ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email
ιστορία, storia

Ο ‘οικοδόμος’ της ταξικής πάλης

του Fiorenzo Angoscini

Ottone Ovidi, Salvatore Ricciardi, Bordeaux, Roma, μάϊος 2018, σελ. 118, € 12,00

Αυτή η ευέλικτη έκδοση είναι μια περιορισμένη βιογραφία  (1960-1980) που πραγματοποιήθηκε υπό μορφή συνέντευξης, με ερωτήματα και απαντήσεις, που έλαβε χώρα από τον Ottone Ovidi, ρωμαίο συντάκτη του περιοδικού «Zapruder-Storie in Movimento-Ιστορίες σε Κίνηση» και συγγραφέα μια κοινωνικής-ιστορικής-πολιτικής πρότασης εκείνης της περιόδου, στον Salvatore Ricciardi, προλετάριο-πολιτικό αγωνιστή της λαϊκής  borgata της Garbatella.

Ήδη εγγεγραμμένος στo Psiup (Partito Socialista di Unità Proletaria-Σοσιαλιστικό Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας), που γεννήθηκε από μια διάσπαση στα αριστερά του Psi, διαλύθηκε επειδή δεν έπιασε το quorum, το όριο στις πολιτικές εκλογές του 1972 και του οποίου τα ηγετικά στελέχη, μετά από αυτή την debacle, πανωλεθρία, συγκλίνουν μαζικά στο Κκι, Pci. Μεταξύ των πιο εμφανών: Lucio Libertini, Dario Valori, Tullio Vecchietti, από την borgata. Παρά το δίπλωμα βιομηχανικού Εμπειρογνώμονα, αρχίζει την εργατική και πολιτική δραστηριότητα μεταξύ των εργατών στις κατασκευές, με τους οποίους συμμετέχει στους ενεργητικούς αγώνες του 1961-1963 που θα κορυφωθούν με τις συγκρούσεις (130 συνελήφθησαν) της Piazza Santi Apostoli στη Ρώμη. Αφού κέρδισε έναν μοιραίο διαγωνισμό, μπαίνει στον μηχανισμό Κρατικών Σιδηροδρόμων: τεχνικό γραφείο. Αρχικά εντάσσεται στο συνδικάτο Sfi-Cgil, στη συνέχεια αποσπάται [εκδιώκεται, μαζί με άλλους, όταν έχουν ήδη αποχωρήσει] και, το 1971, ιδρύει τον αυτόνομο οργανισμό Cub-Ferrovieri της Ρώμης, ο οποίος «οργάνωνε» (συγκέντρωνε) 1500 εργαζόμενους. Στη συνέχεια, η συνάντηση με τους σπουδαστές:

“Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα σημάδια του 1968 από τα μέρη του σταθμού Termini όπου υπάρχουν πολλά σχολεία και γυμνάσια στα οποία άρχισαν να κάνουν συνελεύσεις, οι φασίστες που έρχονταν από την περιοχή του Corso Italia τους επιτίθενται. Εμείς πηγαίναμε με το ελεύθερο από το συνδικάτο, συχνά μαζί με εκείνους του PCI και βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα αποκρούοντας αυτές τις φασιστικές επιθέσεις”.

Σχεδόν ταυτόχρονα (1969-1970) οι πρώτες επαφές με τους Συντρόφους του Collettivo Politico Metropolitano του Μιλάνο (ένας από τους οργανισμούς που θα δώσουν ζωή στις BR).Η πορεία πολιτικής εξέλιξής του (χωρίς καμία απολογητική πρόθεση) κορυφώνεται (1976) με το πέρασμα του στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ο γέρος (γεννημένος τον σεπτέμβριο του 1940, χωρίς καμιά επιθετική πρόθεση, αλλά για να τονίσουμε τη σημαντική διαφορά στην ηλικία με εκείνη την μέση του αγωνιστικού σώματος. Μόνο ο Renato Curcio – έτος γέννησης 1941 – μπορεί να θεωρηθεί «σύγχρονος» του. Ο Prospero Gallinari ήταν 11 ετών νεότερος, ένας άλλος από το Reggio, συνιδρυτής των Br και, αργότερα, του Αντάρτικου Κόμματος, Partito Guerriglia, «ακατανόμαστος» για πολλούς πρώην συντρόφους, είχε 7 λιγότερα, ο Ario Pizzarelli είχε 14 λιγότερες ‘ανοίξεις’ στην πλάτη του. Ο Walter Alasia, μάλιστα, βρίσκονταν 16 χρόνια σε απόσταση), όπως ονομάζονταν από τους συναγωνιστές του στην Κομμουνιστική Μαχόμενη Οργάνωση, λόγω της δραστηριότητά του στο «ένοπλο Κόμμα» συλλέγει 30 χρόνια φυλάκισης:

Ε.: «Θυμάσαι την πρώτη ενέργεια που έγινε στη Ρώμη;»                                                      Α.: «Ένας δικαστής που υπέγραφε τις εντολές έξωσης και τις εκκενώσεις, ακριβώς λόγω του ότι αυτή η ενέργεια γέννησε τη ρωμαϊκή φάλαγγα, ο οποίος χτυπήθηκε, τραυματίστηκε. Μια άλλη δράση εκείνης της περιόδου, η οποία μας έδωσε μεγάλη δημοσιότητα επειδή αφορούσε έναν χαρακτήρα ιδιαίτερα μισητό από το ρωμαϊκό προλεταριάτο, ήταν η δολοφονία ενός εργολάβου, με το παρατσούκλι «Jack the harness, ο εκμεταλλευτής», πολύ δραστήριος στις εξώσεις και στο να καλεί την δημόσια δύναμη ενάντια στους παραβάτες ένοικους, οι οποίοι ήταν όλοι λαϊκές οικογένειες σε προαστιακές γειτονιές».1

Από αυτά τα 30 χρόνια, ο Ricciardi περνά τα «20 έγκλειστος και 10 σε ημιελευθερία και υπό όρους ελευθερία».2
Σε αυτό το βιβλίο, όχι στη γραπτή συνέντευξη, πολύ λιγότερο στη σύντομη αυτοβιογραφία, ο Ricciardi δεν θυμάται τη σοβαρότητα της κατάστασης υγείας του. Από σεβασμό για το πρόσωπο και τη θέλησή του, δεν θα το είχαμε κάνει ούτε εμείς, αλλά μας φαίνεται μια συμπεριφορά αξιοπρεπούς συνέπειας που αξίζει να τονιστεί.
Μετά τα χρόνια της φυλακής, ο Ricciardi, ξαναμπαίνει στα πολιτικά φόρουμ (;), ενδιαφέρεται και ασχολείται με την φυλακή, τους κρατούμενους και τα δικαιώματα. Το βιβλίο, στο οποίο προηγείται ένα post scriptum από τον Ottoni, επικεντρώνεται στην ιστορική μεθοδολογία, κλείνει με την παρέμβασή του σε αυτό το τελευταίο θέμα.

Χωρίς vis polemica, μόνο μερικές σημειώσεις σχετικά με παραλείψεις και λάθη.Ο Giangiacomo Feltrinelli δεν πεθαίνει το 1971 (σελ. 43) αλλά στις 14 μαρτίου 1972. Και πάλι, σχετικά με το θέμα του Luigi Longo, πρώην γραμματέα του PCI από το 1964 έως το 1972, υποστηρίζει:

“Μεταξύ άλλων στο κόμμα υπήρξε μια μετάλλαξη, για την οποίαν «κατά πρώτο λόγο» μίλησε ο Luigi Longo το 1975-1976 … που προειδοποίησε την υπόλοιπη ηγεσία για την απώλεια μελών εργατικής προέλευσης υπέρ των μεσαίων τάξεων. Και είναι για μένα το αποτέλεσμα πολιτικής δράσης στοχευμένης να ευνοήσει αυτά τα στρώματα και όχι άλλα”.

Αλλά ήδη ο Παλμίρο Τολλιάττι, εθνικός γενικός γραμματέας του κόμματος, στις 24 σεπτεμβρίου 1946, στο δημοτικό θέατρο του Reggio Emilia, ανέπτυξε μια συλλογιστική υπό την έννοια αυτή, με τίτλο: μεσαία τάξη και Emilia Rossa, Κόκκινη Εμίλια.                        Επίσης, η «L’Unità» (πρώτη σελίδα της 25ης σεπτεμβρίου) ανέφερε το νέο: «Οι μεσαίες τάξεις έχουν κοινά συμφέροντα με εκείνα των εργαζόμενων» 3. Λίγες μέρες αργότερα, κυριολεκτικά, δημοσιεύτηκε μια μπροσούρα με τον ίδιο τίτλο της διάσκεψης.4              Ήταν μεγάλο το ενδιαφέρον να πιέσουν αυτό το κουμπί.

Ο Ricciardi έχει κάνει κάποιες εκδόσεις με δική του υπογραφή: Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza, Τι είναι η φυλακή; Εγχειρίδιο αντίστασης5 και Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, Σκηνές εξέγερσης και ταξικής αυτοοργάνωσης στην Ιταλία από το 1960 στο 1980  6.
Τον ιανουάριο του 2013, μαζί με πολλούς άλλους Συντρόφους, και όχι μόνον πρώην μαχητές των Brigate Rosse, συμμετέχει στην κηδεία του ρετζιάνου Κομουνιστή, Comunista reggiano, Prospero Gallinari7 και γι αυτό, μαζί με τον Sante Notarnicola, έναν από τους πρώτους πολιτικούς κρατούμενους που κατοίκησαν τις πατρικές φυλακές, τον Loris Tonino Paroli, πρώην στρατευμένο της οργάνωσης και τον Davide Mattioli, ακτιβιστή No-Tav του Reggio Emilia, viene indagato, διερευνήθηκε για υποκίνηση σε διάπραξη εγκλήματος.
Στη συνέχεια το όλον θα κλείσει με μιαν αρχειοθέτηση.

Στην Lidia
Αυτό είναι το πρώτο γραπτό που ‘προσπαθώ’ να επεξεργαστώ αφού, με άφησες για πάντα, στις 20 ιανουαρίου.
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να σε κάνω να το διαβάσεις, όπως συνήθως, πριν το διαδώσω.
Δεν κατάφερα καν να ευεργετηθώ των πολύτιμων συμβουλών και προτάσεων σου, των κριτικών σου.
Μου λείπεις πολύ.
Μου λείπεις και γι αυτό.

(Fiorenzo, 30 ιουνίου 2018)


  1. pag. 46  
  2. pag. 47  
  3. L’Unità, pag. 1, 25 settembre 1946  
  4. Palmiro Togliatti, Ceto medio ed Emilia Rossa, Tipografia popolare, Reggio Emilia, 1946  
  5. Salvatore Ricciardi, Cos’è il carcere. Vademecum di resistenza. Prefazione di Erri De Luca, DeriveApprodi, Roma, 2015, pag, 128  
  6. Salvatore Ricciardi, Maelstrom. Scene di rivolta ed autorganizzazione di classe in Italia dal 1960 al 1980, DeriveApprodi, Roma, 2011, pag. 400  
  7. 1 gennaio 1951-14 gennaio 2013  
ιστορία, storia

Νερούδα Εκείνα τα φιλιά που δεν δόθηκαν Neruda Quei baci non dati

Αέναη κίνηση

Pablo Neruda

ΔΥΟ Η ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΆΝΕΙ, ο Pablo Neruda έγραψε το τελευταίο ποίημά του, το πιο βίαιο δημιούργημα που ένας πολύ διάσημος ποιητής και βραβείο  Nobel εξαπέλυσε ποτέ ενάντια κάποιου, λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα του Pinochet του ‘73, όταν τα αεροπλάνα είχαν βομβαρδίσει την Moneda και οι στρατιωτικοί είχαν σφαγιάσει τον πρόεδρο Allende διοχετεύοντας τον θάνατό του σαν αυτοκτονία. Το ποίημα του  Neruda έλεγε: “ Nixon, Frei και Pinochet / μέχρι σήμερα, μέχρι αυτό τον πικρό / μήνα του σεπτεμβρίου / του έτους 1973, με  Bordaberry, Garrastuzu και Banzer, / αχόρταγες ύαινες (…) σατράπες χίλιες φορές ξεπουλημένους / και προδότες, ενθουσιασμένους / από τους λύκους της New York, πεινασμένες μηχανές βασάνων, βαμμένες απ’ την θυσία / από τους μαρτυρικούς λαούς τους,  έμποροι πουτάνες/ του ψωμιού και του αέρα της Αμερικής / οχετοί, δήμιοι, αγέλη / μαστροπών πορνείων, δίχως άλλο…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.020 επιπλέον λέξεις

ιστορία, storia

Εγώ είμαι η Κομμούνα

του Sandro Moiso

Marco Rovelli, Il tempo delle ciliegie, Ο καιρός των κερασιών, elèuthera 2018, pp. 125, € 14,00

Σε αυτές τις εποχές ισχνών και κοκαλιάρικων αγελάδων για αυθεντικό πολιτικό προβληματισμό και, αντίθετα, την ώρα που μας καταβρέχουν με κενές συζητήσεις επικοινωνιακο-ιδεολογικές γύρω από μια κακώς γεννημένη κυβέρνηση, το κείμενο του Marco Rovelli για την επαναστατική εμπειρία της Louise Michel, αποκαλύπτεται απολύτως απελευθερωτικό και απαραίτητο, μια από τις πιο ένθερμες υποκινήτριες της παρισινής Κομμούνας του 1871, που δημοσίευσε η elèuthera. Κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας, που τον είλκυσαν ιδιαίτερα τα γεγονότα και οι ζωές γυναικών που αναμετρήθηκαν με την επαναστατική εμπειρία, θέτει την εμπειρία του ως συγγραφέα και μαχητικού διανοουμένου αγωνιστή στην υπηρεσία μιας εξαιρετικής υπόθεσης, ενός υπέροχου σκοπού.

Φανταστικού τόσο λόγω της παραδειγματικής-εμβληματικής ζωής και των αγώνων της γαλλίδας αναρχικής, όσο και για το πείραμα, που σήμερα υποτιμάται και που το θυμόμαστε σχεδόν πάντα με μάλλον πολύ επιφανειακό και ρητορικό τρόπο,το οποίο, τουλάχιστον για τη δυτική Ευρώπη, έθεσε ξεκάθαρα στους εργαζόμενους, στους προλετάριους και στους επαναστάτες που αγωνίζονται ενάντια στο υπάρχον, την αδυναμία συνεργασίας με την εθνική έννοια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, όπως η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, των οποίων τα πολιτικά, οικονομικά και ιστορικά συμφέροντα ήταν (και παραμένουν) ριζικά διαφορετικά και αποκλίνοντα.

Ένα θέμα επάνω στο οποίο, σε περιόδους πρόχειρων, γενικόλογων αντιφασιστικών εκκλήσεων, αντί-μπερλουσκονικού χαρακτήρα και πολύ συχνά ουσιαστικά καθώς πρέπει χαρακτήρα μιας αριστεράς που αποκαλύπτεται ότι είναι κουραστική ακόμη και όταν δεν είναι αυστηρής ρεντζιανικής συμμόρφωσης, θέμα που έχει την τάση να συγκαλύπτει [αυτή η αριστερά] επειδή προορίζεται να φέρει στο προσκήνιο συγκεκριμένα προβλήματα όπως εκείνο της πραγματικά ανταγωνιστικής και επαναστατικής δράσης κατά του σημερινού τρόπου παραγωγής και της χρήσης της βίας και της οργάνωσής της από πλευράς των κινημάτων αντίστασης ενάντια στις συνθήκες ζωής και εργασίας που καθορίζονται από τον καπιταλισμό, όχι μόνο χρηματοοικονομικό.io.

Ένα θέμα που αντικατοπτρίζεται σε κάθε τρέχουσα πάλη: από την Rojava έως την Val di Susa, από το ZAD της Notre Dame des Landes στο Salento. Αγώνες και εμπειρίες των οποίων οι πρωταγωνιστές δεν θα μπορέσουν ποτέ να δηλώσουν τίποτε άλλο από: Είμαστε η Κομμούνα! Έτσι ακριβώς όπως οι φοιτητές του παρισινού Μάη θα μπορούσαν να το φωνάξουν, οι εργάτες του Μιραφιόρι των μεγάλων αγώνων εκεί ανάμεσα στη δεκαετία του Εξήντα και του ’70, οι εργάτες του Ανατολικού Βερολίνου το 1953 και οι ούγγροι επαναστάτες του 1956 μαζί με όλους εκείνους που ξεσηκώθηκαν, ξεσηκώνονται και πάλι θα ξεσηκωθούν ενάντια στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων και που, όσο θα υπάρχουν τα νομικά όρια-σύνορα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και του Κράτους, δεν θα έχουν ποτέ φιλικές κυβερνήσεις.
Όπως οι πρωταγωνιστές των γεγονότων που αναφέρονται στις σελίδες, γεμάτες ζωή και προσεκτικές στην ιστορική ανακατασκευή, που μεταφέρουμε παρακάτω.

“Εγώ είμαι η Κομμούνα. Το ατελείωτο πλήθος των ανωνύμων. Η φωτιά που απελευθερώνει μια καινούργια στιγμή, νέους καιρούς. Η γιορτή αυτού που γίνεται, του νέου γίγνεσθαι. Η ευτυχία του καθενός και όλων, όλων και καθενός, η μια συνθήκη της άλλης. Είμαι η Κομμούνα, ο χρόνος που ξαναγεννιέται και φλέγεται, ο χρόνος που αναπαράγεται διαιρώντας, δύο με δύο όπως τα κεράσια, σε μια ατέρμονη αλυσίδα και χωρίς κέντρο. Είμαι η Κομμούνα και ως εκ τούτου δεν είμαι εγώ, αλλά η διάχυση των σωμάτων και των ψυχών που μπερδεύονται σε μια δέσμη ατελείωτων ήχων, η οποία ανυψώνεται στον ουρανό και επεκτείνει τα όρια του, επειδή δική μας είναι δύναμη, το θάρρος είναι δικό μας, δική μας είναι η χαρά. Είμαι η Κομμούνα, που δεν μπορεί να πεθάνει, και χορεύει.

Ήταν όταν ο Thomas και ο Lecomte ήρθαν να ανακτήσουν τα κανόνια μας που ξεσηκωθήκαμε. Ήταν η 18η μαρτίου. Την προηγούμενη ημέρα ο Thiers είχε δώσει το τελεσίγραφο. Οι πρώσοι έφυγαν, οπότε δώστε μας πίσω τα κανόνια και υπακούστε στην καθεστυκειία τάξη. Αλλά ποιος πίστευε πλέον στους στρατηγούς στους οποίους μας ζητήθηκε να υποβληθούμε; Στο Παρίσι δεν πιστεύαμε πλέον κανέναν. Και ούτως ή άλλως, ναι, ο Thiers είχε δίκιο όταν έλεγε ότι υπήρχαν κακόβουλοι που με το πρόσχημα των πρώσων, ήθελαν να πάρουν τον έλεγχο της πόλης. Θέλαμε πραγματικά να αλλάξουμε τα πράγματα, αυτή τη φορά να σώσουμε την Γαλλία ήταν ένα και το αυτό με το να την αλλάξουμε. Ήταν απαραίτητο να τελειώνουμε με εκείνη την παλιά αστική Γαλλία, η οποία μας είχε εκθέσει στην καταστροφή και που τώρα, με το τέλος της αυτοκρατορίας, είχε την απαίτηση, προσποιούνταν πως θα ανακυκλωθεί σε Δημοκρατία.

[…] Τα στρατεύματα του στρατηγού έφταναν, είχαν καταλάβει τη δεξιά όχθη του Senna και κάποια αποσπάσματα ανέβαιναν στο λόφο. Οι καμπάνες χτύπησαν, τα τύμπανα μας κάλεσαν να μαζευτούμε: η Λουίζ, με ένα τουφέκι κρυμμένο κάτω από το παλτό της, έτρεξε κάτω από το λόφο, φωνάζοντας «προδοσία!» Μια φάλαγγα σχηματίζονταν ήδη στην επιτροπή εποπτείας, υπό τη διοίκηση του Ferré. […] Το πλήθος κινούνταν προς τα πάνω, οι γυναίκες επιβλήθηκαν, ήταν αυτές που προηγούνταν των ανδρών, υπήρχαν και πολλά παιδιά. Οι στρατιώτες δεν περίμεναν να τις δουν να έρχονται με εκείνη την ορμή, με εκείνη την αποφασιστικότητα, ήταν μια έκπληξη, ξαφνιάστηκαν και δεν αντέδρασαν. «Κάτω τα όπλα!» φώναζαν οι γυναίκες. «Είμαστε γυναίκες και παιδιά!» Η Louise βρισκόταν στην πρώτη γραμμή φωνάζοντας στους στρατιώτες να μην πυροβολούν, και εν τω μεταξύ έδειχνε να προστατεύει τις γυναίκες που είχαν πέσει με γυμνά κορμιά επάνω στα κανόνια. «Είναι δικά μας!».
Ο στρατηγός Lecomte, τότε, διέταξε τους στρατιώτες του να πυροβολήσουν προς το πλήθος που προωθούνταν. Αλλά οι στρατιώτες του είχαν αποφασίσει ότι δεν είναι πλέον δικοί του. Κανείς δεν πυροβόλησε […] Οι στρατιώτες που δεν ήταν πλέον δικοί του τον πλησίασαν, τον έθεσαν σε κράτηση: «Ελάτε μαζί μας στρατηγέ, τώρα πρέπει εσείς να μας υπακούσετε!» […] Ήταν ένδεκα το πρωί της 18ης μαρτίου 1871. Ακτινοβολούσαμε. Η Λουίζ αγκάλιαζε όλους. Ο λαός είχε εκδηλωθεί, διαδήλωσε, και είχε κερδίσει. Ήταν μόνο η αρχή.
Το απόγευμα, μετά από την απόφαση της κεντρικής Επιτροπής της εθνικής Φρουράς, καταλάβαμε δημαρχεία, στρατώνες, κυβερνητικά κτίρια, και αρχίσαμε να κατασκευάζουμε οδοφράγματα. Η όμορφη παράδοση του επαναστατικού Παρισιού επαναλήφθηκε, επιτέλους, παρά τις λεωφόρους του Haussmann. Ο Thiers και οι υπουργοί του διέφυγαν σαν τους αρουραίους, καταφεύγοντας στις Βερσαλλίες, τον τόπο των δυναστών, των μονάρχων και της συνθηκολόγησης.
Το βράδυ ο Lecomte εκτελέστηκε, μαζί με τον άλλο στρατηγό, Thomas, του οποίου όλοι θυμόταν τη σφαγή που είχε διαπράξει τον ιούνιο του ’48”.1

https://www.carmillaonline.com/2018/06/13/io-sono-la-comune/

ιστορία, storia

20 ιουνίου 1986: έφοδος του FMLN ενάντια στον στρατό

Stampa

 

5

Ήταν ο μεγαλύτερος σχηματισμός που αντιπαρατέθηκε στη στρατιωτική δικτατορία κατά τον εμφύλιο πόλεμο του Σαλβαδόρ, μια δικτατορία που χρηματοδοτήθηκε από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

20 giugno 1986: assalto del FMLN all’esercito

Το FMLN, το ‘Μέτωπο Farabundo Martí για την Εθνική Απελευθέρωση’ του El Salvador, γεννημένο σαν οργάνωση επαναστατικού ανταρτοπόλεμου δημιουργήθηκε από την ένωση τεσσάρων οργανώσεων της αριστεράς, το 1980.Το FMLN οδήγησε εργάτες και αγρότες σε μια εξέγερση για να ενθαρρύνει, να ανυψώσει τις τύχες της κοινωνίας του Σαλβαδόρ, που είχε εξουδετερωθεί από το στρατιωτικό καθεστώς υπό την ηγεσία του στρατηγού Maximiliano Hernández Martínez, ο οποίος είχε καταλάβει την εξουσία το 1931 μετά από ένα πραξικόπημα.

Η πρώτη μεγάλη στρατιωτική τους επίθεση έγινε στις 10 ιανουαρίου 1981.

Κατά τη διάρκεια αυτής της επίθεσης, το FMLN ανέπτυξε έναν επιχειρησιακό έλεγχο ο οποίος διατηρήθηκε για την υπόλοιπη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Ανάμεσα στις 19 και 20 ιουνίου 1986, οι εξεγερμένοι κατόρθωσαν να επιτεθούν στη βάση του στρατού του San Miguel.

Καμουφλαρισμένοι χάρη στα μαύρα ρούχα και πασπαλισμένoι με γράσο κατά μήκος του σώματος, κατόρθωσαν να αποφύγουν την επιτήρηση και τον έλεγχο έτσι ώστε να γλιστρήσουν πέρα από το συρματόπλεγμα.

Χρησιμοποιώντας επίσης ρουκέτες RPG διείσδυσαν στο εσωτερικό, δημιουργώντας το απαραίτητο χάος για να συνεχίσουν την επίθεση και να διατηρήσουν τον έλεγχο από πλευράς των συντρόφων που κατέφτασαν από έξω.

Χάρη σε αυτήν και τις επακόλουθες επιθέσεις στις στρατιωτικές δυνάμεις, όπως τη μεγαλύτερη το νοέμβριο του 1989, το FMLN κατάφερε να πάρει τον έλεγχο μεγάλων τομέων της χώρας.

Στο Σαν Σαλβαδόρ, μπόρεσαν να εισέλθουν γρήγορα και να αναλάβουν και πάλι την κριτική κατάσταση πολλών φτωχών συνοικιών, μέχρι που ο στρατός έφτασε στο σημείο να βομβαρδίσει και σε αυτές τις περιοχές της πόλης.

Η επιθετική εκστρατεία του 1989 φάνηκε πως ήταν η κρίσιμη καμπή στον εμφύλιο πόλεμο, όπου κατέστη σαφές ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να νικήσει στρατιωτικά το FMLN.

Μετά από αυτή τη ξεκάθαρη ήττα, η αμερικανική κυβέρνηση και αυτή του Ελ Σαλβαδόρ δεν έκαναν άλλο παρά να υποχωρήσουν και να παραδοθούν όπως και να ξεκινήσουν τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1992.

https://www.infoaut.org/storia-di-classe/20-giugno-1986-assalto-del-fmln-allesercito

ιστορία, storia

Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα. Tommie Smith και John Carlos: η θυσία και η δόξα.

Αέναη κίνηση

[Εδώ και κάτι λίγο περισσότερο από ένα μήνα βγήκε το καινούργιο βιβλίο του Lorenzo Iervolino, της συλλογικότητας TerraNullius, και οι δρόμοι μας ξανασυναντιούνται. Είχε συμβεί το 2014 με το Μια θλιβερή ημέρα, τόσο ευτυχισμένη- Un giorno triste, così felice, αφιερωμένο στον Socrates Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira, protagonistaπρωταγωνιστή της ρουμπρίκας μας WuMingWood στο GQ Italia και μετά ενός τραγουδιού  una canzone του Wu Ming Contingent. Συμβαίνει ξανά με το Ακόμη τριάντα πέντε δευτερόλεπτα- Trentacinque secondi ancora, που διηγείται τις ζωές και τους αγώνες των Tommie Smith και John Carlos, πριν και μετά το βάθρο της Πόλης του Μεξικού, 1968. Σύμφωνα με τον Simone Scaffidi, που έκανε μια ανασκόπηση του βιβλίου για τον Giap, ο Iervolino μας επιστρέφει την φωνή του Smith-και-Carlos σαν να τους παρατηρεί από το δεύτερο σκαλί εκείνου του βάθρου, αυτού που καταλαμβάνει ο Peter Norman

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.181 επιπλέον λέξεις