello di Murray Bookchin, si veda Janeth Biehl, Dallo Stato-nazione al comunalismo. Murray Bookchin, Abdullah Öcalan e le dialettiche della democrazia, Edizioni Tabor 2015  
  6. Ursula K. Le Guin, Postfazione, pp.180-181  

Share

θεωρία, teoria

»Eγκώμιο της στράτευσης», Εισαγωγή – “Elogio della militanza” – Introduzione

on 01 Φεβρουαρίου 2016.

του GIGI ROGGERO

Elogio della militanza

0. Η σκέψη και η γραφή είναι εργαλεία. Αν έχουμε να ξεχαρβαλώσουμε μια πόρτα χρειαζόμαστε ένα λοστό, αν έχουμε να επιτεθούμε στη φύση ενός λόγου χρειαζόμαστε έννοιες. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε την πρώτη ούτε να φετιχοποιούμε τα δεύτερα: ο λοστός δίχως έννοιες γυρνά στο κενό, οι έννοιες χωρίς λοστό είναι άοπλες. Μας φαίνεται σημαντικό να το διευκρινίσουμε αμέσως, για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Στην πραγματικότητα, ζούμε σε μια περίοδο, που χαρακτηρίζεται από την όξυνση της κρίσης, στην οποία η θεωρία και η πρακτική κινδυνεύουν όλο και περισσότερο να διαχωριστούν και ανεξαρτηκοποιηθούν. Με καταστροφικές συνέπειες, και στις δύο πλευρές. Μια πρακτική στράτευσης χωρίς θεωρία στράτευσης έχει μικρή αναπνοή και κινδυνεύει να καταντήσει αυτοαναφορικότητα . Μια θεωρία στράτευσης δίχως αγωνιστική πρακτική είναι καλή για την ακαδημία, δηλαδή καλή για το τίποτα.

Ο Αλτουσέρ τράβηξε προς τα έξω αυτούς τους δύο όρους: θεωρητική πρακτική και πολιτική πρακτική. Αντί να επιλύσουν το πρόβλημα, το έχουν καταστήσει χρόνιο. Γιατί εννοούσαν την αυτονομία της θεωρίας από τη μία πλευρά, την αυτονομία του πολιτικού από την άλλη. Η ταξική πάλη στη φιλοσοφία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο φέρνοντας τη φιλοσοφία εκεί όπου ήταν η ταξική πάλη, από το κανονικό σχολείο στα εργοστάσια, και στη συνέχεια στα εργοστάσια της γνώσης. Σε εκείνο το σημείο σταματούσε να είναι φιλοσοφία, και είναι εδώ που ο διανοούμενος σταματά και διαχωρίζεται: γιατί πρέπει να πάψει να είναι διανοούμενος, αρνούμενος  status και εισόδημα που προέρχονται από αυτή την κατάσταση. Η φυσική θέση συχνά εξηγεί πολύ περισσότερα απ’ ότι οι φιλοσοφικοί λαβύρινθοι.

Ο πολιτικός αγωνιστής, ο στρατευμένος, έγραφε ο Tronti, έχει ως αντικείμενο της ανάλυσης του τον καπιταλισμό, δηλαδή την πραγματικότητα που πρέπει να πολεμήσει. Πρέπει να μελετήσει αυτό που πρέπει να καταστρέψει. Αυτός που ερωτεύεται το αντικείμενο της ανάλυσης του, προκειμένου να αναπαράξει τους ρόλους που αποκτήθηκαν στην καπιταλιστική κοινωνία, εγκαταλείπει την αγωνιστικότητα και την στράτευση και περνά στο στρατόπεδο του εχθρού. Δεν αξίζει τον κόπο να βγάλει προς τα έξω την προδοσία, είναι απλούστατα ανικανότητα να διαρρήξει τον διαχωρισμό της κατάστασής του. Στον μαχητή-αγωνιστή χρειάζεται μίσος για να παράξει γνώση. Πολύ μίσος, να μελετήσει προσεκτικά αυτό που μισεί περισσότερο. Η αγωνιστική δημιουργικότητα είναι κατά κύριο λόγο επιστήμη της καταστροφής. Έτσι, η πολιτική πρακτική κυοφορεί, είναι γεμάτη από θεωρία, ή δεν είναι τέτοια. Θα πρέπει να μελετήσουμε προκειμένου να ενεργήσουμε, πρέπει να δράσουμε για να σπουδάσουμε, να μελετήσουμε. Και θα τα κάνουμε και τα δύο μαζί. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το πολιτικό καθήκον.

Για να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο και πριν μπούμε στην ουσία του περιεχομένου πρέπει, πρώτα απ ‘όλα, να πούμε τουλάχιστον τι δεν θέλουμε και σε ποιον απευθυνόμαστε. Δεν θέλουμε να γράψουμε για όλους, για τον καθένα. Αντίθετα, δυσπιστούμε ανοικτά γι αυτούς των οποίων η γραφή και οι σκέψεις τους εκτιμώνται από όλους, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν λένε τίποτα. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ένα εργαλείο επίθεσης και όχι μια διανοητική συνήθεια. Aυτός που γράφει για όλους ουσιαστικά γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθυνόμαστε στους πολιτικούς αγωνιστές, ιδίως σε εκείνους που κινούνται γύρω από αυτό που ο Alquati ονόμαζε μεσαίο βεληνεκές. Είναι εκείνο το ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού, μεταξύ θεωρίας και πράξης, μεταξύ της συγκεκριμένης αφαίρεσης της εντολής και της αφηρημένης αποφασιστικότητας της καθημερινής ζωής. Στο μεσαίο βεληνεκές, ο στρατευμένος αγωνιστής μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Το mid-range, το μέσο βεληνεκές είναι το βασικό επίπεδο της πολιτικής δράσης.

 

1.Ποιος είναι ο στόχος αυτού του βιβλίου; Να αντιμετωπίσει προβλήματα, να τα στρώσει επάνω στο χαλί, να συνθέσει ξανά τη γενεαλογία τους, να προσπαθήσει να τα βάλει σε μια σειρά, να τα ταξινομήσει, να χτίσει μια ιεραρχία. Κατά τη γνώμη μας, ειδικότερα, υπάρχει ένα πρόβλημα το οποίο περιέχει όλα τα άλλα: εκείνο της ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως τέτοιο, πρέπει να προχωρήσουμε δια της αποσύνθεσης για να μπορέσουμε στη συνέχεια να ανασυνθέσουμε, να αποσυσκευάσουμε και να επανασυναρμολογήσουμε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Αν το προσεγγίσουμε ως τέτοιο ή αν το αποσυνθέσουμε δίχως να ανασυνθέσουμε εκ νέου, στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να παραμείνουμε παγιδευμένοι στα πλέγματα των διαρθρώσεων και του διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργατικής δύναμης έτσι όπως έχει παραχθεί από το κεφάλαιο. Μια φωτογραφία χωρίς διασικασία και χωρίς δυνατότητα ανατροπής, αδύναμη κοινωνιολογία. Αν περιδιαβούμε θεωρητικά εκεί μέσα, με ένα άλμα της θέλησης χωρίς υλική βάση, εκείνο το πρόβλημα εμφανίζεται ξανά και ξανά, ωθώντας την συζήτηση στον ιδεαλισμό και στην αυτοαναφορικότητα. Μια τάση που στερείται πραγματικότητας, φιλοσοφία αδύναμη. Σε αυτό το βιβλίο θα κάνουμε μόνο εν μέρει αυτή την επιχείρηση αποσύνθεσης και ανασύνθεσης, πηγαίνει πέρα από τις ικανότητες και τις δυνατότητές μας. Αλλά θα προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τις προϋποθέσεις για να εκπληρώσουμε συλλογικά αυτή την επιχείρηση, η οποία είναι πάνω από όλα ένα συλλογικό σχέδιο αγωνιστικής έρευνας.

Για αρχή, θα πρέπει να διευκρινιστεί το σημείο εκκίνησης. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια απόσταση για να φθάσουμε πολύ κοντά: η μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη παραμένει για εμάς ένα άλυτο πέρασμα. Το έλυσε το κεφάλαιο, θέτοντας σε αξία τον κοινωνικό και μητροπολιτικό χώρο, ξεπερνώντας την μορφή- εργοστάσιο και κατακερματίζοντας τον ανταγωνιστή του. Δεν το επιλύσαμε εμείς, οι οποίοι μέσα στις νέες συντεταγμένες χώρο-χρόνου των διαδικασιών συσσώρευσης δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να βρούμε τα λειτουργικά ισοδύναμα της απεργίας και του σαμποτάζ, δηλαδή την ικανότητα να βλάψουμε το αφεντικό και να επηρεάσουμε τις σχέσεις παραγωγής, την ισορροπία δυνάμεων και τις εξουσιαστικές σχέσεις. Στο στάδιο αυτό, το κεφάλαιο δεν έφτασε λόγω ενός εσωτερικού ορθολογισμού, αλλά επειδή αναγκάστηκε από το επίπεδο που επιτεύχθηκε λόγω της ταξικής πάλης. Αν μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν και να συσσωρεύουν όπως έκαναν και πριν, θα το είχαν κάνει. Σύντομα συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν έτσι. Μέσα στη φωτιά των αγώνων, μπροστά στην αδυναμία να διευθύνουν, να κυβερνήσουν τα εργοστάσια και τις μητροπόλεις, η Τριμερής το είπε ξεκάθαρα το ’73: η επέκταση των συγκρούσεων, των αναγκών και των διαδικασιών της υποκειμενικοποίησης που γεννήθηκαν μέσα και ενάντια στο ταιϋλοριστικό εργοστάσιο και την φορντική κοινωνία πρέπει να αποκλειστεί , να μπλοκαριστεί, στην αντίθετη περίπτωση η ικανότητα να διατηρηθούν τα ηνία της διοίκησης θα τιναχτεί στον αέρα. Δεν έφτανε πλέον, δεν αρκούσε η καταστολή: το κεφάλαιο ή ανανεώνονταν ή καταστρέφονταν. Κατάφερε να καινοτομήσει, να ανανεωθεί, εμείς δεν ήμασταν σε θέση να το καταστρέψουμε. Είναι επάνω στην καινοτομία και την ανανέωση που κέρδισαν τη μάχη.

Υπάρχουν δύο πρόσφατες διατριβές σχετικά με αυτό το μακρύ πέρασμα, το οποίο φτάνει μέχρι τις μέρες μας: προέρχονται από δύο γνωστές και διαφορετικές φιγούρες, μοιάζουν να είναι σε θέση να φωτίσουν καλά το παρόν και τη γενεαλογία του, προσφέροντας μας μερικά από τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εμβαθυνθούν. Η πρώτη είναι του Tronti, περισσότερο ή λιγότερο πηγαίνει κάπως έτσι: για να διαλύσουν την εργατική τάξη χρειάστηκε να διαλύσουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Η άλλη είναι του Marazzi, ο οποίος στρέφεται σε εκείνο το βήμα-πέρασμα για να καταλάβει την χρηματιστικοποίηση: από τη στιγμή που απελευθερώνεται από την ουσία για να καταστρέψει την εργατική τάξη, δηλαδή την τάξη που του αντιτίθεται, το κεφάλαιο δεν είχε πλέον ανάπαυλα. Το κεφάλαιο λοιπόν λογαριάζεται και τα βάζει με την »ιστορική του νέμεση» : για να καταστρέψει μια συγκεκριμένη ταξική σύνθεση, τον εργάτη μάζα, κατέστρεψε επίσης τη δυναμική ανάπτυξης που συνδέεται με την κοινωνική σχέση, αυτό που του επέτρεπε να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται μέσα στη σύγκρουση. «Από όλα τα μέσα παραγωγής, η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη», έγραφε ο Μαρξ κατά του Προυντόν στο Η αθλιότητα της φιλοσοφίας. Για να επιτεθεί στην εργατική αυτονομία, ως εκ τούτου, το κεφάλαιο με τη σειρά του – εν μέρει – αυτονομείται, αλλά με αυτό τον τρόπο δεν είναι σε θέση πλέον να προκαλέσει νέους κύκλους ανάπτυξης. Γιατί η εργατική τάξη μπορεί να είναι αυτόνομη, το κεφάλαιο όχι: δομικά εξαρτάται από τον εχθρό του. Η κρίση είναι ακριβώς αυτή η ιστορική νέμεση.

Όλα καλά, λοιπόν; Εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε το κεφάλαιο να σκάσει μες τις δικές του αντιφάσεις; Ούτε για όνειρο. Η κρίση δεν είναι ένα προοίμιο για την κατάρρευση, όπως θα έπρεπε να έχουμε καταλάβει εδώ και αρκετό καιρό, τουλάχιστον από τότε που οι θεωρίες crolliste, της κατάρρευσης των χρόνων του Είκοσι του περασμένου αιώνα έφεραν αρκετά κακά. Εάν δεν υπάρχει ένα συλλογικό υποκείμενο σε θέση να την διασπάσει, να τη νικήσει, εκείνη η κοινωνική σχέση δεν θα διαρραγεί από μόνη της. Το κεφάλαιο μπορεί να κυβερνά και να αναπαράγεται επ ‘αόριστον μέσα στην κρίση, αν δεν συναντήσει μια ανταγωνιστική κοινωνική δύναμη που να μπορεί να διαταράξει και να καταστρέψει αυτή την αναπαραγωγή. Πράγματι, η σημερινή κρίση παίρνει νέα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν: γίνεται μόνιμη μορφή συσσώρευσης και πολιτικής εντολής, διοίκησης. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, φαίνεται να μετατρέπεται όλη την ώρα, και να τα αλλάζει όλα, μεσοπρόθεσμα δεν αλλάζει τίποτα όσον αφορά το κεντρικό στοιχείο: τη διοίκηση, στην πραγματικότητα.

Στην αυτοαναφορικότητα του κεφαλαίου, υπάρχει ο κίνδυνος να καθρεπτιστεί η αυτοαναφορικότητα του μαχητικού λόγου. Αυτό είναι καλό για τον εχθρό μας, κακό για εμάς. Στην δυσκολία να στηριχθεί στη νέα ουσία της τάξης, ο μαχητικός λόγος τρέχει συχνά στα περιθωριακά νησιά των ομοίων του ψάχνοντας για επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων του. Η ιδέα παίρνει τη θέση της σάρκας. Έτσι η έκταση του λόγου παύει να είναι η υλικότητα των διαδικασιών του αγώνα, της οργάνωσης και της ισορροπίας δυνάμεων, για να γίνει η μαχητική κοινότητα. Την ουσία της τάξης αντικαθιστά η ανακολουθία του ιδεολογικού λόγου, σε μια επιχείρηση φανταστικής αναπαράστασης με καταστροφικά αποτελέσματα που συχνά είναι τραγελαφικά.

 

Σχηματικά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε δύο κυρίαρχες τάσεις: μια νοσταλγία για την ουσία και μια αδιαφορία στην ουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που θα κάνουμε σαφέστερους κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, υπάρχει αφενός μια μυθολογική ταξική σύνθεση χωρίς εργατισμό, από την άλλη ένας μυθολογικός εργατισμός δίχως ταξική σύνθεση. Οι μεν προστρέχουν με την φαντασία τους στην Κίνα ή στις αναδυόμενες χώρες, ονειρευόμενοι να βρουν εκεί αυτό που εδώ πλέον δεν υπάρχει. Αν είχαν πάει πραγματικά, θα έμεναν βαθύτατα απογοητευμένοι. Ο άλλοι φεύγουν με τη φαντασία προς ένα μέλλον που είναι άμεσα δεδομένο, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι η τάση είναι πάντα ένα ζήτημα αγώνων και σχέσεων εξουσίας, ισορροπίας δυνάμεων. Ποια είναι η καλύτερη μεταξύ των δύο επιλογών; Και οι δύο είναι χειρότερες. Η μια ενισχύει την άλλη, σε μια στείρα καυστική διαφωνία που δεν αφορά άλλους έξω από τους στενούς κύκλους αυτών που τις μεταφέρουν. Χρειάζεται λοιπόν μια προκαταρκτική επιχείρηση για να καθαρίσει το πεδίο, ο αγωνιστικός χώρος, και να τεθούν τα προβλήματα επάνω σε ένα έδαφος απελευθερωμένο από φακούς που θολώνουν την άποψη και από σχήματα που δεν εξυπηρετεί πλέον η ανάγνωση τους.

 

2. Ας το πούμε κι έτσι, είναι σαφές : ο λεγόμενος μετα-εργατισμός είναι τελειωμένος. Ο ορισμός γεννήθηκε στα αγγλοσαξονικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, σαν μια προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί η δύναμη του εργατισμού, να τον αποπολιτικοποιήσουν και να τον αφαιρέσουν από την σύγκρουση και την ταξική σύνθεση. Για να τον καταστήσουν δηλαδή, καλό για την ακαδημία και την πολιτική οικονομία της εξοικείωσης. Τώρα έχει γίνει «Ιταλική θεωρία», για να ολοκληρωθεί η διαδρομή περίφραξης και αξιοποίησης μιας σκέψης που σκόπιμα έχει αδειάσει από περιεχόμενο και είναι αφοπλισμένη. Δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, και με το οποίο ασχολούμαστε. Αντίθετα με τον ξεχαρβαλωμένο ορισμό του μετα-εργατισμού εννοούμε εκείνο τον κοινό χώρο, ακόμη και αν έχει διαφοροποιηθεί, που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα του εικοστού αιώνα για να αναλύσει τις μορφές της παραγωγής και της εργασίας που προέκυψαν από τις στάχτες του περάσματος που αναφέρθηκε νωρίτερα, στην διάρκεια της προσπάθειας να ανατραπούν, να αντιστραφούν οι εκμηδενιστικές εικόνες του τέλους της ιστορίας και της μοναδικής σκέψης. Ο επίμαχος στόχος ήταν και παραμένει ορθός, η συγκεκριμένη ανάπτυξη δεν είναι πάντα στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι γεννήθηκαν οι θεωριτικοποιήσεις για τον λεγόμενο»μετα-φορντισμό», και στη συνέχεια σταδιακά οι προσπάθειες να εντοπιστούν νέα υποκείμενα της σύγκρουσης που να ενσωματώνουν επάνω τους γνώσεις και κοινωνική συνεργασία. Ορισμένες από αυτές τις προσπάθειες ήταν προβληματικές από την αρχή, άλλες υπήρξαν εξαιρετικά παραγωγικές και μπορούν ακόμα να είναι, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επανεξεταστεί στο πλαίσιο των αλλαγών που συνέβησαν μέσα στην κρίση και την εξάντληση ενός συνολικού μοντέλου.

Εδώ, το θέμα είναι αυτό: το να μην ξεκινήσουμε από την αρχή σε αυτή την περίπτωση σημαίνει πραγματικά πως γυρνάμε πίσω. Σημαίνει, με άλλα λόγια, πως διατρέχουμε τον κίνδυνο να αποστεώσουμε τις κατηγορίες, να τις μεταμορφώσουμε σε δόγματα, να κάνουμε τον εργατισμό κάτι που ποτέ δεν υπήρξε: ένα σχολείο και όχι ένα κίνημα της σκέψης. Αυτό σημαίνει, επικουρικώς, να δώσουμε χώρο σε ενοχλητικές πράξεις μνησίκακης επίθεσης σε ένα ολόκληρο επαναστατικό θεωρητικό δημιούργημα. Είναι άνευ σημασίας πράξεις, φυσικά, αλλά διατρέχουν τον κίνδυνο να μετακινήσουν τη συζήτηση γύρω από την υπεράσπιση των εννοιών και όχι για τη χρησιμότητά τους στους αγώνες. Ως εκ τούτου, ενδέχεται και κινδυνεύουν να σύρουν τα πάντα στην πολιτική περιθωριοποίηση.

Μετά το τέλος του μετα-εργατισμού, τι έχει απομείνει; Μένουν οι εργατιστές, καθώς επίσης και οι λεγόμενοι μετα-εργατιστές. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί αγωνιστές, έτσι ώστε εκείνη η επαναστατική μέθοδος είναι μια οπτική μέσα και ενάντια στην πραγματικότητα, μια σάντα μπάρμπαρα, μια πυριτιδαποθήκη για να την ανατινάξουν. Εμείς πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκείνη την αυθεντική κίνηση που υπήρξε κτήμα του εργατισμού σε σχέση με τον Μαρξ: την μακιαβελική επιστροφή προς τις αρχές, δηλαδή, προς τον Μαρξ, ενάντια στον μαρξισμό. Τώρα το καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, σίγουρα όχι ενάντια αλλά σίγουρα με κριτικό τρόπο σε σχέση με όλα αυτά τα οποία δεν λειτουργούν πλέον από τον μετά-εργατισμό, ή που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Αυτός που έχει το φόβο ή χαίρεται με το ξεπούλημα μιας θεωρητικής κληρονομιάς, πιθανότατα ακολούθησε λάθος δρόμο, σίγουρα λάθεψε βιβλίο. Μας φαίνεται πως εκείνοι που έχουν συμβάλλει στο ξεπούλημα εκείνης της κληρονομιάς είναι εκείνοι που απολαμβάνουν κατηγορίες που δεν εξυπηρετούν πλέον τον αγώνα, ακόμα κι αν – ή ακριβώς επειδή – εξυπηρετούν την συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια. Εμείς, αντίθετα, ενδιαφερόμαστε να χρησιμοποιήσουμε την κληρονομιά, δεν μας ενδιαφέρουν οι έριδες για την διαθήκη. Οπότε, για να χρησιμοποιήσουμε εκείνη την εξαιρετική κληρονομιά πρέπει να την περάσουμε από το κοφτερό νήμα της κριτικής, να πετάξουμε αυτά που δεν είναι απαραίτητα, να επανεξετάσουμε προς τα εμπρός ότι περιστρέφεται στο κενό. Το να μη το κάνουμε είναι ο αληθινός τρόπος για να προδώσουμε εκείνη την κληρονομιά.

 

3. Να συνοψίσουμε. Ο εργατισμός σαν επαναστατική θεωρητική πρακτική ιστορικά προκαθορισμένη τελειώνει παραδίδοντας μας ένα πρόβλημα: την μετάβαση από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη. Η ανάλυση επάνω στον «μετα-φορντισμό» εν μέρει το αποσαφηνίζει και εν μέρει το απομακρύνει , στο βαθμό που αναγιγνώσκει την τεχνική σύνθεση σαν πολιτική σύνθεση, ήτοι εκτρέποντας το βλέμμα από τον καπιταλιστικό σχηματισμό της υποκειμενικότητας και από την υπακοή στους μετασχηματισμούς εργασίας. Εκεί, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Επειδή εκείνη του κοινωνικού εργάτη ήταν μία πολιτική φιγούρα, αλλά κατέστη και μειώθηκε σε τεχνική φιγούρα. Επιπλέον, από τον κοινωνικό εργάτη στον γνωστικό εργαζόμενο το υποκείμενο ενσαρκώνεται τεχνικά, αποσαρκώνεται πολιτικά. Ξεκινώντας και πάλι από αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει να επιστρέψουμε στον εργάτη μάζα, που δεν υπάρχει πλέον πουθενά, αλλά να αναζητήσουμε μια νέα ουσία. Ποια είναι; Πώς παράγεται; Πώς μπορούμε να την οργανώσουμε; Για να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να διασχίσουμε ξανά με γενεαλογικό τρόπο την έννοια της ταξικής σύνθεσης. Αυτό είναι το στοίχημα.

Προσοχή, στην περίπτωση που χρειάζεται να το κάνουμε, διευκρινίζουμε ότι  εκείνο μέσα στο οποίο βυθιστήκαμε είναι ένα πλαίσιο καθόλου ειρηνευμένο, δεν έχει επιλυθεί μια για πάντα υπέρ του εχθρού μας: η ανανεωμένη κοινωνία του κεφαλαίου εγκυμονεί πολλές ταξικές αναφορές, και συγκρούσεων . Είναι εκεί, σαν συγκεκριμένες δυνατότητες και μερικές φορές σαν κύτταρα εν υπνώσει, σαν πιθανότητες και αναλαμπές από πραγματικότητες νέων αγώνων. Δεν είναι λίγο, λέμε ενάντια σε όλους εκείνους που βλέπουν το κεφάλαιο ως το μοναδικό υποκείμενο της ιστορίας. Δεν είναι αρκετό, λέμε ενάντια σε όσους έχουν ξεχάσει την ύπαρξη του κεφαλαίου για να φαντάζονται μια ήδη ελεύθερη σχέση παραγωγής.

 

4. Μια σύντομη προειδοποίηση, τέλος, για τον αγωνιστή, για τον στρατευμένο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο δεν έχει την απαίτηση, δεν ισχυρίζεται ότι έχει την ικανότητα και πάνω απ ‘όλα τη θέληση να απολογηθεί για όλα αυτά που είναι γραμμένα γύρω από τα θέματα που καλύφθηκαν. Κάνουμε επιλογές, προχωρούμε μερικώς , προχωρούμε με πηδήματα και διακοπές. Έτσι προχωρά η ιστορία, έτσι προχωρεί η πραγματικότητα. Σχετικά με τα θέματα που ασχοληθήκαμε, μερικές φορές παραπέμπουμε σε διεργασίες μας του παρελθόντος, παλαιότερου και πιο πρόσφατου: δεν το κάνουμε για την αξία που έχουν, αλλά για να μην επαναλαμβανόμαστε πέρα από το απαραίτητο, και ιδιαίτερα για να δώσουμε σε εκείνους που είναι πρόθυμοι τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις γραμμές της συνέχειας και απαραίτητης ασυνέχειας της αγωνιστικής μας έρευνας.

Σε διάφορα μέρη του κειμένου μεταφέρονται μεγάλα αποσπάσματα από κείμενα που ελήφθησαν από στρατευμένους μαχητές στοχαστές με τους οποίους ανταλλάσουμε απόψεις. Από τη μία πλευρά, η επιλογή δεν προτίθεται να εξαντλήσει εκτενώς τη συζήτηση με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν εκφραστεί σε μεγάλο βαθμό, σημαντικά, γύρω από τα θέματα που αναλύονται εδώ , αλλά να δράσει με ένταση ξεκινώντας από μια επιλογή σημείων αναφοράς. Kαλύτερα μια κουραστική βόλτα προς τα υψηλά παρά δέκα βολικά πλάγια βήματα. Από την άλλη πλευρά, τα αναφερόμενα χωρία που μερικές φορές μεταφέρονται εν αφθονία δεν θέλουν να παραχωρήσουν τίποτα στο ακαδημαϊκό βίτσιο της απαγγελίας, του εγκώμιου, αντίθετα επιδιώκουν να προσφέρουν την ευκαιρία στον αναγνώστη – τον στρατευμένο κυρίως – να ασχοληθεί άμεσα και να αντιπαρατεθεί με τις πηγές και ως εκ τούτου να μη βασιστεί αποκλειστικά στην ανάλυση που έγινε από τον συγγραφέα αυτών των σελίδων, ή τουλάχιστον να την εμβαθύνει περαιτέρω και έτσι να κρατήσει ανοιχτό το πεδίο της έρευνας. Αναζήτηση των εννοιών που θα χρησιμοποιηθούν σαν λοστοί, και το αντίστροφο.

 

 

* Εισαγωγή στο βιβλίο “Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe” (DeriveApprodi, 2016).

http://www.commonware.org/index.php/gallery/653-elogio-della-militanza-introduzione

http://www.deriveapprodi.org/2016/01/elogio-della-militanza/

θεωρία, teoria

Εγκώμιο της στράτευσης, από τον Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA

του Alessandro Barile

ElogioDellaMilitanzaGigi Roggero, Elogio della militanza. Note su soggettività e composizione di classe, Έπαινος της μαχητικότητας, της στράτευσης. Σημειώσεις επάνω στην υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση, Derive Approdi, 2016, pp. 213, € 13,00

Ο έπαινος της μαχητικότητας, το εγκώμιο της στράτευσης δηλαδή, είναι πρώτα απ ‘όλα ένας κατάλληλος τίτλος. Δεν είναι έπαινος του ακτιβιστή ή του εθελοντή ή κάποιοι άλλοι μετα-μοντέρνοι ορισμοί της πολιτικής συμμετοχής. Ο μαχητής – ο στρατευμένος, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, είναι «αυτός ή αυτή που θέτει εξ ολοκλήρου σε κίνδυνο τη ζωή του», είναι «ένα υποκείμενο διηρημένο, συνεχώς παράγει το« εμείς » και το « αυτοί », παίρνει θέση και αναγκάζει τους άλλους να τοποθετηθούν. Διαχωρίζει για να ανασυνθέσει το ρόλο του, την θέση του ». Δεν είναι μια οποιαδήποτε φιγούρα, ειρηνευμένη, της φιλελεύθερης πολιτικής συμμετοχής, αλλά μια συγκεκριμένη φιγούρα ιστορικά προσδιορισμένη από τον πολιτικό αγώνα. Ο τίτλος είναι από μόνος του μια μορφή ρήξης που αναλαμβάνει την ευθύνη της πράξης της, μια απαραίτητη ρήξη, η οποία λαμβάνει χώρα όχι ενάντια στη φιλελεύθερη-δημοκρατική εξομάλυνση (πολύ εύκολο), αλλά μέσα στο πεδίο της ανταγωνιστικής αριστεράς, η οποία έχει από καιρό αποδεχθεί παθητικά τον σημασιολογικό μεταγραμματισμό ( αγγλοσαξονικής καταγωγής) του ακτιβιστή. «Όταν, με το γύρισμα της χιλιετίας άρχισε να αποκαλείται ακτιβιστής, αυτό δεν ήταν μια απλή γλωσσική παραχώρηση, αλλά μια διαρθρωτική αδυναμία, ήταν καθίζηση, υποχώρηση. Με αυτό τον τρόπο χάθηκε η ασυμμετρία του σε σχέση με άλλες φιγούρες, όπως εκείνη του εθελοντή. Εικόνα του δημοσίου συμφέροντος, ως εκ τούτου, της αναπαραγωγής του υπάρχοντος».

Ακτιβισμός και αγωνιστικότητα-στράτευση-μαχητικότητα δεν είναι συνώνυμες έννοιες ή αμφίσημες: προϋποθέτουν αντικρουόμενα οράματα, αντίθετες όψεις της πολιτικής και καθιζάνουν αντιθετικές συνειδήσεις του υπάρχοντος και εργαλείων για την καταπολέμησή του. Με άλλα λόγια, ο αγωνιστής, ο στρατευμένος, είναι φιγούρα πολιτική, λαμβάνει θέση και πλευρά, υποστηρίζει, τοποθετείται, η στάση του, μέσω της θυσίας και της πειθαρχίας κηρύσσει τον πόλεμο στο φιλελεύθερο υποκείμενο υπέρ του επαναστατικού γίγνεσθαι του κοινωνικού ατόμου,

ο ακτιβιστής είναι αντίθετα η αβλαβής φιγούρα του εθελοντή που προσπαθεί να ανακατασκευάσει αυτό που αντιθέτως θα έπρεπε να κομματιαστεί κοινωνικά για να ανασυσταθεί πολιτικά ενάντια και όχι στη θέση κάποιου. Θυσία και πειθαρχία: πόση απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής;

Θυσία και πειθαρχία: ποια η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών και των τρεχουσών μορφών πολιτικής συμμετοχής; Απόσταση τόσο βαθιά που ακόμη και εκεί υπάρχουν – και είναι συνεχώς παρούσες στην καθημερινή αγωνιστικότητα – αποσιωπούνται, αμφισβητούνται, ωσάν το να υποβάλλεσαι σε μιαν θυσία ή να αναγκάζεις τον εαυτό σου σε μια συλλογική πειθαρχία παραπέμπει σε μορφές και μεθόδους ενός πολιτικού αγώνα από τον οποίον έχουν επιτέλους ληφθεί αποστάσεις . Ο αγωνιστής, ο δεσμευμένος, μας λέει ο Roggero, είναι η βασική φιγούρα της επαναστατικής πολιτικής. Μεταφράζει την πολιτική γραμμή προς τα κάτω και την διορθώνει προς τα πάνω. Είναι η σύνδεση, το φερμοάρ μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, εκείνο το «μεσαίο δοκάρι», που αντιπροσωπεύει και είναι η καρδιά της πολιτικής δράσης. Είναι η φιγούρα που συνδυάζει συνεχώς την »μέγιστη στρατηγική αυστηρότητα» με την »μέγιστη τακτική ευελιξία », με άλλα λόγια, είναι η προσωποποίηση της λενινιστικής διαλεκτικής, αυτός που βρίσκεται μέσα στις αντιφάσεις και ενεργεί ως πυροκροτητής, πάντα να ισορροπεί μεταξύ δογματισμού και οπορτουνισμού, χωρίς ποτέ να γλιστρήσει σε ένα ή τον άλλο από τους πόλους της πολιτικής ακαμψίας της θεωρίας δίχως πρακτική μετάφραση και της πρακτικής χωρίς πολιτική στρατηγική.

Αν ο μαχητής είναι η φιγούρα για την οποίαν μιλά το τελευταίο βιβλίο του Roggero, το θέμα που αντιμετωπίστηκε στην πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση καθορίζεται στον υπότιτλο: σημειώσεις γύρω από την υποκειμενικότητα και την ταξική σύνθεση. Θέματα που επαναλαμβάνονται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή την τελευταία δεκαετία, μια μακρά φάση «παρακμιακής μετάβασης» που ώθησε τις πιο συνειδητές πρωτοπορίες, ή απλά τις πιο περίεργες avant-garde, να επιδιώξουν μια απάντηση στην πολιτική κρίση της ριζοσπαστικής αριστεράς ξεκινώντας από τον προσδιορισμό των υποκειμένων που θα έπρεπε να οργανωθούν και από τις νέες οργανωτικές μορφές που προκύπτουν από αυτά [1]. Κατά την προετοιμασία μιας ομιλίας εξ ορισμού στα σκαριά, που συνεπώς κατ ‘ανάγκη δεν έχει ολοκληρωθεί και σε φάση προσαρμογής, ο συγγραφέας δείχνει μια σαφή πολιτική γραμμή: επιστροφή στον εργατισμό για την ρήξη με τον μετα-εργατισμό, δηλαδή με μιαν πολιτική »παράδοση» η οποία από τα χρόνια Ογδόντα έχει μονοπωλήσει το πολιτιστικό επίπεδο και της πολιτικής δράσης των ανταγωνιστικών κινημάτων στην Ιταλία.

Δεν έχει προδικασμένες θέσεις να υπερασπιστεί ο Roggero, και αυτό επιτρέπει μια ειλικρινή συζήτηση, αποτελεσματική, αν και ιστορικά και φιλοσοφικά καθορισμένη. «Ας το πούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκάθαρα, είναι σαφές ότι: ο λεγόμενος μετα-εργατισμός τέλειωσε […] Τώρα ο στόχος και καθήκον είναι να επιστρέψουμε στον εργατισμό, βέβαια όχι ενάντια, αλλά σίγουρα κριτικά σε σχέση με ό, τι από τον μετα-εργατισμό δεν λειτουργεί πλέον, ή δεν λειτούργησε ποτέ».

Μια ρήξη που δεν είναι εύκολη για εκείνους που με κάποιο τρόπο έχουν μοιραστεί ένα μεγάλο μέρος αυτής της σκέψης στην πολιτική τους εκπαίδευση, και που ξεκινά από ακριβείς φιλοσοφικές προϋποθέσεις που πρέπει να διαβαστούν και να ερμηνευτούν με προσοχή. Λαμβάνοντας ξανά το μάθημα του εργατισμού, των απόψεων του Τρόντι κυρίως, ο Roggero θέτειει στο επίκεντρο της ανάλυσης του και επί του κεφαλαίου την σύγκρουση μεταξύ αυτού και της εργασίας στο εργοστάσιο. Δεν είναι το κεφάλαιο που ορίζει την εργατική τάξη, αλλά το αντίθετο: είναι το προλεταριάτο μέσα από τα μονοπάτια αντίστασης του αναγκάζει το κεφάλαιο να καινοτομεί και να ανανεώνεται με τη λήψη της παρούσας μορφής και σε συνεχή εξέλιξη. Η εργατική τάξη, με άλλα λόγια, είναι η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης, και οι αγώνες των εργαζομένων το όργανο μέσω του οποίου το κεφάλαιο ανανεώνει τον εαυτό του: «η σκέψη προκύπτει πάντα από την αντιπαράθεση […] Είναι οι αγώνες που καθορίζουν την ανάπτυξη, έρχεται πρώτη η τάξη, μετά το κεφάλαιο. Το να ερμηνεύσουμε το κεφάλαιο ξεκινώντας από το ίδιο είναι μια ιδεολογική προβολή». Ακολουθώντας αυτό τον καθορισμό, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τάξη «δεν είναι ένα ζήτημα διαστρωμάτωσης, αλλά αντιπαράθεσης […] Η τάξη για τον Μαρξ και για εμάς, είναι μια εντελώς πολιτική έννοια. Class, τάξη σημαίνει ταξικό ανταγωνισμό. Και για να το πούμε με τον Tronti: δεν υπάρχει τάξη, χωρίς ταξική πάλη ».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε λαμβάνοντας άλλα τμήματα της συζήτησης, αλλά η αίσθηση σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αποκαλυφθεί: ανακτώντας ριζικά την εργατιστική προσέγγιση, ο συγγραφέας μας λέει ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη, η ίδια η φύση του ανθρώπου, είναι μια αντιθετική φύση, contrapositive, συγκρουσιακή, οντολογικά διαιρεμένη και διχαστική. Τα διάφορα στάδια της ανάπτυξης αντιστοιχούν στις διαφορετικές μορφές αντίστασης που τα υποδεέστερα υποκείμενα έχουν θέσει σε εφαρμογή εναντίον εκείνων των υποκειμένων που ηγεμονεύουν οικονομικά και πολιτικά. Τέλος, πως η καπιταλιστική οργανωτική καινοτομία και ανανέωση προέρχεται από την εργατική ακαμψία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι φιλοσοφικής φύσεως και όχι περιστασιακή, και ότι λίγο έχει να κάνει με τη σκέψη του Μαρξ. Σύμφωνα με τον Μαρξ, στην πραγματικότητα, η προέλευση της ανθρώπινης ανάπτυξης, του ανθρώπου σαν κοινωνικού ζώου, είναι η συνεργασία, που δίδεται με μορφή αλλοτριωμένη για λόγους επαληθεύσιμους ιστορικά (και που ο Μαρξ στην πραγματικότητα εξακριβώνει στα έργα του, και ειδικά στο Κεφάλαιο), και που αποτελεί τη βάση, την προϋπόθεση και τον σκοπό της ταξικής πάλης: εκείνη της επανοικειοποίησης της συνεργατικής στιγμής με αδιαμεσολάβητη μορφή από το ιδιωτικό κέρδος. Το πρόβλημα όμως, δεν είναι απλώς και μόνον φιλοσοφικό.

Από οικονομική άποψη, ο Roggero διαβάζει τις συνεχείς εξελίξεις του κεφαλαίου ως απάντηση στην ακαμψία της εργασίας που από καιρό σε καιρό οργανώνει τις μορφές της αντίστασης της. Είναι το λιγότερο μια άποψη μερική της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δημιουργεί συνεχώς τις δικές του μορφές αναγέννησης – είναι μια κοινωνική διαδικασία σε συνεχή εξέλιξη – κυρίως λόγω των εσωτερικών χαρακτηριστικών του. Ο καπιταλισμός είναι στην πραγματικότητα ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ ανταγωνιστικών κεφαλαίων, κεφαλαίων που βρίσκουν μια δική τους ενότητα μόνο σε περιόδους συγκρούσεων με τα υφιστάμενα υποκείμενα, αλλά που έξω ή παράλληλα από αυτά, έχουν φυσικά την προδιάθεση στον εσωτερικό ανταγωνισμό, ο οποίος είναι ένας βίαιος ανταγωνισμός για να εκδιώξουν από τις διαδικασίες αξιοποίησης τα ανταγωνιστικά κεφάλαια.

Είναι οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες των ανταγωνιστικών κεφαλαίων που επιβάλλουν στον καπιταλισμό στο σύνολό του μια σταθερή εξέλιξη, που δεν είναι σίγουρα ή αποκλειστικά προοδευτικού χαρακτήρα, αλλά διαρκώς μεταβάλλεται. Επιπλέον, οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες που αποτελούν τη βάση του συνεχούς επαναπροσδιορισμού της παραγωγής του καπιταλισμού, είναι η μη συντονισμένη απάντηση στο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Και αυτή η πτωτική τάση, που παράγεται από τη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) είναι αποσυνδεδεμένη από την αξιοποίηση του κεφαλαίου (αξιοποίηση που μειώνεται βαθμιαία ακριβώς λόγω της προοδευτικής αύξησης του σταθερού κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό), η οποία προκαλεί τις κυκλικές κρίσεις που αναγκάζουν τα ανταγωνιστικά κεφάλαια στον πόλεμο και τις αμοιβαίες προσπάθειες εξάλειψης. Μέσα σε αυτή την δυναμική τοποθετείται στη συνέχεια η συγκρουσιακή τάση και διάθεση της εργατικής τάξης, που είναι σίγουρα ένα στοιχείο που μπορεί να αλλάξει τα σχέδια του κεφαλαίου, αλλά σίγουρα  δεν είναι το μοναδικό, και ακόμη ίσως και όχι το σημαντικότερο. Είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται παρόν στη ιστορικά καθορισμένη σύγκρουση μεταξύ παραγωγικών υποκειμένων και σχέσεων παραγωγής, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί την εξελικτική φύση του καπιταλισμού.

Ο εργατισμός παραμένει κατά μία έννοια θύμα μιας δικής του προοπτικής ριζικά κοινωνιολογικής: θέτει στο κέντρο των πάντων την εργατική υποκειμενικότητα παραβλέποντας την αντικειμενική εικόνα των σχέσεων παραγωγής. Με τη εξαφάιση όλω των αντικειμενικών αναφορών, η φιλοσοφική ρήξη που επιτεύχθη από το Negri είναι ως εκ τούτου επακόλουθη. Σε εκείνο το σημείο ο υποκειμενισμός εκτόπισε τον μαρξιστικό αντικειμενισμό δημιουργώντας αντίθετα μια πολιτική θεωρία εκ των πραγμάτων διαταξική, επί της οποίας στην πραγματικότητα ασκείται κριτική με σωστό τρόπο στην συνέχεια του τόμου, του έργου για το οποίο μιλάμε δηλαδή, η οποία αποκαλύπτει τα ελαττώματα του μετά εργατισμού, με τέτοιο τρόπο που μόνο ένας επιδέξιος αγωνιστής διανοούμενος εκείνου του κόσμου θα μπορούσε να κάνει.

Τα πάντα, λοιπόν, έχουν λυθεί; Καθόλου. Ο εργατισμός είχε έναν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στην ταξική πάλη στη χώρα μας: έδωσε θεωρητική ουσία και πολιτική προοπτική σε ένα κομμάτι της τάξης που βρίσκονταν σε διαμάχη με την επίσημη εκπροσώπηση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εργατισμός σπάει το αδιέξοδο μέσα στο οποίο η εργατική εκπροσώπηση είχε κλειδωθεί: αφενός η απάτη της οικονομικής σύγκρουσης μέσα από την διαβούλευση των συνδικάτων, από την άλλη η πολιτική εκπροσώπηση στα αρμόδια θεσμικά όργανα μέσω του κόμματος σε μεταβατικό στάδιο. Στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτά τα δύο καταστροφικά πολιτικά πλέγματα, εξαφανίζονταν στην Ιταλία κάθε υπόθεση ριζικής αλλαγής του υπάρχοντος η οποία δεν θα περνούσε μέσα από το μακρύ κύμα της ριζικά σοσιαλδημοκρατικής προοπτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Γι ‘αυτό δεν είναι αρκετό να ρευστοποιήσουμε έναν πλούτο, μια κληρονομιά ιδεών και εργατικής έρευνας που, έστω και με αμφίβολου χαρακτήρα φιλοσοφικό καθορισμό, έχει παίξει έναν πολιτικό ρόλο που εξακολουθεί να είναι σημαντικός. Το να τα σπάσουμε με τον μετα-εργατισμό θα μπορέσει να παράξει ένα γόνιμο βήμα προς τα εμπρός στις στρατηγικές της ανταγωνιστικής αριστεράς μόνο αν δεν ξαναπέσουμε στον ριζικό υποκειμενισμό όπου είχε τελειώσει η εμπειρία του εργατισμού. Στην κοινωνιολογική υποκειμενικότητα σύμφωνα με την οποία η τάξη δεν είναι ένα απλό αντικειμενικό -οικονομικό γεγονός και στοιχείο αλλά κυρίως πολιτική και συγκρουσιακή πραγματικότητα, πρέπει να προσθέσουμε και τη μελέτη των μοντέλων παραγωγής μέσα στην οποία βρίσκεται η εργατική σύγκρουση (όπου σαν εργατική, φυσικά, δεν θα πρέπει να εννοήσουμε εκείνη του εργάτη του μεγάλου φορντικού εργοστασίου, αλλά των νέων κοινωνικών υποκειμένων που είναι διατεθειμένοι για αγώνα, και κεντρικής σημασίας στην διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες).

Η καρδιά του δοκιμίου, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις φιλοσοφικές του υποθέσεις, αν και από το συγγραφέα έχουν τεθεί στη εισαγωγή του κειμένου, αλλά σε μια πιθανή, ή δυνητική μαχητική μετάφραση στο ύψος των καιρών και των καταστάσεων. Είναι εδώ που η συλλογιστική φτάνει στην κορύφωση της και γίνεται πιο πειστική σύμφωνα με την άποψη μας. Η κριτική ορισμένων κινηματίστικων εκφυλισμών είναι άγρια.

Βρίσκονται στο στόχαστρο όλα τα ιδεολογικά κλισέ μιας ορισμένης επικρατούσας σκέψης που βρήκαν υποδοχή ακόμη και εντός των αναγωνιστικών κινημάτων: η κοινωνική οικονομία και η συνεργασία που ανεμίζονται ενάντια στην δημόσια οικονομία, η οποία, μακριά από το «να αντιπροσωπεύει έναν τρίτο τομέα σε σχέση με το Κράτος και την αγορά, είναι μία από τις μορφές που η ιδιωτικοποίηση του δημοσίου έχει λάβει, «η διαδεδομένη αυτο-απασχόληση ή αυτοεπιχειρηματικότητα» των κοινωνικών κέντρων, »η οποία παράγει μέτρια αποτελέσματα από την οικονομική άποψη, αλλά βοήθησε να παραχθεί μια πολιτική υποκειμενικότητα που μεγάλωσε με την προοπτική του διαχειριστή και όχι του μαχητή, του αγωνιστή», η (αυτο) ταυτοποίηση μεταξύ στρατευμένου αγωνιστή και επισφαλούς, αποτέλεσμα μιας «βιαστικής αυτοέρευνας που υπήρξε θύμα μιας στρατηγικής αυτοαναφορικότητας»,

η οποία έχει παράξει την καταχρηστική αναγνώριση μεταξύ «στρατευμένου» (πλέον ακτιβιστή) και «τάξης», μια συγκεκριμένη άκριτη κεντρικότητα των αγώνων για τις βασικές ανάγκες, όπως αυτές για το σπίτι, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις «φετιχοποιεί την ανάγκη, χωρίς να καταφέρνει να πάει πέρα από την ικανοποίηση της, δημιουργώντας αστικές νήσους αυτο-διαχείρισης της περιθωριοποίησης και της φτώχειας, της δυστυχίας» , μια υποτιθέμενη αξίωση αυτοδιαχείρισης της «γνώσης» του λεγόμενου «cognitariatο, της διανοητικής εργατικής δύναμης», η οποία αντιθέτως είναι συνεχώς «modularized, amministrativizzato, managerializzato, budgetarizzato, banalizzato, επισφαλής, utentizzato», με άλλα λόγια εγκλωβισμένη στα δίχτυα του κέρδους για το κεφάλαιο τη στιγμή κατά την οποίαν έχει αφαιρεθεί τελείως απ’ τους παραγωγούς ο έλεγχός της,

και η ζωή συνεχίζεται.

Στην αποδυνάμωση της σκέψης – θα μπορούσαμε εμείς να προσθέσουμε: η έλλειψη εξύψωσης για την αδύναμη και συγκεκριμένη σκέψη, ιδεολογικά αντίθετη σε κάθε γενικό σχέδιο – δεν ακολουθήθηκε από μια αναβάθμιση, από μια ενδυνάμωση της πρακτικής. »Η ποικιλομορφία είναι πάνω από όλα, είναι τα πάντα, η ταξική σύνθεση τίποτα. Το σχολείο παρέμεινε χωρίς κίνημα, οι ακαδημαϊκοί κώδικες έχουν καταπιεί την ταξική σύγκρουση «.

Η σημερινή δύναμη του «λαϊκισμού», όρου που σίγουρα δεν είναι σε θέση να περιγράψει και να κάνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών φαινομένων που είναι διάσπαρτα σε όλη την Ευρώπη, ωστόσο, είναι στο ότι «δίνει πρόσωπο στον εχθρό», εκεί όπου μια κάποια ηγεμονική σκέψη των κινημάτων έχει εντελώς αποδομήσει και ΄μοριακοποιήσει’ τις καπιταλιστικές διαδικασίες που δεν έχουν πλέον πρόσωπο ούτε φυσική έδρα, εκ των πραγμάτων εξαφανισμένα από την ενδεχόμενη πολιτική πάλη, «σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχει εξηγηθεί πως η εξουσία δεν συγκεντρώνεται μόνο και αποκλειστικά σε ένα σημείο, δηλαδή στο Κράτος, αλλά έχει εξαπλωθεί στις κοινωνικές σχέσεις. Εντάξει. Ξεκινώντας από την προϋπόθεση ότι είναι παντού, εξήχθη το συμπέρασμα ότι πλέον δεν υπάρχει, ή πως δεν επικεντρώνεται σύμφωνα με μιαν ιεραρχία. Bad. Κακώς. Το να εξαφανιστεί το πρόβλημα έχει γίνει ένα μάντρα εντός των κινημάτων:. Το Winter Palace, τα Χειμερινά Ανάκτορα έχουν εξαφανιστεί, θα πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία «. Η αγγλοσαξονική μόδα της λεγόμενης «μικρο-πολιτικής» έχει παράξει την μετάσταση της αυτάρκους μικροκοινότητας, »που δεν θέτει σε κίνδυνο τους πραγματικούς όρους της εξουσίας, αλλά είναι ευχαριστημένη να ζει ασκώντας στο εσωτερικό της ευχάριστες σχέσεις».

Η πρόκληση, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έγκειται στην ικανότητα της νέας γενιάς των πολιτικών αγωνιστών στο να μπορέσουν να ερμηνεύσουν διαλεκτικά την πολιτική δράση. Όχι ανακαλύπτοντας εκ νέου καινούργιους δογματισμούς ή στρατηγικές ακαμψίες αποσυνδεδεμένες από αποτελεσματικές πρακτικές, να ξαναχτιστούν τα θεμέλια μιας νέας πολιτικής ικανής να επηρεάσει πραγματικά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. «Δεν έρχεται αντιμέτωπος με την αντιφατικότητα και την βρωμιά του πραγματικού μόνο εκείνος που αισθάνεται αδύναμος»: ο μαχητής, ο αγωνιστής, δυνατός χάρη στη στρατηγική ακαμψία του και την ίδια στιγμή από την ακραία τακτική ευελιξία του, είναι αποτελεσματικός μόνο αν βρίσκεται εντός των πραγματικών αντιφάσεων, κάμπτοντας τες προς τα συμφέροντα της δικής του πλευράς, φαντάζεται πλαστές συμμαχίες, κοινωνικές ετερόδοξες συνθέσεις, εναλλακτικές διαδρομές σε αυτές τις σχολαστικές. Όλα προκειμένου να επιστρέψει να επηρεάζει πραγματικά μέσα στην κοινωνία και μέσα στις σχέσεις εξουσίας, με άλλα λόγια, επανοικειούμενοι έναν πλειοψηφικό ορίζοντα, μακριά από σεχταρισμούς, μειοψηφισμούς που δεν καταλήγουν πουθενά , δογματισμούς ή, αντίθετα, αυθορμητίστικες εξάρσεις υποκουλτούρας. Πραγματικά σπάνια, αυτές τις μέρες, αυτή η γενναιοδωρία πνεύματος στο να είμαστε σε θέση να ασκήσουμε κριτική στην εύκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί και μέσα στην οποία γίνεται η αναπαραγωγή μας, και στο να επιθυμούμε με κουράγιο και τόλμη να υποδείξουμε μια πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε η οποία να προβλέπει τη ρήξη με ορισμένες πνευματικές ανέσεις. Αν όλα αυτά δεν είναι αποδεκτή, η προτεινόμενη μέθοδος είναι αυτή που πρέπει να ακολουθηθεί: να ανοίξουμε μια συζήτηση και να δούμε τι βγαίνει μέσα από αυτήν, επιστρέφοντας για να κάνουμε έρευνα.

[1] Σαν παράδειγμα: Paolo Cassetta, Emilio Quadrelli, Noi saremo tutto – nuova composizione di classe, conflitto e organizzazione, Gwynplaine edizioni, Camerano (An) 2012; Clash City Workers, Dove sono i nostri – lavoro, classe e movimenti nell’Italia della crisi, La Casa Usher, Firenze 2014.

Gigi Roggero: ELOGIO DELLA MILITANZA