ιστορία, storia

Ιταλικά Cayenne ( από που προέρχεται η βία της Γένοβα 2001 )

ιστορία, storia

Συνέντευξη Video-Intervista στην Silvia Baraldini

Αέναη κίνηση

Δημοσιεύτηκε στις  22 φεβρουαρίου 2017 · in Interviste · στις Συνεντεύξεις

του Raùl Zecca Castel

black-panther-children[video intervista alla fine del post] [η συνέντευξη βίντεο στο τέλος του ποστ] Το όνομα της Silvia Baraldini, στην Italia, είναι συνδεδεμένο με ιδιαίτερο τρόπο με την δικαστική υπόθεση της οποίας υπήρξε – αθέλητα – πρωταγωνίστρια και, κυρίως, ανακαλεί στη μνήμη την πολιτική κοινοβουλευτική σύγκρουση σχετικά με την έκδοση της από τις φυλακές των ηνωμένων πολιτειών, που έλαβε χώρα το 1999. Αλλά η διαδρομή της ζωής της και η επαναστατική εμπειρία που σημάδεψαν τα χρόνια της νεότητας της αντιπροσωπεύουν ακόμη και σήμερα μια πολύτιμη μαρτυρία ιστορική ακραία χρήσιμη για την αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής και παραμένουν, απ’ όπου κι αν την εξετάσεις, ένα άφθαρτο παράδειγμα αυταπάρνησης. Γεννημένη στην Roma το 1947, η Silvia Baraldini σχηματίζεται-διαμορφώνεται στις USA, όπου ο πατέρας εργάζεται ως διπλωματικός στην ιταλική πρεσβεία. Εδώ πλησιάζει πολύ σύντομα στο μεγάλο νεανικό…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 563 επιπλέον λέξεις

ιστορία, storia

19 ιουνίου 1986: la «matanza de los penales» η σφαγή των φυλακισμένων

Stampa

 

19 ιουνίου 1986: la «matanza de los penales»

Τη νύχτα ανάμεσα στις 18 και τις 19 ιουνίου οι μαχητές του Sendero Luminoso, Φωτεινού Μονοπατιού, περουβιανού κομουνιστικού κόμματος, που βρίσκονταν έγκλειστοι στις φυλακές του Lurigancho, καταλαμβάνουν την φυλακή. Τα αιτήματα των κρατουμένων είναι πολλά: η αναγνώριση του status αιχμαλώτων πολέμου, η βελτίωση της τροφής, η επιτάχυνση των δικών και οι οικογενειακές επισκέψεις, μα κυρίως η άρνηση νε μεταφερθούν στη νέα δομή-lager με την ονομασία Castro Castro, που χτίζονταν κοντά στην Lima, όπου υπήρχε ο κίνδυνος να τους δολοφονήσουν.

Η απάντηση της φασιστικής περουβιανής κυβέρνησης είναι σκληρότατη, δίδεται διαταγή να επέμβουν οι ειδικές δυνάμεις του στρατού και στις τρεις δομές της φυλακής και πρακτικά όλοι οι φυλακισμένοι που αιχμαλωτίστηκαν θα σφαγιαστούν στη συνέχεια.

Στο Lurigancho οι κρατούμενοι, που κατάφεραν να κυριεύσουν την φυλακή,ειδοποιούνται από τον διευθυντή πως έχουν 10 δευτερόλεπτα στη διάθεση τους για να παραδοθούν, σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξει η επέμβαση της  Guardia Repubblicana. Ύστερα από την παρέλευση των δέκα δευτερολέπτων ανατινάζεται η μεταλλική πόρτα κι ένας τοίχος και η πολιτειακή φρουρά εισέρχεται στην φυλακή. Οι φυλακισμένοι απαντούν στις εκρήξεις των χειροβομβίδων και στις ριπές των πολυβόλων εκτοξεύοντας μολότοφ. Στην διάρκεια της επίπονης αντίστασης των φυλακισμένων για πολλές ώρες πεθαίνουν μια τριανταριά κρατουμένων. Όταν οι άλλοι παραδίδονται και βγαίνουν από την φυλακή με τα χέρια στον αυχένα, ένα στέλεχος του στρατού πυροβολεί έναν έγκλειστο που είχε παραδοθεί: ακολουθούν πυροβολισμοί στον λαιμό και στον αυχένα. Και οι 126 φυλακισμένοι που πήραν μέρος στην εξέγερση, κι αυτοί όλοι που παραδόθηκαν, μεταφέρονται στην αυλή της φυλακής και τουφεκίζονται.

Στην El Fronton, αντιθέτως, οι αγωνιστές του μονοπατιού, οι senderisti καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν έξι σωφρονιστικούς φύλακες και να αρπάξουν τα όπλα τους: και η αντίσταση συνεχίζεται όλη την ημέρα. Το απόγευμα στις έξι ξεκινά η επιχείρηση των δυνάμεων του Ναυτικού, που βομβαρδίζει τα κτίρια της φυλακής. Οι κρατούμενοι, γνωρίζοντας πως η εξέγερση στο Lurigancho είχε πνιγεί στο αίμα και όλοι οι φυλακισμένοι είχαν σκοτωθεί, αρνούνται να παραδοθούν. Μετά από  αρκετές προσπάθειες διαλόγου που απέτυχαν, την επομένη ημέρα πραγματοποιείται μια νέα έφοδος, που αναγκάζει τους επιζήσαντες να παραδοθούν. Οι έγκλειστοι βγαίνουν ανακοινώνοντας την παράδοση, αλλά χωρίζονται σε ομάδες των πέντε, μεταφέρονται στην αυλή της φυλακής και τουφεκίζονται. Στην El Fronton πεθαίνουν 140 σύντροφοι.

Στην γυναικεία φυλακή της Santa Barbara οι διεκδικήσεις των κρατουμένων είναι οι ίδιες: η επιχείρηση οδηγείται από την αστυνομία. Στις δέκα η εισβολή λαμβάνει χώρα από τρία σημεία, την εξωτερική πόρτα, την ταράτσα και των κοιτώνα των φρουρών. Οι συντρόφισσες, οχυρωμένες σε ένα τμήμα της φυλακής, αμύνονται με λόγχες και βέλη που κατασκεύασαν πρόχειρα. Οι δυνάμεις της αστυνομίας εισέρχονται πυροβολώντας ριπές με τα πολυβόλα και σκοτώνουν δυο κρατούμενες που αναγκάζονται, ύστερα από δυο ώρες σκληρότατων συγκρούσεων, να παραδοθούν οριστικά.

http://www.infoaut.org/storia-di-classe/19-giugno-1986-la-matanza-de-los-penales

ιστορία, storia

Mara Cagol, το θάρρος που δεν πρέπει να ξεχαστεί, il coraggio da non dimenticare

2754 visualizzazioni

Μια σημαντική επέτειος, 42 χρόνια αργότερα. Είμαστε σε έναν άλλο κόσμο, σίγουρα. Αλλά φαίνεται χρήσιμο να θυμηθούμε εκείνο που σύμφωνα με την εξουσία θα έπρεπε να παραμείνει καταραμένο και αγνοημένο.

*****

Στις 5 Ιουνίου 1975, στο αγρόκτημα Spiotta στην επαρχία της Alessandria, δολοφονούνταν κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τους Καραμπινιέρους, η Margherita Cagol, η σύντροφος Mara, μια από τους ιδρυτές των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Χρησιμοποιώ τον όρο δολοφονήθηκε σκόπιμα επειδή, από την αρχή, η εκδοχή των καραμπινιέρων είναι μια παραφωνία με τα αποτελέσματα της αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία: «Η Margherita κάθεται με τα χέρια σηκωμένα μέχρι που πυροβολήθηκε με ένα μόνο χτύπημα από πιστόλι κάτω από το αριστερό χέρι: έναν πυροβολισμό για να σκοτώσει».

Για τo «δημοκρατικό» ιταλικό Κράτος και την ανόητη αστική ηθική που το τροφοδοτεί, ως εκ τούτου, η Μάρα υπήρξε και είναι μια τρομοκράτισσα που πρέπει να εξολοθρευτεί, μέχρι να διαγραφεί η μνήμη της. Για εμάς, αντίθετα, η Mara είναι και θα είναι πάντα μια σύντροφος, μια μαχητής, μια ευαίσθητη και καλλιεργημένη γυναίκα, που έπεσε για τα κομμουνιστικά ιδανικά της της Ελευθερίας, Ισότητας και Δικαιοσύνης. Έτσι πεισματικά θέλουμε να την θυμόμαστε. Πεισματικά θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη του. Για παράδειγμα, ξαναδιαβάζοντας αυτά που έγραψε, λίγο μετά τη σύλληψη του Alberto Franceschini και του Renato Curcio, του σύντροφου της στη ζωή και τον αγώνα, στους γονείς της: «Τώρα είναι στο χέρι μου και αυτό των πολλών συντρόφων που θέλουν να πολεμήσουν αυτήν την αστική εξουσία, πλέον σάπια, και να συνεχίσουμε τον αγώνα. […]  […] Είναι σωστό και ιερό αυτό που κάνω, η ιστορία μου δίνει δίκιο όπως το έδωσε στην Αντίσταση το ’45. Αλλά θα πείτε, αυτά είναι τα μέσα για να χρησιμοποιήσω; Πιστέψτε με, δεν υπάρχουν άλλα. Αυτό το αστυνομικό Κράτος βασίζεται και στηρίζεται στη δύναμη των όπλων, και όποιος θέλει να το πολεμήσει πρέπει να τεθεί στο ίδιο επίπεδο. Αυτές τις μέρες σκότωσαν με μια σφαίρα ένα αγόρι, σαν να μην έτρεχε τίποτα: είχε κάνει το λάθος να θέλει ένα σπίτι για να ζήσει με την οικογένειά του. Αυτό συνέβη στη Ρώμη, όπου οι γειτονιές στις οποίες οι άνθρωποι ζουν σε τενεκεδόσπιτα, χτισμένα με χαρτόνι και παλιές σκουριασμένες λαμαρίνες, ουρλιάζουν, φαλτσάρουν σε αντίθεση με τις πολυτελείς κατοικίες της γειτονιάς του EUR. Για να μην αναφέρουμε την ανεργία και τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων μαζών, στα μεγάλα εργοστάσια της πόλης.  Αυτό είναι το αποτέλεσμα της «ανοικοδόμησης», των πολλών χρόνων δουλειάς από το ’45 έως σήμερα; Ναι, αυτό είναι: απόβλητα, κατανάλωση, παρασιτισμός, πολυτελής σπατάλη, από τη μία πλευρά, και αβεβαιότητες, εκμετάλλευση και εξαθλίωση από την άλλη, μιζέρια. […] Σήμερα, σε αυτή την περίοδο της οξείας κρίσης, χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ να αντισταθούμε έτσι ώστε ο φασισμός υπό τις νέες «δημοκρατικές» μορφές να μην πάρει ξανά το πάνω χέρι. Οι επαναστατικές επιλογές μου, ως εκ τούτου, παρά τη σύλληψη του Renato, παραμένουν αμετάβλητες. Margherita «. Λέξεις που, υπό το φως της σημερινής κρίσης, που είναι ακόμη πιο σοβαρή από εκείνη που έσφιξε σαν τανάλια τη χώρα μας εκείνα τα χρόνια, θα πρέπει να δώσουν τροφή και να προβληματίσουν με την αμείλικτη επικαιρότητα τους. Λέξεις που θα πρέπει να ταρακουνήσουν τις νέες καρδιές και να αφυπνίσουν ώριμες συνειδήσεις. Λόγια που συγκινούν, γιατί ειπώθηκαν από μια γυναίκα μόλις 29 χρόνων, η οποία, όπως και πολλοί από τους συνομηλίκους της, επέλεξε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή της, χάνοντας την μια ανοιξιάτικη μέρα, για χάρη της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης, όχι σίγουρα για προσωπική φιλοδοξία. Μια νεαρή γυναίκα που αποφάσισε να πάρει τα όπλα, όπως έλεγε τότε ο Τσε «για την απαντήσει στην διαμαρτυρία του λαού την γεμάτη οργή ενάντια στους καταπιεστές του, για να αγωνιστεί να πολεμήσει και να αλλάξει το κοινωνικό σύστημα που κρατά στην ταπείνωση και τη δυστυχία όλους τους άοπλους αδελφούς της.

«Φτωχή είναι μια νέα γενιά που δεν ερωτεύεται την Ευρυδίκη και δεν πηγαίνει να την βρει ακόμη και στην κόλαση», γράφει ο Έρρι Ντε Λούκα. Σε αυτή την περίπτωση η Ευριδίκη μεταφράζεται στο επαναστατικό όνειρο μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, ελεύθερης, όπου οι κανόνες δεν είναι πλέον η δουλεία, η καταπίεση, η κατάχρηση του αφεντικού, το αδιανόητο της ανδρικής κυριαρχίας, που ασκείται συχνά με άνανδρο τρόπο και βία, η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου όντος, αλλά, στην πραγματικότητα, μια σχέση μεταξύ ίσων, μεταξύ γυναικών και ανδρών επιτέλους απελευθερωμένων από τις σχέσεις δύναμης και παραγωγής που συνδέονται με την αστική κοινωνία και είναι εγγενείς αυτής, κοινωνία εμφανώς ταξική. Η Μάρα Cagol-και σαν κι αυτήν, άλλοι εκείνης της γενιάς- την Ευρυδίκη της πήγε να την ψάξει, αμφισβητώντας την σκοτεινότητα του νέου φασισμού, με το φως στα μάτια της και την ποίηση των είκοσι χρόνων της στο στήθος. Ένα παράδειγμα θάρρους και αποφασιστικότητας που σήμερα δεν είναι εύκολο να δει κανείς.

Την ίδια ημέρα που σκοτώνονταν η Μάρα, ήταν ακριβώς ο Renato Curcio που συνέταξε το φυλλάδιο για το θάνατό της. Έγραφε, μεταξύ άλλων: «Έπεσε μαχόμενη η MARGHERITA CAGOL, »Μάρα», κομμουνίστρια ηγέτης και μέλος της εκτελεστικής επιτροπής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Η ζωή της και ο θάνατός της είναι ένα παράδειγμα που κανείς μαχητής της ελευθερίας δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεχάσει […] δεν έχουμε την πολυτέλεια να ρίξουμε δάκρυα πάνω στους πεσόντες μας, αλλά πρέπει να αντλήσουμε διδάγματα από την πίστη, τη συνέπεια, το θάρρος και τον ηρωισμό τους! […] Όλοι οι ειλικρινείς επαναστάτες θα τιμήσουν τη μνήμη της «MARA» μελετώντας το πολιτικό μάθημα που ήξερε να δώσει με την επιλογή της, με το έργο της, με τη ζωή της. Ας απλωθούν χίλια χέρια για να συλλέξουν το τουφέκι της! […]» Εμείς, σήμερα, θέλουμε να τιμήσουμε τη μνήμη της Μάρα και, όπως οι σύντροφοί της του τότε, την χαιρετούμε λέγοντας: Μάρα ένα λουλούδι έχει ανθίσει, και αυτό το λουλούδι της ελευθερίας θα συνεχίσουμε να το καλλιεργούμε μέχρι τη νίκη!

 

5 ιουνίου 2017 – © Η αναπαραγωγή είναι δυνατή ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΡΗΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ της ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΉΣ ΟΜΑΔΑΣ του CONTROPIANO

Τελευταία μετατροπή: 5 ιουνίου 2017, ore 12:12STAMPA

ιστορία, storia

Τα συναισθήματα της καρδιάς, η ψυχρότητα της λογικής, η πραγματικότητα των γεγονότων. – Le emozioni del cuore, la freddezza della ragione, la realtà dei fatti.

του Fiorenzo Angoscini

brigate rosseMarco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, Brigate Rosse. Dalle fabbriche alla ‘campagna di primavera’, Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’, Τόμος I, DeriveApprodi, Roma, φεβρουάριος 2017, σελ. 550, € 28,00

Η εργασία των Marco Clementi, Paolo Persichetti, Elisa Santalena, διαφέρει λόγω του τεράστιου όγκου εγγράφων που συμβουλεύτηκαν. Του μεγάλο υλικού που αναλύθηκε και των διαφόρων και διαφορετικών αρχείων. Της ανάγνωσης των εκθέσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών της έρευνας για την υπόθεση Moro, της μελέτης των νομικών εγγράφων, των ερευνών και των διαφόρων εκθέσεων εμπειρογνωμόνων σχετικών με τις πολλές δίκες που σχετίζονται με την απαγωγή και την εκτέλεση του χριστιανοδημοκράτη παράγοντα. Της διαθεσιμότητας αδημοσίευτων συζητήσεων με μαχητές πρωταγωνιστές της ένοπλης εμπειρίας, του διαδεδομένου ανταρτοπόλεμου, του αγώνα στις φυλακές και των σφαγών που διαπράχθησαν σε μερικές από αυτές:Le Murate και Alessandria, καθώς και για τις νέες λεπτομέρειες που επισημαίνονται, την επισήμανση (μνήμες, αναμνήσεις) αφαιρεθέντων ιδιαιτεροτήτων. Της διάψευσης μιας πρόσφατης συνωμοσιολογίας με πολλαπλές παρουσίες, ποικίλες και ετερογενείς κατά τις διάφορες φάσεις της επιχείρησης στην οδό Fani. Των μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι διαψεύδουν τους εαυτούς τους, μοτοσικλετών που μεταφέρουν άγνωστους shooters φαντάσματα και πολλά άλλα.
Επιπλέον, η αναπαράσταση και η ανακατασκευή τους ευνοεί την ανάκτηση και την αναδιάταξη της μνήμης.Της συλλογικής και της ατομικής: μας, της δικής μας, του καθενός από εμάς.

Οι συγγραφείς έχουν σημαντικά «προηγούμενα» σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα.

Ο Clementi, πριν δέκα χρόνια, πραγματοποίησε μια “Storia delle Brigate Rosse”;1 »Ιστορία των Ερυθρών Ταξιαρχιών», πριν χρόνια είχε δημοσιεύσει μια μελέτη που θα μπορούσαμε να ορίσουμε πως σχετίζεται με το σχέδιο ‘Victor’, δηλαδή πως να εξουδετερώσουν ανθρωπίνως, πολιτικά, προσωπικά και πνευματικά τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των χριστιανοδημοκρατών της DC, il presidente del Consiglio Nazionale DC, σε περίπτωση που αυτός είχε απελευθερωθεί.2
Το σχέδιο που θα εισέρχονταν σε δράση σε περίπτωση θανάτωσης του ομήρου, είχε επονομαστεί ‘Mike’.
Απλούστερα, προέβλεπε να ενημερωθεί μια ολόκληρη σειρά από θεσμικά στοιχεία, δικαστικά και πολιτικά, άμεση απομόνωση του τόπου όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, απαγόρευση του ιδίου στους συγγενείς, την δημιουργία μιας αποτελεσματικής υπηρεσίας ασφαλείας μπροστά από το studio και το σπίτι του Moro, παρέχοντας τις πληροφορίες στον τύπο και την τηλεόραση ως αμφιβόλου αξιοπιστίας.

O Persichetti, μαζί με τον Oreste Scalzone, έγραψε το βιβλίο “Il nemico inconfessabile”3 »Ο ανήθικος εχθρός» και, σχεδόν καθημερινά στο ‘Insorgenze.net’ διεξάγει μια συστηματική προσέγγιση επίμονης διάψευσης και διόρθωσης ειδήσεων … ψευδών και παραπλανητικών. Όσον αφορά εκδηλώσεις και γεγονότα που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη και τους αγωνιστές της, την καταστολή, τα βασανιστήρια, τις κρατικές »δολοφονίες», την πολιτική και τον πολιτισμό.

Τέλος, η Santalena, εκπόνησε μια διδακτορική διατριβή έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Grenoble επάνω στην , «La gauche révolutionnaire et la question carcérale: une approche des années 70 italiennes», »Επαναστατική αριστερά και το ζήτημα των φυλακών: μια προσέγγιση στα ιταλικά χρόνια 70», (8 δεκεμβρίου, 2014) με σαφή κεφάλαια: «Από τις φασιστικές φυλακές, στις φυλακές σε εξέγερση (1969-1973)» «Από τη μεταρρύθμιση στην αντιμεταρρύθμιση: μεταξύ καταπίεσης και καταστολής, ένοπλου αγώνα και απόδρασης (1974-1977)», «Οι φυλακές στο κέντρο της σύγκρουσης: ανάμεσα στον ένοπλο αγώνα και τη διαχείριση έκτακτης ανάγκης της αντιτρομοκρατίας (1977-1987)

Λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες

Εμβαθύνοντας στην ανάγνωση συναντούμε κάποιες λεπτομέρειες, ή ιδιαιτερότητες, αν όχι άγνωστες, σίγουρα δεν είναι γνωστές. Έτσι, μαθαίνουμε ότι την 9η του Μάη 1978 το πρωί, ο χώρος όπου θα βρεθεί στη Via Caetani (στα μισά του δρόμου μεταξύ της εθνικής έδρας των Χριστιανοδημοκρατών και εκείνης του PCI) το Renault 4 χρώμα αμάραντο έχοντας στο εσωτερικό του το άψυχο σώμα του Moro, είχε καταληφθεί το προηγούμενο βράδυ από τον Bruno Seghetti που είχε σταθμεύσει εκεί το προσωπικό του αυτοκίνητο, ένα Renault 6 πράσινου χρώματος. Αυτό γίνεται για να αποφευχθούν εμπόδια και ατυχήματα της τελευταίας στιγμής. Με αυτόν τον τρόπο υπήρχε η σιγουριά ότι ο τόπος που έχει επιλεγεί για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιούνταν για την τελευταία μεταφορά, και την επακόλουθη ανακάλυψη του άψυχου σώματος του χριστιανοδημοκράτη βουλευτή δεν θα εμποδίζονταν από την παρουσία άλλων οχημάτων που θα ήταν σταθμευμένα παράκαιρα στη θέση του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν εξετάστηκε επαρκώς είναι η δράση που ανέλαβε ο Fulvio Croce, πρόεδρος του Συμβουλίου της Τάξης των Δικηγόρων του Τορίνο, διορισμένος δικηγόρος από τον Πρόεδρο του κακουργιοδικείου του Τορίνο, το οποίο έπρεπε να κρίνει (μάιος 1976 ) τον λεγόμενο «ιστορικό πυρήνα» (χαρακτηρισμό που ανέκαθεν αρνήθηκαν οι κατηγορούμενοι) της μαχόμενης κομμουνιστικής οργάνωσης, αφού οι μαχητές των BR είχαν αποπέμψει τους δικηγόρους της εμπιστοσύνης τους, προειδοποιώντας το δικαστήριο να μην διορίσει άλλους αυτεπάγγελτα και είχαν, προς στιγμήν, καταφέρει να κλονίσουν τους κλασικούς μηχανισμούς της δικαστικής εξουσίας, διεκδικώντας για τους εαυτούς τους το δικαίωμα στην άμυνα, να ήθελαν να υπερασπιστούν μόνοι τους εαυτούς τους δηλαδή, για να διεξάγουν την λεγόμενη »δίκη ανταρτοπόλεμου 4» και να ‘τινάξουν στον αέρα’ την διαδικασία.

br-processo

Παρά την αποδοχή των υψηλότερων αιτιολογήσεων του κράτους, αναθέτοντας την τεχνική υπεράσπιση σε οκτώ άλλους δικηγόρους της τορινέζικης τάξης, ο πρόεδρος της εγκληματολογικής ένωσης, εκμεταλλευόμενος την αναβολή για την 16η σεπτεμβρίου 1976 – σε αναμονή για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξαργυρώσει μια σύγκρουση εδαφικής δικαιοδοσίας μεταξύ Τορίνο και Μιλάνο – μακριά από τη βοή των μέσων ενημέρωσης, έγινε υποστηρικτής και προαγωγός της προτεινόμενης θέσπισης ενός «μικρού νόμου» (όπως την αποκαλούσε σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εθνικού δικανικού Συμβουλίου) ad hoc που θα επέτρεπε στους κατηγορούμενους που το επιθυμούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους μόνοι τους.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας για τη δημιουργία του δικαστηρίου, της έδρας για τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από τον ορισμό «τεχνικών υπερασπιστών, δικηγόρων», συναντήθηκαν σημαντικές δυσκολίες στον εντοπισμό των λαϊκών ενόρκων, λόγω της απόρριψης να αποδεχθούν πολλών από αυτούς. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο ανέλαβαν δράση κορυφαία στελέχη του τορινέζικου Κκι, με τον Giuliano Ferrara να ηγείται, που υποστηρίζονταν ανεπίσημα από δύο εισαγγελείς, τους Luciano Violante και Gian Carlo Caselli ο οποίος, σύμφωνα με τον βουλευτή και μέλος του Κκι τουΤορίνο Saverio Vertone, «Συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ομοσπονδιακής επιτροπής. Ίσως, αλλά δεν είμαι σίγουρος, επίσης, έπαιρνε το λόγο στις συναντήσεις της γραμματείας …» Ενώ ο ελεφαντίνος ( G Ferrara) συμμετείχε σε κάποιες συναντήσεις με ενόρκους της μάξι-δίκης εναντίον των ταξιαρχιτών για να τους πείσει να μην εγκαταλείψουν την ανάθεση» (Μ. Caprara).

Πάντα ο Ferrara, αναλάμβανε την ευθύνη του Pci για την δημιουργία του κατάπτυστου ερωτηματολόγιου ενάντια στην τρομοκρατία, στην ερώτηση ν. 5, καλούσε στην καταγγελία.» [έψαχνε άμεσα καταδότες]… τότε φυσικά προσφέραμε ένα χεράκι, πέρα από το χέρι που έδινε το Κράτος. Το Κράτος πρόσφερε την προστασία του, εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την δική μας. (…) Για παράδειγμα σπίτια. Ρωτούσαμε: «Πες μας ποια είναι τα προβλήματά σου, αν είσαι φοβισμένος. Να ξέρεις πως εμείς είμαστε εδώ». Διαμέσου ενός «έγκυρου» διοικητικού του στελέχους, του G. Ferrara, το Κκι γίνονταν Κράτος.

Πριν από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τις στρατεύσεις στο Pci

Ήδη αμέσως μετά την Απελευθέρωση σχηματίστηκαν, δομήθηκαν ομάδες και οργανώσεις Κομουνιστικές που ασκούσαν τον ένοπλο αγώνα. Με διάφορες μορφές και τρόπους. Από το Κίνημα Αντίστασης Παρτιζάνικης-Κίνημα Προλεταριακής Ενότητας, Movimento Resistenza Partigiana-Movimento di Unità Proletaria του Carlo Andreoni, του οποίου, όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν κάποιες ασαφείς γραμμές,  στο »IX Τμήμα Ερυθρός Αστέρας παράνομη ταξιαρχία ‘808’, “IX Divisione Stella Rossa Brigata clandestina ‘808’ “ του Armando Valpreda,5 προέδρου της Ένωσης παρτιζάνων Anpi στο Asti, μεταξύ των υποκινητών της εξέγερσης στην Santa Libera,6 μέχρι και εκείνη την ομάδα των καλών παιδιών που συναντιούνταν στο  Σπίτι του Λαού, presso la Casa del Popolo της Lambrate (Mi) για να χτίσουν την ‘Κόκκινη Φτερωτή’, ‘Volante Rossa’.7 Για να φθάσουμε σε εκείνους τους αγωνιστές απ’ την Εμίλια,  (παράνομους και φαινομενικά δίχως ενωτική οργάνωση) που έσπειραν στις επαρχίες του Ρέτζιο, της Μόντενα, της Φερράρα και της Μπολόνια πολλές ένοπλες ενέργειες, κυρίως εξολόθρευση φασιστών και συνεργών τους.

Σε πιο κοντινά χρόνια στην δεύτερη κόκκινη διετία (1968-1969) υπάρχουν εμπειρίες αντίστασης και ένοπλης επίθεσης που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προπαιδευτικές στην πιο σημαντική (για διάρκεια, νούμερο αγωνιστών και δράσεων) οργάνωση που ‘επωμίστηκε το ντουφέκι’ και για την οποίαν  ‘γίνεται λόγος’ στο βιβλίο.
Μιλάμε για την τορινέζικη ομάδα που αποτελείτο από τους Piero Cavallero, Danilo Crepaldi, Sante Notarnicola,8Adriano Rovoletto, όλοι αγωνιστές τους εργατίστικου Κκι των προλεταριακών ‘Barriere’ , ‘Φραγμάτων’, του Torino. “Ήδη το 1959 είχαμε πραγματοποιήσει την πρώτη μας δράση και προχωρήσαμε μέχρι το 1967, στιγμή της σύλληψης μας. Ο Piero ήταν ο συντονιστής των ενοτήτων Pci του ‘Φράγματος του Milano’ , μιας λαϊκής περιφέρειας με σχεδόν 70.000 κατοίκους. Εγώ, ήμουν γραμματέας της οργάνωσης νεολαίας του κόμματος (Fgci) στην Biella και αριθμούσαμε περίπου 3.000 εγγεγραμμένους. Στις αρχές των χρόνων εξήντα είχαμε αντιληφθεί πως δεν ήμασταν πλέον συντονισμένοι με το ‘κόμμα’. Χωμένο μες τον γύψο, κονφορμιστικό και όχι πια ‘επαναστατικό’9 .

Μια άλλη ένωση αγωνιστών εγγεγραμμένων στο Pci, ενότητα “Rino Mandoli” του Ponte Carrega στην Genova, που είδε  ‘την ώρα του τουφεκιού’, είναι εκείνη που χυδαία και από τα μέσα ενημέρωσης βαπτίστηκε  XXII Ottobre, δραστήρια στην Γένοβα από τις 22 οκτώβρη 1969 (ημερομηνία σχηματισμού της) μέχρι τις 26 μαρτίου 1971, ημέρα της ληστείας στον ταχυδρόμο της κατασκευαστικής εταιρείας Iacp. Στην πραγματικότητα, αυτός που υποδεικνύεται σαν ένας από τους ιδρυτές της περιπόλου νέων παρτιζάνων, ο Mario Rossi, αν και με επιφυλάξεις, με μεγάλη σύνεση και επιφυλακτικότητα, επισημαίνει: “Συμμεριζόμασταν τις θέσεις των Gap, γίναμε στην πράξη η ομάδα Gap της Γένοβας, καθώς υπήρχαν ήδη στο Μιλάνο και το Tρέντο. Όμως, το είπα και το επαναλαμβάνω, ήμασταν πάντα αυτόνομοι από τους άλλους σχηματισμούς που δημιουργούνταν ή που ήδη ήταν δραστήριοι αλλού ”.10

Η εμπειρία του Rossi, και η ανάγνωση του βιβλίου των Clementi-Persichetti-Santalena, μας προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσουμε, να εμβαθύνουμε και μιαν άλλη πτυχή, που σχετίζεται με τους μαχητές των πρώτων ένοπλων ομάδων, αλλά και των Ερυθρών Ταξιαρχιών: την προέλευσή τους, την ένταξη και την πολιτική δράση τους.

Από την μαρτυρία που συνέλεξε η Donatella Alfonso (δημοσιογράφος της εφημερίδας “La Repubblica”) ο Rossi επαναλαμβάνει,
Εγώ, στην πραγματικότητα, αισθάνομαι ακόμα ένας αγωνιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας του εξήντα … Εκείνα τα χρόνια εκεί σου τύχαινε να παρακολουθείς το κόμμα, να παίρνεις μέρος στις διαδικασίες του, ιδίως στο χώρο εργασίας, στις ενότητες του εργοστασίου, γιατί αισθανόσουν τον σφυγμό του εργάτη που ήταν αυτός που σου δίδασκε να δουλεύεις και μετά να σκέφτεσαι … (Εμείς) ήμασταν όλοι σφυρηλατημένοι και με την 30 ιουνίου του ’60, όταν η Γένοβα απέρριψε την συνέδριο του φασιστικού Msi. Ήμασταν όλοι εκεί, και η τελευταία φορά που είδα πραγματικά το κομμουνιστικό Κόμμα στην πλατεία ήταν εκείνη η ημέρα, με τους παρτιζάνους και τους εργάτες του λιμανιού με το γάντζο στο χέρι”.

Στην ανακατασκευή των πολιτικών του επιλογών, αποκαλύπτει επίσης μια εμβληματική ιδιαιτερότητα, “…ένα άλλο γεγονός για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ για να μην φέρω σε δύσκολη θέση κανέναν, όμως εγώ συνέχισα να έχω την ταυτότητα του PCI: μέχρι το θάνατό του, ένας παλιός σύντροφος της Γένοβας μου την ανανέωνε κάθε χρόνο, ακόμα και όταν ήμουν στη φυλακή … Ακούγεται τρελό, αλλά εγώ ποτέ δεν αποβλήθηκα από το κομμουνιστικό Κόμμα ”.

feltrinelliΑυτές οι δυο ‘μικρότερες’ οργανώσεις και προηγούμενες του ξεδιπλώματος των BR και των άλλων οργανώσεων με εθνική δομή αν και με ανομοιογενή διανομή (Nuclei Armati Proletari Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες και Πρώτη Γραμμή Prima Linea) μαζί με τις Ομάδες Παρτιζάνικης Δράσης  Gruppi d’ Azione Partigiana που σχηματίστηκαν από τον Giangiacomo Feltrinelli (έδρασαν στο Trento, Milano και Genova, οι μαχητές των οποίων κατά πλειοψηφία, και ουσιαστικά, συνέκλιναν στις Brigate Rosse μετά τον θάνατο του εκδότη,14 μαρτίου 1972) υπήρξαν ένα σύνολο πολλών ‘εγγεγραμμένων’ στο Κόμμα (Στις έρευνες για τους Gap διερευνήθηκαν οι G.B. Lazagna, Marisa και Vittorio Togliatti, nipoti del Migliore, εγγόνια του Καλύτερου, κι άλλοι ακόμη ‘πλησιέστεροι’ στο Κκι) που κινήθηκαν συλλογικά, αλλά υπάρχουν επίσης και συμπτωματικές ατομικότητες η σύντροφοι ημι-οργανωμένοι, με προσωπικές επαφές. Ο μιλανέζος εκδότης δανείζει το πιστόλι του  (ένα Colt Cobra) στην Monika Ertl, όνομα μάχης ‘Imilla’, όταν την πρώτη απριλίου 1971, στο Αμβούργο, σκοτώνει τον Roberto Quintanilla Pereira, εκπρόσωπο της κυβέρνησης της Βολιβίας στην Γερμανία και δολοφόνου του Ernesto Che Guevara.11

Ο Clementi και οι συνεργάτες συγγραφείς μας θυμίζουν την περίπτωση της Maria Elena Angeloni, της θείας του Carlo Giuliani, που τινάχτηκε στον αέρα – μαζί με τον κύπριο αγωνιστή Georgios Christou Tsdikouris – από το αυτοκίνητο βόμβα που οδηγούσαν προς την πρεσβεία των ηνωμένων πολιτειών στην Αθήνα (2 σεπτεμβρίου 1970) που ήταν γραμμένη στην ενότητα 25 Aπριλίου του μιλανέζικου Pci. “Στην κηδεία της Elena, στο Milano, για την ελληνική Αντίσταση ήταν εκεί η Melina Mercouri. Υπάρχουν οι σύντροφοι, οι φίλοι, οι αγωνιστές του Pci. Ατομικά. το Κόμμα δεν ήταν εκεί. Αν και επίσημα υποστηρίζει την Αντίσταση. Ο γραμματέας της ενότητας 25 απρίλη υποχρεώθηκε από την Ομοσπονδία να καταστρέψει το μητρώο της ταυτότητας της Elena”.12

Ένα άλλο παράδειγμα που επισημαίνεται στις «Ερυθρές Ταξιαρχίες. Από τα εργοστάσια στην ‘εκστρατεία της άνοιξης’ είναι εκείνο του Angelo Basone, εργάτη στις πρέσες του Mirafiori, συνδικαλιστικού εκπροσώπου και επικεφαλής της ενότητας του εργοστασίου του Κκι, που ποτέ δεν αποβλήθηκε από το κόμμα, ο οποίος βρίσκονταν στον κατάλογο των 61 εργατών που θα απολύονταν και γνωστού και αναγνωρισμένου αγωνιστή της οργάνωσης με το πεντάκτινο αστέρι. Καταδικάστηκε για συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία, πολιτικού κρατουμένου στις ειδικές φυλακές.

Εκείνες που αναφέρονται παραπάνω είναι οι πολιτικές βιογραφίες κάποιων κομμουνιστών αγωνιστών (αγωνιστών του κομμουνιστικού Κόμματος), οι οποίοι έχουν αναλάβει τον ένοπλο αγώνα. Πολιτικοί αγωνιστές με τα όλα τους, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ενότητας, συνέβαλαν στη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, παρενέβαιναν στα συνέδρια του κόμματος, διοργάνωναν διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, συνέτασσαν και διένειμαν φυλλάδια, μοίραζαν τον τύπο: την εφημερίδα «L’Unita», τα εβδομαδιαία «Νέοι Δρόμοι,Vie Nuove » και «Εμείς οι γυναίκες,‘Noi Donne ». Δεν έπαιζαν να κάνουν τα στρατιωτάκια.

Η πιο σημαντική, ίσως, είναι η συνεπής πορεία-τροχιά που σχεδιάστηκε από τον Prospero Gallinari. Ήδη στρατευμένος στο Reggio Emilia, της οργάνωσης νεολαίας του κομμουνιστικού Κόμματος, από το 1968 με διπλή κάρτα-ταυτότητα, ακόμα και αυτή του Κόμματος13 όταν και εκδιώχθηκε (1969) για απείθεια, συμμετέχει στις συνεδριάσεις της «Πολιτικής Συλλογικότητας Εργάτες-Φοιτητές, ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, που ονομάστηκε« Ομάδα του διαμερίσματος», ‘Gruppo dell’appartamento’ ( μετά Προλεταριακή Αριστερά του Βασιλιά-CPM, Sinistra Proletaria di Re). Μετά από μια ατυχή (έτσι την χαρακτηρίζει στην αυτοβιογραφία του) εμπειρία (1971-1972) στο Superclan του Corrado Simioni, παίρνει επισήμως μέρος στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, γενόμενος ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της μαχητές.

Ο Mario Moretti, όταν πεθαίνει ο Gallinari, τον θυμάται με αυτό τον τρόπο: “Το όνομα μάχης του Prospero ήταν Ιωσήφ, Giuseppe, και σίγουρα δεν είναι τυχαίο. Το είχε επιλέξει με πολύ ειρωνεία αλλά για έναν παλιό κομμουνιστή εκείνο το όνομα σημαίνει κάτι. Ο Prospero είναι ένας από τους συντρόφους της εμπιστοσύνης και της γραμμής, είναι αυτός που οδηγεί την πολιτική μάχη μαζί με τον Morucci στη ρωμαϊκή φάλαγγα. O Prospero είναι o μαρξισμός-λενινισμός, όλα όσα μας συμβαίνουν, άνοδοι και πτώσεις, αυτός τα διαβάζει υπό το πρίσμα, υπό το φως της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και τις μάζες, την πρωτοπορία και τις μάζες. Πιστεύει ότι εκεί υστερούμε. Έρχεται από την εμπειρία της Εμίλια, γι ‘αυτόν το κόμμα είναι το παν, η πολιτική συνέπεια είναι τα πάντα, και έχει μια πολύ ισχυρή αίσθηση της ηθικής. Ο καθένας ζει την ήττα με διαφορετικό τρόπο … γι ‘αυτόν, αν τα πράγματα επιστρέφουν πάλι στα μαρξιστικά-λενινιστικά παραδείγματα όλα καλά, και από εκεί δεν μετακινείται ακόμη και αν τον πυροβολήσεις. Όταν οι Br έχουν εξαντληθεί, ελπίζει σε μια συνέχεια σε κάτι άλλο που δεν είναι οι Br. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έχει νόημα, και του το είπα, πάντα με το μεγάλο σεβασμό που έχω για αυτόν. Ο Prospero είναι ένας από εκείνους με τους οποίους καταλαβαινόμασταν, είναι από ατσάλι, ατσάλινος ακριβώς, έτσι είναι φτιαγμένος, είναι ένας παλιός αγρότης του κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Prospero είναι σημαντικότατος. Ciao, Prospero, Γεια σου ”.14

Και ο Andrea Colombo,15 σε μιαν άλλη προοπτική και οπτική, του απονέμει τις τιμές της Πολιτικής: “ Ο Prospero Gallinari ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Πολλοί το ξέρουν μα λίγοι θα το γράψουν. Αντιθέτως είναι καλό να ειπωθεί. Ήταν γενναιόδωρος, αλτρουιστής, θαρραλέος. Ήταν ένας γι αυτούς που λέμε πως έχουν ‘μεγάλη καρδιά’…Ήταν ένας άνθρωπος άλλων καιρών. Ένας στρατευμένος κομουνιστής από εκείνους που για δυο αιώνες έφτιαξαν την ιστορία. Ένας παρτιζάνος που τυχαία γεννήθηκε όταν ο πόλεμος είχε  τελειώσει. Από παιδί περπατούσε χιλιόμετρα για να πάει να διαβάσει την l’Unità στο bar του κοντινότερου χωριού στο αγρόκτημα όπου είχε μεγαλώσει. Όταν πλέον μεγάλωσε εξακολούθησε να είναι εκείνο το αγόρι. Μαζί μας, παιδιά του κινήματος, που στα χρόνια ’70 το Pci το μισούσαμε και το πολεμούσαμε είχε πολύ λίγα κοινά. Εγώ – μου είπε μια φορά – υπήρξα πάντα ένας αγωνιστής του ιταλικού κομουνιστικού Κόμματος και, αν και θα σου φανεί παράξενο, σε όλες τις  άλλες  οργανώσεις στις οποίες πήρα μέρος πάντα εκπροσωπούσα την μετριοπαθή πτέρυγα’ “.

Η συγκρότηση των BR                                                                                                                    

Οι συντάκτες αυτού του πρώτου τόμου, τον οποίον θα ακολουθήσουν και άλλοι, έχουν ανακατασκευάσει με λεπτομέρειες το πώς, και πότε, συγκροτήθηκε η πρώτη και πιο σημαντική, μεταπολεμική ιταλική ένοπλη οργάνωση με μια μεγάλη διακλάδωση σχεδόν σε όλη την εθνική επικράτεια. Ποιες ήταν οι οργανώσεις, συλλογικότητες και πολιτικές επιτροπές που συνέβαλαν στην ίδρυσή της. Νωρίτερα υπογραμμίσαμε το πως αυτό το έργο είναι βοήθεια και ενθάρρυνση για την ανάκτηση της μνήμης, και για τον λόγο αυτό το θεωρούμε χρήσιμο κείμενο και θεμελιώδες.

Από το Trento, μια ουσιαστική συμβολή παρείχαν η Margherita Cagol και ο Renato Curcio οι οποίοι, στη συνέχεια, μαζί με τον Mauro Rostagno (Κίνημα για ένα Αρνητικό Πανεπιστήμιο,Movimento per una Università Negativa) «μετανάστευσαν» στη Βερόνα, προκειμένου να έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική ανάσα, όπου συνεργάστηκαν με το «Κέντρο πληροφόρησης,Centro d’informazione»που δημοσίευε το περιοδικό »Πολιτική Εργασία, Lavoro Politico» που διηύθυνε ο Walter Peruzzi. Στη συνέχεια, σχεδόν το σύνολο της συντακτικής ομάδας προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας, το οποίο στη συνέχεια χωρίζεται σε «μαύρη γραμμή» και «κόκκινη γραμμή».

Ο Curcio και η ‘Mara’ προσχώρησαν σε αυτή την τελευταία, μέχρις ότου, αύγουστος 1969, αποβλήθησαν μαζί με τον Peruzzi και τον ‘τρεντίνο’ Duccio Berio. Από την Verona μετακόμισαν στο Milano, και συνάντησαν τους Συντρόφους της Πολιτικής Μητροπολιτικής Κολεκτίβας, i Compagni del Collettivo Politico Metropolitano (που έγινε στην συνέχεια Sinistra Proletaria, Προλεταριακής Αριστερά), τους συντρόφους των αυτόνομων συνδικαλιστικών ομάδων Cub στα εργοστάσια Pirelli, Alfa, Sit-Siemens, Marelli, όπως και τα μέλη των Ομάδων Μελέτης, dei Gruppi di Studio των εργοστασίων Sit και της Ibm. Αυτή η τελευταία ομάδα, έναν χρόνο αργότερα περίπου, πραγματοποιεί μια σημαντική εργασία έρευνας επί της πολυεθνικής των ηνωμένων πολιτειών: “IBM, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο και σύγχρονο προλεταριάτο”.16 Αλλά και στις συνοικίες της περιφερειακής ζώνης επίσης υπάρχουν ‘αυτόνομες’ πραγματικότητες που αρχίζουν μια κάποια πολιτική κριτική: ιπτάμενα συλλαλητήρια, διάδοση υλικού προπαγάνδας και στρατιωτική προπαγάνδα, κυρίως εμπρησμούς αυτοκινήτων φασιστών, επιστατών και ηγετίσκων των εργοστασίων.

Ιδιαίτερα ριζωμένη, στην συνοικία ,  Lorenteggio-Giambellino, είναι η »Προλεταριακή Ομάδα Ιούλιος ’60»,  il “Gruppo Proletario Luglio ’60” αυτόνομη κομουνιστική. Ψυχή και μέλη σε αυτό τον οργανισμό είναι όλοι (μια εκατοστή) πρώην αγωνιστές εγγεγραμμένοι στην ενότητα συνοικίας του Pci, με το όνομα του παρτιζάνου ‘Giancarlo Battaglia’. Παρτιζάνοι είναι ο ιστορικός αγωνιστής του συνοικιακού διαμερίσματος: ο Gino Montemezzani, ένας από τους λίγους μαοϊκούς που συνάντησε προσωπικά τον Mao Tse Tung,17 και ο Giacomo ‘Lupo’ Cattaneo, στην συνέχεια κομουνιστής μαχόμενος στις Brigate Rosse. Στην επιτροπή “Luglio ’60” στελέχη επίσης είναι οι εννέα αδελφοί Morlacchi,18 παιδιά μιας ‘κομουνιστικής οικογένειας’. Έξι από αυτούς θα διωχθούν για σύσταση και συμμετοχή σε ένοπλη συμμορία: τις BR. Ο Pierino, εκτός από το ότι ήταν ένας από τους προαγωγούς της οργάνωσης υπήρξε επίσης στην πρώτη εκτελεστική επιτροπή με τους Curcio, Cagol και Moretti.

Στο Reggio Emilia, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων στο ‘Collettivo Politico Operai-Studenti’, »Πολιτική Κολεκτίβα Εργάτες-Φοιτητές», προέρχονταν από το Pci και την οργάνωση νεολαίας του Fgci, και μαζί με τους οργανισμούς που αναφέραμε νωρίτερα, μαζί με μια ομάδα συντρόφων από το Borgomanero (No) και μιαν της περιοχής Lodi-Casalpusterlengo (τότε επαρχία του Milano) βρέθηκαν να συζητούν και να διαλέγονται, στα τέλη δεκεμβρίου 1969 στο πανδοχείο ‘Stella Maris’ του Chiavari (Ge) και, μετά, στο ‘ιδρυτικό συνέδριο’ σε εκείνο το σεμινάριο-διάσκεψη τριών ημερών που διεξήχθη στο εστιατόριο ‘Da Gianni’, frazione Costaferrata, στην ζώνη των Απεννίνων της επαρχίας του Ρέτζιο Εμίλια τον αύγουστο του 1970. Έτσι, ουσιαστικά, συστήνονται οι Brigate Rosse.

Μνήμη και λήθη
Συχνά επαναλαμβάνεται ότι η μνήμη είναι ένα συλλογικό γρανάζι. Αλλά είναι επίσης ένα «ανατρεπτικό» εργαλείο. Οι τρεις ερευνητές, συγγραφείς αυτής της σύνθετης ανθρώπινης ανασυγκρότησης, ιστορικής και πολιτικής μας προσφέρουν την ευκαιρία να συνδυάσουμε τις δύο ενέργειες. Τα επεισόδια, σε αυτό τον πρώτο τόμο, είναι πολλά, κάποια μας έχουν πλήξει ιδιαίτερα. Θυμόμαστε εκείνα που αισθανόμαστε ότι έχουν μια μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Εκείνο με το μεγαλύτερο εύρος και «βάρος», από κάθε άποψη, αναφέρεται στο διαβόητο (αξίζει να το επαναλαμβάνουμε) σκάνδαλο Lockheed. Οι συγγραφείς μας το θυμίζουν 19 με ακρίβεια. “Το σκάνδαλο Lockheed γεννήθηκε από τις αποκαλύψεις της εξεταστικής Επιτροπής των ΗΠΑ με επικεφαλής τον γερουσιαστή Frank Church, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία Lockheed είχε πληρώσει δωροδοκίες σε πολλές χώρες για να πουλήσει την πολεμική παραγωγή στους εθνικούς στρατούς. Όσον αφορούσε την Ιταλία, επρόκειτο για μίζες για την απόκτηση 14 αεροπλάνων C-130 που αγοράστηκαν από  την ιταλική κυβέρνηση ανάμεσα στο 1972 και το 1974, αεροπλάνων F-104S και τεθωρακισμένων Leopard. Δίπλα στον Gui (Υπουργό των Εσωτερικών και moroteo, nda) ενεπλάκη και ο υπουργός Άμυνας Mario Tanassi ενώ, πάντοτε σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ηνωμένων πολιτειών, πίσω από κάποια κωδικοποιημένα ονόματα (Antelope Cobbler και Pun) κρύβονταν ένας πρώην πρωθυπουργός…Το όνομα με κωδικό ‘Antelope’, σύμφωνα με τις αμερικανικές αποκαλύψεις, υποδείκνυε έναν πρωθυπουργό των χρόνων από το 1965 μέχρι το 1970, συμπεριλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός από τον Moro (1963-1968), την λεγόμενη παραθαλάσσια κυβέρνηση του Giovanni Leone (ιούνιος-νοέμβριος 1968) και εκείνη του Mariano Rumor (δεκέμβριος 1968-ιούλιος 1970). Οι τρεις θα διαψεύσουν κάθε ανάμιξη και στις 29 απριλίου ο πρεσβευτής των ηνωμένων πολιτειών σημείωσε πως, κάνοντας το, είχαν δώσει την εντύπωση πως έκριναν ένοχο ο ένας τον άλλον”.

Repubblica MoroΑπό την στιγμή που δεν συμμεριζόμαστε, ούτε αγκαλιάζουμε, κανέναν τύπο συνωμοσιολογικής θεωρίας, αμέσως προσδιορίζουμε πως δεν αποδίδουμε σε κανέναν από τους προαναφερθέντες συγκεκριμένες αστοχίες και ακριβείς ενοχές, όμως θυμόμαστε…Θυμόμαστε λοιπόν και υπενθυμίζουμε πως την πέμπτη 16 μαρτίου 1978, την ημέρα της απαγωγής Moro, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας “La Repubblica” υπήρχε αυτό  το ‘box’: “Antelope Cobbler είναι ο Aldo Moro?” που παρέπεμπε σε ένα εσωτερικό άρθρο: “Antelope Cobbler? Απλούστατο Aldo Moro, πρόεδρος της DC”.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο επειδή δεν είναι απαραίτητο. Σημειώνουμε ότι η είδηση θα μπορούσε να διερευνηθεί, επαληθευτεί, επιβεβαιωθεί, διαψευσθεί. Όπως όλη υπόθεση των λεγόμενων «ιπτάμενων φέρετρων», έτσι είχαν επίσης αποκαλεστεί τα αεροπλάνα Lockheed F-104, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις καταδίκες «μόνο» των Tanassi (Psdi), του προσωπικού γραμματέα του, των ιταλών εκπροσώπων της Lockheed και του τότε προέδρου της Finmeccanica (με κρατική συμμετοχή). Δεν γνωρίζουμε πώς τελείωσε, πως κατέληξε η ψευδής (;) κατηγορία της εφημερίδας που διευθύνονταν από τον Eugenio Scalfari κατά του Moro.

Με την ανακατασκευή τους, οι Clementi, Persichetti, Santalena, μας βοηθούν να καθορίσουμε ξανά τους χρόνους και τους τρόπους με τους οποίους έχουν συσταθεί οι ειδικές φυλακές, την ‘κόκκινη εβδομάδα’ της Asinara, τις μάχες στις Pianosa και Saluzzo, την απεργία πείνας στην Nuoro, ακριβώς για να μπορέσουν να ξεπεράσουν οι κρατούμενοι και να διαλύσουν τα απάνθρωπα οχυρά: Kampi. Στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την κατασκευή και τα εγκαίνια της πρώτης γυναικείας υπέρ-φυλακής: εκείνη της Voghera και την διαδήλωση-με ζωώδεις επιθέσεις και ξύλο στους μετέχοντες-του ιουλίου 1983, για την εξουδετέρωση της. Την ‘ελευθερία κινήσεων’ που παραχωρήθηκε στον Carlo Alberto Dalla Chiesa και στον ειδικό αντιτρομοκρατικό πυρήνα του. Την εισαγωγή της συστηματικής χρήσης των βασανιστηρίων ενάντια στους συλληφθέντες για να τους κάνουν να μιλήσουν.
Ήδη από το 1975, με τον Alberto Buonoconto, μετά τους Enrico Triaca, Cesare Di Lenardo, Paola Maturi, Sandro Padula, Emanuela Frascella, δυστυχώς πολλούς άλλους.

Είναι ακριβώς στην θεσμοθέτηση αυτής της σκληρής πρακτικής και στις πολλές περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι συντάκτες των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» θα αφιερώσουν εμβαθύνσεις και αρκετό χώρο στους επόμενες τόμους. Χωρίς να παραμελούνται η απαγωγή D’Urso, Dozier και οι τέσσερις απαγωγές της ‘εκστρατείας της άνοιξης’: Cirillo, Taliercio, Sandrucci και Πέτσι. Δεν παραμελούν τη γέννηση του Κόμματος Guerilla, del Partito Guerriglia, της απομάκρυνσης της φάλλαγγας Walter Αlasia, της αναγγελίας της στρατηγικής υποχώρησης και του τέλος μιας εμπειρίας.                                                       Έτσι όπως και για την σφαγή της Via Fracchia στη Γένοβα και την εκτέλεση του Roberto Serafini και του Walter Pezzoli στο Μιλάνο.                                                                               “La storia continua, Η ιστορία συνεχίζεται”.20

N. B. Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις συνεισφορές που σχετίζονται με την ένοπλη πάλη, τη φυλακή, το εκτός νόμου προλεταριάτο, που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας ως παράδειγμα από πολλές πρόσφατες δημοσιεύσεις. Εκτός από αυτήν των Clementi-Persichetti-Santalena, οι επόμενες θα είναι η αυτοβιογραφία του Pasquale Abatangelo «Έτρεχα σκεπτόμενος την Άννα, Correvo pensando ad Anna» και «Το Δέντρο της αμαρτίας», “L’albero del peccato”, που δημοσιεύθηκε χάρη στον Giorgio Panizzari, ενημερωμένο και σημαντικά ενισχυμένο σε σχέση με την έκδοση του 1983, που διατέθηκε με την υπογραφή της «Κολεκτίβας κομμουνιστών κρατουμένων των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ‘Collettivo prigionieri comunisti delle Brigate Rosse’. (F.A.)


  1. Marco Clementi, Storia delle Brigate Rosse, Odradek Edizioni, Roma, 2007  ↩
  2. Marco Clementi, La ‘pazzia’ di Aldo Moro, Odradek Edizioni, Roma, 2001  ↩
  3. Paolo Persichetti-Oreste Scalzone, Il nemico inconfessabile. Sovversione sociale, lotta armata e stato di emergenza in Italia dagli anni settanta ad oggi, Odradek Edizioni, Roma, 1999  ↩
  4. Jacques M. Verges, Strategia del processo politico, Einaudi, Torino, 1969  ↩
  5. Στο δοκίμιο της Laurana Lajolo, Οι αντάρτες της Santa Libera. Ιστορία μιας παρτιζάνικης εξέγερσης. Αύγουστος 1946-I ribelli di Santa Libera. Storia di un’ insurrezione partigiana. Agosto 1946, ο leader των ξεσηκωμένων, ‘Armando’, “…μαζί με κάποιους συντρόφους, σχημάτισε, μετά την απελευθέρωση, μια παράνομη ομάδα με το όνομα ‘808’ προς  τιμής ενός ισχυρού εκρηκτικού και ο οποίος, μπροστά στην προοδευτική συμπεριφορά επιείκειας των δικαστών απέναντι στους φασίστες, αποφάσισε να αναλάβει το καθήκον να αποδώσει δικαιοσύνη.”  ↩
  6. Alice Diacono, Η παρτιζάνικη εξέγερση της Santa Libera [αύγουστος 1946] και το δύσκολο πέρασμα από τον φασισμό στην δημοκρατία, ακαδημαϊκό έτος 2009-2010 / L’insurrezione partigiana di Santa Libera (agosto 1946) e il difficile passaggio dal fascismo alla democrazia, anno accademico 2009-2010, Giovanni Rocca (Primo), Ένας στρατός ρακένδυτων στην υπηρεσία της ελευθερίας – Un esercito di straccioni al servizio della libertà, Art pro Arte, Canelli (Cn), 1984; Laurana Lajolo, I ribelli di Santa Libera. Storia di un’insurrezione partigiana. Agosto 1946, Edizioni Gruppo Abele, Torino, marzo 1995; Giovanni Gerbi, I giorni di Santa Libera, Οι ημέρες της Santa Libera, οκτώ επεισόδια στην εκπομπή “ L’eco del lunedì”, εβδομαδιαία, settimanale di Asti, οκτώβριος-νοέμβριος 1995; Marco Rossi, Ribelli senza congedo. Rivolte partigiane dopo la Liberazione. 1945-1947, Αντάρτες δίχως άδεια. Παρτιζάνικες εξεγέρσεις μετά την Απελευθέρωση. Edizioni Zero in condotta, Milano, 2009; Claudia Piermarini, I soldati del popolo. Arditi, partigiani e ribelli: dalle occupazioni del biennio 1919-20 alle gesta della Volante Rossa, storia eretica delle rivoluzioni mancate in Italia- Οι στρατιώτες του λαού. Arditi, αντάρτες και επαναστάτες: από τις καταλήψεις της διετίας 1919-1920 στα κατορθώματα της Κόκκινης Φτερωτής, αιρετική ιστορία των αποτυχημένων επαναστάσεων στην Ιταλία, Red Star Press, Roma, giugno 2013  ↩
  7. Cesare Bermani, La Volante Rossa. Storia e mito di ‘un gruppo di bravi ragazzi’, Η Κόκκινη Φτερωτή. Ιστορία και μύθος »μιας ομάδας καλών παιδιών», Colibrì Edizioni, Milano, 2009; Carlo Guerriero-Fausto Rondelli, La Volante Rossa, Datanews, Roma, 1996; Massimo Recchioni, Ultimi fuochi di Resistenza. Storia di un combattente della Volante Rossa, Τελευταίες φωτιές Αντίστασης. Ιστορία ενός μαχητή της Κόκκινης Φτερωτής, DeriveApprodi, Roma, 2009; M. Recchioni, Il tenente Alvaro, la Volante Rossa e i rifugiati politici italiani in Cecoslovacchia, Ο υπολοχαγός Αλβάρο, η Κόκκινη Φτερωτή και οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία, DeriveApprodi, Roma, 2011; Francesco Trento, La guerra non era finita. I partigiani della Volante Rossa, Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι παρτιζάνοι  της Κόκκινης Φτερωτής, Edizioni Laterza, Roma-Bari, 2014  ↩
  8. Sante Notarnicola, L’evasione impossibile, Η αδύνατη απόδραση, Feltrinelli, 1972  ↩
  9. Da una conversazione con Sante Notarnicola, Από μια κουβέντα με τον Σάντε Νοταρνικόλα, 14 aprile 2017  ↩
  10. Donatella Alfonso, Animali di periferia. Le origini del terrorismo tra golpe e resistenza tradita. La storia inedita della banda XXII Ottobre, Ζώα της περιφέρειας. Οι καταβολές της τρομοκρατίας ανάμεσα στο πραξικόπημα και την προδομένη αντίσταση. Η ανέκδοτη ιστορία της μπάντας 22 Οκτώβρη, Castelvecchi Rx, Roma, 2012  ↩
  11. Jurgen Schreiber, La ragazza che vendicò Che Guevara. Storia di Monika Ertl, Το κορίτσι που εκδικήθηκε τον Τσε Γκεβάρα. Η ιστορία της Μόνικα Έρτλ, casa editrice Nutrimenti, Roma, 2011  ↩
  12. Paola Staccioli, Sebben che siamo donne. Storie di rivoluzionarie, Κι ας είμαστε γυναίκες. Ιστορίες επαναστατριών, DeriveApprodi, Roma, 2015  ↩
  13. Prospero Gallinari, Un contadino nella metropoli. Ricordi di un militante delle Brigate Rosse, Αναμνήσεις ενός μαχητή των Ερυθρών Ταξιαρχιών, Bompiani Overlook, Milano, 2006  ↩
  14. Mario Moretti, Per Prospero, Για τον Πρόσπερο,14 gennaio 2013  ↩
  15. Gli Altri online, 14 gennaio 2013  ↩
  16. Sapere Edizioni, Milano, 1973  ↩
  17. Gino Montemezzani, Come stai compagno Mao?, Πως είσαι σύντροφε Μάο; Edizioni LiberEtà, Roma, 2006  ↩
  18. Manolo Morlacchi, La fuga in avanti. La rivoluzione è un fiore che non muore, H φυγή προς τα εμπρός. Η επανάσταση είναι ένα λουλούδι που δεν πεθαίνει. Agenzia X, Milano, 2007  ↩
  19. nn.14 e 15, σελ. 149  ↩
  20. P. Gallinari, Un contadino nella metropoli, Ένας αγρότης στην μητρόπολη, cit.  ↩

https://www.carmillaonline.com/2017/04/26/le-emozioni-del-cuore-la-d-della-ragione-la-realta-dei-fatti/

ιστορία, storia

Συνέντευξη Video-Intervista στην Silvia Baraldini

του Raùl Zecca Castel

black-panther-children[video intervista alla fine del post] [η συνέντευξη βίντεο στο τέλος του ποστ] Το όνομα της Silvia Baraldini, στην Italia, είναι συνδεδεμένο με ιδιαίτερο τρόπο με την δικαστική υπόθεση της οποίας υπήρξε – αθέλητα – πρωταγωνίστρια και, κυρίως, ανακαλεί στη μνήμη την πολιτική κοινοβουλευτική σύγκρουση σχετικά με την έκδοση της από τις φυλακές των ηνωμένων πολιτειών, που έλαβε χώρα το 1999. Αλλά η διαδρομή της ζωής της και η επαναστατική εμπειρία που σημάδεψαν τα χρόνια της νεότητας της αντιπροσωπεύουν ακόμη και σήμερα μια πολύτιμη μαρτυρία ιστορική ακραία χρήσιμη για την αντίληψη μιας ολόκληρης εποχής και παραμένουν, απ’ όπου κι αν την εξετάσεις, ένα άφθαρτο παράδειγμα αυταπάρνησης. Γεννημένη στην Roma το 1947, η Silvia Baraldini σχηματίζεται-διαμορφώνεται στις USA, όπου ο πατέρας εργάζεται ως διπλωματικός στην ιταλική πρεσβεία. Εδώ πλησιάζει πολύ σύντομα στο μεγάλο νεανικό κίνημα διαμαρτυρίας που ξεπήδησε για να διαδηλώσει την διαφωνία του στον πόλεμο στο Βιετνάμ, αλλά που βρίσκει στις φεμινιστικές διεκδικήσεις όπως και σε εκείνες ενάντια στην αποικιοκρατία άλλες τόσες γραμμές αντιρρήσεων και κατευθύνσεις αντιπαράθεσης σε ένα ενιαίο καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό σύστημα, που αναγνωρίζεται ως η πηγή όλων των κοινωνικών ανισοτήτων και, συνεπώς, ως ένας εχθρός που πρέπει να τον πολεμήσουν, αλλά πάνω απ ‘όλα, να τον νικήσουν.

Κατ’ αυτό τον τρόπο στα χρόνια ανάμεσα στις δεκαετίες ’60 και ’70 του Εννιακόσια, η Silvia Baraldini γίνεται ένθερμη υποστηριχτής του αφρο-αμερικανικού κινήματος, σε όλες τις πιο ριζοσπαστικές και ένοπλες εκδηλώσεις του, πεπεισμένη όχι μόνο του γεγονότος πως οι συνθήκες ζωής που επικρατούν στην μαύρη βορειοαμερικανική κοινότητα αντιπροσωπεύουν την πιο βάναυση και άγρια έκφραση της πολιτικής και κοινωνικής κυριαρχίας μα, πάνω απ’ όλα, συνειδητοποιημένη του γεγονότος πως μόνο η ένωση των προνομιούχων κινημάτων των λευκών με αυτά τα πιο περιθωριοποιημένα και κακοποιημένα των μαύρων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα μια επαναστατική αναγέννηση. Από εδώ η μαχητική της στράτευση στις πιο ριζοσπαστικές ομάδες εκείνη την περίοδο, από το Black Panthers Party for Self-Defens στον Black Liberation Army, περνώντας από την May 19 Coalition, οργάνωση κομουνιστικής ιδεολογίας στην οποίαν είναι στρατευμένα κάποια στελέχη των Weather Underground.

Στη συνέχεια, το 1983, η σύλληψη και η καταδίκη: 44 χρόνια φυλάκισης.

silvia-baraldiniΗ Silvia Baraldini κατηγορείται πως οργάνωσε και πήρε μέρος στην απόδραση και την διαφυγή της Assata Shakur, μαύρης κρατούμενης αγωνίστριας στην φυλακή Clinton στο New Jersey, που βρίσκεται σήμερα με άσυλο στην Cuba και ακόμη στην λίστα με τους πιο επικίνδυνους τρομοκράτες των ΗΠΑ. Η επιχείρηση έγινε χωρίς να χυθεί αίμα, αλλά η Baraldini υφίσταται την εφαρμογή εναντίον της του νόμου RICO, που επινοήθηκε για να καταπολεμηθεί το οργανωμένο έγκλημα και η εσωτερική τρομοκρατία, έτσι εμπίπτουν επάνω της όλες οι κατηγορίες που αφορούν το κίνημα του οποίου είναι μέρος, αδιακρίτως, συμπεριλαμβανομένης μιας ληστείας που δεν συνέβη ποτές.

Την πρόταση από πλευράς του FBI να ανταλλάξει την ελευθερία της με τα ονόματα των ‘συνεργών’ της, η Silvia Baraldini απορρίπτει, αρνείται να συνεργαστεί οπότε μεταφέρεται στο Lexington, στην υπόγεια φυλακή μεγίστης ασφαλείας, όπου διατρέχει σχεδόν δυο χρόνια σε κατάσταση πλήρους αισθητηριακής απομόνωσης αρρωσταίνοντας βαριά.

Το 1999, τέλος, η έκδοση στην Italia, όμως με την εγγύηση πως θα συνεχίσει να εκτίει την ποινή στην φυλακή. Μέχρι το 2001, όταν, εξ αιτίας της ασθένειας, της παραχωρείται ο κατ’ οίκον περιορισμός.

Η τελευταία πράξη αυτού του μακρού δικαστικού μένους φέρει την ημερομηνία της 26 σεπτεμβρίου 2006, όταν, λόγω μια χάριτος, ύστερα από 23 χρόνια εγκλεισμού, τελικά της παραχωρείται η ελευθερία.

Η Silvia Baraldini δεν έψαξε ποτέ την προσοχή των μέσων και σπάνια έγραψε για τον εαυτό της, σπάνια παραχώρησε συνεντεύξεις ή μαρτυρίες για την ταλαιπωρία της ή όσα υπέφερε. Μόνο κατά  τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε να αντιμετωπίζει δημοσίως την διαδρομή της ζωής της, μεταφέροντας την στα κοινωνικά κέντρα και σε όλους τους πρόθυμους χώρους να την φιλοξενήσουν και να την ακούσουν.

Γι ‘αυτό θέλω να την ευχαριστήσω και πάλι που δέχτηκε να γυριστεί αυτό το φιλμ γι αυτή τη σύντομη συνέντευξη που παραχώρησε στις 28 ιανουαρίου 2017 στο Gratosoglio Autogestito του Milano (GTA) και που θυμήθηκε μαζί μας ορισμένα βασικά βήματα της ύπαρξής της, από τις πρώτες επαφές με το αφρο-αμερικανικό κίνημα στο ρόλο των γυναικών, από την εμπειρία της αιχμαλωσίας μέχρι τις εκτιμήσεις για την πολιτική κληρονομιά χρόνων τα οποία, όμως κι αν σκεπτόμαστε, σημάδεψαν την πορεία των συμβάντων.

https://www.carmillaonline.com/2017/02/22/video-intervista-a-silvia-baraldini/

ιστορία, storia

ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate rosse, μια ιστορία που έρχεται από μακριά. Το βιβλίο του Salvatore Ricciardi

Posted on luglio 4, 2011, ιούλιος 2011

Κριτικές – Ανήσυχη αργή κίνηση μιας επίθεσης στον ουρανό: Maelstrom, Σκηνές από την ταξική πάλη στην Ιταλία από το 1960 στο 1980, του Salvatore Ricciardi, DeriveApprodi 2011

Marco Clementi
il manifesto 3 ιουλίου 2011

To Maelstrom του Salvatore Ricciardi, είναι ένα άλμα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας μας ειδωμένη με τα μάτια αυτού ο οποίος, για μια δεκαπενταετία, προσπάθησε να αλλάξει τις θεσμικές και οικονομικές διαρθρώσεις της. Ο υπότιτλος είναι επεξηγηματικός: πρόκειται για «σκηνές εξέγερσης και αυτοοργάνωσης ταξικές στην Italia από το 1960 στο 1980» (DeriveApprodi, σελ. 369, euro 22). Ο Ricciardi υπήρξε ένας αγωνιστής των ερυθρών Ταξιαρχιών, Brigate rosse, αλλά το δικό του δεν είναι ακόμη ένα βιβλίο αναμνήσεων επάνω στην ένοπλη οργάνωση, «εκδοχή του μαχητή» που διηγείται υποκειμενικά την πορεία του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ανακατασκευάσει, υφαίνοντας ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, την πορεία, την διαδρομή τουλάχιστον δύο γενεών, βρίσκοντας στη δεκαετία του Εξήντα τις πρώτες ενδείξεις, τους προδρόμους για εκείνο που επρόκειτο να συμβεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, κάτι που αποφεύγεται πάρα πολύ συχνά από εκείνους που έχουν μελετήσει τα λεγόμενα «μολυβένια χρόνια». Σε πολλές έρευνες η πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων πραγματικά θυσιάστηκε στο όνομα αναπαραστάσεων και ανακατασκευών που περνούσαν από το ένα αιματηρό γεγονός στο άλλο περιοριζόμενες στην ανάλυση της προσωπικής ώθησης και χρησιμοποιώντας μια κατηγορία, εκείνη της πολιτικής βίας, που τίποτα το ιστορικό έχει και ελάχιστο κοινωνιολογικό. Το Maelstrom αντιθέτως τρέχει επάνω σε μια διπλή τροχιά, εκείνη της εμπειρίας στις φυλακές, που συνδέεται με την απαγωγή του δικαστή d’Urso που έφεραν εις πέρας οι Br το 1980 και στην εξέγερση που επακολούθησε στην «ειδική» του Trani, την φυλακή υψίστης ασφαλείας, συνδέεται επίσης με τους κοινωνικούς αγώνες που άγγιξαν την Italia ξεκινώντας από την κρίση του λεγομένου οικονομικού boom. Κρίση στην οποία η άρχουσα τάξη δεν βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει και η οποία πυροδότησε μια σειρά φαινομένων άνευ προηγουμένου που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας, από τον συνδικαλισμό βάσης στις φοιτητικές εξεγέρσεις, μέχρι την περίοδο των σφαγών, που σημαδεύτηκαν από τον τραγικό δεκέμβρη 1969. Ήταν η απώλεια της αθωότητας, αναρωτιέται ο Ricciardi; Η απάντηση είναι άμεση: «στην χώρα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε ίχνος αθωότητας. Μετά την σφαγή του πολέμου μας παρουσίασαν την άλλη σκηνή, εκείνη της ανοικοδόμησης . Ο εγωιστικός καριερισμός, η αποθησαύριση δίχως φόβο, το κέρδος επί των νεκρών, το μαύρο χρηματιστήριο, η πείνα και η υπερεκμετάλλευση, ο πλουτισμός επάνω στις πλάτες αλλονών (…). Αυτό ήταν εκείνο που οι προηγούμενες γενιές μας είχαν αφήσει κληρονομιά. Που βρίσκονταν η αθωότητα;

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποίαν ο συγγραφέας αναποδογυρίζει την σημασία όρων και εννοιών που έχουν μπει σήμερα στο συλλογικό φαντασιακό με μιαν συγκεκριμένη άποψη-έννοια. Για παράδειγμα, η «μνήμη» για έναν φυλακισμένο είναι κάτι που πρέπει να αποφευχθεί: «stop στις σκέψεις για το παρελθόν, κι εάν έχεις στις πλάτες μια μακρά ποινή ή τα ισόβια, και σε εκείνες για το μέλλον». Η  «σύγκρουση του πολιτισμού», έκφραση που έγινε διάσημη χάρη στο βιβλίο του Samuel Huntigton, φαίνεται από τον Ricciardi σαν η αντιπαράθεση μεταξύ αυτού που τον εκμεταλλεύονταν και αυτού που εκμεταλλεύονταν τους άλλους. Και η έκφραση «λευκοί θάνατοι», που χρησιμοποιείται για τους πεσόντες στην δουλειά, αντιστρέφεται. Η ανάμνηση ενός νεότατου συναδέλφου που έπεσε από μια σκαλωσιά, το ξερό χτύπημα που του σπάει την πλάτη και το αίμα που απλώνεται στην γη (που μιας και βγήκε δεν ξαναμπαίνει μέσα), δίνουν μια αίσθηση θυμού ακούγοντας την έκφραση αυτή: πρόκειται για την υποκρισία αυτού που θέλει να γλυκάνει το συμβάν, ενώ η αλήθεια είναι πως είναι άνθρωποι σκοτωμένοι, «δολοφονημένοι».  Και στην έννοια των αντίθετων εξτρεμισμών ασκείται κριτική. Τι να λέμε «κόκκινοι» και «μαύροι»: εκείνα τα χρόνια, για τον συγγραφέα, διακυβεύονταν η προλεταριακή επανάσταση, η νίκη επί του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας διαφορετικής κοινωνίας, δίχως τις φυλακές, το επιλεκτικό σχολείο, τους θανάτους στην εργασία, τις ιεραρχίες και τους πολέμους. Οι «μαύροι», οι φασίστες, εισήλθαν σε αυτή την δυναμική «με τον ίδιο ρόλο που έχουν οι μπράβοι στις εισόδους των ντισκοτέκ: να την πέφτουν βίαια σε όποιον δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες και την καθεστηκυία τάξη, στις ιεραρχίες και στην ιδιοκτησία». Από την Piazza Statuto στους νεκρούς της Reggio Emilia, από την σφαγή της piazza Fontana στην βόμβα στον σταθμό της Bologna, το βιβλίο διατρέχει τα δάκρυα που έχυσε και τα βάσανα που υπέστη η Ιταλία με την απόσπαση του μελετητή, δίχως να ψάχνει δικαιολογίες για τις επιλογές του συγγραφέα, την στράτευση του στον ανταρτοπόλεμο, την παραβολή πρώτα ανοδική και στη συνέχεια ανελέητα καθοδική και πτωτική της οργάνωσης στην οποίαν ανήκε.  Ο Ricciardi όμως δεν διηγείται την ιστορία των Br, αλλά την τοποθετεί μέσα στην ιταλική, αποφεύγοντας να πέσει μέσα στην παγίδα που έχει στηθεί στους ιταλούς αναγνώστες από την συνομωσιολογία, την σκευωρία, η οποία βλέπει σε εκείνη την ένοπλη οργάνωση το εκτελεστικό χέρι μιας μεγάλης συνωμοσίας με σκοπό να σταματήσει την είσοδο του Κκι στην κυβέρνηση. Κι όμως το Partito comunista italiano σε εκείνη την κυβέρνηση είχε υπάρξει, από το 1944 μέχρι το 1947, είχε συνεισφέρει στην ανοικοδόμηση της χώρας, είχε κυβερνήσει πόλεις και επαρχίες, υποστηρίξει, τέλος, κυβερνήσεις της χριστιανοδημοκρατίας στα χρόνια Εβδομήντα με αντάλλαγμα της προεδρίας κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και όχι γιατί υπήρχαν οι Brigate rosse αλλά διότι, όπως είπε σε περισσότερες από μια φορές ο Aldo Moro, από τις κάλπες του 1976 είχαν εξέλθει δυο νικητές, η Dc και το Pci. Δεν επρόκειτο για τον ιστορικό συμβιβασμό του Μπερλιγκουέρ, που ο Ricciardi τον βλέπει σαν το «σημείο κατάληξης μιας στρατηγικής που είχε επεξεργαστεί το Κκι αμέσως μετά το τέλος του πολέμου», αλλά για μια ρεαλιστική οπτική της πολιτικής πραγματικότητας.  Οι Χριστιανοδημοκράτες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν μόνοι τους και μόνο η υποστήριξη των κομμουνιστών, που εξακολουθούσαν να διατηρούνται εκτός κυβέρνησης, θα είχαν εξασφαλίσει την απαραίτητη σταθερότητα στις πολιτικές των θυσιών σε μια χώρα με διψήφιο πληθωρισμό. Ο ταξιαρχισμός προσπάθησε να χωρέσει σε αυτή τη διαλεκτική με την απαγωγή του Άλντο Μόρο, αλλά δεν πέτυχε τον σκοπό μιας διαπραγμάτευσης με τα κόμματα της πλειοψηφίας, τα οποία βρέθηκαν ενωμένα στο να καταστήσουν αβλαβή τα λόγια που ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης έγραφε από την λεγόμενη «φυλακή του λαού ». Ήταν μια σημαντική πολιτική ήττα για τις ερυθρές Ταξιαρχίες και η εκτέλεση του ομήρου κατάφερε, ίσως, να καθυστερήσει την αποσάθρωση της οργάνωσης για ένα-δύο χρόνια. Για τον Ricciardi, το 1967 είναι το εκπληκτικό έτος, è l’anno mirabilis. Γιατί δολοφονήθηκε ο Τσε, επειδή το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο των έξι Ημερών, γιατί στην Ελλάδα μια χούφτα συνταγματαρχών ανέτρεψε τη δημοκρατία, με την ίδρυση ενός τρομοκρατικού καθεστώτος, αν και δεν ήταν φασιστικό, και στις 2 Ιουνίου η αστυνομία στο Δυτικό Βερολίνο σκότωσε τον φοιτητή Benno Ohnesorg κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για την επίσκεψη του πέρση πραξικοπηματία Reza Pahlavi, Ρεζά Παχλαβί. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει πλήρεις απαντήσεις σε όλα αυτά και συνθήματα που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν σημαίες καθίστανται φθαρμένα. Όταν ο νεαρός Ricciardi ανακάλυψε την απάτη του ψευδή μύθου της προδομένης Αντίστασης, η απογοήτευσή του ήταν τεράστια. Διάβασε αρκετές φορές με άλλους συντρόφους ότι το PCI, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν θέλησε να φέρει εις πέρας μια κοινωνική επανάσταση, αλλά να συνεργαστεί με άλλες αντι-φασιστικές δυνάμεις για τη γέννηση μιας νέας Ιταλίας. Ήταν όλα αλήθεια: κανείς δεν θέλησε ποτέ να μετατρέψει τον αγώνα εκείνο σε κάτι διαφορετικό, να κάνει ότι ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, και ο μύθος που γεννήθηκε με το ξέσπασμα του ψυχρού πολέμου οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στην επιλογή να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση : μια όμορφη ιστορία να λέγεται στους νέους, τίποτα περισσότερο. Οι απαντήσεις, ως εκ τούτου, ήρθαν από το εξωτερικό: στο Viet-Nam οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια απροσδόκητη αντίσταση, ενώ στην Κίνα, ο Μao Tze Dong ξεκινά την πολιτιστική επανάσταση. Αυτό όλο μεταφράστηκε στην Ιταλία στην αναζήτηση της ανεξαρτησίας από το σύστημα του κεφαλαίου και στην απομάκρυνση από την πολιτική του κομμουνιστικού Κόμματος. Όλα τέθηκαν σε κίνηση και γεννήθηκαν, από εκεί και μέσα σε μερικά χρόνια, πολλές οργανώσεις, κάποιες ένοπλες, άλλες όχι. Ο Ricciardi σημειώνει μόνο πως ανάμεσα στην σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο ανάπτυξη των ερυθρών Ταξιαρχιών και την απότομη πτώση τους πέρασαν μερικά χρόνια, αλλά έμοιαζαν δεκαετίες.   Το κράτος αντέδρασε με μια ειδική νομοθεσία και, σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις που κρίθηκαν από το δικαστικό σώμα, με τα βασανιστήρια. Στη συνέχεια ήρθαν οι πρώτες καταδόσεις, το φαινόμενο της μετάνοιας και του διαχωρισμού, μια «διάρροια διαχωρίσεων» τις αποκαλεί ο Ricciardi. Ήταν ο διαχωρισμός, η διάσταση, που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην οργάνωση, αφαιρώντας με τους πρωταγωνιστές και τις επιμέρους ιστορίες, που κομμάτι κομμάτι κατεδάφισαν την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη εκείνης της εμπειρίας. Και για να πει όχι σε όλα αυτά ο Salvatore Ricciardi αισθάνθηκε την ανάγκη να συνθέσει την δική του βιογραφία, αλλά τοποθετώντας την προσεκτικά μέσα στο αποτέλεσμα μιας έρευνας σχετικά με το παρελθόν του και εκείνο της χώρας του.

 

Link
Anni Settanta
Lotta armata
Recensioni

Brigate rosse, una storia che viene da lontano. Il libro di Salvatore Ricciardi