ιστορία, storia

«Ήταν κάτι θαυμάσιο!» 45 χρόνια από την πορτογαλική επανάσταση

του Luca Cangianti

Μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει με ένα τραγούδι. Στις 25 απριλίου 1974, είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Teodomiro Leite de Vasconcelos μεταδίδει στο Radio Renascença το τραγούδι Grândola Vila Morena του José Alfonso. Το Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από προοδευτικούς στρατιωτικούς, παίρνει υπό την κατοχή του στρατηγικά σημεία, ζητά από τους πορτογάλους να παραμείνουν στο σπίτι και επαναλαμβάνει την πρόσκληση δέκα φορές. Ο λαός, ωστόσο, δεν θέλει να ακούσει τίποτα: εκείνο που θα έπρεπε να είναι ένα απλό πραξικόπημα για να τερματιστεί ένας δαπανηρός αποικιακός πόλεμος (40% των κρατικών δαπανών) και χωρίς ελπίδα νίκης, καθίσταται μια εντυπωσιακή επανάσταση που παρασέρνει τα πάντα.

Η μακρύτερη φασιστική δικτατορία διήρκεσε 48 χρόνια. Στα δεκατρία χρόνια των συγκρούσεων στις αποικίες δεν απέφυγε να χρησιμοποιήσει βασανιστήρια και βομβαρδισμούς με ναπάλμ στους τοπικούς πληθυσμούς. Τελικά κατέρρευσε μίζερα, χωρίς αντίσταση, ενώ ο λαός ξεχύνονταν στους δρόμους: οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο, αντάλλασσαν φιλιά, έκλαιγαν από την χαρά, κάλυπταν τους στρατιώτες με κόκκινα και λευκά γαρίφαλα προσφέροντάς τους ζεστό ψωμί και σούπα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες οργανώθηκαν για να αποφύγουν την φυγή κεφαλαίων. Στη Λισαβόνα, την πρώτη εβδομάδα μετά τις 25 απριλίου καταλήφθηκαν 1.500 έως 2.000 λαϊκά σπίτια και η 1η μαΐου γιορτάζεται με μια εντυπωσιακή διαδήλωση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων. Στα εργοστάσια δημιουργούνται οι επιτροπές των εργαζομένων που εκκαθαρίζουν τα φασιστικά στοιχεία, οργανώνουν απεργιακές κινητοποιήσεις με διεκδικήσεις και καταλαμβάνουν φρουρώντας τις εγκαταστάσεις έτσι ώστε να μην αφαιρεθούν τα μηχανήματα. Αργότερα άρχισαν να ασκούν μορφές εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Στις γειτονιές γεννιούνται οι επιτροπές των κατοίκων που διαχειρίζονται καταλήψεις, παιδικούς σταθμούς και κέντρα πολλαπλών χρήσεων στα οποία παρέχονται αμοιβαία και εθελοντικά όλες οι υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις λαϊκά δικαστήρια οργανώνονται ως εγγυητές της δικαιοσύνης και ισονομίας των ενεργειών απαλλοτρίωσης. Τέλος επιτροπές των στρατιωτών με εκλεκτικά και ανακλητά αξιώματα προκύπτουν, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα διακλαδισμένο κοινωνικό δίκτυο αυτόνομων από τα κόμματα οργανώσεων, και από το Συνδικάτο, που θυμίζουν τα ρωσικά σοβιέτ του 1905 και 1917, τα ιταλικά συμβούλια του 1919-20 και εκείνα τα χιλιανά του 1972-73. Πρόκειται για μια παράλληλη εξουσία που ασκεί την δημοκρατία της βάσης και ανταγωνίζεται με αυτήν του κράτους για 19 μήνες, δηλαδή μέχρι το πραξικόπημα της 25ης νοεμβρίου 1975 μετά το οποίο η πορτογαλική πολιτική κατάσταση στρέφεται πίσω στις γραμμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

«Αν και υπήρχαν τα αμερικανικά πλοία μπροστά στην ακτή, κανείς δεν φοβόταν», θυμάται ο Rigel Polani που έφθασε στη Λισαβόνα με ένα Citroën Mehari και τέσσερις φίλους κατά τη διάρκεια της veraõ quente, του καυτού καλοκαιριού του 1975, δηλαδή την περίοδο της μέγιστης κοινωνικής σύγκρουσης. «Οι διαδηλώσεις συχνά δεν είχαν ένα πάλκο για τις παρεμβάσεις. Πορευόμασταν και φωνάζαμε συνθήματα σαν σε μια παράσταση στην οποία ήμασταν ηθοποιοί και θεατές ταυτόχρονα. Δεν θυμάμαι ποτέ να είδαμε την αστυνομία. Ήταν όλοι ευτυχισμένοι, όλοι συμμετείχαν, όλοι αφοσιωμένοι στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία που ονειρευόμουν είχε υλοποιηθεί μπροστά στα μάτια μου». Στους δρόμους της Λισαβόνας άκουγες πολύ συχνά να μιλούν ιταλικά. Χιλιάδες και χιλιάδες νέοι αγωνιστές της επαναστατικής αριστεράς ξεκίνησαν από την Ιταλία. Διέσχισαν τη Γαλλία και την Ισπανία με αυτοκίνητο, με μοτοσικλέτα ή με τρένο για να φτάσουν στα δυτικά σύνορα της Ευρώπης: «Είχαμε πάει στην Πορτογαλία για να δούμε να αναδύεται ένας νέος κόσμος» γράφει ο Sandro Moiso στο Riti di passaggio, ενθυμούμενος το κλίμα της χαρούμενης συλλογικής μέθης: «Σε εκείνες τις μέρες και εκείνα τα χρόνια δεν αισθανθήκαμε ποτέ κουρασμένοι.»
Ο Rigel σταματά για λίγο, δεν είναι σίγουρος ότι εγώ μπορώ να καταλάβω εκείνη την εμπειρία χωρίς να την έχω ζήσει: «Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Μια φορά στο δρόμο συναντάμε νέους ανθρώπους σαν εμάς. Ήταν εργάτες και μας προσκάλεσαν να παρακολουθήσουμε μια συνέλευση στο εργοστάσιό τους. Συζητήσαμε πώς να διαχειριστούμε και να αναπτύξουμε την παραγωγή. Παρά τις γλωσσικές δυσκολίες καταφέραμε να αντιληφθούμε την έντονη αίσθηση επαγγελματικής εμπειρίας, δεξιότητας και πρακτικότητας. Ο λαός είχαν πάρει την κατοχή της ζωής του. Αποφάσιζε το πεπρωμένο του.»

Στην πραγματικότητα μέσα στην επανάσταση υπήρχε επίσης μια σκοτεινή πλευρά, ή ίσως «ενοχλητική»: η τραγωδία των δεκάδων χιλιάδων retornados, αυτών που επέστρεφαν από τις αποικίες με τα διάφορα ανακοινωθέντα ανεξαρτησίας. «Τα πορτογαλικά μαύρα πόδια, pieds noirs – ο Moiso θυμάται – κατέβηκαν στο πολεμικό μονοπάτι. Όπως και τα άγρια εξαγριωμένα παιδιά συνέρρεαν σε μια γη που ήταν ξένη σε αυτούς, συχνά χωρίς να έχουν καν γεννηθεί εκεί. Υπήρχε ο φόβος ταραχών όπως εκείνων που είχαν ήδη σημειωθεί στον Βορά. Μπροστά από το παλάτι του São Bento, έδρα του κοινοβουλίου, βρεθήκαμε λίγοι από εμάς με έναν στρατιωτικό απόσπασμα από τη μια πλευρά και εκατοντάδες διαδηλωτές εχθρικούς από την άλλη. Η αμηχανία ήταν διπλή για εμάς, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος κατατρεγμένων.»
Η Erika Dellacasa τότε ήταν στα είκοσι ένα. Τον απρίλιο και τον μάιο του 1974 στάλθηκε στην Πορτογαλία εξ ονόματος της γενουατικής εφημερίδας «Il Lavoro»: «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα μεγάλης ευφορίας που δεν σταματούσε ποτέ. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, μεγάλη ελπίδα για δικαιοσύνη και τεράστια επιθυμία για ελευθερία. Ήταν κάτι τόσο απτό που συγκινούσε. Δεν είναι ότι μιλούσαν πολύ, αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και αντάλλασσαν μεγάλες χειραψίες. Δεν ήταν ασυνήθιστο για μερικούς ανθρώπους να κλαίνε. Την πρώτη νύχτα στη Λισαβόνα μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια ομάδα τραβεστί εμφανώς μεθυσμένων που τραγουδούσαν και χόρευαν. Ένας έπεσε καταγής και τον βοήθησε να σηκωθεί ένας στρατιωτικός πολύ ευγενικά. Ήταν μια κάπως αταίριαστη σκηνή για το πώς ήταν γνωστή η Πορτογαλία εκείνα τα χρόνια: καταπιεσμένη και καταπιεστική. Ένιωθες έναν αέρα ελευθερίας, ελευθερία να κάνεις πράγματα απαγορευμένα ή αδιανόητα μέχρι πριν λίγες ημέρες. «Στη φασιστική Πορτογαλία το 68% των γυναικών ηλικίας μεταξύ 20 και 54 ετών ήταν νοικοκυρές και δεν επιτρέπονταν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου που είχε επίσης το δικαίωμα να ανοίγει την αλληλογραφία τους. Όπως συμβαίνει συχνά κατά τις επαναστάσεις, η κατάρρευση των παλαιών δομών εξουσίας οδήγησε στην έκρηξη του γυναικείου πρωταγωνισμού. Μετά τις 25 απριλίου ιδρύθηκαν διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις και οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των καταλήψεων, στις πικετοφορίες και στους αγώνες ενάντια στην ακρίβεια.

Με το πραξικόπημα της 25ης απριλίου, η εθνική- λαϊκή Δράση, το μόνο κόμμα στην εξουσία, διαλύθηκε. Ο Marcelo Caetano, τελευταίος πρόεδρος του συμβουλίου του φασιστικού Estado Novo, συνελήφθη και εξορίστηκε στη Βραζιλία, η μυστική αστυνομία Pide / Dgs διαλύεται αφού όμως έχει προλάβει να δολοφονήσει τέσσερα άτομα που διαδήλωναν μπροστά από την έδρα της στην rua de António Maria Cardoso 22. Στο μέτωπο της αντιπολίτευσης, το σοσιαλιστικό Κόμμα μέχρι το 1974 δεν ήταν παρά ένας κύκλος διανοούμενων εξόριστων και το ίδιο ισχύει και για τους φιλελεύθερους του δημοκρατικού λαϊκού Κόμματος το οποίο παρουσιάζονταν ως σοσιαλδημοκρατικό (ένα όνομα που θα αναλάβει το 1976 παρά την κεντροδεξιά του τοποθέτηση) . Η κατάσταση του κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας ήταν διαφορετική, σκληρυμένου ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα παρανομίας, με τρεις χιλιάδες στρατευμένους υπό τη δικτατορία και ισχυρές ρίζες στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο. Τέλος στην πορτογαλική επανάσταση υπήρχαν περίπου εβδομήντα αριστερές ομάδες που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των ετερόδοξων θέσεων, από τον γκεβαρισμό μέχρι τον τροτσκισμό περνώντας μέσα από διάφορες αποχρώσεις του μαοϊσμού. Ακόμη και μέσα στον τυπικό τους κατακερματισμό αυτοί οι σχηματισμοί έφτασαν στο σημείο να συγκεντρώσουν μια μαχητική δύναμη τριών χιλιάδων ατόμων με θέσεις πλειοψηφίας στα πανεπιστήμια και τις ακολουθούσαν όχι αμελητέες δυνάμεις σε πολλές εργατικές καταστάσεις. Σε αντίθεση με το φιλοσοβιετικό κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες της Γιάλτα και Πότσνταμ, έσπρωχνε προς ένα συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μέσα σε ένα δημοκρατικό-κοινοβουλευτικό πλαίσιο, η άκρα αριστερά προετοιμαζόταν για μια δεύτερη φάση της επανάστασης. Αυτή θα είχε οδηγήσει στη διάλυση της συστατικής Συνέλευσης που ψηφίστηκε στις 25 Απριλίου 1975, στην κατάργηση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στη λαϊκή εξουσία αποτελούμενη από αυτόνομους οργανισμούς βάσης όπως ήταν οι επιτροπές εργαζομένων, κατοίκων και στρατιωτών. Σοσιαλιστές και κομμουνιστές επιτέθηκαν ενάντια στο κύμα των «αναρχικών» απεργιών που αναπτύχθηκαν το 1974-75 και ένας υπουργός του κπΚ έφτασε στο σημείο να οδηγήσει ακόμη και μια διαδήλωση «ενάντια στην απεργία για την απεργία» υπαινισσόμενος την παρουσία φασιστικών στοιχείων μεταξύ των γραμμών της εργαζομένων.

Ο ισχυρός κοινωνικός αναβρασμός και ο δυϊσμός της εξουσίας που διέσχιζε την πορτογαλική κοινωνία ήταν στη βάση της αστάθειας των έξι προσωρινών κυβερνήσεων που διαδέχτηκαν η μια την άλλη οδηγώντας τη χώρα, των ρωγμών μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, και των συγκρούσεων μεταξύ μετριοπαθών και επαναστατών μέσα στο Κίνημα των ενόπλων δυνάμεων. Παρά τη δύναμη, το ρίζωμα και την ευρύτατη διάδοση των οργανισμών αντιεξουσίας που διακλαδώθηκαν μέσα και στον ίδιο τον στρατό, δεν υπήρξε ένας επαρκής εθνικός συντονισμός ικανός να αντισταθεί στο αντεπαναστατικό πραξικόπημα του στρατηγού António Ramalho Eanes. Οι κομμουνιστές που με την προσωρινή κυβέρνηση no 5 του Vasco Gonçaves δέχτηκαν την υποστήριξη της άκρας αριστεράς αρνήθηκαν να αντιδράσουν, ενώ οι στρατιώτες της επαναστατικής πτέρυγας του στρατού, προσωποποιημένης από την ιστορική προσωπικότητα του Otelo Saraiva de Carvalho, συνελήφθησαν μαζικά
Σύμφωνα με την ιστορικό Raquel Varela, «η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων μέσα στην επανάσταση (που χαρακτηρίζεται από τη δύναμη των εργατικών τομέων και από την πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση της πορτογαλικής αστικής τάξης) έθετε τις προϋποθέσεις για μια γενική απεργία … με εξεγερτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, οι επιτροπές των εργαζομένων που διηύθυναν αυτές τις απεργίες δεν ήταν ποτέ ενοποιημένες σε ένα εθνικό όργανο διαφορετικό από το Συνδικάτο, το οποίο κατευθύνονταν κυρίως από φιλοκομουνιστικά στοιχεία που αντιτάσσονταν στις απεργίες.»1 Εκτός από την απροθυμία αμφισβήτησης των μεταπολεμικών συμφωνιών μεταξύ της καπιταλιστικής Δύσης και της Ανατολής του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ηγεσία του Pcp-πκΚ ήταν στην πραγματικότητα σκεπτικιστική απέναντι στη δυνατότητα νίκης της λαϊκής εξουσίας διότι κατά την άποψή της στην Πορτογαλία ήταν κυρίαρχο το βάρος των μεσαίων τάξεων και της μικρής ιδιοκτησίας.

Η δύναμη της προηγούμενης επαναστατικής ώθησης ωστόσο ανάγκασε την αστική τάξη να δεχτεί πολλές εθνικοποιήσεις για να συγκρατήσει τις κοινωνικές συγκρούσεις και να σώσει το καπιταλιστικό κράτος από την κρίσιμη οικονομική συγκυρία μετά το πετρελαϊκό σοκ. Επίσης όσον αφορά τα εισοδήματα η σχέση μεταξύ των εκείνων που προέρχονταν από την εργασία (μισθοί και κοινωνικές παροχές) και αυτών που προέρχονταν από το κεφάλαιο (τόκοι, κέρδη και ενοίκια) πέρασε από το 50% του ΑΕΠ για καθένα από αυτά τα στοιχεία το 1973, σε μια σχέση του 70 και 30% το 1975.2 Δημιουργήθηκαν επίσης ινστιτούτα για την κοινωνική ασφάλιση, την παροχή βοήθειας, την αναπηρία, τη μητρότητα, την κοινωνική στέγαση και τα επιδόματα ανεργίας.
Με τον τρόπο αυτό πραγματοποιήθηκε ένας «σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός» που θα επισημοποιηθεί στο Σύνταγμα του 1976 που καθιέρωσε την αμετάκλητη εθνικοποίηση, την δωρεάν εθνική υγειονομική υπηρεσία, τον στόχο της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, την απόρριψη της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, το δικαίωμα αντίστασης. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία θα τροποποιηθούν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων συνταγματικών αναθεωρήσεων, αλλά ακόμη και σήμερα στο προοίμιο του πορτογαλικού θεμελιώδους νόμου διαβάζουμε ότι είναι βούληση του λαού «να ανοίξει ο δρόμος προς μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Σε ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Λισαβόνα τις ημέρες της επανάστασης, ο βραζιλιάνικος σκηνοθέτης Glauber Rocha παίρνει συνέντευξη από έναν άνδρα στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων στην piazza del Rossio:

«Εσείς, Κύριε, είστε εργάτης ποιου είδους βιομηχανίας;»
«Αστικές κατασκευές.»
«Τι νομίζετε για αυτό που συμβαίνει στην Πορτογαλία;»
«Ήταν ένα θαυμάσιο πράγμα!»
«Ελπίζατε όλα αυτά ή ήταν μια έκπληξη;»
«Ήλπιζα αυτό εδώ και πολύ καιρό και μόνο τώρα συνέβη.»3

Εάν επισκέπτεστε τη Λισαβόνα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως οδηγό για τις εξερευνήσεις σας το 25 de abril – Roteiro da revolução.4 Είναι ένας τόμος γεμάτος φωτογραφίες, τόπους και μαρτυρίες που θα σας βυθίσουν στη θάλασσα των γεγονότων και των συναισθημάτων εκείνων των ημερών. Στη συνέχεια πηγαίνετε σε ένα από τα τυπικά belvedere που ξεφυτρώνουν στους λόφους της πόλης. Κατά το ηλιοβασίλεμα κλείστε τα μάτια σας, αναγκάστε τον εαυτό σας να αγνοήσει τους τουρίστες, επικεντρωθείτε μόνο στις κραυγές των γλάρων και στον απέραντο ουρανό, χαραγμένο με τα ζεστά χρώματα της ημέρας που τελειώνει. Σήμερα, στη θλιβερή νεοφιλελεύθερη κόλαση της ευρωπαϊκής Ένωσης, εμείς είμαστε όπως ο εργάτης της Rossio πριν από τις 25 απριλίου. Η καθημερινή μελέτη και δράση πρέπει να θρέφουν την ελπίδα μας.

[Fotografie di Rigel Polani]


  1. Raquel Varela, Historia do Povo na Revolução portuguesa 1974-75, Bertrand, 2014, p. 136. È disponibile anche un’edizione in inglese: A People’s History of the Portuguese Revolution, Pluto Press, 2019. 
  2. Cfr. ivi, p. 487. 
  3. Ivi, p. 54. Il documentario è As armas e o Povo
  4. José Mateus, Raquel Varela, Susana Gaudêncio, 25 de abril – Roteiro da revolução, Parsifal, 2017. 
ιστορία, storia

Το Belfast δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ ζεις την ιστορία

Όλος ο κόσμος, γύρω μου, εξερράγη και ο μικρός μου κόσμος κατέρρευσε πάνω μου. Δεν έπρεπε να περιμένω την τηλεόραση να πει την ιστορία γιατί τώρα ήταν μπροστά στην πόρτα μου. Το Μπέλφαστ καίγονταν … (Bobby Sands)

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Belfast σε καλωσορίζει με τη γοητεία του Cary Grant. Σε προσκαλεί ανέμελο κλείνοντας το μάτι μέσα στην κυκλοφορία και τα ψώνια της πόλης, σου δείχνει τα κοσμήματα του: τους καταπράσινους λόφους και λίγο μακρύτερα τα ναυπηγεία, όπου χτίστηκε ο Τιτανικός, καμάρι και θλίψη αυτής της γης. Σου χαμογελά, αλλά κάτω από το άψογο φόρεμα της σύγχρονης Πόλης, η οποία είναι η γενέτειρα του Van Morrison και του George Best, κρύβονται ακόμα οι ουλές μιας σύγκρουσης … Το Μπέλφαστ δεν το επισκέπτεσαι, στο Μπέλφαστ κάνεις εμπειρία.
Belfast είναι μια από τις τέσσερις “B” (μαζί με την Βηρυτό, Βαγδάτη και Βοσνία – con Beirut, Baghdad e Bosnia) που, σε χρόνους όχι μακρινούς, στους ταξιδιώτες συνιστούσαν να αποφεύγουν
Belfast είναι ένας πόλεμος που για πάνω από τριάντα χρόνια συνεχίζει να σηματοδοτεί τις τύχες της Βόρειας Ιρλανδίας και που συνεχίζεται και σήμερα, αν και με ένα πλάγιο και σιωπηλό τρόπο, σαν φωτιά κάτω από τις στάχτες.
Για να τον χαρακτηρίσουν χρησιμοποιήθηκαν όροι όπως «καθολικοί» και «προτεστάντες», σε μια (επιτυχημένη) προσπάθεια μείωσης της σύγκρουσης σε μια σεχταριστική φύση, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην αποικιοκρατία, στην κυριαρχία του ισχυρότερου προς τον ασθενέστερο, στους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα.
Είναι εννοιολογικά δύσκολο να φανταστούμε την αποικιοκρατία σαν κάτι που μπορεί να επικεντρωθεί στην δική της ήπειρο: οι αποικισμοί, όντως, νοούνται πάντα ως ένα κίνημα, που αναπτύσσεται σύμφωνα με κατευθύνσεις που οδηγούν τους ευρωπαϊκούς λαούς να καταλαμβάνουν μακρινές χώρες, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ότι οι αποικιοκράτες και οι άποικοι απέχουν λιγότερο από 400 χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλο να λοιπόν η ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
Αυτές οι ρίζες ξεκίνησαν από τον δέκατο έβδομο αιώνα και όλα άρχισαν, ευθύς αμέσως, ως αντι-αποικιακός πόλεμος και όχι ως μια σύγκρουση θρησκειών: κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιάκωβου Α ‘, όλες οι κτήσεις των ιρλανδών ηγεμόνων, των ισχυρών δυναστειών των O’Neill και O’Donnell, καθώς και εκείνων που τους υποστήριζαν, κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν σε νέους αποίκους / αποικιοκράτες. Οι «βρετανοί κυβερνήτες», έτσι ονομάζονταν οι αποικιστές, οι οποίοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος εγγλέζοι και σκωτσέζοι. Οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις έφθασαν στην αξιόλογη τζίφρα των περίπου δύο χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι οικισμοί αγγλικών εποίκων σε ιρλανδικό έδαφος ονομάζονταν Plantations και η Plantation του Ulster ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Ο σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέγερση, δεδομένου ότι ο Βορράς ήταν η περιοχή του ιρλανδικού νησιού, ο οποίος είχε αντισταθεί περισσότερο στη βρετανική κυριαρχία τον προηγούμενο αιώνα.

Belfast είναι “The Troubles”: κάποιοι συνεχίζουν να τα αποκαλούν ταραχές εκείνα τα 30 χρόνια πολέμου μεταξύ προτεσταντών και καθολικών, έναν τρόπο να τον ονομάσουν πόλεμο χαμηλής έντασης, παρά τον θάνατο 3700 ανθρώπων και στις δύο πλευρές, με έναν ανατριχιαστικό μέσο όρο δύο θανάτων την εβδομάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το Μπέλφαστ ήταν μια πόλη φάντασμα, όπου κάποιος θα μπορούσε να πεθάνει για το τίποτα, για το απλό γεγονός ότι βρίσκονταν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή. Μια τυφλή βία που μπορούσε, πραγματικά, να χτυπήσει τον οποιονδήποτε. Μία από τις βασικές τοποθεσίες των συγκρούσεων ήταν η Bombay Street. I troubles, τα προβλήματα εξερράγησαν ακριβώς εδώ, το 1969, όταν οι ομάδες πιστών επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τα σπίτια των αυτονομιστών. Σε αυτά τα σοκάκια που σηματοδοτούνται σήμερα από έναν φράκτη ύψους εννέα μέτρων, κάθε πέτρα θυμάται και θυμίζει πως κάθε σπίτι μετατράπηκε σε όρυγμα.
Οι πιστές [στους άγγλους] παραστρατιωτικές δυνάμεις, με τη συνενοχή του βρετανικού στρατού, επιτίθονταν συστηματικά όχι μόνο στα μέλη του IRA, αλλά και σε απλούς πολίτες ένοχους μόνο ότι ήταν καθολικοί ή δημοκρατικοί-ρεπουμπλικάνοι. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, έγινε γνωστή η ομάδα των «Shankill Butchers» – Οι Χασάπηδεςτου Shankill – μια μονάδα των UVF (Ulster Volunteer Force) της Shankill Road, που υπό την ηγεσία του διαβόητου Lenny Murphy [που στη συνέχεια σκοτώθηκε από τον ΙRΑ), απήγαγαν και σκότωναν καθολικούς πολίτες, κόβοντας τους λαιμούς τους αφού τους βασάνιζαν τρομακτικά και τους ακρωτηρίαζαν. Στη σεχταριστική βία των προτεσταντών εξτρεμιστών αποκρίνονταν ο ΙRΑ, του οποίου οι μαχητές, εκείνα τα χρόνια, συγκρούονταν σχεδόν καθημερινά με πυροβόλα όπλα κατά του βρετανικού στρατού στους δρόμους του Μπέλφαστ και του Derry και έπλητταν τους λεγόμενους «οικονομικούς στόχους» τους με βόμβες. Συνολικά, περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν λόγω πολιτικής και θρησκευτικής βίας στο Μπέλφαστ μεταξύ 1969 και 2001.
Belfast είναι 40 χρόνια Τοίχων. Ο πρώτος τοίχος χτίστηκε μόλις οκτώ χρόνια μετά την κατασκευή εκείνου στο Βερολίνο. Τα τείχη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της πόλης, ένα από τα σύμβολά της, οι τοίχοι σηκώνονται αμετάβλητοι, στενοί συγγενείς εκείνων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, τοίχοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που καλύπτονται με γκράφιτι προς τιμήν των κουκουλοφόρων loyalists του Ulster ή των δημοκρατών μαρτύρων του Ira.
Ακριβώς όπως έχουμε την τάση να προβάλλουμε την αποικιοκρατία μακρυά από μας, με τον ίδιο τρόπο δεν φανταζόμαστε ότι μια πόλη όπως το Μπέλφαστ μπορεί να είναι χωρισμένη από ένα τείχος και πύλες. Ο τοίχος είναι αυτός της ειρήνης, (υπάρχουν 88 στη Βόρεια Ιρλανδία και το καθήκον τους είναι να χωρίζουν τους αυτονομιστές από τους πιστούς: τις γειτονιές τους, τις εκκλησίες τους, τα σχολεία τους), στο Δυτικό Μπέλφαστ κατά μήκος της »Γραμμής της Ειρήνης», η οποία εκτείνεται σε τέσσερα χιλιόμετρα, υπάρχουν έξι πύλες, οι οποίες ανέρχονται για έξι μέτρα, κάθε είσοδος / έξοδος αποτελείται από δύο πύλες χωρισμένες με λίγα μέτρα γης κανενός, χρειάζονται για να χωρίζουν την Shankill Road, loyalist γειτονιά, από την Falls Road, την συνοικία με ρεπουμπλικανική και υπέρ της ανεξαρτησίας πλειοψηφία: Η πύλη μέσω της οποίας περάσαμε εμείς, κλείνει κάθε βράδυ στις 19:30, εκείνη από την οποία επιστρέψαμε στην Falls Road, κλείνει αντιθέτως στις 21:30, το να γνωρίζουμε ότι κάθε καταραμένη νύχτα λαμβάνει χώρα αυτή η απαγόρευση της κυκλοφορίας μας γεμίζει με μια κωφή και βροντερή οργή.
Belfast είναι το μαύρο ταξί, που μας μεταφέρει στη γραμμή της Ειρήνης, ζοφερές θύρες ύψους μέχρι δέκα μέτρα, προορισμός ενός τουρισμού της μνήμης, του οποίου είμαστε κι εμείς μέρος σήμερα, με την επιθυμία να εισέλθουμε μέσα σε αυτό το κομμάτι ιστορίας, τόσο πρόσφατης ώστε να μην μελετάται, τόσο ενοχλητικής ώστε να μην διδάσκεται, τόσο σημαντικής ώστε να μην μπορεί να αγνοηθεί.
Στη διάρκεια των Troubles, η κυκλοφορία των κλασικών λεωφορείων στη ζώνη ανεξαρτησίας είχε απαγορευθεί, αφού ορισμένοι αγωνιστές τα είχαν χρησιμοποιήσει ως οδοφράγματα για να μπλοκάρουν τους δρόμους, καθιστώντας τα πραγματικούς σταθμούς ελέγχου πίσω από τους οποίους κρύβονταν από τις αστυνομικές σφαίρες και για να ρίχνουν πέτρες, οι κάτοικοι εκείνων των δρόμων θα είχαν αναγκαστεί να πάρουν το λεωφορείο στην περιοχή των loyalist, διατρέχοντας σοβαρούς κινδύνους, αποφάσισαν έτσι να αγοράσουν μερικά μαύρα ταξί, που έγιναν το μόνο μέσο συλλογικής μεταφοράς για να επιστρέφουν στο σπίτι από το κέντρο (που εγκρίθηκαν για έξι επιβάτες, έφτασαν να μεταφέρουν μέχρι τους 12). Το θλιμμένο αλλά ταυτόχρονα περήφανο χαμόγελο του Paul, του ταξιτζή μας, ενώ μας δείχνει την μπλε άδεια διέλευσης του ταξί του, ο οποίος επέζησε των Troubles, και μας μιλά για τους κινδύνους που οι οδηγοί διέτρεχαν ενώ συνόδευαν τους εργαζόμενους στο σπίτι μας συνεπαίρνει σε σημείο να είναι σπαρακτικό.
Belfast είναι το πράσινο μίλι του λόφου του Crumlin Road. Η φυλακή Crumlin Road (οι ιρλανδοί την αποκαλούν Crumlin Road Gaol) χτίστηκε κατά την βικτοριανή εποχή, σχεδιασμένη να είναι ένα πραγματικό σύμβολο εξουσίας και τάξης. Είναι ένας τόπος όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκλήθηκαν έκοψαν την αναπνοή στην ελευθερία και την ευτυχία. Στα 150 χρόνια λειτουργίας της είδε μέσα στα τείχη της δολοφόνους, κλέφτες και φτωχαδάκια, παιδάκια και ψυχικά ασθενείς. Στη δεκαετία του ’70 και του ’80 ήταν γεμάτη με κρατούμενους που συνδέονταν με τα Προβλήματα, ai Troubles, αλλά και με ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στη φυλακή με υποψίες και φήμες. Στην Crum, κρεμάστηκαν 17 άνθρωποι, 15 από τους οποίους θάφτηκαν σε ανώνυμους τάφους μέσα στους τοίχους του.
Belfast Είναι ο αγώνας για τη διατήρηση του καθεστώτος πολιτικού κρατουμένου στις φυλακές του Long Kesh και του Maze, μέσα στα περίφημα μπλοκ H, ενάντια στη στρατηγική ποινικοποίησης του ρεπουμπλικανικού Κινήματος, που εφαρμόστηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, με στόχο να παρουσιάσει τους ρεπουμπλικανούς κρατουμένους του IRA και του INLA ως κοινούς εγκληματίες χωρίς οποιαδήποτε πολιτικά κίνητρα.
Το 1976 οι ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι, που μεταφέρθηκαν στα H-Blocks και αναγκάστηκαν να φορούν την ομοιόμορφη φορεσιά της φυλακής για τους κοινούς εγκληματίες, αντιτάχθηκαν σε αυτό το νέο καθεστώς και, αρνούμενοι να φορέσουν τη στολή, καλύπτονταν μόνο με μια κουβέρτα, δίνοντας ζωή στην blanket protest- διαμαρτυρία της κουβέρτας, αντιμετωπίζοντας τις κακουχίες του κρύου και την απαγόρευση να συναντήσουν τους οικείους (δίχως στολή δεν είχαν πρόσβαση σε επισκέψεις από έξω), το 1978, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη βιαιότητα των φρουρών, οι οποίοι τους χτυπούσαν όταν πήγαιναν στα λουτρά, οι φυλακισμένοι αρνήθηκαν να αδειάζουν τις τουαλέτες τους, πασαλείβοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών και ρίχνοντας τα ούρα κάτω από τη ρωγμή των θυρών, αρχίζοντας έτσι την βρώμικη διαμαρτυρία, la dirty protest, όταν, παρά τις πιέσεις που προέρχονταν από πολλά ευρωπαϊκά περιβάλλοντα όπως και πέρα από τον ατλαντικό, η βρετανική κυβέρνηση με επικεφαλής την Margaret Thatcher αρνήθηκε επίμονα να φθάσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους κρατούμενους, μετά από περισσότερο από 4 χρόνια ζωής στη γύμνια με μονάχα μια κουβέρτα πάνω τους και μέσα στα περιττώματα τους, αποφάσισαν να επιλύσουν δραστικά το ζήτημα και ανακοίνωσαν μιαν απεργία πείνας. Στις 27 οκτωβρίου άρχισαν την απεργία που κράτησε μέχρι τις 18 δεκεμβρίου όταν, μετά από 53 ημέρες νηστείας, πλέον ετοιμοθάνατοι, αποφάσισαν να τερματίσουν την απεργία βάσει ενός μπερδεμένου εγγράφου που φτάνει μέσω μεσαζόντων από τη βρετανική κυβέρνηση.
Το 1981, οι φυλακισμένοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια νέα απεργία πείνας, προωθώντας πέντε αιτήματα, τα οποία έγινα γνωστά ως οι Πέντε Απαιτήσεις με στόχο την υπογράμμιση του καθεστώτος των πολιτικών κρατουμένων:
– Δικαίωμα να φορούν τα ρούχα τους και όχι την ομοιόμορφη στολή των φυλακών.
– Δικαίωμα να μην ασκούν την σωφρονιστική εργασία.
– Δικαίωμα ελεύθερης συσχέτισης με τους άλλους κρατούμενους κατά τις ώρες του αέρα.
– Δικαίωμα στην επαναφορά της διαγραφής του μισού της ποινής (που είχαν χάσει ως αποτέλεσμα των διαμαρτυριών).
– Δικαίωμα να λαμβάνουν εβδομαδιαία πακέτα, ταχυδρομείο και να επωφελούνται δραστηριοτήτων αναψυχής.
Σε αντίθεση με την πρώτη απεργία πείνας δεν θα άρχιζαν την αποχή σε ομάδες αλλά μεμονωμένα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για να παρατείνουν τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και να διατηρήσουν υψηλή την πίεση στη βρετανική κυβέρνηση.
Ο πρώτος που αρνήθηκε την τροφή, την 1η μαρτίου 1981, ήταν ο Bobby Sands, τον οποίο ακολούθησε ο Francis Hughes στις 15 μαρτίου, και μια εβδομάδα αργότερα ο Raymond McCreesh και ο Patsy O’Hara. Ο Sands πέθανε στις 5 μαΐου 1981, μετά από 66 ημέρες νηστείας και αντικαταστάθηκε στη νηστεία από τον Joe McDonnell.

Στις 12 μαΐου πέθανε ο Francis Hughes και στις 21 μαΐου, με λίγες ώρες διαφορά πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι McCreesh και O’Hara. Όλοι αντικαταστάθηκαν από άλλους κρατούμενους. Στη θλίψη των οικογενειών που έχασαν τους αγαπημένους τους, προστέθηκε ο θυμός όταν τους επέστρεφαν τα σώματα, τα οποία έδειχναν τα σημάδια των ξυλοδαρμών που δέχτηκαν όταν είχαν ήδη στερηθεί της ζωής τους.
Belfast είναι οι Brendan Hughes, Tommy McKearney, Sean McKenna, Leo Green, Raymond McCartney, Tom McFeeley, John Nixon, Mairéad Farrell, Mary Doyle και Mairéad Nugent.
Belfast είναι οι Bobby Sands, Francis Hughes, Raymond McCreesh, Patsy O’Hara, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee, Mickey Devine.
Belfast είναι κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα που, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, έχει βάλει τη ζωή του σε δεύτερο επίπεδο σε σχέση με τον αγώνα για ελευθερία.
Belfast είναι μια διπλή πόλη, όπως ήταν κάποτε το Βερολίνο. Μια πόλη που διαχωρίζει τις πολιτικές συνειδήσεις και τις ηθικές απόψεις. Μίσος, συγκρούσεις, σκληροί αγώνες είναι λιγότερο ορατοί σήμερα, σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Bobby Sands και των συναγωνιστών του, τα χρόνια όταν ένας λιγότερο διεφθαρμένος Bono (ή ίσως λιγότερο ντροπιασμένος;] τραγουδούσε »Πόσο καιρό πρέπει να τραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι», “How long, How long must we sing that song”. Ωστόσο αφήνοντας το σταθμό του Μπέλφαστ, σήμερα στις 23 φεβρουαρίου 2019, τα μάτια μου είδαν εκείνη την πόλη τόσο αργή και τόσο ειδωμένη στις ταινίες: είδαν τα σχολεία τυλιγμένα σε συρματοπλέγματα με τις εισόδους χωρισμένες ανάμεσα σε κορίτσια και αγόρια, τα τεθωρακισμένα και τα ελικόπτερα που εκείνα τα χρόνια μόλυναν την πόλη. Έχουν δει μια πόλη που δεν υπάρχει πια, γιατί από τότε, το Μπέλφαστ έχει γίνει όλο και πιο κατακερματισμένο, χρόνο με το χρόνο, ακολουθώντας την πορεία των στρατιωτικών ανιχνευτών. Κάθε φορά που η πόλη άλλαξε τη μορφολογία της, παίρνοντας τη μορφή ενός λαβυρίνθου που, σαν ένας εύκαμπτος σωλήνας, μετατρέπει την διαδρομή του.
Μέχρι πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, στην Falls Road ήταν επικίνδυνο ακόμα και να περπατήσεις, επειδή οι προτεσταντικές »ομάδες θανάτου» επέλεγαν τυχαία τα θύματα, ανάμεσα στους περαστικούς, συχνά πυροβολώντας από εν κινήσει αυτοκίνητα. Σήμερα είναι ένα πιο ήσυχο μέρος, ένα υπαίθριο μουσείο, όπου όμως τα αστυνομικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να είναι θωρακισμένα Land Rover … όπου το να πέσουν τα τείχη προκαλεί ακόμη φόβο και όπου, μόλις πέσει το βράδυ, τα αυτοκίνητα δεν πηγαίνουν πλέον από την μία πλευρά στην άλλη. Αυτός που ονομάζεται Patrick θα παραμείνει στην Falls road, ο George στην Shankill road.
Belfast είναι η γενέθλια πόλη του George Best και στην οποία, το 2010, το Belfast City Council , σαν μέρος του σχεδίου Peace III για να αντιμετωπίσει τον σεχταρισμό, πλήρωσε 1.500 στερλίνες των φορολογούμενων για υλικά που θα χρησιμοποιηθούν σε μια τοιχογραφία στη μνήμη του George Best στην περιοχή των προτεσταντών.
Belfast είναι η πόλη στην οποία εξαφανίστηκε εκείνη η τοιχογραφία που θα αντικατασταθεί οριστικά από έναν οπλισμένο παραστρατιωτικό της UVF, μια κυριακή του σεπτεμβρίου του 2013 (κατά την 50ή επέτειο του πρώτου αγώνα του George Best με την Manchester United), δίπλα στον κουκουλοφόρο κακοποιό ξεχωρίζει με μακάβριο κυνισμό το απόσπασμα του Martin Luther King που λέει: «Η ελευθερία δεν χορηγείται ποτέ ελεύθερα από τον καταπιεστή, πρέπει να ζητηθεί από τους καταπιεσμένους».
Belfast είναι η ακτίνα του ήλιου που σχεδιάζει αραβουργήματα ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού της Ιρλανδίας ένα σάββατο του φεβρουαρίου. Το Μπέλφαστ είναι τα γενέθλιά μου σε αυτό το 2019

 

“Τώρα βρίσκομαι στο μπλοκ Η, όπου αρνούμαι να αλλάξω για να προσαρμοστώ σε εκείνους που με καταπιέζουν, με βασανίζουν, με κρατούν αιχμάλωτο και θέλουν να με αποκτηνώσουν. Όπως και ο κορυδαλλός δεν χρειάζομαι να αλλάξω.. Είναι η πολιτική μου ιδεολογία και οι αρχές μου που οι φύλακες μου θέλουν να αλλάξουν. Έχουν καταστρέψει το σώμα μου και επιτέθηκαν στην αξιοπρέπειά μου. Αν ήμουν ένας κοινός κρατούμενος θα μου έδειχναν πολύ λίγη, ή και καθόλου προσοχή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα ανταποκρινόμουν στις θεσμικές ιδιοτροπίες τους. Έχω χάσει πάνω από δύο χρόνια αμνηστίας. Δεν με νοιάζει καθόλου. Μου στερήθηκαν τα ρούχα μου και με κλείδωσαν σε ένα βρωμερό και άδειο κελί, όπου με έκαναν να υποφέρω από πείνα, ξυλοδαρμό και βασανιστήρια. Όπως και ο κορυδαλλός, φοβάμαι κι εγώ ότι τελικά μπορεί να με σκοτώσουν. Αλλά, τολμώ να το πω, όπως και ο μικρός φίλος μου κατέχω το πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο δεν μπορεί να κατασταλεί ακόμη και με την πιο φρικτή κακομεταχείριση. Φυσικά μπορώ να σκοτωθώ, αλλά, όσο παραμένω ζωντανός, παραμένω αυτό που είμαι, ένας πολιτικός αιχμάλωτος πολέμου, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.“
ιστορία, storia

Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία

Il movimento del 1977 in Italia

Luca Falciola

Il movimento del 1977 in Italia

ΕΚΔΟΣΗ: 2016

Εν συντομία

Σε όλο τον κόσμο η εμπειρία του Εξήντα οκτώ εξαντλήθηκε μέσα στο πρώτο μισό της Δεκαετίας του ’70, μπροστά στην παρακμή των ιδεολογιών και την οπισθοχώρηση στην ιδιώτευση. Αντ ‘αυτού στην Ιταλία, το 1977, μια γενιά αριστερών αγωνιστών πίστευε ακόμα στη δυνατότητα μιας επανάστασης και έθεσε σε εφαρμογή μια ακραία προσπάθεια να υπονομεύσει, να ανατρέψει την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κίνημα που ισορροπούσε ανάμεσα στην αποθέωση και το ξεπέρασμα της πολιτικής, ανοιχτό σε ριψοκίνδυνες πολιτισμικές επιμολύνσεις και ικανό για τολμηρούς δημιουργικούς πειραματισμούς, αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένο με βίαια δόγματα και πρακτικές, ώστε να εγκαινιάσει την πιο σκοτεινή φάση των «χρόνων του μολυβιού». Το κίνημα του ’77 εξακολουθεί να περιμένει μια συστηματική ανάλυση, εκτός από το ότι αφήνει ανοικτά ερωτήματα που είναι αναπόφευκτα για να κατανοήσουμε και τελικά να ιστοριοποιήσουμε τη Δεκαετία του ’70. Το βιβλίο ανασυνθέτει – για πρώτη φορά με επιστημονική αυστηρότητα και με βάση μια εντυπωσιακή αρχειακή και τεκμηριωτική έρευνα – το πλαίσιο της κρίσης μέσα στο οποίο ο κύκλος αυτός της διαμαρτυρίας ωρίμασε, τις πνευματικές αναφορές που ενέπνευσαν την κινητοποίηση, το όραμα του κόσμου και τους ισχυρισμούς, τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών, τα ερμηνευτικά σχήματα που ευνοούσαν τη βίαιη κλιμάκωση, την αντίδραση των θεσμών και τη διαλεκτική μεταξύ του κινήματος και των παράνομων ένοπλων οργανώσεων.

http://www.carocci.it/index.php?option=com_carocci&task=schedalibro&Itemid=72&isbn=9788843076284

1977: ένας κόμπος της δημοκρατικής Ιταλίας και ένα ψηφιδωτό για ανασύνθεση – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση στο βιβλίο του Luca Falciola, Il movimento del 1977 in Italia, Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία, Carocci, Roma 2016

*****

Πλησιάζουμε την τεσσαρακοστή επέτειο εκείνου του φαινομένου της νέας κοινωνικής διαμαρτυρίας γνωστής ως Κίνημα του ’77, και είναι πιθανό ότι θα υπάρξουν διαφορετικές πολιτιστικές, εκδοτικές και πολιτικές πρωτοβουλίες αφιερωμένες σε αυτό το ραντεβού, αν και εικάζεται ότι θα είναι μικρότερες σε τόνο σε σχέση με εκείνες που γιόρτασαν μια άλλη διάσημη επέτειο: εκείνη του ’68. Αυτό βασικά διότι, ενώ γι αυτό το τελευταίο, μπόρεσαν ουσιαστικά να παράσχουν μια σαφή και σε γενικές γραμμές ομοιογενή εικόνα, όσον αφορά το ’77 ο ιστοριογραφικός διάλογος εξακολουθεί να αγωνίζεται με μια κατακερματισμένη και θολή εικόνα, όπου οι διαφορετικές ψυχές και οι διαφορετικές εκδηλώσεις αυτού του κινήματος αλληλοεπικαλύπτονται, αντιτίθενται, μέσα σε σύγχυση, σύγκρουση και όπου είναι συχνά δύσκολο να βρεθεί το κλειδί του προβλήματος, η άκρη του νήματος. Αυτό το «έδαφος που το βαραίνει η μνήμη», όπως το χαρακτήρισε η Monica Galfrè, είναι δύσκολο να εμβαθυνθεί και να αντιμετωπιστεί σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί ταυτόχρονα η εσωτερική ετερογένεια και αντίφαση, αλλά και οι κυριότερες γραμμές που χαρακτήρισαν την αυτοπροσωποποίηση του και την επικοινωνία του.  Αντί να είναι ένα αντικείμενο σπουδών που απαιτεί την απαραίτητη απόσπαση και την επιστημονική αυστηρότητα, το ’77 στην Ιταλία εξακολουθεί να είναι σήμερα αιχμάλωτο πολιτικής προπαγάνδας αφενός και μιας οπτικής συχνά ηρωικής [βετεράνων] και αυτοαναφορικής από την άλλη.

Αυτό που έκανε ο Luca Falciola είναι λοιπόν η προσπάθεια να ανασυνταχθεί εκείνο που ονόμασε ο ίδιος το «μωσαϊκό» του ’77 στην Ιταλία. Όπως και στην καλύτερη blochiana παράδοση, ο συγγραφέας de-constructs- απο-συνθέτει για να αναλύσει το φαινόμενο και στη συνέχεια να το ανακατασκευάσει κομμάτι κομμάτι και να φτάσει σε ορισμένες γραμμές ερμηνείας και μερικές ιστοριογραφικές θέσεις. Ένα πολύπλοκο και εκτεταμένο έργο (αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό και μόνο με μια γρήγορη ματιά στις βιβλιογραφικές σημειώσεις) που για μία φορά δεν έφερε στο προσκήνιο μαρτυρίες και ερμηνείες. Η υπερτροφία αυτών των τελευταίων έχει οδηγήσει, αφενός, σε εξαιρετικά εορταστικού τύπου, νοσταλγικές και αυτοαναφορικές ανακατασκευές, και αφετέρου στην ανάπτυξη μιας συζήτησης που απέχει όλο και περισσότερο από την εμπειρική έρευνα και κατευθύνεται αντικειμενικά σε ιδεολογικά συμφέροντα για να λυγίσει τα γεγονότα στις θέσεις που θέλουν κάποιοι να υποστηρίξουν. Ο Falciola έχει ως εκ τούτου αξιοποιήσει σχεδόν αποκλειστικά τις πηγές των ντοκουμέντων, πάνω απ’ όλα εκείνες που παρήχθησαν από το ίδιο το κίνημα καθώς και δημοσιογραφικές και αρχειακές πηγές. Ένας ακριβής και διαλεκτικός τρόπος για να επισημανθεί μια ολιστική διάσταση του φαινομένου του ’77 («ένα ενιαίο δίκτυο κινημάτων»), αλλά, εκθέτοντας την έρευνα για το 77 σύμφωνα με θέματα και όχι σύμφωνα με πόλη ή με πολιτικές ιδεολογικές πολιτιστικές ομάδες, χωρίς να πέσει σε μονόπλευρες ερμηνείες ή οπτικές.

Η έρευνα διέτρεξε τρεις μακρο-οδούς: η πρώτη είναι η ανασυγκρότηση του ιστορικού οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικο-πολιτιστικού πλαισίου, μέσα στο οποίο παράχθηκε η τοιχογραφία του ’77, η δεύτερη είναι η ραδιογραφία του κινήματος που επισημαίνει τις διαφορετικές πολιτικο-πολιτισμικές και ιδεολογικές του εκφάνσεις, η τρίτη είναι η απεικόνιση που του κινήματος είχαν τα θεσμικά όργανα, τόσο αυτά του Κράτους, όσο εκείνα των κομμάτων και / ή των συνδικάτων, κυρίως στα αριστερά. Η θέση είναι ότι το κίνημα του ’77 ήταν το τελευταίο ιταλικό του Εικοστού αιώνα που αντιστάθηκε στις διαδικασίες απο-πολιτικοποίησης και ιδιωτικοποίησης που ξεκίνησαν μέσα στην κοινωνία και μέχρι και σε ένα μέρος του αριστερού κόσμου της νεολαίας». Το έργο του Falciola κινείται συνεπώς μέσα στο αυλάκι μιας διαδεδομένης ερμηνείας στον ιστοριογραφικό τομέα (De Luna, Galfrè, Crainz, για να αναφέρουμε μόνο λίγα ονόματα), η οποία δεν μοιράζεται την κρίση του ’77 ως «αντιπολιτικό» φαινόμενο: αυτό ήταν ναι ο επίλογος της δεκαετίας της συλλογικής πολιτικής δράσης που ανοίχθηκε από το ’68 (όπως έγραψε ο Marco Grispigni), το «τραγούδι του κύκνου» της πολιτικής (όπως επεσήμανε η Maria Luisa Boccia), αλλά ταυτόχρονα ήταν ο πρόδρομος μιας διαδικασίας που, και μέσα από βαθιές πολιτισμικές και γλωσσικές καινοτομίες (σκεφτείτε για παράδειγμα στο μπολονιέζικο κίνημα ή τους ινδιάνους μητροπολιτάνους), αποκάλυψε την απαξίωση και την αχρηστία των μέσων της πολιτικής των κομμάτων και αυτών των τελευταίων καταδίκασε την κατοχή όχι μόνο και όχι τόσο των θεσμών, όσο της κοινωνίας.

Το βιβλίο είναι δομημένο σε επτά κεφάλαια. Τα δύο πρώτα κεφάλαια επικεντρώνονται στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, την συγκυρία. Ο πρώτος επικεντρώνεται στον συνδυασμό τριών παραγόντων επάνω στους οποίους εξερράγη η ιταλική κοινωνική κρίση του δεύτερου μισού της Δεκαετίας του 70: την αρχή της βιομηχανικής παρακμής της Χώρας («το τέλος της κοινωνίας της εργασίας»), την αυξανόμενη εκπαίδευση και την ταυτόχρονη έλλειψη στην απασχόληση, έλλειψη εργασιακών διεξόδων και /ή επαγγελματικών και (σε σχέση με αυτή) την αύξηση της ανεργίας των νέων. Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αντίθετα αφιερωμένο σε αυτό που σήμερα μπορεί να ονομαστεί «πολιτική κρίση»: αφενός η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι της πολιτικής, παρά την εκλογική ενίσχυση του PCI-ΚΚΙ και, μάλλον, ακριβώς εξαιτίας του μέτριου αποτελέσματος του ιστορικού συμβιβασμού, από την άλλη την τραυματική και ταχεία εξαφάνιση των σχηματισμών που αποτελούσαν την επαναστατική αριστερά ή Νέα Αριστερά, η οποία με το εκλογικό φιάσκο της Προλεταριακής Δημοκρατίας το 1976 έδειξε ότι δεν ήταν πλέον σε συντονισμό με το πολιτικό φαντασιακό της γενιάς των νεαρών που ήταν τότε πρωταγωνίστρια του ‘ 77. Το τρίτο κεφάλαιο αντιμετωπίζει αντιθέτως τις «γενετικές μεταλλάξεις» που, από την οπτική των ιδεολογικών και πολιτικο-οργανωτικών οριζόντων, χαρακτήρισαν το κίνημα, με την προοδευτική μόλυνση έργο κάποιων σημαντικών ρευμάτων (φεμινισμός, αντιψυχιατρία, νεανική αντικουλτούρα, φιλόσοφοι και διανοούμενοι πέρα από τις Άλπεις, όπως οι Deleuze, Guattari, Sartre, Foucault και η θεωρία των αναγκών της Agnes Heller). Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε από τον συγγραφέα στην πολιτική διαδρομή της Εργατικής Αυτονομίας, ενός σχηματισμού που, μοναδικός σε σύγκριση με το πανόραμα της επαναστατικής αριστεράς, επηρέασε με κάποιο τρόπο αποφασιστικό το κίνημα σχεδόν σε ολόκληρη τη Χώρα.

Τα κεφάλαια 4 και 5 εμβαθύνουν τις θεματικές και τις θέσεις που δέχτηκαν την έφοδο του κινήματος. Το τέταρτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην άποψη των εβδομηνταεπτάρηδων σχετικά με τα ζητήματα επάνω στα οποία αυτοί παρήγαγαν τις κινητοποιήσεις τους: από την Εγκύκλιο Malfatti για το πανεπιστήμιο στην οικονομική κρίση, από την αναδιάρθρωση στα εργοστάσια στα περιβαλλοντικά θέματα, από την ανεργία στις σχέσεις με το εργατικό κίνημα. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο θέμα, το κεφάλαιο αφιερώνει μεγάλο χώρο στη σχέση μεταξύ κινήματος και PCI, που θεωρείται μια από τους πυροκροτητές στην έκρηξη της διαμαρτυρίας και τη βίαιη εξέλιξή της.Το πέμπτο κεφάλαιο, αντιθέτως, ασχολείται με το «κατ ‘εξοχήν πρόβλημα: εκείνο των πολιτικο-επαναστατικών προοπτικών του κινήματος, του »τι πρέπει να κάνει» και της επιρροής που μέσα στην εθνική συζήτηση είχαν εκείνες οι πλευρές που φαντάζονταν μια «μοριακή» αντίθεση [με την έννοια που προέρχονταν από τις θέσεις του Φουκώ) που βασίζονταν επάνω στα νέα λεξιλόγια, στις νέες κατασκευές ακόμη και συντακτικές, στους νεο-ντανταϊσμούς πολιτισμικούς και καλλιτεχνικούς, στην ανατίμηση της διάστασης του »προσωπικού», του ατόμου, ενάντια στον κολεκτιβιστικό ολοκληρωτισμό πίσω από τον οποίο κρύβονταν μόνο η μεγάλη εξαπάτηση της εξουσίας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράγραφος είναι, τέλος, αφιερωμένη στις ομοιότητες μεταξύ του κινήματος του ’77 και του φαινομένου του πανκ στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, και επάνω στις πρώτες σημαντικές εμπειρίες αυτού του μουσικού ρεύματος στην Ιταλία.

Το έκτο κεφάλαιο ασχολείται με το θέμα της βίας. Διαχωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος αντιμετωπίζει το φαινόμενο της βίας στο δρόμο και τις πλατείες, της μαζικής βίας, ενώ το δεύτερο αφορά τη σχέση μεταξύ του κινήματος και των ένοπλων οργανώσεων. Η ξεχωριστή στάση, στην παρουσίαση, του φαινομένου της μαζικής βίας από εκείνη του ένοπλου αγώνα δεν αποσκοπεί στην θεωρητικοποίηση μιας ανύπαρκτης στεγανοποίησης (που δεν υπήρξε) αλλά στην ανάδειξη δύο κεντρικών ζητημάτων: το πρώτο είναι ότι μέσα στο κίνημα υπήρξε μια μεγάλη – και όχι πάντα ειρηνική – συζήτηση σχετικά με το θέμα της ένοπλης στρατηγικής, μολονότι υπήρχε μια σχεδόν ολική ομοιογένεια στην ιστορική αναγκαιότητα της βίας, το δεύτερο τείνει να δείξει ότι η επέκταση των ένοπλων οργανώσεων κατά την τριετία μετά το 1977 δεν οφείλεται στην ήττα του κινήματος, αλλά μάλλον αυτό το τελευταίο αντιπροσώπευσε για ομάδες όπως οι Κόκκινες Ταξιαρχίες, η Prima Linea και οι άλλοι μικρότεροι σχηματισμοί ένα «θεμελιώδες στοιχείο του ριζοσπαστικού περιβάλλοντος τους- radical milieu», συχνά ακούσιο, ενθάρρυνσης και προστασίας.

Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο αναλύει το πεδίο του Κράτους και τις αντιδράσεις του απέναντι στο κίνημα, κυρίως από την άποψη της αναδιοργάνωσης των κατασταλτικών δομών και των σωφρονιστικών δομών. Ταυτόχρονα δύο παράγραφοι αφιερώνονται στο πώς ερμήνευσε το κίνημα και αντιμετώπισε την καταπίεση-καταστολή και τη συζήτηση για την ποινικοποίηση της διαφωνίας στην Ιταλία.

Τα συμπεράσματα που συνήγαγε ο Falciola στο τέλος της έρευνάς του είναι βασικά δύο. Το πρώτο είναι ότι η έκρηξη του ιταλικού ’77 οφειλόταν στη διασταύρωση δύο παραγόντων: αφενός της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και της πολιτικής-θεσμικής (αλλά και της εξωκοινοβουλευτικής), από την άλλη τον ακραίο πνευματικό δυναμισμό και την καινοτόμο ανανεωτική ικανότητα της ιταλικής ανταγωνιστικής σκέψης. Ειδικότερα, αυτή η δεύτερη πτυχή προκάλεσε η  «νέα» αμφισβήτηση να είναι ένα αποκλειστικά ιταλικό φαινόμενο, σε αντίθεση με ό, τι υπήρξε το ’68. Το δεύτερο αφορά τη βίαιη έκρηξη στη σύγκρουση με το Κράτος και με το ιστορικό εργατικό κίνημα (PCI και συνδικάτα): αφενός η ερμηνεία του φαινομένου επιβεβαιώνεται ως σπειροειδής ποινικοποίηση των αγώνων – βίαιη καταστολή – βίαιη αντίδραση των κινημάτων, από την άλλη, αναδύεται μια εικόνα στην οποία η προσγείωση του κομμουνιστικού κόμματος στην κυβέρνηση (έστω και έμμεσα) και ο ισχυρισμός-η διεκδίκηση μη μεταρρυθμιστικών στόχων, για τους οποίους η δυνατότητα να συμπεριληφθούν σε ένα πλαίσιο αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως η ιταλική ήταν αδύνατη, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν αναπόφευκτα σε μια εκθετική αύξηση των βίαιων συγκρούσεων.

Εν ολίγοις, για τον πλούτο της εργασίας που πραγματοποιήθηκε και για τις πολύτιμες ιστοριογραφικές και μεθοδολογικές ενδείξεις, το έργο αυτό μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου (με την ευκαιρία της 40ής επετείου του Κινήματος) την έρευνα και ιστορική συζήτηση την σχετική με ένα σημαντικό κόμβο της πρόσφατης ιταλικής ιστορίας που [όπως προτείνει και ο συγγραφέας] θέτει ξανά πολλά και σημαντικά ερωτήματα στα οποία να δοθούν απαντήσεις (από τη σύγκριση με άλλες διεθνείς εμπειρίες στις πολιτικές συγκρίσεις με τα φαινόμενα που αναπτύχθηκαν στα Δεξιά, μέχρι τις λεπτομερείς έρευνες επάνω στις τοπικές εμπειρίες).

Εικόνα στο ξεκίνημα: Roma 17 φεβρουαρίου 1977: “Μετά την εκδίωξη του Lama”, φωτογραφία του Tano D’Amico

Print Friendly, PDF & Email

 

Όταν θέλουμε να κουβεντιάσουμε για θέσεις χαμένων επαναστάσεων, γύρνα ξαναγύρνα πάντα καταλήγουμε με μάντρα του ’68 και του ’77 διαβασμένα (επανα-συστηματοποιημένα) ως κομβικά χρόνια της ιστορίας του Εικοστού αιώνα. Είναι αναπόφευκτο να συμβεί αυτό: ’68 και ’77 προσφέρονται στην κοινωνική εξέταση ως βασικά, όμοια και αντίθετα πρόσωπα του ίδιου νομίσματος.

Το πρώτο – το Εξήντα οκτώ – πλανητικής σημασίας. Μια επανάσταση ακόμα σε κοντά παντελονάκια, ενθουσιώδης, ουτοπική, σχεδόν παιχνιδιάρικη. Συναφή με τις πρώτες πέτρες στους δρόμους εναντίον της αστυνομίας αλλά και με τη naif κληρονομιά της κουλτούρας beat περισσότερο από ότι μας αρέσει να παραδεχόμαστε.
Όταν μιλάμε για το Εβδομήντα επτά μιλάμε περισσότερο για ένα ολοκληρωτικά ιταλικό μακρύ κύμα: μια απογοητευμένη επαναστατική ώθηση, μετα-κομματική, καμπή, ορόσημο. Κοντά στoν brigatismo [brigante γενικότερα σημαίνει ληστής] τις κουκούλες και το πιστόλι P38 («Το έγκλημα πληρώνει» γράφονταν στους τοίχους), αλλά και ένα βήμα μακριά από το no-future των στιγμών πανκ.
Χαρακτηρισμοί συνδεδεμένοι με το ’77, ο ένας πιο κατάλληλος από τον άλλον, υπάρχουν πράγματι στο όμορφο  “Il movimento del 1977 in Italia” (Carocci, 2016) του Luca Falciola:

«Τρελό έτος», «ήρεμη ανταλλαγή πυροβολισμών», «συγκέντρωση ευτυχισμένου λυρισμού και τρόμου», «έτος κατά το οποίο το μέλλον ξεκίνησε», «έτος κατά το οποίο έληξε το μέλλον», «πατροκτονία», «κοινωνική έκρηξη», «καταστροφή της πολιτικής » (σ. 9)

Εάν επρόκειτο για καταστροφή, μια τυπική ιταλική καταστροφή, έχει ειπωθεί: ενώ στον υπόλοιπο πλανήτη οι πυρκαγιές του εξηνταοκτώ αμβλύνονται πράγματι στην αυγή των Εβδομήντα, σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη – συνένοχη ίσως η σοβαρή κοινωνική κρίση, μια κοινωνική κρίση επιπλέον στρωματοποιημένη, η πυρκαγιά της εξέγερσης δεν έσβησε, σιγοκαίει κάτω από τις στάχτες και φουντώνει σε όλο της το μεγαλείο ακριβώς το 1977. Από αυτή την άποψη ο Falciola είναι επιγραμματικός:

“Από αυτή την άποψη η Ιταλία είναι μια άτυπη περίπτωση. (…) εξακολουθεί να είναι ασαφές ποια διαδικασία εμπόδισε την έκλειψη των επαναστατικών προσδοκιών και τις ανέστησε σε μεγάλα στρώματα του νεανικού πληθυσμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Από αυτή την προοπτική το 1977 είναι ένα θεμελιώδες ιστορικό σταυροδρόμι που πρέπει να διερευνηθεί” (σ. 10)

Εξ ου και η εξαιρετικά ευρεία εξέταση που διενεργήθηκε από τον συγγραφέα για το annus mirabilishorribilis, ανάλογα με την πλευρά από την οποία παρατηρείται), που διεξήχθη με βάση μια επιστημονική έρευνα που δεν παραμελεί τίποτα: τις δημόσιες πηγές όπως φυλλάδια, τη θεωρητική βάση των «ιερών» κειμένων που υπαγόρευσαν την πορεία προς τη χρυσή ορδή (για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Νάννι Μπαλεστρίνι-Nanni Balestrini) όπως τα ελεύθερα ραδιόφωνα, τους ινδιάνους μητροπολιτάνους, τις προλεταριακές απαλλοτριώσεις, τα κόμικς, τους ευτυχισμένους τσιγγάνους της Μπολόνια, πόλη-σύμβολο του φοιτητικού Κινήματος, τη βίαιη κλιμάκωση και τις αντιδράσεις του Κράτους. Il movimento del 1977 in Italia-Το κίνημα του 1977 στην Ιταλία” του Luca Falciola είναι μια τοιχογραφία στο μακρύ πεδίο των 365 ημερών που έκαναν το Έθνος να τρέμει, επέστρεψε με την αυστηρότητα της ιστορικής εμβάθυνσης και της καθαρότητας μιας πεζογραφίας που είναι προσιτή αν δεν είναι πραγματικά μαγευτική. Μην το χάσετε.

https://www.sololibri.net/movimento-1977-Italia-Falciola.html

 

«Δεν θα υπάρξει ένας ιστορικός, δεν θα ανεχτούμε να υπάρξει ένα ιστορικός, […] που να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, μπολιασμένα στη σιωπή μας, αδιάκοπη σιωπή, ατελείωτη, θυμωμένα ξένη», είναι η σκληρή προειδοποίηση που άνοιγε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που παρήγαγε το κίνημα των Εβδομήντα επτά (Μπολόνια, μάρτιος ’77 … δική μας υπόθεση). (Bologna, marzo ’77… fatti nostri). Εξάλλου, φαίνεται ακριβώς ότι η εγγενής φευγαλέα φύση του ίδιου του κινήματος, από την ιστοριογραφική άποψη, καθιστά πολύ πιο περίπλοκο από ποτέ να ανασυντεθεί μια συνεκτική αναλυτική και αφηγηματική εικόνα. Ο Luca Falciola γνωρίζει πολύ καλά αυτό, και κάνει το ντεμπούτο του σε αυτόν τον τόμο που φανερώνει «ένα καλειδοσκόπιο εικόνων και μια βαβέλ λέξεων. Ένα μωσαϊκό του οποίου δεν είναι δυνατόν να ανασυνθέσουμε τις συνδρομές, τις ιδιότητες μέλους» (10). Με λίγα λόγια ένας λαβύρινθος συνδέσεων, λεξιλογίων, αναπαραστάσεων στις οποίες είναι εύκολο να χαθούμε, χωρίς να υπολογίσουμε, υπενθυμίζει επίσης ο συγγραφέας, πως στη μικρή ιστοριογραφική βιβλιογραφία για τα Εβδομήντα επτά η θεμελιώδης σύγκριση με τις πηγές από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο από την άλλη.

Ακριβώς σε αυτή τη διπλή κατεύθυνση είναι που η έρευνα κινείται, κυρίως αξιολογώντας διάφορης φύσης στοιχεία, από τον Τύπο έως τα θεσμικά αρχεία και όχι μόνο, από αδημοσίευτες πηγές διανοουμένων και ακτιβιστών. Αλλά και αφιερώνοντας άφθονο χώρο στο ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σενάριο της Ιταλίας εκείνων των χρόνων, καθώς και θέτοντας τον ίδιο στόχο να μας επιστρέψει, επάνω σε αυτή τη διπλή βάση, σημαντικών αναλαμπών πολιτικής κουλτούρας του κινήματος, οργανωμένων σε εκθεσιακό επίπεδο θεματικών τομέων περισσότερο παρά ιδεολογικών «οικογενειών». Το αποτέλεσμα είναι ένα αναμφισβήτητα σημαντικό βιβλίο, μια περίπλοκη και μερικές φορές λαμπρή ανάλυση, ένα έργο που ακόμη έλειπε – με λίγα λόγια – στην ιστοριογραφία των Εβδομήντα επτά.

Μετά από ένα μεγάλο μέρος αφιερωμένο στις «κρίσεις» της οικονομίας και της εργασίας κατά τη δεκαετία του 1970, αλλά και στην παρακμή των «νέων αριστερών» ομάδων και την κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης διάχυτης σε ολοένα και περισσότερο απαξιωμένους θεσμούς, η προσοχή του συγγραφέα στρέφεται σε μερικά σημαντικά συμπτώματα που είχε αυτή η συστημική οπισθοδρόμηση στον τρόπο με τον οποίο η γενιά στα μέσα των 70’s κοίταξε στην εργασία, στον μύθο της επανάστασης, στις γνώσεις και στο πανεπιστήμιο, στην καθημερινή ζωή και στην κατανάλωση. Εάν σε ορισμένες αναλύσεις η τελευταία αυτή πτυχή (το περίφημο «δικαίωμα στο χαβιάρι», για να καταλαβαινόμαστε), και γενικότερα η νέα κεντρικότητα της θέσης των υποκειμενικών αναγκών και επιθυμιών, έχουν ενταχθεί σε ένα πολύ εύκολο «ατομικισμό» που προκαταβάλει την δεκαετία του ογδόντα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποια επιείκεια απέναντι σε αυτή την αμφισβητήσιμη ερμηνευτική τάση δεν λείπει ούτε σε αυτή την έρευνα, η οποία μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως θεωρεί εναλλάξιμα άτομο και υποκείμενο.

Στις δραματικές σχέσεις μεταξύ του PCI και του κινήματος, όπως είναι λογικό, ο συγγραφέας αφιερώνει ιδιαίτερα προσεγμένες σελίδες (αν και, λόγω της απόλυτης συνάφειας του θέματος, θα μπορούσαν ίσως να ήταν ακόμη ευρύτερες). Ενώ το κίνημα θεωρούσε το κόμμα ως τη «νέα αστυνομία», ένα μείγμα ναζιστικής σοσιαλδημοκρατίας και σταλινισμού αλά Μπέρια, το κόμμα του Berlinguer, από την πλευρά του αφιέρωνε στους νέους του Εβδομήντα επτά τους χαρακτηρισμούς των «τραμπούκων», πρακτόρων αντιδραστικών δυνάμεων, μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζει τον Francesco Lorusso «έναν δικό μας εχθρό», όπως είπε ο Amendola λίγο μετά τη δολοφονία του μπολονιέζου φοιτητή (149). Παρότι δραπετεύει εύστοχα σε όλο το βιβλίο από την ερμηνευτική καρικατούρα των «χρόνων του μολυβιού», ο συγγραφέας δεν αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει λεπτομερώς τον ίσως πιο σύνθετο κόμπο όλων, εκείνον της βίας, αφιερώνοντας τα δύο τελευταία κεφάλαια στην πολιτική βία, και στην καταστολή. Συνεπώς από τη μία πλευρά, εξετάζονται οι διάφορες μορφές βίας που ασκήθηκαν από το κίνημα, οι συζητήσεις που την επικαλούνται πολεμικά ή εκείνες που αντιθέτως – και σε σχέση με την εξέλιξη των συγκεκριμένων γεγονότων – εμπλέκονται σε δύσκολες διακρίσεις. Από την άλλη πλευρά, υπό ανάλυση είναι η καταστολή που εξαπολύθηκε από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον των διαμαρτυρόμενων, με βάση μια απόλυτη αρχή υπεράσπισης της «νομιμότητας» που ποτέ δεν ήταν τόσο εν συγχύσει (και λόγω της στρατηγικής επιλογής του PCI-Κκι να τοποθετηθεί ακριτικά ως προπύργιο του κράτους). Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, προς στο τέλος μιας τόσο περίπλοκης ανάγνωσης, ο συγγραφέας καταλήγει σε δηλώσεις που είναι υπερβολικά σχηματικές, όπως όταν δηλώνει πως προσδιορίζει την αποτελεσματική αιτία της βίαιης κλιμάκωσης του Εβδομήντα επτά στην ιδεολογική «προδιάθεση» του, ενώ οι «θεσμικοί παράγοντες» (ποινικοποίηση και καταστολή) «θα είχαν» δευτερεύουσα επιρροή » (258).

Είναι απλώς ένα παράδειγμα μερικών – ολίγων – ερμηνευτικών καταλήξεων, πιθανότατα λίγο υπερβολικών, και ίσως μάλιστα αναπόφευκτων, σε ένα έργο που για πρώτη φορά θέτει τον στόχο της επίτευξης ευρείας συστηματοποίησης τόσο περίπλοκου θέματος. Στοιχεία που δεν εμποδίζουν όμως να θεωρηθεί η έρευνα αυτή ένα έργο με το οποίο, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το κίνημα των Εβδομήντα επτά, στοχαζόμενοι δηλαδή επάνω σε αυτό με σοβαρότητα, θα λογαριαστούμε από τώρα και στο εξής.

 

https://storicamente.org/faciola_movimento_1977

ιστορία, storia

Κινήματα, βία και ένοπλη πάλη στην Ιταλία των χρόνων Εβδομήντα: όταν οι μελέτες ρίχνουν γέφυρες και δεν σηκώνουν τείχη – του Alberto Pantaloni

Ανασκόπηση από τον Alberto Pantaloni του βιβλίου Prima Linea. L’altra lotta armata (1974-1981), Πρώτη Γραμμή. Ο άλλος ένοπλος αγώνας, 1 τόμος, volume I του Andrea Tanturli, DeriveApprodi, 2018, σελ. 512.

****

Λίγα και με κακό τρόπο έχουν γραφτεί για την εμπειρία της ένοπλης οργάνωσης Prima Linea μέχρι στιγμής. Αν αποκλείσουμε τους πρωτεργάτες τόμους του Emilio Mentasti, ο οποίος ανέλυσε τα σημαντικά γεγονότα που αντιπροσωπεύει η εμπειρία της Senza Tregua Δίχως Ανακωχή. Ιστορία των κομουνιστικών επιτροπών για την εργατική εξουσία (Senza Tregua. Storia dei comitati comunisti per il potere operaio (1975-1976), Colibrì, 2011, Η κόκκινη φρουρά διηγείται. Ιστορία της εργατικής Επιτροπής της Magneti Marelli, La guardia rossa racconta. Storia del Comitato operaio della Magneti Marelli, Edizioni Εκδόσεις Colibrì, 2006) και εκείνη, από πολλές απόψεις βιαστική και επιφανειακή από τον Giuliano Boraso ο οποίος όμως είχε την αξία να είναι ο πρώτος γύρω από το θέμα (Άγρια Συμμορία. Άνοδος αποθέωση πτώση της οργάνωσης Πρώτη ΓραμμήMucchio Selvaggio. Ascesa apoteosi caduta dell’organizzazione Prima Linea, Castelvecchi, 2006), η λογοτεχνία και η ιστοριογραφία περιορίστηκαν ουσιαστικά να περιλάβουν την Prima Linea μέσα στο τεράστιο καζάνι του λεγόμενου «ένοπλου κόμματος». Όρος, αυτός ο τελευταίος, εξαιρετικά ατυχής και απολύτως ακατάλληλος, όπως έχει ήδη βρει τρόπο να διευκρινίσει ο Andrea Colombo από τις στήλες του “il manifesto” [1]. Γενικότερα, αυτά τα τελευταία χρόνια αναδύεται η ανάγκη να διαλυθούν οι καπνοί που αποφράσσουν τη σωστή οπτική μιας κεντρικής και θεμελιώδους περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως εκείνη της δεκαετίας 1968-1980, απομακρύνοντας την από τους οπορτουνισμούς και τις φρενήρεις κραυγές της επίσημης πολιτικής, χωρίς ταυτόχρονα να επιπίπτει σε αγιογραφίες και δικαιολογίες. Μια περίοδος κατά την οποία η σχέση μεταξύ κοινωνικών κινημάτων, βίας και ένοπλου αγώνα ήταν τεράστιας πολυπλοκότητας.

Εξ ου και η σπουδαιότητα του καλού έργου του Andrea Tanturli που έγκειται ακριβώς σε αυτό που ο συγγραφέας δηλώνει στην εισαγωγή: «να ρίξουμε γέφυρες, αντί να σηκώσουμε τοίχους, μεταξύ διακριτών αλλά αλληλένδετων φαινομένων». Για να γίνει αυτό χρειαζόμασταν βάθος και σοβαρότητα και επάνω σε αυτό ο Tanturli δεν μας απογοητεύει: η ποσότητα και η ποιότητα των πηγών που συμβουλεύτηκε (από τα αυτοπαράγωγα έγγραφα που υπάρχουν στα αρχεία των αστυνομικών φακέλων, από άρθρα σε εφημερίδες, είτε καθημερινών είτε κινηματικών περιοδικών, στις δικαστικές πράξεις και στις δηλώσεις των εναγομένων) επιτρέπει τη συνεχή επιβεβαίωση της εγκυρότητας ή της αληθοφάνειας των ερμηνευτικών υποθέσεων. Ως εκ τούτου μέσα από ένα μακρύ και περίπλοκο μονοπάτι (τόσο περίπλοκο όσο μπορεί να είναι μια διδακτορική διατριβή), ο συγγραφέας ανακατασκευάζει τους προδρόμους, τις αιτίες, τους παράγοντες μιας εμπειρίας όπως αυτή της Prima Linea που ελάχιστα, ή καθόλου έχει να κάνει με το άλλο μεγάλο σκέλος της αριστερής ένοπλης εμπειρίας στην Ιταλία, αυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ένας «άλλος» ένοπλος αγώνας, όπως ορίζεται στον τίτλο, λόγω σύλληψης, στόχων, ποιότητας και τυπολογίας της σχέσης με τα κοινωνικά κινήματα και τις διαρθρώσεις τους. Αλλά υπάρχουν και άλλα: μέσω της ανασυγκρότησης της μακράς και πολεμικής συστατικής διαδικασίας της Prima Linea (η οποία διήρκεσε περίπου τρία χρόνια), ο Tanturli συμβάλλει επίσης στη καλύτερη διευκρίνιση δύο άλλων πτυχών που σχετίζονται μεταξύ τους, χρονολογικά και πολιτικά: αφενός τις συνέπειες της διάλυσης των ομάδων της επαναστατικής Αριστεράς (ιδιαίτερα της Εργατικής Εξουσίας και της Lotta Continua, αλλά όχι μόνο), αφετέρου την άνοδο του ακανόνιστου και σύνθετου γαλαξία της εργατικής αυτονομίας (αυστηρά με το μικρό «α»), την ακραία ετερογένεια της ακόμη και εντός των θεωρητικών οριζόντων και των κοινών πολιτικών στόχων αν όχι ομοιογενών, όσο κι αν αυτό δυσαρεστεί τους υποστηρικτές και τους προπαγανδιστές του «θεωρήματος 7 απρίλη», του οποίου σε ένα δυο μήνες θα γιορτάσουμε την σαρακοστή επέτειο. Εάν αφενός, λοιπόν, ο συγγραφέας τοποθετεί νόμιμα την εμπειρία της PL μέσα στο χωνευτήρι των αυτόνομων θεωριών και των αυτόνομων πολιτικών συμπεριφορών, επισημαίνει ταυτόχρονα τις βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις κατά την περίοδο κυοφορίας της οργάνωσης και εκείνων με τις άλλες ψυχές της αυτονομίας, in primis με τον χώρο του “Rosso”.

Αυτός ο πρώτος τόμος, ο οποίος ασχολείται με τη χρονολογική περίοδο που πηγαίνει από το 1974 έως το 1979, διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο ανασυνθέτει την πολιτική και οργανωτική γένεση της PL, ξεκινώντας από την κρίση και από τις επακόλουθες διασπάσεις που έπληξαν την Lotta Continua και το Potere Operaio, την πρώτη προσπάθεια να καθοριστούν οι διαρθρώσεις της επεξεργασίας σχεδιασμού μέσω του μοναδικού τεύχους του περιοδικού «Line of Conduct, Γραμμή συμπεριφοράς-μεθόδου» μέχρι τη φάση συνεργασίας (πολιτικής και πρωτο στρατιωτικής) μεταξύ των τομέων που εξήλθαν των LC και PO στο παραλληλόγραμμο Τορίνο-Μιλάνο-Φλωρεντία-Ρώμη ξεκινώντας από το 1975 γύρω από την εφημερίδα Senza Tregua. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει την κρίση του πολιτικού σχεδίου της Senza Tregua και την απόφαση ενός μέρους των συμμετεχόντων να πιέσουν προς το «ποιοτικό άλμα» μπροστά στην αργή οπισθοδρόμηση των εργατικών αγώνων (του οποίου εκείνη τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει συνειδητοποίηση) και στο κλείσιμο της δυνατότητας «ανοίγματος» του θεσμικού πολιτικού πλαισίου μετά τις εκλογές της 20ής ιουνίου 1976. Το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με την αναπόφευκτη (και αδιαμφισβήτητη) σχέση με το κίνημα του 77, το οποίο όχι μόνο αντιπροσωπεύει το καλύτερο ριζοσπαστικό περιβάλλον, radical milieu, όπως έγραψε ο Luca Falciola, που η PL μπορούσε να βρει για να αναπτύξει τη δράση της, αλλά όπου συχνά οι αγωνιστές διαδραματίζουν ένα δημόσιο και όχι δευτερεύοντα ρόλο. Ακριβώς η παρακμή αυτού του κινήματος, που προκάλεσε την είσοδο αρκετών από τους αγωνιστές του μέσα στην Πρώτη γραμμή (αλλά και τις BR, ειδικά στη Ρώμη), σε συνδυασμό με τα πρώτα χτυπήματα που υπέστη από την καταστολή του κράτους, δημιούργησε εκείνη την περαιτέρω μιλιταριστική στροφή που κατέστη μη αναστρέψιμη μετά την απαγωγή και την εκτέλεση του Aldo Moro από τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την καρδιά του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που ορίζει τόσο τη μορφολογία της οργάνωσης, όσο και τις προσπάθειές της να ενοποιηθεί με άλλα »αδελφά» τμήματα του αριστερού ένοπλου αγώνα (όπως οι FCC, κομουνιστικοί μαχόμενοι σχηματισμοί) και τις βαθιές ιδεολογικές, πολιτικές αποκλίσεις και προγραμματικές (καθώς και κάποια αμοιβαία ανυποληψία) με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες. Όμως η κριτική της PL στην επιχείρηση
Moro σύντομα θα σταματήσει για να αφήσει ανοικτό το πεδίο σε μια όλο και περισσότερο παρόμοια πρακτική, όπως θα είχαν δείξει οι δολοφονίες του Alessandrini και του Ghiglieno και, σε μια όλο και πιο αυστηρή παρανομία, σε ένα έτος (1979) που στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας θεωρεί καθοριστικό όχι μόνο για την παραβολή της οργάνωσης, πριν από την κρίση και την αποσύνθεσή της κατά την διετή περίοδο 1980-81 (η οποία θα αποτελέσει το αντικείμενο του δεύτερου τόμου), αλλά και πάνω απ ‘όλα της περίπλοκης σχέσης μεταξύ ένοπλου αγώνα, της κρίσης των κινημάτων και αναδιάρθρωσης της ιταλικής κοινωνίας.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς η συνεχής προσοχή να μην αγνοηθεί αυτή τη σχέση αντιπροσωπεύει, μαζί με το γιγαντιαίο έργο έρευνας και διαβούλευσης των πηγών και για το γέμισμα του ιστοριογραφικού κενού επάνω στο θέμα αυτό, ένα άλλο ιδιαίτερα ποιοτικό στοιχείο του έργου από την άποψη της ερμηνείας. Η έξοδος από την στερεότυπη κοινοτοπία που αντιμετωπίζει τον ένοπλο αγώνα και την αριστερή τρομοκρατία στην Ιταλία ως ψυχοπαθολογικά φαινόμενα ή ως καρπούς ετερο-κατευθύνσεων και στρατηγικών συνωμοσίας από ποιος ξέρει ποιες σκοτεινές δυνάμεις, αντιπροσωπεύει σήμερα τον κύριο δρόμο για να δώσουμε πίσω στην κοινότητα και στη Χώρα την κατανόηση μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας μας που σίγουρα δεν μπορεί παρά να οριστεί ως εξαιρετική (με την ετυμολογική έννοια του όρου) τόσο από την άποψη της ποσότητας των ανθρώπων που αγκάλιασαν τον ένοπλο αγώνα, όσο και από εκείνη της έντασης της σύγκρουσης με το Κράτος και τους μηχανισμούς του.

 

Note

 

[1]https://ilmanifesto.it/le-radici-politiche-di-una-parabola-buia-e-controversa/.

Print Friendly, PDF & Email